Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Η λογική δομή του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Η λογική δομή του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Δομή καί σημασία του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος(1)

 του Enrico Berti

1ον. Τά μέρη τού διαλόγου καί η επιμέρους δομή τους

Εάν αφήσουμε κατά μέρος τον πρόλογο, ο οποίος έχει ίσως μιαν αλληγορική σημασία, μπορούμε να πούμε πως το πρώτο μέρος του διαλόγου συνίσταται από τον διάλογο ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Ζήνωνα, δηλαδή από την ανάγνωση του λόγου τού Ζήνωνος και από τις αντιρρήσεις σ' αυτόν του Σωκράτη. Το δεύτερο μέρος από την συζήτηση ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Παρμενίδη, δηλαδή από τις αντιρρήσεις του Παρμενίδη στην θεωρία των ιδεών και από την τελική δήλωση της αναγκαιότητός των. Ενώ το τρίτο και τελευταίο μέρος συνίσταται από την συζήτηση ανάμεσα στον Παρμενίδη και στον νεαρό Αριστοτέλη, δηλαδή από την εξέταση των συνεπειών που συνεπάγονται από την αποδοχή ή την άρνηση του ΕΝΟΣ.

Η λογική δομή καθενός από αυτά τα μέρη είναι αυτή που δείχνεται στο πρώτο. Δηλαδή το ξεδίπλωμα των συνεπειών των δύο αντιθετικών υποθέσεων, οι οποίες διαιρούνται σύμφωνα με ένα διχοτομικό σχήμα, που είναι χαρακτηριστικό όλης τής αρχαίας διαλεκτικής. Ο λόγος του Ζήνωνος ξετυλίγει τις συνέπειες της υποθέσεως «εάν τα όντα είναι πολλά» (εί πολλά έστι τα όντα) και φανερώνει πως αυτές είναι αδύνατες, πράγμα που συνεπάγεται πως είναι αδύνατη και αστήρικτη η ίδια η υπόθεση της αρχής (αδύνατον δη και πολλά είναι). Αλλά όπως εξηγεί και ο Ζήνων, αυτός ο λόγος δεν είναι παρά ο αντίστοιχος μιας αντιθέτου επιχειρηματολογίας, η οποία αναπτύσσεται από τους αντιπάλους του Παρμενίδη και η οποία συνίσταται στην τοποθέτηση της υποθέσεως «εάν τα όντα είναι Ένα» (εί εν έστι) και στην αποκομιδή γελοίων και αντιθετικών, ως προς την υπόθεση της αρχής, συμπερασμάτων (γελοία... και εναντία αυτώ).

Έχουμε λοιπόν δύο υποθέσεις, «εάν τα όντα είναι Ένα» και «εάν τα όντα είναι πολλά»: η πρώτη εκφράζει τον Παρμενίδη, η δεύτερη την θεωρία των Πυθαγορείων. Παρατηρούμε ότι η δεύτερη υπόθεση είναι ακριβώς η άρνηση της πρώτης: το να πούμε πως «εάν τα όντα είναι πολλά» ισοδυναμεί με το να πούμε «εάν τα όντα δεν είναι Ένα»Οι δύο υποθέσεις έχουν εξάλλου το ίδιο θέμα: δηλαδή το Ένα, το οποίο κατ' αρχάς βεβαιώνεται και στην συνέχεια αναιρείται. Και από τις δύο υποθέσεις οι συνέπειες είναι γελοίες, δηλαδή αστήρικτες, αλλά επειδή εκείνες που προέρχονται από την δεύτερη είναι περισσότερο γελοίες (έτι γελοιότερα - τα συμπεράσματα) από εκείνες της πρώτης, το συνολικό αποτέλεσμα μπορεί να θεωρηθεί μια βοήθεια της πρώτης υπόθεσης. Έτσι λοιπόν, εάν η πρώτη υπόθεση θεωρηθεί ισχύουσα, πρέπει να υποθέσουμε πως οι συνέπειές της θα αφαιρεθούν μέσω ενός πιο συνεπούς ορισμού, τέτοιου ώστε να τονίζεται καλύτερα η σημασία τους. Ο τρόπος με τον οποίον αναπτύσσεται ο Ζήνων, αποδεικνύοντας την εγκυρότητα μιας υποθέσεως όχι μέσω μιας απευθείας ή θετικής αποδείξεως, όπως είναι επί παραδείγματι οι αποδείξεις της γεωμετρίας, αλλά μέσω της ανασκευής τής υποθέσεως τής αντίθετης σ' αυτήν, ονομάστηκε «διαλεκτική» και γι' αυτό ο Ζήνων θεωρήθηκε στην αρχαιότητα ο ευρετής της διαλεκτικής.

Οι αντιρρήσεις του Σωκράτη στον λόγο του Ζήνωνος δεν αποτελούν μια περαιτέρω πρόοδο στη λογική δομή του πρώτου μέρους, αλλά επαναπροσδιορίζονται στην πρόταση μιας νέας υποθέσεως, ή καλύτερα σε μια νέα μορφοποίηση της υποθέσεως που ανασκευάστηκε από τον Ζήνωνα, τέτοια ώστε να αποφύγει τις αστήρικτες συνέπειες στις οποίες είχε καταλήξει. Με αυτό ο Σωκράτης τοποθετείται με το μέρος των αντιπάλων τού Παρμενίδη και αντιθέτως προς τον επαναπροσδιορισμό τής υποθέσεως του Παρμενίδη, η οποία εκφράστηκε από την ομιλία του Ζήνωνος, ξαναπροτείνει με νέα μορφοποίηση την αντι-παρμενιδική υπόθεση, επαναφέροντας την διαμάχη στο σημείο που βρισκόταν πριν από την παρεμβολή του Ζήνωνος.

Η νέα υπόθεση είναι η θεωρία των Ιδεών, η οποία δέχεται την πολλαπλότητα των όντων, αλλά την δικαιολογεί μέσω τής συμμετοχής τους (μεταλαμβάνειν) σε μια πολλαπλότητα Ιδεών (Παρμ. 128e-192a). Δεν πρόκειται για ανασκευή ακριβώς τής θεωρίας του Παρμενίδη και του Ζήνωνος, αλλά για μια επανατοποθέτηση της αντίθετης υπόθεσης, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην ανασκευή που πραγματοποίησε ήδη ο Ζήνων, και προτείνει κατά κάποιον τρόπο μια νέα ανασκευή, η οποία περιέχεται στο δεύτερο μέρος του διαλόγου και συνίσταται στην κριτική του Παρμενίδη στην θεωρία των Ιδεών. Αυτή η θεωρία, όπως είδαμε, δεν είναι παρά η υπόθεση «εάν τα όντα είναι πολλά». Η κριτική του Παρμενίδη συνίσταται στο να κάνει σε αυτή την υπόθεση ακριβώς αυτό που οι αντίπαλοι του Ιστορικού Παρμενίδη είχαν κάνει στην υπόθεση «εάν τα όντα είναι Ένα», δηλαδή στο να συμπεράνει από αυτή μια σειρά συνεπειών οι οποίες θα είναι αστήρικτες, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε να υπάρχει δυσκολία (απορείν) στο να γίνει αποδεκτή, και να απαντήσει στο τέλος πως οι Ιδέες δεν υπάρχουν, καταστρέφοντας μ' αυτόν τον τρόπο την αναγκαία συνθήκη για να μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί πως τα όντα είναι πολλά.

Αυτή την κριτική ακολουθεί όμως, ακριβώς όπως και στο πρώτο μέρος του διαλόγου, μια διαλεκτική υπεράσπιση της υποθέσεως που είχε ανασκευασθεί μ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή μια επιχειρηματολογία η οποία λαμβάνει σαν υπόθεση το αντίθετο της πρώτης και βγάζει τις συνέπειες ακόμη πιο αστήρικτες από εκείνες που προήλθαν από την πρώτη. Η αντίθετη υπόθεση από την πρώτη είναι: «Εάν κάποιος δεν επιτρέψει να υπάρχουν Ιδέες των όντων» (εἴ γέ τις δή, ... αὖ μὴ ἐάσει εἴδη τῶν ὄντων εἶναι), που σημαίνει «εάν οι Ιδέες δεν υπάρχουν», και επομένως, καθώς οι Ιδέες είναι συνθήκη της πολλαπλότητος των όντων, «εάν τα όντα δεν είναι πολλά», ενώ οι συνέπειες που ακολουθούν είναι: «αυτός δεν θα έχει ούτε πού να κατευθύνει την σκέψη» (οὐδὲ ὅποι τρέψει τὴν διάνοιαν ἕξει) και «μ' αυτόν τον τρόπο θα καταστρέψει ολοκληρωτικώς την δυνατότητα διαλόγου» (οὕτως τὴν τοῦ διαλέγεσθαι δύναμιν παντάπασι διαφθερεῖ) {Παρμ.135b-c}, συνέπειες οι οποίες είναι οπωσδήποτε πιο σοβαρές από εκείνες που προέρχονται από την αντίθετη υπόθεση.

Αυτή η δεύτερη επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από τον Παρμενίδη στο δεύτερο μέρος αντιστοιχεί λοιπόν, από την άποψη της λογικής δομής, ακριβέστατα με εκείνη που ανέπτυξε ο Ζήνων στο πρώτο μέρος εναντίον των αντιπάλων τού Παρμενίδη και προϋποθέτει κατά τον ίδιον τρόπο μιαν επιβεβαίωση της πρώτης υποθέσεως, δηλαδή της θεωρίας των Ιδεών, αλλά ταυτοχρόνως και την ανάγκη μιας πιο συνεπούς μορφοποιήσεως ή ορισμού, τέτοιου δηλαδή ώστε να την ελευθερώσει από τις απαράδεκτες συνέπειες στις οποίες και οδηγεί με την πρωταρχική της έκφραση ή διατύπωση.

Η φανέρωση του τρόπου με τον οποίον πρέπει να επαναορισθεί η θεωρία των Ιδεών, για να μην διατρέξει πια τις δυσκολίες που έδειξε ο Παρμενίδης, δίνεται, όπως θα δούμε, κατ' αναλογίαν από τον ίδιο τον Παρμενίδη, στο τρίτο μέρος του διαλόγου, δηλαδή στην συζήτηση με τον νεαρό Αριστοτέλη. Δεχόμενος την πρόσκληση από τον Σωκράτη, να προσφέρει ένα παράδειγμα διαλεκτικής ακολουθίας αναγκαίο για την άμυνα της θεωρίας των Ιδεών, ο Παρμενίδης το προσφέρει επιστρέφοντας ξανά στην υπόθεσή του «εάν τα όντα είναι Ένα» (είτε εν έστιν), και αναπτύσσοντας μια σειρά από συνέπειες, και αναλαμβάνοντας στην συνέχεια την αντίθετη υπόθεση, «εάν τα όντα δεν είναι Ένα» (είτε μη εν), και αναπτύσσοντας εκ νέου τις συνέπειες (Παρμ. 137b).

Έχουμε λοιπόν ξανά το διχοτομικό σχήμα, δηλαδή δύο αντίθετες υποθέσεις, και την ανάπτυξη των συνεπειών και των δύο, ακριβώς όπως στο πρώτο και στο δεύτερο μέρος. Αναλόγως με αυτά, πρέπει να υποθέσουμε πως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, δηλαδή πως και με την αποδοχή και με την άρνηση, πως τα όντα είναι Ένα, ή καλύτερα, όπως λέει το κείμενο, πως το ΕΝΑ υπάρχει, Είναι, οι συνέπειες που λαμβάνονται είναι απαράδεκτες και αστήρικτες. Αλλά οι συνέπειες της αρνήσεως είναι πιο αστήρικτες από εκείνες της αποδοχής, και γι' αυτό η ενότης των όντων, δηλαδή το Ένα, πρέπει να βεβαιωθεί, ακόμη και αν χρειάζονται μερικές διευκρινίσεις, ώστε να εξαφανιστούν οι απαράδεκτες συνέπειες της βεβαιώσεώς της.

