Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (34)

 Συνέχεια από: Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ


Στὸ κείμενο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου, χωρὶς νὰ γίνεται μιὰ συστηματικὴ ἀνάλυση τῆς θεολογικῆς διακρίσεως Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ (εἴπαμε ὅτι ἀπουσιάζουν γενικὰ οἱ συστηματικὲς θεολογικὲς ἀναλύσεις ἀπὸ τὴν Κλίμακα), εἶναι σαφέστατη ἡ διδασκαλία γιὰ τὴ φανέρωση τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ στὸ ἀνθρώπινο σῶμα διὰ τῆς «ἐλλάμψεως». Πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια ἐκείνη φανέρωση τοῦ Θεοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸν Χριστὸ πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ.

[ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟ ΛΑΘΟΣ. Η ΠΛΑΝΗ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΕΝΟΛΟΓΙΑ ΟΤΙ ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΗ, ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΙΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ;] 

Τὸ «φῶς» ποὺ περιέβαλε τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄκτιστη καὶ ὡστόσο ὁρατὴ καὶ μεθεκτὴ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ταυτόσημη μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, κοινό ἀπαύγασμα τῆς δόξας, δηλαδὴ τῆς ἁγιότητας τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος.[ΕΝΟΣ ΚΑΚΟΥ ΜΥΡΙΑ ΕΠΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΛΑΝΕΜΕΝΗΣ ΚΑΡΡΙΕΡΑΣ ΤΟΥ] Τὸ τέλος στὸ ὁποῖο ἀποβλέπει ἡ ἀσκητικὴ ποιμαντική τῆς Κλίμακος δὲν εἶναι ἡ ἠθικὴ τελειοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀπόκτηση ἀρετῶν καὶ ἡ πραγματοποίηση καλῶν ἔργων μόνο, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ καὶ ἄμεση κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἡ σωματική μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ μετοχὴ ἔχει δυὸ μορφές: Ὁ ἄνθρωπος βλέπει, «θεᾶται» τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἄμεσα καὶ αἰσθητά· καὶ γίνεται ὁ ἴδιος ἄνθρωπος φορέας τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, φανέρωση τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Καὶ οἱ δυὸ ὅμως αὐτὲς μορφὲς τῆς ἀνθρώπινης μετοχῆς στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν μυστήριο, δηλαδή, ἀντικειμενικὰ ἀπροσδιόριστο γεγονὸς προσωπικῆς - ἐρωτικῆς ἐμπειρίας. Νὰ πῶς ὁρίζεται ἡ ἔλλαμψη στὴν Κλίμακα:
«Ἔλλαμψίς ἐστιν
ἄρρητος ἐνέργεια,
νοουμένη ἀγνώστως
καὶ ὁρωμένη ἀοράτως»5.
Οἱ ἐκφράσεις αὐτὲς εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἀντιφατικές: νοουμένη ἀγνώστως καὶ ὁρωμένη ἀοράτως ἡ ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, ἀναφέρεται στὸν νοῦ καὶ στὴν αἴσθηση καὶ ταυτόχρονα μοιάζει νὰ ἀποκλείῃ καὶ τὶς δυὸ αὐτὲς γνωστικές δυνατότητες. Εἶναι μιὰ ἀντίφαση ποὺ ἰσχύει γιὰ τὸν διεσπασμένο μετὰ τὴν πτώση ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο οἱ γνωστικές δυνατότητες, ὁ νοῦς ἢ οἱ αἰσθήσεις ἢ καὶ ὁ συντονισμός τους, περιορίζονται σὲ ἐπιμέρους ἐμπειρίες καὶ δὲν συνιστοῦν μιὰ μετοχὴ καθολική, μιὰ μέθεξη στὴν πραγματικότητα, στὴν ἀληθινὴ «γνώση». ᾿Αλλὰ ἡ ἐμπειρία τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ φάση ζωῆς τοῦ ἀναγεννημένου ἀπὸ τὴ Χάρη ἀνθρώπου, προϋποθέτει τὸν καινὸ ἄνθρωπο», ποὺ ἔχει ξεπεράσει τὸν τεμαχισμὸ καὶ τὴ διάσπαση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, προϋποθέτει τὴν καθολικὴ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὰν ὄργανο γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς ἀλήθειας. Αὐτὴ τὴν προϋπόθεση τὴ διαπιστώνει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μὲ τὴ φράση:
«Καθαρότης καρδίας
ἐδέξατο ἔλλαμψιν»6.
