Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Scaravelli - Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Scaravelli - Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (16)

Συνέχεια απόΤρίτη 11. Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 16

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ

Σημείωση

Επειδή ήδη από την εποχή του Kant το σημείο αυτό παρανοήθηκε αμέσως³*, μου φαίνεται αναγκαίο να παραθέσω μία σελίδα από την Κριτική, στην οποία διευκρινίζεται περαιτέρω αυτός ο μη χωρικός και άχρονος χαρακτήρας της αίσθησης και αντιπαρατίθεται από τον ίδιο τον Kant προς τη μηχανιστική αντίληψη της πραγματικότητας.

Οι λέξεις «ένταση» και «βαθμός», τις οποίες χρησιμοποιεί ο Kant, μας φέρνουν στον νου το πλάτος της ταλάντωσης του ηχητικού ή του φωτεινού κύματος, δηλαδή ένα χωρικό μέγεθος. Έτσι όμως χάνεται ολόκληρη η σημασία που αποδίδει ο Kant σε αυτόν τον βαθμό, εδώ, στην Κριτική. Ο Hegel, λέγοντας ότι «το εντατικό μέγεθος είναι και το ίδιο ουσιωδώς εκτατικό μέγεθος»³", και λέγοντας: «Η θερμότητα έχει έναν ορισμένο βαθμό· ο βαθμός της θερμότητας, για παράδειγμα ο 10ος, ο 20ός κ.λπ., είναι μια απλή αίσθηση, είναι κάτι υποκειμενικό· αυτός όμως ο βαθμός είναι συγχρόνως παρών για εμάς και ως εκτατικό μέγεθος, ως διαστολή ενός υγρού, του υδραργύρου στο θερμόμετρο, του αέρα ή ακόμη του πηλού κ.λπ.· ένας υψηλότερος βαθμός θερμοκρασίας εκφράζεται ως μακρύτερη στήλη υδραργύρου ή ως περισσότερο συσταλμένος κύλινδρος πηλού· θερμαίνει έναν μεγαλύτερο χώρο, με τον ίδιο τρόπο που ένας χαμηλότερος βαθμός θερμαίνει μόνο έναν μικρότερο χώρο»*· λέγοντας αυτά, ο Hegel χάνει αυτή τη μη χωρική ιδιότητα του βαθμού και, παρά τον λίγο πολύ φανταστικό δυναμισμό της φιλοσοφίας του της φύσης, τείνει να επαναφέρει σε μια καρτεσιανή-χωρική αντίληψη αυτή την «αρχή», η οποία, αντιθέτως, σύμφωνα με τον Kant, οδηγεί σε ένα σαφώς αντικαρτεσιανό αποτέλεσμα. Και το πόσο συνειδητά αντικαρτεσιανός είναι ο Kant ως προς τον «βαθμό» του φαίνεται από την εξέταση αυτής της σελίδας 189–190 της Κριτικής (Β 156):

«Σχεδόν όλοι οι φυσικοί, διαπιστώνοντας μια μεγάλη διαφορά στην ποσότητα ύλης διαφορετικού είδους μέσα στον ίδιο όγκο —αφενός ως προς τη ροπή της βαρύτητας ή του βάρους και αφετέρου ως προς τη ροπή της αντίστασης απέναντι σε άλλες ύλες που βρίσκονται σε κίνηση— συμπεραίνουν ομόφωνα ότι αυτός ο όγκος, δηλαδή το εκτατικό μέγεθος του φαινομένου, πρέπει σε όλες τις ύλες, αν και σε διαφορετικό μέτρο, να είναι κενός». «Αλλά ποιος θα πίστευε ότι αυτοί οι φυσικοί, στην πλειονότητά τους μαθηματικοί και μηχανικοί, θεμελίωναν αυτό το συμπέρασμα αποκλειστικά σε μια μεταφυσική υπόθεση, από την οποία εντούτοις διακηρύσσουν τόσο έντονα ότι θέλουν να ξεφύγουν [!]⁴¹, καθόσον δέχονται ότι το πραγματικό μέσα στον χώρο —δεν εννοώ εδώ το αδιαπέραστο ή το βάρος, διότι αυτά είναι εμπειρικές έννοιες⁴²— είναι παντού ενός και του αυτού είδους [η αραίωση των στοιχείων είναι του Kant] και δεν μπορεί να διαφέρει παρά μόνο ως προς την εκτατική ποσότητα, δηλαδή ως προς την αφθονία του. [Και αυτό είναι καθαρός καρτεσιανισμός και νευτωνισμός· νομίζω μάλιστα ότι στα ονόματα αυτά μπορεί να προστεθεί και εκείνο του Galileo]³.

»Σε αυτή την προϋπόθεση, η οποία δεν μπορεί να έχει βάση στην εμπειρία και γι’ αυτό είναι απλώς μεταφυσική, αντιπαραθέτω μια υπερβατολογική απόδειξη· η απόδειξη αυτή ασφαλώς δεν πρόκειται να εξηγήσει τους διάφορους τρόπους με τους οποίους πληρούται ο χώρος [ας σημειωθεί η κριτική επιφυλακτικότητα του Kant], καταστρέφει όμως ολοκληρωτικά την υποτιθέμενη αναγκαιότητα εκείνης της προϋπόθεσης, σύμφωνα με την οποία η προαναφερθείσα διαφορά δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο αν δεχθούμε την ύπαρξη κενών χώρων· έχει δε το πλεονέκτημα ότι αφήνει τουλάχιστον τον νου ελεύθερο να συλλάβει τη διαφορά αυτή και με άλλον τρόπο, αν η φυσική εξήγηση καταστήσει αναγκαία προς τούτο οποιαδήποτε υπόθεση. [Μιλούσα για κριτική επιφυλακτικότητα, με την έννοια ότι ο Kant προσδίδει στην αρχή του αρνητική αξία, δηλαδή την αξία μιας κριτικής της μηχανιστικής αντίληψης, χωρίς να προχωρεί στη θετική χρησιμοποίησή της για την οικοδόμηση —εδώ— μιας πραγματικής φυσικής. Ας σημειωθεί επιπλέον ότι, ενώ στη φράση “αν η φυσική εξήγηση καταστήσει αναγκαία… οποιαδήποτε υπόθεση” υπογραμμίζει την κεντρική θέση που αποδίδει στο πείραμα, ο Kant έχει συγχρόνως επίγνωση ότι η θεωρία του βαθμού παρέχει στον νου την ελευθερία να σκέφτεται και να αναζητεί τις εξηγήσεις τις οποίες ενδέχεται μια μέρα να καταστήσει αναγκαίες η εμπειρία, μέσα σε ένα πεδίο διαφορετικό από το καθαρά χωροχρονικό· ελευθερία που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την καρτεσιανή αντίληψη του φυσικού κόσμου].

»Πράγματι, βλέπουμε ότι, μολονότι ίσοι χώροι μπορούν να πληρούνται ολοκληρωτικά από διαφορετικές ύλες, έτσι ώστε σε κανέναν από αυτούς να μην υπάρχει ούτε ένα σημείο στο οποίο να μην είναι παρούσα η ύλη, εντούτοις κάθε πραγματικό στοιχείο της ίδιας ποιότητας έχει έναν βαθμό αυτής της ποιότητας —βαθμό αντίστασης ή βαρύτητας—, ο οποίος, χωρίς να μειώνεται το εκτατικό μέγεθος ή η εκτατική ποσότητα, μπορεί να ελαττώνεται επ’ άπειρον, προτού διαλυθεί και εξαφανιστεί μέσα στο μηδέν. Έτσι, μια διαστολή που πληροί τον χώρο, όπως για παράδειγμα η θερμότητα, και ομοίως κάθε άλλη πραγματικότητα του φαινομένου, χωρίς να αφήνει ούτε το ελάχιστο τμήμα αυτού του χώρου κενό από την παρουσία της, μπορεί να ελαττώνεται επ’ άπειρον ως προς τους βαθμούς της και, παρ’ όλα αυτά, να πληροί τον χώρο με αυτούς τους μικρότερους βαθμούς στον ίδιο βαθμό που τον πληροί ένα άλλο φαινόμενο με μεγαλύτερους βαθμούς. [Το παράδειγμα της θερμότητας είναι εκείνο που παραπλανά, διότι μας κάνει να σκεφθούμε —όπως έκανε και τον Hegel να σκεφθεί— τη χωρική διαστολή· έτσι όμως χάνεται ολόκληρη η σημασία αυτής της δεύτερης καντιανής αρχής, ενώ η χωρική αποτίμηση είναι το αντικείμενο της πρώτης καντιανής αρχής].

»Σκοπός μου δεν είναι να υποστηρίξω ότι αυτή είναι πράγματι η αιτία της διαφοράς του ειδικού βάρους των υλών [και εδώ σημειώνω εκ νέου την κριτική επιφυλακτικότητα του Kant. Κατά βάθος, πρέπει να πούμε ότι είχε επίγνωση της αξίας της αρχής, δεν διέθετε όμως —επειδή η επιστήμη της εποχής δεν του τα προσέφερε— παραδείγματα πραγμάτων που θα απαιτούσαν επιστημονικά μετρήσεις οι οποίες δεν θα εντάσσονταν στον χώρο και στον χρόνο. Οι μελέτες για τη θερμότητα, ακριβώς εκείνη την εποχή, άρχιζαν να εξομοιώνουν τη θερμότητα με τη μηχανική κίνηση —οδηγώντας ίσως τον Hegel να συλλάβει την εντατική ποσότητα ως εκτατική ποσότητα και να χάσει έτσι τον πυρήνα του ζητήματος—· και αν, από τη μία πλευρά, έφθαναν με αυτόν τον τρόπο σε μια “σαφή και διακριτή” ιδέα αυτού του φαινομένου, το οποίο για τον Cartesio ήταν τόσο σκοτεινό —αν και ο Cartesio είχε ήδη υποστηρίξει ότι θα έπρεπε να αναχθεί στην κίνηση—, από την άλλη πλευρά εξακολουθούσαν να εκπαιδεύουν και να κατευθύνουν τη σκέψη στη φυσική προς μια αποκλειστικά κινηματική οδό]· σκοπός μου είναι μόνο να δείξω, ξεκινώντας από μια αρχή του καθαρού νου, ότι η φύση των αντιλήψεών μας καθιστά δυνατή μια τέτοια εξήγηση και ότι εσφαλμένα θεωρείται πως το πραγματικό στοιχείο του φαινομένου είναι ίσο ως προς τον βαθμό και διαφέρει μόνο ως προς τη συνάθροιση και το εκτατικό της μέγεθος· φθάνουν μάλιστα σχεδόν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι αυτό μπορεί να διατυπωθεί a priori ως αρχή του νου»⁴.

Βλέπουμε λοιπόν καθαρά ότι ο Kant έχει πλήρη επίγνωση του καινοφανούς χαρακτήρα της αρχής του και της μη χωρικότητας των μετρήσεων του πραγματικού στις οποίες αυτή οδηγεί.

Όσο για την άλλη δυσκολία, η οποία εμποδίζει και εμπόδισε την κατανόηση αυτής της «αρχής» —δυσκολία όχι ιστορικής τάξεως, αλλά τόσο θεωρητικής ή παραστατικής «οπτικοποίησης» όσο και ουσιαστικής σύλληψης—, αναφερθήκαμε ήδη σε αυτήν λίγο παραπάνω, σε μια σημείωση. Καλό είναι, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι προηγουμένως λεγόταν πάντοτε πως η αίσθηση δεν καταλαμβάνει ένα διάστημα χρόνου, δεν καταλαμβάνει μια χρονική διάρκεια, ένα τμήμα χρόνου· ποτέ όμως δεν ειπώθηκε ότι δεν βρίσκεται μέσα στον χρόνο. Η διαφορά αυτή, ίσως λεπτή, είναι θεμελιώδης.

Για τον Kant, η αίσθηση συμβαίνει ή αναδύεται μέσα στην εσωτερική δομή της αισθητικότητας· εδώ όμως δεν εκτείνεται μέσα σε μια διάρκεια, δεν αποτελεί —για να χρησιμοποιήσουμε την καντιανή ορολογία— σύνθεση ενός διαδοχικού ή χρονικού πολλαπλού· καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή, μόνο ένα σημείο. Και καταλαμβάνει μόνο ένα σημείο του χρόνου, όποια κι αν είναι η τιμή της ποσότητας ή του μεγέθους που χαρακτηρίζει τον βαθμό κάθε επιμέρους αίσθησης. Οι διάφορες ποσότητες ή τα διάφορα μεγέθη του βαθμού της αίσθησης δεν αποτελούν διαφορετικές ποσότητες ή διαφορετικά μεγέθη χρόνου, μολονότι καθεμία από αυτές τις αισθήσεις βρίσκεται μέσα στον χρόνο.

Ακριβώς λοιπόν αυτός ο χαρακτήρας της αίσθησης, αυτή η ιδιότητά της να βρίσκεται μέσα στον χρόνο, ενώ το μέγεθος του ιδιαίτερου βαθμού της δεν είναι χρόνος ούτε, ως μέγεθος βαθμού, βρίσκεται μέσα στον χρόνο, είναι εκείνο που καθιστά δύσκολη τη σύλληψη της εσωτερικής σημασίας του «βαθμού» και την απομόνωση της ιδιαίτερης ποσοτικής του αξίας από την ποσοτική αξία του χρόνου. Διότι είναι δύσκολο να σχηματίσουμε μια εικόνα κάποιου πράγματος που ασκεί την ενέργειά του μέσα στον χρόνο, χωρίς το ίδιο να είναι χρόνος.

Και ακριβώς μέσα στον χρόνο είναι που το άχρονο ποσοτικό μέγεθος του βαθμού εκδηλώνει την αποτελεσματικότητά του. Αν όμως κατορθώσουμε —και αυτό δεν είναι εύκολο— να αφήσουμε κατά μέρος τις εικόνες ή τα πρότυπα και να στραφούμε στις πραγματικές και συγκεκριμένες μετρήσεις, τότε το πρόβλημα της αποτύπωσης μέσα στον χρόνο διαφορών (fy) οι οποίες δεν είναι χρόνος παρουσιάζει μόνο τεχνικές δυσκολίες, σημαντικές βεβαίως, αλλά όχι ανυπέρβλητες. Τα συνηθισμένα, θα λέγαμε, μαθηματικά ασφαλώς δεν επαρκούν πλέον· οι επεξεργασίες τους όμως που πραγματοποιήθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες προσφέρουν και έχουν ήδη προσφέρει ακριβώς ό,τι ήταν αναγκαίο για τον σκοπό αυτό, όταν η φυσική, μετά την ανακάλυψη του Planck, χρειάστηκε να υπολογίσει ποσότητες ή μεγέθη που δεν ήταν πλέον χωρικά και χρονικά, διατηρώντας τα εντούτοις σε αμοιβαία χρονική συνάφεια.

Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι η έλλειψη «μαθηματικών εκφραστικών μέσων» υπήρξε η αιτία της δυσκολίας να γίνει αντιληπτή η «αυτονομία» αυτού του στοιχείου που ανέδειξε ο Kant. Η δυσκολία ήταν εγγενής στη θέση που είχε υιοθετήσει ο Kant απέναντι στη φυσική: ούτε ορθολογιστική, όπως εκείνη του Cartesio και, εν μέρει, του Leibniz, ούτε εμπειριστική, όπως εκείνη πολλών οπαδών του Newton. Ο βαθμός, ως εσωτερικό χαρακτηριστικό της αίσθησης —η οποία βρίσκεται μέσα στον χρόνο, δηλαδή μέσα σε ένα a priori συνεχές, και γι’ αυτό ανήκει, τουλάχιστον εν μέρει, στην ορθολογιστική αντίληψη—, αλλά συγχρόνως ως αξία, ποσότητα ή μέγεθος που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο a posteriori, είναι πειραματικός και γι’ αυτό ανήκει στην εμπειριστική αντίληψη. Αποκάλυπτε έτσι το καίριο σημείο της καντιανής θεώρησης, το οποίο είναι τόσο δύσκολο να συλληφθεί σε αυτή την επιμέρους περίπτωση, όσο δύσκολο υπήρξε να κατανοηθεί και στη γενική φιλοσοφική του τοποθέτηση.