Έτσι λοιπόν, εάν το πρώτο και το δεύτερο μέρος του διαλόγου βρίσκονταν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, αποδεικνύοντας μέσω της ίδιας λογικής διχοτομικο-διαλεκτικής δομής, αντιστοίχως την ενότητα και την πολλαπλότητα των όντων, το τρίτο μέρος συστήνει την σύνθεση των πρώτων δύο, αποδεικνύοντας, πάντοτε μέσω της ίδιας λογικής διχοτομικο-διαλεκτικής δομής, την ενότητα και την πολλαπλότητα μαζί.

Συνεχίζεται

Σχολιο : Είναι η καλύτερη ίσως ανάλυση τού "Παρμενίδη" τού Πλάτωνος, η παρερμηνεία τού οποίου γέννησε τόν νεοπλατωνισμό καί τό δυτικό πνεύμα πού στηρίχθηκε στόν Πλωτίνο, μέχρι τόν Χέγκελ καί τόν Χάϊντεγκερ. Θά μπορέσουμε νά δούμε επίσης καί τήν φιλοσοφική αξία τών νεοελλήνων ερμηνευτών τού Πλωτίνου.
Αμέθυστος

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

Δομή καί σημασία του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος(1)

του Enrico Berti

1ον. Τά μέρη τού διαλόγου καί η επιμέρους δομή τους

Εάν αφήσουμε κατά μέρος τον πρόλογο, ο οποίος έχει ίσως μιαν αλληγορική σημασία, μπορούμε να πούμε πως το πρώτο μέρος του διαλόγου συνίσταται από τον διάλογο ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Ζήνωνα, δηλαδή από την ανάγνωση του λόγου τού Ζήνωνος και από τις αντιρρήσεις σ' αυτόν του Σωκράτη. Το δεύτερο μέρος από την συζήτηση ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Παρμενίδη, δηλαδή από τις αντιρρήσεις του Παρμενίδη στην θεωρία των ιδεών και από την τελική δήλωση της αναγκαιότητός των. Ενώ το τρίτο και τελευταίο μέρος συνίσταται από την συζήτηση ανάμεσα στον Παρμενίδη και στον νεαρό Αριστοτέλη, δηλαδή από την εξέταση των συνεπειών που συνεπάγονται από την αποδοχή ή την άρνηση του ΕΝΟΣ.

Η λογική δομή καθενός από αυτά τα μέρη είναι αυτή που δείχνεται στο πρώτο. Δηλαδή το ξεδίπλωμα των συνεπειών των δύο αντιθετικών υποθέσεων, οι οποίες διαιρούνται σύμφωνα με ένα διχοτομικό σχήμα, που είναι χαρακτηριστικό όλης τής αρχαίας διαλεκτικής. Ο λόγος του Ζήνωνος ξετυλίγει τις συνέπειες της υποθέσεως «εάν τα όντα είναι πολλά» (εί πολλά έστι τα όντα) και φανερώνει πως αυτές είναι αδύνατες, πράγμα που συνεπάγεται πως είναι αδύνατη και αστήρικτη η ίδια η υπόθεση της αρχής (αδύνατον δη και πολλά είναι). Αλλά όπως εξηγεί και ο Ζήνων, αυτός ο λόγος δεν είναι παρά ο αντίστοιχος μιας αντιθέτου επιχειρηματολογίας, η οποία αναπτύσσεται από τους αντιπάλους του Παρμενίδη και η οποία συνίσταται στην τοποθέτηση της υποθέσεως «εάν τα όντα είναι Ένα» (εί εν έστι) και στην αποκομιδή γελοίων και αντιθετικών, ως προς την υπόθεση της αρχής, συμπερασμάτων (γελοία... και εναντία αυτώ).

Έχουμε λοιπόν δύο υποθέσεις, «εάν τα όντα είναι Ένα» και «εάν τα όντα είναι πολλά»: η πρώτη εκφράζει τον Παρμενίδη, η δεύτερη την θεωρία των Πυθαγορείων. Παρατηρούμε ότι η δεύτερη υπόθεση είναι ακριβώς η άρνηση της πρώτης: το να πούμε πως «εάν τα όντα είναι πολλά» ισοδυναμεί με το να πούμε «εάν τα όντα δεν είναι Ένα». Οι δύο υποθέσεις έχουν εξάλλου το ίδιο θέμα: δηλαδή το Ένα, το οποίο κατ' αρχάς βεβαιώνεται και στην συνέχεια αναιρείται. Και από τις δύο υποθέσεις οι συνέπειες είναι γελοίες, δηλαδή αστήρικτες, αλλά επειδή εκείνες που προέρχονται από την δεύτερη είναι περισσότερο γελοίες (έτι γελοιότερα - τα συμπεράσματα) από εκείνες της πρώτης, το συνολικό αποτέλεσμα μπορεί να θεωρηθεί μια βοήθεια της πρώτης υπόθεσης. Έτσι λοιπόν, εάν η πρώτη υπόθεση θεωρηθεί ισχύουσα, πρέπει να υποθέσουμε πως οι συνέπειές της θα αφαιρεθούν μέσω ενός πιο συνεπούς ορισμού, τέτοιου ώστε να τονίζεται καλύτερα η σημασία τους. Ο τρόπος με τον οποίον αναπτύσσεται ο Ζήνων, αποδεικνύοντας την εγκυρότητα μιας υποθέσεως όχι μέσω μιας απευθείας ή θετικής αποδείξεως, όπως είναι επί παραδείγματι οι αποδείξεις της γεωμετρίας, αλλά μέσω της ανασκευής τής υποθέσεως τής αντίθετης σ' αυτήν, ονομάστηκε «διαλεκτική» και γι' αυτό ο Ζήνων θεωρήθηκε στην αρχαιότητα ο ευρετής της διαλεκτικής.

Οι αντιρρήσεις του Σωκράτη στον λόγο του Ζήνωνος δεν αποτελούν μια περαιτέρω πρόοδο στη λογική δομή του πρώτου μέρους, αλλά επαναπροσδιορίζονται στην πρόταση μιας νέας υποθέσεως, ή καλύτερα σε μια νέα μορφοποίηση της υποθέσεως που ανασκευάστηκε από τον Ζήνωνα, τέτοια ώστε να αποφύγει τις αστήρικτες συνέπειες στις οποίες είχε καταλήξει. Με αυτό ο Σωκράτης τοποθετείται με το μέρος των αντιπάλων τού Παρμενίδη και αντιθέτως προς τον επαναπροσδιορισμό τής υποθέσεως του Παρμενίδη, η οποία εκφράστηκε από την ομιλία του Ζήνωνος, ξαναπροτείνει με νέα μορφοποίηση την αντι-παρμενιδική υπόθεση, επαναφέροντας την διαμάχη στο σημείο που βρισκόταν πριν από την παρεμβολή του Ζήνωνος.

Η νέα υπόθεση είναι η θεωρία των Ιδεών, η οποία δέχεται την πολλαπλότητα των όντων, αλλά την δικαιολογεί μέσω τής συμμετοχής τους (μεταλαμβάνειν) σε μια πολλαπλότητα Ιδεών (Παρμ. 128e-192a). Δεν πρόκειται για ανασκευή ακριβώς τής θεωρίας του Παρμενίδη και του Ζήνωνος, αλλά για μια επανατοποθέτηση της αντίθετης υπόθεσης, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην ανασκευή που πραγματοποίησε ήδη ο Ζήνων, και προτείνει κατά κάποιον τρόπο μια νέα ανασκευή, η οποία περιέχεται στο δεύτερο μέρος του διαλόγου και συνίσταται στην κριτική του Παρμενίδη στην θεωρία των Ιδεών. Αυτή η θεωρία, όπως είδαμε, δεν είναι παρά η υπόθεση «εάν τα όντα είναι πολλά». Η κριτική του Παρμενίδη συνίσταται στο να κάνει σε αυτή την υπόθεση ακριβώς αυτό που οι αντίπαλοι του Ιστορικού Παρμενίδη είχαν κάνει στην υπόθεση «εάν τα όντα είναι Ένα», δηλαδή στο να συμπεράνει από αυτή μια σειρά συνεπειών οι οποίες θα είναι αστήρικτες, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε να υπάρχει δυσκολία (απορείν) στο να γίνει αποδεκτή, και να απαντήσει στο τέλος πως οι Ιδέες δεν υπάρχουν, καταστρέφοντας μ' αυτόν τον τρόπο την αναγκαία συνθήκη για να μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί πως τα όντα είναι πολλά.

Αυτή την κριτική ακολουθεί όμως, ακριβώς όπως και στο πρώτο μέρος του διαλόγου, μια διαλεκτική υπεράσπιση της υποθέσεως που είχε ανασκευασθεί μ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή μια επιχειρηματολογία η οποία λαμβάνει σαν υπόθεση το αντίθετο της πρώτης και βγάζει τις συνέπειες ακόμη πιο αστήρικτες από εκείνες που προήλθαν από την πρώτη. Η αντίθετη υπόθεση από την πρώτη είναι: «Εάν κάποιος δεν επιτρέψει να υπάρχουν Ιδέες των όντων» (εἴ γέ τις δή, ... αὖ μὴ ἐάσει εἴδη τῶν ὄντων εἶναι), που σημαίνει «εάν οι Ιδέες δεν υπάρχουν», και επομένως, καθώς οι Ιδέες είναι συνθήκη της πολλαπλότητος των όντων, «εάν τα όντα δεν είναι πολλά», ενώ οι συνέπειες που ακολουθούν είναι: «αυτός δεν θα έχει ούτε πού να κατευθύνει την σκέψη» (οὐδὲ ὅποι τρέψει τὴν διάνοιαν ἕξει) και «μ' αυτόν τον τρόπο θα καταστρέψει ολοκληρωτικώς την δυνατότητα διαλόγου» (οὕτως τὴν τοῦ διαλέγεσθαι δύναμιν παντάπασι διαφθερεῖ) {Παρμ.135b-c}, συνέπειες οι οποίες είναι οπωσδήποτε πιο σοβαρές από εκείνες που προέρχονται από την αντίθετη υπόθεση.

Αυτή η δεύτερη επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από τον Παρμενίδη στο δεύτερο μέρος αντιστοιχεί λοιπόν, από την άποψη της λογικής δομής, ακριβέστατα με εκείνη που ανέπτυξε ο Ζήνων στο πρώτο μέρος εναντίον των αντιπάλων τού Παρμενίδη και προϋποθέτει κατά τον ίδιον τρόπο μιαν επιβεβαίωση της πρώτης υποθέσεως, δηλαδή της θεωρίας των Ιδεών, αλλά ταυτοχρόνως και την ανάγκη μιας πιο συνεπούς μορφοποιήσεως ή ορισμού, τέτοιου δηλαδή ώστε να την ελευθερώσει από τις απαράδεκτες συνέπειες στις οποίες και οδηγεί με την πρωταρχική της έκφραση ή διατύπωση.

Η φανέρωση του τρόπου με τον οποίον πρέπει να επαναορισθεί η θεωρία των Ιδεών, για να μην διατρέξει πια τις δυσκολίες που έδειξε ο Παρμενίδης, δίνεται, όπως θα δούμε, κατ' αναλογίαν από τον ίδιο τον Παρμενίδη, στο τρίτο μέρος του διαλόγου, δηλαδή στην συζήτηση με τον νεαρό Αριστοτέλη. Δεχόμενος την πρόσκληση από τον Σωκράτη, να προσφέρει ένα παράδειγμα διαλεκτικής ακολουθίας αναγκαίο για την άμυνα της θεωρίας των Ιδεών, ο Παρμενίδης το προσφέρει επιστρέφοντας ξανά στην υπόθεσή του «εάν τα όντα είναι Ένα» (είτε εν έστιν), και αναπτύσσοντας μια σειρά από συνέπειες, και αναλαμβάνοντας στην συνέχεια την αντίθετη υπόθεση, «εάν τα όντα δεν είναι Ένα» (είτε μη εν), και αναπτύσσοντας εκ νέου τις συνέπειες (Παρμ. 137b).

