Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Krämer - Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Krämer - Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (6)

Του Hans Joachim Kramer.
Μαθήματα-διαλέξεις στην Νάπολη το 1986.
          
Ι. Άμεση και έμμεση πλατωνική παράδοση (συνέχεια).
         
Image result for hans joachim kramer Η μεγάλη σύνθεση τού Πλάτωνος δέν διατηρήθηκε απο την μεταγενέστερη αρχαία φιλοσοφία. Αυτό ισχύει και για τον Νεοπλατωνισμό ο οποίος μείωσε σε λίγα στοιχειώδη πράγματα τήν πολιτικο-πρακτική πλευρά τής πλατωνικής φιλοσοφίας. Εκτός των άλλων, ήδη απο καιρό τονίστηκε πολύ σωστά ότι η μεταφυσική τού Νεοπλατωνισμού δίπλα σε επιλεγμένους διαλόγους επανέφερε και συνέχισε πάνω απ'όλα την έμμεση πλατωνική παράδοση! Στο μέτρο λοιπόν στο οποίο αναγνωρίζουμε ότι η προφορική διδασκαλία υπήρξε καθοριστική για την συνολική φιλοσοφική θέση τού Πλάτωνος, δυναμώνει η εντύπωή μας ότι η νεοπλατωνική εξηγητική τού Πλάτωνος δέν υπήρξε μονόπλευρη και τυχαία, αλλά αυθεντική στον ύψιστο βαθμό. Αυτό ισχύει πρίν απ'όλα για την θεωρία τών αρχών με την σύλληψη τού Ενός-Αγαθού, επέκεινα και υπεράνω τού Είναι, και επιπλέον για την πολλαπλότητα τών βαθμών τού Είναι σε σχέσεις ασυμετρικής εξαρτήσεως. Προστίθενται και άλλα θέματα, όπως η κεντρική θέση των ιδανικών αριθμών ή η οντολογία της εκτάσεως ή διαστάσεως των σωμάτων, αλλά όλα αυτά έχασαν την θεωρητική τους αξία!
          Η μεταμόρφωση τού δυαλισμού τών αρχών σε έναν ριζικό μονισμό πάντως είναι-όπως και πολλά άλλα πράγματα-ελληνιστικής καταγωγής. Παρ'όλα αυτά μπορούμε να δηλώσουμε ότι όσον αφορά τον Νεοπλατωνισμό, πρόκειται για μία νόμιμη ανάπτυξη μιας συστηματικής θεμελιώσεως πλατωνικής καταγωγής, η οποία στο σύνολό της, αρχίζοντας απο τους προσωκρατικούς, περνώντας διαμέσου του πλατωνισμού, τόσο του αρχαίου όσο και του μεταγενεστέρου, υπάρχει μία διαρκής πρόοδος, ένα ξετύλιγμα τής σκέψης τής μεταφυσικής θεμελιωμένης στις αρχές και στους θεμελιώδεις δεσμούς!
          Συγκρινόμενος με εκείνον τον πιό συντηρητικό πλατωνισμό των νεοπλατωνικών, ο πλατωνισμός του Αριστοτέλη επανεξετάζεται με πιό ανοιχτή κριτική και πιό αυτόνομα! Παρ'όλα αυτά και αυτός επανέρχεται, τουλάχιστον καταγωγικώς, περνώντας μέσω τής μεσολαβήσεως των πιό αρχαίων μαθητών τού Πλάτωνος, στην θεμελίωση τής πλατωνικής μεταφυσικής στην προφορική διδασκαλία (Και ακριβώς ο Αριστοτέλης είναι για μας σήμερα, ο πιό σημαντικός μάρτυρας τής εμμέσου πλατωνικής παραδόσεως).
          Ο Πλατωνισμός τού Αριστοτέλη φανερώνεται στην σύσταση της σε βαθμούς τής Πρώτης Φιλοσοφίας με την θεμελιώδη λειτουργία τού υπερβατικού επιπέδου και με την σχετική διαφοροποίηση τών "rationes conoscendi and essendi", όπως επίσης στην μεταμόρφωση τής θεωρίας τών αρχών, του δόγματος τών κατηγοριών ή του σωστού μέτρου στην ηθική και στην πολιτική (η αρχή τής διαβαθμίσεως εμφανίζεται και στην βιολογία). Επι πλέον χωρίς την απλοποιητική μέθοδο και ιδιαιτέρως χωρίς την σύλληψη της σειράς η οποία περιέχεται στην προφορική θεωρία και στην Ακαδημία, δέν κατανοούνται με ιστορικά κατάλληλο τρόπο, ούτε η αναλογία και η σχέση τού πρός-εν, ούτε η θεωρία του είδους η οποία ενυπάρχει στην πρώτη φιλοσοφία. Όσον αφορά το θέμα που σχολιάστηκε ιδιαιτέρως, τής θεωρίας τού είδους, είμαι πεπεισμένος ότι η στροφή πρός το ξεχωριστό άτομο και στον Αριστοτέλη επίσης, προέρχεται, κατάγεται απο την απλοποιημένη εννοιολόγηση τής δομής των γενών!
          Ο πιό συνεπής αντιπρόσωπος αυτής της θέσης στον χώρο της Ακαδημίας, ο Σπεύσιπος, είχε διακρίνει, όπως και ο Αριστοτέλης, σαν φορείς του Είναι, αντιθέτως απο τα καθόλου, όλους τους τύπους των ατόμων, όχι μόνον τους αριθμούς, αλλά και τα σώματα και τις ψυχές. Δέν υπήρχε λοιπόν καμμία διαφορά αρχής ανάμεσα στον Σπεύσιπο και τον Αριστοτέλη. Επι πλέον η αποφασιστική επιχειρηματολογία για το οντολογικό πρωτείο τών ατόμων (Κατηγορίες κεφ. 5,3 b 10...) δέν αντιπροσωπεύει βεβαίως ένα αυθόρμητο παράλληλο με την πλατωνική Ακαδημία, αλλά βρίσκεται, όπως συνήθως συμβαίνει, με πολλούς άλλους ακαδημαϊκούς με το γραπτό στις κατηγορίες, σε ιστορικο-γενετική σχέση με την σχολή του Πλάτωνος. Ο Αριστοτέλης εδώ προϋποθέτει, όπως δείχνει ο όρος "άτομο" την διαίρεση του Πλάτωνος.
          Αντιστρόφως, ο ακαδημαϊκός πίνακας των προβλημάτων στα Μετ. B3 εκθέτει την λύση τού Αριστοτέλη, παρότι ο Αριστοτέλης δέν αποδέχεται πλήρως καμμία απο τις παραδοσιακές θέσεις. Δέχομαι όμως ότι το status τής θεωρίας τού είδους στον όψιμο Αριστοτέλη της Μεταφυσικής είναι συζητήσιμο, για να μήν πώ αντιφατικό. Στο μέτρο που τα κείμενα ανήκουν όλα στον Αριστοτέλη, ο Αριστοτέλης δέν ακολουθεί τον Ξενοκράτη, αλλά όπως και στο γραπτο περί των κατηγοριών, τον Σπεύσιπο και την εφαρμογή του την τόσο ριζοσπαστική τής απλοποιήσεως σε σχέση με το θέμα τών καθόλου!
          Νομίζω όμως ότι ο όψιμος Αριστοτέλης κινείται ανάμεσα στον Σπεύσιπο και τον Ξενοκράτη, χωρίς να παγιώνεται καθοριστικά. Αλλά αυτό σημαίνει ότι δέν ξεπέρασε αληθινά τον μεθοδολογικό πλουραλισμό ο οποίος διαγράφεται στην προφορική διδασκαλία του Πλάτωνος, αλλά τον τόνισε απλώς με διαφορετικό τρόπο.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

H A N S K R Ä M E R (8)- Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ- (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

Συνέχεια από Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

                  4.  Οι κατηγορίες τής εξέλιξης, του ‘ανέτοιμου’ και ‘ασυστηματοποίητου’, της ειρωνίας και του αρρήτου στην ερμηνεία      
                          τού Πλάτωνα τον 19ον και 20ον αιώνα.
                                                  ( συνέχεια )