Τὸ μυστικό κέντρο τῆς «καρδίας», ποὺ συγκεφαλαιώνει καθολικά τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, εἶναι καὶ πάλι τὸ γνωστικὸ ὄργανο γιὰ τὴ μετοχὴ στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως σημειώθηκε σὲ προηγούμενο κεφάλαιο, ἡ «καρδία» ἀντιπροσωπεύει στὴν ἀσκητική γραμματεία τὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας σημαίνει τὴν ὑπέρβαση τῆς μονομέρειας τῶν φυσικῶν γνωστικῶν δυνατοτήτων, τοῦ λογιστικοῦ, τοῦ θυμικοῦ ἢ τῶν αἰσθήσεων, δηλαδὴ τὴν κάθαρσή τους ἀπὸ τὴν ἐπενέργεια τῶν παθῶν, τὴν ἑνοποίηση τῶν γνωστικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου σὲ μιὰ ἱκανότητα καθολικῆς καὶ ἀπαθοῦς καὶ ἄμεσης θεωρήσεως τῆς ἀλήθειας. Ὅταν ἀρθῆ ὁ μερισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅταν δηλαδὴ κατασταλούν τὰ πάθη – ἡ αὐτονομία τῶν ἰδιωμάτων τῆς φύσεως – τότε αἴρεται καὶ ἡ διάκριση λογιστικοῦ καὶ θυμικοῦ καὶ αἰσθήσεων, ἡ γνωστική δυνατότητα ἀνάγεται στὸ μυστικὸ χῶρο τῆς μοναδικής καὶ ἀνόμοιας προσωπικῆς ὑπαρκτικότητος, γίνεται κοινωνία προσωπική, μετοχὴ καὶ μέθεξη τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στὶς Ἐνέργειες τῆς θείας Οὐσίας.[ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ Ή ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ;]
Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ ἡ ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, ἡ προσωπικὴ αὐτὴ ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, παρουσιάζεται στὴν Κλίμακα ὡς ἀκρότατη ἀνάβαση στὴν ἱεράρχηση τῶν δωρημάτων τῆς θείας Χάρης:
«Ωσπερ διάφορα τῶν ἐν ἀνθρώποις ὀφθαλμῶν τὰ φῶτα,
οὕτω πολλαὶ καὶ διάφοροι
τοῦ νοητοῦ Ἡλίου αἱ ἐν τῇ ψυχῇ γινόμεναι ἐπισκιάσεις·
ἄλλη μὲν γὰρ ἡ διὰ τῶν σωματικῶν δακρύων καὶ ἄλλη ἡ διὰ τῶν ψυχικῶν·
ἑτέρα ἡ διὰ τῶν τοῦ σώματος ὀφθαλμῶν
καὶ ἑτέρα ἡ διὰ τῶν νοερῶν.
῎Αλλη ἡ ἐξ ἀκοῆς λόγου
καὶ ἄλλη ἡ ἰδιαιτέρως κινουμένη ἐν τῇ ψυχῇ ἀγαλλίασις·
ἄλλη ἡ ἐξ ἡσυχίας
καὶ ἑτέρα ἡ ἐξ ὑπακοῆς·
πρὸς τούτοις πᾶσιν ἑτέρα ἰδιοτρόπως
ἡ δι' ἐκστάσεως τὸν νοῦν παριστῶσα τῷ Χριστῷ
ἀρρήτως καὶ ἀφράστως ἐν φωτί νοερῷ»7.