Έχουμε λοιπόν ξανά το διχοτομικό σχήμα, δηλαδή δύο αντίθετες υποθέσεις, και την ανάπτυξη των συνεπειών και των δύο, ακριβώς όπως στο πρώτο και στο δεύτερο μέρος. Αναλόγως με αυτά, πρέπει να υποθέσουμε πως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, δηλαδή πως και με την αποδοχή και με την άρνηση, πως τα όντα είναι Ένα, ή καλύτερα, όπως λέει το κείμενο, πως το ΕΝΑ υπάρχει, Είναι, οι συνέπειες που λαμβάνονται είναι απαράδεκτες και αστήρικτες. Αλλά οι συνέπειες της αρνήσεως είναι πιο αστήρικτες από εκείνες της αποδοχής, και γι' αυτό η ενότης των όντων, δηλαδή το Ένα, πρέπει να βεβαιωθεί, ακόμη και αν χρειάζονται μερικές διευκρινίσεις, ώστε να εξαφανιστούν οι απαράδεκτες συνέπειες της βεβαιώσεώς της.

Έτσι λοιπόν, εάν το πρώτο και το δεύτερο μέρος του διαλόγου βρίσκονταν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, αποδεικνύοντας μέσω της ίδιας λογικής διχοτομικο-διαλεκτικής δομής, αντιστοίχως την ενότητα και την πολλαπλότητα των όντων, το τρίτο μέρος συστήνει την σύνθεση των πρώτων δύο, αποδεικνύοντας, πάντοτε μέσω της ίδιας λογικής διχοτομικο-διαλεκτικής δομής, την ενότητα και την πολλαπλότητα μαζί.

Συνεχίζεται

Σχολιο : Είναι η καλύτερη ίσως ανάλυση τού "Παρμενίδη" τού Πλάτωνος, η παρερμηνεία τού οποίου γέννησε τόν νεοπλατωνισμό καί τό δυτικό πνεύμα πού στηρίχθηκε στόν Πλωτίνο, μέχρι τόν Χέγκελ καί τόν Χάϊντεγκερ. Θά μπορέσουμε νά δούμε επίσης καί τήν φιλοσοφική αξία τών νεοελλήνων ερμηνευτών τού Πλωτίνου.
Αμέθυστος

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Η λογική δομή του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος (8)

 Συνέχεια από Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Enrico Berti

Η σημασία του τρίτου μέρους
c) Οι τελευταίες τέσσερις υποθέσεις

Στην συζήτηση της δεύτερης ομάδος υποθέσεων εξετάζονται, όπως γνωρίζουμε, οι συνέπειες που προέρχονται από την άρνηση του Ενός. Και εδώ επίσης διατηρείται με σχολαστικότητα το σχήμα που παρουσιάστηκε στο διάλειμμα (στη διακοπή), εξετάζονται δηλαδή κατ’ αρχάς οι συνέπειες που αφορούν το Ένα, κατόπιν εκείνες που αφορούν τα πολλά, και ανάμεσα στις πρώτες όπως και ανάμεσα στις δεύτερες, διακρίνονται εκείνες που προέρχονται από την άρνηση του Ενός κατανοημένου με απόλυτη σημασία, από εκείνες που προέρχονται από την άρνηση του Ενός με την σχετική έννοια. Από την αρχή, δηλαδή στην συζήτηση της πέμπτης υποθέσεως, λογαριάζονται οι συνέπειες μιας αρνήσεως του Ενός στην οποία το Ένα απορρίπτεται, αλλά για να γίνει δυνατή η άρνησή του, πρέπει να είναι κατανοητό σαν κάτι διαφορετικό (έτερον τι) από τα άλλα (Παρμ. 160c). Είναι φανερό πως αυτό το Ένα, καθότι διαφορετικό από τα άλλα, είναι σε σχέση με αυτά, δηλαδή δεν είναι το Ένα που είναι μόνον Ένα, δηλαδή το Ένα στην απόλυτη έννοια, αλλά το Ένα κατανοημένο στην σχετική σημασία.

Αυτό, καθώς είναι διαφορετικό από τα άλλα, έχει μια διαφορετικότητα δική του η οποία με την σειρά της είναι διαφορετική από την διαφορετικότητα των άλλων, δηλαδή είναι πάντοτε κάτι συγκεκριμένο. Συνεπώς αυτό το Ένα, παρότι έχει απορριφθεί, απορρίπτεται πάντοτε σαν κάτι συγκεκριμένο και επομένως μπορεί να προσλάβει όλες τις συγκεκριμενοποιήσεις, δηλαδή μπορεί να είναι όμοιο και ανόμοιο, ίσο και άνισο, μπορεί να κινηθεί και να σταθεί ακίνητο, να γεννηθεί και να πεθάνει κ.τ.λ. Αυτό μάλιστα, παρότι έχει απορριφθεί, παρότι δεν είναι, μπορεί να είναι, μάλιστα πρέπει να είναι, καθώς αυτό ακριβώς είναι «το Ένα που δεν είναι»(162α). Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε σε αυτό το «Ένα που δεν είναι» και είναι διαφορετικό και επομένως κατά κάποιο τρόπο είναι, το διάσημο μη-είναι σαν διαφορετικό που θα θεωρήσει ο Πλάτων στον Σοφιστή, δηλαδή ένα θετικό δόγμα, που επιτρέπει, ακριβώς ενάντια στον αποκλεισμό του μη-είναι που ενήργησε ιστορικώς ο Παρμενίδης, να δεχθεί και το μη-είναι, εφόσον αυτό το τελευταίο κατανοείται όχι σαν μη-είναι απόλυτο, όπως το εννοούσε ο Παρμενίδης, αλλά σαν μη-είναι σχετικό. Αυτό σημαίνει πως το συμπέρασμα αυτής της υποθέσεως κάθε άλλο παρά αντιφατικό είναι, δηλαδή πως το Ένα μπορεί και να απορριφθεί, αρκεί, όταν απορρίπτεται, δεν απορρίπτεται σαν απόλυτο, δηλαδή δεν μειώνεται σε καθαρό μηδέν, αλλά απορρίπτεται πάντοτε ένα συγκεκριμένο Ένα. Έτσι ώστε στην δεύτερη υπόθεση, το Ένα θα μπορούσε να βεβαιωθεί, με την συμφωνία πως δεν βεβαιώνεται σαν ένα απόλυτο, αλλά σαν ενότητα του πλήθους.

Εάν σε αυτό το σημείο ανακαλούμε την αδιαφοροποίηση ανάμεσα στις θέσεις του υποκειμένου και του κατηγορήματος που φανερώθηκε παραπάνω, μπορούμε να πούμε πως η πρόταση «το Ένα δεν είναι» εξισούται με την πρόταση «τα όντα δεν είναι Ένα», η οποία είναι δυνατή αρκεί για Ένα να εννοείται πάντοτε ένας συγκεκριμένος προσδιορισμός. Με αυτή την έννοια να πούμε «τα όντα δεν είναι Ένα» ισούται με το να πούμε: «αυτό τον ον δεν είναι προσδιορισμένο με αυτόν τον τρόπο», δηλαδή ισούται με το να διατυπώσουμε μια αρνητική πρόταση, η οποία για τον Πλάτωνα είναι πάντοτε δυνατή, καθότι δεν εκφράζει, όπως εξέφραζε για τον Παρμενίδη, το καθαρό μηδέν, αλλά εκφράζει την διαφορετικότητα ενός πράγματος από ένα άλλο, δηλαδή εκφράζει πάντοτε ένα συγκεκριμένο τρόπο του Είναι. Αυτό το «Ένα που δεν είναι», δηλαδή το μη-είναι σαν διαφορετικό-είναι, αγκαλιάζει και αυτό σαν το «Ένα που υπάρχει», ολόκληρη την πραγματικότητα (ο Πλάτων εκφράζει αυτή την έννοια λέγοντας πως αυτό έχει όλα τα δυνατά κατηγορούμενα) δηλαδή είναι και αυτό υπερβατικό και σαν «το Ένα που είναι», είναι και αυτό πολλαπλό. Ο Αριστοτέλης θα ξεκαθαρίσει αυτή την θεωρία λέγοντας πως όπως το είναι και το ένα λέγονται πολλαχώς, έτσι λέγονται με πολλές σημασίες και το μη-είναι και το μη-ένα.

Αντιθέτως στην συζήτηση της έκτης υποθέσεως εξετάζονται οι συνέπειες μιας αρνήσεως του Ενός, στην οποία το Ένα απωθείται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρχει με κανένα τρόπο (ουδαμώς). Με αυτή την άρνηση δεν λέμε πως αυτό κατά κάποιο τρόπο (πως) δεν είναι και με ένα άλλο τρόπο (πως) είναι, αλλά δείχνουμε πως αυτό δεν είναι απολύτως (απλώς) (Παρμ. 162c). Το κείμενο δεν θα μπορούσε να εκφράσει πιο καθαρά ότι δεν πρόκειται για την σχετική άρνηση, δηλαδή την άρνηση του Ενός εννοημένου με σχετική έννοια, αλλά για την απόλυτη άρνηση, δηλαδή για την άρνηση του Ενός εννοημένου με απόλυτη σημασία. Μάλιστα αυτή η διατύπωση είναι ίσως εκείνη όπου η διάκριση ανάμεσα στους δύο τρόπους κατανοήσεως το Ένα εκφράζεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο και μπορεί να ληφθεί σαν κριτήριο για την ερμηνεία όλων των άλλων υποθέσεων.

Είμαστε λοιπόν στην παρουσία της υποθέσεως της αντίθετης ακριβώς της πρώτης. Στην πρώτη, πράγματι, το Ένα βεβαιωνόταν με απόλυτη έννοια, ενώ τώρα βρίσκουμε την άρνησή του σε βαθμό εξίσου απόλυτο. Οι συνέπειες που προέρχονται από μια τέτοια άρνηση είναι, όπως ήταν προβλεπόμενο, ίσες με εκείνες της πρώτης υποθέσεως: δηλαδή αυτού του «Ενός που δεν είναι» δεν μπορούμε να πούμε τίποτα, διότι αυτό δεν είναι όμοιο ούτε ανόμοιο, δεν είναι ταυτό ούτε διαφορετικό, δεν κινείται και δεν σταματά, δεν γεννιέται και δεν πεθαίνει δεν έχει δηλαδή κανένα προσδιορισμό. Γι' αυτό, συμπεραίνει ο Παρμενίδης, δεν είναι δυνατή ούτε επιστήμη, ούτε γνώμη, ούτε αίσθηση, ούτε λόγος, ούτε όνομα, ακριβώς όπως του Ενός της πρώτης υποθέσεως (Παρμ. 164b). Είναι το καθαρό μηδέν και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό με κανένα τρόπο, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με κανένα τρόπο για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Φαίνονται επομένως αστήρικτες εκείνες οι ερμηνείες που υπολογίζουν ισάξια τα συμπεράσματα των τελευταίων τεσσάρων υποθέσεων: ενώ λοιπόν το «Ένα που δεν είναι» της πέμπτης υποθέσεως γίνεται γνωστό και είναι απαραίτητη συνθήκη της σκέψεως καθότι είναι η συνθήκη των αρνητικών κατηγορημάτων, το «Ένα που δεν είναι» της έκτης υποθέσεως είναι εντελώς άγνωστο και δεν υπάρχει καθώς είναι εντελώς ανενεργό, όπως δεν υπάρχει το «Ένα που είναι Ένα» της πρώτης υπόθεσης.