Έτσι, η Κριτική, αναδεικνύοντας αυτόν τον βαθμό με το μη χωρικό και άχρονο μέγεθός του, φέρνει στο φως μέσα στα φυσικά φαινόμενα, πέρα από τον χώρο και πέρα από τον χρόνο, μια «διάσταση» που ηχεί εντελώς καινούργια και ακατανόητη στα «κλασικά», δηλαδή στα καρτεσιανά αυτιά. Και μολονότι θέλω κι εγώ να διατηρήσω την επιφυλακτικότητα του Kant, την οποία υπογράμμισα, και να μη σπεύσω να δώσω σε αυτό το μέγεθος ή σε αυτή την ποσότητα μια «κβαντική» ερμηνεία —δηλαδή να δω σε αυτή τη μη χωροχρονική ποσότητα εκείνο το «κβάντο δράσης» το οποίο, εισάγοντας στη φυσική τιμές που δεν μπορούσαν να εκφραστούν με χωροχρονικούς όρους, εκθρόνισε την κλασική φυσική—, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ ότι, σύμφωνα με τον Kant, η γνώση «του χώρου εν γένει… θα ήταν απολύτως μηδαμινή και θα περιοριζόταν σε τρυφή επάνω σε απλές χίμαιρες, αν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη [για την οποία απαιτείται ο βαθμός] της εμπειρίας»*, σε τέτοιο βαθμό ώστε «η αναπαραγωγική φαντασία… καλεί μέσα σε αυτόν [στον χώρο και στον χρόνο] τα αντικείμενα της εμπειρίας, χωρίς τα οποία οι έννοιες αυτές δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία»″. Ενθυμούμενος, δηλαδή, ότι για τον Kant χωρίς αυτό το μη χωρικό και άχρονο στοιχείο δεν θα υπήρχε καθόλου πραγματικότητα, δεν μπορώ, αναφορικά με αυτόν τον «βαθμό», παρά να ακούσω να αντηχεί η ήδη παρατεθείσα φράση του de Broglie:

«Η κλασική φυσική [η οποία αγνοούσε τα κβάντα], πιστή στο καρτεσιανό ιδεώδες, μας παρουσίαζε το σύμπαν ως έναν γιγαντιαίο μηχανισμό, επιδεκτικό απόλυτα ακριβούς περιγραφής μέσω του εντοπισμού των μερών του στον χώρο και των μεταβολών τους στον χρόνο· έναν μηχανισμό του οποίου η εξέλιξη μπορούσε, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί με απόλυτη ακρίβεια, εφόσον διαθέταμε έναν ορισμένο αριθμό δεδομένων σχετικά με την αρχική του κατάσταση»″· αλλά «παρά τη σπουδαιότητα και την έκταση της προόδου που πραγματοποίησε η φυσική κατά τους τελευταίους αιώνες, όσο οι φυσικοί αγνοούσαν την ύπαρξη των κβάντων, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τίποτε από την εσωτερική και βαθύτερη φύση των φυσικών φαινομένων, διότι χωρίς κβάντα δεν θα υπήρχε ούτε φως ούτε ύλη· και, αν επιτρέπεται να παραφράσουμε ένα ευαγγελικό χωρίο, μπορούμε να πούμε ότι τίποτε από όσα δημιουργήθηκαν δεν δημιουργήθηκε χωρίς αυτά»″.

Κατά τον ίδιο τρόπο, για τον Kant της Κριτικής, το να πιστεύουμε ότι κατέχουμε τον φυσικό κόσμο επειδή έχουμε μπροστά μας την εικόνα του χωροχρόνου θα αποτελούσε καθαρή ψευδαίσθηση· διότι «θα περιοριζόταν —αξίζει να επαναλάβουμε τα λόγια του Kant— σε τρυφή επάνω σε απλές χίμαιρες, αν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη της εξωτερικής εμπειρίας»″. Για να εκφραστεί όμως η παρουσία αυτής της ύλης απαιτείται μια παράμετρος, μια διάσταση που δεν είναι χωροχρονική και δεν μπορεί να αναχθεί σε αυτήν· διότι «ο χώρος και ο χρόνος —το επαναλαμβάνουμε— όσο καθαρές και αν είναι αυτές οι έννοιες από κάθε εμπειρικό στοιχείο… θα στερούνταν αντικειμενικής εγκυρότητας, νοήματος και σημασίας, αν δεν είχε καταδειχθεί η αναγκαία χρήση τους στα αντικείμενα της εμπειρίας· η παράστασή τους, μάλιστα, είναι ένα απλό σχήμα που αναφέρεται πάντοτε στην αναπαραγωγική φαντασία, η οποία καλεί μέσα σε αυτό τα αντικείμενα της εμπειρίας, χωρίς τα οποία οι έννοιες αυτές [του χώρου και του χρόνου] δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία»⁵⁰.


Και αυτά τα αντικείμενα, τα οποία καλούνται να εισέλθουν στο χωροχρονικό σχήμα, μπορούν να εισέλθουν και να διατηρήσουν μέσα σε αυτό την παρουσία τους χωρίς να εξαφανιστούν, μετατρεπόμενα σε χωρικές οντότητες —γεωμετρικά σημεία— ή σε χρονικές οντότητες —χρονικές στιγμές—, μόνο εφόσον φέρουν μαζί τους και διατηρούν πάντοτε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους: το ότι διαθέτουν ένα δικό τους, ούτε χωρικό ούτε χρονικό, μέγεθος, δηλαδή μια δική τους διάσταση: τους «βαθμούς». Και επειδή χωρίς αυτούς δεν υπάρχει φυσική πραγματικότητα, δεν μου φαίνεται αθέμιτο να επαναλάβουμε για τους βαθμούς ό,τι μόλις είπε ο de Broglie για τα κβάντα: «ότι τίποτε από όσα δημιουργήθηκαν δεν δημιουργήθηκε χωρίς αυτά».

IV Α. Η ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ


Σημειώσεις:


Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (15)

Συνέχεια από Τετάρτη 5. Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 15

LUIGI SCARAVELLI


ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
III. Η ΑΧΩΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΕΩΣ


Ας έλθουμε τώρα στον εγγενή χαρακτήρα αυτής της τροποποιήσεως ή αισθήσεως· δηλαδή στη δομή που της είναι ιδιαίτερη και η οποία συγκροτεί τη φύση ή την ουσία της.

Είδαμε ότι «τα φαινόμενα ως αντικείμενα της αντιλήψεως [δηλαδή τα φυσικά αντικείμενα, εκείνα με τα οποία ασχολείται η φυσική επιστήμη]... περιέχουν, εκτός από την εποπτεία [χώρος-χρόνος], και τις ύλες ενός οποιουδήποτε αντικειμένου εν γένει (μέσω των οποίων παριστάνεται κάτι ως υπάρχον στον χώρο ή στον χρόνο), δηλαδή περιέχουν το πραγματικό της αισθήσεως... [Τώρα:] επειδή η αίσθηση καθ’ εαυτήν δεν είναι καθόλου αντικειμενική παράσταση και επειδή μέσα σε αυτήν δεν συναντάται ούτε η εποπτεία του χώρου ούτε εκείνη του χρόνου, δεν θα της αρμόζει ένα εκτατικό μέγεθος [το οποίο είναι χωροχρονικό μέγεθος ή ποσότητα], αλλά ένα... εντατικό μέγεθος»³⁰, δηλαδή ένας «βαθμός».

«Μέσα σε αυτήν δεν συναντάται ούτε η εποπτεία του χώρου ούτε εκείνη του χρόνου», είπε εδώ στην Κριτική. Και η ίδια ακριβώς διατύπωση γίνεται στα Προλεγόμενα, δύο φορές, σε δύο διαφορετικές παραγράφους, οι οποίες όμως αφορούν το ίδιο θέμα —δηλαδή την αρχή του βαθμού—: «η αίσθηση δεν είναι εποπτεία η οποία να περιέχει χώρο ή χρόνο», λέγεται στην § 24 [το «περιέχει» είναι αραιογραμμένο από τον Kant]· και στην § 26: «η αίσθηση, μολονότι δεν καταλαμβάνει μέρος του χώρου ή του χρόνου κτλ...» [και εδώ ολόκληρη η φράση είναι αραιογραμμένη από τον Kant]³¹.

Η αίσθηση, επομένως, δεν περιέχει μέσα της χώρο ή χρόνο· ούτε καταλαμβάνει μέρος του χώρου ούτε έκταση, διάρκεια ή τμήμα του χρόνου. Η αίσθηση είναι εγγενώς άχωρη και άχρονη³².

Αυτός ο άχωρος και άχρονος χαρακτήρας της τροποποιήσεως ή αισθήσεως, όσο παράξενος και αν φαίνεται, δεν θα έπρεπε να εμφανίζεται ως κάτι καινούργιο, αν θυμηθούμε ότι ήδη στη Διατριβή του 1770 και, στην Κριτική, από την πρώτη κιόλας σελίδα της Υπερβατικής Αισθητικής και εξής, ο Kant διέκρινε μέσα στην πραγματική αισθητικότητα —δηλαδή μέσα στην αντίληψη— τη μορφή —καθαρή εποπτεία— από το περιεχόμενο —αίσθηση—· και επειδή η μορφή —η καθαρή εποπτεία— είναι ο χώρος και ο χρόνος, συνάγεται αφ’ εαυτού ότι το περιεχόμενο, δηλαδή η αίσθηση, στερείται χώρου και χρόνου³³.

Παρ’ όλα αυτά, το να συγκρατεί κανείς σταθερά ενώπιον του νου ένα quid ως αίσθηση ή τροποποίηση, χωρίς να το βλέπει εσωτερικά υφασμένο από χώρο και χρόνο· και, ακόμη χειρότερα, το να αποδίδει σε ένα quid, θεωρούμενο ως τροποποίηση, μια ποσοτική αξία η οποία πρέπει να εκφραστεί και να γραφεί με στοιχεία που δεν είναι ούτε χωρικά ούτε χρονικά —και φαίνεται ότι δεν διαθέτουμε άλλα— είναι τόσο δύσκολο, ώστε δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, αμέσως μετά από αυτή την ανάλυση που πραγματοποίησε ο Kant στην Κριτική, το αποτέλεσμά της χάθηκε και αυτό το νέο μέγεθος επανεντάχθηκε στα δύο συνήθη μεγέθη, το χωρικό και το χρονικό.

Πρέπει, επομένως, να επιμείνουμε σε αυτό το χαρακτηριστικό και να δούμε καλά σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο ο Kant είχε συνείδηση της σημασίας και της αξίας του.

«Η σύλληψη [δηλαδή η συγκεκριμένη και άμεση συνείδηση] μέσω της απλής αισθήσεως —εάν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων [οπότε είναι αυτή η διαδοχή εκείνη που εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο και όχι η μεμονωμένη αίσθηση]— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή.

Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει μέσα στο φαινόμενο κάτι [δηλαδή το πραγματικό στοιχείο, το ειδικώς αισθητό στοιχείο], του οποίου η σύλληψη δεν είναι μια διαδοχική σύνθεση [μέσα στη ροή του χρόνου]... η σύλληψη δεν έχει εκτατικό μέγεθος [ή ποσότητα]»³⁴.

Δηλαδή, δεν έχει ούτε χωρικό όγκο ούτε χρονική διάρκεια. Και στα Προλεγόμενα, εκεί όπου συνοψίζονται αυτά τα σημεία σχετικά με την αχωρικότητα και την αχρονικότητα της αισθήσεως:


«Η θερμότητα, το φως κτλ. μέσα σε έναν μικρό χώρο είναι —ως προς τον βαθμό— τόσο μεγάλα όσο και μέσα σε έναν μεγάλο· και κατά τον ίδιο τρόπο οι εσωτερικές παραστάσεις, ο πόνος, η συνείδηση γενικά, δεν είναι ως προς τον βαθμό μικρότερες, είτε διαρκούν λίγο είτε πολύ.
Επομένως, εδώ το μέγεθος είναι, μέσα σε ένα σημείο [του χώρου] και σε μία στιγμή [του χρόνου], τόσο μεγάλο όσο και μέσα σε οποιονδήποτε χώρο ή χρόνο, όσο μεγάλοι κι αν είναι αυτοί. Οι βαθμοί, λοιπόν, είναι περισσότερο ή λιγότερο μεγάλοι, όχι όμως μέσα στην εποπτεία [δηλαδή όχι μέσα στον χώρο-χρόνο], αλλά μέσω της απλής αισθήσεως».
Άρα: το πραγματικό της αισθήσεως, το οποίο περιέχεται σε κάθε φαινόμενο, διαθέτει έναν βαθμό, δηλαδή μια εντατική ποσότητα ή ένα εντατικό μέγεθος, το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί —ή να προσδιοριστεί— ούτε με τις παραμέτρους ή διαστάσεις του χώρου ούτε με εκείνες του χρόνου.
Και πρέπει να σημειωθεί ότι στα Προλεγόμενα αυτή η ποσοτική αξία αναδεικνύεται ακριβώς από τη θέση που κατέχει και από τη σημασία που έχει η § 26, η οποία θα φαινόταν —όπως πράγματι έχει θεωρηθεί— μια περιττή επανάληψη της § 24, εάν δεν αντιλαμβανόμασταν ότι σε αυτήν ολοκληρώνεται το πρόβλημα που είχε τεθεί στην § 18.
Στην § 18 είχε γίνει διάκριση ανάμεσα σε μια απλώς υποκειμενική, αντιληπτική κρίση, ένα είδος εκείνου του εμπειρικού συνειρμισμού που είδαμε να ωθείται στα άκρα στην επιστολή προς τον Herz, την οποία παρέθεσα στη σ. 76 κ.ε., και σε μια αντικειμενική κρίση, κρίση εμπειρίας, δηλαδή κυρίως επιστημονική κρίση· και είχε τεθεί το ερώτημα σε τι ακριβώς συνίσταται η διαφορά μεταξύ των δύο κρίσεων.
Και, αφού επεξεργαστεί την απάντηση, η § 26 καταλήγει λέγοντας ότι αυτή η διάκριση, χάρη στην οποία «οι κρίσεις εμπειρίας [αντικειμενικά και καθολικά έγκυρες] διαφέρουν από τις απλές κρίσεις αντιλήψεως [υποκειμενικές]... πραγματοποιείται επειδή τα φαινόμενα, ως απλές εποπτείες που καταλαμβάνουν ένα μέρος του χώρου και του χρόνου, υπάγονται στην έννοια του μεγέθους· και επειδή, στον βαθμό που η αντίληψη περιέχει, εκτός από την εποπτεία, και την αίσθηση... το πραγματικό των φαινομένων πρέπει να έχει έναν βαθμό, διότι, μολονότι η ίδια η αίσθηση δεν καταλαμβάνει μέρος του χώρου ή του χρόνου, υπόκειται ωστόσο σε αύξηση και μείωση, δηλαδή υπάγεται σε ένα μέγεθος.
»Η αίσθηση, επομένως... μολονότι, ως ποιότητα της εμπειρικής εποπτείας, δεν μπορεί ποτέ να γνωσθεί a priori ως προς εκείνο στο οποίο διαφέρει ειδικά από άλλες αισθήσεις, εντούτοις... [μπορεί], μέσα σε μια δυνατή εμπειρία εν γένει, να διακριθεί από κάθε άλλη παρόμοια αίσθηση ως μέγεθος της αντιλήψεως από εντατική άποψη [βαθμός]»³⁶.
Δηλαδή, η § 26 ολοκληρώνει το ερώτημα που είχε τεθεί στην § 18, λέγοντας ότι ένας υποκειμενικός συνειρμισμός διακρίνεται από μια επιστημονικώς έγκυρη κρίση εμπειρίας μόνο εφόσον τα φαινόμενα μετατραπούν σε ποσότητες.
Δηλαδή, εφόσον καταστούν ποσότητες τόσο ως προς τη χωροχρονική τους όψη όσο και ως προς την αισθητηριακή-ποιοτική τους όψη, δηλαδή ως προς τον βαθμό ή την ένταση.


Η ίδια αυτή απάντηση δίνεται στη σ. 194 της Κριτικής (B 160), εκεί όπου ο Kant συνοψίζει τις λειτουργίες αυτής της αρχής του βαθμού —η οποία εξασφαλίζει την ποσότητα μέσα στο ποιοτικό αισθητηριακό στοιχείο— και εκείνης που είχε εξεταστεί προηγουμένως —δηλαδή της αρχής που μετατρέπει σε ποσότητες τον χώρο και τον χρόνο— και καταλήγει ως εξής:
«Οι δύο προηγούμενες αρχές... δίδαξαν με ποιον τρόπο τα φαινόμενα, τόσο ως προς την εποπτεία τους όσο και ως προς το πραγματικό της αντιλήψεώς τους, μπορούσαν να παραχθούν σύμφωνα με τους κανόνες μιας μαθηματικής συνθέσεως· έτσι ώστε και στη μία και στην άλλη περίπτωση να μπορούν να χρησιμοποιηθούν αριθμητικά μεγέθη, και μαζί με αυτά ο προσδιορισμός του φαινομένου ως ποσότητας».

Σε αυτή ακριβώς τη δυνατότητα να καταστούν τα φαινόμενα «ποσότητες» —τόσο ως quid που διαθέτουν έκταση στον χώρο και στον χρόνο όσο και ως quid που διαθέτουν βαθμό ή άχωρη και άχρονη ένταση— έγκειται για τον Kant η αντικειμενικότητά τους, δηλαδή η μεταξίωση, θα λέγαμε, του λοκιανού εμπειρικού συνειρμισμού σε αντικειμενική, επιστημονική συνάφεια· δηλαδή σε αυθεντική «κρίση εμπειρίας».

Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι:


ο τρόπος με τον οποίο είναι συγκεκριμένη και πραγματική η σχέση ή αναφορά βγ, με την οποία παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση»-αίσθηση, δεν είναι ένας τρόπος που να δηλώνει σχέση ή τροποποίηση χωρικών στοιχείων ούτε χρονικών στοιχείων· και, επομένως, τα β και γ δεν θα διατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο μέσα στον χώρο ούτε το ένα μετά το άλλο μέσα στον χρόνο³⁷.

