Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙ’ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙ’ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Ιουλίου 2024

ΔΙ’ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Είναι καιρός να ξεσκονίσουμε και να καθαρίσουμε λίγο, με την βοήθεια των ύστερων Πατέρων της Εκκλησίας, με τους οποίους δέν καταπιάνονται οι αιρετικοί τής σήμερον, τις κενολογίες που ακούμε περί Αγίας Τριάδος, απο τους Ρώσους θεολόγους και τους ρωσόφιλους Ζηζιούλα και Γιανναρά. Ο Μπουλγκάκοφ, ο οποίος είναι ίσως ο πιό αγαθός και ανόητος θεολόγος των Ρώσων της διασποράς που μας άλλαξαν την πίστη, επιμένει στήν προσπάθειά του νά ορίσει τήν Ενότητα της Αγίας Τριάδος, διότι δέν επετεύχθη απο τους Πατέρες καθώς δέν καθόρισαν την εσωτερική συσχέτιση των Αγίων Προσώπων, των Τρι-Εγώ. Την προβληματική αυτή υιοθέτησε τυφλά και ο Ζηζιούλας και διά τής αναλογίας και ο Γιανναράς. Και όλοι τους έχουν επιδοθεί με ζήλο να εισάγουν στην θεολογία την συνείδηση, στην θέση του Είναι, όπως είχε διαμορφωθεί απο τον Σχολαστικισμό, αλλά όχι απο τους Ορθοδόξους Πατέρες, όπως έχει ήδη επιτευχθεί η επιχείρηση αυτή και στους προτεστάντες και στους καθολικούς.

Για να το κατορθώσουν, να ορίσουν δηλαδή σχέσεις μεταξύ τριών ΕΓΩ, στην Αγία Τριάδα, κατήργησαν την ουσία του Θεού, διότι την ερμήνευσαν και αυτοί Σχολαστικά, όχι όπως είχε ορισθεί απο τους Αρχαίους. Και παλεύουν λυσσαλέα να στριμώξουν το δόγμα στα γυμνά Θεία πρόσωπα. Επινοούν Μοναρχίες, Ιεραρχίες, αριθμήσεις, εικονισμούς και στην αιώνιο και στην οικονομική Τριάδα, κηρύττουν τήν Σωτηρία όλων απάξ διά παντός και αγωνίζονται για την Σωτηρία του κόσμου. Επινοούν τέρατα και σημεία. ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ. Ας ακούσουμε λίγο τους Πατέρες, στα θέματα αυτά!

Όσον αφορά την Μοναρχία του Πατρός που διαφημίζουν διάφοροι Καζανόβες του Πατριαρχείου, ο Γρηγόριος Παλαμάς, στο περί ενώσεως και διακρίσεως, γράφει: «Ού γάρ εις εν αίτιον και μίαν αρχήν αναίτιον, αναφέρουσι τα πάντα. Η ουσία είναι αιτία των ενεργειών. Ουδεμία ενέργεια είναι αυθυπόστατος. Υπέρκειται αυτών κατά το αίτιον. Ώς ενεργείας του Θεού πρό των αιώνων εννοούμε την ζωή, την αθανασία, την απλότητα, την απειρία, όλα τα φύσει περί τον Θεόν. Το αγαθόν και το υπερούσιον, το άναρχον και το άπειρον κ.τ.λ. είναι περι τόν Θεόν εξ’αϊδίου. Η θεοποιός δωρεά του πνεύματος, της οποίας υπέρκειται ο Θεός κατ’ουσίαν, ονομάζεται αγένητος Θέωσις αλλά και Θεότης.

Μάξιμος Ομολογητής: κεφ. Θεολογικά 2.86: Η ΘΕΟΠΟΙΟΣ ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ: Η Βασιλεία του Θεού. Η Βασιλεία του Χριστού είναι κάτι υπέρ τους αιώνας, είναι δέ η κληρονομία των σωζομένων! Θα κληρονομήσουν την φύσιν και ουσίαν του Θεού; Όχι βέβαια, αλλά την θεοποιόν Χάριν και την Θείαν Βασιλείαν, η οποία άν και δέν είναι Φύσις (εφόσον η φύσις αμέθεκτος), είναι όμως φυσική ενέργεια του Θεού ακολουθούσα φυσικώς τον Θεόν και παρατηρουμένη περί αυτόν αχωρίστως. Εις ημάς το πνεύμα είναι ώς δώρον Θεού, αλλά δώρον ζωής, δώρον ελευθερίας, δώρον δυνάμεως. «Διά τούτο και είναι ομότιμον με τον δώσαντα».

Καταργώντας την ουσία λοιπόν καταργείται η Βασιλεία ή μετάνοια. Η Σωτηρία η ίδια καθίσταται Ματαία. Εικονική. Μόνη ζωή η αναλογία. Γινόμαστε ποιητικές μεταφορές, διότι η αναλογία είναι πάνω απ’όλα λογοτεχνικό είδος. Η πίστις μας ματαία, διότι η θέωσις είναι η μυστική ανάσταση. Και όμως αυτούς τους ματαιόδοξους τους ανεχόμαστε καρτερικά να σβύνουν απο την Μνήμη της Εκκλησίας την δυνατότητα της Σωτηρίας μας! ΠΕΡΙΕΡΓΩΣ! «Ού μικρόν» εν τοίς περί Θεού το παραμικρόν (Παλαμάς, περί ενώσεως και διακρίσεως)

«Το είναι αίτιον» τυγχάνει ακοινώνητον, ιδίωμα της πατρικής υποστάσεως η ουσία θεωρείται το περιεχόμενον της υποστάσεως. Τα υποστατικά (σχέσεις) δέν ιδρύουν την υπόστασιν ούτε ταυτίζονται μετ’αυτής αλλά την χαρακτηρίζουν. Είναι σημεία της αρρήτου διαφοράς των προσώπων. Η σχέσις είναι σχέσις διαφοράς και όχι σχέσις αντιθέσεως. Η λέξις «ΠΑΤΗΡ» χρησιμοποιείται για να επισημάνει την πρωταρχικήν και προαιώνιον «παρθενίαν» του Θείου Είναι. Ο «ΠΑΤΗΡ» είναι «παρθένος πατήρ» ο έν παρθενία προ πάντων των αιώνων γεννών τον παρθένον Υιόν και εκπορεύων το Άγιον Πνεύμα. Είναι η θεογόνος Θεότης.

Ο Υιός είναι η παρθενία του Πατρός, ο εκ του Παρθένου Πατρός προ αιώνων γεννημένος, προοριζόμενος να γεννηθεί επ’εσχάτων εκ παρθένου Μαρίας. Η Γέννησις Του είναι γέννησις εκ της ουσίας του Πατρός κατά την πατερικήν υπόστασιν, δια της οποίας λαμβάνει την θεότητα του Πατρός αλλ’ουχί και τα της πατρικής υποστάσεως.

Οι Αληθείς προσκυνηταί προσκυνούν τον Πατέρα «εν Πνεύματι και Αληθεία» δηλαδή «εν Υιώ και Πνεύματι»! Ο Πατήρ δέν είναι η ουσία του Θεού αλλά έχει την ουσίαν. Ο Υιός και το Πνεύμα δέν είναι η ουσία του Πατρός, αλλά λαμβάνουν και έχουν προαιωνίως την αυτήν Πατρικήν ουσίαν.

Ο προαιώνιος τρόπος υπάρξεως του Υιού και το ίδιον Αυτού είναι η εκ του Πατρός γέννησις. Η γέννησις όπως η αγεννησία δέν είναι φύσις, αλλά περί τήν φύσιν. Η γεννηθείσα υπόστασις είναι διαφορετική της φύσεως. Η γέννησις είναι τής τού Πατρός φύσεως έργον και ουχί έργον τής θελήσεως. Η γέννησις έπεται τη φύσει αλλά τη φύσει τη ούση του αγεννήτου Πατρός. Η φύσις δέν θεωρείται ώς κέντρον τι εν των οποίω διακρίνονται εκ των υστέρων αι υποστάσεις. Το κτίσμα δέν είναι συναΐδιον του κτίζειν δηλαδή της δημιουργικής δυνάμεως και θελήσεως του Θεού [Ο Γιανναράς λοιπόν ο οποίος διδάσκει ότι ο Πατήρ ελευθέρως με αγάπη και διά της θελήσεως του γεννά τον Υιό, υποβιβάζει τον Κύριο σε κτίσμα, επιστρέφοντας και αυτός με την σειρά του στην πρώτη περίοδο της Εκκλησίας, αλλά στήν περίοδο των μεγάλων αιρέσεων, σαν αιρετικός] ΜΙΑ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΦΥΣΙΣ.

Και τέλος Άγιος Μάξιμος, Κεφάλαια περί Θεολογίας, Εκατοντάς, Α,7! Καμιά αρχή, καμιά μεσότητα, κανένα τέλος δέν αρνείται την κατηγορία της σχέσεως. Ο Θεός όμως που είναι άπειρες φορές άπειρα ανώτερος απο κάθε σχέση, δέν είναι φυσικά ούτε αρχή, ούτε μεσότης, ούτε τέλος. Ούτε είναι τίποτε απ’όλα αυτά που μπορούν να δεχθούν στην σχέση τους την κατηγορία του πρός τί.

Ας ολοκληρώσουμε ξανά με τον Άγιο Γρηγόριο, προς Ακίνδυνον 2.7,16... Ανευ του ιδίου των υποστάσεων δέν δύναται να υπάρχη Τριάς άνευ δέ του ενιαίου του Θεού δέν δύναται να υπάρχει μοναρχία, δηλ. μία και η αυτή θεότης. Δέν υπάρχει μόνον διαφορά ουσίας και υποστάσεως, υπάρχει και διαφορά υποστάσεως και υποστατικών.

Η Λέξη «ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ» ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ. Τα υποστατικά ιδιώματα δέν είναι η υπόστασις, αλλά τα χαρακτηριστικά υποστάσεως τα υποστατικά λοιπόν δέν ονομάζονται υποστάσεις και αυθυπόστατα, αλλά «Ενυπόστατα» ώς περί την υπόστασιν όντα! (Περι θεοποιού μεθέξεως)

Τα γνωριστικά ιδιώματα των προσώπων της Αγίας Τριάδος δέν έχουν την φύσιν ώς αρχήν, αλλά την υπόστασιν. Τα φυσικά ιδιώματα είναι αι ενέργειαι του Τριαδικού Θεού! Όπως τα υποστατικά χαρακτηρίζουν τάς υποστάσεις, ούτω και τα φυσικά δέν είναι φύσις αλλά τα χαρακτηριστικά φύσεως. Τα φυσικά είναι κοινά των υποστάσεων. Τα υποστατικά είναι αι ακοινώνηται ιδιότητες της Αγίας Τριάδος. Ο Πατήρ έχει υποστατικώς το γεννάν και το εκπορεύειν. Το Δημουργείν όμως και αγιάζειν, όχι υποστατικώς αλλά φυσικώς μετά του Υιού και του Πνεύματος.

Η «αγενησία» του Πατρός δέν είναι Φύσις, αλλά εκ των περί αυτήν υποστατικώς θεωρουμένων. Οι αρχαίοι αιρετικοί (Άρειος, Ευνόμιος) ταύτισαν την αγεννησία προς την φύσιν. [Οι νέοι αιρετικοί (Γιανναράς-Ζηζιούλας) ταυτίζουν την αγεννησία με την υπόσταση]. Κάθε υπόστασις έχει περισσότερα του Ενός υποστατικά.

Η Αγεννησία συμπεριλαμβάνει το άναρχο (άχρονο και αναίτιο). Αγέννητο και αναίτιο ταυτίζονται. Αλλά και το αναίτιον τω αιτίω ταυτόν έστι επι Θεού. Τα υποστατικά είναι ακοινώνητα. Η Δημιουργία είναι κοινό έργο και των Τριών υποστάσεων και διακρίνεται σαφώς η μοναρχία του Πατρός, η αφορώσα εις την προαιώνιον ύπαρξιν των θείων υποστάσεων, απο την «κοινή Μοναρχία» εις την κτίσιν.