Στην συζήτηση των δύο τελευταίων υποθέσεων, της έβδομης και της όγδοης, εξετάζονται οι συνέπειες οι οποίες από την άρνηση του Ενός καταλήγουν στα άλλα, δηλαδή στα πολλά. Σε αυτό το σημείο, βάσει του γενικού σχεδίου, το οποίο έχει εφαρμοστεί με πιστότητα, θα έπρεπε να περιμένουμε μια διάκριση ανάλογη εκείνης που έγινε ανάμεσα στην πέμπτη και στην έκτη υπόθεση, δηλαδή την διάκριση ανάμεσα στα άλλα εννοημένα με την σχετική σημασία και τα άλλα εννοημένα με την απόλυτη σημασία, η οποία θα συνεπαγόταν πως στα άλλα με την σχετική σημασία θα αντιστοιχούσε «το Ένα που δεν είναι» εννοημένο και αυτό με την σχετική έννοια, και πως στα άλλα εννοημένα με την απόλυτη σημασία θα αντιστοιχούσε «το Ένα που δεν είναι» εννοημένο και αυτό με απόλυτη σημασία. Παρόλα αυτά αυτή η συμμετρία, γίνεται σεβαστή μόνον κατά το ήμισυ, δηλαδή μόνον στην όγδοη υπόθεση, όπου πραγματικά εξετάζονται οι συνέπειες που προέρχονται στα άλλα από το Ένα με την απόλυτη σημασία.

Στην έβδομη υπόθεση η άρνηση του Ενός, αντί να παρουσιαστεί σαν άρνηση του Ενός με την σχετική έννοια, δηλαδή σαν «διαφορετικότητα», παρουσιάζεται σαν «φαινομενικότης». Το Ένα δηλαδή δεν είναι, αλλά φαίνεται και επομένως τα άλλα, θεωρούμενα σε σχέση με αυτό το Ένα, δεν διαθέτουν μια πραγματική ενότητα, αλλά μόνο μια φαινομενική ενότητα. Αυτά, όπως λέει το κείμενο, μοιράζονται σε ομάδες (όγκοι) (Παρμ. 164d), καθένας από τους οποίους «σε όποιον κοιτάζει από μακριά και χωρίς οξύνοια φαίνεται απείρως πολλαπλός (όγκος)»(165b-c). Οι συνέπειες που υφίστανται τα άλλα από μια τέτοια άρνηση είναι πως τα άλλα δεν είναι, αλλά φαίνονται, ίσα και άνισα, όμοια και ανόμοια, ταυτόσημα και διαφορετικά, φαίνονται να κινούνται και στέκονται ακίνητα, να γεννιούνται και να μην γεννιούνται, φαίνονται να πεθαίνουν και να μην πεθαίνουν (165d).

Πώς να εξηγήσουμε αυτό το γλίστρημα από το Ένα σαν διαφορετικό στο Ένα σαν φαινόμενο; Δεν μπορεί παρά να είναι μια παρεμβολή, στην διαλεκτική του Παρμενίδη, της διακρίσεως ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαινομενικότητα, διάκριση που είναι παρμενιδικής καταγωγής (η αλήθεια και η γνώμη) αλλά η οποία επαναπροσλήφθη από τον ίδιο τον Πλάτωνα με την θεωρία των δύο κόσμων, εκείνο των ιδεών και εκείνο των αισθητών πραγμάτων, εννοημένων σαν χωρισμένων των μεν από τα δε. Η επιβεβαίωση πως πρόκειται γι' αυτό προσφέρεται από την διάκριση ανάμεσα στο οράν από μακριά και χωρίς οξύνοια και το νοείν (εξετάζειν) από κοντά και με οξύνοια, η οποία στους όρους επαναλαμβάνει την πλατωνική διάκριση ανάμεσα στην γνώση των αισθητών πραγμάτων (ορατά) και στην γνώση των ιδεών (νοητά). Είναι μια φανερή ασυνέπεια με το συμπαγές σχήμα της διαλεκτικής του Παρμενίδη, διότι ενώ τα συμπεράσματα όλων των άλλων υποθέσεων ίσχυαν για οποιαδήποτε μορφή γνώσεως, δηλαδή επιστήμης, γνώμη, αίσθηση, διάλογος ή λόγος και όνομα, τα συμπεράσματα της έβδομης υποθέσεως αντιθέτως ισχύουν μόνον στο επίπεδο της αισθητής γνώσεως, όχι στο επίπεδο της λογικής γνώσεως. Αυτή η ασυνέπεια αποκαλύπτει πως στον Παρμενίδη ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ιδέες και πράγματα δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί τελειωτικώς.

Τελείως συνεπής με το σύνολο της διαλεκτικής έρευνας είναι αντιθέτως η διαπραγμάτευση της όγδοης υποθέσεως, στην οποία εξετάζονται οι συνέπειες που καταλήγουν στα άλλα από την άρνηση του Ενός με απόλυτη σημασία (Παρμ. 165d). Αυτές οι συνέπειες είναι πως τα άλλα δεν μπορούν να έχουν καμιά ενότητα, ούτε πραγματική ούτε φαινομενική, και γι' αυτό δεν είναι ούτε φαίνονται ούτε ταυτόσημα ούτε διαφορετικά, δεν έχουν δηλαδή κανένα προσδιορισμό, ούτε πραγματικό, ούτε φαινομενικό, δηλαδή δεν είναι καθόλου(166 b). Αυτές οι συνέπειες είναι καθαρά απαράδεκτες και γι' αυτό συναγωνίζονται, μαζί με εκείνες της έκτης υποθέσεως να αποδείξουν πως το Ένα δεν μπορούμε να το αρνηθούμε με την απόλυτη σημασία του αλλά μπορούμε να το αρνηθούμε μόνον στην σχετική του σημασία. Ας σημειώσουμε ότι σ' αυτές τις συνέπειες έχει ξεπεραστεί ο διαχωρισμός ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαινομενικότητα, δηλαδή ανάμεσα σε λογική γνώση και αισθητή γνώση, μέσω της βεβαιώσεως πως εάν το Ένα δεν είναι με την απόλυτη έννοια, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην φαινομενικότητα, ή ανάμεσα στην λογική γνώση και στην αισθητηριακή, δεν υπάρχει καμία διαφορά, καθότι είναι και οι δύο αδύνατες, ακριβώς όπως συνεπέρανε η πραγμάτευση της έκτης υποθέσεως.

Το γενικό συμπέρασμα του τρίτου μέρους του Παρμενίδη είναι πως το Ένα μπορεί να επιβεβαιωθεί ή και να το αρνηθούμε, μόνον εφόσον γίνεται κατανοητό πάντοτε σε σχέση με τα άλλα, δηλαδή σαν όρος ενός συλλογισμού, θετικού ή αρνητικού. Κατανοημένο με αυτή την σημασία καταλήγει να είναι η ίδια η υπερβατική δομή της πραγματικότητος, η ίδια η συνθήκη κάθε συλλογισμού και κάθε λόγου. Αντιθέτως εάν το Ένα γίνει κατανοητό μοναδικώς στην σχέση του με τον εαυτό του, δηλαδή έξω από την κατηγορηματική σχέση, σαν απόλυτη αρχή, δεν μπορεί να είναι ούτε επιβεβαιωμένο ούτε να το αρνηθούμε, είναι δηλαδή εντελώς ξένο τόσο από την πραγματικότητα όσο και από την σκέψη.


Αμέθυστος

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Η λογική δομή του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος (7)

 Συνέχεια από  Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Enrico Berti

α) οι πρώτες τέσσερις υποθέσεις (συνέχεια)

Στην διαπραγμάτευση της τρίτης και τέταρτης υποθέσεως ο Πλάτων περνά στην εξέταση των συνεπειών που προέρχονται, από την αποδοχή πως το Ένα είναι, όχι πλέον στο Ένα, αλλά στα άλλα, δηλαδή στο πλήθος, εφαρμόζοντας με πιστότητα το σχήμα που εικονίζεται σε εκείνο που ονομάσαμε μεσοδιάστημα. Και εδώ διακρίνονται οι δύο σημασίες με τις οποίες μπορούν να γίνουν κατανοητά τα άλλα, η απόλυτη σημασία, κατά την οποία είναι σε σχέση μόνον με τον εαυτό τους, και η σχετική, κατά την οποία είναι σε σχέση με το Ένα, είναι όροι δηλαδή μιας σχέσεως συμμετοχής ή σχέσεως κατηγορηματικής. Φυσικά η σημασία με την οποία κατανοούνται τα άλλα μας αναγκάζει να κατανοήσουμε με την ίδια σημασία το Ένα, δηλαδή εάν τα άλλα κατανοούνται σε σχέση με το Ένα, το Ένα με την σειρά του θα κατανοηθεί σε σχέση με τα άλλα, και έτσι λοιπόν τόσο το Ένα όσο και τα άλλα όντα θα γίνουν κατανοητά με σχετική σημασία, ενώ εάν τα άλλα κατανοηθούν σε σχέση με τον εαυτό τους, το Ένα με την σειρά του θα ήταν κατανοητό μόνον σε σχέση με τον εαυτό του, και έτσι λοιπόν τόσο το Ένα όσο και τα άλλα θα κατανοηθούν με απόλυτη σημασία.

Στην τρίτη υπόθεση ιδιαιτέρως, εξετάζονται οι συνέπειες που προκύπτουν στα άλλα από την αποδοχή πως το Ένα είναι, όταν τα άλλα είναι με σχετική σημασία, όταν δηλαδή λέει το κείμενο: «τα άλλα δεν είναι εντελώς χωρίς το Ένα, αλλά κατά κάποιο τρόπο συμμετέχουν»(Παρμ. 157b-c). Στην τέταρτη εξετάζονται οι συνέπειες που προέρχονται, στα άλλα, από την αποδοχή πως το Ένα είναι, όταν τα άλλα κατανοούνται με απόλυτη έννοια, όταν δηλαδή «το Ένα είναι χωριστό (χωρίς) από τα άλλα και τα άλλα είναι χωριστά (χωρίς) το Ένα»(Παρμ. 159b). Αυτές οι συνέπειες είναι τελείως ανάλογες με εκείνες που προέρχονται από το Ένα στις πρώτες δύο υποθέσεις: δηλαδή, εάν τα άλλα κατανοηθούν σε σχετική σημασία, είναι ολόκληρα και χωρίζονται σε μέρη, είναι όμοια και ανόμοια, ταυτόσημα και διαφορετικά, κινούνται και στέκονται, δηλαδή έχουν όλα τα δυνατά κατηγορήματα, ακόμη και τα αντίθετα μεταξύ τους (159α). Εάν αντιθέτως τα άλλα κατανοηθούν με απόλυτη σημασία, δεν είναι ολόκληρα, ούτε χωρίζουν σε μέρη, δεν είναι όμοια ούτε ανόμοια, ούτε ταυτόσημα ούτε διαφορετικά, δεν κινούνται ούτε στέκονται, δηλαδή δεν έχουν κανένα κατηγόρημα (160α).

Όπως λοιπόν οι συνέπειες οι οποίες προήρχοντο στο Ένα, όταν το Ένα γινόταν κατανοητό με σχετική έννοια, δεν ήταν αντιφατικές, έτσι δεν είναι και εκείνες που καταλήγουν στα πολλά, όταν είναι εξίσου κατανοητά με αυτή την σημασία. Ενώ όπως ήταν αντιφατικές εκείνες που καταλήγουν στο Ένα, όταν αυτό ήταν κατανοητό με απόλυτη σημασία, έτσι είναι και εκείνες που προ-έρχονται στα πολλά, όταν αυτά γίνονται κατανοητά με αυτή την σημασία. Η φράση «έτσι εάν το ένα είναι, το ένα είναι όλα τα πράγματα και δεν είναι ούτε ένα (δηλαδή δεν είναι κανένα πράγμα) σε σχέση με τον εαυτό του και με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με τα άλλα (απέναντι στα άλλα)»(Παρμ. 160b), με την οποία ολοκληρώνονται οι πρώτες τέσσερις υποθέσεις, δεν δείχνει ένα συμπέρασμα καθολικώς αντιφατικό, αλλά σημαίνει ότι τόσο του ενός όσο και των άλλων μπορούμε να πούμε ή ότι έχουν όλα τα κατηγορήματα ή ότι δεν έχουν σε κανένα, αναλόγως του υπολογισμού τους ή με σχετική σημασία ή με απόλυτη.