Συνεχίζεται με τη «Σημείωση»

Σημειώσεις:

31
Η φράση αυτή, την οποία ο Kant έχει αραιογραφήσει, αποκτά μεγαλύτερη έμφαση αν συσχετισθεί με τη φράση που βρίσκεται λίγες γραμμές προηγουμένως, όπου εκτίθεται η ιδιότητα των φαινομένων ως προς το γεγονός ότι είναι εποπτείες, και την οποία ο Kant έχει επίσης αραιογραφήσει: «τα φαινόμενα, ως απλές εποπτείες [δηλαδή θεωρούμενα όχι κατά το ότι συνίστανται επίσης από αισθήσεις που καταλαμβάνουν ένα μέρος του χώρου και του χρόνου], υπάγονται στην έννοια του μεγέθους [ή ποσότητας] κτλ.».

32 Ο Kemp Smith, στο προαναφερθέν σχόλιό του, αφού είπε, όπως ήδη ανέφερα στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου, ότι για τον Kant «οι αισθήσεις δεν έχουν κανενός είδους χωρικά γνωρίσματα. Καθ’ εαυτές έχουν μόνο εντατικά μεγέθη, όχι όμως εκτατικά», παραθέτει πολύ εύστοχα σε σημείωση ένα χωρίο από το Essai sur les données immédiates de la conscience, Paris 1911, σσ. 70–71, στο οποίο ο Bergson παρατηρεί ότι οι συγγραφείς [Lotze, Bain κ.ά.]… φαίνεται πως παραμέρισαν το πρόβλημα της φύσεως του χώρου, για να αναζητήσουν μόνο μέσω ποιας διαδικασίας οι αισθήσεις μας έρχονται να καταλάβουν θέση μέσα σε αυτόν και, θα λέγαμε, να παρατεθούν η μία δίπλα στην άλλη· με τον τρόπο όμως αυτό θεωρούν τις αισθήσεις ως άνευ εκτάσεως… Οι εμπειριστικές ή γενετικές εξηγήσεις επανέλαβαν το πρόβλημα του χώρου ακριβώς στο σημείο όπου το είχε αφήσει ο Kant. Ο Kant διαχώρισε τον χώρο από το περιεχόμενό του· οι εμπειριστές ερευνούν πώς αυτό το περιεχόμενο, το οποίο η σκέψη μας απομόνωσε από τον χώρο, μπορεί να φθάσει να ξαναβρεί θέση μέσα σε αυτόν».

33 Παραπάνω χρησιμοποίησα αφθονία συνωνύμων: είπα «τμήμα» χρόνου, «διάρκεια», «διάστημα» χρόνου· διότι, εφόσον η αίσθηση βρίσκεται μέσα στη στιγμή και η ίδια η στιγμή είναι «όριο του χρόνου», και όχι ένα μυστηριώδες ἐξαίφνης πέρα από τον χρόνο —πράγμα καθ’ εαυτό— ούτε πριν από τον χρόνο —είτε στην υπερβατολογική φαντασία είτε στη διάνοια—, και η αίσθηση, η οποία έχει την έδρα της στην εσωτερική αίσθηση, έχει την έδρα της μέσα στον χρόνο.

Επειδή όμως δεν καταλαμβάνει ένα διάστημα, ένα τμήμα ή μια διάρκεια της ροής ή της παρελεύσεως του χρόνου —εκείνης της ροής που αποτελεί τον ιδιαίτερο και ίδιο χαρακτήρα του χρόνου, ή μάλλον τον χαρακτήρα που ο χρόνος αποτυπώνει σε ό,τι αγγίζει— αλλά καταλαμβάνει μόνο «μία στιγμή», και η στιγμή, ως οριακή περίπτωση, δεν ρέει ούτε παρέρχεται, και ό,τι καταλαμβάνει αυτή τη στιγμή ούτε αυτό μπορεί να ρέει ή να παρέρχεται, έπεται ότι η αίσθηση —θεωρούμενη και αυτή [κατ’ αναλογία προς τη «στιγμή» του χρόνου] ως αίσθηση υποθετικά ευρισκόμενη σε κατάσταση τέλειας απομονώσεως, ως ένα απολύτως μεμονωμένο quid, δηλαδή ως οριακή περίπτωση του αισθητού ιστού— είναι, όπως και η στιγμή, στερημένη της χρονικής ροής, στερημένη της χρονικής διάρκειας, και δεν είναι υφασμένη από την παρέλευση του χρόνου.

Επειδή είναι καλό να έχουμε κατά νου ότι αυτή η αίσθηση διαθέτει ένα a priori στοιχείο —και αυτή ακριβώς η απριορικότητά της επιτρέπει στον Kant να την πραγματευθεί στο πλαίσιο της Αναλυτικής των Αρχών—, μου φαίνεται σκόπιμο να προαναγγείλω εδώ όσα θα ειπωθούν στην § 2 του Κεφ. IV· δηλαδή ότι αυτόν τον άχωρο και άχρονο χαρακτήρα η αίσθηση τον έχει χάρη στη φύση της ίδιας της αισθητικότητας, καθόσον αυτή είναι σύλληψη —κάτι που, άλλωστε, έχει ήδη υπαινιχθεί στην § 1 αυτού του κεφαλαίου.

«Η σύλληψη μέσω της απλής αισθήσεως καταλαμβάνει πράγματι μόνο μία στιγμή», λέγει ο Kant [Κριτική, σ. 186 (B 153)].

Έχουμε, δηλαδή, το εξής: η αισθητή μορφή —η σύλληψη—, την οποία πρέπει να διαθέτει a priori η αισθητικότητα καθόσον είναι δύναμη, δηλαδή ακριβώς a priori μορφή, του να υφίσταται τροποποίηση, είναι μια μορφή που στέκεται καθ’ εαυτήν, ανεξάρτητα από τις μορφές του χώρου και του χρόνου, με δική της ιδιαίτερη φύση, μολονότι καθετί που έρχεται στο φως μέσα σε αυτή τη μορφή —η αίσθηση ή τροποποίηση— οργανώνεται, συνδέεται, διατάσσεται κτλ. αμέσως κατά χωροχρονικό τρόπο.

Και η σύλληψη, η οποία σε σχέση προς τον χώρο και τον χρόνο στέκεται καθ’ εαυτήν, είναι η a priori αρχή ή το θεμέλιο της δυνατότητας της αισθήσεως, της πραγματικής υπάρξεως της αισθήσεως ως τροποποιήσεως της ίδιας της αισθητικότητας· διότι η αίσθηση δεν έρχεται από έξω ήδη έτοιμη και ολοκληρωμένη, αλλά αναδύεται μέσα στην αισθητικότητα ως εσωτερική τροποποίηση αυτής της αισθητικότητας· μιας αισθητικότητας η οποία, επομένως, είναι καλό να το επαναλάβουμε, πρέπει να είναι a priori και να διαθέτει a priori τη δυνατότητα να τροποποιείται —και αυτή ακριβώς η απριορικότητα αποτελεί τη βάση της δυνατότητας του αισθάνεσθαι.
Τώρα, εκείνο το αισθητό πολλαπλό που ο Kant διατήρησε πάντοτε [σχεδόν ως κατάλοιπο του αγγλικού ατομιστικού εμπειρισμού], εκείνο το αισθητό πολλαπλό του οποίου πραγματοποιείται μια σύνθεση [ο τύπος και οι αρθρώσεις της οποίας μεταβάλλονται ανάλογα με τις διατυπώσεις της Υπερβατολογικής Παραγωγής, αλλά ο γενικός χαρακτήρας της, δηλαδή ότι είναι παρούσα ως το πολλαπλό που πρέπει να συλλεχθεί και να ενοποιηθεί, παραμένει σταθερός και ταυτόσημος σε όλες τις διαφορετικές διατυπώσεις], είναι ένα πολλαπλό που διατηρείται στην ύπαρξη ακριβώς από μία a priori αρχή: τη σύλληψη —με την αντίστοιχη προς αυτήν υπερβατολογική φαντασία και με την αντίστοιχη προς αυτήν κατηγορία της πραγματικότητας, μαζί με την αρχή της, τον βαθμό.

34
Κριτική, σ. 186 (B 153).

35 Προλεγόμενα, § 26, σημείωση.

36 Προλεγόμενα, § 26. (Η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant).

37 Ο De Vleeschauwer, ο οποίος αφιέρωσε πολλές σελίδες —συγκεκριμένα τις 289–315— του τόμ. I του έργου του La Déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant, Antwerpen–Paris 1934, σε μια σύνοψη των Philosophische Versuche του Tetens, προκειμένου να δείξει μια θέση στην οποία δηλώνει ότι αποδίδει μεγάλη σημασία —δηλαδή πώς και σε ποιον βαθμό η πρώτη έκδοση της Κριτικής οφείλει στον Tetens, ιδίως ως προς την Υπερβατολογική Παραγωγή— υποστηρίζει ότι:
«Η σύνθεση της συλλήψεως χαρακτηρίζεται στον Kant από τον φαινομεναλισμό των δεδομένων και, προπάντων, από τη μοναδική και προσωπική θέση ότι η αντίληψη συμπίπτει με την αδιαίρετη ενότητα του χρόνου. Τώρα όμως διαπιστώνουμε ότι ο φαινομεναλισμός είναι ο ίδιος με εκείνον του Tetens και ότι η δεύτερη θέση, προς μεγάλη μας έκπληξη, δεν είναι καθόλου προσωπική θέση του Kant, αλλά εκφράζεται σαφώς στα Versuche του Tetens».
[Παρέθεσα από το L’évolution de la pensée kantienne, Paris 1939, σ. 97, το οποίο αποτελεί ένα είδος σύντομης συνόψεως του άλλου έργου].
Έτσι, φαίνεται ότι αυτή την ιδιότητα της αισθήσεως να μην έχει χρονική διάρκεια ο Kant την άντλησε από τον Tetens. Δεν μου κατέστη δυνατό να προμηθευτώ το έργο του Tetens. Παρατηρώ μόνο ότι δεν ήταν δύσκολο να συναχθεί από τη θεωρία της αισθήσεως όπως αυτή είχε επεξεργαστεί από τους Άγγλους· μολονότι ίσως αυτό να μην μπορούσε να γίνει με εντελώς άμεσο τρόπο.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (14)

Συνέχεια από  Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 14

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
II. ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT

Δεν θα μπορούσε ποτέ να τονιστεί αρκετά η αναγκαιότητα της παρουσίας αυτού του στοιχείου —της αισθήσεως ή τροποποιήσεως— στην επιστημονική γνώση. Ο Kant επανέρχεται σε αυτό τόσες πολλές φορές, ώστε τα σχετικά παραθέματα θα μπορούσαν να είναι πολυάριθμα και η δυσκολία της επιλογής είναι πράγματι μεγάλη.

«Εάν μια γνώση πρόκειται να έχει αντικειμενική πραγματικότητα, δηλαδή να αναφέρεται σε ένα αντικείμενο και να έχει μέσα σε αυτό σημασία και νόημα, το αντικείμενο πρέπει να μπορεί να μας δοθεί με κάποιον τρόπο. Διαφορετικά, οι έννοιες είναι κενές· και μολονότι κανείς σκέπτεται μέσω αυτών, στην πραγματικότητα με αυτή τη σκέψη δεν γνωρίζει τίποτε, αλλά απλώς παίζει με [υποκειμενικές] παραστάσεις».¹²

Πράγματι:

«Μέσα στην απλή έννοια [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] ενός πράγματος δεν μπορεί να βρεθεί κανένα γνώρισμα της υπάρξεώς του. Διότι, μολονότι η έννοια αυτή μπορεί να είναι τόσο πλήρης, ώστε να μην της λείπει τίποτε για να νοηθεί το αντικείμενο μαζί με όλους τους εσωτερικούς προσδιορισμούς του, εντούτοις η ύπαρξη δεν έχει απολύτως καμία σχέση με όλα αυτά, αλλά μόνο με το ερώτημα αν ένα τέτοιο πράγμα μάς έχει δοθεί, έτσι ώστε η αντίληψή του να μπορεί να προηγηθεί της έννοιας· […] η αντίληψη, η οποία παρέχει στην έννοια την ύλη, είναι το μοναδικό γνώρισμα της πραγματικότητας».

Πράγματι, «ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα είναι η τροποποίηση [Modification] της αισθητικότητάς μας». Δηλαδή, τα αντικείμενα ή «τα πράγματα στον χώρο και στον χρόνο [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] δίνονται μόνο ως αντιλήψεις —ως παραστάσεις συνοδευόμενες από αίσθηση— και, επομένως, μέσω εμπειρικής παραστάσεως».¹⁵

«Συνεπώς, οι καθαρές έννοιες της διανοίας, ακόμη και όταν εφαρμόζονται σε a priori εποπτείες [τον χώρο και τον χρόνο], όπως συμβαίνει στα μαθηματικά, δημιουργούν γνώσεις μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο αυτές οι εποπτείες —και, επομένως, μέσω αυτών και οι έννοιες της διανοίας— μπορούν να εφαρμοστούν σε εμπειρικές εποπτείες [δηλαδή σε εποπτείες που περιέχουν αίσθηση].

»Κατά συνέπεια, οι κατηγορίες, μέσω της [χωροχρονικής] εποπτείας, δεν μας παρέχουν ακόμη καμία γνώση των πραγμάτων, παρά μόνο μέσω της ενδεχόμενης εφαρμογής τους σε μια εμπειρική εποπτεία [= αίσθηση· η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant]. Δηλαδή, χρησιμεύουν μόνο για τη δυνατότητα της εμπειρικής γνώσεως [το ίδιο]. Και αυτή ονομάζεται εμπειρία [το ίδιο]».¹⁶

«Ακόμη και ο χώρος και ο χρόνος, όσο καθαρές και αν είναι αυτές οι έννοιες από κάθε εμπειρικό στοιχείο […], θα στερούνταν αντικειμενικού κύρους, νοήματος και σημασίας, εάν δεν καταδεικνυόταν η αναγκαία χρήση τους στα αντικείμενα της εμπειρίας [για την οποία, επαναλαμβάνω, απαιτείται και η αίσθηση].

»Μάλιστα, η παράστασή τους είναι ένα απλό σχήμα που αναφέρεται πάντοτε στην αναπαραγωγική φαντασία, η οποία επικαλείται τα αντικείμενα της εμπειρίας· χωρίς αυτά, δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία. […] Η δυνατότητα της εμπειρίας [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] είναι, επομένως, εκείνη που προσδίδει αντικειμενική πραγματικότητα σε όλες τις a priori γνώσεις μας.

»Συνεπώς, μολονότι γνωρίζουμε ήδη τόσα πολλά a priori για τον χώρο γενικά ή για τα σχήματα που σχεδιάζει μέσα σε αυτόν η παραγωγική φαντασία […] και μολονότι πράγματι δεν έχουμε γι’ αυτό ανάγκη καμίας εμπειρίας, αυτή η γνώση δεν θα ήταν απολύτως τίποτε, αλλά θα περιοριζόταν σε μια τροφή αποτελούμενη από απλές χίμαιρες, εάν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη της εξωτερικής εμπειρίας».¹⁷

Με λίγα λόγια:


«Όσον αφορά την πραγματικότητα, είναι αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαμε να τη σκεφτούμε in concreto χωρίς να προσφύγουμε στη βοήθεια της εμπειρίας· διότι αυτή μπορεί να αναφέρεται μόνο στην αίσθηση ως ύλη της εμπειρίας».¹⁸

Όλα όσα ειπώθηκαν έως εδώ οδηγούν στο δεύτερο Αίτημα της εμπειρικής σκέψεως εν γένει, το οποίο διατυπώνεται ως εξής:
«Πραγματικό [wirklich] είναι εκείνο που συμφωνεί με τους υλικούς όρους της εμπειρίας —της αισθήσεως».¹⁹


Δηλαδή, πραγματικό είναι εκείνο που περιέχει μια παρούσα αίσθηση ή συνδέεται με αυτή την παρούσα αίσθηση σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους —σύμφωνα, δηλαδή, με τη συνέχεια των ίδιων των αισθήσεων.

Με άλλα λόγια:

«Το αίτημα για τη γνώση της πραγματικότητας των πραγμάτων απαιτεί την αντίληψη και, επομένως, την αίσθηση, της οποίας έχουμε συνείδηση».²⁰

Είναι σημαντικό, σε σχέση με αυτό το αίτημα, να κατανοηθεί καλά ότι δεν πρόκειται να περιοριστούμε εμπειρικά στην αίσθηση που εγώ —ο πειραματιστής— δοκιμάζω αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Το νόημα του αιτήματος είναι το εξής: εκείνο που απαιτείται είναι η παρουσία, δηλαδή εκείνη η δυνατή παρουσία για την πραγματικότητα της οποίας μπορούμε να εγγυηθούμε, όταν από την πράγματι και επί του παρόντος παρούσα αίσθηση προχωρούμε, από αίσθηση σε αίσθηση, έως αυτήν —δηλαδή έως εκείνη τη δυνατή παρουσία— χωρίς να εγκαταλείπουμε ούτε για μία στιγμή, έστω και ιδεατή, το νήμα της αισθητής συνδέσεως.