Η ενέργεια είναι ένωσις των Τριών υποστάσεων όπως και η ουσία. Όταν η ενέργεια διακρίνεται ώς πρός την φύσιν, τότε ενούται ώς πρός τας υποστάσεις. Όταν δέ η θεότης διακρίνεται κατά τας υποστάσεις, ενούται κατά την Φύσιν και την Φυσικήν ενέργειαν. Έκαστη υπόστασις ενώνει εν εαυτή το άπειρον πλήθος των Θείων ενεργειών και ταυτόχρονα είναι εκάστη εις και ο αυτός Θεός μετά των υποστάσεων των ετέρων, κατά την ουσίαν και την κοινήν Φυσικήν ενέργειαν.

ΤΑ ΘΕΙΑ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΟΛΑΙ ΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΕΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΙ ΜΕ ΤΑΣ ΕΝΩΣΕΙΣ.

ΕΝ ΑΝΑΡΧΟΝ ΚΑΙ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

 Για όσους ενδιαφέρονται για την Σωτηρία τους! Και φοβούνται την πλάνη!

Αμέθυστος

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Μοναχού Σεραφείμ Ζήση, Η ενδοτριαδική μοναρχία του Πατρός και ο καινοφανής μονάρχης της φαναριωτικής εκκλησιολογίας.