Image result for plato    Φιλοσοφικο-ιστορικά και συστηματικο-θεωρητικά προϋποθέτει το νέο πρόγραμμα (Programm) μια μεγαλύτερη ενότητα της φιλοσοφίας τού Πλάτωνα, όχι μόνον αποποιούμενο την εξελικτική σκέψη (‘ενοποιώντας’ άρα, αντίθετα στον Σλέγκελ και ‘μαζί’ με τον Σλαїερμάχερ), αλλά και στην εσωτερική προπάντων διάρθρωση. Κι αυτό ισχύει αφ’ ενός για την τυπική (‘εξωτερική’, μορφολογική…) στερεότητα, συνέπεια και ‘ολοκλήρωση’, αλλά και για τον ‘εσωτερικό’ (τού περιεχομένου…) σχεδιασμό τής ίδιας της καθαρής ενότητας, που θεμελιώνει και καθιστά δυνατό το πρώτο ‘σκέλος’. Θα μπορούσαμε ίσως να δείξουμε, ότι τα βασικά θέματα της κλασσικής μεταφυσικής έχουν συγκροτηθή με τη συσσώρευση και την ‘αναμετάδοση’ (απ’ τη μια στην άλλη…) διαφόρων εννοιών ενότητας στον Πλάτωνα, η οποία και κορυφώνεται στο μονοσήμαντο της ‘ενότητας’ και στην οποίαν κατέχουν οι έννοιες της μοναδικότητας και απολυτότητας έναν κυρίαρχο ρόλο. Αποδεικνύεται έτσι η Ενότητα (Explanans≈η ‘εξήγηση’…) και όχι π.χ. το Όν (Explanandum≈το ‘εξηγούμενο’…) ως βασική έννοια της μεταφυσικής, που προσδιορίζει και θεμελιώνει  ουσιωδώς το Όν (την ταυτότητα ως τρόπο ενότητας), την ενότητα του κόσμου (την απολυτότητα με τη συμμετοχή στην καθαρήν ενότητα), τη μεταφυσικότητά του, καθώς και την έννοια του απεριόριστου και απόλυτου (διαβάθμιση μορφών ενότητας). Με την ‘παραγωγή’ δε της ενότητας του κόσμου έχει θεμελιωθή ταυτόχρονα και ‘κατηγορηματικά’ η φιλοσοφική έννοια του συστήματος (όπου και προτιμά την έκφραση ‘ολότητα’ ο Πλάτων)   (( Σημ. τ. μετ.: Το ‘σύστημα’ το φτιάχνει ίσως η ανθρώπινη λογική, ενώ η ‘ολότητα’ αποκαλύπτεται στον λόγο τής ψυχής μας… )) . Με την ενοποιημένη απολυτότητα έχει τεθή περαιτέρω και η ‘περατότητα’ (το πέρας, το ‘τέλος’, το πεπερασμένο ίσως…), που επιτρέπει μόνο στο εσωτερικό της (μέσα σ’ αυτήν…), με την ‘υποταγμένη’ και ‘ουδετεροποιημένη’ μορφή κυκλικών διαδικασιών, την κίνηση και την ιστορία. Σ’ αυτό αντιστοιχεί δε μια υπερ-ιστορική οντολογία και μια υποταγμένη σ’ αυτήν τελεολογία (Teleologie) αντικειμενικών, φυσικών σκοπών.

    Ο πλατωνισμός παρουσιάζεται σ’ αυτήν την προοπτική – με την πρωτοκαθεδρία τής ενότητας, της ταυτότητας, της βεβαιότητας και ακρίβειας, και τα άλλα παρόμοια – ως η αντίθετη θέση στη σύγχρονη εποχή, η οποία και οριοθετείται σαφώς ή υπονοώντας το όλο και περισσότερο στην αυτοσυνειδησία της απ’ αυτόν,  ή και εναντίον του. Ο προοδευτικός απο-πλατωνισμός τής σύγχρονης εποχής, στον οποίον ανήκει ‘αχανώς’ και ένας συγγραφέας όπως ο Φρ. Σλέγκελ, έχει προδιαμορφωθή ωστόσο ‘πυρηνικά’ (in nuce) στην πλατωνική αντίθετη ‘αρχή’ τής πολλαπλότητας και της διαίρεσης, της διαφοράς (μη-ταυτότητας) και της σχετικοποίησης, και συμπεριληφθή ως ‘εκρηκτική’ τρόπον τινά φράση στον (ίδιον τον…) πλατωνισμό   (( Σημ. τ. μετ.: ‘Φοβερά’ πράγματα μας ‘αποκαλύπτονται’, δείχνοντάς μας πού ανήκουν σαφώς όλα αυτά τα ‘φληναφήματα’ περί ‘αγαπολογίας’, ένωσης των ‘ετεροτήτων’ και πολλαπλότητας της πίστεως! Στην πραγματικότητα, συζητούν οι όμοιοι με τους όμοιους και κοροїδεύουν και πλανούν έναν απαίδευτο δυστυχώς πλέον λαό… )) . Σ’ αυτήν την προβλεπτική ‘σημείωση’ μεταγενέστερων εξελίξεων φανερώνεται και η μεγαλοφυḯα τού Πλάτωνα απέναντι στον περισσότερο μονιστικό μεταφυσικό τύπο τού νεοπλατωνισμού. Η δε σύγχρονη ‘διαδικασία’ τού απο-πλατωνισμού αποδεικνύεται τώρα ως μια μετακίνηση του κέντρου βάρους (της σημασίας…) απ’ την ενότητα στην πολλαπλότητα στη σφαίρα τών αρχών, όπου παραμένει ωστόσο το κατηγοριακό (kategorial) πλαίσιο μέχρι τον Χάιντεγγερ, τον Ντεριντά ή τον Quine (τάσεις προς την οριστική του ‘συγκριτική ισχύ’ βρίσκονται μόνο στον Νίτσε). Ο αναπροσανατολισμός προς την πολλαπλότητα, τη διαφορά, τη σχέση, την ιστορία, τη διαδικαστικότητα και την προοπτικότητα ‘εισέρχεται’ ακόμα και στην έννοια της ίδιας της Πρώτης Φιλοσοφίας, όταν εμφανίζεται στη θέση τού θέματος της ενότητας ένα πλήθος ανοιχτών, οριακών ερωτημάτων, ένα απ’ τα οποία μπορεί να είναι πλέον και το ερώτημα της ενότητας. Απ’ την άλλη μεριά, παραμένει τόσο πιο επίκαιρη η δυαδική βασική δομή τού κατηγοριακού πλαισίου, όσο πιο επίμονα και γρήγορα μετατοπίζονται οι ‘τόνοι’ απ’ την ενότητα προς την πολλαπλότητα και την αλλαγή, επειδή δεν πολλαπλασιάζονται  έτσι μόνον οι χαρακτήρες (Charaktere) τού μη-ταυτόσημου και μεταβλητού, αλλά ‘εκβιάζεται’ ταυτόχρονα, συνεχώς και εκ νέου η διατύπωση σχετικών ενοτήτων. Με αφορμή το παράδειγμα αποσαφηνίζεται επίσης, σε ποιον βαθμό μπορεί να συμβάλη μια ιστορικά «σωστή» ακριβώς πλατωνική εικόνα, στο να ‘διεγερθή’ η ιστορική αυτοσυνειδησία τού παρόντος μέσα απ’ την ‘προ-ιστορία’ και να μετατοπιστούν σ’ έναν εκτεταμένον ιστορικόν ορίζοντα (Horizont) οι σύγχρονες ‘εκδοχές’, ο οποίος και μας διδάσκει να τις εκτιμούμε καλύτερα.

     Οι συγκεκριμένες εργασίες που έχουν προτεραιότητα για την ιστορία τής φιλοσοφίας στο πλαίσιο του μετα-ρομαντικού ερευνητικού προγράμματος, είναι οι εξής:

      1.)  Μια περαιτέρω ανοικοδόμηση της ‘στοχαστικής’ κίνησης και της επιχειρηματολογικής συνάφειας της σύνολης πλατωνικής φιλοσοφίας, ανάλογα με τις απόψεις τής εξάρτησης, παραγωγής και θεμελίωσης σε γραμμικές προόδους και με την (επιτευχθείσα απ’ τον ίδιον τον Πλάτωνα) διάκριση των ‘τάξεων’ γνώσης και ύπαρξης. Πρόκειται εδώ για τη συγκεκριμένη και όσο το δυνατόν λεπτομερειακή ‘μετα-εκτέλεση’ της πλατωνικής διαλεκτικής, όπως την ανέπτυξε σε συγκλίνουσες, διαφορετικές ‘κατευθύνσεις’ στα κείμενά του, περατώνοντάς την όμως κατ’ αρχάς στην Ακαδημία ο Πλάτων.

       2.)  Σε άμεση συνάφεια μ’ αυτό, εμφανίζεται ο πλατωνισμός σε μια σχέση αμοιβαίου ‘διαφωτισμού’, συνολικά και επί μέρους, με τις προηγούμενες και τις επόμενες φάσεις τής αρχαίας ιστορίας τής φιλοσοφίας. Και ξεκινά έτσι να διαφαίνεται όλο και περισσότερο, μια μεγαλύτερη ενότητα και συνέχεια της αρχαίας ιστορίας τής φιλοσοφίας απ’ ό,τι μέχρι τώρα, την οποίαν και καλούμαστε να παρακολουθήσουμε με ειδικότερες έρευνες περαιτέρω.

      3.)   Η θεμελίωση της μεταφυσικής εκ μέρους τού Πλάτωνα μάς επιτρέπει για πρώτη φορά να εκπονήσουμε μιαν ‘πλουσιώτατη’ τυπολογία (Typologie) τής δυτικής μεταφυσικής, όπου και μπορούν να συσχετιστούν, γενετικά και συστηματικά ως μορφές απαγωγής ή ριζοσπαστικοποιήσεις, όλοι οι μεταγενέστεροι τύποι μεταφυσικής προς την πλατωνική βασική μορφή.

      4.)   Ο πλήρως ανοικοδομημένος, γνήσιος πλατωνισμός προσφέρεται για ποικίλες συστηματικο-θεωρητικές, κριτικές ή ερμηνευτικές συγκρίσεις προς τις ‘μοντέρνες’ (moderne – νεωτεριστικές…) και σύγχρονες ‘θέσεις’ τής φιλοσοφίας, αντίστοιχες στο γενικό παράδειγμα που παρουσιάσαμε υπό τον όρο ‘απο-πλατωνισμός’ προηγουμένως, το οποίο και μπορούν επιμέρους να επιβεβαιώσουν ή και να συμπληρώσουν διορθώνοντάς το. Σκοπός τής γνώσης μπορεί να είναι εδώ η διαπίστωση (δυσ)συνεχειών και τροποποιήσεων, αλλά και η εκ νέου παραγωγή τυπολογιών για την έννοια του ‘συστήματος’ π.χ., κατάλληλων να εμπλουτίσουν το εννοιολογικό και κατηγοριακό ‘οπλοστάσιο’ (‘εργαλειοθήκη’…) τής φιλοσοφίας.