Αὐτὲς οἱ διακρίσεις τῶν δωρημάτων ὁδηγοῦν σὲ μιὰ προοδευτική ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Τὰ σωματικά δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τοῦ πένθους, τὰ ψυχικὰ ἢ λογικά – ὅπως τὰ ὠνόμασε ἀλλοῦ – δάκρυα τῆς ἀγάπης, ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ μὲ ἀφορμὴ τὴ θεώρηση μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ φυσικοῦ κάλλους καὶ ἡ θέαση τῆς θείας ἀγάπης μὲ τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμοὺς τῆς «καρδίας», ἡ ἀγαλλίαση ἀπὸ τὴν ἀκοὴ τοῦ θείου λόγου τῆς ἀποκαλύψεως, ἡ παραμυθία τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ στὴν ἡσυχία τῆς μονώσεως ἢ στὴν ὑπακοὴ τοῦ κοινοβίου, ὅλοι αὐτοὶ εἶναι δρόμοι ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν χῶρο τῆς παρουσίας τοῦ ζωοποιοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης. ᾿Αλλὰ ἡ κατεξοχὴν ὁδὸς εἶναι ἡ «ἰδιότροπος ἔκστασις» ποὺ καταυγάζει τὸν ἄνθρωπο ἀρρήτως καὶ ἀφράστως ἐν φωτί νοερῷ8.[H ΔΟΞΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗ. ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΕΛΑΒΕ ΤΡΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ.  ΤΟ ΝΕΟΡΟ ΦΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ, Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΙΝΟΥΝ ΦΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ]

Πρέπει νὰ προσεχθῆ ὁ ὅρος «ἔκστασις», μὲ ποιὰ ἔννοια χρησιμοποιεῖται ἐδῶ. Ὁ Beck, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται σὲ συγκεκριμένα χωρία, σημειώνει ὅτι τὴν «ἔκσταση» χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὅπως καὶ ὁ Εὐάγριος, «μὲ τὴν εὐτελῆ σημασία τῆς παραφροσύνης» (im abschätzigen Sinn von Verrücktheit)9. Στὴν ἑρμηνεία αὐτὴ τῆς «ἐκστάσεως, προηγοῦνται οἱ Viller - Rahner10 (καὶ ἴσως ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παίρνει καὶ ὁ Beck), ποὺ ἑρμηνεύουν ὅμως ὡς Verrücktheit (παραφροσύνη) τὴν ἔκσταση ὅπως ἀναφέρεται σὲ ἕνα μόνο συγκεκριμένο χωρίο τῆς Κλίμακος («πᾶσαν αἰσθητὴν φαντασίαν ἐν τῇ προσευχή μὴ προσδέξῃ, ἵνα μὴ ἔκστασιν ὑποστῇς»11). Σημειώνουν οἱ Viller-Rahner ὅτι ὁ Κλίμακος γνωρίζει τὸν ὅρο, ὅπως καὶ ὁ Εὐάγριος, σχεδόν μόνο μὲ σημασία ἀρνητική, ὡστόσο, δὲν ἑρμηνεύουν ὡς Verrücktheit κάθε ἀναφορὰ τῆς Κλίμακος στὴν ἔκσταση. Αντίθετα, καταχωροῦν σὲ ὑποσημείωση καὶ παραπομπὲς σὲ χωρία τῆς Κλίμακος, ὅπου ἡ ἔκσταση χρησιμοποιεῖται μὲ θετικό περιεχόμενο.