Το γεγονός πως ούτε για τα πολλά μπορούμε να πούμε τίποτα, εάν κατανοηθούν με απόλυτη σημασία, σημαίνει πως, μια φορά που ετέθη ο αμοιβαίος συσχετισμός ανάμεσα στο ένα και τα πολλά, και τα πολλά επίσης, όπως το ένα, αγκαλιάζουν ολόκληρη την πραγματικότητα και υπάρχει συναγωνισμός με το ένα για τον προσδιορισμό της υπερβατικής δομής. Η θαυμαστή ενέργεια, την οποία ευχόταν ο Σωκράτης από τον Ζήνωνα στο τέλος του πρώτου μέρους, τοιουτοτρόπως ολοκληρώνεται. Μάλιστα δε μπορούμε να πούμε πως με αυτή ολοκληρώθηκε και η άλλη θαυμαστή ενέργεια την οποία περίμενε ο Παρμενίδης στο τέλος του δευτέρου μέρους, φανερώθηκε δηλαδή πως πρέπει να είναι οι ιδέες για να είναι απαλλαγμένες από τις δυσκολίες που καθιστούν δύσκολη την αποδοχή τους (135α-b). Όπως το ένα και τα πολλά συναντούν απαράδεκτες συνέπειες εάν κατανοηθούν με απόλυτη σημασία, δηλαδή με τρόπο τέτοιο ώστε να είναι ολοκληρωτικώς ξεχωριστά (χωρίς) το ένα από τα πολλά, έτσι συναντούσαν απαράδεκτες συνέπειες οι ιδέες και τα πράγματα εάν κατανοούντο ξεχωριστά οι μεν από τα δε. Και όπως, αντιθέτως, το ένα και τα πολλά συναντούν συνέπειες ολοκληρωτικώς αποδεκτές εάν κατανοηθούν όχι ξεχωριστά οι μεν από τα δε, αλλά σαν παρόντα τα μεν στα άλλα!

Με αυτά, ο Πλάτων, απέδειξε, έστω και σιωπηρά, δηλαδή αναλόγως, μέσω ενός παραδείγματος, πως το λάθος της πρώτης διατυπώσεως της θεωρίας των ιδεών συνίστατο αποκλειστικά στον διαχωρισμό τους από τα πράγματα και πως ο μοναδικός τρόπος για να σωθούν οι ιδέες, εξάλλου αναγκαίο στην σκέψη και στον διάλογο, είναι το ξεπέρασμα αυτού του διαχωρισμού και ο υπολογισμός των ιδεών σαν ενυπάρχουσες στα πράγματα. Αυτή είναι η λύση που θα προσπαθήσει να πετύχει, κατά κάποιο τρόπο, με την θεωρία των ιδεών-αριθμών και η οποία θα ολοκληρωθεί, όπως είναι γνωστό, από τον Αριστοτέλη και μόνον. Αυτή η θεωρία επιτρέπει να μιλήσουμε περί μετοχής, όπως κάνει ο Πλάτων στην δεύτερη και στην τρίτη υπόθεση σχετικώς με το ένα και τα πολλά, χωρίς να διατρέξουμε τις δυσκολίες που φανέρωσε ο Παρμενίδης σχετικώς με την μετοχή ανάμεσα στις ιδέες και τα πράγματα.

Διότι, αφού αποκλείσουμε τον χωρισμό, και η μετοχή αποκτά την ακριβή της σημασία της κατηγορηματικής σχέσεως. Και η μετοχή, δηλαδή είναι αντιφατική όταν τοποθετείται ανάμεσα σε χωριστές οντότητες, ενώ δεν είναι όταν τοποθετείται ανάμεσα σε οντότητες που ενυπάρχουν οι μεν στις δε.

bTo πρόβλημα της στιγμής (εξαίφνης)

Πριν εξετάσουμε την σημασία των τελευταίων τεσσάρων υποθέσεων, είναι αναγκαία μια αναφορά σε εκείνη που πολλοί ερμηνευτές θεωρούν μια υπόθεση καθ’ εαυτή, και άλλοι ένα συμπλήρωμα στην δεύτερη υπόθεση, δηλαδή η συζήτηση της στιγμής. Βρίσκεται αμέσως μετά την δεύτερη υπόθεση και κατά την γνώμη μας, αποτελεί ένα της συμπλήρωμα, διότι εξετάζει μια επιπλέον συνέπεια που προέρχεται από το ένα «που είναι ένα και πολλά και δεν είναι ούτε ένα ούτε πολλά» (155e), δηλαδή ακριβώς στο ένα με την σχετική σημασία. Αυτό το ένα, όπως ελέχθη στην δεύτερη υπόθεση, υπάρχει και στον χρόνο, δηλαδή αλλάζει, γίνεται, και γι’ αυτό σε μερικές στιγμές είναι και σε μερικές στιγμές δεν είναι. Προκειμένου αυτό να είναι δυνατόν, δηλαδή προκειμένου να είναι δυνατό το γίγνεσθαι, είναι αναγκαίο οι στιγμές, δηλαδή ο χρόνος, στον οποίο το ένα είναι, να είναι διαφορετικές από τις στιγμές, δηλαδή από τον χρόνο, που το ένα δεν είναι!

Αυτή η ξεκάθαρη προαγγελία αυτής που θα είναι μία από τις συνθήκες που δείχνονται από τον Αριστοτέλη για να αποφευχθεί η αντίφαση, δηλαδή η μη-συγχρονότης του Είναι, δείχνει πως ο Πλάτων, πραγματευόμενος το Είναι στην σχετική σημασία, ενδιαφέρεται να δείξει την έλλειψη αντιφάσεως. Αυτή η ίδια ανησυχία, η μέριμνα, αποκαλύπτεται αμέσως μετά, όταν δηλώνει πως το Ένα στο γίγνεσθαι, γεννιέται και πεθαίνει, αλλά γέννηση και θάνατος δεν πρέπει να ληφθούν απολύτως υπόψη, δηλαδή σαν μια εμφάνιση από το μηδέν και μια επιστροφή στο μηδέν, αλλά όταν το Ένα έρχεται να είναι Ένα, πεθαίνει σαν πολλαπλότης και όταν γίνεται πλήθος, πεθαίνει σαν Ένα (156b). Η γέννηση και ο θάνατος δηλαδή δεν είναι ποτέ ένα πέρασμα από το καθαρό τίποτα, το καθαρό Μηδέν στο καθαρό Είναι ή από το Είναι στο μηδέν, πράγμα που θα ήταν αντιφατικό, διότι θα υπονοούσε μια ισότητα ανάμεσα στο Είναι και στο μηδέν, αλλά είναι πάντοτε ένα πέρασμα από έναν συγκεκριμένο τρόπο του Είναι σε ένα άλλο τρόπο του Είναι, καθορισμένο με την αντίθετη σημασία.

Παρ’ όλα αυτά το γίγνεσθαι θέτει ένα πρόβλημα. Αυτό, όπως είδαμε, είναι πέρασμα από μια κατάσταση σε μια άλλη και αυτό που γίγνεται βρίσκεται στο ένα ή στο άλλο επίπεδο σε διαφορετικούς χρόνους. Σε ποιον χρόνο όμως συμβαίνει το πέρασμα; Δεν συμβαίνει στον χρόνο στον οποίο αυτό που γίγνεται βρίσκεται στο πρώτο επίπεδο, διότι σε αυτόν τον χρόνο το πέρασμα πρέπει ακόμη να συμβεί, ούτε σε κείνον στον οποίο αυτό που γίγνεται βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο, διότι σε αυτόν τον δεύτερο χρόνο το πέρασμα έχει ήδη γίνει. Εκτός αυτού ανάμεσα στους δύο χρόνους δεν υπάρχει κανένα διάλειμμα, δηλαδή δεν υπάρχει ένας χρόνος στον οποίο αυτό που γίγνεται δεν υπάρχει ούτε στο πρώτο ούτε στο δεύτερο επίπεδο. Επομένως, συμπεραίνει ο Πλάτων, πρέπει να δεχθούμε μια στιγμή που δεν είναι σε κανένα χρόνο, δηλαδή κάτι περίεργο (άτοπον), το οποίο ονομάζεται «ακαριαίο», «άμεσο» (εξαίφνης) 156c-d.

Αυτός ο λόγος ερμηνεύθηκε ποικιλοτρόπως: σύμφωνα με μερικούς μελετητές το εξαίφνης είναι παράλογο, μια αντίφαση και επομένως η ανάγκη να το δεχθούμε για να εξηγήσουμε το γίγνεσθαι δείχνει τον αντιφατικό χαρακτήρα αυτού του ίδιου του γίγνεσθαι και του Ενός που γίγνεται, επιβεβαιώνοντας την αντιφατικότητα των συμπερασμάτων που καταλήγει η δεύτερη υπόθεση. Νομίζουμε όμως πως η αντίφαση δεν υφίσταται: πρώτα απ’ όλα, ο Πλάτων δέχεται και αλλού το εξαίφνης, χωρίς να το θεωρεί αντιφατικό (Γράμμα VII, 3Μ1 cd, όπου το εξαίφνης είναι η στιγμή κατά την οποία, μετά πολλές συζητήσεις και κοινή ζωή, γεννιέται στην ψυχή η υπέρτατη επιστήμη).
Επιπλέον στο πρόβλημα που ενσκήπτει, σαν στιγμή που δεν ανήκει σε κανένα χρόνο, μπορούν να δοθούν διάφορες λύσεις, ικανές να εξαφανίσουν κάθε μορφή αντιφάσεως. Για παράδειγμα μια λύση θα μπορούσε να είναι πως ο χρόνος δεν είναι μια ποσότης διακεκριμένη, η οποία μπορεί να χωριστεί σε μέρη ξεχωριστά το ένα από το άλλο, αλλά μια συνεχής ποσότης και έτσι ο λόγος πάνω στο εξαίφνης αποκτά την σημασία μιας ανασκευής, πραγματοποιημένης από τον Πλάτωνα, των διάσημων επιχειρημάτων του Ζήνωνος εναντίον του γίγνεσθαι. Ή επίσης, η λύση θα μπορούσε να είναι πως το γίγνεσθαι εμπλέκει αναγκαίως κάτι που δεν γίγνεται, σε σχέση με το οποίο αυτό χαρακτηρίζεται σαν χρόνος: π.χ. ο αμετάβλητος κόσμος των ιδεών, ή γενικώς, μια αμετάβλητη αρχή της υπάρξεως. Τέλος η λύση του προβλήματος του εξαίφνης μπορεί να είναι πως ο χρόνος, καθότι απαραίτητη συνθήκη για την αναπαράσταση του γίγνεσθαι, προϋποθέτει αναγκαίως ένα υποκείμενο αυτής της αναπαραστάσεως, δηλαδή την ψυχή, την συνείδηση, η οποία με κάποιο τρόπο είναι έξω από τον χρόνο. Δεν είναι σημαντικό τώρα να ορίσουμε ποια είναι η λύση την οποία σκέπτεται ο Πλάτων, μάλιστα είναι πιθανόν να μην σκέπτεται καμμία λύση: το σημαντικό είναι να κατανοήσουμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μία αντίφαση, δηλαδή μπρος σε κάτι που είναι αδύνατον, και επομένως ανύπαρκτο, και πως η ύπαρξίς του αποτελεί ένα πρόβλημα, δηλαδή είναι αιτία θαυμασμού, ακριβώς όπως το Ένα που είναι πολλά και τα πολλά που είναι Ένα.