      (( Σημ. τ.. μετ.: Ένα πολύ σημαντικό κείμενο, πιστεύουμε, που εκπροσωπεί μιαν ολόκληρη μάλιστα ‘σχολή’, αναιρώντας πλήρως τη φρικαλέα sola scriptura των Προτεσταντών και των καθ’ ημάς Προτεσταντών με ορθόδοξο ένδυμα, ‘ανοίγοντας’ και πάλι τη φιλοσοφία και κάθε έρευνα περί φιλοσοφίας στην πρώτη της αρχή και ‘πηγή’, που δεν είναι άλλη απ’ τη «γνήσια φιλοσοφία» τού Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, όπως λέει και ο συγγραφέας… ))

                                                     Τ έ λ ο ς


Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

H A N S K R Ä M E R (7)- Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Συνέχεια από Παρασκευή, 19Μαΐου 2017

Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

                  4.  Οι κατηγορίες τής εξέλιξης, του ‘ανέτοιμου’ και ‘ασυστηματοποίητου’, της ειρωνίας και του αρρήτου στην ερμηνεία      
                          τού Πλάτωνα τον 19ον και 20ον αιώνα.

Image result for plato    Οι διαμορφωμένες απ’ τον Φρ. Σλέγκελ κατηγορίες (Kategorien) καθόρισαν αποφασιστικά τη φιλοσοφική εικόνα τού Πλάτωνα και τον ‘διανοητικό’ του τύπο, στη διηπειρωτική τουλάχιστον έρευνα μέχρι και σήμερα, και εξακολουθούν να είναι γι’ αυτόν τον λόγο κατευθυντήριες. H συνεχής τους επιτυχία βασίζεται στο ότι επαναγνωρίζεται και καθρεφτίζεται τρόπον τινά σ’ αυτές η αναπόφευκτη ιστορικότητα, περατότητα και παροδικότητα της σύγχρονης αυτο- και κοσμο-συνειδησίας, στα κείμενα ενός ‘κλασσικού’ τής φιλοσοφίας – ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι στην προοπτική τού Σλαїερμάχερ, ο οποίος και διατήρησε εν τούτοις με την περί συστήματος σκέψη ένα βασικό χαρακτηριστικό τού νεοπλατωνικού παραδείγματος. Η μη προκατειλημμένη ιστορία τής φιλοσοφίας δεν μπορεί να ικανοποιείται ωστόσο με τέτοιους ‘αρμονικούς’, αλλά ‘φαυλο-κυκλικούς’ αντικατοπτρισμούς. Όπως διαβλέπει δε τον παραπλανητικό (γενικά…) μηχανισμό, έτσι ‘θραύεται’ γι’ αυτήν και η γοητεία τού ρομαντικού παραδείγματος. Κι αυτό ισχύει τόσο περισσότερο, όσο έχουν απομακρυνθή στο μεταξύ επαρκώς οι ουδέποτε κριτικά επανεξετασθείσες καταβολές του, ώστε να έχη καταστή αδύνατη πλέον μια άμεση και ‘μεταγενέστερη’ ταύτιση μαζί τους. Δεν μπορούν γι’ αυτό πλέον να ‘χρησιμεύσουν’ από πλευράς επιστήμης οι προϋποθέσεις και εξαρτήσεις τής διαμορφωμένης απ’ τον Σλέγκελ κυρίως εικόνας τού Πλάτωνα, και να ‘στηρίξουν’ αυτονόητα μιαν ‘πνευματικώς υγιή’ επιστήμη. Αλλά και από φιλοσοφικής πλευράς, πρέπει ν’ αναζητήση κανείς άλλους αρχηγέτες (Archegeten) και άλλες αυθεντίες για τον επιθυμητό «ανοιχτό» τύπο φιλοσοφίας, απ’ ό,τι ακριβώς τον Πλάτωνα. Προσφέρει εξάλλου επαρκώς ‘ανάλογες’, αν και λιγότερο ίσως σεβαστές ‘μορφές’ γι’ αυτό η νεώτερη ιστορία τής φιλοσοφίας. Υπήρξε εν πάση περιπτώσει σύγχρονη και μετα-κριτικιστική, αν εξαιρέσουμε την ιδιαίτερη περίπτωση του σκεπτικισμού, η Ιδέα τού ‘ασυστημικού’ ή και του ‘αντι-συστήματος’ (Antisystem), την οποίαν και πρέπει να κατανοήσουμε ως μιαν αντίδραση απέναντι στην αυστηρά δογματική συστημική έννοια της πρώιμης σύγχρονης εποχής. Χρονολογείται απ’ τον 19ον κατ’ αρχάς αιώνα η ιδέα, ότι θα μπορούσε να προβληθή αυτή καθ’ εαυτή ως φιλοσοφική αξία η μη-συστηματικότητα. Και το ίδιο ισχύει και για την ‘υψηλήν’ εικασία μιας εξελικτικής σκέψης, που οδήγησε σε μιαν ‘υπερ-ερμηνεία’ τού πλατωνικού γραπτού έργου. ΄Διευθετήθηκε’ λοιπόν αναπόφευκτα κάτω από όλες αυτές τις απόψεις το ρομαντικό ‘παράδειγμα’ της πλατωνικής ερμηνείας, φιλολογικά και φιλοσοφικο-ιστορικά μεν αρχικά, αλλά και ως προς τη φιλοσοφική αποτίμηση στη συνέχεια.
     Tα αναντίρρητα ως τώρα, ως παραδοσιακές σταθερές και ως ομοφρόνως ‘πανηγυριζόμενα’ ρομαντικά προγράμματα (Programme), έχουν περιπέσει πλέον στο ‘λυκόφως’ ενός ιστορικού ‘τυχαίου’ και έχουν χάσει τρόπον τινά την ερμηνευτική τους ‘αθωότητα’. Η εντύπωση αποξένωσης είναι μάλιστα βαθύτερη στην περίπτωση του Σλέγκελ απ’ ό,τι τού Σλαїερμάχερ, όταν αποδεικνύεται πως η δυναμικο-απειροτική ερμηνεία του τού Πλάτωνα ανήκει (στην πραγματικότητα…) στον ιδεολογικό κύκλο τής ‘συνειδησιακής’ και μορφωτικής ιστορίας τού σύγχρονου υποκειμένου στον (λεγόμενον…) Γερμανικό Ιδεαλισμό. Μια πλατωνική εικόνα, όπως αυτή που περιγράφει ο Σλέγκελ, καταλήγει σ’ έναν κενόν ‘αναδιπλασιασμό’ και αυτο-ταυτολογικοποίηση (Selbsttautologisierung) του ‘μοντέρνου’ και μένει έτσι χωρίς κάποιο συστηματικό τελικά γνωσιακό κέρδος, ενώ μπορεί η έρευνα του μοντέρνου να το φωτίση ως προς τη γένεση (Genesis) και την τυχαιότητά του και να το εκτιμήση έτσι συγκρίνοντάς το κριτικά. Εκεί όπου κατανοείται αντίθετα – όπως πολύ συχνά δυστυχώς σήμερα –, και αναζητείται αντίστοιχα ή και παράγεται τεχνητά, η ‘συγγένεια’ ως μέτρο αποδοτικότητας της ιστορίας τής φιλοσοφίας, υφίσταται μια διαταραγμένη ιστορική σχέση, που είναι φυσικά, τόσο ιστορικά όσο και συστηματικά αντι-παραγωγική. Το οποίο και σημαίνει, εφαρμοζόμενο στην πλατωνική εικόνα τού Σλέγκελ, ότι παντού όπου κι αν επιμένουμε, με το πρόσχημα μιας υπέρβασης του ‘ιστορισμού’ (Historismus), σ’ αυτόν τον ΄μοντέρνα’ κατασκευασμένο «Πλάτωνα» από ’δώ και πέρα, δεν θα πρόκειται πλέον για ένα ‘παράδειγμα’ ιστορικής έρευνας, αλλά για ένα καταφατικό και νομιμοποιητικό μόνο ‘μοντέλλο’, που μπορεί να διαθέτη μεν μιαν ορισμένη, συμπτωματική (symptomatisch) εκφραστική αξία για τον εκάστοτε αυτο-παρουσιαζόμενο, παραμένοντας ωστόσο εξίσου άκαρπο όσο και μη δεσμευτικό κατά τα άλλα.