Πραγματικά, ἡ διάκριση ποὺ γίνεται στὴν Κλίμακα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους ἀσκητὲς Πατέρες τῆς ᾿Ανατολῆς, εἶναι ἀνάμεσα στὸ γεγονὸς τῆς Θεοφανείας, τὴν ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, καὶ στη μυστικιστική - συναισθηματικὴ ἔκσταση τοῦ ἀνθρώπου που στερεῖται τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου. Οἱ ἐκστατικές καταστάσεις μὲ τὸν χαρακτήρα τῆς παθητικότητος, τῆς ἀπώλειας τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας ἀνήκουν στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἡ φύση τους δὲν ἔχει μεταβληθῆ ἀπὸ τὴν πεῖρα τοῦ ἀκτίστου, δὲν ἔχει προσαρμοστῆ στὴ θεία ζωή12. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀπορρίπτει τὴν ἔκσταση ποὺ εἶναι ἕνα συναισθηματικὸ καὶ ψυχολογικό γεγονός – αὐτὸ μᾶς ἀφήνει νὰ ὑποθέσουμε ὅταν τὴν χαρακτηρίζει «αἰσθητή φαντασία»13. Εἶναι μιὰ ὑποκατάσταση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἀνθρώπινες ψευδαισθήσεις, δηλαδὴ ἕνας κίνδυνος θανατηφόρος, «εγκατάλειψις Θεοῦ, παρὰ ἀνθρώποις ἀνίατος»14[ΠΟΛΛΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΛΥΨΟΥΝ ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ].
Τὸ πνευματικὸ αἴτιο τῆς ἐπικίνδυνης αὐτῆς ἐκστάσεως, ποὺ σημαίνει ἐγκατάλειψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ ἀνθρώπου·
(«Έκστασιν πολλάκις
οἱ δειλαινόμενοι ὑπομένουσι· καὶ εἰκότως·
δίκαιος γὰρ ὁ τοὺς ὑπερηφάνους ἐγκαταλιμπάνων,
ἵνα καὶ οἱ λοιποί παιδευθῶμεν
μὴ ἐπαίρεσθαι»15. [ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ  ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ]
Ἔχει ἐξηγήσει ἀλλοῦ ὁ Κλίμακος ὅτι ἡ δειλία εἶναι καρπὸς τῆς κενοδοξίας)· καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ἡ ἐγκατάλειψη ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκείνης τῆς ἁμαρτωλῆς αὐτοπεποιθήσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ζητάει γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀνώτερες βαθμίδες ἀρετῆς ἐνῶ κυριαρχεῖται ἀκόμη ἀπὸ πάθη ἀτιμίας.
«Μηδείς
ὑπὸ θυμοῦ καὶ οἰήσεως,
ὑποκρίσεὡς τε καὶ μνησικακίας ὀχλούμενος,
ἴχνος ἡσυχίας ἰδεῖν τολμήσει ποτέ·
μήπως ἔκστασιν ἐντεῦθεν καὶ μόνον κερδήση»16.
Κριτήριο γιὰ τὴν γνησιότητα τῆς ἐκστάσεως φαίνεται νὰ εἶναι στὴν Κλίμακα ἡ παραίτηση ἀπὸ κάθε φυσική – συναισθηματική, ψυχολογική – ἱκανοποίηση. ᾿Ακόμα καὶ ἡ αἰσθηματικὴ εὐφροσύνη τῆς προσευχῆς σημειώνεται σὰν κίνδυνος, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνα γεγονὸς αὐτάρκειας τῆς φύσεως, νὰ ἐξαντλῆται στὰ ὅρια τῆς φυσικῆς θρησκευτικότητος ποὺ ἱκανοποιεῖ καὶ παρηγορεῖ τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ τὸν κρατάει μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό:
«Σκόπει τὴν ἐπιδημοῦσαν ἡδύτητα ἐν τῇ ψυχῇ,
μήπως ἐκ πικρῶν ἰατρῶν,
μᾶλλον δὲ ἐπιβούλων
δολίως συνεκεράσθη».17
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡ. ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΗΔΥΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ.