Με άλλα λόγια, εκείνο που απαιτεί αυτό το αίτημα —για να συνεχίσουμε με τα ίδια τα λόγια του Kant— δεν είναι «η άμεση συνείδηση του αντικειμένου του οποίου πρέπει να γνωσθεί η ύπαρξη, αλλά η σύνδεσή του με μια πραγματική [ενεργό ή παρούσα] αντίληψη».²¹


«Το ότι μπορεί να υπάρχουν κάτοικοι στη Σελήνη, μολονότι κανένας άνθρωπος δεν τους έχει ποτέ αντιληφθεί, πρέπει ασφαλώς να γίνει δεκτό· αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι, κατά τη δυνατή πρόοδο της εμπειρίας [δηλαδή καθώς προχωρούμε από αντίληψη σε αντίληψη, ξεκινώντας από την παρούσα αντίληψη], θα μπορούσαμε να συναντήσουμε αυτούς [= την αντίληψή τους], διότι πραγματικό είναι καθετί που βρίσκεται σε συνάφεια με μια αντίληψη σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής προόδου».

«Κατά τον ίδιο τρόπο, τα πραγματικά πράγματα του παρελθόντος […] δεν είναι αντικείμενα και δεν είναι πραγματικά μέσα στον παρελθόντα χρόνο παρά μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο παρασταίνω ότι μια αναδρομική σειρά δυνατών αντιλήψεων —είτε ακολουθώντας το νήμα της ιστορίας είτε τα ίχνη των αιτίων και των αποτελεσμάτων—, σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους, με μία λέξη, η πορεία του κόσμου, οδηγεί σε μια σειρά χρόνου που έχει παρέλθει ως όρο του παρόντος χρόνου· […] έτσι ώστε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν από αμνημονεύτων χρόνων πριν από την ύπαρξή μου δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά τη δυνατότητα παρατάσεως της αλυσίδας της εμπειρίας, από την “παρούσα” αντίληψη προς τα πίσω, έως τους όρους που προσδιορίζουν αυτή την αντίληψη μέσα στον χρόνο».²³

Επομένως, μόνο ξεκινώντας από την παρούσα αίσθηση ή αντίληψη και ακολουθώντας την αδιάκοπη αλληλουχία αυτής της αισθήσεως μπορεί κανείς να συλλάβει ότι φθάνει, μέσα στην εμπειρική τους πραγματικότητα, σε αντικείμενα απομακρυσμένα στον χρόνο ή στον χώρο· και αυτά, όταν πλέον προσεγγισθούν μέσω της αισθητής προόδου, αποκαλύπτονται ακριβώς διά της αισθήσεως.

Έτσι, όταν μιλώ για «άστρα που βρίσκονται εκατό φορές μακρύτερα από τα απώτατα άστρα που βλέπω», μπορώ να πω: «πιθανότατα υπάρχουν τέτοια άστρα στον χώρο του σύμπαντος, μολονότι κανένας άνθρωπος δεν τα έχει ποτέ αντιληφθεί ούτε πρόκειται να τα αντιληφθεί»· και μπορώ να το πω αυτό, επειδή σημαίνει: «μπορώ, κατά την εμπειρική πρόοδο μέσα στον χώρο, να συναντήσω [αυτά] τα άστρα».²⁴

Με άλλα λόγια, το να ισχυριζόμαστε ότι υπάρχουν νέα αντικείμενα τα οποία σήμερα δεν γίνονται αντιληπτά —δεν γίνονται αισθητά— σημαίνει ότι είναι τέτοια ώστε θα μπορούσαν κάποια ημέρα να γίνουν αντιληπτά —να γίνουν αισθητά—, όταν, προχωρώντας εμπειρικά, δηλαδή ακριβώς αισθητά, από την παρούσα ενεργό αίσθηση προς μια άλλη αίσθηση συνδεδεμένη με αυτήν, και από εκεί προς μια ακόμη αίσθηση συνδεδεμένη με την προηγούμενη —και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να διακόπτεται το νήμα της συνδέσεως των αισθήσεων—, φθάσουμε τελικά στις αισθήσεις αυτών των νέων αντικειμένων, οι οποίες τότε θα είναι παρούσες.

«Διότι σε αυτή την περίπτωση η ύπαρξη του πράγματος συνδέεται με τις αντιλήψεις μας μέσα σε μια δυνατή εμπειρία· και εμείς μπορούμε, ξεκινώντας από μια πραγματική μας αντίληψη και ακολουθώντας το καθοδηγητικό νήμα εκείνων των αναλογιών [= την αδιάκοπη συνέχεια του ιστού των αισθήσεων μέσα στη δομή της αισθητής εμπειρίας], να φθάσουμε στο πράγμα μέσα στη σειρά των δυνατών αντιλήψεων».

Σε αυτά τα παραδείγματα αντικειμένων απομακρυσμένων στον χρόνο και αντικειμένων απομακρυσμένων στον χώρο, τα οποία μπορούν να προσεγγισθούν μόνο αν ξεκινήσουμε από μια παρούσα αίσθηση, χωρίς να διακόψουμε το νήμα της εμπειρικής συνδέσεως και ακολουθώντας επιπλέον τη δομή ή τους νόμους της εμπειρίας, ο Kant προσθέτει ένα ακόμη παράδειγμα.

Αυτό αναφέρεται σε ένα τμήμα της παρούσας πραγματικότητας, μέσα στο οποίο υπάρχει κάτι που σήμερα δεν μπορούμε να διακρίνουμε, εξαιτίας της ελλείψεως κατάλληλων μέσων· κάτι που έχει μια ιδιαίτερα λεπτή και μικροσκοπική υφή, αόρατη σήμερα, αλλά το οποίο θα μπορούσε κάποια ημέρα, με την τελειοποίηση των οργάνων —δηλαδή καθιστώντας τις αισθήσεις μας περισσότερο ευαίσθητες και λεπτές—, να προσεγγισθεί.

«Αναγνωρίζουμε την ύπαρξη μιας μαγνητικής ύλης που διαπερνά όλα τα σώματα, από την αντίληψη των ρινισμάτων σιδήρου που έλκονται· μολονότι, εξαιτίας της κατασκευής των οργάνων μας, είναι [σήμερα] αδύνατη για εμάς η άμεση αντίληψη αυτής της ύλης. Πράγματι, σύμφωνα με τους νόμους της αισθητικότητας και τη συνάφεια των αντιλήψεών μας, θα μπορούσαμε μέσα σε μια εμπειρία να συναντήσουμε ακόμη και την άμεση εμπειρική εποπτεία [εκείνης της ύλης], εάν τα όργανά μας ήταν λεπτότερα, ενώ η χονδροειδής κατασκευή τους κ.λπ.».²⁶

Εάν, καθώς διαβάζουμε για αυτή τη δυνατότητα προσεγγίσεως —ξεκινώντας από παρούσες αντιλήψεις και ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της αισθητικότητας και της δομής της εμπειρίας— ενός πράγματος που παραμένει απρόσιτο με ακατάλληλα και αδρά μέσα, αντικαταστήσουμε το καντιανό παράδειγμα με ένα σύγχρονο, λόγου χάρη με την προσπάθεια των σημερινών φυσικών να αναχθούν από τις καθαρά ορατές φασματικές γραμμές στις εσωτερικές συμπεριφορές των ατόμων —άλματα ηλεκτρονίων, ενεργειακές στάθμες ή διαφορές ενεργειακών σταθμών, σπιν κ.λπ.— οι οποίες προσδιορίζουν εκείνες τις γραμμές, ο καντιανός συλλογισμός διατηρεί ακέραιη την ισχύ του.

«Επομένως», καταλήγει ο Kant, «έως εκεί όπου φθάνει η αντίληψη και ό,τι εξαρτάται από αυτήν σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους, φθάνει επίσης και η γνώση μας για την ύπαρξη των πραγμάτων. Εάν όμως δεν ξεκινούμε από την εμπειρία ή εάν δεν προχωρούμε σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής συνδέσεως των φαινομένων, μάταια επιδεικνύουμε την αξίωση ότι μπορούμε να μαντεύσουμε και να ερευνήσουμε την ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος».

Αυτή η εκκίνηση από την εμπειρία και την αίσθηση, αυτή η πορεία σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής συνδέσεως των φαινομένων, προκειμένου να παραμείνουμε μέσα στον κόσμο της εμπειρίας και της πραγματικότητας —διότι «κανείς δεν μπορεί να έχει μια εποπτεία που να αντιστοιχεί στην έννοια της πραγματικότητας παρά μόνο από την εμπειρία· και ποτέ δεν θα μετάσχει σε αυτήν a priori, αφ’ εαυτού και πριν από την εμπειρική συνείδησή της»²⁸—, ανακαλεί την εικόνα με την οποία ο Kant ολοκληρώνει, στην πρώτη έκδοση της Κριτικής, την εξέταση των παραλογισμών του καθαρού λόγου:
«Μόνο η ψυχρότητα μιας αυστηρής αλλά δίκαιης κριτικής […] μπορεί να περιορίσει όλες τις θεωρησιακές αξιώσεις μας αποκλειστικά στο πεδίο της δυνατής εμπειρίας […] μέσω του προσδιορισμού των ορίων της [των ορίων του λόγου], ο οποίος πραγματοποιείται με την καθοδήγηση ασφαλών αρχών· ενός προσδιορισμού που χαράσσει με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα το nihil ulterius του επάνω στις Ηράκλειες Στήλες, τις οποίες η ίδια η φύση έχει τοποθετήσει, ώστε το ταξίδι του λόγου μας να συνεχίζεται έως εκεί όπου εκτείνονται αδιάκοπα οι ακτές της εμπειρίας. Αυτές δεν μπορούμε να τις εγκαταλείψουμε χωρίς να αποτολμήσουμε την είσοδο σε έναν απέραντο ωκεανό χωρίς ακτές, ο οποίος, μέσα από διαρκώς απατηλές οπτασίες, θα μας υποχρέωνε τελικά να εγκαταλείψουμε όλες τις επίπονες και μακροχρόνιες προσπάθειές μας ως μάταιες».

Και σε τι διαφέρει αυτό το ταξίδι, το οποίο ακολουθεί πάντοτε τις «ακτές της εμπειρίας», εκείνες τις «συνεχείς» ακτές τις οποίες δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε, από το κριτήριο που βρίσκεται στη βάση της σχολής ενός Planck, ενός Bohr ή ενός Heisenberg; Πρόκειται για το κριτήριο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το άρρητο σύνθημα τόσο της αντιλήψεώς τους για τη φυσική επιστήμη όσο και της πραγματικής τους δραστηριότητας ως επιστημόνων: να μην εγκαταλείπουν ποτέ τα δεδομένα που προσφέρουν οι πειραματικές παρατηρήσεις και να μην επεξεργάζονται μια θεωρία η οποία, γενικεύοντας αυτά τα δεδομένα, θα τα καθιστούσε έγκυρα πέρα από τα όρια εκείνης της εμπειρίας μέσα στην οποία γεννήθηκαν.

Εάν σταθούμε και αναλογιστούμε το σχεδόν ανεπαίσθητο σημείο στο οποίο αρχίζει η διακλάδωση ανάμεσα στο φαινόμενο όπως μας δίνεται μέσα στην εμπειρία και σε ό,τι είμαστε υποχρεωμένοι να αφαιρέσουμε ιδεατά από αυτήν, ακριβώς για να αποκτήσουμε εμπειρία —δηλαδή για να ανακαλύψουμε τον νόμο που διέπει το φαινόμενο—, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση των γαλιλαϊκών σφαιρών, το χρώμα, την τραχύτητα του επιπέδου, την αντίσταση του αέρα κ.λπ., πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα να μη συμπεριλάβουμε ανάμεσα σε όλα αυτά που πρέπει να εξαλειφθούν και εκείνο του οποίου η εξάλειψη καταργεί το ίδιο το προς εξέταση αντικείμενο, δηλαδή καταργεί την εμπειρία.

Διότι, εάν εξαλειφθεί εκείνο που είναι απαραίτητο για την πραγματική εμπειρία και εισέλθουμε σε έναν κόσμο καθαρών νοητικών οντοτήτων, οι νόμοι που θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε δεν θα είναι νόμοι του φυσικού φαινομένου, αλλά νόμοι αυτών των νοητικών οντοτήτων· για παράδειγμα, γεωμετρικών οντοτήτων.

Το εξαιρετικά λεπτό σημείο, η βελόνα που ανεπαίσθητα κατευθύνει προς δύο αποκλίνοντες σιδηροδρομικούς κλάδους, είναι εκείνο που, στον έναν κλάδο, οδηγεί προς τις ευθύγραμμες γενικεύσεις της κλασικής φυσικής —οι οποίες, μολονότι γεννήθηκαν μέσα στην εμπειρία, συνεχίζουν κατόπιν σε μια πορεία όπου ούτε καν η ιδεατά δυνατή εμπειρία δεν μπορεί πλέον να τις ακολουθήσει—, ενώ στον άλλο κλάδο οδηγεί προς μια οδό που κινείται πάντοτε μέσα στην περιοχή μιας ιδεατά δυνατής εμπειρίας.

Μέσα σε αυτήν, δύο σημεία έχουν καταστεί θεμελιώδη: η εννοιολογικά πραγματική παρουσία του παρατηρητή, δηλαδή η αναπόφευκτη παρέμβασή του, μέσω της παρουσίας του, στη διαμόρφωση όλων των γεγονότων της εμπειρίας· και το αυστηρά πραγματικό, αναπαλλοτρίωτο και πάντοτε παρόν μέγεθος ή ποσότητα της αισθήσεως.

Εάν αυτό το μέγεθος αναχθεί στο μηδέν, μας επιτρέπεται βέβαια να ακολουθήσουμε την οδό της γενικεύσεως· η οδός αυτή όμως μετατρέπεται στο άλμα της παρεκβολής, κατά το οποίο έχει εξαφανιστεί εκείνο που συμβάλλει στη διαμόρφωση του εσωτερικού ιστού του υπό μελέτη φαινομένου και, εξαφανιζόμενο, έχει συμπαρασύρει στο μηδέν την πραγματικότητα του φαινομένου που επρόκειτο να μελετηθεί.

Οι συνέπειες όμως της αναγωγής στο μηδέν του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού θα εξεταστούν ειδικά στην § 5 αυτού του κεφαλαίου.

III. Η ΑΧΩΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΕΩΣ

ΜΙΑ ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, ΙΚΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΣΤΟΝ ΘΕΟ. ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Ή ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.  Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΧΕΙ ΑΛΛΟ ΔΕΔΟΜΕΝΟ.ΤΟΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ. 

ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ:Η εικόνα και η ομοίωση του Θεού, σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρωτόπλαστοι, εκφράζονταν πλήρως σε αυτούς, πριν από την πτώση. Η αμαρτία διέφθειρε και το ένα και το άλλο, αν και δεν τα στέρησε τελείως από τον άνθρωπο.


Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.

Η ΔΥΣΗ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 
ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ; ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ. ΣΩΣΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΑΘΕΙΣΜΟ ΑΥΤΟΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ ΤΣΕΠΗΣ.

Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.

Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΑΣΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ. ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ. 

ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΛΑΚΑΝΟΝΤΟΛΜΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

Σημειώσεις:

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (13)

Συνέχεια από Τρίτη 7. Ιουλίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 13

LUIGI SCARAVELLI


ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ

Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT

Μπορούν να αποδοθούν σε ένα αντικείμενο τόσες διαστάσεις όσες είναι οι διαφορετικές ποσότητες που βρίσκονται σε αυτό προς μέτρηση
Καρτέσιος

Ας ξαναδιαβάσουμε τη σημείωση 3 στη σ. 72 σχετικά με τη γεύση ενός κρασιού, η οποία δεν ανήκει στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς του και γι’ αυτό δεν ανήκει στους προσδιορισμούς ενός αντικειμένου, αλλά είναι υποκειμενική και θεμελιωμένη στο αίσθημα· έτσι ώστε κανείς δεν μπορεί να έχει a priori ούτε μια παράσταση χρώματος ούτε μια παράσταση γεύσης. Ας διαβάσουμε αυτή την ανάλογη φράση: «Η κωνική μορφή μπορεί να φανερωθεί χωρίς κανένα εμπειρικό βοήθημα, απλώς σύμφωνα με την έννοια· αλλά το χρώμα αυτού του κώνου θα πρέπει πρώτα να δοθεί σε μια ή σε άλλη εμπειρία»7· και ας τις πλησιάσουμε σε αυτήν: «Το πράσινο χρώμα των λιβαδιών ανήκει στην αντικειμενική αίσθηση [αραιογραμμένο από τον Kant], ως αντίληψη ενός αντικειμένου της αίσθησης· η ευχαρίστηση που αυτό παράγει αναφέρεται, αντιθέτως, στην υποκειμενική αίσθηση [ό.π.], με την οποία δεν παριστάνεται κανένα αντικείμενο: δηλαδή στο αίσθημα». Ενώ εκεί τόσο η ευχαρίστηση μιας γεύσης ή ενός χρώματος όσο και η ίδια η γεύση και το χρώμα αποδίδονται στο αίσθημα, δηλαδή στον συγκινησιακό τόνο —υποκειμενικό, a posteriori, από τον οποίο δεν μπορεί να γίνει επιστήμη—, εδώ αντιθέτως μόνο η ευχαρίστηση είναι αίσθημα, είναι υποκειμενική, ενώ το χρώμα, παρότι παραμένει αίσθηση, ανήκει στα χαρακτηριστικά ή στις ιδιότητες του αντικειμένου, και μπορεί να γίνει επιστήμη γι’ αυτό. Και αν μπορεί να γίνει επιστήμη γι’ αυτό, σημαίνει ότι δεν είναι ριζικά υποκειμενικό, αλλά έχει και αντικειμενική αξία· δηλαδή δεν είναι εσωτερικά και ολοκληρωτικά a posteriori.