Αμέθυστος 

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Η λογική δομή του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος (6)

 Συνέχεια από Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2022

Enrico Berti

Η σημασία του τρίτου μέρους

α) οι πρώτες τέσσερις υποθέσεις

Έτσι έχουμε την δεύτερη υπόθεση (Παρμ. 142b). Η διατύπωσή της «εάν το Ένα είναι», στην οποία το Ένα είναι ακόμη, όπως στην πρώτη, υποκείμενο, παρότι δεν υπονοείται πλέον, αλλά δεν είναι πλέον κατηγορούμενο, διαφορετικά από την πρώτη, φανερώνει πως το Ένα δεν εννοείται πλέον αποκλειστικώς σε σχέση με τον εαυτό του, χωρίς καμία διάκριση δηλαδή ανάμεσα σε υποκείμενο και σε κατηγορούμενο, σαν απόλυτη ενότης, αλλά γίνεται κατανοητό αντιθέτως σαν όρος ενός συλλογισμού, σαν να διαθέτει δηλαδή κατηγορήματα διαφορετικά από τον εαυτό του, τα οποία ιδρύουν διάφορες σχέσεις ανάμεσα σε αυτό και στα άλλα πράγματα. Μπορούμε να πούμε λοιπόν πως το Ένα στην δεύτερη υπόθεση δεν λαμβάνεται σε απόλυτη σημασία, αλλά σε σχετική. Ανάμεσα στην πρώτη και την δεύτερη υπόθεση υπάρχει μια απέραντη διαφορά, η διαφορά ανάμεσα στην θέση εκείνου που δεν υπολογίζει την διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο, δηλαδή ανάμεσα στην ουσία του υποκειμένου και στην ουσία του κατηγορουμένου, και την θέση εκείνου που την υπολογίζει και είναι ολοκληρωτικώς εις γνώσιν της σημασίας της. Εάν είναι αλήθεια όσα είδαμε παραπάνω, ότι δηλαδή αυτή η γνώση εκφράζεται στον Πλάτωνα από την θεωρία των ιδεών, πρέπει να πούμε πως η δεύτερη υπόθεση διαφοροποιείται από την πρώτη στο ότι υπολογίζει την πραγματοποιηθείσα θεωρητική πρόοδο, ακριβώς μέσω της εισαγωγής της θεωρίας των ιδεών.

Αυτό πιστοποιείται από την χρησιμοποίηση της έννοιας του μετέχειν, με την οποία, όπως είδαμε ο Σωκράτης είχε εισάγει ενάντια στον Ζήνωνα, στο τέλος του πρώτου μέρους, την θεωρία των Ιδεών, και η οποία εκφράζει, παρότι ακόμη σε ατελή μορφή, ακριβώς την διαφορά ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο, δηλαδή την κατηγορηματική σχέση. Μπορούμε να πούμε πάντως πως ενώ το Ένα της πρώτης υποθέσεως είναι το Ένα του Παρμενίδη και του Ζήνωνος, το Ένα της δευτέρας υποθέσεως είναι το Ένα ιδωμένο στο φως της θεωρίας των Ιδεών, δηλαδή το Ένα του Πλάτωνος.

Στην συζήτηση αυτής της υποθέσεως εξετάζονται οι συνέπειες που προκύπτουν για το Ένα (τα συμβαίνοντα περί αυτού). Αυτές οι συνέπειες είναι όπως είναι γνωστό, πως το Ένα είναι ολόκληρο και ταυτόχρονα χωρίζεται σε μέρη (αυτός ο διαχωρισμός είναι η αιτία των αριθμών), έχει αρχή, μέση και τέλος, έχει μορφή, κινείται και στέκεται ακίνητο, είναι ταυτό και διαφορετικό, είναι όμοιο και ανόμοιο, ίσο και άνισο, είναι πιο ηλικιωμένο, πιο νέο και σύγχρονο των άλλων και του εαυτού του, δηλαδή υπάρχει στον χρόνο, αλλά μαζί δεν είναι το πιο ηλικιωμένο, ούτε το πιο νέο, ούτε σύγχρονο με άλλα και με τον εαυτό του, δηλαδή δεν είναι στον χρόνο, γεννιέται και φθείρεται, αλλά μαζί δεν γεννιέται και δεν φθείρεται, και τέλος υπήρξε στο παρελθόν, είναι στο παρόν, και θα είναι στο μέλλον, δηλαδή μπορεί να έχει όλα τα κατηγορούμενα, όχι μόνον εκείνα που ιστορικά του απέδιδε ο Παρμενίδης, αλλά και τα αντίθετα. Αυτό που κάνει δυνατή αυτή την κατηγορηματική σχέση, παρότι ατελώς εκφρασμένο από την έννοια της μετοχής.

«Αυτού λοιπόν, δηλώνει ο Πλάτων δια στόματος Παρμενίδη, υπάρχει επιστήμη, γνώμη, αίσθηση, καθότι ακόμη και αυτή τη στιγμή ασκούμε γύρω από αυτό όλες εκείνες της μορφές γνώσεως» (είπερ και νυν ημείς περί αυτού πάντα ταύτα πράττομεν) και υπάρχει όνομα και διάλογος, «όπως επίσης υπάρχουν όλες εκείνες οι μορφές της γνώσεως που υπάρχουν γύρω από τα άλλα πράγματα ενός τέτοιου γένους» (και όσαπερ και περί τάλλα των τοιούτων τυγχάνει όντα) (Παρμ. 155d-e), δηλαδή νομίζω, γύρω από τις άλλες πραγματικότητες που είναι άλλο τόσο καθολικές όσο το Ένα, δηλαδή εκείνα που η Σχολαστική θα ονομάσει "τα υπερβατικά", το ον, το αληθές και το Αγαθό.

Είναι δεκτές, δηλαδή δυνατές αυτές οι συνέπειες; Ο Πλάτων δεν το αρνείται, σε αντίθεση με όσα είχε κάνει με τις συνέπειες της πρώτης υποθέσεως, η δυνατότητα της οποίας είχε αποκλειστεί ξεκάθαρα. Μάλιστα η δήλωση πως του Ενός, εννοημένου με αυτή την σημασία, υπάρχει επιστήμη, γνώμη, αίσθηση, όνομα και λόγος, και πως αυτές οι μορφές γνώσης «αυτή την στιγμή την εξασκούν γύρω από αυτό» σημαίνει πως αυτό γίνεται γνωστό χωρίς καμία δυσκολία, τόσο μέσω εκείνων των μορφών γνώσεως που ο ιστορικός Παρμενίδης θεωρούσε ότι ήταν οι μόνες ισχύουσες, όσο και μέσω πιθανών άλλων, δηλαδή πως αυτό είναι αποδεκτό τόσο από όποιον δίνει αξία μόνο στην λογική γνώση, όσο και από όποιον δίνει αξία μόνον στην αισθητηριακή γνώση.

Πολυάριθμοι ερμηνευτές ισχυρίζονται πως τέτοιες συνέπειες είναι απαράδεκτες, διότι είναι αντιφατικές: διότι στο ένα χορηγούνται κατηγορήματα φανερά σε αντίφαση μεταξύ τους, όπως εκείνα που είχαν αποδοθεί από τον Ζήνωνα στα πολλά, για να καταλήξει ακριβώς στην αδυνατότητά τους. Σε αυτό όμως μπορούμε να απαντήσουμε πως η αντίφαση που εντοπίζεται από τον Ζήνωνα στα πολλά είχε αναγνωριστεί σαν τέτοια, και πράγματι υπήρχε, αλλά εξαρτιόταν από την έλλειψη διακρίσεως ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο. Στην δεύτερη υπόθεση αντιθέτως δεν αναγνωρίζεται καμία αντίφαση, και δεν υπάρχει, ακριβώς επειδή εισήχθη ήδη η διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο. Το Ένα δηλαδή μπορεί να διαθέτει αντίθετα κατηγορήματα διότι πρόκειται για κατηγορήματα που δεν εκφράζουν την ουσία του, αλλά μόνον τις σχέσεις του με τα άλλα, και αυτές οι σχέσεις μπορούν να είναι και αντιθετικές, καθότι μπορούν να είναι αντίθετα εκείνα τα άλλα στα οποία αναφέρεται το Ένα.

Για να εξαλειφθεί κάθε αντίφαση, ακόμη και φαινομενική, είναι αρκετό να προσέξουμε την αδιαφορία, που ήδη επισημάνθηκε, της θέσεως που λαμβάνουν οι όροι στην διατύπωση των υποθέσεων. Είδαμε πως για τον Πλάτωνα δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκφραση: «Εάν τα όντα είναι πολλά» και στην έκφραση: «Εάν τα πολλά υπάρχουν». Αναλογικώς δεν μπορεί να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον λόγο: «Εάν το Ένα είναι (ή υπάρχει)» και στο να πούμε «Εάν τα όντα είναι Ένα». Αφού έχουμε εντοπίσει λοιπόν αυτή την διαφορά, να πούμε «το Ένα είναι όμοιο και ανόμοιο, ίσο και άνισο, κτλ» ισούται με το να πούμε «τόσο το όμοιο όσο και το ανόμοιο είναι Ένα, τόσο το ίσο όσο και το άνισο είναι Ένα, κτλ», τύποι στους οποίους δεν ανιχνεύεται καμία αντίφαση, ούτε καν φαινομενική. Δεν πρόκειται για την αδιαφοροποίηση ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο, η οποία σε τούτη την υπόθεση έχει ξεπεραστεί μέσω της διακρίσεώς τους, αλλά για αδιαφοροποίηση ανάμεσα στις θέσεις που στην διατύπωση των υποθέσεων λαμβάνουν το υποκείμενο και το κατηγορούμενο, παραμένοντας σταθερή, σε κάθε περίπτωση η θεμελιώδης τους διαφορά ουσίας. Έτσι είτε πούμε «το Ένα είναι ένα συγκεκριμένο ον», είτε πούμε «ένα συγκεκριμένο ον είναι Ένα», παραμένει πάντοτε σταθερή η διαφορά ανάμεσε σε κείνο το συγκεκριμένο ον και το Ένα, δηλαδή έχουμε υπόψη μας πως ούτε το Ένα συνιστά την ουσία εκείνου του συγκεκριμένου όντος, ούτε εκείνο το συγκεκριμένο ον συνιστά την ουσία του Ενός.

Εάν οι συνέπειες της δεύτερης υποθέσεως δεν είναι αντιφατικές, δηλαδή δυνατές, αποδεκτές και εάν αυτές εξαρτώνται από την κατανόηση του Ενός με σχετική σημασία, δηλαδή σαν όρο μιας διδασκαλίας, ενώ εκείνες της πρώτης ήταν αντιφατικές δηλαδή αδύνατες, απαράδεκτες, εξαρτώμενες από την κατανόηση του Ενός με απόλυτη σημασία, έξω δηλαδή από κάθε κατηγορηματική σχέση, μπορούμε να συμπεράνουμε πως φτάσαμε ένα πρώτο θετικό αποτέλεσμα, δηλαδή πως το Ένα μπορεί να βεβαιωθεί, εφόσον το κατανοούμε με σχετική σημασία. Αυτό το Ένα, κατανοημένο με σχετική σημασία δεν είναι παρά η ενότης της πολλαπλότητος, εκείνο το Ένα που αγκαλιάζει σαν καθολικό κατηγόρημα, μάλιστα υπερβατικό, ολόκληρη την πραγματικότητα, και είναι παρόν ταυτοχρόνως σε καθένα από τα πολλά όντα που συστήνουν την πραγματικότητα, διότι καθένα από αυτά είναι ένα. Είναι λοιπόν ένα και ταυτοχρόνως πολλά, έτσι όπως είναι ένα και πολλά και τα υπόλοιπα υπερβατικά, δηλαδή το ον, το αληθές και το αγαθό, καθένα από τα οποία, όπως θα πει ο Αριστοτέλης, «λέγεται με πολλές σημασίες», καθότι γίνεται λόγος για πράγματα που ανήκουν σε γένη απαραβάτως διαφορετικά, αλλά ταυτοχρόνως είναι και ένα, διότι αν στερούνταν εντελώς ενότητος, θα ήταν διφορούμενο, δηλαδή παράλογο (Μεταφ. IV,2).