Εἰσήγηση τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση) στήν Ἡμερίδα «Τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο καί ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου» (Θεσσαλονίκη, 22 Ἰουνίου 2019). Τή βιντεοσκοποημένη Ὁμιλία μπορεῖτε νά τήν παρακολουθήσετε ἐδῶ. Ὁλόκληρη τήν Ἡμερίδα μπορεῖτε νά τή δεῖτε ἐδῶ.
Σεβαστοί Πατέρες, ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί !
Ἡ παρεμβατική καί ἀπολυταρχική ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ἡ ὁποία κατά τή γνώμη τοῦ ὑποφαινομένου ἀρχίζει ἤδη ἀπό τήν ἄθεσμη καί ἄδικη ἐκδίωξη τῆς Ἐξαρχίας τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ἀπό τήν Αὐστραλία τό 1993[1], κορυφώνεται σήμερα μέ τήν παράλογη παρ’ ἐνορίαν ἀναγνώριση Αὐτοκεφαλίας στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας, μέ πρωτοφανῆ περιφρόνηση τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐκ μέρους τοῦ Φαναρίου! Ἔχουν προηγηθεῖ, βεβαίως, πολυάριθμες ἄλλες περιπτώσεις τέτοιας παρεμβατικῆς πολιτικῆς τοῦ ἐπιδόξου ἐκκλησιαστικοῦ μονάρχη κ. Βαρθολομαίου, ἐκτεινόμενες ἀπό τίς παρεμβάσεις του στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐναντίον ὅσων Ὀρθοδόξων ἐπικρίνουν τόν ἴδιο ἤ τόν Μητροπολίτη Περγάμου[2] αἱρετίζοντας, μέχρι τήν προσπάθεια τῆς ἐκ πλαγίου ἰδιοποιήσεως τῶν ἑλλαδικῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν,  ἀλλά καί τήν πρόσφατη διαδικασία ἐκλογῆς τοῦ ἐπιβληθέντος νέου Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κ. Ἐλπιδοφόρου[3].
Ὁ ἐκκλησιαστικός αὐτός «παρεμβατισμός», ἀδιάψευστη ἔνδειξη ἑνός φρονήματος ἐκκλησιαστικῆς ἀπολυταρχίας, μακράν τῆς ὀρθοδόξου συνοδικότητος, ὑποστυλώνεται πλέον ἀπό μία καινοφανῆ ἐκκλησιολογία ἑνός «παγκοσμίου πρώτου»     μέ ἄρωμα Παπισμοῦ, βασισμένη σέ ἠθελημένη καί ἔντεχνη θεολογική παρερμηνεία τῆς μοναρχίας τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ παροῦσα εἰσήγηση θά προσπαθήσει νά παρουσιάσει σέ βασικό ἐπίπεδο κάποια εὐαίσθητα σημεῖα τῶν πεδίων τῆς Τριαδολογίας καί τῆς Ἐκκλησιολογίας, δηλαδή τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας περί Ἁγίας Τριάδος καί Ἐκκλησίας, στό σημεῖο πού τά πεδία αὐτά, εἴτε μέ τήν παραδοσιακή, τῶν Ἁγίων Πατέρων, διδασκαλία, εἴτε μέ ἐκείνη τήν καινοφανῆ, τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀλληλοπεριχωροῦνται! Στόν τίτλο ἀναφέρομαι σέ «ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου», «φαναριωτική», διότι ἀφ΄ ἑνός δέν θέλω νά ταυτίσω μέ τόν ἱερό θεσμό καί τό ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου τήν καινοφανῆ παπιστική αἵρεση τοῦ «Πρώτου ἄνευ ἴσων» («Primi inter pares»), ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δέν μπορῶ καί νά περιορίσω αὐτήν τήν νεοφανῆ (στά καθ΄ ἡμᾶς) αἵρεση μόνον στόν κ. Βαρθολομαῖο, ἀφοῦ τήν ἀσπάζονται καί ἄλλοι κληρικοί του, ὅπως λ.χ. ὁ προσφάτως ἐκλεγείς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς ἀπό Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρος, ὁ Μητροπολίτης Σηλυβρίας κ. Μάξιμος κ. ἄ., κατά πρῶτον δέ λόγον ὁ εἰσηγητής καί θεωρητικός τῆς θεολογικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς αὐτῆς αἱρέσεως, ὁ ἰθύνων νοῦς τοῦ διαλόγου μέ τούς Παπικούς, Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας κ.ἄ. Τεράστιες καί αἰώνιες εἶναι βεβαίως καί οἱ εὐθῦνες τῆς ἐν ΚΠόλει Πατριαρχικῆς Συνόδου, ἀνεχομένης ταῦτα πάντα.
Α. Ἡ μοναρχία τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός
Πρός εὐχερέστερη κατανόηση τῶν διαπραγματευομένων, πρέπει νά διευκρινισθεῖ, τί ἐννοοῦμε θεολογικῶς μέ τόν ὅρο «μοναρχία», «μόνη ἀρχή». Ἡ λέξη «ἀρχή», στήν θεολογική της συνάφεια, ἐνδέχεται νά σημαίνει, ὅπως ἄλλωστε καί στήν καθομιλουμένη γλῶσσα, τήν χρονική ἀφετηρία καί ἔναρξη· ἔτσι, τά κτίσματα τοῦ Θεοῦ, τά δημιουργήματα, ἔχουν χρονική ἀφετηρία, ὅπως καί ἡ ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ[4], διότι ἀντιθέτως πρός τήν Ἁγία Τριάδα[5], τά κτίσματα δέν εἶναι ἄκτιστα («ἀδημιούργητα») καί ἀΐδια (ἤ «ἀείδια», πάντοτε ὑπάρχοντα ἀναλλοιώτως[6], ἀένναα, κατά τόν λεξικογράφο Ἡσύχιο), συνεπῶς καί ἄναρχα, πέραν χρονικῆς ἀρχῆς, ἀλλά ἦλθαν ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, εἶναι δηλαδή «ἀρκτά»[7].
Ὑπό τήν πρώτη αὐτή, χρονική, ἔννοια τῆς «ἀρχῆς», τά τρία ἅγια Πρόσωπα τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου καί Ζωοποιοῦ καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος, Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ Θεός ἡμῶν, εἶναι ἄναρχα ἤ, ἀκριβέστερα, «συνάναρχα», ἀφοῦ πάντοτε, ἀιδίως (συν)ὑπῆρχαν· κατά τήν ἱερά ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας «τρία ἄναρχα δοξάζω, τρία ἅγια ὑμνῶ, τρία συναΐδια ἐν οὐσιότητι μιᾷ κηρύττω»[8] ἤ ἀλλιῶς «Συνάναρχα τρία, ὁμόθρονα μέν, ἀμερίστου μιᾶς δέ Θεότητος, δοξάζω αὐτεξούσια, τά Πρόσωπα σαφῶς» [9].
Ὅμως, ἡ λέξη «ἀρχή» στήν ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα μπορεῖ νά σημαίνει καί τήν κυριαρχία, τήν ἐξουσία, ὅπου ὡς «οἱ ἐν ἀρχῇ» ἐννοοῦνται οἱ ἄρχοντες, καί μονάρχης ὁ ἀποκλειστικός ἄρχων·  ἐπίσης σημαίνει καί τήν ἀφετηρία ἤ πηγή ἤ αἰτία τῆς ὑπάρξεως[10].
Πρίν ἀναπτυχθεῖ ἡ μή χρονική ἔννοια τῆς «ἀρχῆς», ἄς λεχθοῦν τά ἑξῆς :
Ὡς γνωστόν, στήν «σφαῖρα» τοῦ ἀκτίστου, δηλαδή τῆς θείας ὑπάρξεως καί ζωῆς, ἡ ἱερά ἀποκάλυψη καί Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας γνωρίζει (1ον) τά Τρία Πρόσωπα, δηλαδή τίς Τρεῖς Ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος, Πατέρα καί Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, πού εἶναι μεταξύ τους ὡς πρός τίς ὑποστατικές τους ἰδιότητες (οἱ ὁποῖες δέν ταυτίζονται μέ τά θεῖα Πρόσωπα) «ἀκοινώνητα» Πρόσωπα, (2ον) τήν θεία Οὐσία, κοινή μεταξύ τῶν Τριῶν, ἡ ὁποία (ὅπως καί τά Πρόσωπα) εἶναι ἀπολύτως ἀμέθεκτη, ἀκατανόητη, ἀπρόσιτη, ἀνώνυμη καί ἀνέκφραστη ἀπό ὁποιοδήποτε κτίσμα, ἀκόμη καί λογικό, ἀγγέλους ἤ ἀνθρώπους, καί (3ον) τήν θεία θέληση ἤ δύναμη ἤ ἐνέργεια[11], ἐπίσης κοινή μεταξύ τῶν Τριῶν Ὑποστάσεων, ἡ ὁποία, ὡς κίνηση τῆς θείας οὐσίας ἀποτελεῖ τήν τῆς Ἁγίας Τριάδος  πρός τά ἔξω «πρόοδο» («ἐξωστρεφῆ κίνηση») καί φανέρωση πρός τά κτίσματα καί ἡ ὁποία, καθότι μεθεκτή, ἐπιτρέπει τήν πρός αὐτά κοινωνία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ θεία ἐνέργεια, ἄκτιστη, «μερίζεται ἀμερίστως» (ὅπως θά λέγαμε λ.χ. ὅτι τό ἡλιακό φῶς, καίτοι ἁπλό, διαθλᾶται στούς χρωματισμούς τῆς ἴριδος καί εἶναι ταυτοχρόνως φωτιστικό, θερμαντικό, καυστικό, σωματιδιακό ἤ κυματικό κ.λπ.)[12]. Ἀναλόγως δηλονότι τῆς θείας προνοίας καί τῆς φυσικῆς δεκτικότητος τῶν κτισμάτων, ἐμψύχων ἤ ἀψύχων, λογικῶν ἤ ἀλόγων, ἡ θεία ἐνέργεια ἔχει καί ἀνάλογα κτιστά «ἐνεργήματα», ἀποτελέσματα φυσικά ἤ ὑπερφυῆ καί ἔκτακτα (δηλ. θαύματα), καί διακρίνεται (πέραν τῆς δημιουργικῆς) σέ ἐνέργεια συνεκτική (ἡ ὁποία συνέχει, συγκρατεῖ τό πᾶν), προνοητική (ἡ ὁποία προνοεῖ διά τήν πρόοδο τῆς σωτηριώδους «οἰκονομίας» τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς κτίσεως) καί θεουργική, ἡ ὁποία καθαίρει, φωτίζει καί θεοποιεῖ τούς ἀνθρώπους[13] ἤ θεοποιεῖ τούς ἀγγέλους. Ἡ θεία ἐνέργεια ἤ ἀλλιῶς οἱ θεῖες ἐνέργειες δέν εἶναι ὑποστατικές, δηλαδή προσωπικές[14]: δέν ἔχουν πηγή ἕκαστο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά τήν θεία Φύση ἤ Οὐσία καί εἶναι λοιπόν φυσικές καί κοινές τῶν θείων Προσώπων, ἀφοῦ «τά πάντα ἐνεργεῖ ὁ Πατήρ, δι΄ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» [15]. Ἄλλωστε, γιά τόν λόγον αὐτό ἡ Ἕκτη Οἰκουμενική σύνοδος καταδίκασε τόν Μονοθελητισμό καί Μονοενεργητισμό, διότι ὁ Χριστός, ἕνα θεῖο Πρόσωπο σέ δύο τέλειες φύσεις, θεία καί ἀνθρώπινη, δέν ἔχει μία ὑποστατική (προσωπική) θέληση καί ἐνέργεια, ἀλλά δύο φυσικές θελήσεις καί ἐνέργειες, θεία καί ἀνθρώπινη[16]. Βασική γιά ὁποιαδήποτε ὀρθόδοξη προσέγγιση τῆς Τριαδολογίας, Χριστολογίας καί λοιπῆς Θεολογίας μας εἶναι ἡ διάκριση ἀφ’ ἑνός τοῦ ἀκτίστου Τριαδικοῦ Θεοῦ, δηλαδή τῶν Τριῶν Ὑποστάσεων, τῆς θείας Οὐσίας καί τῆς θείας ἐνεργείας, ὅλων ἀκτίστων, τά ὁποῖα πρέπει νά διακρίνονται εὐσεβῶς, ἀλλά εἶναι μεταξύ τους παντελῶς ἀδιαίρετα, καί ἀφ’ ἑτέρου τῆς κτίσεως, τῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία μετέχει μόνον τῶν κοινῶν ἁγιοτριαδικῶν θείων ἐνεργειῶν, καί ὄχι τῶν θείων Ὑποστάσεων ἤ τῆς θείας οὐσίας.
Μετά ἀπό αὐτές τίς διευκρινίσεις, διακρίνουμε ὑπό τήν δευτέρα ἔννοια τῆς «ἀρχῆς», τήν μή χρονική, δύο εἴδη θεϊκῆς «ἀρχῆς», δηλ. αἰτίας ἤ ἐξουσίας[17]. Πρόκειται ἀφ’ ἑνός περί τῆς ἐνδοτριαδικῆς μοναρχίας τοῦ Πατρός, ἔναντι τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τήν ὁποία μόνος ἄναρχος (δηλ. «ἀναίτιος», χωρίς νά ἐκπηγάζει ὑπαρξιακῶς ἀπό κάποια «ἀρχή») εἶναι ὁ Πατέρας[18], ἐπειδή δέν ἔχει τήν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς Του σέ ἄλλο Πρόσωπο τῆς Τριάδος, ἀλλά εἶναι ἡ μόνη αἰτία, ἡ μόνη ἀρχή στήν Ἁγία Τριάδα, ὑποστατική ἀρχή, ἡ μόνη «πηγαία θεότης»[19] ἔναντι τῶν δύο «αἰτιατῶν», τοῦΥἱοῦ καί Λόγου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἐξ οὗ γίνεται λόγος (ἄν καί σπανιώτατα) περί μοναρχίας τοῦ Πατρός.
Στήν ἐνδοτριαδική αὐτή μοναρχία, ὁ Πατήρ εἶναι ὁ μόνος αἴτιος τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο ἄλλων Προσώπων, Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ μέν διά τῆς ὑπερφυοῦς Γεννήσεως, τοῦ δέ διά τῆς Ἐκπορεύσεως ἤ Προβολῆς. Τό τί σημαίνει ὑποστατική Γέννησις καί Ἐκπόρευσις καί σέ τί διαφέρουν, εἶναι θέματα παντελῶς ἀπρόσιτα στήν κτιστή μας λογική[20] · ἁπλῶς γνωρίζουμε, ὅτι ὁ Θεός Πατήρ ὡς «πηγαία καί θεογόνος θεότης» εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο ἄλλων Προσώπων, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει οὔτε, βεβαίως, ὅτι ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι χρονικῶς μεταγενέστεροι τοῦ Πατρός (ἔχοντες δηλ. χρονική ἀρχή), οὔτε ὅτι εἶναι δῆθεν κατώτερης οὐσίας, ἀλλά ὅτι εἶναι ὁμοούσιοι πρός τόν Πατέρα, ὥστε νά εἶναι μέ Αὐτόν, «εἷς Θεός», ἕνας Θεός. Πρόκειται βεβαίως, περί τῶν ὑψίστων τριαδολογικῶν θεμάτων καί ἀγώνων περί τήν Α΄ καί τήν Β΄ Οἰκουμενικές Συνόδους κατά τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν καί Πνευματομάχων, οἱ ὁποῖοι ἐξελίχθηκαν ἀπό τόν πρώιμο αἱρετικό «Μοναρχιανισμό» [21], ἀπό τήν πίστη, ὅτι δῆθεν μόνος κατά κυριολεξίαν Θεός εἶναι ὁ Πατήρ καί ὄχι ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού εἶναι «κατώτεροι θεοί» ἤ ἀκριβέστερα «ἀνώτατα κτίσματα» [22]. Εἶναι, λοιπόν, δυνατόν ὁ λόγος περί «μοναρχίας τοῦ Πατρός» νά παρεκκλίνει στήν αἵρεση τοῦ μοναρχιανισμοῦ, δηλαδή τῆς ἐπιστροφῆς σέ μία μονοπρόσωπη μονοθεΐα, ἰουδαϊκοῦ τύπου, ὅπου μόνος οὐσιαστικῶς Θεός εἶναι ὁ Πατήρ.
Ἡ ἰσότης, τό ὁμοούσιον καί ὁμότιμον, τῶν Τριῶν θείων Προσώπων ἀπαγορεύει ὁποιαδήποτε ἀξιακή κατά τήν φύση (ὄχι ὅμως κατά τήν ὑποστατική αἰτία) ἱεράρχησή τους, ὥστε νά μή εἶναι ἐπιτρεπτή στήν πατερική Θεολογία ἡ ἀναφορά σέ πρῶτο καί δεύτερο καί τρίτο Θεό, ἀλλά νά εἶναι δυνατή ἀκόμη καί ἡ ἐναλλαγή στήν τάξη τῆς ἀναφορᾶς τῶν ὀνομάτων τους, θέση πού ἀνέπτυξε ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἀντιπαράθεση πρός τούς «πνευματομαχοῦντας» Λατίνους, ὅπως καί μία χιλιετία ἐνωρίτερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· γράφει ὁ τῆς Θεσσαλονίκης ὑπέρλαμπρος φωστήρ: «Διότι οὔτε σεβόμαστε τόν Πατέρα ὡς πρῶτο Θεό, δεύτερον δέ τόν Υἱό, τρίτο δέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὥστε πάντοτε νά ἀναφέρουμε τό δεύτερο [ὄνομα] μετά τό πρῶτο καί μετά ἀπό αὐτό τό τρίτο, βάζοντας σέ τάξη ἀναγκαστικῶς ἐκεῖνα πού εἶναι ὑπεράνω τάξεως, ὅπως εἶναι ὑπεράνω καί τῶν ἄλλων πάντων [κτιστῶν]»[23].
Ἡ ἄλλη, ἡ μή ἐνδοτριαδική, μοναρχία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀναφέρεται σέ σύνολη τήν Ἁγία Τριάδα, τόν Θεόν ἡμῶν· συνιστᾷ «ἀρχή» – ἐπί  πάντων τῶν κτισμάτων – τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὡς δημιουργική ἀρχή τους καί ἐξουσία ἐπάνω σέ αὐτά, κοινή τῶν Τριῶν Προσώπων, φυσική λοιπόν, ἀρχή[24], ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ὀνομάζουμε «Θεόν μονάρχην τῶν ὅλων» [25] καί ψάλλουμε στίς Ἐκκλησίες, «εἰ γάρ καί τριλαμπεῖ, μοναρχεῖ τό θεῖον» [26], δηλαδή: ὁ Θεός ἄν καί εἶναι Τρία Φῶτα, ὅμως συνιστᾷ μία ἑνιαία, «μόνη», κυριαρχία, μοναρχία (καί βέβαια καί δημιουργική αἰτία) ἐπί τῶν δημιουργημάτων.
Σέ συντριπτικό ποσοστό περιπτώσεων ὁ ὅρος «θεία μοναρχία» στήν ἐκκλησιαστική διδασκαλία ἀναφέρεται στήν μοναρχία αὐτή συνόλου τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ὄχι ἐκείνην τοῦ Πατρός[27]!
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ φράση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, περί τοῦ ποία εἶναι ἡ μοναρχία τήν ὁποία λατρεύουμε οἱ Χριστιανοί· ἀποτελεῖ δέ καί ἄμεση ἀπάντηση στήν νεοφανῆ «πατρομονιστική» ἤ «πατρο-κεντρική» ἐκκλησιολογία τῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς ΚΠόλεως: «Εἶναι ἡ [θεολογική] μοναρχία ἐκείνη πού τιμᾶται ἀπό ἐμᾶς· ἡ μοναρχία ἐκείνη, ὅμως, τήν ὁποία δέν περιγράφει ἕνα Πρόσωπο […] ἀλλά τήν συνιστᾷ ἡ ὁμοτιμία τῆς φύσεως [τῶν Τριῶν Προσώπων], καί ἡ σύμπνοια τῆς γνώμης, καί ἡ ταυτότητα τῆς κινήσεως, καί ἡ συμφωνία πρός τό Ἕνα Ἐκείνων πού προέρχονται ἀπό αὐτό (πού εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατο γιά τήν κτιστή φύση) […] καί τοῦτο εἶναι γιά ἐμᾶς ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό ἅγιον Πνεῦμα»[28](σημειούσθω, ὅτι ὁ Ἀμερικῆς κ. Ἐλπιδοφόρος, ὡς ἄν ἦτο ἕνας καθ΄ ὅλα decent καί proper αἱρετικός, σέ σχετική ὑποσημ. κειμένου του[29] παρέθεσε τό ὡς ἄνω χωρίο κολοβωθέν: «ἡμῖν δέ μοναρχία τό τιμώμενον» καί οὐδέν ἄλλο … ).
Κατ’ αὐτήν τήν μή ἐνδοτριαδική, ἀλλά «οἰκονομική», μοναρχία, πού ἀναφέρεται στό θεῖο σχέδιο τῆς σωτηρίας, τήν θεία Οἰκονομία, ἔχουμε συνεπῶς τήν «ἀρχή» συνόλου τῆς Ἁγίας Τριάδος – καί ὄχι μόνον τοῦ Πατρός – ἐπί τῆς κτίσεως, ἐπί τῆς δημιουργίας· αὐτή εἶναι κυριαρχία τοῦ Θεοῦ φυσική, ἡ ὁποία ἀσκεῖται μέσῳ τῶν ἀκτίστων θείων δυνάμεων ἤ ἐνεργειῶν· στήν δέ κτίση, ἄγγελοι, δαίμονες, ἄνθρωποι καί λοιπά κτίσματα, εἶναι ὅλοι ὁμόδουλοι[30], ὑπόκεινται σέ φυσική δουλεία πρός τόν Θεό· κατά τό ψαλμικόν, «τά σύμπαντα δοῦλα Σά»[31] (δηλ. «τά πάντα ὑπόκεινται ὡς δοῦλοι σέ Σέ»). Ἐδῶ ὁ ὅρος «μοναρχία» θεωρεῖται ταυτόσημος μέ τήν «Μονοθεΐα», γιά νά δηλώσει, ὅτι δέν ὑπάρχουν οὔτε πολλοί Θεοί[32] μέ ἀντικρουόμενες θελήσεις καί ἐνέργειες (θεοί δημιουργοί, συντηρητές, καταστροφεῖς), ὅπως στήν πολυθεΐα τοῦ ἐθνισμοῦ τῶν διαφόρων θρησκειῶν[33], οὔτε πάλιν ἡ διαρχία, ὁ δυϊσμός (dualismus), δηλαδή ἡ μεταφυσική ἰσοδυναμία καλοῦ καί κακοῦ, φωτός καί σκότους, Θεοῦ καί ὕλης[34], ὅπως πρεσβεύουν κάποια φιλοσοφικά συστήματα ἤ ὁ ἀρχαῖος γνωστικισμός τῶν Μανιχαίων, τῶν λοιπῶν ὁμοφρόνων τους καί τῶν πνευματικῶν ἀπογόνων τους, τῶν Ἐλευθεροτεκτόνων.
Κατά ταῦτα ὑμνοῦμε καί δοξάζουμε τήν «τριαδικήν μονοκρατορίαν»[35] τήν μή ἐνδοτριαδική, ἀλλά «οἰκονομική» μοναρχία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ καί στά Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τά ὁποῖα καί καθ΄ ἕκαστον καί ἀπό κοινοῦ ἔχουν, ὡς «εἷς Θεός», μοναρχίαν ἐπί τῆς κτίσεως.
Ποιά εἶναι, ὅμως, ἡ σχέση τῆς Τριαδικῆς τριλαμποῦς μοναρχίας μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία ;
[17] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣΠρός Βαρλαάμ  21, ἐκδ. Χρήστου, 1, 236ἑ.: «Τρόπος γάρ ἕτερος δημιουργικῆς ἐστιν ἀρχῆς καί τῆς κατ’ αὐτήν μοναρχίας, καί τῆς ἀρχῆς καί μοναρχίας ἐκείνης ἕτερος, ἥ τῆς θεογονίας ἐστίν ἐπώνυμον, ὅς καί σῴζεται τῷ τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τήν ὕπαρξιν ἔχειν ἐκ τοῦ Πατρός, ὥσπερ ἐκεῖνος τῷ δι’ Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι δημιουργόν εἶναι τόν Πατέρα» (μετάφραση: «Διότι εἶναι ἄλλος ὁ τρόπος τῆς δημιουργικῆς ἀρχῆς καί τῆς σύμφωνης μέ αὐτήν μοναρχίας, καί ἄλλος [ὁ τρόπος] τῆς ἀρχῆς καί μοναρχίας ἐκείνης ἡ ὁποία εἶναι συνώνυμη μέ τήν θεογονία, ὁ ὁποῖος [δεύτερος τρόπος] συνίσταται στό ὅτι ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα ἔχουν τήν ὕπαρξη ἀπό τόν Πατέρα, ὅπως ἐκεῖνος [ὁ πρῶτος τρόπος, συνίσταται] στό ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι δημιουργός διά τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι»). Ἱερομ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΡΑΝΤΟΒΙΤΣΤό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 16, ἐκδ. Π.Ι.Π.Μ., Θεσσαλονίκη 1973, σ. 134: «Ἐνταῦθα διακρίνεται σαφῶς ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός, ἡ ἀφορῶσα εἰς τήν προαιώνιον ὕπαρξιν τῶν θείων ὑποστάσεων, ἐκ τῆς “κοινῆς” μοναρχίας, ἀναφερομένης εἰς τήν δημιουργίαν τῶν ὄντων. Ἡ δευτέρα μοναρχία εἶναι ἡ ἐν χρόνῳ μοναρχία, ἐνῷ διά τῆς πρώτης ἐπ’ οὐδενί λόγῳ εἰσάγεται ὁ χρόνος εἰς τόν αἰώνιον Θεόν, λόγῳ τοῦ συναϊδίου τῶν προσώπων».
[18] ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ,Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 1, 8PG 94, 829C: «Εἷς πατήρ ὁ Πατήρ καί ἄναρχος, τοὐτέστιν ἀναίτιος· οὐ γάρ ἔκ τινος. Εἷς υἱός ὁ Υἱός καί οὐκ ἄναρχος͵ τοὐτέστιν οὐκ ἀναίτιος· ἐκ τοῦ Πατρός γάρ. Εἰ δέ τήν ἀπό χρόνου λάβοις ἀρχήν, καί ἄναρχος· ποιητής γάρ χρόνων οὐχ ὑπό χρόνον»ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣΛόγοι ἀποδεικτικοί περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 1, 14, ἐκδ. Π. Χρήστου, 1, 41: «Ὁ δέ Πατήρ πρός τῷ πηγή τῶν πάντων εἶναι διά τοῦ Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, καί πηγή καί ἀρχή ἐστι θεότητος μόνος θεογόνος ὤν».
Η συνέχεια: tasthyras
Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΟΡΘΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ. ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟ. ΕΚΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΟΥΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ. ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΥΙΟΣ ΖΗΣΗΣ. ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ, ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΑΡΧΕΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΩΔΗ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΤΑΥΤΙΣΕΩΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΠΟΙΑΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ. ΣΥΜΠΛΕΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ, ΑΙΔΙΟ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ.ΣΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΑΙΤΙΑ. ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΕΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΟΥΤΕ ΣΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΟΥΤΕ ΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ. ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ, ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ.
 Άγιος Γρηγόριος: «Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στην Αγία Τριάδα Μοναρχία και Πατρότης;!» Και απαντά, “Λόγος ΚΘ, 2, 8”: «Ημείς όμως τιμώμεν την μοναρχίαν, και μάλιστα την μοναρχίαν η οποία δεν περιορίζεται εις ένα πρόσωπον, αλλά μοναρχίαν την οποίαν πραγματοποιεί η ισοτιμία της φύσεως, η σύμπνοια της γνώμης, η ταυτότης της κινήσεως και η συμφωνία με το ένα πρόσωπον, πράγμα που δεν επιτυγχάνεται εις την κτιστήν φύσιν, δια τούτο μονάς απ’ αρχής, εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη».
 “Λόγος ΚΘ, 16, 9”: «Η ονομασία Πατήρ δεν είναι χαρακτηρισμός ούτε της ουσίας, ούτε της ενεργείας, αλλά σημαίνει την σχέσιν του Πατρός προς τον Υιόν ή του Υιού προς τον Πατέρα. Όπως δηλ. εις ημάς τους ανθρώπους αι ονομασίαι αύται φανερώνουν την γνησιότητα και την ομοιότητα φύσεως μεταξύ γεννήτορος και γεννηθέντος».
  Γρ. Θεολόγος: Το αίτιον δεν είναι αρχαιότερον από εκείνα των οποίων είναι αίτιον. Διότι ούτε ο ήλιος είναι αρχαιότερος από το Φως.