Το καθαρά υποκειμενικό, συγκινησιακό —αμιγώς a posteriori— χαρακτηριστικό της αίσθησης προσδιορίζεται με σαφήνεια στην επιστολή προς τον Marcus Herz της 26ης Μαΐου 1789, στην οποία βλέπει κανείς τι θα ήταν αυτή η αίσθηση καθόσον υπάρχει αποκομμένη από τη σύνδεση με τη δομή της διάνοιας, δηλαδή έξω από εκείνη τη «σύνθεση» με τη διάνοια, την οποία ο Kant ονομάζει «σύνθεση a priori», ακριβώς για να δηλώσει ότι στην πραγματικότητα, δηλαδή κοιτάζοντας τα πράγματα συγκεκριμένα, η ενότητά τους, διάνοιας και αισθητικότητας, προηγείται —λογική προτεραιότητα— κάθε αντικειμένου για το οποίο έχουμε συγκεκριμένη εμπειρία· έτσι ώστε κάθε αντικείμενο να είναι εξαρτημένο από αυτή τη συνθετική ενότητα.

Η αίσθηση, απομονωμένη από τη διάνοια, δεν θα αποκάλυπτε κανένα αντικείμενο· θα έδινε, αντιθέτως... αλλά ας διαβάσουμε την επιστολή του Kant: «Αν μπορούμε να καταδείξουμε ότι η γνώση μας των πραγμάτων, ακόμη και εκείνη της εμπειρίας, δεν είναι δυνατή παρά μόνο υπό εκείνες τις προϋποθέσεις [δηλαδή: τη μορφή της αισθητικότητας και τη σύνδεσή της με τη μορφή ή δομή της διάνοιας, δηλαδή με τις λειτουργίες της], τότε όχι μόνο όλες οι άλλες έννοιες των πραγμάτων —οι οποίες δεν είναι εξαρτημένες κατ’ αυτόν τον τρόπο— είναι για μας κενές και δεν μπορούν να χρησιμεύσουν σε καμία γνώση, αλλά και όλα τα δεδομένα των αισθήσεων [δηλαδή οι καθαρές αισθήσεις] σε μια δυνατή γνώση χωρίς αυτές [τις έννοιες] δεν θα παρίσταναν ποτέ αντικείμενα» —οι αισθήσεις λοιπόν, και αυτό είναι σημαντικότατο και πρέπει πάντοτε να το έχουμε υπόψη, αν δεν ήταν συνδεδεμένες με τη δομή της διάνοιας, δεν θα ήταν ικανές να μας προσφέρουν την παρουσία «αντικειμένων»—. «Εγώ», συνεχίζει ο Kant, «δεν θα μπορούσα ούτε καν να γνωρίζω ότι τα [εκείνα τα δεδομένα των αισθήσεων] κατέχω· συνεπώς, αυτά για μένα, ως γνωστικό ον, θα ήταν απολύτως τίποτε· ενώ αυτά —αν στη σκέψη μετατρέψω τον εαυτό μου σε ζώο—, ως παραστάσεις που θα συνδέονταν σύμφωνα με έναν εμπειρικό νόμο του συνειρμού, και έτσι θα είχαν επίσης επίδραση στο αίσθημα και στην ορεκτική δύναμη, θα μπορούσαν πάντοτε να παίζουν κανονικά το παιχνίδι τους μέσα μου, ενώ εγώ θα ήμουν ασυνείδητος του είναι μου... χωρίς, εξαιτίας αυτού, να γνωρίζω στο ελάχιστο κάτι, ούτε καν αυτή την κατάστασή μου».

Οι αισθήσεις λοιπόν, απομονωμένες από την ενότητα της διάνοιας και από τις μορφές ή λειτουργίες της, δεν θα μας έκαναν να γνωρίσουμε κανένα πράγμα, δεν θα μας έδιναν την παρουσία ενός «αντικειμένου»· θα μπορούσαν μόνο να έχουν επίδραση στο αίσθημα και να αφυπνίζουν και να ασκούν τις ζωώδεις ορέξεις μας· χωρίς, όμως, να γνωρίζει κανείς ότι είναι... ζώο —δηλαδή χωρίς να μας δίνουν τη «συνείδηση» αυτής της κατάστασης, χωρίς δηλαδή να κάνουν ώστε να είμαστε ένα «υποκείμενο». Οι αισθήσεις θα ήταν, δηλαδή, είτε μια σκοτεινή κίνηση και ανατάραξη τυφλών ενστικτωδών τάσεων είτε ακόμη και το τυφλό, σχεδόν καρτεσιανό παιχνίδι ενός είδους μηχανισμού προορισμένου να διατηρεί στην ύπαρξη έναν φυσικό οργανισμό.

Όταν, αντιθέτως, οι αισθήσεις συνδέονται, συντίθενται με τις λειτουργίες της διάνοιας, αποκαλύπτουν καθαρά, πέρα από αυτόν τον «ζωώδη» χαρακτήρα τους που παραμένει, ένα νέο νόημα, μια νέα ιδιότητα· και ακριβώς αυτό καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό, την παρουσία και τη γνώση ενός αντικειμένου. Αυτή η ιδιότητα χορηγείται από τις λειτουργίες της διάνοιας. Και χορηγείται σε εκείνο το στοιχείο που, μέσα στην ίδια την αίσθηση ως καθαρή δυνατότητα τροποποίησης, είναι a priori σε σχέση με τον τόνο του αισθήματος.


Αν οι λειτουργίες που ονομάζονται αρχή της αιτίας, της αμοιβαιότητας κ.λπ. προσδιορίζουν τη σύνδεση ή τη σύνθεση του αισθητού ιστού, υπάρχει μία λειτουργία που διεισδύει στο εσωτερικό κάθε μικρής ίνας που σχηματίζει αυτόν τον ιστό, στο εσωτερικό κάθε, θα λέγαμε, μεμονωμένης αίσθησης ή τροποποίησης, και κάνει ώστε καθεμία από αυτές να είναι ήδη συγκροτημένη a priori —δηλαδή μόλις είναι πράγματι παρούσα στη συνείδηση ως αίσθηση— με τρόπο ώστε να περιέχει μέσα της ή, καλύτερα, με τρόπο ώστε να είναι η ίδια, ως τροποποίηση, εφοδιασμένη με βαθμό ή με «μέγεθος ή ποσότητα».

Αυτή η λειτουργία είναι η λειτουργία της κατηγορίας της «πραγματικότητας»· η οποία, ενώ κάνει ώστε η αίσθηση να συνδέεται με τη διάνοια και να προκύπτει έτσι ως πραγματικά υπάρχουσα στη συνείδηση, κάνει επίσης ώστε αυτή να αποκτά a priori έναν βαθμό, δηλαδή ένα μέγεθος ή μια ποσότητα. Και αυτό το μέγεθος, εσωτερικό στην τυφλή αισθητή ποιότητα —ευχάριστη, οδυνηρή κ.λπ.— 10 είναι εκείνο που την καθιστά φωτεινή για την επιστήμη, δηλαδή ικανή να εγγυηθεί την παρουσία ενός επιστημονικά γνωρίσιμου αντικειμένου.

Αυτός ο χαρακτήρας ή η ιδιότητα της συγκεκριμένης αίσθησης, που δεν είναι τυφλά συγκινησιακή, αυτός ο εγγενώς ποσοτικός χαρακτήρας της, έρχεται καθαρά στο φως αν φέρει κανείς κοντά τη διατύπωση αυτής της υποενότητας με τη διατύπωση της προηγούμενης. Εκείνη της προηγούμενης λέει: «όλα τα φαινόμενα είναι, ως προς την εποπτεία τους, εκτατικά μεγέθη»· αυτή λέει: «σε όλα τα φαινόμενα, η αίσθηση και το πραγματικό που της αντιστοιχεί στο αντικείμενο (realitas phaenomenon) έχει ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό» ". Δηλαδή, η πρώτη: όλα τα φαινόμενα, όσον αφορά την εποπτεία, η οποία είναι μορφή, έχουν μέγεθος ή ποσότητα εκφράσιμη στον χώρο και στον χρόνο· η δεύτερη: όλα τα φαινόμενα, όσον αφορά την αίσθηση, η οποία είναι περιεχόμενο, έχουν μέγεθος ή ποσότητα μη εκφράσιμη στον χώρο και στον χρόνο, αλλά μέσω του βαθμού. Και συνοψίζοντας: όλα τα φαινόμενα, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο, είναι δεκτικά μαθηματικών προσδιορισμών: ως προς τη μορφή, μέσω της μαθηματικής, με μεγέθη που δηλώνουν τον χώρο και τον χρόνο· ως προς το περιεχόμενο, μέσω της μαθηματικής, αλλά με μεγέθη που δεν δηλώνουν ούτε χώρο ούτε χρόνο.

Φαίνεται από μόνο του ότι η σημασία αυτών των δύο σημείων —των χωροχρονικών μεγεθών ή ποσοτήτων που αποδίδονται στα αισθητά αντικείμενα ως προς τη μορφή τους, και των μη χωροχρονικών μεγεθών ή ποσοτήτων αυτών των ίδιων αισθητών αντικειμένων ως προς το περιεχόμενο, δηλαδή την πραγματική αίσθηση ή τροποποίηση— είναι ισότιμη στη φυσική: καμία από τις δύο δεν μπορεί να παραμεληθεί ή να υποτιμηθεί. Παρ’ όλα αυτά, αν σκεφθεί κανείς ότι χωρίς αίσθηση δεν έχουμε, όπως έχει ήδη ειπωθεί, ούτε αντίληψη ούτε το πραγματικό των φαινομένων, δηλαδή δεν υπάρχει ο φυσικός κόσμος, βλέπει επίσης ότι αυτό το ζήτημα είναι, θα λέγαμε, το σημείο εκκίνησης της φυσικής. Διότι χωρίς αίσθηση ή τροποποίηση —το επαναλαμβάνω— δεν υπάρχει φυσική.

II. ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Σημειώσεις:


7 Κριτική, σ. 549 (B 470).
8 Κριτική της κριτικής δύναμης, § 3.
9 Στην Κριτική, όπου διατηρείται εδώ κι εκεί η οπτική της Διατριβής του 1770, στην οποία υπήρχαν φαινόμενα και εποπτείες ανεξάρτητα από τον νου, ο Kant εξακολουθεί να γράφει φράσεις αυτού του είδους [σ. 128 (B 103)]: «Το ότι τα αντικείμενα της αισθητής εποπτείας πρέπει πράγματι να είναι σύμφωνα προς τους μορφικούς όρους της αισθητικότητας, οι οποίοι βρίσκονται a priori στο πνεύμα, είναι σαφές, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να είναι αντικείμενα για εμάς· δεν είναι όμως εξίσου εύκολο να κατανοήσουμε ότι πρέπει επιπλέον να είναι σύμφωνα προς τους όρους τους οποίους χρειάζεται ο νους για τη συνθετική ενότητα της σκέψης».
(Ολόκληρο το § 13, στο οποίο ανήκει αυτό το χωρίο, καθώς και το § 14, θεωρούνται από πολλούς σχολιαστές ότι αντιπροσωπεύουν ένα παλαιότερο στάδιο συγγραφής σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της Αναλυτικής των εννοιών. Ανάλογες φράσεις όμως απαντούν και αλλού).
Πιστεύω, ωστόσο, ότι η επιβίωση διατυπώσεων αυτού του είδους —ότι δηλαδή τα φαινόμενα μπορούν να παρουσιάζουν αντικείμενα στην εποπτεία μας, επειδή η εποπτεία «δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη από τις λειτουργίες της σκέψης»—, διατύπωση η οποία αντικρούεται ήδη στην ίδια τη σύνταξη της πρώτης έκδοσης της Υπερβατολογικής Παραγωγής και από ολόκληρη τη συγκρότηση της Υπερβατολογικής Παραγωγής της δεύτερης έκδοσης, πιστεύω, έλεγα, ότι η επιβίωση αυτής της διατύπωσης δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο σε ένα κατάλοιπο της Διατριβής, αλλά και σε μια απαίτηση την οποία ο Kant αισθανόταν ζωντανή και παρούσα.
Η απαίτηση αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι η αίσθηση δεν αποτελεί για τον Kant μόνο γνωστικό στοιχείο, αλλά περιέχει επίσης —όπως λεγόταν ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη— ένα ορεκτικό στοιχείο, το οποίο καταλήγει στην πράξη. Σχετικά με αυτό είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τη φράση του Kant που αναφέρθηκε ήδη: «καθετί που στη γνώση μας ανήκει στην εποπτεία —εξαιρουμένων, επομένως, του αισθήματος του ευχάριστου και του δυσάρεστου και της βούλησης, τα οποία δεν αποτελούν καθόλου γνώσεις—…» [Κριτική, σ. 89 (B 69)].
Αυτό είναι το στοιχείο που εξακολουθεί να υφίσταται έξω από τον νου ως συνθετική συνείδηση ή ως το υπερβατολογικό· και ο Kant ούτε μπορεί ούτε θέλει να το εξαλείψει. Και αν εδώ το αφήνει σε μια μετέωρη κατάσταση, το αποσαφηνίζει στην επιστολή που μόλις αναφέρθηκε και το διατηρεί παρόν, έστω και υπονοούμενο, μέσα στο συγκινησιακό και παθητικό στοιχείο στην Κριτική του πρακτικού λόγου —διότι ο άνθρωπος, για τον Kant, δεν θα μπορέσει ποτέ να καταστεί καθαρό γνωρίζειν— και στην Κριτική της κριτικής δύναμης.
10 Για να επιστρέψουμε στην παραπομπή του § 3 της Κριτικής της κριτικής δύναμης: η ευχαρίστηση που προκαλεί το πράσινο των λιβαδιών μπορεί να παρακινήσει ένα βόδι να φάει· και ίσως —λέω ίσως, διότι, ως προς το τι πραγματικά βιώνουν τα ζώα, μου φαίνεται ότι, παρά το γεγονός ότι έχουν γραφεί πολλά βιβλία γι’ αυτό το θέμα, από εκείνα του Fabre έως τα πιο πρόσφατα του von Uexküll, δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι— ίσως δεν «βλέπει» το λιβάδι ως «αντικείμενο», αλλά το «αισθάνεται», έστω και με τα μάτια, ως ορεκτικό άρωμα· το αισθάνεται ως σκοτεινή ροπή εκείνου που εμείς θα αποκαλούσαμε «ολόκληρο το είναι του».
Αυτό το αισθάνεσθαι θα ήταν, επομένως, καθαρά υποκειμενικό· πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι εδώ ως υποκείμενο δεν νοείται το «γνωρίζον» υποκείμενο, αλλά μια τυφλή… élan vital, μια ζωτική ορμή. Όπως επίσης ως «αντικείμενο» αυτής της τάσης δεν θα έπρεπε να νοηθεί ένα πραγματικό και κυριολεκτικό «αντικείμενο», όπως αυτό στέκεται απέναντι στον γνωρίζοντα νου.
Το πράσινο, αντιθέτως, απομονωμένο από την ευχαρίστηση και την επιθυμία, απομονωμένο από αυτή την ασυνείδητη λαχτάρα και τάση, θα μας έδινε την αληθινή θέαση ενός αντικειμένου· και γι’ αυτό βρίσκεται στην οδό όχι της τυφλής ζωής, αλλά της γνώσης.
11 Στην προηγούμενη ενότητα ο Kant είχε δείξει πώς η σύνθεση ή η παρουσία του νου μέσα στην αισθητικότητα, θεωρούμενη ως μορφή ή δομή, δημιουργεί τα χωρικά και τα χρονικά μεγέθη.
Παραθέτω τις διατυπώσεις όπως εμφανίζονται στην πρώτη έκδοση της Κριτικής, επειδή εκεί η σχέση προβάλλει με μεγαλύτερη σαφήνεια· και στη δεύτερη έκδοση όμως είναι σαφής και παραμένει η ίδια: «όλες οι εποπτείες είναι εκτατικά μεγέθη»· «σε όλα τα φαινόμενα το πραγματικό, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της αίσθησης, έχει ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό».
Η τροποποίηση της διατύπωσης δεν αφορά το σημείο που εξετάζουμε τώρα· τόσο μάλιστα, ώστε σε όλες τις σελίδες στις οποίες αναπτύσσεται η απόδειξη —εκτός από μία συνοπτική παράγραφο που προστέθηκε στην αρχή της δεύτερης έκδοσης— ο Kant δεν άλλαξε ούτε μία λέξη.
Είμαι αναγκασμένος να παραπέμψω στο § 5 την αναφορά στους λόγους της αλλαγής της διατύπωσης, μαζί με μια διευκρίνιση σχετικά με την έννοια της πραγματικότητας, η οποία, από άλλη άποψη, θα ταίριαζε καλά σε αυτό το σημείο. Θα καταστεί όμως σαφέστερη αφού εξετάσουμε τον άχωρο και άχρονο χαρακτήρα της αίσθησης, καθώς και τον χαρακτήρα της «μεταβολής» της ποσότητας ή του μεγέθους του βαθμού.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (12)

Συνέχεια από Σάββατο 20. Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 12

LUIGI SCARAVELLI

ΜΕΤΑΒΑΣΗ
ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

"η αίσθηση είναι τροποποίηση",
για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν. 
Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό.