Αυτό λοιπόν δεν είναι πλέον το Ένα της πρώτης υποθέσεως, δηλαδή το Ένα που είναι αποκλειστικώς Ένα, το Ένα με απόλυτη σημασία, για το οποίο, όπως είδαμε, δεν μπορούμε ούτε να μιλήσουμε. Εκείνο της δευτέρας υποθέσεως είναι εντελώς διαφορετικό, διότι είναι Ένα και Ένα παραμένει, αλλά είναι επίσης και πολλά, χωρίς το πλήθος να καταστρέφει την ενότητα, ή η ενότης να καταστρέφει την πολλαπλότητα. Δεν είναι λοιπόν αντιφατικό, όπως ισχυρίζονται πολλοί ερμηνευτές, σύμφωνα με τους οποίους τα συμπεράσματα όλων των υποθέσεων εξισούνται και είναι όλα αρνητικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως αυτό δεν θέτει στην σκέψη πολλά προβλήματα, μάλιστα δε, υπάρχει η εντύπωση πως με την δεύτερη υπόθεση επετεύχθη εκείνο το θαυμαστό αποτέλεσμα που έλπιζε ο Σωκράτης στο τέλος του πρώτου μέρους, όταν δήλωνε: «δεν υπάρχει τίποτε παράξενο, Ζήνων, εάν κάποιος αποδείξει πως όλα τα όντα είναι ένα διότι μετέχουν του ενός, και πως αυτά τα ίδια τα όντα είναι πολλά διότι μετέχουν της πολλαπλότητος. Αλλά εάν κάποιος αποδείξει πως αυτό που είναι καθότι ένα, γι' αυτό το λόγο είναι πολλά, και αυτό που είναι καθότι πολλαπλότης γι' αυτόν τον ίδιο λόγο είναι Ένα, γι' αυτό το πράγμα θα θαυμάσω (θαυμάσομαι)»(Παρμ. 129α). Ο θαυμασμός δεν δείχνει αντίφαση, αλλά ανάγκη εξηγήσεως, προβληματισμό: δεν είναι δηλαδή αδύνατον το Ένα καθότι Ένα να είναι και πολλά, αλλά πρέπει να δούμε πως αυτό είναι δυνατόν, δηλαδή ποια είναι η συνθήκη, ο λόγος, αυτής της δυνατότητος. Η εξήγηση, όπως θα δούμε, περιέχεται ήδη στην δεύτερη υπόθεση και είναι η γένεση των ιδεών-αριθμών.


Αμέθυστος

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2022

Η λογική δομή του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος (5)

  Συνέχεια από  Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Enrico Berti
Η σημασία του τρίτου μέρους


α) οι πρώτες τέσσερις υποθέσεις

Το τρίτο μέρος του διαλόγου, όπως έχουμε ήδη πει, αναπαράγει πιστά το σχήμα που παρουσιάσαμε στο ενδιάμεσο, δηλαδή αναπτύσσει κατά πρώτον τις συνέπειες της υποθέσεως στην οποία το Ένα επιβεβαιώνεται και κατόπιν εκείνες τις υποθέσεις στις οποίες αμφισβητείται. Στην πρώτη περίπτωση εξετάζονται πρώτα οι συνέπειες που αφορούν το Ένα και κατόπιν εκείνες που αφορούν τα άλλα πράγματα (τα άλλα), δηλαδή τα πολλά, διακρίνοντας όμως το Ένα υπολογισμένο σε σχέση με τον εαυτό του, δηλαδή λαμβανόμενο με απόλυτη σημασία, από το Ένα υπολογισμένο σε σχέση με τα άλλα, δηλαδή με σχετική σημασία, και εξίσου τα άλλα υπολογισμένα σε σχέση με το Ένα, δηλαδή υπολογιζόμενα με σχετική σημασία, από τα άλλα υπολογισμένα σε σχέση με τον εαυτό τους, δηλαδή με απόλυτη σημασία. Λαμβάνονται τοιουτοτρόπως τέσσερις διαχωρισμοί της επιβεβαιωτικής υποθέσεως, οι οποίες κοινώς είναι γνωστές σαν οι πρώτες τέσσερις υποθέσεις. Καθεμιά από αυτές, καθώς είναι η διατύπωση της γενικής επιβεβαιωτικής υποθέσεως, επαναλαμβάνει την διατύπωση «Εάν το Ένα είναι»(Παρμ. 137c, 142b, 157a, 159b). Το γεγονός πως την πρώτη φορά εκφράζεται με την μορφή, ει Έν έστιν, όπου ο όρος εν ενέχει θέσιν κατηγορουμένου, και οι επόμενες τρεις φορές με την μορφή Έν ει έστιν, όπου ο όρος Έν ενέχει θέσιν υποκειμένου, δεν συνεπάγεται πως πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμη και στην πρώτη υπονοείται σαν υποκείμενο το Ένα, όπως φαίνεται από την συνέχεια (άλλο τι ουκ αν είη πολλά το Έν) και από ολόκληρη την έκθεση των συνεπειών.

Εάν σε αυτή το Ένα εμφανίζεται, εκτός από υπονοούμενο υποκείμενο, και σαν κατηγορούμενο επίσης, αυτό γίνεται για να δείξει πως πρόκειται για το Ένα που είναι μόνον Ένα, που λαμβάνεται δηλαδή χωρίς καμία διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο, χωρίς καμία σχέση με τα άλλα, με την απόλυτη έννοια. Αυτό συμπεραίνεται επίσης και από την φράση: «Εάν (το Ένα) είναι Ένα, δεν είναι αλήθεια πως το Ένα δεν θα μπορέσει με κανέναν άλλον τρόπο να είναι πολλά;»(Παρμ. 137c). Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε πως στην πρώτη υπόθεση απαριθμούνται οι συνέπειες οι οποίες από την υπόθεση «Εάν το Ένα είναι», προέρχονται από το Ένα υπολογιζόμενο με απόλυτη σημασία.

Αυτές οι συνέπειες, όπως είναι γνωστό, είναι πως το Ένα, με την απόλυτη έννοια, δεν μπορεί να είναι ούτε όλον ούτε μέρος, δεν μπορεί να έχει αρχή, ούτε μέσον, ούτε τέλος, δεν μπορεί να έχει μορφή, δεν μπορεί να βρίσκεται σε κανένα τόπο, δεν μπορεί να κινηθεί ούτε να μείνει ακίνητο, δεν μπορεί να είναι ταυτόσημο ούτε διαφορετικό, ούτε όμοιο ούτε ανόμοιο, δεν μπορεί να είναι ίσο ούτε άνισο, δεν μπορεί να είναι πιο παλιό ή πιο νέο, ούτε να έχει την ίδια ηλικία με άλλα ούτε με τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι στον χρόνο, και επομένως δεν μπορεί να γεννηθεί ή να φθαρεί, ούτε να υπήρξε στο παρελθόν, ούτε να είναι στο παρόν, ούτε να βρίσκεται στο μέλλον, διότι όλα αυτά τα κατηγορήματα εισάγουν αναπόφευκτα στο Ένα, μια μορφή διακρίσεως, και επομένως πολλαπλότητος, η οποία όμως πρέπει να αποκλειστεί εντελώς από το Ένα, δεδομένου ότι αυτό εννοείται εδώ με την απόλυτη σημασία, δηλαδή σαν απολύτως απαλλαγμένο από σχέσεις με τα πολλά.
Είναι αποδεκτές αυτές οι συνέπειες, είναι δηλαδή δυνατές, ελεύθερες από αντιφάσεις; Την απάντηση την δίνει ξεκάθαρα ο Παρμενίδης, όταν ολοκληρώνει την διαπραγμάτευση της υποθέσεως δηλώνοντας πως, εάν το Ένα δεν μπορεί να υπήρξε στο παρελθόν, ούτε να είναι στο παρόν, ούτε στο μέλλον, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι, και εάν δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι, δεν μπορεί ούτε να είναι Ένα, διότι να είσαι Ένα, είναι και αυτό ένας τρόπος υπάρξεως (Παρμ. 141e). Ξεκινώντας λοιπόν από την υπόθεση «εάν το Ένα είναι Ένα», φθάσαμε στο συμπέρασμα πως το Ένα δεν μπορεί να είναι ούτε καν Ένα: πιο φανερή αντίφαση από αυτή δεν μπορεί να υπάρξει. Η υπόθεση «εάν το Ένα είναι Ένα», λοιπόν, εάν εννοηθεί με έναν τρόπο που θα εννοεί το Ένα με απόλυτη σημασία, οδηγεί σε συνέπειες, οι οποίες είναι απαράδεκτες για το Ένα: αυτό σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά μόνον με τον τρόπο με τον οποίο έγινε κατανοητή, δηλαδή πως είναι λάθος να εννοήσουμε το Ένα με απόλυτη σημασία.

Η επιβεβαίωση αυτού του συμπεράσματος δίνεται από όσα ο Πλάτων δηλώνει αμέσως μετά: αυτού που δεν είναι με κανένα τρόπο (τούτω τω μη όντι) δεν μπορεί να υπάρχει ούτε όνομα, ούτε λόγος, ούτε επιστήμη, ούτε αίσθησις, ούτε γνώμη (δόξα), δηλαδή δεν είναι δυνατόν ούτε να μιλήσουμε. Έτσι λοιπόν δεν είναι δυνατόν τα πράγματα να είναι έτσι γύρω από το Ένα (περί το Εν ταύτα ούτως έχειν) (Παρμ.142α). Είναι πιθανόν πως, κατά τον Πλάτωνα, το Ένα να είχε γίνει κατανοητό σε απόλυτη έννοια, από τον Ιστορικό Παρμενίδη, δηλαδή του Ελεατικού μονισμού. Μια τέτοια ανασκευή θα πετύχαινε εάν υποχρεωνόταν ο Παρμενίδης σε αντίφαση με τον εαυτό του, αναγκάζοντάς τον να δεχθεί πως το Ένα εάν κατανοηθεί όπως ο ίδιος ιστορικά το κατανόησε, δεν μπορεί να έχει κανένα από τα κατηγορήματα που ιστορικώς του απέδωσε (ολότητα, σφαιρικής μορφής, τοποθετημένο στον εαυτό του, ακίνητο, ταυτό, ίσο, αγέννητο, άφθαρτο) και κανένα από τα αντίθετά τους κατηγορήματα (μέρος, ευθείας μορφής, τοποθετημένο σε άλλο, κινητό, διαφορετικό, άνισο, γεννημένο, φθαρτό). Ακόμη και το συμπέρασμά ελήφθη στρέφοντας εναντίον του Παρμενίδη ένα τυπικά παρμενιδικό επιχείρημα: αυτού που δεν είναι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε με κανένα τρόπο, δηλαδή όχι μόνον δεν μπορούμε να έχουμε εκείνη την επιστήμη, ή εκείνον τον λόγο, που δεχόταν ο Παρμενίδης μόνον για το Ένα, αλλά ούτε εκείνες τις άλλες μορφές γνώσεως, όπως την γνώμη, την αίσθηση και το όνομα, που δεχόταν ο Παρμενίδης για την εμπειρική ή φαινομενική πραγματικότητα.

Η φανερή αντίφαση των συμπερασμάτων αυτής της πρώτης υποθέσεως και η βεβαίωση της αδυνατότητος τα πράγματα να είναι έτσι για το ΕΝΑ, αποκλείουν εκ προοιμίου την νομιμότητα της νεοπλατωνικής ερμηνείας, η οποία είδε στο Ένα της πρώτης υπόθεσης την ιδέα του αγαθού της πολιτείας, δηλαδή αυτό που για τον Πλωτίνο θα είναι το άρρητο Ένα, ο ίδιος ο θεός, αρχή και πηγή κάθε όντος (Ενν. V,1,8 / Πρόκλος, στον Παρμ. 641,10). Ενώ λοιπόν το νεοπλατωνικό Ένα δεν είναι αντικείμενο επιστήμης, δηλαδή είναι στον μέγιστο βαθμό νοητό (ο Πλάτων την ονομάζει μέγιστον μάθημα, διότι για τον Πλάτωνα αυτό που είναι πλήρως είναι και πλήρως γνωστό (παντελώς ον παντελώς γνωστόν)• (Πλάτων, Πολιτεία VI, 505a, V, 477a). Το Ένα της πρώτης υποθέσεως είναι ακριβώς το αντίθετο της ιδέας του αγαθού, δηλαδή του θεού, καθότι, όπως λέει το κείμενο, αυτό δεν υπάρχει με κανένα τρόπο (το μη ον), δηλαδή το απόλυτο μη - ον, το καθαρό Μηδέν. Περί αυτού δεν μπορούμε να μιλήσουμε όχι επειδή είναι ανώτερο και από την πιο υψηλή ανθρώπινη γνώση, αλλά επειδή είναι τόσο ασύστατο που δεν είναι δυνατόν να γίνει αντικείμενο ούτε και της πιο χαμηλής γνώσεως. Άλλο τόσο παράνομες είναι επίσης, βάσει του κειμένου, και όλες οι άλλες ερμηνείες, οι οποίες, ακολουθώντας την νεοπλατωνική, προσπαθούν να ανακαλύψουν ένα θετικό νόημα στην πρώτη υπόθεση.
Η αδυναμία των συνεπειών που οδηγούμαστε κατανοώντας το Ένα με απόλυτη σημασία, υποχρεώνει τον Παρμενίδη να ξαναορίσει την υπόθεση «εάν το Ένα είναι», κατανοώντας τό Eίναι με μια άλλη σημασία.