     Αν επιχειρήση κανείς να εξάγη τις μεθοδολογικές συνέπειες για ένα εναλλακτικό ερευνητικό πρόγραμμα εξέχουσας ερμηνευτικής ισχύος απ’ αυτήν την ‘κατάσταση των πραγμάτων’, τότε συστήνεται να ξεκινήση από μια συμπερασματικήν αντιπαράθεση των σκοπών που θέτουν οι ΄δυό πλευρές’: Α. Ο σκληρός πυρήνας τού ρομαντικού παραδείγματος συνίσταται στην ταύτιση του πλατωνικού λογοτεχνικού διαλόγου με την πλατωνική φιλοσοφία, και με την (μη αποκλειόμενη) διανοητική εξέλιξη του Πλάτωνα. Από εδώ προκύπτει και το ‘πρόγραμμα εργασίας’ για τη μορφολογική και δομική ανάλυση, καθώς και για την έρευνα της χρονολογίας και της λειτουργικής ενότητας του γραπτού έργου. Η παράδοση κινείται εδώ βασικά σε ‘μιαν τροχιά’: ό,τι φαίνεται δηλ. να ‘υπερβαίνη’ το λογοτεχνικό έργο, είτε δεν ‘μεταδίδεται’, είτε παρέμεινε κατά τύχην και μόνον εκτός ΄λογοτεχνίας΄. Β. Το ‘ανταγωνιστικό’ ως προς τα παραπάνω παράδειγμα ξεκινά από μιαν πολυεπίπεδη, διαβαθμισμένη ως προς τα μέσα και τους παραλήπτες ‘μετάδοση’ του Πλάτωνα, και από μια διπλήν αντίστοιχα τροχιά τής παράδοσης. Ο δε απώτερος σκοπός τής έρευνας είναι η συνάρτηση και ο αμφίδρομος ‘διαφωτισμός’ λογοτεχνικής και έμμεσης (προφορικής εξαρχής) παράδοσης, που περιλαμβάνει ωστόσο την προοδευτική και ενυπάρχουσα (εμπειρική…) ανάλυση της λογοτεχνικής, και τη δυνατή έτσι ‘σύνθεση’ προς μιαν καθολική θέαση της φιλοσοφίας τού Πλάτωνα· ερωτήματα δε για τη γένεση και την εξέλιξη είτε υποχωρούν ως μη κρίσιμα είτε μένουν σε δεύτερη μοίρα.
    Παρατηρούμε πως διακρίνεται μια σχέση ‘συμπερίληψης’ στην περίπτωση του Σλαїερμάχερ, που παραπέμπει σε μιαν ‘αναγωγή’  θεωριών, όπου και αποκτά ωστόσο νέα ‘προσόντα’ στη σύνολη ερμηνευτική συνάφεια, με την έννοια του ‘μορφολογικού άλματος’ του Kuhn, το λογοτεχνικό μέσον (γι’ αυτό και είναι προτιμότερο να μιλάμε για μια μερική, ισομορφική σχέση ή αναλογία). Ενώ περιορίζεται απ’ την άλλη μεριά σ’ ένα – εξίσου μόνον ισομορφικό (isomorph) – ‘ελάχιστο’ η σύνθεση του Σλέγκελ (μια λογοτεχνική αντί για φιλοσοφική εξέλιξη).
      Έγιναν στο μεταξύ ήδη ορατές, στο ‘έδαφος’ του καινούργιου ερευνητικού προγράμματος, οι περίμετροι μιας ιστορικά επαρκούς θεωρίας τού λογοτεχνικού διαλόγου, που ξεκινούν από μιαν επιμελή πρόσληψη του υλικού τών πλατωνικών αναφορών και είναι (ταυτόχρονα…) σε θέση να συνδυάσουν μεθοδικά και κατηγορηματικά  τη λογοτεχνική μορφή και την προφορική διδασκαλία (Egidius Schmalzriedt, “Platon: der Schriftsteller und die Wahrheit” – «Πλάτων: ο συγγραφέας και η αλήθεια», 1969· Konrad Gaiser, “Protreptik und Paränese bei Platon” – «Προτροπή και παραίνεση στον Πλάτωνα», 1959, και “Platone come scrittore filosofico” – «Ο Πλάτων ως φιλοσοφικός συγγραφέας», 1984· επίσης, Thomas Alexander Szlezak, “Platon und die Schriftlichkeit der Philosophie” – «Ο Πλάτων και η δυνατότητα γραπτής φιλοσοφίας», 1985). Οι έννοιες της (διαδοχικής) ‘παροχής βοήθειας’ και της ‘αποσιώπησης’ (‘Φαίδρος’) βρίσκονται εδώ σε μια διαμορφωτική ‘ένταση’ (μεταξύ τους…), που ανάγεται στις αντίστροφες στοχοθετήσεις τής ‘προτρεπτικής’ (Protreptik) (που απευθύνεται στους ανέτοιμους) και της ‘εσωτερικότητας’ (‘Esoterik’) (που ‘μεταδίδεται’ μόνο στους προετοιμασμένους και μυημένους). Η πολλαπλή ιδίως λειτουργικότητα του λογοτεχνικού έργου στο προσκήνιο της σχολής και της δημοσιότητας (που μένουν στο ‘βάθος’…) ‘ανοίγει’ εκτεταμένα πεδία εργασίας και έρευνας των εκάστοτε ‘τελικών τύπων’, της συμμετοχής τους και της μεταξύ τους ανάμειξης στο κάθε ξεχωριστό έργο (προτρεπτικά, υπομνηματικά, διδακτικά, προπαιδευτικά, ενδεικτικά, επιδεικτικά, απολογητικά, ρυθμιστικά-κανονιστικά κ.α.). Ιεραρχικές διαβαθμίσεις σε συνδυασμό με αναφερόμενα στους παραλήπτες επικοινωνιακά και ‘αποκαλυπτικά’ επίπεδα εμφανίζονται εδώ, συγκεκριμενοποιώντας και διαφοροποιώντας, δίπλα στο απλούστερο πρότυπο-συνταγή τού Διαλόγου τού Σλαїερμάχερ, αλλά και στη θέση τού ‘εξελικτικού σχήματος’ του Σλέγκελ. Η ειδικά σωκρατική – και όχι βέβαια ρομαντική – ειρωνία πρέπει να ταυτιστή σ’ αυτήν τη συνάφεια με την προτρεπτική και διδακτική (μαιευτική) της λειτουργία και έτσι να ‘τυποποιηθή’ (γνωρίζει πάντα περισσότερα απ’ όσα λέει ο «αγνοών» ειρωνικός Σωκράτης, και θα μπορούσε και να το μεταδώση, μόνον όμως στον κατάλληλο συνομιλητή).
 