Η φυσική, ως επιστήμη, συνίσταται, όπως είναι γνωστό, όχι στην απλή διαπίστωση ενός φυσικού γεγονότος —το νερό βράζει— ούτε στην απλή μέτρηση αυτού του γεγονότος —αυτό το νερό βράζει στους 100 βαθμούς—, αλλά στη διαμόρφωση μιας θεωρίας που μας επιτρέπει να προβλέψουμε, μέσω της παρούσας διαπίστωσης και μέτρησης, τη μελλοντική μέτρηση της μελλοντικής διαπίστωσης. Αυτή η παρούσα διαπίστωση και μέτρηση, καθώς και η μελλοντική, είναι και θα είναι διαπίστωση και μέτρηση ενός γεγονότος· το γεγονός είναι κάτι παρατηρήσιμο, δηλαδή μια αίσθηση, και η αίσθηση είναι μια τροποποίηση· έτσι, εφόσον κάθε παρατηρήσιμο είναι τροποποίηση, η φυσική επιστήμη είναι υφασμένη, σε κάθε ελάχιστη ίνα της, από τροποποιήσεις. Οι τρόποι με τους οποίους συμβαίνουν αυτές οι τροποποιήσεις, δηλαδή οι τρόποι ή οι μορφές με τις οποίες η τροποποίηση πραγματοποιείται, είναι λοιπόν οι θεμελιώδεις ιδιότητες εκείνου με το οποίο ασχολείται η φυσική.

Το ίδιο πράγμα, με τρόπο πιο εμφανώς προσαρμοσμένο στις ιστορικές συνθήκες της φυσικής, μπορεί να εκφραστεί ως εξής: ονομάστηκε παρατηρήσιμο, με τη στενή έννοια, από τον Heisenberg και τη σχολή του, εκείνο που προκύπτει πειραματικά, για να διακριθεί από εκείνο το εννοιολογικό πλαίσιο που δεν προκύπτει στα όργανα με τα οποία γίνονται τα πειράματα. Δεν συμφωνούν απολύτως όλοι οι φυσικοί με τον Heisenberg ως προς τον προσδιορισμό της σχέσης που εγκαθιστά ο επιστήμονας ανάμεσα στο παρατηρήσιμο και σε εκείνο το σύστημα εννοιών ή αξιολογήσεων μέσα στο οποίο οφείλει να το εντάξει. Εδώ το πρόβλημα αυτό δεν μας ενδιαφέρει, διότι, ως προς το γεγονός ότι κάθε φυσική εμπειρία πρέπει απολύτως να καταλήγει σε κάτι που παρατηρείται —δηλαδή σε ένα παρατηρήσιμο—, όλοι οι φυσικοί συμφωνούν· τόσο οι μεν όσο και οι δε δέχονται το παρατηρήσιμο με αυτή την ευρύτερη έννοια, η οποία άλλωστε είναι και η θεμελιώδης. Η διαφωνία αρχίζει έπειτα, όταν θα τεθεί το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να σταματήσει κανείς σε αυτό το παρατηρήσιμο, ή καλύτερα όταν θα τεθεί το ζήτημα του τρόπου και της μεθόδου επεξεργασίας του υλικού αυτών των παρατηρήσεων. Αλλά αυτές οι διαφορές, επαναλαμβάνω, δεν θίγουν στο ελάχιστο το θεμελιώδες ζήτημα: η φυσική είναι επιστήμη του παρατηρησίμου, το παρατηρήσιμο είναι ή περιέχει την αίσθηση, η αίσθηση είναι τροποποίηση. Έτσι, εκείνο που καθιστά τη φυσική φυσική είναι η παρουσία της τροποποίησης. Αν αυτή καταργηθεί, δεν βρισκόμαστε πλέον στη φυσική.

«Η αντίληψη», λέει ο Kant —και με την αντίληψη εννοεί εκείνο που περιέχει μέσα του την τροποποίηση ή αίσθηση—, «είναι ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας»¹. «Και επειδή η δεκτική ικανότητα του υποκειμένου να τροποποιείται [να έχει αισθήσεις] από τα αντικείμενα προηγείται κατ’ ανάγκην όλων των εποπτειών αυτών των αντικειμένων»², δηλαδή προηγείται και καθορίζει αφ’ εαυτής όλες τις γνώσεις που μπορούν να υπάρξουν για τα αντικείμενα, έπεται ότι αυτές οι τροποποιήσεις της αισθητικότητας, μαζί με τη δομή ή μορφή της —τον χώρο και τον χρόνο—, «δεν μπορούν παρά να εισέρχονται κάθε φορά και στην έννοια αυτών των αντικειμένων»³. Δηλαδή: έπεται ότι τα αντικείμενα που γνωρίζουμε περιέχουν αναγκαία, ως εσωτερική τους δομή ή ύφανση, αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία είναι εκείνα βάσει των οποίων μπορούν να μας εμφανίζονται.

Δεδομένου λοιπόν ότι χωρίς αντίληψη, δηλαδή χωρίς τροποποίηση, δεν έχουμε πραγματικότητα, και δεδομένου ότι αυτή η τροποποίηση εισέρχεται ως μέρος όλων των αντικειμένων, δηλαδή σχηματίζει την εσωτερική τους σύσταση, το θέμα αυτό της φύσης της «τροποποίησης» και του τρόπου ή της μορφής με την οποία πραγματοποιείται είναι θεμελιώδες θέμα στη φυσική. Οι ίδιες οι έννοιες της μονιμότητας, της αιτίας, της αμοιβαιότητας κ.λπ., όσο κι αν έχουν αξία καθαυτές, δεν έχουν εντούτοις πραγματική σημασία παρά μόνο αν αναφέρονται σε αυτή την αίσθηση.

Επειδή όλες αυτές οι έννοιες έλκονται γύρω από την αίσθηση ως τροποποίηση, και επειδή αυτή η αίσθηση ή τροποποίηση είναι, όπως λέει ο Kant, «ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας», έθεσα ολόκληρο το ζήτημα που πραγματευόμαστε υπό το έμβλημα της φράσης του Planck: «το μόνο νόμιμο σημείο εκκίνησης όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις».

Ας περάσουμε λοιπόν στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η «τροποποίηση».

Σημειώσεις:

Ανάμεσα στα σχεδόν αναρίθμητα χωρία αυτού του είδους, δίπλα στο ήδη παρατεθέν —«η αντίληψη, η οποία παρέχει στην έννοια την ύλη, είναι ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας»— βρίσκεται η πρόταση που περιέχεται στις πρώτες σελίδες των Postulati: «Όσον αφορά την πραγματικότητα, είναι αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσε κανείς να τη σκεφθεί in concreto, χωρίς να προσφύγει στη βοήθεια της εμπειρίας, αφού αυτή μπορεί να αναφέρεται μόνο στην αίσθηση ως ύλη της εμπειρίας» [Critica, D. 227 (B 188)].

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ

Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT

Μπορούν να αποδοθούν σε ένα αντικείμενο τόσες διαστάσεις όσες είναι οι διαφορετικές ποσότητες που βρίσκονται σε αυτό προς μέτρηση
Καρτέσιος

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στην παράγραφο 36 των Prolegomeni, που έχει ως τίτλο «πώς είναι δυνατή η φύση», ο Kant συνοψίζει όλο το πρόβλημα που εξέτασε, συζήτησε και έλυσε στην Κριτική του καθαρού λόγου —καθώς και στις παραγράφους των Prolegomeni που αντιστοιχούν σε αυτήν— σχετικά με τη δυνατότητα της φυσικής. Αυτό το πρόβλημα, που είναι το υψηλότερο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει η υπερβατολογική φιλοσοφία... περιέχει στην πραγματικότητα δύο προβλήματα:

Πρώτον: πώς είναι δυνατή η φύση με την υλική σημασία [αραιογραμμένο στον Kant], δηλαδή σύμφωνα με την εποπτεία, ως σύνολο των φαινομένων· πώς είναι, γενικά, δυνατά ο χώρος, ο χρόνος και εκείνο που πληροί και τα δύο, το αντικείμενο της αίσθησης; Η απάντηση είναι: μέσω της σύστασης της αισθητικότητάς μας, σύστασης σύμφωνα με την οποία αυτή διεγείρεται, με τον τρόπο που της είναι ίδιος, από αντικείμενα τα οποία, καθαυτά, της είναι άγνωστα και είναι εντελώς διακριτά από εκείνα τα φαινόμενα. Αυτή η απάντηση δόθηκε: στο βιβλίο [δηλαδή στην Κριτική], στην Υπερβατολογική Αισθητική· εδώ, στα Prolegomeni, με τη λύση του πρώτου θεμελιώδους προβλήματος»¹.

Σύμφωνα με τον Kant, λοιπόν, η διερεύνηση του χρόνου, του χώρου και εκείνου που πληροί και τα δύο, δηλαδή η διερεύνηση της αίσθησης, ανήκει στην Υπερβατολογική Αισθητική. Στην Υπερβατολογική Αισθητική, αντιθέτως, αφού έχει ειπωθεί, ξαναειπωθεί και επαναληφθεί ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, ο Kant εξετάζει τον χώρο και τον χρόνο· και για την αίσθηση, για τις εσωτερικές της ιδιότητες, δεν προσθέτει τίποτε περισσότερο. Μάλιστα εκθέτει τα πράγματα με τρόπο που φαίνεται να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε περισσότερο γι’ αυτήν: διότι κάθε τι επιπλέον, πέρα από τη βεβαίωση ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, φαίνεται να αναφέρεται σε εκείνο που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο a posteriori —όπως, π.χ., η γεύση, το χρώμα ή η ευχαρίστηση που μπορεί να δώσει η αίσθηση— και γι’ αυτό μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο· και, πράγμα ακόμη σημαντικότερο, δεν προσφέρει τις εσωτερικές ιδιότητες που πρέπει να έχει ένα επιστημονικό αντικείμενο, και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι στοιχείο επιστήμης 3.

Πράγματι, η ανάλυση κάθε συγκεκριμένης γνώσης, που γίνεται στην § 1 της Υπερβατολογικής Αισθητικής, εκτυλίσσεται με τον ακόλουθο τρόπο: «Αν από την παράσταση ενός σώματος [δηλαδή από τη συγκεκριμένη, πραγματική και επίκαιρη γνώση ενός καθορισμένου αντικειμένου] χωρίσω ό,τι σκέπτεται γι’ αυτό η διάνοια, όπως ουσία, δύναμη, διαιρετότητα κ.λπ.· και χωρίσω ταυτόχρονα ό,τι ανήκει στην αίσθηση, όπως αδιαπερατότητα, σκληρότητα, χρώμα κ.λπ., μου απομένει ωστόσο κάτι από αυτή την εμπειρική εποπτεία, δηλαδή η έκταση» —και παρακάτω θα πει ότι απομένει επίσης ο χρόνος. Και με αυτή την έκταση, δηλαδή με τον χώρο, και έπειτα με τον χρόνο, ασχολείται η Υπερβατολογική Αισθητική, χωρίς να μιλά πλέον για την εμπειρική αίσθηση, σχεδόν σαν να μην ήταν δυνατόν να βρεθεί σε αυτήν τίποτε επιστημονικά έγκυρο —στην καντιανή γλώσσα: τίποτε a priori.

Και έτσι φαίνεται ότι πρέπει να είναι. Διότι, αφού διακρίνει κανείς σε μια αντίληψη τα χαρακτηριστικά που ανήκουν ιδιαιτέρως σε εκείνη τη δομή της αισθητικότητας που είναι πάντοτε η ίδια —και αφού ονομάσει αυτήν: μορφή— από εκείνο που κάθε φορά αισθάνεται πράγματι μέσα σε εκείνη την αισθητικότητα, αλλά που μεταβάλλεται κάθε φορά, και είναι υποκειμενικό —και αφού ονομάσει αυτό περιεχόμενο—, είναι σαφές ότι μπορεί κανείς να εξετάσει a priori τη μορφή, αλλά όχι το περιεχόμενο. Αυτό το τελευταίο στοιχείο αναφύεται κατά περίπτωση και κάθε φορά: δεν μπορώ να το προβλέψω ούτε να το υπολογίσω· μπορώ μόνο να το διαπιστώσω όταν παρουσιάζεται, και να το καθορίσω μόνο αφού έχει παρουσιαστεί. Με μία λέξη, και με όρο αυστηρά καντιανό: δεν μπορώ να το κατασκευάσω —όπως μπορώ, αντιθέτως, να κατασκευάσω τους γεωμετρικούς προσδιορισμούς, δηλαδή τα σχήματα στον χώρο.

Έτσι φαίνεται αυτονόητο ότι μπορεί να υποβληθεί σε κριτική διερεύνηση μόνο εκείνο που είναι a priori, η μορφή, και ότι πρέπει να αφεθεί το περιεχόμενο, το οποίο είναι a posteriori, στις εμπειρικές διαπιστώσεις. Θα φαινόταν μάλιστα αντίφαση ακόμη και λεκτική να ασχολείται κανείς a priori με το περιεχόμενο, διότι, αν εκείνο που είναι a priori είναι «μορφή», το να ασχολείται κανείς a priori με το περιεχόμενο θα ήταν σαν να λέει ότι το περιεχόμενο είναι μορφή ακριβώς καθόσον είναι το περιεχόμενο 5.


Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ακριβώς με αυτό το περιεχόμενο ασχολείται ο Kant, και μάλιστα πλήρως a priori, στην ενότητα της Υπερβατολογικής Λογικής που τιτλοφορείται Anticipazioni della percezione, η οποία είναι ακριβώς η ενότητα που εξετάζουμε σε αυτή την εργασία.
Πρέπει να κοιτάξουμε αυτή την καντιανή «αίσθηση» πολύ από κοντά και να θυμηθούμε ότι ο Kant είναι ακριβώς εκείνος που μας επαναλάμβανε συνεχώς να δυσπιστούμε απέναντι στα απλουστευτικά aut aut. Και εδώ ακριβώς, η αίσθηση, τοποθετημένη αρχικά γενικά από την πλευρά του περιεχομένου, όταν αντιπαραβαλλόταν προς τη γενική δομή της αισθητικότητας —ή μορφή της αισθητικότητας—, τώρα, ύστερα από μια λεπτομερή και ιδιαίτερη διερεύνηση, αποκαλύπτεται ότι αποτελείται η ίδια από δύο στοιχεία: το ένα από τα οποία είναι εμπειρικό ή a posteriori, ενώ το άλλο όχι.
Και εκείνο που δεν είναι a posteriori είναι, μέσα στην ίδια την αίσθηση, η πλευρά ή όψη χάρη στην οποία αυτή αποκαλύπτει ή πραγματοποιεί εκείνη την καθαρή δυνατότητα να τροποποιείται κανείς, η οποία συνιστά τη δομή της αισθητικότητας και η οποία, ως τέτοια, είναι καθαρά a priori· όπως είδαμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Αυτή η όψη της αίσθησης είναι γι’ αυτό αντικειμενικώς έγκυρη, αφού εκφράζει ή είναι η «παρουσία» εκείνου που, εφόσον η αισθητικότητα τροποποιήθηκε, αποτελεί μέρος του πλαισίου της αισθητής εμπειρίας —και ακριβώς γι’ αυτό έχει ονομαστεί, από κάποιον σχολιαστή, ο a priori «παρουσιαστικός» χαρακτήρας της αίσθησης, ή της σύλληψης. Αλλά αυτός ο a priori χαρακτήρας της αισθητικότητας, ως απλής «παρουσιαστικής μορφής», δίπλα στις μορφές του χώρου και του χρόνου, αποδεικνύεται πολύ λιγότερο αναλύσιμος καθαυτόν από αυτές τις δύο, απομονωμένος από εκείνες τις λειτουργίες της διάνοιας με τις οποίες συνθέτει· και έξω από αυτές φαίνεται να εξαφανίζεται, ώστε να μη αφήνει να φανεί από αυτόν παρά μόνο ο καθαρά συγκινησιακός χαρακτήρας, ή χαρακτήρας αισθήματος…


Σημειώσεις:

1 Ο Kant (Prolegomeni, § 24) λέει ότι αυτή η εφαρμογή της μαθηματικής στη φυσική, που είναι ο βαθμός, είναι η «δεύτερη», όχι ως προς τη σημασία, αλλά ως προς τη σειρά των σελίδων, διότι στις προηγούμενες πραγματεύθηκε τον τρόπο να καταστήσει «ποσότητα» τον χώρο και τον χρόνο· δηλαδή την εφαρμογή της μαθηματικής στο εκτατό χωροχρονικό. Εδώ πραγματεύεται τον τρόπο να καταστήσει «ποσότητα» την αίσθηση —ή αισθητή τροποποίηση— στην εσωτερική της φύση, η οποία είναι άχωρη και άχρονη. Αυτό είναι το κλειδί του θόλου της φυσικής και της διαφοράς της από τη γεωμετρία. Τώρα, επειδή στη φυσική τα διαφορετικά μεγέθη ή ποσότητες γράφονται με διαφορετικές παραμέτρους, δηλαδή με διαφορετικές διαστάσεις —όπως λέγεται από τον Descartes στις παρατεθείσες γραμμές, επιστολή της 30ής Απριλίου 1639 προς τον M. de Beaune—, και σε αυτό το ιδιαίτερο μέγεθος αντιστοιχεί η δική του διάσταση.