Αμέθυστος

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

«Ἡ Ἁγία Τριάδα δέν εἶναι εἰκόνα Ἱεραρχίας!»


Τά τελευταῖα χρόνια συχνά ἀκοῦμε τούς ὅρους «Νεο-Πατερική Σύνθεση» καί «Μετα-Πατερική Θεολογία». 

Οἱ ὅροι αὐτοί ἔχουν καταστεῖ ἀντιλεγόμενοι: κάποιοι θεολόγοι, οἱ «προοδευτικοί», ὑποστηρίζουν, μέ ἐνίοτε ἔντονη καί κάποτε μάλιστα κάπως στερεότυπη φρασεολογία, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καί «ἐπείγουσα ἀπαίτηση τῶν καιρῶν» νά προχωρήσει ἡ ὀρθόδοξη θεολογία σέ «νέες συνθέσεις», ἀπελευθερούμενη ἀπό τό «γράμμα» τῶν κειμένων τῶν Ἁγίων Πατέρων, οὕτως ὥστε νά ἀπαντήσει «στίς ἀγωνίες καί στά ἐρωτήματα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου». 

Ἄλλοι, οἱ «συντηρητικοί», ἀντιτάσσονται μέ σταθερότητα καί ἐπιμονή σέ κάθε τέτοια ἀπόπειρα. 

Αὐτό, πού ὅμως δέν συμβαίνει ὅσο συχνά καί μεθοδικά θά ἀνέμενε κανείς, εἶναι ἡ προσπάθεια νά ἐπικεντρωθεῖ κάθε φορά ἡ συζήτηση σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις, μέ τήν ἀντιπαραβολή κειμένων καί ἀπόψεων, ὥστε νά καταστεῖ σαφές περί τίνος ἀκριβῶς πρόκειται καί πόσο σημαντικό εἶναι αὐτό, πού ἑκάστοτε διακυβεύεται, καθώς καί ἡ “ἰδεολογική συνάφεια”, στήν ὁποία ἐγγράφεται κάθε ἄποψη.
Γιά νά καταστήσουμε σαφές αὐτό πού προσ­παθοῦμε νά ποῦμε, θά δώσουμε ἕνα συγκεκριμένο παράδειγμα: Θά παρουσιάσουμε πρῶτα μιά θεολογική ἄποψη, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νά καταστεῖ κυρίαρχη στίς ἡμέρες μας καί ἡ ὁποία αὐτοπαρουσιάζεται ὡς τό κατ’ ἐξοχήν δεῖγμα «νέο-πατερικῆς σύνθεσης». Κατόπιν, θά ἀντιπαραβάλουμε σέ αὐτήν ἕνα «κλασσικό» Πατερικό κείμενο, ὅπως αὐτό ἔχει ἀκριβῶς διατυπωθεῖ κατά «τό γράμμα» του.
Ὑποστηρικτής τῆς θεολογικῆς ἄποψης, στήν ὁποία ἀναφερθήκαμε, εἶναι ὁ πιό προβεβλημένος σύγχρονος Ἕλληνας θεολόγος, ὁ Ἐπίσκοπος Περγάμου Ἰωάννης. Ἡ ἄποψή του δέ αὐτή, ἀφορᾶ κατά πρῶτον στήν Ἁγία Τριάδα καί εἰδικότερα τίς σχέσεις τοῦ Πατρός μέ τόν Υἱό. Ἀπό τή συγκεκριμένη δέ παρουσίαση τῶν σχέσεων τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, καί μέ τήν περαιτέρῳ ὑπόρρητη παραδοχή ὅτι ἡ «δομή» τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἐκείνη τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά εἶναι ὁμόλογες, ὁ ὡς ἄνω Ἐπίσκοπος ἐπιχειρεῖ νά συνάγει συμπεράσματα, σχετικά μέ τήν ὀργάνωση καί τή διοίκηση τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας.
Σύμφωνα, λοιπόν, μέ ἕνα πρόσφατο δημοσίευμα στήν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος» (βλ. φύλλο τῆς 5ης Ἰουλίου 2019), ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης ἔχει ὑποστηρίξει τά ἑξῆς: «Ἔχουμε νά κάνουμε μέ θεολογικό ζήτημα. Ἡ ἔννοια τῆς ἱεραρχίας ὑποδηλώνει μιά διαβάθμιση. Δηλαδή δέν ἔχουμε αὐτόματα συνύπαρξη, ἀλλά ὕπαρξη πού μεταφέρεται ἀπό ἕνα σέ ἄλλον. Ὀντολογικά ἱεραρχία αὐτό σημαίνει. Καί στήν Ἁγία Τριάδα ἡ πηγή, ἡ ἀρχή εἶναι ὁ Πατήρ. Ἀπό ἐκεῖ πηγάζουν καί ἐμφανίζονται τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄν ποῦμε ὅτι τά πρόσωπα ἐμφανίζονται ξαφνικά καί τά τρία μαζί … τότε καταργοῦμε ὅλη τήν ἔννοια τῆς αἰτιότητας πού ὑπεστήριξαν οἱ Καππαδόκες Πατέρες…Ἀπό τήν στιγμή, ὅμως, πού εἰσάγουμε αὐτή τήν αἰτιότητα, εἰσάγουμε ἱεραρχία. Δέν εἶναι δυνατόν νά λές ὅτι ὁ Υἱός προέρχεται ἀπό τόν Πατέρα, εἶναι ἐκ τοῦ Πατρός καί συγχρόνως νά βάλεις τόν Υἱόν πάνω ἀπό τόν Πατέρα –πῶς θά Τόν βάλεις– ἤ δίπλα Του; Λοιπόν ἄν μέσα στήν Ἁγία Τριάδα, τό γνησιότερο εἶναι πού εἶναι ὁ Θεός, ἄν ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει ἱεραρχία, πῶς εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία, πού εἰκονίζει τήν Ἁγία Τριάδα, νά μή ἀντανακλᾶ αὐτήν τήν κατάσταση;…».
Στό παραπάνω ἀπόσπασμα μπορεῖ κανείς νά παρατηρήσει δύο κρίσιμα στοιχεῖα τῆς ἐν λόγῳ ἄποψης: ὅτι ὁ Πατήρ, ὡς πηγή τοῦ Υἱοῦ, ὑπερέχει ἱεραρχικῶς Αὐτοῦ καί εἶναι ὁ Πρῶτος μεταξύ τῆς Τριάδος τῶν Προσώπων. Ἑπομένως, πρέπει καί στήν Ἐκκλησία νά ἀναγνωρισθεῖ κάποιος (βλ. ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως), ὁ ὁποῖος, ἔχοντας θέση ὁμόλογη μέ ἐκείνη τοῦ Πατρός, θά ὑπερέχει ὡς Πρῶτος, ὡς φέρων τό Πρωτεῖο τῆς Τιμῆς, σέ ὅλο τό Ἐκκλησιαστικό Σῶμα. 