     ( συνεχίζεται )

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

H A N S K R Ä M E R (2)- Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Συνέχεια από Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ`

    2.  Η ριζοσπαστικοποίηση της άπειρης σκέψης στον Schlegel και τον Hardenberg
    
Image result for plato       Η φιλοσοφική διαμόρφωση του F. Schlegel (1772-1829), ο οποίος και ήταν, ως η αποφασιστική μορφή τού πρώιμου ρομαντισμού,  πολλαπλώς προικισμένος όπως και ο Schleiermacher, τον οδηγούσε από μιαν έντονη συνάντηση με τον Πλάτωνα και μέσα από επιδράσεις τού Καντ (και ιδιαιτέρως τής «Κριτικής του καθαρού λόγου», και παράπλευρα της «Κριτικής τής κριτικής δυνάμεως») και του Σίλλερ, στον Φίχτε, τον οποίον και αισθανόταν πιο κοντά του απ’ όλους και στον οποίον και οφείλει τα μέγιστα ο Σλέγκελ. Οι δε επιδράσεις απ’ τους Hemsterhuis, Herder, Jacobi, Spinoza, και αργότερα απ’ τον Schelling και τον J. Boehme, έπαιξαν σ’ αυτόν έναν δευτερεύοντα ρόλο.
       Παρακολούθησε λοιπόν, το αργότερο απ’ το 1795 (στη Δρέσδη), προσέχοντας και επιδοκιμάζοντάς τες τις δημοσιεύσεις τού Φίχτε, ο Σλέγκελ, ασκώντας ήδη το 1796 την κριτική του, ενώ συναναστράφηκε και προσωπικά, κατά την κοινή τους διαμονή στην Ιένα (1796-1799, και κάποια χρονικά διαστήματα και στο Βερολίνο), μαζί του. Ακολούθησε γενικά την υποκειμενικο-θεωρητική τάση και την οντολογία (Ontologie) τού Φίχτε ο Σλέγκελ, αντικαθιστώντας ωστόσο με τη δράση, το γίγνεσθαι και την κίνηση τις περί ουσίας και Είναι έννοιες, και τονίζοντας ακόμα περισσότερο τη χρονική διάσταση· ακολουθώντας όμως τη διαλεκτικο-«κυκλική» (zyklisch) προπάντων (κατά το σχήμα: θέση – αντίθεση – σύνθεση) μέθοδό του, που ανοικοδομεί την πραγματικότητα απ’ τις αντιθέσεις και ‘προοδεύει’ και ‘τελειοποιείται’ επ’ άπειρον   (( Ίσως βρισκόμαστε στους αντίποδες εδώ τής ελληνικής φιλοσοφίας, όπου και ισχύει απολύτως η αρχή τής μη-αντιφάσεως… )) .
     Αποστασιοποιήθηκε ωστόσο έγκαιρα και κριτικά από τον Φίχτε ο Σλέγκελ, προσπαθώντας ριζικά, ως ατελή, ελάχιστα συνεπή («μισόν») και υπερβολικά επίσης ρεαλιστικόν ιδεαλιστή, (εξαλείφοντας το Μη-Εγώ) να τον υπερκεράση, αλλά και να υπερβή εντελώς, κατευθυνόμενος προς μια φιλοσοφία τής ταυτότητας, του Σπινόζα, του Γιακόμπις και του Σέλλινγκ, την αφηρημένη και ‘άκοσμη’ θέση του, όπως προκύπτει απ’ τις ίδιες του τις παραδόσεις (τού Σλέγκελ…) το 1800. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση παραπέμπουν οι αναφορές που συναντάμε τόσο στις παραδόσεις όσο και στις σημειώσεις τών ‘Φιλοσοφικών ετών μαθητείας’ (‘Philosophische Lehrjahren’), για μιαν ελλείπουσα ακόμα στον Φίχτε εναλλακτική απόδειξη ή εναλλακτική έννοια (με εναλλακτική επίσης επίδραση) φύσης και ελευθερίας. ‘Απαίτησε’ οπωσδήποτε, προγραμματικά (programmatisch) έναν «απόλυτον ιδεαλισμό» ο Σλέγκελ, που θα ‘συμπεριφερόταν’ όπως η φιλοσοφία τού Φίχτε απέναντι σε κείνην τού Καντ απέναντι στον μέχρι τούδε ιδεαλισμό, και του οποίου θα παρέμενε όμως η παραγνωρισθείσα μεταφυσική φιλοσοφία.  Παρ’ όλες όμως αυτές τις προσανατολισμένες στην απολυτοποίηση και τη συμφιλίωση προθέσεις, όπως τις ακολούθησαν και τις πραγματοποίησαν ‘καθ’ υπερβολήν’ ταυτόχρονα ο Σέλλινγκ και ο Χέγκελ, επέμενε μόνιμα στον ‘κατώτερον’, στοχαστικο-φιλοσοφικό, καντιανο-φιχτιανό δυαλισμό (Dualismus) πεπερασμένου και απείρου, συνείδησης και απολύτου και την συνεπόμενη ατελεύτητη πρόοδο και σκέψη, έστω και μεταθέτοντας απ’ το ηθικό στο θεωρητικό και αισθητικό πεδίο τον τόνο, ο Σλέγκελ.
     Την ίδια τη δική του φιλοσοφική θέση την ανέπτυξε διεξοδικώτερα από ποτέ, σε μιαν ‘υστερόγραφη’ παράδοση για τη μεταφυσική φιλοσοφία στην Ιένα το 1800/01 ο Σλέγκελ. Η οποία και περιέχει, δίπλα στις περί φιλοσοφίας τής ταυτότητας προτάσεις του, και τις λύσεις που προτείνει για τη σχέση απολύτου και συνείδησης και για την έννοια της φιλοσοφίας και της αλήθειας. Συμπληρώνεται δε απ’ τις παράλληλες χρονικά και περιεκτικές σημειώσεις στα ‘Φιλοσοφικά έτη μαθήσεως’, καθώς και από μέρη τών παραδόσεων της Κολωνίας για την εξέλιξη της φιλοσοφίας, των ετών 1804/05. Ασχολείται λοιπόν, σύμφωνα μ’ αυτά, με το άπειρο και απόλυτο η φιλοσοφία, το οποίο δεν μπορούμε όμως παρά να το διαισθανθούμε, και να το αντιληφθούμε όχι με μιαν εννοιολογική σκέψη, αλλά μόνο συμβολικά και αλληγορικά. Απ’ αυτό προκύπτει δε, ότι είναι αναγκαστικά ιστορική και ατελεύτητη η φιλοσοφία, και σχετική η κάθε αλήθεια, και ότι δεν υπάρχει μάλιστα, αυστηρά εκλαμβανόμενο, κανένα λάθος (προβλέποντας έτσι την ‘ερμηνευτική’ έννοια της αλήθειας ο Σλέγκελ)   (( !! )) . Προκύπτει δε και η κριτικο-πολεμική της περαιτέρω μέθοδος (Methode) απ’ την ιστορικότητα αυτή τής φιλοσοφίας, με την οποίαν και διαχωρίζεται από τίς ανταγωνιστικές εκάστοτε φιλοσοφίες, και επιβάλλεται απέναντι σ’ αυτές. «Μπορεί να επιτευχθή μόνο μέσα από μιαν ατελεύτητη πρόοδο συστημάτων (Systeme) η Ιδέα τής Φιλοσοφίας», ενώ «δεν μπορεί παρά να ‘προσεγγίζη’ απλώς, όχι βέβαια γενικά το ιδανικό τής φιλοσοφίας, αλλά κάθε ένα ιδιαίτερο ιδανικό, και το πληρέστατο ακόμα σύστημα». Επιτελεί επίσης μιαν απαραίτητη βέβαια, αλλά προσωρινή κάθε φορά, ενδιάμεση και μεταβατική μόνο λειτουργία εν όψει τής περατότητας, μέχρι να ακυρωθή, η κάθε ‘συστηματική’ (Systematik). Και εγγυάται έτσι την ενεργητική ελευθερία τού πεπερασμένου πνεύματος αυτή η σχετικοποίηση, παραπέμποντάς το ταυτόχρονα, καθώς το «αποδιώχνει» πάλι συνεχώς απ’ το πεπερασμένο, έμμεσα προς το Απόλυτο που διαφεύγει. (Θα μπορούσε δε μόνον η ίδια η απόλυτη διάνοια, που συνενώνει κάθε πραγματικότητα στον εαυτό της, να ‘εκπονήση’ ένα τελικό σύστημα, δείχνουν ωστόσο τα λόγια τού Σλέγκελ για τον ατελή κόσμο και τον γιγνόμενον Θεό – κι εδώ βρίσκεται η διαφορά απέναντι π.χ. στον Λάιμπνιτς – ότι μετέχει στην ιστορικότητα το Απόλυτο). Τί ισχύει για μας (κατά τον Σλέγκελ…); Ότι «θα ήταν περίπου ένα χάος (Chaos) από συστήματα η απόλυτη ενότητα». Επειδή δεν υφίσταται όμως μια απόλυτη (δογματική – dogmatische) γνώση και κατανόηση, και «δεν θέλουμε και δεν μπορούμε επίσης να ολοκληρώσουμε απόλυτα τη φιλοσοφία», γίνεται «κεντρική έννοια» της φιλοσοφικής μεθόδου η έννοια της ‘εξέλιξης’, με τη διπλή (μάλιστα…) σημασία, της επινόησης, της συνεχιζόμενης δηλ. εργασίας στη μια και ουδέποτε τετελειωμένη αλήθεια, και της παραστατικής γνωστοποίησης, η οποία και ορίζεται κατά προσέγγισιν διαλεκτική (dialektisch)   (( Είμαστε μπροστά σε ‘πράγματα’, που καθόρισαν ‘απολύτως’ τούς τρόπους σκέψης και τη νοοτροπία τού ‘δυτικού’, σύγχρονου δηλ. ανθρώπου, και που δυστυχώς, μετά και την πτώση τής Κωνσταντινούπολης έπαψαν να έχουν απέναντί τους το ελληνικό, αλλά και το ορθόδοξα εκκλησιαστικό ‘παράδειγμα’. Με αποτέλεσμα, το βαθύ ανικανοποίητο της ανθρώπινης ψυχής, που αδυνατεί να βρη την ενότητα με τον Δημιουργό της και τον αληθινό της άρα εαυτό… )) .
     Πρόκειται για μια, συναπτόμενη πρωταρχικά με τον Φίχτε, και εμπλουτισμένη στις λεπτομέρειες απ’ τον Σέλλινγκ μορφή τού μεταφυσικού Ιδεαλισμού, που αξιώνει να κατορθώση έναν ουδέποτε μέχρι τώρα κατορθωμένον μετα-φιλοσοφικό διαλογισμό τής φιλοσοφίας πάνω στον εαυτό της (μιαν ‘επιστροφή τής φιλοσοφίας στον εαυτό της’ ή μια ‘φιλοσοφία τής φιλοσοφίας’) στο τελικό της μέρος. Πιστεύει δε ότι διαλογίζεται έτσι επικριτικά (epikritisch) περαιτέρω τον κριτικισμό (Kritizismus) τού Καντ και του Φίχτε, θεμελιώνοντας ‘αυτο-ασκούμενος’ ταυτόχρονα την ίδια του τη θέση στο πλαίσιο της θεωρίας του για μιαν προοδευτική φιλοσοφία ο Σλέγκελ  (σ.σ.: Δεν είναι λοιπόν καμμιά μετα-φιλοσοφία, αλλά μια φιλοσοφία τής δεύτερης βαθμίδας, που θα την ακολουθήσουν ακόμα πιο ‘υψηλόβαθμες’ φιλοσοφίες, η φιλοσοφία τής φιλοσοφίας… ) . Πρέπει να προωθηθή μάλιστα και να γίνη ακόμα βαθύτερη η ‘θέση’ ιδιαιτέρως για μια διδασκαλία τής επιστήμης, που να θεμελιώνη τις επιστήμες και τις φιλοσοφίες. Γίνεται έτσι σαφές, ότι προσέλαβε βασικά χαρακτηριστικά τής φιλοσοφίας του Φίχτε, το ανεξάντλητο δηλ. του Απολύτου και την κατά προσέγγισιν αντίληψή του μέσα απ’ την οδό τής ατελεύτητης σκέψης, καθώς και τη συνδεδεμένη μ’ αυτό σχέση συστηματικής διαμόρφωσης, πραγματικότητας και ελευθερίας ο Σλέγκελ, ριζοσπαστικοποιώντας τα μέχρι τον συλλογισμό ενός ερμηνευτικού πλουραλισμού (hermeneutischer Pluralismus), χωρίς και να εγκαταλείψη ωστόσο τις κανονιστικές αρχές τής κριτικής προόδου και προσεγγίσεως  (σ.σ.: Πήρε πιθανώς, ήδη πριν τη γνωριμία του με τον Φίχτε, κάποια συγγενικά ερεθίσματα απ’ τον πανθεϊστή ‘αισθηματικό’ φιλόσοφο και σκεπτικόν σωκρατικό Franz Hemsterhuis o Σλέγκελ, ο οποίος και είχε περιορίσει στο έργο του “Lettres sur les dėsirs” – «Γράμματα για τις επιθυμίες», 1809 – σε μιαν ατελεύτητη, «ασυμπτωματική» προσέγγιση την ένωση με τον Θεό – και με τις άλλες αναλογικά υπάρξεις – και είχε αντιπαραθέσει στον διάλογό του “Sophyle” το ένα και μοναδικό σύστημα όλης τής αλήθειας απέναντι στην προοπτικότητα των φιλοσοφικών συστημάτων… ).
     Aνέπτυξε και ο Hardenberg (Novalis) περαιτέρω, στις καταλειπόμενες «Σπουδές στον Φίχτε» και στα «Λογολογικά (Logologische) αποσπάσματα», την ‘ορμή’ και την τάση τής «Διδασκαλίας τής επιστήμης» (“Wissenschaftslehre”) (αν και κατευθύνθηκε ως προς το περιεχόμενο αντίθετα απ’ τον Φίχτε ο Hardenberg: όχι προς μια φιλοσοφία τής ταυτότητας, όπως ο Σλέγκελ, αλλά προς έναν μαγικό Ιδεαλισμό τού ‘κοσμο-δημιουργικού’ Εγώ). Η επιστροφή που ξεκίνησε ο Φίχτε, απ’ το φιλοσόφημα (Philosophemen) προς την ίδια τη φιλοσοφία (το φιλοσοφείν…), είναι κατά τον Hardenberg άπειρη, καθώς δεν φτάνει σε κανένα βασικά τέλος η αυτο-διείσδυση του πνεύματος· καθώς μάς είναι δηλ. αδύνατο να ‘προφθάσουμε’ με τη σκέψη τον εαυτό μας, επειδή είμαστε κι οι ίδιοι άπειροι. Και καθώς δεν είναι περαιτέρω, παρά μια εικόνα μόνον πάντοτε του Είναι η συνείδηση, και δεν μπορούμε παντελώς να φθάσουμε, με την αυστηρήν έννοια, ή μπορούμε μόνο να προσεγγίσουμε το Απόλυτο, δεν έχουμε παρά να αναγνωρίσουμε την απείρως ελεύθερη δραστηριότητα του ίδιου του φιλοσοφείν ως Απόλυτο, να εκλάβουμε δηλ. στα σοβαρά την περατότητα και ιστορικότητα του πνεύματος. Τίθεται δε, σε μιαν ουσιαστικά πειραματική και ‘προεξεταστική’ φιλοσοφία, μια «απροσδιόριστη εργασία», «που δεν μπορεί ποτέ να διεκπεραιωθή, επειδή διεκπεραιώνεται, σχετικά και μόνον πάντοτε, με άπειρους τρόπους». Είναι λοιπόν ένα σημείο και μια ένδειξη της ελευθερίας η σκέψη. Και πρέπει να είναι άρα ένα σύστημα της ελευθερίας το κάθε φιλοσοφικό σύστημα, να εισαχθή δηλ. – και ξεπερνά εδώ και τον Σλέγκελ ο Hardenberg – η απουσία συστήματος σ’ ένα σύστημα. Δεν μπορεί λοιπόν να είναι παρά μόνον προσωρινή, ύστερα απ’ όλ’ αυτά, ως προσωρινή διακοπή τής φιλοσοφικής κίνησης και σκέψης και ‘ορμής’, η συστηματική και συγκεκριμένη ως προς το αποτέλεσμά της φιλοσοφία   (( Και σχετικοποιείται έτσι ‘απολύτως’ το Απόλυτο… Ακριβώς η εποχή μας… Όλα με τις ανθρώπινες, αποκλειστικά, ‘δυνάμεις’! … )) .


     ( συνεχίζεται )

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

HANS KRÄMER (1) - Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

           Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Image result for plato                                                       Περίληψη
     
Η μέχρι και σήμερα καθοριστική ερμηνεία τού Πλάτωνα απ’ τον Σλέγκελ στηρίζεται στον κύκλο ιδεών τής συνειδησιακής και μορφωτικής ιστορίας τού σύγχρονου υποκειμένου. Η γένεσή της αυτή (Genesis) εξηγεί και την επιτυχία της σ’ ένα καθρεφτιζόμενο με ευχαρίστηση στον Πλάτωνα ‘μοντέρνο’ πνεύμα, αποδεικνύοντάς την όμως ιστορικά ανεπαρκή. Θα υποστηριχθή λοιπόν με επιχειρήματα η σύγχρονη αλλαγή από ένα ρομαντικό σε ένα μετα-ρομαντικό πλατωνικό ‘παράδειγμα’ (Paradigma).

                                                                ………………..

      Από τότε που το πρότεινε ο Giovanni Reale (“Per una nuova interpretazione di Platone: Rilletura della matafisica dei grandi dialoghi alla luce delleDottrine non scritte’”, 5η έκδ. 1987…), διακρίνουμε σκόπιμα τρία ‘παραδείγματα’ στην ιστορία τής πλατωνικής έρευνας, καθοδηγητικές εικόνες τής ‘κανονικής επιστήμης’ με την έννοια τού Thomas Kuhn, που ξεχωρίζουν σχετικά καλώς στην αλληλοδιαδοχή τους το ένα απ’ το άλλο: το νεοπλατωνικό, αλληγορικό και συστηματοποιητικό, που φτάνει μέχρι τη σύγχρονη εποχή· το «ρομαντικό», που αντικαθιστά το προηγούμενο, θεμελιώνεται απ’ τον F. Schlegel και τον F.E.D. Schleiermacher γύρω στα 1800, και καθορίζει εξίσου την ιστορία, τη φιλολογία και τη φιλοσοφία μέχρι και πρότινος· και τελευταίο αυτό που βλέπει να αλληλοσυμπληρώνονται και να ολοκληρώνονται αναμεταξύ τους η λογοτεχνική (γραπτή…) και η έμμεση (προφορική…) πλατωνική παράδοση, αναιρώντας εν μέρει θετικά και τροποποιώντας εν μέρει με μιαν προοπτική «αλλαγή τής μορφής» (Kuhn) το δεύτερο. Το καινούργιο ερευνητικό πρόγραμμα εγκαταστάθηκε εν όψει ενός πλεονάσματος ανωμαλιών (Anomalien) του παλαιοτέρου, που άφηνε ανερμήνευτα ή έπρεπε να παρερμηνεύση βίαια ορισμένα κεντρικά ‘συμπλέγματα’ της παράδοσης, τη στιγμή που το καινούργιο υπόσχεται την προοδευτική αποπεράτωση των ερμηνευτικών ελλειμμάτων. Μπόρεσε δε να εμφανισθή επίσης ως συναγωνιστικό, καθώς το παλαιότερο πρόγραμμα είχε αρχίσει να είναι πλέον αναγνωρίσιμα στάσιμο και να έχη εξαντλήσει την ερμηνευτική του (σύμφωνα με τη ‘Μετα-θεωρία’ τού I. Lakatos)  δυνατότητα, εφ’ όσον οι ερμηνευτικοί στόχοι-αποκρυπτογραφήσεις τού φιλοσοφικού περιεχομένου τών πλατωνικών διαλόγων δεν είχαν, με τη μορφολογική ανάλυση (Schleiermacher) και την αξιοποίηση της σχετικής χρονολογίας τών κειμένων για την εσωτερική ιστορία τής φιλοσοφικής σκέψης (Schlegel), όπως ελπιζόταν, επιτευχθή.
     Μ’ αυτόν τον ‘συναγωνισμό’ ανάμεσα στα δυό ‘παραδείγματα’, αντικαταστάθηκε η περίοδος της ‘κανονικής’ επιστήμης στην πλατωνική έρευνα από μιαν κατάσταση ‘εξαιρετικής’ επιστήμης (Kuhn), η οποία και μπορεί να περατωθή – αν επικρατήση γενικά το καινούργιο παράδειγμα – με μιαν ‘επιστημονική επανάσταση’. Η απόφαση θα παρθή ανάλογα με το μέτρο τών ερμηνευτικών επιδόσεων, απ’ το αν θα λύνη δηλ. πράγματι  ιστορικά κατά ‘καλύτερον’ τρόπο τα προβλήματα το καινούργιο απ’ ό,τι το παλαιότερο πρόγραμμα, αλλά και ανάλογα με το αν αντέχουν απέναντι σε μιαν ιδεολογικο-κριτική και επιστημονικο-ιστορική σκέψη, διατηρώντας τη δύναμη τής πειθούς τους οι μεθοδικές προϋποθέσεις αμφότερων των θεωριών. Η αντιπαράθεση επιπλέον ανάμεσα στους φιλοσοφικούς εκπροσώπους και των δύο προγραμμάτων, προσέλαβε στην πράξη έναν αυξανόμενον στα τελευταία χρόνια, ‘βασικόν’ και προσανατολισμένο στις προϋποθέσεις και τις ‘αρχικές’ παραδοχές χαρακτήρα, όπου ανήκει επίσης και η σκέψη για μιαν αλλαγή τού παραδείγματος. Κι ενώ διεκδικούν συχνά μιαν ιστορική ‘Πύρρειο νίκη’ απέναντι στους ‘ανταγωνιστές’ τους οι εκπρόσωποι του ρομαντικού παραδείγματος, που θά ’πρεπε να μείνη βέβαια χωρίς συνέπειες από τη συστηματική άποψη, παραπέμπουν στην ιστορική εξάρτηση τής ρομαντικής περί Πλάτωνος εικόνας όσοι υποστηρίζουν τη νέα πρόταση, και δείχνουν παραδειγματικά, ότι τίθεται εντελώς συγκεκριμένα, και γι’ αυτό ‘μη επαναλαμβανόμενο’ απ’ την πλευρά τής (σύγχρονης…) φιλοσοφικο-πνευματικής ιστορίας, το δόγμα (Dogma) για την αυτάρκεια (Autarkie) του πλατωνικού λογοτεχνικού διαλόγου: η ‘αποκλειστική’ θεωρία τού Schleiermacher ριζώνει στο πρώιμο ρομαντικό ‘πρόγραμμα’ τού συνδυασμού φιλοσοφίας, θρησκείας και τέχνης, και σε μιαν ταυτιζόμενη ιδιαιτέρως με τη φιλοσοφία και αναβαθμιζόμενη έτσι συμβολική σχέση σκέψης και έκφρασης, περιεχομένου και μορφής, υποκειμενικού και αντικειμενικού, προς το οποίο και συγγενεύει κυρίως, και είναι και πιο γνωστή, η φιλοσοφία τής τέχνης τού Schelling. Η ιστορική λοιπόν στροφή, που θεωρήθηκε ως συστηματική αναδιαμόρφωση του νεοπλατωνικού παραδείγματος σε σύγχρονη πλατωνική ερμηνεία, δεν οδήγησε κατά κανέναν τρόπο σε καθαρό ιστορικισμό σ’ αυτήν την περίπτωση, αλλά ενέπλεξε κατηγορηματικές  υποδομές και θεωρητικά ενδιαφέροντα, που ήταν υποχρεωτικά για την εποχή γύρω στα 1800.
     Απέναντι σ’ αυτά, έμενε μέχρι τώρα δίχως μια συγκριτική ανάλυση η θεωρητική σύνθεση του Schlegel, παρ’ όλο που υπήρξε πολύ πιο σημαντική για τη φιλοσοφική διαμόρφωση του ρομαντικού παραδείγματος απ’ ό,τι η φιλολογικά περισσότερο σταθμισμένη ‘σύνθεση’ του Schleiermacher. Εξήγησε δηλ., διαφορετικά απ’ ό,τι ο Schleiermacher, λιγότερο την εξωτερική και περισσότερο την εσωτερική μορφή τής πλατωνικής φιλοσοφίας ο Schlegel, ακολουθώντας με συνέπεια και πολλαπλότητα τον ιδιαίτερο φιλοσοφικό της ‘τύπο’ μέχρι και το παρόν. Κάτι που αφορά στον εξελικτικο-γενετικό τρόπο παρατήρησης της φιλοσοφίας τού Πλάτωνα απ’ τη μια, και την υπεροχή του απέναντι στον συστηματικο-θεωρητικό τρόπο, μέχρι και τον πλήρη παραμερισμό τής συστηματικής σκέψης απ’ την πλατωνική έρευνα – και καθόρισε, εξίσου μ’ αυτό, και έναν ανορθολογισμό στη νεώτερη εικόνα τού Πλάτωνα ο Schlegel· αφορά όμως ιδιαιτέρως – σε συνεπή σύνδεση με τη μη-συστηματική (Asytematik) και τον εξελικτισμό - και στην ελάττωση της συστηματοποιητικής επίσης λειτουργίας τής προφορικής διδασκαλίας τού Πλάτωνα και στη γενετική της σχετικοποίηση, που προέρχονται και τα δυό απ’ τον Schlegel.
     Θα αναπτύξουμε στα επόμενα, ότι η καθοριστική για την εποχή μας πλατωνική εικόνα τού Schlegel ριζώνει κατά τον ίδιον τρόπο όπως και εκείνη τού Schleiermacher σε ειδικές, σύγχρονες προϋποθέσεις, και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι και ιστορικά επαρκής. Σ’ αυτό δε ακριβώς υφίσταται κι ένα περαιτέρω, και αποφασιστικό ίσως επιχείρημα στην τρέχουσα περί πλατωνικού «παραδείγματος» συζήτηση. Η καθοδηγητική μάλιστα για τον Schlegel ιδέα τής «άπειρης σκέψης» καθοδηγεί εδώ, εντελώς στοχευμένα, και την κριτική.

                                  1.  Η άπειρη σκέψη στον Fichte

     Ο Φίχτε επιχείρησε να εξηγήση τη μεταφυσική φιλοσοφία τού Καντ – ‘λεηλατώντας’ τις συστηματοποιητικές τάσεις τού Reinhold και του Maimon και τις κριτικές τού Jacobi και του Schulze-Aenesidemus –, μετασχηματίζοντας σ’ ένα πρωτογενές δεδομένο, την αυτοσυνείδηση, την κεντρική έννοια της μεταφυσικής συναίσθησης, συσχετίζοντας απ’ την άλλη εμμέσως με το ‘αυτοπαθές’  τής αυτοσυνείδησης και το καντιανό ‘πράγμα’. Στον Καντ είχε μείνει εξαιρετικά οπωσδήποτε ασαφής ο ρόλος τής αυτοσυνείδησης, και μαζί μ’ αυτό και η πιθανότητα μιας κριτικά σκεπτόμενης τη δυνατότητα της γνώσης φιλοσοφίας, ενώ είχε επίσης παραγνωρισθή το ότι δεν είναι μια ‘διαλογική σχέση’, αλλά η προϋπόθεση για κάθε ‘διαλογική πράξη’ η αυτοσυνείδηση. Αυτό προσπαθούσε να ‘διορθώση’ η θεωρία (Theorie) περί ‘διανοητικής θέασης’ του Φίχτε (που είναι και ο όρος αυτοσυνείδησης στον Φίχτε και τον Σέλλινγκ), στο οποίο και μπορούσαν να συνεισφέρουν, ως ‘σημεία επαφής’, κάποια απ’ τα κείμενα της διδασκαλίας τού Καντ (τα πρότυπα της αυτοαναφοράς στο intellectus archetypus ή τής αυτοπάθειας μέσα απ’ το εσωτερικό νόημα· καθώς και η νοητικότητα της αυτοθέασης σε συσχετισμό με την κατηγορηματική προσταγή τού ηθικού νόμου, με την οποίαν και φαινόταν να εξασφαλίζεται η ενότητα ταυτόχρονα της λογικής δυνατότητας). Έργο τής φιλοσοφικής επιστημονικής διδασκαλίας είναι η αναλυτική (analytisch), κατά τον Φίχτε, δια της αναμνηστικής (anamnestisch) αναγωγής αναζήτηση της φυσικής συνείδησης, και ο ‘διαφωτισμός’, με τον πρακτικόν αυτο-περιορισμό τού Πρωταρχικού Εγώ δια του Μη-Εγώ, της συνειδησιακής ιστορίας τού Εγώ. H οποία δεν έχει να κάνη με το εμπειρικό (empirisch) Εγώ, αλλά γενετικά και τυπικά με το Εγώ και με τη συνείδηση γενικά. Μας οδηγεί όμως τώρα σε ένα Πρέπει το ηθικό νόημα του αυτοπεριορισμού, το οποίο και παρακινεί σε μιαν ενεργητική αποκατάσταση της ενότητας – ανάμεσα στο Εγώ και τον Κόσμο, το Μη-Εγώ δηλαδή· τη θεωρία και την πράξη· και με άλλες λογικές υπάρξεις –, που μένει ωστόσο ουσιωδώς ανεκπλήρωτη, τον άνθρωπο· και η οποία πρέπει να μείνη ανεκπλήρωτη, για να εγγυηθή πως θα τείνη και θα ενεργή ακατάπαυστα προς το άπειρο η ύπαρξη του ανθρώπου (θέτει δε και το οντολογικό γίγνεσθαι πάνω απ’ το προσδιορισμένο Είναι ο Φίχτε). Το διατυπώνουν όλο αυτό με κάθε σαφήνεια, στηριγμένες στον Καντ, με μιαν ενοποιητική όμως αύξηση της ευδαιμονίας, οι «Παραδόσεις για τον προσδιορισμό τού πολυμαθούς» (“Vorlesungen ȕber die Bestimmung des Gelehrten”) το 1794: «Ανήκει στην έννοια του ανθρώπου, ότι είναι ανέφικτος ο τελικός του σκοπός, κι ότι πρέπει να είναι ατελεύτητος ο δρόμος του προς αυτόν… Τον οποίον όμως μπορεί και πρέπει πάντοτε να πλησιάζη: και γι’ αυτό και τον προσδιορίζει αυτή η άπειρη (δίχως πέρας…) προσέγγιση προς τον σκοπό αληθινά ως άνθρωπο… Είναι η άπειρη τελειοποίηση που τον προσδιορίζει». Εντάσσει δε κατόπιν συστηματικά στο ‘λογικό ιδανικό’ την άπειρη επιδίωξη και την αξίωσή της, συνδέοντάς τα με τη θεωρητική στάση και με τη φιλοσοφία, η «Διδασκαλία τής επιστήμης» (“Wissenschaftslehre”) το 1794. (Το οποίο ‘λογικό ιδανικό’  είναι επίσης κατά τα άλλα γενετικά – εκ της γενέσεώς του… - ιδεατό, το αντιλαμβανόμαστε όμως, διαφορετικά απ’ ό,τι την περιγραφική διανοητική θεώρηση, κανονιστικά – με βάση κάποιους κανόνες… -. Συσχετίζονται δε αυτά τα δυό μεταξύ τους, με το να οδηγή το ιδανικό ‘λογικό Εγώ’ σε πλήρη αυτοσυνείδηση ακόμα κι απέναντι στον Κόσμο το Εγώ τής διανοητικής θεώρησης). Παραλαμβάνει λοιπόν τη δυαλιστική ‘χασμωδία’ τής καντιανής ηθικής φιλοσοφίας και την αναμορφώνει πιο συγκεκριμένα με τη σκέψη του περί ‘κατά προσέγγισιν τελειοποιησιμότητας’ ο Φίχτε.
     Έργο τού ανθρώπου είναι πρακτικά η «εκπλήρωση του απείρου», και θεωρητικά η σκέψη (ο διαλογισμός… - Reflexion), που τρέχει επίσης ως προς τη ροπή της στο άπειρο. Πρέπει δε να οδηγή στον αυτο-διαφωτισμό και την αυτο-διαφάνεια, σταθεροποιώντας και ρυθμίζοντας έτσι την πρακτική τάση, (αυτή…) η σκέψη, που δεν μπορεί όμως και να φτάση, όπως άλλωστε και η πράξη, στην ‘τελειότητα’, υποχρεωμένη να ‘σταματήση’ μπροστά σ’ ένα τελικό ‘αδιαπέραστο’ των αντικειμένων της. Κάτι που ισχύει για την προ-φιλοσοφική κατ’ αρχάς σκέψη τής καθημερινότητας, αλλά και για κείνη, μ’ έναν άλλον τρόπο, της φιλοσοφίας (τις οποίες και δεν ξεχωρίζει επαρκώς αναμεταξύ τους ο Φίχτε). Διακρίνεται βέβαια ως διδασκαλία τής επιστήμης, ή ως επιστήμη τής επιστήμης, απ’ τις μεμονωμένες επιστήμες η φιλοσοφία, καθώς είναι εξ ορισμού μεν άπειρες εκείνες, ενώ ανατρέχει κατά την έννοιά της στην πρώτη της αρχή ή αξίωμα και καθίσταται ένα σύστημα (System) η φιλοσοφία.  Δείχνει όμως η μεταθεωρητική ήδη συζήτηση, την οποίαν και ‘προαναγγέλλει’ για τη διδασκαλία τής επιστήμης («Για την έννοια της διδασκαλίας τής επιστήμης» - “Ueber den Begriff der Wissenschaftslehre”, 1794) ο Φίχτε, ότι αυτό είναι μόνον από πλευράς διατύπωσης σωστό, κι ότι πρέπει να συνεχίζεται, μέσα στο συστηματικό της πλαίσιο, πάντοτε επιμέρους περαιτέρω η τελειοποίηση. Δεν μπορεί να επιτευχθή άρα, και δεν είναι και ευκταία (ποθητή…), ούτε στο ανώτερο επίπεδο της φιλοσοφίας η ‘έντελής’ τελειοποίηση και ο ‘τερματισμός’. Αποτρέπει, όχι μόνον ο περιορισμός θεωρίας και πράξης, αλλά και ο κεντρικός ρόλος τής φαντασίας (ή επάρσεως…) στην ανοικοδόμηση της επιστημονικής διδασκαλίας την εμφάνιση μιας στατικής (statisch) τελικής κατάστασης, και οδηγεί έτσι μόνο μέχρι τον προσδιορισμό, και όχι και τη βεβαιότητα, υπερβαίνοντας (‘μεταφυσικοποιώντας’…)  συνεχώς, ως χρονική αρχή, τους προσδιορισμούς τής νόησης και της λογικής η διδασκαλία τής επιστήμης. Λαμβάνεται δε έτσι υπ’ όψιν και η ελευθερία, γιατί είναι ουσιαστικά ελεύθερο ως άπειρο το Εγώ. Παρεκκλίνει έτσι τελικά – σε σύγκριση π.χ. με τον Χέγκελ – σε μιαν αυστηρά παλινδρομική, κυκλική συστημική δομή, παρέχοντας μιαν άπειρη προσέγγιση σ’ ένα ευθύγραμμο σχήμα, ο ιδεαλισμός (Idealismus) τού Φίχτε. Περιέχοντας και τη ‘λύση’ τού προβλήματος που απασχόλησε και τον Σέλλινγκ και τον Χέγκελ, αν είναι δηλ. δυνατόν να σκεφθούμε ένα «σύστημα ελευθερίας», που να μην περιπίπτη, όπως στον ‘σπινοζισμό’, στην ανάγκη και τον δογματισμό (Dogmatismus), θυσιάζοντας έτσι την ελευθερία στο σύστημα. Μπορεί βέβαια (απλώς…), αλλά δεν πρέπει, διαφορετικά απ’ ό,τι στην πράξη, να ‘αντανακλασθή’ (να στοχασθή…) στο άπειρο το Εγώ. Και εξασφαλίζεται έτσι, χωρίς και να κατοχυρώνεται τελεσίδικα, ο απαραίτητος σε κάθε χρονική στιγμή για να ρυθμίζη (να κανονίζη!…) την πράξη θεωρητικο- συστηματικός τόπος.
     Xωρίς την εξαναγκαστική λόγω τών απαιτήσεων της πράξης ‘διακοπή’, θα έπρεπε να τείνη, όπως και η ενεργητική ροπή, προς το άπειρο και η θεωρητική σκέψη. Και δεν εκφράζεται μόνον η ελευθερία τού πεπερασμένου Εγώ, αλλά και ο περιορισμός τής συλλογιστικής του ικανότητας σ’ αυτό: Δεν μπορεί να ‘αναζητηθή’ ποτέ πλήρως ορθολογικά, αλλά μόνο σε απείρως πολλά βήματα, με το αρχικό δεδομένο τού αυτοπροσδιορισμού, η διαίσθηση της διανοητικής θεώρησης. Αποδεικνύεται λοιπόν ως μια ελλειματική μορφή που υποκαθιστά εκείνην την αρχικήν ενότητα της αυτο-αντίληψης και αυθύπαρξης του Εγώ το άπειρο της σκέψης, ενότητα που προσπαθεί να την επανακτήση,  χωρίς αποτέλεσμα, σε μιαν ανώτερη βαθμίδα η σκέψη. Φθάνει όμως ακόμα περαιτέρω η επιφύλαξη, που εκφράζει ήδη στη ‘Μετα-θεωρία’ (Metatheorie) τού 1974 ο Φίχτε: Δεν μπορεί ποτέ να ελεγχθή  το αν και κατά πόσον παριστάνει και ανταποκρίνεται επαρκώς στο πραγματικό σύστημα (System) του πνεύματος το σύστημα της επιστημονικής διδασκαλίας, το οποίο και παραμένει έτσι ριζικά «σφαλερό», και προβληματικό στην καλύτερη περίπτωση, στο αίτημά του για αλήθεια. Διαπιστώνεται λοιπόν εδώ ένα βασικό, εντός τού υποκειμενικού Ιδεαλισμού, χάσμα ανάμεσα στην απόλυτη αυτοαναφορά και την ορθολογική της επαναδόμηση, το οποίο και συνδέει αναλογικά με τον Καντ και τον Jacobi ο Φίχτε, και το οποίο ‘συνέλαβαν’, επιτείνοντάς το, οι Ρομαντικοί. ‘Διαφεύγει’ τελικά ως ακατανόητο το Απόλυτο, και δεν ‘διατίθεται’ οπωσδήποτε στην απόδειξη και τον ορισμό. Kι εδώ βασίζεται, το ότι «θα μπορούσε να ‘παραχθή’ μόνο μέσα από μιαν, αδύνατη καθ’ εαυτή, ‘τετελειωμένη’ προσέγγιση στο άπειρο» η απόλυτη ενότητα του συστήματος. Πρέπει δε να κρατήσουμε στον νου μας αυτήν τη δεδομένη στον Φίχτε συνάρτηση ανάμεσα στη ‘διαφυγή’ τού Απολύτου, τη δυναμικά ατελεύτητη στοχαστική κίνηση της φιλοσοφίας και τα προβλήματα ‘κύρους’ και αποτελεσμάτων τού φιλοσοφικού συστήματος που φανερώθηκαν έτσι, καθώς θα παρακολουθήσουμε στο εξής τη συνεχιζόμενη επίδρασή του στους Ρομαντικούς.
     (( Σημ. τ. μετ.: Βλέπουμε πώς η – ‘φυσιολογική’ – αδυναμία τού ορθολογισμού και της νοησιαρχίας να ‘συλλάβη’ το Απόλυτο, οδήγησε μιαν ολόκληρη μεταγενέστερη γενιά να αναζητήση διέξοδο στον Ρομαντισμό. Είμαστε ασφαλώς μακριά απ’ το – αρχαίο – ελληνικό πνεύμα, και πολύ μακριά κι απ’ το ‘πνεύμα’ τής δικής μας εκκλησιαστικής παράδοσης. Πρόκειται όμως για τον σύγχρονον ασφαλώς άνθρωπο, στον οποίον και όλοι ‘μετέχουμε’… Το επόμενο ‘κεφάλαιο’ τιτλοφορείται: «Η ριζοσπαστικοποίηση της άπειρης σκέψης στον Schlegel και τον Hardenberg»… ))


      ( συνεχίζεται )