2 Το δεύτερο πρόβλημα είναι: πώς είναι δυνατή η φύση με τη «μορφική σημασία»· αλλά αυτό βρίσκεται έξω από την έρευνα στην οποία είναι αφιερωμένη η παρούσα εργασία.

3 Η καλή γεύση ενός κρασιού δεν ανήκει στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς του και επομένως ενός αντικειμένου... αλλά στην ιδιαίτερη διαμόρφωση της αίσθησης στο υποκείμενο που το γεύεται. Τα χρώματα δεν είναι καθόλου ποιότητες των σωμάτων... αλλά μόνο τροποποιήσεις της αίσθησης της όρασης, η οποία επηρεάζεται με ιδιαίτερο τρόπο από το φως... Η γεύση και τα χρώματα... δεν είναι παρά τυχαία και παρεπόμενα αποτελέσματα της ιδιαίτερης οργάνωσής μας —η οποία μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο και, στο ίδιο άτομο, από στιγμή σε στιγμή—... και θεμελιώνονται στην αίσθηση· η καλή γεύση, επιπλέον, και στο αίσθημα —ευχάριστο και δυσάρεστο—, ως αποτέλεσμα της αίσθησης» [Critica, σ. 74 στο κάτω μέρος, (A 34)]. Και επειδή αυτές οι αισθήσεις δεν ανήκουν στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς των πραγμάτων, δεν μας κάνουν να γνωρίσουμε κανένα αντικείμενο: «δεν είναι καθόλου γνώσεις» [Critica, σ. 89 (Β 69)].

4 Critica, σ. 66 (Β 50).

5 Θα δούμε παρακάτω ότι ο Kant έχει συνείδηση αυτού του παράξενου γεγονότος, δηλαδή ότι μπορεί να θεωρεί a priori εκείνο που είναι καθαυτό a posteriori.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (11)

Συνέχεια από Δευτέρα 15. Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 11

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ


Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις PLANCK

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4η12

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η ειδική δομή της αισθητικότητας είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά απολύτως ανεπαρκής για να δώσει οποιαδήποτε εμπειρία, δηλαδή οποιαδήποτε γνώση, οποιοδήποτε γνωσμένο αντικείμενο. Είναι μόνο ένα από τα αναγκαία σημεία >>> ένα μόνο από τα αναγκαία στοιχεία για να υπάρχει η παρουσία και η γνώση του αισθητού κόσμου γενικά. Απαιτείται ένα άλλο σημείο ή ένα άλλο στοιχείο, που δεν είναι ούτε λιγότερο αναγκαίο ούτε λιγότερο θεμελιώδες από το πρώτο. Μόνο από τη «σύνθεσή» τους αναβλύζει ο κόσμος της εμπειρίας. Ένα μόνο από εκείνα τα δύο θεμελιώδη στοιχεία, λαμβανόμενο απομονωμένα, δεν δίνει απολύτως καμία γνώση. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να βιαστεί κανείς να συναγάγει συνέπειες από αυτή την apriori μορφή της αισθητικότητας ως συνεχούς τροποποίησης. Η εικόνα μιας ροής παραλλαγών μέσω συνεχών αποχρώσεων, την οποία θα μπορούσε κανείς να συναγάγει αν σταματούσε σε αυτό το σημείο, είναι, περισσότερο κι από ελλιπής, ψευδής.

Σχετικά με αυτή τη ριζική μη-επάρκεια όχι μόνο της αισθητής τροποποίησης, αλλά ακόμη και των ιδιαίτερων apriori τρόπων ή μορφών της, όπως ο χώρος και ο χρόνος, να δώσουν —αν απομονωθούν από το άλλο στοιχείο, δηλαδή από τον νου με τη δραστηριότητα ή λειτουργία του— οποιαδήποτε γνώση αντικειμένων, οι καντιανές παραπομπές στην Κριτική αφθονούν· περιορίζομαι σε δύο από τις πιο σημαντικές: «Η απλή μορφή, λοιπόν, της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της apriori εποπτείας για μια δυνατή γνώση εν γένει [αναγκαία]»13. «Η ενοποίηση ενός πολλαπλού σε εν γένει [αναγκαία για να έχουμε ένα αντικείμενο] δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή [είτε χωρική είτε χρονική] της αισθητής εποπτείας»14.[ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΗΣΗ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΤΟ MIND]

Κατά τα άλλα, ακόμη και για να μιλήσουμε για καθαρή και απλή τροποποίηση, για την καθαρή και μόνη σχέση β-γ, είναι αναγκαία η παρουσία ενός στοιχείου που δεν προκύπτει από την ίδια την αισθητικότητα· ενός στοιχείου, δηλαδή, το οποίο, μολονότι βρίσκεται στο εσωτερικό της αισθητής δομής ή μορφής, έχει τη ρίζα του αλλού και διαποτίζει με τον εαυτό του ολόκληρη την αισθητικότητα. Αυτό το στοιχείο, που παραμένει μέσα στην τροποποίηση και είναι απαραίτητο για να μπορεί να γίνει αντιληπτό κάτι, έστω και ως απλή τροποποίηση —διότι χωρίς αυτό, που λειτουργεί ως υπονοούμενο και παρόν σημείο αναφοράς, δεν θα μπορούσε κανείς ούτε να έχει ούτε να αντιληφθεί μια μεταβολή ή τροποποίηση, αφού η τροποποίηση προϋποθέτει ένα quid σε σχέση με το οποίο αυτή είναι ακριβώς κάτι που αλλάζει ή τροποποιείται—, είναι μια αρχή του νου, η «αρχή της μονιμότητας». Και πέρα από αυτή την αρχή, άλλες αρχές, που όπως και αυτή έχουν τη ρίζα τους στον νου —η αρχή της αιτίας, για παράδειγμα, εκείνη της αμοιβαιότητας κτλ.—, είναι αναγκαίες για να σχηματισθεί ο συγκεκριμένος ιστός της εμπειρίας. Χωρίς αυτές, εκείνη η ροή τροποποιήσεων που μόλις είδαμε δεν θα ήταν παρά χάος, και κάτι λιγότερο από ένα ασυνεπές κυμάτισμα ονείρου15.[OI ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ] 

Αλλά η αρχή που ενδιαφέρει σε αυτό το σημείο δεν είναι εκείνη της αιτίας, της αμοιβαιότητας κτλ., αλλά μόνο εκείνη που περιέχεται στην ομάδα των κατηγοριών της «ποιότητας»: η αρχή ή η κατηγορία της «πραγματικότητας». Η αίσθηση, πράγματι, λαμβάνει χώρα στην αισθητικότητα, και η αισθητικότητα είναι πράγματι χωρισμένη από τον νου και δεν μετουσιώνεται ποτέ —κατά τον Leibniz, ή καλύτερα Wolf— σε νου, αλλά παραμένει αισθητικότητα· ωστόσο, χωρίς τη λειτουργία του νου που της δίνει σημασία και τη ριζώνει στη συνειδητή συνείδηση, η αίσθηση δεν θα έδινε αφορμή σε γνώση και σε επιστήμη. Και η λειτουργία που εκδηλώνεται στην, ούτως ειπείν, μεμονωμένη αίσθηση είναι η λειτουργία που αντιστοιχεί στην κατηγορία ή αρχή της πραγματικότητας. Ενώ οι αρχές της μονιμότητας, της αιτιότητας και της αμοιβαιότητας εκδηλώνουν τη λειτουργία τους συνδέοντας τις αισθήσεις που έχουν ήδη επενδυθεί από εκείνη την αρχή. Έτσι, αυστηρά μιλώντας, και αν λάβουμε την έννοια της a priori σύνθεσης στη ρητή της σημασία ως «a priori», δεν θα μπορούσε κανείς ούτε καν να μιλήσει για την αισθητή τροποποίηση χωρίς να έχει ήδη εισαγάγει αυτή την αρχή, η οποία την καθιστά δυνατή ως ένα quid που εντάσσεται στην ενεργό γνώση, και όχι ως κάτι που, κυμαινόμενο έξω από αυτήν, πρέπει να παραπεμφθεί στις συγκινησιακές, συναισθηματικές, ορεκτικές μορφές του ζώντος όντος.

Αλλά εφόσον ο Kant παρουσιάζει αναλυτικά τα στοιχεία που συρρέουν σε ένα, για να σχηματίσουν στον «τόπο» της ένωσης την ενεργό πραγματικότητα της εμπειρίας —και μόνο σε εκείνον τον τόπο υπάρχει η ενεργή, συγκεκριμένη και πραγματική εμπειρία—, έτσι, παρά τους ερμηνευτικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται αυτός ο τύπος έκθεσης, δεν αποκλείεται τελικά να αποκομίσει κανείς κάποιο όφελος βλέποντας μεμονωμένα και ένα προς ένα στοιχεία, τα οποία ωστόσο γνωρίζει ότι δεν μπορούν να σταθούν ούτε μεμονωμένα ούτε καθ’ εαυτά16.

Και εκείνο που από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε αυτές τις Παρατηρήσεις εισρέει πράγματι στον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας, δηλαδή στην πιο εσωτερική σύσταση όλου του φυσικού κόσμου —ή φαινομενικού κόσμου, όπως τον ονομάζει ο Kant—, είναι ότι αυτός ο ιστός συνίσταται από την αίσθηση, δηλαδή από τη σχέση, ή αναφορά, ή ζεύγος β-γ, όπως παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση». Σε κάθε φυσικό φαινόμενο, λοιπόν, δεν θα είναι δυνατόν να μη διαπιστωθεί η παρουσία αυτού του ẞy. Η εξαφάνισή του θα σήμαινε την εξαφάνιση της αίσθησης, και επομένως την εξαφάνιση του φυσικού κόσμου.

Πριν τελειώσει αυτό το κεφάλαιο, είναι σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι, αν αναπτύχθηκαν οι ιδιότητες που περιέχονται στην καντιανή διατύπωση ότι
η αίσθηση είναι τροποποίηση, δεν ειπώθηκε ούτε με ποιον τρόπο ούτε με ποιους τρόπους συμβαίνει αυτή η τροποποίηση. Αλλά αυτό το σύνθετο θέμα θα εξεταστεί σε περισσότερες από μία παραγράφους του επόμενου κεφαλαίου.

Επειδή όμως η φαντασία σπεύδει να μας κάνει να δούμε το ζεύγος β-γ, με το οποίο δηλώθηκε η αίσθηση ή τροποποίηση, ως ένα ζεύγος που διατάσσεται στον χώρο —το β σε ένα σημείο του, και το γ σε ένα σημείο συνεχόμενο προς το προηγούμενο—, ή ως ένα ζεύγος που εκτείνεται στον χρόνο —το β σε μια στιγμή του, και το γ στην επόμενη στιγμή—, είναι σκόπιμο να τη συγκρατήσουμε ήδη από τώρα· και, προλαμβάνοντας όσα θα παρουσιαστούν στην § 3 του Κεφαλαίου III,
να έχουμε υπόψη ότι, για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν.

Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό. Ο Kant το υποστηρίζει αυτό χωρίς εξέταση και χωρίς την ελάχιστη απόπειρα απόδειξης. Αυτή η υπόθεση εμφανίζεται [στα γραπτά του Kant ήδη από το 1768 ως αυτονόητη αρχή, στην προτελευταία παράγραφο του σύντομου καντιανού κειμένου: Περί του πρώτου θεμελίου της διάκρισης των περιοχών στον χώρο] και θεωρείται σε ολόκληρη την Κριτική ως προκείμενη στην οποία βασίζεται κανείς για να συναγάγει συνέπειες, αλλά ποτέ ως διατύπωση που απαιτεί αποδείξεις»18.

Όπως θα δούμε, ο De Vleeschauwer [στον πρώτο τόμο του έργου του La déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant (Η υπερβατολογική παραγωγή στο έργο του Kant) (Antwerpen-Paris 1934)] θεωρεί ότι ο Kant άντλησε αυτή τη θεωρία της μη-χωρικότητας και της μη-χρονικότητας —ως προς τη διάρκεια— της αίσθησης από τις Philosophische Versuche über die Menschliche Natur und ihre Entwickelung του Tetens19. Αλλά, όπως κι αν έχει το πράγμα ως προς την προέλευση, μόνο αυτό έχει σημασία: ο Kant θεώρησε ότι η αίσθηση qua talis (ως αυτή καθ’ εαυτήν) έχει, μαζί με τις ποιοτικές της ιδιότητες, και την ιδιότητα να μην είναι ούτε χωρική ούτε χρονική.

ΑΠΟ ΕΔΩ ΞΕΚΙΝΑ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΟΜΠΟΤ.

Σημειώσεις:

12 Κριτική, σ. 93 (B 73). Συμπέρασμα της Υπερβατολογικής Αισθητικής: «Έχουμε πλέον ένα από τα σημεία [Stücken] που είναι αναγκαία για τη λύση του γενικού προβλήματος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας...».
13 Κριτική, σ. 138 (B 111).
14 Κριτική, σ. 133 (B 107). Για δύο λόγους είμαι υποχρεωμένος να επιμείνω σε αυτό το θέμα: 1) διότι πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Kant της Κριτικής —και των μεταγενέστερων κειμένων— πολεμά τον Kant δέκα χρόνια πριν. Στη Διατριβή, πράγματι, εφόσον δεν είχε ανακαλυφθεί η a priori σύνθεση, οι μορφές της αισθητικότητας παρουσιάζονταν ως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση· πράγμα που η σύλληψη της σύνθεσης καταργεί εκ βάθρων· 2) διότι ο Kant δεν απέφυγε πάντοτε τον τρόπο έκθεσης που είχε χρησιμοποιήσει στη Διατριβή· και εδώ κι εκεί —ακόμη και στην Κριτική και στα Προλεγόμενα— γράφει με τρόπο που κάνει να πιστεύεται ότι οι μορφές της αισθητικότητας, ο χώρος και ο χρόνος, είναι από μόνες τους επαρκείς για έναν τύπο γνώσης, τη μαθηματική γνώση. Αυτή η εντύπωση δημιουργείται ιδίως στα Προλεγόμενα, όπου η διαίρεση του έργου σε τρία μέρη και η ανάθεση του πρώτου μέρους —στο οποίο γίνεται λόγος μόνο για την αισθητικότητα και όχι για τον νου ούτε για την a priori σύνθεση— στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατά τα μαθηματικά, κάνει και έκανε να πιστεύεται ότι μπορεί να υπάρχει μαθηματική γνώση χωρίς τη συνθετική λειτουργία του νου με τις κατηγορίες ή αρχές του· εντύπωση που επικυρώνεται από το γεγονός ότι για τον νου, για τις κατηγορίες, για τις αρχές —στις οποίες συνίσταται— και για την a priori σύνθεση, γίνεται λόγος στο δεύτερο μέρος, που είναι αφιερωμένο στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατή η φυσική· σαν να ήταν η συνθετική λειτουργία του νου αναγκαία μόνο για τη φυσική και όχι για τα μαθηματικά.
Ακριβώς επειδή αυτή η εντύπωση ανακύπτει ιδίως από τα Προλεγόμενα, παραθέτω ακριβώς από τα Προλεγόμενα μια παράγραφο στην οποία ο Kant υποστηρίζει καθαρά και ρητά ότι χωρίς τον νου δεν έχουμε όχι μόνο φυσική, αλλά ούτε καν ένα γεωμετρικό σχήμα, ούτε καν μια απλή γραμμή. Αυτή η παράγραφος δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διευρύνει την έννοια που έχει επανειλημμένα τονισθεί στην Κριτική —και από την οποία παραπάνω περιορίστηκα να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα— της αναγκαιότητας της συνθετοποιητικής δραστηριότητας του νου για να μπορεί να υπάρξει γνώση. Πράγματι, αφού πει: «η απλή μορφή της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· αυτή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της a priori εποπτείας για μια δυνατή γνώση», ο Kant προσθέτει: «αλλά για να μπορέσω να γνωρίσω ένα οποιοδήποτε πράγμα στον χώρο, π.χ. μια γραμμή, οφείλω να τη χαράξω, δηλαδή να εκτελέσω συνθετικά μια καθορισμένη ενοποίηση του δεδομένου πολλαπλού...· και έτσι πρώτα γνωρίζεται ένα αντικείμενο, ένας καθορισμένος χώρος» [Κριτική, σ. 138 (B 112)]. Τώρα, «η ενοποίηση (coniunctio) ενός πολλαπλού γενικά δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή της αισθητής εποπτείας· διότι αυτή είναι μια πράξη της αυθορμησίας της αναπαραστατικής δραστηριότητας· και επειδή αυτή πρέπει να ονομάζεται “νους”, για να διακριθεί από την αισθητικότητα, έτσι κάθε ενοποίηση —είτε έχουμε είτε δεν έχουμε συνείδησή της...— είναι μια ενέργεια του νου, την οποία μπορούμε να δηλώσουμε με τη γενική ονομασία σύνθεση» [Κριτική, σ. 133 (B 107)]. Η συνθετοποιητική ενέργεια του νου είναι λοιπόν απαραίτητη για να υπάρξει ένας «καθορισμένος χώρος», για παράδειγμα «μια γραμμή».
Και ερχόμαστε λοιπόν στην § 38 των Προλεγομένων —στην οποία μεταθέτω τη σειρά μιας περιόδου, για να φέρω κοντά τη μία με την άλλη τις δύο ερωτήσεις—: «Αν εξετάσει κανείς τις ιδιότητες του κύκλου... δεν μπορεί να μην αποδώσει σε αυτό το γεωμετρικό ον μια φύση. Έτσι, π.χ., δύο γραμμές που τέμνονται μεταξύ τους και συγχρόνως τέμνουν έναν κύκλο, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν χαραχθούν, τέμνονται τόσο κανονικά ώστε το ορθογώνιο που προκύπτει από τα τμήματα της μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από τα τμήματα της άλλης». «Αν τώρα διευρύνουμε την έννοιά μας... και θεωρήσουμε τον κύκλο ως μια κωνική τομή, που υπάγεται στις ίδιες θεμελιώδεις συνθήκες της κατασκευής στις οποίες υπάγονται και οι άλλες κωνικές τομές, βρίσκουμε ότι όλες οι χορδές που τέμνονται στο εσωτερικό των τελευταίων αυτών —έλλειψη, παραβολή και υπερβολή— το κάνουν πάντοτε κατά τρόπο ώστε τα ορθογώνια που σχηματίζονται από τα μέρη τους δεν είναι, είναι αλήθεια, ίσα, αλλά βρίσκονται πάντοτε στην ίδια σχέση μεταξύ τους. Αν συνεχίσουμε ακόμη και φθάσουμε στους θεμελιώδεις νόμους της φυσικής αστρονομίας, εμφανίζεται μπροστά μας ένας φυσικός νόμος που εκτείνεται σε ολόκληρη την υλική φύση, ο νόμος της αμοιβαίας έλξης· σύμφωνα με αυτόν τον νόμο η έλξη μειώνεται σε αντίστροφη αναλογία προς το τετράγωνο των αποστάσεων από το ελκτικό σημείο, όπως αυξάνονται οι σφαιρικές επιφάνειες μέσα στις οποίες διαχέεται αυτή η δύναμη... Όσο απλές κι αν είναι οι πηγές αυτού του νόμου, ο οποίος βασίζεται μόνο στη σχέση των σφαιρικών επιφανειών διαφορετικών ακτίνων, ωστόσο η συνέπεια που εξάγεται από αυτόν ως προς την ποικιλία της αρμονίας τους και την κανονικότητά της είναι τέτοια, ώστε από αυτήν να συνάγονται όχι μόνο όλες οι δυνατές τροχιές των ουράνιων σωμάτων εντός των κωνικών τομών, αλλά και μια τέτοια σχέση αυτών μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί να βρεθεί για ένα σύστημα της κίνησης των κόσμων κανένας νόμος έλξης έξω από εκείνον της αντίστροφης αναλογίας προς το τετράγωνο των αποστάσεων».
«Τώρα ρωτώ» —σε σχέση με την πρώτη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή εκείνη για τις ιδιότητες του κύκλου, ήτοι για τη φύση και τη σύσταση της «καθαρής γεωμετρίας»—: «αυτός ο νόμος βρίσκεται στον κύκλο ή βρίσκεται στον νου; Δηλαδή: αυτό το σχήμα, ανεξάρτητα από τον νου, περιέχει μέσα του την αρχή αυτού του νόμου, ή μήπως ο νους, κατασκευάζοντας το ίδιο το σχήμα σύμφωνα με τις έννοιές του —εκείνη της ισότητας των ακτίνων—, έθεσε σε αυτό και τον νόμο των χορδών που τέμνονται μεταξύ τους κατά γεωμετρική αναλογία; Αν ακολουθήσει κανείς την απόδειξη αυτού του νόμου, βλέπει αμέσως ότι αυτός μπορεί να συναχθεί μόνο από τη συνθήκη που τίθεται από τον νου ως θεμέλιο της κατασκευής αυτού του σχήματος: τη συνθήκη της ισότητας των ακτίνων».
Άρα εκείνος ο νόμος δεν βρίσκεται στον χώρο, δηλαδή δεν βρίσκεται στον κύκλο ως χωρικό αντικείμενο, αλλά βρίσκεται στον κύκλο μόνο καθόσον αυτός κατασκευάζεται από τον νου μέσα στον χώρο: δηλαδή «το ιδιαίτερο σχήμα που περιγράφεται εδώ —π.χ. “στο χαρτί”— είναι εμπειρικό, και όμως χρησιμεύει για να εκφράσει την έννοια χωρίς να θίγεται η καθολικότητά της, διότι σε αυτή την εμπειρική εποπτεία αποβλέπει κανείς πάντοτε στην ενέργεια της κατασκευής της έννοιας... [διότι] τα μαθηματικά θεωρούν το καθολικό μέσα στο ιδιαίτερο, και μάλιστα μέσα στο μεμονωμένο, αλλά παρ’ όλα αυτά a priori και μέσω του λόγου, έτσι ώστε, όπως αυτό το μεμονωμένο καθορίζεται υπό ορισμένες καθολικές συνθήκες της κατασκευής, έτσι και το αντικείμενο της έννοιας... πρέπει να νοείται ως καθολικά καθορισμένο» [Κριτική, σ. 548 (B 469)]. Με άλλα λόγια: τα μαθηματικά, όπως δεν αποτελούνται μόνο από αισθητές μορφές, έτσι δεν αποτελούνται ούτε από απλές, κενές και στατικές έννοιες· αλλά έχουν τη ρίζα τους και την ουσία τους στην κατασκευή που ο νους ενεργεί μέσα στην καθαρή εποπτεία: τα μαθηματικά, δηλαδή, «δεν μπορούν να κάνουν τίποτε με την απλή έννοια, αλλά σπεύδουν αμέσως στην εποπτεία, μέσα στην οποία θεωρούν την έννοια in concreto, και όμως όχι εμπειρικά, αλλά μόνο σε μια εποπτεία την οποία παρουσιάζουν a priori, δηλαδή την οποία έχουν κατασκευάσει, και μέσα στην οποία εκείνο που είναι συνέπεια των γενικών συνθηκών της κατασκευής πρέπει να ισχύει καθολικά και για το αντικείμενο της κατασκευασμένης έννοιας» [Κριτική, σ. 549 (B 470)]. Στον κύκλο, επομένως, οι ιδιότητες που ανακαλύπτονται σε αυτόν είναι συνέπειες του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε ή κατασκευάστηκε εκείνη η ιδιαίτερη και καθορισμένη σύνθεση του καθαρού πολλαπλού της εποπτείας.
«Τώρα ρωτώ», συνεχίζει ο Kant —και η ερώτηση γίνεται σε σχέση με τη δεύτερη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή με εκείνη στην οποία το γεωμετρικό παράδειγμα επεκτείνεται στην αστρονομία—, «τώρα ρωτώ: αυτοί οι φυσικοί νόμοι βρίσκονται στον χώρο, και ο νους τους μαθαίνει μόνο προσπαθώντας να διερευνήσει το πλούσιο περιεχόμενο που υπάρχει μέσα σε αυτόν, ή μήπως βρίσκονται στον νου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός καθορίζει τον χώρο σύμφωνα με τους νόμους της συνθετικής ενότητας, από την οποία προέρχονται όλες οι έννοιές του; Ο χώρος είναι κάτι τόσο ομοιόμορφο και τόσο απροσδιόριστο ως προς κάθε ιδιαίτερη ιδιότητα, ώστε ασφαλώς δεν θα αναζητήσει κανείς μέσα σε αυτόν έναν θησαυρό φυσικών νόμων. Αντιθέτως, εκείνο που καθορίζει τον χώρο στο κυκλικό σχήμα, στα σχήματα του κώνου και της σφαίρας, είναι ο νους, καθόσον περιέχει την αρχή της ενότητας της κατασκευής τους. Η καθαρή καθολική μορφή της εποπτείας, που ονομάζεται χώρος, είναι λοιπόν το υπόστρωμα όλων των εποπτειών που μπορούν να καθοριστούν σε ιδιαίτερα αντικείμενα, και σε αυτή βρίσκεται η συνθήκη της δυνατότητας και της ποικιλίας των τελευταίων· αλλά η ενότητα των αντικειμένων καθορίζεται τελικά μόνο “από τον νου σύμφωνα με συνθήκες σύμφυτες στη δική του φύση”». Ο χώρος λοιπόν είναι ένα απλό υπόστρωμα ικανό να καθοριστεί· ο νους, η αρχή όλων των καθορισμών, είναι το καθορίζον. Ο χώρος μόνος του δεν δίνει καμία γνώση, ούτε φυσική ούτε γεωμετρική· δεν δίνει ούτε καν ένα απλό σχήμα για να το κοιτάξει κανείς με τα μάτια· ούτε καν μια απλή γραμμή, ούτε καν ένα απλό «σημείο». Και αυτό που λέγεται για τον χώρο επαναλαμβάνεται για τον χρόνο και επεκτείνεται σε ολόκληρη την ίδια την αισθητικότητα: η οποία, με την πιο εσωτερική της ουσία, είναι μόνο το απαραίτητο υπόστρωμα για να πλασθούν τα φυσικά αντικείμενα ή φαινόμενα· αλλά τίποτε περισσότερο από γενικό υπόστρωμα.

15 Αυτό, ως προς τη γνωστική όψη στην οποία η αίσθηση —σε αυτή την παραδοσιακή θεωρία— δίνει αφορμή. Διότι η ίδια η αίσθηση, καθόσον περιέχει ή προκαλεί ηδονή ή δυσαρέσκεια, όρεξη ή απώθηση, δίνει αντιθέτως αφορμή —ανεξάρτητα από τη σύνδεσή της με τις λογικο-υπερβατολογικές λειτουργίες του νου— στην κίνηση, στην επιθυμία, στην πράξη και, σε σύνδεση με το πρόβλημα της ελευθερίας, στη βούληση. Αλλά γι’ αυτή τη μη γνωστική όψη της αίσθησης βλ. παρακάτω, σσ. 75-78.
Για να επιστρέψουμε στη γνωστική όψη, δηλαδή στην αισθητή ροή που θα ήταν καθαρά ένα χαοτικό όνειρο, αν στερούνταν εκείνες τις εσωτερικές συνδέσεις που εγκαθιδρύει σε αυτήν a priori ο νους, βλ. Κριτική, σ. 655 (A 83): «Αν η ενότητα της σύνθεσης σύμφωνα με εμπειρικές έννοιες ήταν εντελώς ενδεχομενική, και αυτές δεν θεμελιώνονταν σε μια υπερβατολογική αρχή της ενότητας, θα ήταν δυνατό ένα συνονθύλευμα φαινομένων να γέμιζε την ψυχή μας, χωρίς όμως να μπορεί ποτέ να προκύψει από αυτό μια εμπειρία. Αλλά τότε θα εξέλιπε και κάθε σχέση της γνώσης με αντικείμενα, διότι θα της έλειπε η συνάρθρωση σύμφωνα με καθολικούς και αναγκαίους νόμους· και επομένως θα υπήρχε βέβαια μια εποπτεία χωρίς σκέψη, αλλά ποτέ γνώση, έτσι ώστε για εμάς θα ήταν το ίδιο με το τίποτε».

16 Σχετικά με αυτό το γεγονός, δηλαδή με την ασυμφωνία που προκύπτει από την αναγκαιότητα μιας σύνθεσης ετερογενών στοιχείων, ώστε να υπάρχει ένα αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη γνώση —αντικείμενο και γνώση που χωρίς εκείνη τη σύνθεση θα ήταν και τα δύο ανύπαρκτα—, και από τη δυσκολία, για να μην πούμε αδυναμία, να μιλήσει κανείς για την ίδια τη σύνθεση χωρίς να μιλήσει για τα απομονωμένα στοιχεία της —ώστε να μπορέσει να περιγράψει τα ατομικά τους χαρακτηριστικά—, σαν να είχαν μια δική τους ενεργό πραγματικότητα έξω από τη σύνθεση, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Kant πλήττεται από μια «συνταγματική ασθένεια». Διότι, μολονότι μπορεί να εξηγηθεί με τις διαδοχικές ιστορικές —ή χρονογραφικές— διαστρωματώσεις το γεγονός, για παράδειγμα, ότι συνεχίζει να πραγματεύεται τις μορφές της αισθητικότητας ακόμη και μετά την «κοπερνίκεια επανάσταση» του 1781, όπου ο Kant έθεσε στο κέντρο του φαινομενικού ή φυσικού κόσμου τις λειτουργίες του νου, ακριβώς όπως τις είχε πραγματευθεί το 1770, όταν, μη έχοντας ανακαλύψει αυτές τις λειτουργίες, εκείνες οι μορφές της αισθητικότητας στέκονταν αφ’ εαυτών, με εγγενείς, έγκυρους και αυτόνομους νόμους, πλήρως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση —ακόμη και αυτή η ιστορικιστική εξήγηση δεν είναι επαρκής· τόσο επειδή δεν φαίνεται γιατί ο Kant δεν τροποποίησε, δεν λέω ξαναέγραψε αλλά τουλάχιστον τροποποίησε, τη διατύπωση ορισμένων σελίδων μετά την κριτική του ανακάλυψη —όπως ξαναέγραψε επανειλημμένα την υπερβατολογική παραγωγή—, όσο και επειδή θα ήταν πράγματι αδύνατο, ακόμη κι αν επιχειρούσαμε εμείς να τροποποιήσουμε ad hoc εκείνες τις σελίδες, να μην πέσουμε στην παράξενη κατάσταση να παρουσιάζουμε με το ένα χέρι τα στοιχεία καλά απομονωμένα και καλά περιγεγραμμένα στις ιδιαίτερες όψεις και στους ιδιαίτερους χαρακτήρες τους, και με το άλλο να τα θέτουμε γρήγορα μαζί μεταξύ τους, σε εσωτερική συγχώνευση, ώστε να δείξουμε την αδυναμία τους να λειτουργούν χωριστά.
Αυτή η κατάσταση είναι, αν το δει κανείς καλά, ανεξάλειπτη ακόμη και στην καντιανή κριτική σύλληψη —και γι’ αυτό την ονόμασα συνταγματική ασθένεια. Προέρχεται από τη θεμελιώδη διάταξη από την οποία ξεκίνησε ο Kant και μέσα στην οποία έσκαψε, με αδιάκοπη διάβρωση και αποσάθρωση, την κριτική του. Διότι αυτή η αποσάθρωση, όσο βαθιά κι αν ήταν, δεν υπήρξε τέτοια ώστε να τον αποσπάσει πλήρως από την αρχική θέση: τη θέση —για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του Kant— τη δογματική, ή μάλλον τη μεταφυσικο-δογματική· η οποία ακριβώς επέτρεπε μια απομονωμένη ανάλυση και περιγραφή, ούτως ειπείν ανατομική, των διαφόρων στοιχείων και εννοιών από τα οποία είναι σχηματισμένη η πραγματικότητα. Από αυτή την αρχική διάταξη παρέμειναν πάρα πολλά ίχνη, και μάλιστα εξαιρετικά σημαντικά ίχνη: από τη διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις, μέχρι τη σύλληψη ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση που παράγεται από ένα ξένο, άγνωστο και αγνώσιμο quid, το οποίο «προσβάλλει» την αισθητικότητα.

17 Κριτική, σ. 186 (B 153).
18 N. KEMP SMITH, A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, London 1923, σ. 86. Το πράγμα επαναλαμβάνεται έπειτα περισσότερες από μία φορές κατά την πορεία του έργου. Για το θέμα αυτό βλ., μεταξύ άλλων, VAIHINGER, Kommentar zu Kants Kritik der reinen Vernunft, Stuttgart 1922, τόμ. II, σ. 73.
19 Πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα μόλις είπε ο Kemp Smith, διότι τα Versuche του Tetens είναι του 1776-1777, ενώ το καντιανό κείμενο για το Πρώτο θεμέλιο κτλ. είναι του 1768. Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι στην παράγραφο που υπέδειξε ο Kemp Smith το πράγμα δεν είναι τόσο σαφές όσο φαίνεται, δεν πρέπει έπειτα να αποκλειστεί ότι αυτή η πεποίθηση, ότι η αίσθηση δεν έχει ούτε χωρική έκταση ούτε χρονική διάρκεια, προέρχεται στον Kant όχι τόσο από τον Tetens —ο οποίος ίσως να του την επιβεβαίωσε— όσο από τους Άγγλους στοχαστές, τους οποίους φαίνεται ότι γνώριζε περισσότερο απ’ όσο υποθέτουνταν στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Συνεχίζεται με: Μετάβαση στο Κεφάλαιο III