(Συνεχίζεται)

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Η λογική δομή του "Παρμενίδη" του Πλάτωνος (5)

 Συνέχεια από  Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Enrico Berti
Η σημασία του τρίτου μέρους


α) οι πρώτες τέσσερις υποθέσεις

Το τρίτο μέρος του διαλόγου, όπως έχουμε ήδη πει, αναπαράγει πιστά το σχήμα που παρουσιάσαμε στο ενδιάμεσο, δηλαδή αναπτύσσει κατά πρώτον τις συνέπειες της υποθέσεως στην οποία το Ένα επιβεβαιώνεται και κατόπιν εκείνες τις υποθέσεις στις οποίες αμφισβητείται. Στην πρώτη περίπτωση εξετάζονται πρώτα οι συνέπειες που αφορούν το Ένα και κατόπιν εκείνες που αφορούν τα άλλα πράγματα (τα άλλα), δηλαδή τα πολλά, διακρίνοντας όμως το Ένα υπολογισμένο σε σχέση με τον εαυτό του, δηλαδή λαμβανόμενο με απόλυτη σημασία, από το Ένα υπολογισμένο σε σχέση με τα άλλα, δηλαδή με σχετική σημασία, και εξίσου τα άλλα υπολογισμένα σε σχέση με το Ένα, δηλαδή υπολογιζόμενα με σχετική σημασία, από τα άλλα υπολογισμένα σε σχέση με τον εαυτό τους, δηλαδή με απόλυτη σημασία. Λαμβάνονται τοιουτοτρόπως τέσσερις διαχωρισμοί της επιβεβαιωτικής υποθέσεως, οι οποίες κοινώς είναι γνωστές σαν οι πρώτες τέσσερις υποθέσεις. Καθεμιά από αυτές, καθώς είναι η διατύπωση της γενικής επιβεβαιωτικής υποθέσεως, επαναλαμβάνει την διατύπωση «Εάν το Ένα είναι»(Παρμ. 137c, 142b, 157a, 159b). Το γεγονός πως την πρώτη φορά εκφράζεται με την μορφή, ει Έν έστιν, όπου ο όρος εν ενέχει θέσιν κατηγορουμένου, και οι επόμενες τρεις φορές με την μορφή Έν ει έστιν, όπου ο όρος Έν ενέχει θέσιν υποκειμένου, δεν συνεπάγεται πως πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμη και στην πρώτη υπονοείται σαν υποκείμενο το Ένα, όπως φαίνεται από την συνέχεια (άλλο τι ουκ αν είη πολλά το Έν) και από ολόκληρη την έκθεση των συνεπειών.

Εάν σε αυτή το Ένα εμφανίζεται, εκτός από υπονοούμενο υποκείμενο, και σαν κατηγορούμενο επίσης, αυτό γίνεται για να δείξει πως πρόκειται για το Ένα που είναι μόνον Ένα, που λαμβάνεται δηλαδή χωρίς καμία διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο, χωρίς καμία σχέση με τα άλλα, με την απόλυτη έννοια. Αυτό συμπεραίνεται επίσης και από την φράση: «Εάν (το Ένα) είναι Ένα, δεν είναι αλήθεια πως το Ένα δεν θα μπορέσει με κανέναν άλλον τρόπο να είναι πολλά;»(Παρμ. 137c). Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε πως στην πρώτη υπόθεση απαριθμούνται οι συνέπειες οι οποίες από την υπόθεση «Εάν το Ένα είναι», προέρχονται από το Ένα υπολογιζόμενο με απόλυτη σημασία.

Αυτές οι συνέπειες, όπως είναι γνωστό, είναι πως το Ένα, με την απόλυτη έννοια, δεν μπορεί να είναι ούτε όλον ούτε μέρος, δεν μπορεί να έχει αρχή, ούτε μέσον, ούτε τέλος, δεν μπορεί να έχει μορφή, δεν μπορεί να βρίσκεται σε κανένα τόπο, δεν μπορεί να κινηθεί ούτε να μείνει ακίνητο, δεν μπορεί να είναι ταυτόσημο ούτε διαφορετικό, ούτε όμοιο ούτε ανόμοιο, δεν μπορεί να είναι ίσο ούτε άνισο, δεν μπορεί να είναι πιο παλιό ή πιο νέο, ούτε να έχει την ίδια ηλικία με άλλα ούτε με τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι στον χρόνο, και επομένως δεν μπορεί να γεννηθεί ή να φθαρεί, ούτε να υπήρξε στο παρελθόν, ούτε να είναι στο παρόν, ούτε να βρίσκεται στο μέλλον, διότι όλα αυτά τα κατηγορήματα εισάγουν αναπόφευκτα στο Ένα, μια μορφή διακρίσεως, και επομένως πολλαπλότητος, η οποία όμως πρέπει να αποκλειστεί εντελώς από το Ένα, δεδομένου ότι αυτό εννοείται εδώ με την απόλυτη σημασία, δηλαδή σαν απολύτως απαλλαγμένο από σχέσεις με τα πολλά.
Είναι αποδεκτές αυτές οι συνέπειες, είναι δηλαδή δυνατές, ελεύθερες από αντιφάσεις; Την απάντηση την δίνει ξεκάθαρα ο Παρμενίδης, όταν ολοκληρώνει την διαπραγμάτευση της υποθέσεως δηλώνοντας πως, εάν το Ένα δεν μπορεί να υπήρξε στο παρελθόν, ούτε να είναι στο παρόν, ούτε στο μέλλον, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι, και εάν δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι, δεν μπορεί ούτε να είναι Ένα, διότι να είσαι Ένα, είναι και αυτό ένας τρόπος υπάρξεως (Παρμ. 141e). Ξεκινώντας λοιπόν από την υπόθεση «εάν το Ένα είναι Ένα», φθάσαμε στο συμπέρασμα πως το Ένα δεν μπορεί να είναι ούτε καν Ένα: πιο φανερή αντίφαση από αυτή δεν μπορεί να υπάρξει. Η υπόθεση «εάν το Ένα είναι Ένα», λοιπόν, εάν εννοηθεί με έναν τρόπο που θα εννοεί το Ένα με απόλυτη σημασία, οδηγεί σε συνέπειες, οι οποίες είναι απαράδεκτες για το Ένα: αυτό σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά μόνον με τον τρόπο με τον οποίο έγινε κατανοητή, δηλαδή πως είναι λάθος να εννοήσουμε το Ένα με απόλυτη σημασία.

Η επιβεβαίωση αυτού του συμπεράσματος δίνεται από όσα ο Πλάτων δηλώνει αμέσως μετά: αυτού που δεν είναι με κανένα τρόπο (τούτω τω μη όντι) δεν μπορεί να υπάρχει ούτε όνομα, ούτε λόγος, ούτε επιστήμη, ούτε αίσθησις, ούτε γνώμη (δόξα), δηλαδή δεν είναι δυνατόν ούτε να μιλήσουμε. Έτσι λοιπόν δεν είναι δυνατόν τα πράγματα να είναι έτσι γύρω από το Ένα (περί το Εν ταύτα ούτως έχειν) (Παρμ.142α). Είναι πιθανόν πως, κατά τον Πλάτωνα, το Ένα να είχε γίνει κατανοητό σε απόλυτη έννοια, από τον Ιστορικό Παρμενίδη, δηλαδή του Ελεατικού μονισμού. Μια τέτοια ανασκευή θα πετύχαινε εάν υποχρεωνόταν ο Παρμενίδης σε αντίφαση με τον εαυτό του, αναγκάζοντάς τον να δεχθεί πως το Ένα εάν κατανοηθεί όπως ο ίδιος ιστορικά το κατανόησε, δεν μπορεί να έχει κανένα από τα κατηγορήματα που ιστορικώς του απέδωσε (ολότητα, σφαιρικής μορφής, τοποθετημένο στον εαυτό του, ακίνητο, ταυτό, ίσο, αγέννητο, άφθαρτο) και κανένα από τα αντίθετά τους κατηγορήματα (μέρος, ευθείας μορφής, τοποθετημένο σε άλλο, κινητό, διαφορετικό, άνισο, γεννημένο, φθαρτό). Ακόμη και το συμπέρασμά ελήφθη στρέφοντας εναντίον του Παρμενίδη ένα τυπικά παρμενιδικό επιχείρημα: αυτού που δεν είναι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε με κανένα τρόπο, δηλαδή όχι μόνον δεν μπορούμε να έχουμε εκείνη την επιστήμη, ή εκείνον τον λόγο, που δεχόταν ο Παρμενίδης μόνον για το Ένα, αλλά ούτε εκείνες τις άλλες μορφές γνώσεως, όπως την γνώμη, την αίσθηση και το όνομα, που δεχόταν ο Παρμενίδης για την εμπειρική ή φαινομενική πραγματικότητα.

Η φανερή αντίφαση των συμπερασμάτων αυτής της πρώτης υποθέσεως και η βεβαίωση της αδυνατότητος τα πράγματα να είναι έτσι για το ΕΝΑ, αποκλείουν εκ προοιμίου την νομιμότητα της νεοπλατωνικής ερμηνείας, η οποία είδε στο Ένα της πρώτης υπόθεσης την ιδέα του αγαθού της πολιτείας, δηλαδή αυτό που για τον Πλωτίνο θα είναι το άρρητο Ένα, ο ίδιος ο θεός, αρχή και πηγή κάθε όντος (Ενν. V,1,8 / Πρόκλος, στον Παρμ. 641,10). Ενώ λοιπόν το νεοπλατωνικό Ένα δεν είναι αντικείμενο επιστήμης, δηλαδή είναι στον μέγιστο βαθμό νοητό (ο Πλάτων την ονομάζει μέγιστον μάθημα, διότι για τον Πλάτωνα αυτό που είναι πλήρως είναι και πλήρως γνωστό (παντελώς ον παντελώς γνωστόν)• (Πλάτων, Πολιτεία VI, 505a, V, 477a). Το Ένα της πρώτης υποθέσεως είναι ακριβώς το αντίθετο της ιδέας του αγαθού, δηλαδή του θεού, καθότι, όπως λέει το κείμενο, αυτό δεν υπάρχει με κανένα τρόπο (το μη ον), δηλαδή το απόλυτο μη - ον, το καθαρό Μηδέν. Περί αυτού δεν μπορούμε να μιλήσουμε όχι επειδή είναι ανώτερο και από την πιο υψηλή ανθρώπινη γνώση, αλλά επειδή είναι τόσο ασύστατο που δεν είναι δυνατόν να γίνει αντικείμενο ούτε και της πιο χαμηλής γνώσεως. Άλλο τόσο παράνομες είναι επίσης, βάσει του κειμένου, και όλες οι άλλες ερμηνείες, οι οποίες, ακολουθώντας την νεοπλατωνική, προσπαθούν να ανακαλύψουν ένα θετικό νόημα στην πρώτη υπόθεση.
Η αδυναμία των συνεπειών που οδηγούμαστε κατανοώντας το Ένα με απόλυτη σημασία, υποχρεώνει τον Παρμενίδη να ξαναορίσει την υπόθεση «εάν το Ένα είναι», κατανοώντας τό Eίναι με μια άλλη σημασία.


(Συνεχίζεται)

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΠΟΣΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΞΑΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.

Αμέθυστος