 Εἶναι, βέβαια, γνωστή ἡ ἀναστάτωση πού ἤδη ἔχει προκληθεῖ στήν Ἐκκλησία καί ὑπάρχει κίνδυνος νά ἐνταθεῖ ἔτι περαιτέρῳ ἀπό τήν θεολογική καί ἐκκλησιολογική αὐτή ἄποψη, ὥστε νά μή χρειάζεται νά ποῦμε κάτι περισσότερο ἐπ’ αὐτοῦ.
Τό Πατερικό κείμενο, περικοπές τοῦ ὁποίου θά παραθέσουμε, γράφηκε ἀπό ἕνα κάπως ξεχασμένο σήμερα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, τόν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας καί ἀφορᾶ στήν Εὐαγγελική ρήση: «Καθώς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατήρ, κἀγώ ζῶ διά τόν Πατέρα καί ὁ τρώγων με, κἀκεῖνος ζήσεται δι’ ἐμέ» (βλ. «Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον», Πατρολογία Migne, τόμος 73, σελ. 585 κ.ἑ.). 

Ἡ βασική θέση στήν ὁποία στηρίζεται ἐδῶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος εἶναι ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ὁ «ἀκριβής χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Πατρός».
Βέβαια, ὁ Ἅγιος ἔχει ἐπισημάνει τόν κίνδυνο πού συνεπάγεται ἡ περιέργεια στά θέματα τῆς Πίστης: «Καί περιεργάζεσθαι μέν τό πίστει παραδεκτόν, ὡς ἐπί τό πλεῖστον οὐκ ἀσφαλές…» (Τό νά περιεργάζεται κανείς ἐκεῖνο πού εἶναι παραδεκτό μέ τήν Πίστη, τίς περισσότερες φορές ἐγκυμονεῖ κινδύνους σφάλματος). Ταὐτοχρόνως, ὅμως, ἔχει ὑποδείξει τήν ἀνάγκη νά ὑποβάλλονται οἱ ἀπόψεις, πού τυχόν ὑποστηρίζονται, σέ ἔρευνα καί ἐξέταση («βασανιστέον»), οὕτως ὥστε νά μή ὑψηλοφρονοῦν οἱ ἑκάστοτε ἀντίπαλοι («ἵνα μή μέγα φρονεῖεν ἐφ’ ἑαυτοῖς οἱ δι’ ἐναντίας»).
Προχωρῶντας, λοιπόν, ὑπό τούς ἄνω ὅρους, στήν ἐξέταση τῆς «σχέσης» τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα, ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἀναφέρει, μεταξύ ἄλλων, τά ἑξῆς: «….τόν Μονογενῆ τῷ Θεῷ καί Πατρί συνδοξάζομεν, οὐ κατά τινα διαφοράν, ἀλλ’ ἐν ἰσότητι τιμῆς καί δόξης, ὡς Θεόν ἐκ Θεοῦ, καί φῶς ἐκ φωτός καί ζωήν ἐκ ζωῆς» (=δοξάζουμε ἀπό κοινοῦ τόν Μονογενῆ Υἱό μέ τόν Θεό καί Πατέρα, χωρίς νά δεχόμαστε κάποια διαφορά ἀνάμεσά Τους, ἀλλά ἀναγνωρίζοντας τήν ἰσότητά Τους ὡς πρός τήν τιμή καί τήν δόξα πού Τούς ἀπονέμουμε, ὡς Θεόν ἐκ Θεοῦ καί φῶς ἐκ φωτός καί ζωή ἐκ ζωῆς)». Ἀκόμη, ὁ ἅγιος ἀναφέρει ὅτι: «…Ζωήν εἶναι, φῄς, κατά φύσιν τόν Θεόν καί Πατέρα. Καλῶς. Ἔχει γάρ οὕτως. Ἀλλ’ ἔστι καί ἐν Υἱῷ…. Ἄρα (ὁ Πατήρ) μεταδώσει τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς τῷ ἰδίῳ γεννήματι, καθάπερ δεομένῳ, καί οὐκ ἔχοντι τήν ζωήν ἐξ ἑαυτοῦ; Καί πῶς οὐκ ἀνάγκη πᾶσα νοεῖν ἔρημον εἶναι ζωῆς τόν Υἱόν; Τό δέ ζωῆς ἔρημον, τί ἄν ἕτερον εἴη λοιπόν ἤ φθαρτόν; Ἀλλ’ οὐ μεταδώσει τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς τῷ γεννήματι; Ζωή γάρ καί εἰ μή δέχοιτο παρ’ αὐτοῦ. Πῶς οὖν ἔτι συκοφαντοῦσι τινές ἀθυρογλωττοῦντες ἀφυλάκτως καί διά τοῦ­το λέγουσι ζῆν τόν Υἱόν, ἐπείπερ ἔχει ζωήν ὄντα κατά φύσιν ἐν ἑαυτῷ τόν Πατέρα; Εἰ μέν γάρ ζῇ καί δίχα τοῦ Πατρός, ὡς ὑπάρχων οὐσιωδῶς καί αὐτός ζωή, οὐκέτι ζῇ διά τόν Πατέρα, τοὐτέστι διά τήν ἐκ Πατρός μετάληψιν. Εἰ δέ χορηγόν τῆς ἰδίας ζωῆς ἔχει τόν Πατέρα, ζωήν ἰδίαν οὐκ ἔχων αὐτός ἀναδειχθήσεται δανείζεται γάρ τήν παρ’ ἑτέρου….(Λέγεις ὅτι ὁ Θεός καί Πατήρ εἶναι κατά τή φύση Του Ζωή. Καλῶς. Πρά­γματι, ἔτσι εἶναι. Ἀλλά –ἡ Ζωή– εἶναι καί στόν Υἱό… Ἄρα –ὁ Πατήρ– θά μεταδώσει τή δική Του Ζωή στό δικό Του Γέννημα –τόν Υἱό–, ὡσάν νά τό εἶχε ἀνάγκη –ὁ Υἱός– καί νά μή εἶχε Ζωή ἀπό μόνος Του; Καί πῶς δέν θά ἦταν κανείς ἀναγκασμένος νά σκεφτεῖ ὅτι ὁ Υἱός θά ἦταν –σέ μιά τέτοια περίπτωση–ἔρημος ἀπό ζωή; Τό νά εἶναι δέ κάτι ἔρημο ζωῆς, τί ἄλλο σημαίνει ἀπό τό ὅτι θά ἦταν φθαρτό; Ἑπομένως, δέν θά μεταδώσει –ὁ Πατήρ– τή δική Του ζωή στό Γέννημά Του – στόν Υἱό. Διότι –ὁ Υἱός– εἶναι ζωή, ἀκόμη καί ἐάν δέν δεχόταν –ζωή– ἀπό Αὐτόν –τόν Πατέρα. Πῶς λοιπόν ἀκόμη συκοφαντοῦν κάποιοι ἀθυρόστομοι καί λέγουν χωρίς νά φυλάγονται ὅτι ὁ Υἱός ζῆ γιά τόν λόγο αὐτό, ἐπειδή δηλαδή ἔχει ἐν Ἑαυτῷ τόν Πατέρα κατά φύσιν; Διότι ἐάν ζῆ καί χωρίς τόν Πατέρα, διότι ὑπάρχει καί ζῆ οὐσιωδῶς, δέν ζῆ διά τόν Πατέρα, λόγῳ τοῦ ὅτι, δηλαδή, μεταλαμβάνει τήν ζωή ἀπό τόν Πατέρα. Ἐάν δέ ἔχει χορηγό τῆς δικῆς Του ζωῆς τόν Πατέρα, θά φανερωθεῖ ὅτι Αὐτός –ὁ Υἱός– δέν ἔχει δική Του ζωή, διότι δανείζεται τή ζωή ἀπό ἄλλον…). Ἐπίσης, ὁ Ἅγιος Κύριλλος γράφει: «Ὅταν οὖν λέγῃ: “Ζῶ διά τόν Πατέρα”, μή νομίσῃς ὅτι διά τό δέχεσθαι τήν παρά τοῦ Πατρός ζωήν, ζῆν ἑαυτόν ὁμολογεῖ, ἀλλ’ ἐπείπερ ἐκ ζῶντος ἐγεννήθη Πατρός, διά τοῦτο καί ζῆν ἑαυτόν διϊσχυρίσατο. Οὐ γάρ ἐνεχώρει μή ζῆν τόν ἐκ ζῶντος Πατρός…» (Ὅταν λοιπόν λέγη –ὁ Υἱός– “Ζῶ διά τόν Πατέρα”, μή νομίσεις ὅτι ὁμολογεῖ γιά τόν Ἑαυτό Του ὅτι ζῆ, ἐπειδή δέχεται τήν ζωή ἀπό τόν Πατέρα, ἀλλά ἐπειδή ἀκριβῶς γεννήθηκε ἀπό ζῶντα Πατέρα, γι’ αὐτό καί ἰσχυρίζεται ὅτι ζῆ ὁ ἴδιος – ὁ Υἱός. Διότι δέν θά ἦταν δυνατό νά μή ἔχει ζωή Αὐτός πού προέρχεται ἀπό τόν ζῶντα Πατέρα…). Καί ἀκόμη, «ἐπεί πῶς ἔσται χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως τοῦ γεννήσαντος αὐτόν, πῶς δέ εἰκών καί ὁμοίωσις ἀκριβής; Ἤ πῶς οὐκ ὀρθῶς ἐποίει λέγων ὁ Φίλιππος “δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα καί ἀρκεῖ ἡμῖν;”….» (διότι πῶς θά εἶναι ἀκριβές ἀντίγραφο τῆς ὑποστάσεως τοῦ Γεννήσαντος Αὐτόν, πῶς δέ θά εἶναι ἀκριβής εἰκών καί ὁμοίωσις; Ἤ δέν ἔκανε καλά ὁ Φίλιππος πού εἶπε “δεῖξε μας τόν Πατέρα καί μᾶς ἀρκεῖ;”…). Ἐπίσης, ὁ Ἅγιος ἀναφέρει καί τά ἑξῆς: «Πῶς γάρ ἄν καί ἀληθεῦσαι λέγων “Ἐγώ εἰμί ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή;” Ζωή γάρ ἐστίν τό ζωογονοῦν, οὐ τό παρ’ ἑτέρου ζωῆς ἐπιδεές» (πῶς λοιπόν θά ἔλεγε τήν ἀλήθεια –ὁ Χριστός– ὅταν εἶπε: “Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή; ”Διότι ζωή εἶναι αὐτό πού ζωογονεῖ, ὄχι ἐκεῖνο πού ἔχει ἀνάγκη νά λάβει ζωή ἀπό ἄλλον). Καί ἀκόμη: «Ὁρᾶς ἀληθεύοντα τόν Ψαλμῳδόν… ὅτε φησί πρός τόν τῶν ὅλων Πατέρα Θεόν: “Ὅτι παρά σοί πηγή ζωῆς;” ἦν γάρ καί ἔστι παρ’ αὐτῷ πηγή ζωῆς ὁ Υἱός» (βλέπεις ὅτι ὁ Ψαλμῳδός Δαβίδ λέγει τήν ἀλήθεια, ὅταν λέγει πρός τόν Πατέρα τῶν ὅλων Θεόν: ὅτι δίπλα σέ Σένα –τόν Πατέρα– ὑπάρχει ἡ πηγή τῆς ζωῆς – ὁ Υἱός. Διότι ἦταν καί εἶναι δίπλα Του ὁ Υἱός ὡς πηγή ζωῆς).
Ἤδη ἔχουμε ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἅγιος Κύριλλος, Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει ἐπισημάνει πώς εἶναι ἐπικίνδυνο νά πολυπραγμονεῖ κανείς τά ζητήματα τῆς Πίστεως. 

Συνεπῶς, δέν πρόκειται νά προβοῦμε σέ κάποιο ἰδιαίτερο σχόλιο οὔτε, πολύ λιγότερο, νά ἐπιχειρήσουμε νά ἐπεξεργασθοῦμε τό ἰδιαίτερα δύσκολο καί ὑψηλό κείμενό του, πού προπαραθέσαμε. 

Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁμολογεῖ ἄλλωστε, ὅτι «ἀσυμφανέστερος μέν τῶν προκειμένων ὁ νοῦς καί οὐ τῇ τυχούσῃ δυσχερείᾳ κατημφιεσμένος» (τό νόημα τοῦ ἑρμηνευτέου εὐαγγελικοῦ κειμένου δέν εἶναι καθόλου φανερό καί περιβάλλεται μέ ὄχι τυχαία δυσκολία). Ἁπλῶς, θελήσαμε μέ τήν παράθεση κάποιων περικοπῶν του νά ἐπιστήσουμε τήν προσοχή στά θέματα πού ἀναπτύσσει: ὅτι, δηλαδή, ὁ Υἱός εἶναι Αὐτοζωή καί Ἴσος ὡς πρός τήν Τιμή καί τή Δόξα μέ τόν Πατέρα, εἶναι «παρά τῷ Πατρί» (δίπλα στόν Πατέρα) καί ὅτι ἑπομένως δέν ὑπάρχει Πρωτεῖο Τιμῆς μεταξύ τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Περαιτέρῳ, μένοντας μόνο στήν πρώτη ἐντύπωση ἀπό τήν ἁπλῆ ἀνάγνωση τῶν κειμένων, ἀνακύπτει τό ἑξῆς ἐρώτημα: Ποιό ἀπό τά δύο κείμενα πού ἀντιπαραβάλαμε φαίνεται νά εἶναι περισσότερο σύνθετο, πιό πολυδιάστατο, πιό βαθύ καί ἀκριβές, πιό σύμφωνο μέ τό “πνεῦμα” καί τό “γράμμα” τῆς Ἁγίας Γραφῆς; Ποιό πάλι φαίνεται νά ἀναπαράγει ἀπόψεις παγανιστῶν φιλοσόφων, ὅπως τοῦ Πλωτίνου, πού δίδασκε ὅτι ἐντός τῆς θεότητας ὑπάρχουν τρεῖς ὑποστάσεις διαβαθμισμένες σέ τρεῖς βαθμούς–«ἀνόμοιες» καί «ἔκφυλες»; Μέ τίς τρέχουσες ἀντιλήψεις πού περιορίζουν τή σκέψη μας θά ἀνέμενε, ἴσως, κανείς ὅτι τό χρονολογικά ὕστερο –ἄς τό ποῦμε Νέοπατερικό– κείμενο, τό ὁποῖο παραθέσαμε ἐδῶ πρῶτο, θά ἦταν καί τό πιό «στέρεο», τό πιό «μοντέρνο» καί «ζωντανό». Ἐνῷ τό ἀρχαιότερο Πατερικό κείμενο θά ἔπρεπε νά ἦταν «ξεπερασμένο», «συντηρητικό» καί «ἀποστειρωμένο». Νομίζουμε, ὅμως, ὅτι ἡ ἔστω πρόχειρη ἀνάγνωσή τους δέν δικαιολογεῖ καθόλου ἕνα τέτοιο συμπέρασμα.
Γιά νά μή θεωρηθεῖ δέ ὅτι ὁ Ἅγιος Κύριλλος διαφωνοῦσε ὡς πρός τό ζήτημα αὐτό μέ τούς Καππαδόκες Πατέρες, τούς ὁποίους ἐπικαλεῖται ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης, παραθέτουμε τό ἑξῆς ἀπόσπασμα ἀπό τόν Γ’ Θεολογικό Λόγο τοῦ Καππαδόκη Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, περί τοῦ ὅτι ὁ ὅρος «Μοναρχία» δέν σημαίνει Μοναρχία τοῦ Ἑνός Πατρός ἐπί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά τήν ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδος «ὁμοτιμία», τή «σύμπνοια τῆς γνώμης», τήν «ταυτότητα τῆς κινήσεως» καί τή «σύννευση»: «Ἡμῖν δέ μοναρχία τό τιμώμενον, μοναρχία δέ οὐχ ἕν περιγράφει πρόσωπον, ἔστι γάρ καί τό ἕν στασιάζον πρός ἑαυτό πολλά καθίστασθαι, ἀλλ’ ἥν φύσεως ὁμοτιμία συνίστησι καί γνώμης σύμπνοια καί ταυτότης κινήσεως καί πρός τό ἕν τῶν ἐξ αὐτοῦ σύννευσις…» (Ἀπό ἐμᾶς τιμᾶται ἡ μοναρχία. Ὄχι ὅμως ἡ μοναρχία, ὅπου ἡ ἐξουσία ἀνήκει μόνο σέ ἕνα πρόσωπο, διότι εἶναι δυνατόν καί τό ἕνα νά γίνεται πολλά, σέ περίπτωση πού ἐπαναστατήσει κατά τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀλλά ἐκείνη –ἡ μοναρχία–, ἡ ὁποία συνίσταται ἀπό τήν ὁμοτιμία τῆς φύσης, ἀπό τή σύμπνοια τῆς γνώμης, ἀπό τήν ταυτότητα τῆς κίνησης καί ἀπό τήν συναίνεση τῶν δύο πρός τό ἕνα, ἀπό τό ὁποῖο προῆλθαν…)
ΝΟΜΟΜΑΘΗΣ
Πηγή: «Ἐνοριακή Εὐλογία», Αὔγ. – Σεπτ. 2018

Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

ΔΙ’ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Είναι καιρός να ξεσκονίσουμε και να καθαρίσουμε λίγο, με την βοήθεια των ύστερων Πατέρων της Εκκλησίας, με τους οποίους δέν καταπιάνονται οι αιρετικοί τής σήμερον, τις κενολογίες που ακούμε περί Αγίας Τριάδος, απο τους Ρώσους θεολόγους και τους ρωσόφιλους Ζηζιούλα και Γιανναρά.
Ο Μπουλγκάκοφ, ο οποίος είναι ίσως ο πιό αγαθός και ανόητος θεολόγος των Ρώσων της διασποράς που μας άλλαξαν την πίστη, επιμένει στήν προσπάθειά του νά ορίσει τήν Ενότητα της Αγίας Τριάδος, διότι δέν επετεύχθη απο τους Πατέρες καθώς δέν καθόρισαν την εσωτερική συσχέτιση των Αγίων Προσώπων, των Τρι-Εγώ. Την προβληματική αυτή υιοθέτησε τυφλά και ο Ζηζιούλας και διά τής αναλογίας και ο Γιανναράς. Και όλοι τους έχουν επιδοθεί με ζήλο να εισάγουν στην θεολογία την συνείδηση, στην θέση του Είναι, όπως είχε διαμορφωθεί απο τον Σχολαστικισμό, αλλά όχι απο τους Ορθοδόξους Πατέρες, όπως έχει ήδη επιτευχθεί η επιχείρηση αυτή και στους προτεστάντες και στους καθολικούς. 

Για να το κατορθώσουν, να ορίσουν δηλαδή σχέσεις μεταξύ τριών ΕΓΩ, στην Αγία Τριάδα, κατήργησαν την ουσία του Θεού, διότι την ερμήνευσαν και αυτοί Σχολαστικά, όχι όπως είχε ορισθεί απο τους Αρχαίους. Και παλεύουν λυσσαλέα να στριμώξουν το δόγμα στα γυμνά Θεία πρόσωπα. Επινοούν Μοναρχίες, Ιεραρχίες, αριθμήσεις, εικονισμούς και στην αιώνιο και στην οικονομική Τριάδα, κηρύττουν τήν Σωτηρία όλων απάξ διά παντός και αγωνίζονται για την Σωτηρία του κόσμου. Επινοούν τέρατα και σημεία. ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ.
Ας ακούσουμε λίγο τους Πατέρες, στα θέματα αυτά! 

Όσον αφορά την Μοναρχία του Πατρός που διαφημίζουν διάφοροι Καζανόβες του Πατριαρχείου, ο Γρηγόριος Παλαμάς, στο περί ενώσεως και διακρίσεως, γράφει: «Ού γάρ εις εν αίτιον και μίαν αρχήν αναίτιον, αναφέρουσι τα πάντα. Η ουσία είναι αιτία των ενεργειών. Ουδεμία ενέργεια είναι αυθυπόστατος.  Υπέρκειται αυτών κατά το αίτιον. Ώς ενεργείας του Θεού πρό των αιώνων εννοούμε την ζωή, την αθανασία, την απλότητα, την απειρία, όλα τα φύσει περί τον Θεόν. Το αγαθόν και το υπερούσιον, το άναρχον και το άπειρον κ.τ.λ. είναι περι τόν Θεόν εξ’αϊδίου.
Η θεοποιός δωρεά του πνεύματος, της οποίας υπέρκειται ο Θεός κατ’ουσίαν, ονομάζεται αγένητος Θέωσις αλλά και Θεότης. 

Μάξιμος Ομολογητής: κεφ. Θεολογικά 2.86: Η ΘΕΟΠΟΙΟΣ ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ: Η Βασιλεία του Θεού.
Η Βασιλεία του Χριστού είναι κάτι υπέρ τους αιώνας, είναι δέ η κληρονομία των σωζομένων! Θα κληρονομήσουν την φύσιν και ουσίαν του Θεού; Όχι βέβαια, αλλά την θεοποιόν Χάριν και την Θείαν Βασιλείαν, η οποία άν και δέν είναι Φύσις (εφόσον η φύσις αμέθεκτος), είναι όμως φυσική ενέργεια του Θεού ακολουθούσα φυσικώς τον Θεόν και παρατηρουμένη περί αυτόν αχωρίστως. Εις ημάς το πνεύμα είναι ώς δώρον Θεού, αλλά δώρον ζωής, δώρον ελευθερίας, δώρον δυνάμεως. «Διά τούτο και είναι ομότιμον με τον δώσαντα». 

Καταργώντας την ουσία λοιπόν καταργείται η Βασιλεία ή μετάνοια. Η Σωτηρία η ίδια καθίσταται Ματαία. Εικονική. Μόνη ζωή η αναλογία. Γινόμαστε ποιητικές μεταφορές, διότι η αναλογία είναι πάνω απ’όλα λογοτεχνικό είδος. Η πίστις μας ματαία, διότι η θέωσις είναι η μυστική ανάσταση. Και όμως αυτούς τους ματαιόδοξους τους ανεχόμαστε καρτερικά να σβύνουν απο την Μνήμη της Εκκλησίας την δυνατότητα της Σωτηρίας μας! ΠΕΡΙΕΡΓΩΣ!
«Ού μικρόν» εν τοίς περί Θεού το παραμικρόν (Παλαμάς, περί ενώσεως και διακρίσεως) 

«Το είναι αίτιον» τυγχάνει ακοινώνητον, ιδίωμα της πατρικής υποστάσεως η ουσία θεωρείται το περιεχόμενον της υποστάσεως. Τα υποστατικά (σχέσεις) δέν ιδρύουν την υπόστασιν ούτε ταυτίζονται μετ’αυτής αλλά την χαρακτηρίζουν. Είναι σημεία της αρρήτου διαφοράς των προσώπων. Η σχέσις είναι σχέσις διαφοράς και όχι σχέσις αντιθέσεως.
Η λέξις «ΠΑΤΗΡ» χρησιμοποιείται για να επισημάνει την πρωταρχικήν και προαιώνιον «παρθενίαν» του Θείου Είναι. Ο «ΠΑΤΗΡ» είναι «παρθένος πατήρ» ο έν παρθενία προ πάντων των αιώνων γεννών τον παρθένον Υιόν και εκπορεύων το Άγιον Πνεύμα. Είναι η θεογόνος Θεότης. 

Ο Υιός είναι η παρθενία του Πατρός, ο εκ του Παρθένου Πατρός προ αιώνων γεννημένος, προοριζόμενος να γεννηθεί επ’εσχάτων εκ παρθένου Μαρίας.
Η Γέννησις Του είναι γέννησις εκ της ουσίας του Πατρός κατά την πατερικήν υπόστασιν, δια της οποίας λαμβάνει την θεότητα του Πατρός αλλ’ουχί και τα της πατρικής υποστάσεως. 

Οι Αληθείς προσκυνηταί προσκυνούν τον Πατέρα «εν Πνεύματι και Αληθεία» δηλαδή «εν Υιώ και Πνεύματι»!
Ο Πατήρ δέν είναι η ουσία του Θεού αλλά έχει την ουσίαν. Ο Υιός και το Πνεύμα δέν είναι η ουσία του Πατρός, αλλά λαμβάνουν και έχουν προαιωνίως την αυτήν Πατρικήν ουσίαν. 

Ο προαιώνιος τρόπος υπάρξεως του Υιού και το ίδιον Αυτού είναι η εκ του Πατρός γέννησις. Η γέννησις όπως η αγεννησία δέν είναι φύσις, αλλά περί τήν φύσιν. Η γεννηθείσα υπόστασις είναι διαφορετική της φύσεως. Η γέννησις είναι τής τού Πατρός φύσεως έργον και ουχί έργον τής θελήσεως. Η γέννησις έπεται τη φύσει αλλά τη φύσει τη ούση του αγεννήτου Πατρός. Η φύσις δέν θεωρείται ώς κέντρον τι εν των οποίω διακρίνονται εκ των υστέρων αι υποστάσεις.
Το κτίσμα δέν είναι συναΐδιον του κτίζειν δηλαδή της δημιουργικής δυνάμεως και θελήσεως του Θεού [Ο Γιανναράς λοιπόν ο οποίος διδάσκει ότι ο Πατήρ ελευθέρως με αγάπη και διά της θελήσεως του γεννά τον Υιό, υποβιβάζει τον Κύριο σε κτίσμα, επιστρέφοντας και αυτός με την σειρά του στην πρώτη περίοδο της Εκκλησίας, αλλά στήν περίοδο των μεγάλων αιρέσεων, σαν αιρετικός] ΜΙΑ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΦΥΣΙΣ.

Και τέλος Άγιος Μάξιμος, Κεφάλαια περί Θεολογίας, Εκατοντάς, Α,7!
Καμιά αρχή, καμιά μεσότητα, κανένα τέλος δέν αρνείται την κατηγορία της σχέσεως. Ο Θεός όμως που είναι άπειρες φορές άπειρα ανώτερος απο κάθε σχέση, δέν είναι φυσικά ούτε αρχή, ούτε μεσότης, ούτε τέλος. Ούτε είναι τίποτε απ’όλα αυτά που μπορούν να δεχθούν στην σχέση τους την κατηγορία του πρός τί. 

Ας ολοκληρώσουμε ξανά με τον Άγιο Γρηγόριο, προς Ακίνδυνον 2.7,16...
Ανευ του ιδίου των υποστάσεων δέν δύναται να υπάρχη Τριάς άνευ δέ του ενιαίου του Θεού δέν δύναται να υπάρχει μοναρχία, δηλ. μία και η αυτή θεότης. Δέν υπάρχει μόνον διαφορά ουσίας και υποστάσεως, υπάρχει και διαφορά υποστάσεως και υποστατικών. 

Η Λέξη «ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ» ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ.
Τα υποστατικά ιδιώματα δέν είναι η υπόστασις, αλλά τα χαρακτηριστικά υποστάσεως τα υποστατικά λοιπόν δέν ονομάζονται υποστάσεις και αυθυπόστατα, αλλά «Ενυπόστατα» ώς περί την υπόστασιν όντα! (Περι θεοποιού μεθέξεως) 

Τα γνωριστικά ιδιώματα των προσώπων της Αγίας Τριάδος δέν έχουν την φύσιν ώς αρχήν, αλλά την υπόστασιν.
Τα φυσικά ιδιώματα είναι αι ενέργειαι του Τριαδικού Θεού! Όπως τα υποστατικά χαρακτηρίζουν τάς υποστάσεις, ούτω και τα φυσικά δέν είναι φύσις αλλά τα χαρακτηριστικά φύσεως. Τα φυσικά είναι κοινά των υποστάσεων. Τα υποστατικά είναι αι ακοινώνηται ιδιότητες της Αγίας Τριάδος. Ο Πατήρ έχει υποστατικώς το γεννάν και το εκπορεύειν. Το Δημουργείν όμως και αγιάζειν, όχι υποστατικώς αλλά φυσικώς μετά του Υιού και του Πνεύματος. 

Η «αγενησία» του Πατρός δέν είναι Φύσις, αλλά εκ των περί αυτήν υποστατικώς θεωρουμένων. Οι αρχαίοι αιρετικοί (Άρειος, Ευνόμιος) ταύτισαν την αγεννησία προς την φύσιν. [Οι νέοι αιρετικοί (Γιανναράς-Ζηζιούλας) ταυτίζουν την αγεννησία με την υπόσταση].
Κάθε υπόστασις έχει περισσότερα του Ενός υποστατικά. 

Η Αγεννησία συμπεριλαμβάνει το άναρχο (άχρονο και αναίτιο). Αγέννητο και αναίτιο ταυτίζονται. Αλλά και το αναίτιον τω αιτίω ταυτόν έστι επι Θεού. Τα υποστατικά είναι ακοινώνητα.
Η Δημιουργία είναι κοινό έργο και των Τριών υποστάσεων και διακρίνεται σαφώς η μοναρχία του Πατρός, η αφορώσα εις την προαιώνιον ύπαρξιν των θείων υποστάσεων, απο την «κοινή Μοναρχία» εις την κτίσιν. 

Η ενέργεια είναι ένωσις των Τριών υποστάσεων όπως και η ουσία. Όταν η ενέργεια διακρίνεται ώς πρός την φύσιν, τότε ενούται ώς πρός τας υποστάσεις. Όταν δέ η θεότης διακρίνεται κατά τας υποστάσεις, ενούται κατά την Φύσιν και την Φυσικήν ενέργειαν.
Έκαστη υπόστασις ενώνει εν εαυτή το άπειρον πλήθος των Θείων ενεργειών και ταυτόχρονα είναι εκάστη εις και ο αυτός Θεός μετά των υποστάσεων των ετέρων, κατά την ουσίαν και την κοινήν Φυσικήν ενέργειαν. 

ΤΑ ΘΕΙΑ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ
ΟΛΑΙ ΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΕΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΙ ΜΕ ΤΑΣ ΕΝΩΣΕΙΣ. 

ΕΝ ΑΝΑΡΧΟΝ ΚΑΙ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!
Για όσους ενδιαφέρονται για την Σωτηρία τους! Και φοβούνται την πλάνη! 

Αμέθυστος

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΠΟΛΕΩΣ ΜΑΚΑΡΙΟΥ: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ





fanarion

ΣΧΟΛΙΟ: ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ; Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ. ΤΟ ΠΡΟΤΕΡΟΝ ΠΟΎ ΠΗΓΕ; ΤΑ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΑ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΟΥΝ ΑΙΡΕΣΗ ΔΕΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ; 
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ, ΟΠΩΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Η ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ. ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ. ΓΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΑΚΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΝΤΟΠΙΣΤΕΙ Η ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΤΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΣΤΟ ΘΕΜΑ. ΜΑΣ ΑΡΚΕΙ Ο ΤΥΠΟΣ. 
Η ΑΙΡΕΣΗ ΔΕΝ ΔΙΑΤΑΡΑΣΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ. ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ. ΠΕΡΙ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ. Ο ΚΛΗΡΟΣ, Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΥΠΟΛΕΩΣ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥΣ Ή ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΣΩΣΜΕΝΟΙ;
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙ' ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ; ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΛΕΜΕ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ; ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ;

Αμέθυστος

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

ΔΙ’ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ - ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Είναι καιρός να ξεσκονίσουμε και να καθαρίσουμε λίγο, με την βοήθεια των ύστερων Πατέρων της Εκκλησίας, με τους οποίους δέν καταπιάνονται οι αιρετικοί τής σήμερον, τις κενολογίες που ακούμε περί Αγίας Τριάδος, απο τους Ρώσους θεολόγους και τους ρωσόφιλους Ζηζιούλα και Γιανναρά.
Ο Μπουλγκάκοφ, ο οποίος είναι ίσως ο πιό αγαθός και ανόητος θεολόγος των Ρώσων της διασποράς που μας άλλαξαν την πίστη, επιμένει στήν προσπάθειά του νά ορίσει τήν Ενότητα της Αγίας Τριάδος, διότι δέν επετεύχθη απο τους Πατέρες καθώς δέν καθόρισαν την εσωτερική συσχέτιση των Αγίων Προσώπων, των Τρι-Εγώ. Την προβληματική αυτή υιοθέτησε τυφλά και ο Ζηζιούλας και διά τής αναλογίας και ο Γιανναράς. Και όλοι τους έχουν επιδοθεί με ζήλο να εισάγουν στην θεολογία την συνείδηση, στην θέση του Είναι, όπως είχε διαμορφωθεί απο τον Σχολαστικισμό, αλλά όχι απο τους Ορθοδόξους Πατέρες, όπως έχει ήδη επιτευχθεί η επιχείρηση αυτή και στους προτεστάντες και στους καθολικούς.

Για να το κατορθώσουν, να ορίσουν δηλαδή σχέσεις μεταξύ τριών ΕΓΩ, στην Αγία Τριάδα, κατήργησαν την ουσία του Θεού, διότι την ερμήνευσαν και αυτοί Σχολαστικά, όχι όπως είχε ορισθεί απο τους Αρχαίους. Και παλεύουν λυσσαλέα να στριμώξουν το δόγμα στα γυμνά Θεία πρόσωπα. Επινοούν Μοναρχίες, Ιεραρχίες, αριθμήσεις, εικονισμούς και στην αιώνιο και στην οικονομική Τριάδα, κηρύττουν τήν Σωτηρία όλων απάξ διά παντός και αγωνίζονται για την Σωτηρία του κόσμου. Επινοούν τέρατα και σημεία. ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ.
Ας ακούσουμε λίγο τους Πατέρες, στα θέματα αυτά!

Όσον αφορά την Μοναρχία του Πατρός που διαφημίζουν διάφοροι Καζανόβες του Πατριαρχείου, ο Γρηγόριος Παλαμάς, στο περί ενώσεως και διακρίσεως, γράφει: «Ού γάρ εις εν αίτιον και μίαν αρχήν αναίτιον, αναφέρουσι τα πάντα. Η ουσία είναι αιτία των ενεργειών. Ουδεμία ενέργεια είναι αυθυπόστατος.  Υπέρκειται αυτών κατά το αίτιον. Ώς ενεργείας του Θεού πρό των αιώνων εννοούμε την ζωή, την αθανασία, την απλότητα, την απειρία, όλα τα φύσει περί τον Θεόν. Το αγαθόν και το υπερούσιον, το άναρχον και το άπειρον κ.τ.λ. είναι περι τόν Θεόν εξ’αϊδίου.
Η θεοποιός δωρεά του πνεύματος, της οποίας υπέρκειται ο Θεός κατ’ουσίαν, ονομάζεται αγένητος Θέωσις αλλά και Θεότης.

Μάξιμος Ομολογητής: κεφ. Θεολογικά 2.86: Η ΘΕΟΠΟΙΟΣ ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ: Η Βασιλεία του Θεού.
Η Βασιλεία του Χριστού είναι κάτι υπέρ τους αιώνας, είναι δέ η κληρονομία των σωζομένων! Θα κληρονομήσουν την φύσιν και ουσίαν του Θεού; Όχι βέβαια, αλλά την θεοποιόν Χάριν και την Θείαν Βασιλείαν, η οποία άν και δέν είναι Φύσις (εφόσον η φύσις αμέθεκτος), είναι όμως φυσική ενέργεια του Θεού ακολουθούσα φυσικώς τον Θεόν και παρατηρουμένη περί αυτόν αχωρίστως. Εις ημάς το πνεύμα είναι ώς δώρον Θεού, αλλά δώρον ζωής, δώρον ελευθερίας, δώρον δυνάμεως. «Διά τούτο και είναι ομότιμον με τον δώσαντα».

Καταργώντας την ουσία λοιπόν καταργείται η Βασιλεία ή μετάνοια. Η Σωτηρία η ίδια καθίσταται Ματαία. Εικονική. Μόνη ζωή η αναλογία. Γινόμαστε ποιητικές μεταφορές, διότι η αναλογία είναι πάνω απ’όλα λογοτεχνικό είδος. Η πίστις μας ματαία, διότι η θέωσις είναι η μυστική ανάσταση. Και όμως αυτούς τους ματαιόδοξους τους ανεχόμαστε καρτερικά να σβύνουν απο την Μνήμη της Εκκλησίας την δυνατότητα της Σωτηρίας μας! ΠΕΡΙΕΡΓΩΣ!
«Ού μικρόν» εν τοίς περί Θεού το παραμικρόν (Παλαμάς, περί ενώσεως και διακρίσεως)

«Το είναι αίτιον» τυγχάνει ακοινώνητον, ιδίωμα της πατρικής υποστάσεως, η ουσία θεωρείται το περιεχόμενον της υποστάσεως. Τα υποστατικά (σχέσεις) δέν ιδρύουν την υπόστασιν ούτε ταυτίζονται μετ’αυτής αλλά την χαρακτηρίζουν. Είναι σημεία της αρρήτου διαφοράς των προσώπων. Η σχέσις είναι σχέσις διαφοράς και όχι σχέσις αντιθέσεως.
Η λέξις «ΠΑΤΗΡ» χρησιμοποιείται για να επισημάνει την πρωταρχικήν και προαιώνιον «παρθενίαν» του Θείου Είναι. Ο «ΠΑΤΗΡ» είναι «παρθένος πατήρ» ο έν παρθενία προ πάντων των αιώνων γεννών τον παρθένον Υιόν και εκπορεύων το Άγιον Πνεύμα. Είναι η θεογόνος Θεότης.

Ο Υιός είναι η παρθενία του Πατρός, ο εκ του Παρθένου Πατρός προ αιώνων γεννημένος, προοριζόμενος να γεννηθεί επ’εσχάτων εκ παρθένου Μαρίας.
Η Γέννησις Του είναι γέννησις εκ της ουσίας του Πατρός κατά την πατερικήν υπόστασιν, δια της οποίας λαμβάνει την θεότητα του Πατρός αλλ’ουχί και τα της πατρικής υποστάσεως.

Οι Αληθείς προσκυνηταί προσκυνούν τον Πατέρα «εν Πνεύματι και Αληθεία» δηλαδή «εν Υιώ και Πνεύματι»!
Ο Πατήρ δέν είναι η ουσία του Θεού αλλά έχει την ουσίαν. Ο Υιός και το Πνεύμα δέν είναι η ουσία του Πατρός, αλλά λαμβάνουν και έχουν προαιωνίως την αυτήν Πατρικήν ουσίαν.

Ο προαιώνιος τρόπος υπάρξεως του Υιού και το ίδιον Αυτού είναι η εκ του Πατρός γέννησις. Η γέννησις όπως η αγεννησία δέν είναι φύσις, αλλά περί τήν φύσιν. Η γεννηθείσα υπόστασις είναι διαφορετική της φύσεως. Η γέννησις είναι τής τού Πατρός φύσεως έργον και ουχί έργον τής θελήσεως. Η γέννησις έπεται τη φύσει αλλά τη φύσει τη ούση του αγεννήτου Πατρός. Η φύσις δέν θεωρείται ώς κέντρον τι εν των οποίω διακρίνονται εκ των υστέρων αι υποστάσεις.
Το κτίσμα δέν είναι συναΐδιον του κτίζειν δηλαδή της δημιουργικής δυνάμεως και θελήσεως του Θεού [Ο Γιανναράς λοιπόν ο οποίος διδάσκει ότι ο Πατήρ ελευθέρως με αγάπη και διά της θελήσεως του γεννά τον Υιό, υποβιβάζει τον Κύριο σε κτίσμα, επιστρέφοντας και αυτός με την σειρά του στην πρώτη περίοδο της Εκκλησίας, αλλά στήν περίοδο των μεγάλων αιρέσεων, σαν αιρετικός] ΜΙΑ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΦΥΣΙΣ.

Και τέλος Άγιος Μάξιμος, Κεφάλαια περί Θεολογίας, Εκατοντάς, Α,7!
Καμιά αρχή, καμιά μεσότητα, κανένα τέλος δέν αρνείται την κατηγορία της σχέσεως. Ο Θεός όμως που είναι άπειρες φορές άπειρα ανώτερος απο κάθε σχέση, δέν είναι φυσικά ούτε αρχή, ούτε μεσότης, ούτε τέλος. Ούτε είναι τίποτε απ’όλα αυτά που μπορούν να δεχθούν στην σχέση τους την κατηγορία του πρός τί.

Ας ολοκληρώσουμε ξανά με τον Άγιο Γρηγόριο, προς Ακίνδυνον 2.7,16...
Ανευ του ιδίου των υποστάσεων δέν δύναται να υπάρχη Τριάς άνευ δέ του ενιαίου του Θεού δέν δύναται να υπάρχει μοναρχία, δηλ. μία και η αυτή θεότης. Δέν υπάρχει μόνον διαφορά ουσίας και υποστάσεως, υπάρχει και διαφορά υποστάσεως και υποστατικών.

Η Λέξη «ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ» ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ.
Τα υποστατικά ιδιώματα δέν είναι η υπόστασις, αλλά τα χαρακτηριστικά υποστάσεως τα υποστατικά λοιπόν δέν ονομάζονται υποστάσεις και αυθυπόστατα, αλλά «Ενυπόστατα» ώς περί την υπόστασιν όντα! (Περι θεοποιού μεθέξεως)

Τα γνωριστικά ιδιώματα των προσώπων της Αγίας Τριάδος δέν έχουν την φύσιν ώς αρχήν, αλλά την υπόστασιν.
Τα φυσικά ιδιώματα είναι αι ενέργειαι του Τριαδικού Θεού! Όπως τα υποστατικά χαρακτηρίζουν τάς υποστάσεις, ούτω και τα φυσικά δέν είναι φύσις αλλά τα χαρακτηριστικά φύσεως. Τα φυσικά είναι κοινά των υποστάσεων. Τα υποστατικά είναι αι ακοινώνηται ιδιότητες της Αγίας Τριάδος. Ο Πατήρ έχει υποστατικώς το γεννάν και το εκπορεύειν. Το Δημουργείν όμως και αγιάζειν, όχι υποστατικώς αλλά φυσικώς μετά του Υιού και του Πνεύματος.

Η «αγενησία» του Πατρός δέν είναι Φύσις, αλλά εκ των περί αυτήν υποστατικώς θεωρουμένων. Οι αρχαίοι αιρετικοί (Άρειος, Ευνόμιος) ταύτισαν την αγεννησία προς την φύσιν. [Οι νέοι αιρετικοί (Γιανναράς-Ζηζιούλας) ταυτίζουν την αγεννησία με την υπόσταση].
Κάθε υπόστασις έχει περισσότερα του Ενός υποστατικά.

Η Αγεννησία συμπεριλαμβάνει το άναρχο (άχρονο και αναίτιο). Αγέννητο και αναίτιο ταυτίζονται. Αλλά και το αναίτιον τω αιτίω ταυτόν έστι επι Θεού. Τα υποστατικά είναι ακοινώνητα.
Η Δημιουργία είναι κοινό έργο και των Τριών υποστάσεων και διακρίνεται σαφώς η μοναρχία του Πατρός, η αφορώσα εις την προαιώνιον ύπαρξιν των θείων υποστάσεων, απο την «κοινή Μοναρχία» εις την κτίσιν.

Η ενέργεια είναι ένωσις των Τριών υποστάσεων όπως και η ουσία. Όταν η ενέργεια διακρίνεται ώς πρός την φύσιν, τότε ενούται ώς πρός τας υποστάσεις. Όταν δέ η θεότης διακρίνεται κατά τας υποστάσεις, ενούται κατά την Φύσιν και την Φυσικήν ενέργειαν.
Έκαστη υπόστασις ενώνει εν εαυτή το άπειρον πλήθος των Θείων ενεργειών και ταυτόχρονα είναι εκάστη εις και ο αυτός Θεός μετά των υποστάσεων των ετέρων, κατά την ουσίαν και την κοινήν Φυσικήν ενέργειαν.

ΤΑ ΘΕΙΑ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ
ΟΛΑΙ ΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΕΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΙ ΜΕ ΤΑΣ ΕΝΩΣΕΙΣ.

ΕΝ ΑΝΑΡΧΟΝ ΚΑΙ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!
Για όσους ενδιαφέρονται για την Σωτηρία τους! Και φοβούνται την πλάνη!

Αμέθυστος

Πηγή: Η Αίρεση του Ζηζιούλα