Προϋπόθεση τῆς πραγματικῆς μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀπάρνηση κάθε φυσικῆς ἱκανοποιήσεως καὶ ἐπιθυμίας – μυστικιστικῶν ἐξάρσεων, συναισθηματικῆς πληρότητος καὶ φυσικῶν συγκινήσεων. Ἡ ἐπιδημία τοῦ «ὑπὲρ φύσιν» Θεοῦ καταλύει τὶς καταστάσεις τῆς ἀνθρώπινης αὐτάρκειας, τις ψευδαισθήσεις καὶ τὰ ὑποκατάστατα τῆς θείας Παρουσίας. Γράφει ἡ Κλίμακα:
«Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης,
ψυχῆς πάντως ἀπὸ πάσης γηΐνης ἐπιθυμίας ὑψωθείσης,
καὶ ἤξει εἰς Αἰγυπτίαν καρδίαν καὶ πρώην ἐσκοτισμένην,
καὶ σεισθήσονται τὰ χειροποίητα εἴδωλα καὶ ἐνθυμήματα τοῦ νοός».18
Ἡ κατάσταση τοῦ σκοτισμοῦ τῆς καρδίας ἀναφέρεται στὴν παρουσία τῶν χειροποίητων εἰδώλων καὶ τῶν ἐνθυμημάτων τοῦ νοῦ καὶ ἀντιδιαστέλλεται πρὸς τὸν Ἐρχόμενο ἐπὶ νεφέλης Κύριο· ἡ νεφέλη πρέπει νὰ δηλώνη ἐδῶ, ὅπως συνήθως στὴ Γραφή, τὴν παρουσία τοῦ Φωτὸς τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν λόγο γιὰ τὰ «χειροποίητα εἴδωλα» καὶ τὰ «ἐνθυμήματα τοῦ νοῦ» μὲ ἀναφορὰ στὶς φυσικές καταστάσεις τῆς μυστικιστικῆς ἐξάρσεως ποὺ εἶναι «εἴδωλα» τῆς πραγματικῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ὁδηγοῦν στὴ μετοχὴ τῆς ἐλλάμψεως19.

[Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ ΑΓΝΟΣ ΚΑΙ ΑΔΟΛΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΚΑΙ ΕΠΕΣΕ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΣ ΣΤΟΥ ΤΥΠΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ, ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ]

Σημειώσεις


5. Ζ΄ νγ΄ 68.
6. Ζ΄ νγ΄ 68.
7. ΚΣΤ β΄ κζ΄ 140.
8. Die höchste Vollendung, die ἁρπαγὴ πρὸς κύριον, wird von Johannes (Klimax) mehr angedeutet als ausgeführt. Es ist eine überwältigende Lichtvision, in welcher der Geist umstrahlt ist von Gottes Licht, in dem er wie in einem Spiegel sich selbst erkennt und die Mysterien Gottes zu schauen bekommt. Dor relative Intellektualismus erscheint hier einigermassen abgeschwächt. Mit Vorzug ist von einem «Tun des Herzens» die Rede, von einem Ruhen in der αἴσθησις des Herzens u.s.w. Es ist jedenfalls eine Berührung mit Gott, begleitet von charismatischen Gaben und Gnaden, ein Gipfel der Seligkeit». H.-G. BECK, Kirche und theol. Lit. σελ. 354.
[Μετάφραση : Η ύψιστη τελείωση, η ἁρπαγὴ πρὸς Κύριον, υποδηλώνεται από τον Ιωάννης της Κλίμακος περισσότερο παρά αναπτύσσεται διεξοδικά. Πρόκειται για ένα κατακλυσμιαίο όραμα φωτός, μέσα στο οποίο ο νους περιλάμπεται από το φως του Θεού, και εντός αυτού, σαν μέσα σε καθρέφτη, γνωρίζει τον εαυτό του και αξιώνεται να θεωρεί τα μυστήρια του Θεού. Ο σχετικός διανοητισμός εμφανίζεται εδώ κάπως εξασθενημένος. Κατά προτίμηση γίνεται λόγος για ένα «έργο της καρδιάς», για μια ανάπαυση στην αἴσθησι της καρδιάς κ.ο.κ. Πρόκειται, εν πάση περιπτώσει, για μια επαφή με τον Θεό, συνοδευόμενη από χαρισματικές δωρεές και χάριτες, ένα αποκορύφωμα της μακαριότητας. H.-G. BECK, Εκκλησία και θεολογική Λογοτεχνία, σελ. 354].
9. ἐν ἀναφορά (στο ίδιο έργο του Beck), σελ. 354.
10. Aszese und Mystik in der Väterzeit, σελ. 161 - 162.
11. ΚΗ΄ μδ΄ 162.
12. LOSSKY, σελ. 205.
13. ΚΗ΄ μδ΄ 162.
14. ΚΒ΄ ι΄ 109-110.
15. Κ΄ δ΄ 104.
16. ΚΖ΄ ε΄ 153.
17. ΚΖ΄ μστ΄ 157.
18. ΚΣΤ΄ μδ΄ 142-143.
19. Σημειώνει σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τῆς ἐκστάσεως ὁ BALTHASAR, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ομολογητή : Nur durch Hinopferung der Welt und ihre geistige Verzehrung erhebt sich die Seele über «den Sinn des naturhaften und schriftlichen Gesetzes» und «überlässt sich in einem Hinauslehnen (έκστασις) aus ihnen und einem Verlassen gleichsam ihres ganzen Lebens und Wesens, in die Gemeinschaft des einzigen Gottes Wortes», «jenseits von Natur und Gesetz». Αὐτὴ ἡ ἔκσταση εἶναι jenseits von Natur, ἀλλὰ ταυτόχρονα die Verklärung der Natur (Kosmische Liturgie, σελ. 311).
[Μετάφραση: Μόνον διὰ τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς τοῦ κόσμου καὶ τῆς πνευματικῆς «καταναλώσεώς» του ἀνυψώνεται ἡ ψυχὴ πάνω ἀπὸ «τὸ νόημα τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ γραπτοῦ νόμου» καὶ «παραδίδεται, μὲ μία ἔκταση (ἔκστασιν) ἔξω ἀπὸ αὐτά καὶ μὲ ἕνα ὡς εἰπεῖν ἐγκατάλειμμα ὅλης τῆς ζωῆς καὶ τῆς οὐσίας της, στὴν κοινωνία τοῦ ἑνὸς Λόγου τοῦ Θεοῦ», «πέρα ἀπὸ φύση καὶ νόμο». Αὐτὴ ἡ ἔκσταση εἶναι «πέρα ἀπὸ τὴ φύση», ἀλλὰ ταυτόχρονα «ἡ μεταμόρφωση (δόξαση) τῆς φύσεως»].
Ὁ ἴδιος ὁ Κλίμακος χαρακτηρίζει ἀλλοῦ ὡς ἰδανική κατάσταση προσευχῆς τὸ «ἀΰλως προσεύχεσθαι» (ΙΗ΄ ε΄ 102), καὶ ἄλλοι ἀσκητὲς Πατέρες, ὅπως ὁ Νείλος, Μάρκος ὁ ἐρημίτης, Διάδοχος Φωτικῆς, ἐπιμένουν στὴν ἀνάγκη νὰ ἀρνῆται ὁ ἄνθρωπος κάθε εἰκόνα, μορφὴ ἢ σχῆμα, ὅταν προσεύχεται. «Επιποθῶν ἰδεῖν τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρὸς τοῦ ἐν οὐρανοῖς, λέει ὁ ἅγιος ΝΕΙΛΟΣ, μὴ ζήτει παντελώς μορφήν ἢ σχήμα δέχεσθαι ἐν τῷ τῆς προσευχῆς καιρῷ. Μὴ πόθει ἀγγέλους ἰδεῖν, ἢ δυνάμεις ἢ Χριστὸν αἰσθητῶς, ἵνα μὴ τέλεον φρενιτικὸς γένῃ, λύκον ἀντὶ ποιμένος δεχόμενος καὶ προσκυνῶν τοῖς ἐχθροῖς δαίμοσιν. ᾿Αρχὴ πλάνης, νοῦ κενοδοξία, ἐξ ἧς κινούμενος ὁ νοῦς, ἐν σχήματι καὶ μορφαῖς περιγράφειν πειρᾶται τὸ Θεῖον... Μακάριος ὁ νοῦς, ὃς κατὰ τὸν καιρὸν τῆς προσευχῆς τελείαν ἁμορφίαν ἐκτήσατο». (Migne P.G. 79, 1192 D-1193A).

Δεν υπάρχουν σχόλια: