Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roberto Pecchioli - Η κοινωνία των εθισμών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roberto Pecchioli - Η κοινωνία των εθισμών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 18

Συνέχεια από Πέμπτη 3. Σεπτεμβρίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 18
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού

ROBERTO PECCHIOLI


Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ, ΑΓΟΡΕΣ, ΤΡΟΦΗ,ΦΑΡΜΑΚΑ.
ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ

Όταν ο άνθρωπος δεν πειθαρχείται από τον Θεό, θα φροντίσουν οι δαίμονες να τον πειθαρχήσουν.

Nicolás Gómez Dávila


§ 1 Εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια


Οι εξαρτήσεις, υποδηλώνει ο αφορισμός της προμετωπίδας, είναι η πειθαρχία των δαιμόνων. Ο ψυχαναγκαστικός τζόγος ανταποκρίνεται απόλυτα σε αυτόν τον ορισμό. Εδώ και μερικά χρόνια θεωρείται επισήμως ασθένεια: η εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια. Οι νέες κοινωνικές ασθένειες είναι σχεδόν πάντοτε το αποτέλεσμα της βούλησης να μετατραπούν τα πάντα σε αγορά, να εξαπολυθεί ό,τι χειρότερο υπάρχει στην ανθρωπότητα με σκοπό το κέρδος.

Όσο οι κυβερνήσεις διατηρούσαν ένα ελάχιστο ηθικό αίσθημα για την προστασία των πολιτών, οι ευκαιρίες για νόμιμο τζόγο ήταν λίγες και περιορισμένες. Από τότε που η αγορά έγινε το μέτρο όλων των πραγμάτων, δημιουργήθηκαν παντού χώροι στοιχηματισμού, επινοήθηκαν διαρκώς νέα παιχνίδια και νέες ευκαιρίες να ποντάρει κανείς χρήματα σε κάτι: σε ένα αθλητικό αποτέλεσμα, στις ιπποδρομίες, στους κουλοχέρηδες που υπάρχουν ακόμη και στα μπαρ, στις αναρίθμητες παραλλαγές των «ξυστών», οι οποίες συντηρούν τις επιχειρήσεις των ετοιμοθάνατων περιπτέρων και των καπνοπωλείων.

Άνθρωποι κάθε φύλου, ηλικίας και κοινωνικής κατάστασης συμμετέχουν στη Μεγάλη Λοταρία, με την ελπίδα ότι θα λύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα με ένα τυχερό χτύπημα. Αυτό δεν είναι ακριβώς αλήθεια: τα βαθύτερα κίνητρα του παιχνιδιού είναι άλλα· η εξάρτηση από τη συγκίνηση, από την έκκριση αδρεναλίνης, από τον κίνδυνο. Η σπουδαιότερη μαρτυρία είναι το μυθιστόρημα του Fedor Dostoevskij Ο παίκτης, το οποίο γράφτηκε μέσα σε μόλις είκοσι επτά ημέρες, για να εξοφληθούν τα χρέη του συγγραφέα από τον τζόγο — ένα πάθος που τον βασάνισε σχεδόν σε όλη του τη ζωή. Δεν πρόκειται για λογοτεχνική μυθοπλασία, αλλά για άμεση εμπειρία.

Ο Dostoevskij σκιαγραφεί μια σύνθετη ακτινογραφία του πάθους του τζόγου, ένα στιγμιότυπο των τρόπων με τους οποίους ο δαίμονας των τυχερών παιχνιδιών κυριεύει άνδρες και γυναίκες. Στο Roulettenburg, τη φανταστική πόλη του καζίνου, συμβαίνουν τα πάντα, και όμως τίποτε δεν αλλάζει· όποιος έχει κυριευθεί από τον τζόγο θα μπορέσει, βέβαια, να θεραπευτεί και να λυτρωθεί, αλλά μόνο «από αύριο».

Ο Dostoevskij αναλύει την προσωπικότητα του αθεράπευτου παίκτη και ιδιαίτερα την τυφλωτική τρέλα, αναμεμειγμένη με απελπισία, που τον ωθεί να ποντάρει αδιάκοπα, προσπαθώντας να ανακτήσει όσα έχασε, μέχρι την ολοκληρωτική εκμηδένιση και την καταστροφή. Για ορισμένους, το παιχνίδι είναι ένας τρόπος να εξιλεωθούν, να νιώσουν μια έντονη συγκίνηση, να αισθανθούν ζωντανοί και να έχουν την ψευδαίσθηση ότι είναι νικητές.

Η ψυχολογική δίνη που περιγράφεται αντανακλά την εμμονή, την αναζήτηση της μέθης του κινδύνου περισσότερο και από το ίδιο το κέρδος, καθώς και την έκκριση αδρεναλίνης που μεσολαβεί ανάμεσα στη στιγμή του πονταρίσματος —την πρόκληση προς τη μοίρα— και στην έκβαση του τυχερού παιχνιδιού: κατά κανόνα την ήττα, την απογοήτευση, έως την ηθική εξαχρείωση και την αυτοκαταστροφή.

Το ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο της σημερινής εποχής —το οποίο διασταυρώνεται με την εξάρτηση από τις ψηφιακές συσκευές και την τεχνολογία— είναι η ορμητική εξάπλωση των διαδικτυακών παιχνιδιών. Σε αυτά, η μοναξιά του παίκτη και η αγχώδης έντασή του συναντώνται με την αποϋλοποίηση του χρήματος και του πονταρίσματος, το οποίο, σε περίπτωση κέρδους, επανατοποθετείται όλο και συχνότερα στο παιχνίδι.


Στην Ιταλία περίπου δεκαοκτώ εκατομμύρια άνθρωποι παίζουν τυχερά παιχνίδια τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο. Από αυτούς, περισσότεροι από ενάμισι εκατομμύριο είναι εξαρτημένοι. Οι άνδρες παίζουν περισσότερο (43,7%) από τις γυναίκες (29,8%), ενώ σημαντική είναι η επίδραση στους νεότερους, ηλικίας 14–17 ετών.²²⁹ Τα πιο διαδεδομένα παιχνίδια είναι οι «ξυστοί», οι κουλοχέρηδες, το βιντεοπόκερ και τα αθλητικά στοιχήματα, ενώ ο διαδικτυακός τζόγος παρουσιάζει ισχυρή ανάπτυξη. Ο αριθμός των ανθρώπων με συμπεριφορές υψηλού κινδύνου ή πραγματική εξάρτηση τετραπλασιάστηκε μέσα σε δέκα χρόνια.²³⁰

Ο οικονομικός αντίκτυπος είναι τεράστιος: το 2024, η νόμιμη αγορά των δημόσια ελεγχόμενων τυχερών παιχνιδιών συγκέντρωσε στην Ιταλία περισσότερα από 157 δισεκατομμύρια ευρώ σε στοιχήματα. Μετά την αφαίρεση των κερδών που αποδόθηκαν στους παίκτες και των δαπανών, το κέρδος ξεπέρασε το 1% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.²³¹

Στα τυχερά παιχνίδια, το αποτέλεσμα καθορίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη. Η αβεβαιότητα αποτελεί το κεντρικό στοιχείο και δημιουργεί στον παίκτη ένα μείγμα διέγερσης, προσμονής και κινδύνου. Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Edmund Bergler, πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο: «στον πολιτισμό μας, ο καθένας είναι εν δυνάμει παίκτης, είτε με την ακίνδυνη είτε με την επικίνδυνη μορφή».²³²

Ο πραγματικά εξαρτημένος παίκτης ζει σε μια διαρκή αναζήτηση του κινδύνου· φτάνει να αποκλείει σταδιακά κάθε άλλο ενδιαφέρον· συγκεντρώνει τις σκέψεις του και την ψυχική του ενέργεια αποκλειστικά στον τζόγο· εκδηλώνει μια υπερβολική αισιοδοξία, ανίκανος να διδαχθεί από τις ήττες· συνεχίζει να παίζει ακόμη και ύστερα από μια νίκη, πεπεισμένος ότι η τύχη θα εξακολουθήσει να τον ευνοεί· με την πάροδο του χρόνου τείνει να ωθείται προς ολοένα μεγαλύτερους κινδύνους· βιώνει μέσα στο παιχνίδι μια αμφίσημη ένταση, ευχάριστη και οδυνηρή συγχρόνως.

Η συμπεριφορά του παθολογικού παίκτη αποτελεί έκφραση ενός ψυχαναγκασμού της επανάληψης²³³ και μιας ανεπίλυτης ασυνείδητης σύγκρουσης, μέσα στην οποία η αναζήτηση του κινδύνου και η απώλεια αποκτούν βαθύτερη συναισθηματική σημασία από το ίδιο το χρήμα.


Ένα μεγάλο πρόβλημα, από την άποψη της πρόληψης, είναι ότι όποιος προσεγγίζει τα τυχερά παιχνίδια συχνά δεν φαντάζεται τις πιθανές συνέπειες, και αυτό επειδή πρόκειται για μια κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα, η οποία ρυθμίζεται από το κράτος. Στην κοινή αντίληψη, το νόμιμο ισοδυναμεί με το θετικό ή τουλάχιστον με το μη επιβλαβές: αυτή είναι η παραλυτική δύναμη της εγκατάλειψης του φυσικού νόμου.

Τόσο η ευφορία της νίκης όσο και η απογοήτευση από την απώλεια οδηγούν τον άνθρωπο να παίζει ολοένα συχνότερα, έως ότου μετατρέψει τον τζόγο σε ανάγκη. Ωστόσο, το κίνητρο του εξαρτημένου παίκτη δεν συνδέεται μόνο με τη νίκη ή με τα χρήματα: η ευχαρίστηση βρίσκεται στο ίδιο το παιχνίδι, στη συγκίνηση του κινδύνου, στην αναμονή της τύχης, στην αίσθηση της αναστολής της πραγματικότητας και, τέλος, στην ελπίδα ότι θα ανακτήσει μετά την ήττα όσα έχασε.


Κάθε εξάρτηση περιέχει έναν πυρήνα ευχαρίστησης που ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη, σε μια επιθυμία, σε μια προσδοκία. Η διαταραχή των τυχερών παιχνιδιών εκδηλώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Οι μεταβολές στα συστήματα ανταμοιβής του εγκεφάλου και στη ρύθμιση της ντοπαμίνης μπορούν να αυξήσουν την ευαλωτότητα, όπως επίσης η παρορμητικότητα, η αναζήτηση έντονων αισθήσεων και η δυσκολία συναισθηματικής ρύθμισης.

Ανάμεσα στους παράγοντες που προκαλούν την εξάρτηση δεν απουσιάζουν τα στρεσογόνα ή τραυματικά γεγονότα: καταστάσεις προσωπικής δυσφορίας, η απώλεια της εργασίας και οι συγκρουσιακές σχέσεις μπορούν να ωθήσουν τον άνθρωπο να καταφύγει στο παιχνίδι ως μορφή διαφυγής ή συναισθηματικής αντιστάθμισης. Οι άνθρωποι που πάσχουν από εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να εμφανίσουν άγχος, κατάθλιψη, κατάχρηση ουσιών και άλλες διαταραχές του ελέγχου των παρορμήσεων.


Η Διαταραχή Τυχερών Παιχνιδιών αναγνωρίζεται ως παθολογική κατάσταση από την πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5) και εντάσσεται στις διαταραχές που σχετίζονται με ουσίες και στις διαταραχές συμπεριφορικής εξάρτησης· χαρακτηρίζεται από ψυχολογικούς και νευροβιολογικούς μηχανισμούς ανάλογους προς εκείνους των εξαρτήσεων από ψυχοδραστικές ουσίες.

Ο Bergler υπογραμμίζει τον ψυχικό μαζοχισμό που υπόκειται σε κάθε εξάρτηση και είναι ευδιάκριτος στην εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια. Εκείνος που πάσχει από αυτήν, στην πραγματικότητα, παίζει για να χάσει: γι’ αυτό η μπάνκα —εκείνος που οργανώνει τα παιχνίδια— κερδίζει πάντοτε. Εάν ο παίκτης δεν αποτελούσε την επιτομή του ηττημένου, θα σταματούσε τη στιγμή της νίκης. Ο εξαρτητικός χαρακτήρας αποδεικνύεται ακριβώς από την ώθηση να συνεχίζει τον τζόγο, τον δαίμονα του παίκτη.

Παραμένουμε πάντοτε έκπληκτοι από τη γενικευμένη συνήθεια των φίλων των «ξυστών». Η μπάνκα —συχνά το ίδιο το κράτος-τζογαδόρος— προβλέπει συχνά μικρά κέρδη: αυτά επανεπενδύονται σχεδόν πάντοτε σε νέα δελτία. Η συγκίνηση του «ξυσίματος» ακολουθείται συνήθως από την απογοήτευση. Τότε είναι η στιγμή να ξαναρχίσει κανείς, ψάχνοντας στις τσέπες του, ζητώντας δανεικά και κατόπιν πέφτοντας στα χέρια τοκογλύφων, προκειμένου να αποκτήσει νέους πόρους για να ανακτήσει όσα έχασε — και, ακόμη συχνότερα, για να καταστραφεί, παρασύροντας στη δίνη την οικογένεια, την εργασία, την υγεία και το πορτοφόλι του.

Είναι φυσικά θετικό το γεγονός ότι ορισμένοι τομείς της κοινωνίας, της ιατρικής και της ψυχολογίας έχουν αντιληφθεί τις βλάβες που προκαλεί ο ψυχαναγκαστικός τζόγος και αναζητούν μέσα για να τον αντιμετωπίσουν. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι πάντοτε το ίδιο: οι εξαρτήσεις επιδιώκονται από εκείνους που κυριαρχούν στην κοινωνία και δεν μπορούν να περιοριστούν, εάν δεν συντελεστεί μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας, η οποία σήμερα είναι αδιανόητη.

Οι παγκόσμιοι κυρίαρχοι εργάστηκαν εξαιρετικά: η αδυναμία κατανόησης των φαινομένων, η παρακμή της κριτικής σκέψης, η ανικανότητα των μαζών να προχωρήσουν πέρα από το συναίσθημα και ο περιορισμός του ορίζοντα στο άμεσο καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο τον αγώνα κατά των εξαρτήσεων μέσα στον κόσμο-αγορά, όπου τα πάντα αποτελούν αντικείμενο χειραγώγησης.

Η δικαιολόγηση του τζόγου είναι σχεδόν πάντοτε το όνειρο του πλούτου, το εύκολο κέρδος, η ελπίδα ή η ανάγκη ανάκτησης των απωλειών. Πρόκειται για μία από τις χίλιες νίκες του υλισμού από τον οποίο είναι διαποτισμένη η κοινωνία. Ο άνθρωπος είναι σώμα, αλλά είναι επίσης πνεύμα και ψυχή· το παιχνίδι εκμηδενίζει αυτές τις δύο συνιστώσες, καθιστώντας τον άνθρωπο δούλο της υλικής διάστασης.

Η σκέψη περιορίζεται σε έναν απλό εργαλειακό υπολογισμό και εξαλείφεται η απελευθερωτική λειτουργία του παιχνιδιού, η οποία αποτελεί θεμέλιο κάθε πολιτισμού και κάθε κοινωνικής οργάνωσης. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ludens, όπως και τα ζώα. Στον homo sapiens, αυτή η διάσταση περιλαμβάνει την ακατάλυτη τάση προς την κοινότητα, προς τη συντροφική συνεύρεση, μέσα στην οποία το παιχνίδι είχε πάντοτε μια λειτουργία όπου το στοιχείο του κέρδους ήταν δευτερεύον.

Το παιχνίδι είναι μια συμπεριφορά τόσο παλιά όσο και ο ανθρώπινος πολιτισμός και περιλαμβάνει σημαντικές όψεις κοινωνικοποίησης. Ίσως ακριβώς αυτή να είναι —και είναι κοινή και σε άλλες εξαρτήσεις— η διαφορά ανάμεσα στη σύγχρονη εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια και στο παιχνίδι με την παλαιά του σημασία.

Ψυχαναγκαστική αναζήτηση συγκινήσεων, κυνήγι του εύκολου χρήματος και επίσης —ας το αναγνωρίσουμε— ένα ψεύτικο βάλσαμο σε μια εποχή ανασφάλειας και φόβου, κατά την οποία η προσφυγή στην τύχη γίνεται η τελευταία θλιβερή λύση επισφαλών υπάρξεων που έχουν στερηθεί κάθε νόημα.

Η Ναπολιτάνα συγγραφέας Matilde Serao έγραψε ένα αμείλικτο απόσπασμα εναντίον των τυχερών παιχνιδιών, τα οποία ταύτιζε, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση της πόλης της, με το λόττο. Απαλλαγμένο από τον τοπικό του χαρακτήρα, το κείμενο παραμένει μια διακήρυξη αλήθειας για εκείνο που σήμερα αποκαλούμε εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια:
«Όπως όλα τα υπερβολικά έντονα όνειρα, έτσι και το λόττο οδηγεί στην αδράνεια και στην οκνηρία· όπως όλα τα οράματα, οδηγεί στην αναλήθεια και στο ψεύδος· όπως όλες οι παραισθήσεις, οδηγεί στη σκληρότητα και στην αγριότητα· όπως όλα τα απατηλά γιατρικά που γεννιούνται από τη δυστυχία, παράγει δυστυχία, εξαχρείωση και έγκλημα. Ο ναπολιτάνικος λαός δεν διαφθείρεται από το δυνατό ποτό· διαφθείρεται και πεθαίνει από το λόττο. Το λόττο είναι το δυνατό ποτό της Νάπολης».²³⁴

§ 2. Αγοραστική μανία, μετατροπή του εαυτού σε εμπορικό σήμα


Σημειώσεις:

229 Centro Torinese di Solidarietà, «Κέντρο θεραπείας της εξάρτησης από τα τυχερά παιχνίδια – τζόγος» (Centro di cura ludopatia – gioco d’azzardo), CTS Torino, χ.χ.
230 Lauri, «Παθολογικός τζόγος: τι είναι και πώς μπορεί κανείς να απεξαρτηθεί» (Gioco d’azzardo patologico: cosa è e come uscirne), Milano Psicologa, 3 Ιανουαρίου 2017.
231 «Τυχερά παιχνίδια: οι Ιταλοί στοιχηματίζουν 65,3 δισεκατομμύρια και το κράτος εισπράττει 9,2» (Giochi, gli italiani puntano 65,3 miliardi e lo Stato ne incassa 9,2), Il Sole 24 Ore, 19 Ιουνίου 2025.
232 Ο Αυστριακός Edmund Bergler (1899–1962) υπήρξε ένας από τους πιο πρωτότυπους μαθητές του Sigmund Freud. Psychology of Gambling (1957).
233 Ο ψυχαναγκασμός της επανάληψης, στην ψυχανάλυση του Sigmund Freud, είναι η ασυνείδητη τάση επανάληψης οδυνηρών ή τραυματικών καταστάσεων ή δυσλειτουργικών σχέσεων. Παρά την οδύνη, το υποκείμενο αναπαράγει τις ίδιες συμπεριφορές, επιχειρώντας να επιλύσει ανεπίλυτες συγκρούσεις.
234 M. Serao (1856–1927), Il ventre di Napoli [Η κοιλιά της Νάπολης], Oscar Mondadori, 2025, ό.π.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 17

 Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 17

Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού

ROBERTO PECCHIOLI

Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

Συνέχεια από 17. Αυγούστου 2026

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΒΑΚΧΟΣ, ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

§ 3 Εξάρτηση από το σεξ

Η εξάρτηση ορίζεται επίσης με όρους επιτακτικής ανάγκης για άμεση ικανοποίηση. Αυτό έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες στο σεξουαλικό πεδίο. Η εξουσία το γνωρίζει και έχει οργανώσει εδώ και δεκαετίες τη σεξουαλικοποίηση της κοινωνίας. Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος τόπος για να υπενθυμίσουμε τις φάσεις της. Αρκεί να διαπιστώσουμε ότι η σεξουαλικοποίηση και η ερωτικοποίηση της ύπαρξης αποτελούν φαινόμενο που οικοδομήθηκε προσεκτικά με σκοπό την κυριαρχία, μέσω της παλινδρομικής αποδόμησης των πρωτογενών ενστίκτων. Ο Gómez Dávila δεν ψεύδεται όταν παρατηρεί ότι «η σεξουαλική ασυδοσία είναι το μικρό αντάλλαγμα με το οποίο η κοινωνία κρατά ή κοινωνία κρασυχους τους σκλάβους της».²¹³

Έχουμε προχωρήσει ακόμη περισσότερο: την ασυδοσία —η οποία, μέσα σε ορισμένα όρια, επέφερε και κάποια απελευθερωτικά αποτελέσματα από παλαιές πολιτισμικές απολιθώσεις— διαδέχθηκε η εξάρτηση από το σεξ. Το σεξ δεν νοείται μόνο ή κυρίως ως πράξη, αλλά ως γενική διάσταση του είναι, ως κέντρο βάρους εκατομμυρίων ζωών, ως ορμή και διαρκής επιθυμία που διατηρεί το υποκείμενο σε κατάσταση συνεχούς έντασης και διέγερσης. Εξαρτόμαστε από την επιθυμία προτού ακόμη εξαρτηθούμε από το αντικείμενό της. Η απώλεια της ικανότητας καλλιέργειας μακροχρόνιων συναισθημάτων καταργεί όλα τα πρότυπα συμπεριφοράς που συνδέονται με την ερωτική προσέγγιση, τη δημιουργία του ζευγαριού και τη διατήρησή του. Εισερχόμαστε στο σάββατο των μαγισσών, στο καταχθόνιο ένστικτο μιας «άμεσης» συνεύρεσης, η οποία δοξάζεται και αναγορεύεται σε κανόνα και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε καν ζωώδης, δεδομένου ότι «εμφανίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μεταξύ των ανώτερων ζώων».²¹⁴

Ο homo sapiens είναι το μοναδικό πλάσμα που ερωτικοποιεί τη σεξουαλική διάσταση. Αυτή η προϋπόθεση κατέστησε δυνατή την ολοκληρωτική σεξουαλικοποίηση της ζωής, η οποία παρουσιάστηκε ως απελευθέρωση από τα ταμπού και ως δυνατότητα επίτευξης της μέγιστης ατομικής ηδονής. Πρόκειται για μια ανθρωπολογική μεταβολή που προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη διαφήμιση, η οποία χρησιμοποιεί τον ερωτικό μοχλό όχι μόνο για εμπορικούς σκοπούς, αλλά πρωτίστως για να μεταβάλει τους μηχανισμούς της συνείδησης και του προμετωπιαίου φλοιού. Μια πρώτη συνέπεια είναι η ολοκληρωτική πραγμοποίηση, η αναγωγή του ανθρώπου σε πράγμα. Η ηδονή μετατρέπεται σε σκοπό, αποκλείοντας τη διάσταση της συνάντησης με τον άλλο ή την άλλη, που γίνεται το αντικείμενο από το οποίο αντλώ τη δική μου ηδονή. Η διαδικασία αυτή δεν συνδέεται αναγκαστικά με τη σεξουαλική πράξη: η αίσθηση που ενεργοποιείται περισσότερο είναι πράγματι η όραση.

Βρίσκεται σε εξέλιξη η αναγωγή του προσώπου στις σεξουαλικές πρακτικές του. Υπό αυτή την έννοια πρέπει να ερμηνευθεί η κουλτούρα του «φύλου» και να κατανοηθεί η έννοια του «σεξουαλικού προσανατολισμού», ο οποίος παγιώνεται σε μια μορφή που γίνεται ο άξονας της προσωπικής ταυτότητας, παραμερίζοντας όλες τις άλλες υλικές, πνευματικές και υπαρξιακές διαστάσεις του homo sapiens. Πρόκειται για μια γιγαντιαία βιοπολιτική επιχείρηση, στόχος της οποίας είναι σήμερα η αποδυνάμωση της ανδρικής και της γυναικείας ταυτότητας, ωθώντας το πρόσωπο, με όλη την πολυπλοκότητά του, να αυτοπροσδιορίζεται αποκλειστικά μέσω σεξουαλικών πρακτικών και προτιμήσεων· ένας σοβαρός περιορισμός του ανθρώπινου.

Ένα από τα αποτελέσματα είναι η ατομικιστική και όχι σπάνια σολιψιστική αναδίπλωση. Το επιβεβαιώνει ο ψυχολόγος Claudio Risé: «Όταν η σχέση με τον εξωτερικό κόσμο νοσεί και υποχωρεί από το άνοιγμα προς το ναρκισσιστικό θέατρο του εγώ, η ενέργεια που επενδύεται στον κόσμο συρρικνώνεται από την ανθρώπινη πληρότητα των συναισθηματικών δεσμών και των ενδιαφερόντων στην αποκλειστική σεξουαλικότητα. Κάθε επιθυμία ανάγεται —και, θα λέγαμε, εξειδικεύεται— στη σεξουαλική λαχτάρα, μέσα στην τυπική διαδικασία του διαστροφικού ερωτισμού, όπου, όπως λέει ο Freud, γίνεται ορατή η κατά τα άλλα σιωπηλή λειτουργία της ενόρμησης του θανάτου».²¹⁵

Η σχέση μεταξύ του προσώπου και του κόσμου πραγματοποιείται αποκλειστικά με όρους κατοχής. Ο άλλος δεν είναι παρά το μέσο για την ικανοποίηση της ενόρμησης. Οι ιστορικές περίοδοι υλικής ευημερίας είναι, από αυτή την άποψη, ιδιαίτερα ύπουλες, επειδή ευνοούσαν πάντοτε τον πολλαπλασιασμό των παθών και των ελαττωμάτων (Arnold Gehlen). Απαγορεύεται όμως να αποκαλούμε τα ελαττώματα με το όνομά τους: δεν είναι πολιτικώς ορθό, παρεμποδίζει τις οικονομικές διαδικασίες μέσα στην αγορά —η οποία αποτελεί το μέτρο όλων των πραγμάτων— και αντιφάσκει προς την ενιαία επιτρεπτική σκέψη. Κανείς δεν αγαπά να θέτει υπό αμφισβήτηση τον εαυτό του και να αποκαλεί ελάττωμα ή πάθος αυτό που πράττει ή επιθυμεί. Στη σεξουαλική σφαίρα, τα άλλοθι και οι δικαιολογίες επικρατούν εύκολα, πολύ περισσότερο επειδή η κουλτούρα των κυρίαρχων διακηρύσσει ως φυσιολογικό ή τουλάχιστον αποδεκτό κάθε «σεξουαλικό προσανατολισμό» και κάθε πρακτική ή συμπεριφορά που συνδέεται με αυτόν.

Έχει ξεπεραστεί ακόμη και η έννοια των παραφιλιών, δηλαδή των άτυπων συμπεριφορών που χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι όποιος επηρεάζεται από αυτές πρέπει, για να επιτύχει σεξουαλική διέγερση ή ικανοποίηση, να επιδιώκει φαντασιώσεις ή να προβαίνει σε ασυνήθιστες πράξεις (Enciclopedia Italiana Treccani).

Μια παραφιλία που έχει μετατραπεί σε ανθηρή βιομηχανία είναι η διέγερση μέσω των sex toys, των σεξουαλικών παιχνιδιών —σεξουαλικά ομοιώματα, ορισμένες φορές εξοπλισμένα με τεχνητά εξαρτήματα—, των dildo²¹⁶ και άλλων παρόμοιων αντικειμένων. Τα sex toys σηματοδοτούν έναν βαθύ ανθρωπολογικό μετασχηματισμό. Αφετηρία του είναι η μοναξιά, στην οποία το άτομο απαντά με τη χρήση —με την εξάρτηση!— αντικειμένων για την επίτευξη της σεξουαλικής ηδονής. Χάνεται η σχεσιακή και συναισθηματική διάσταση. Ο άλλος —όταν υπάρχει— μετατρέπεται σε προμηθευτή ηδονής, ανεξάρτητα από την προσωπικότητά του και, από ορισμένες απόψεις, από τη σωματική του πραγματικότητα.

Το τελευταίο σύνορο παραβιάζεται από την Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία είναι ικανή να δημιουργεί βίντεο, εικόνες, καταστάσεις και ειδικά εφέ. Περνούμε από το ένστικτο —που αφορά το σεξ ως σχεσιακή και δυνητικά αναπαραγωγική πράξη— στην ενόρμηση, η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Πρόκειται για μια πορεία στην οποία περιλαμβάνεται ακόμη και η καθαυτό διαστροφή, δηλαδή η τάση του νου να οργανώνει σενάρια εναλλακτικά προς τη φυσική σεξουαλικότητα. Στο υπόβαθρο βρίσκεται η αναγωγή του άλλου σε αντικείμενο, μια μορφή κακοποίησης διαποτισμένη από καταστροφική ενόρμηση: ο σαδισμός.²¹⁷

§ 4 Σεξ: μια ελεγχόμενη πολιτισμική επανάσταση

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σεξουαλική επανάσταση, η οποία άρχισε κατά τη δεκαετία του 1960, προωθήθηκε και ελέγχθηκε άνωθεν. Η εξουσία, ύστερα από μια αρχική ασθενή αντίσταση, μια αδράνεια συνδεδεμένη με το παρελθόν, κατανόησε γρήγορα τα τεράστια πλεονεκτήματα που θα αντλούσε από αυτήν: μεγαλύτερα κέρδη, διεύρυνση των αγορών, διαίρεση της κοινότητας —άνδρες εναντίον γυναικών, ετεροφυλόφιλοι εναντίον ομοφυλοφίλων κ.λπ. Κυρίως, όμως, ένα ισχυρότατο σύστημα κοινωνικού ελέγχου, βασισμένο στην ολοκληρωτική ερωτικοποίηση της ζωής, η οποία συντρίβει τις πνευματικές αξιώσεις και εγκλείει το άτομο σε έναν ατομικισμό προσανατολισμένο προς την ηδονή, στις πιο διαφορετικές μορφές της. Πρόκειται για το οργιαστικό πρόσωπο της πλουτοκρατίας, η οποία είναι μεν η εξουσία του χρήματος, όχι όμως ως αυτοσκοπός, αλλά ως προνομιακό μέσο για τον πραγματικό σκοπό της εξουσίας: την Κυριαρχία.

Το παραδέχθηκε ο Aldous Huxley σε εκείνο το ορυχείο αληθειών που κρύβονται πίσω από τη μυθιστορηματική μυθοπλασία, το Il Mondo Nuovo: «Καθώς η πολιτική και η οικονομική ελευθερία περιορίζονται, η σεξουαλική ελευθερία τείνει να αυξάνεται ως αντιστάθμισμα. Και ο δικτάτορας —μεταμφιεσμένος σε δημοκράτη και ελευθεριακό, σημ. συγγρ.— θα φροντίσει με μεγάλη επιμέλεια να ενθαρρύνει αυτή την ελευθερία. Προστιθέμενη στο δικαίωμα να ονειρεύονται υπό την επίδραση των ναρκωτικών, του κινηματογράφου και του ραδιοφώνου, θα συμβάλει στη συμφιλίωσή τους με τη δουλεία που αποτελεί το πεπρωμένο τους».²¹⁸ Ειλικρινής κυνισμός σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν ακόμη η τηλεόραση, το Διαδίκτυο και η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η ελεγχόμενη επανάσταση προετοιμάστηκε από κείμενα με τεράστια επίδραση. Η επιτυχία της αμερικανικής Έκθεσης Kinsey, σε δύο τόμους —1948 και 1953—, διευκολύνθηκε από την τεράστια διαφημιστική, οικονομική και επικοινωνιακή υποστήριξη του πανίσχυρου Ιδρύματος Rockefeller, ενός από τα προπύργια της κοινωνικής παρέμβασης των δισεκατομμυριούχων. Άρχισε η αργή νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας μέσω σκόπιμα διογκωμένων δεδομένων, καθώς και η πρώτη προσέγγιση προς τη σεξουαλικοποίηση των παιδιών· το σκοτεινό, αρχικό τρίξιμο του παραθύρου του Overton²¹⁹ προς την κανονικοποίηση της παιδοφιλίας και της παιδεραστίας ως απλών σεξουαλικών προσανατολισμών.

Εμφανίστηκαν τα πρώτα ερωτικά περιοδικά, ανάμεσά τους το θρυλικό Playboy του μεγιστάνα Hugh Hefner, στο περιθώριο του οποίου ιδρύθηκε το Playboy Foundation. Διαθέτοντας πλουσιότατη χρηματοδότηση, διακρίθηκε στους αγώνες υπέρ της νομιμοποίησης των αμβλώσεων, της αποποινικοποίησης και απελευθέρωσης των ναρκωτικών, καθώς και για την οικονομική υποστήριξη των πρώτων αμερικανικών ομοφυλοφιλικών οργανώσεων. Συγχρόνως, ένας τεράστιος πολιτισμικός, επικοινωνιακός, μουσικός και λογοτεχνικός μηχανισμός εργαζόταν για τον επιτρεπτικό μετασχηματισμό όλων των σεξουαλικών ηθών. Τεράστια υπήρξε η επίδραση που άσκησε στις νεανικές μάζες το δοκίμιο Eros e civiltà του Herbert Marcuse²²⁰, εκπροσώπου της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Η σεξουαλική ζωή όχι μόνο απελευθερώθηκε σε κάθε εκδήλωσή της, αλλά διαχωρίστηκε βαθμιαία από τη βιολογική της λειτουργία, δηλαδή τη γέννηση νέων μελών του ανθρώπινου είδους. Απογυμνωμένο από τη φυσική του διάσταση, το σεξ διατήρησε μόνο την ενορμητική και παιγνιώδη φύση του, προσανατολισμένη προς την υποκειμενική ηδονή, την πολλαπλότητα των σχέσεων και την αναζήτηση νέων εμπειριών, στις οποίες αφιερώνονταν τεράστια αποθέματα ενέργειας. Το χημικό αντισυλληπτικό χάπι, το οποίο άρχισε να παράγεται το 1960 και νομιμοποιήθηκε στην Ιταλία το 1971, πυροδότησε μια πανίσχυρη επανάσταση: τον διαχωρισμό του σεξ από την τεκνοποίηση, με τεράστιες ψυχολογικές, κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές συνέπειες για τον γυναικείο κόσμο και για τη γενική αντίληψη της ζωής και των σεξουαλικών σχέσεων.

Στο μεταξύ, υπερβαίνοντας ένα προαιώνιο ταμπού, επιβαλλόταν η ευνοϊκή προς την άμβλωση αφήγηση. Η έκθεση του 1978 του Mouvement Français pour le Planning Familial, που προωθήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το δίκτυο Rockefeller, είναι διαφωτιστική:

«Αγωνιζόμαστε υπέρ της αντισύλληψης και της εκούσιας διακοπής της κύησης όχι λόγω μαλθουσιανισμού²²¹ ούτε για να βελτιώσουμε την κατάσταση της υγείας του πληθυσμού. Στοιχηματίζουμε στην πεποίθηση ότι, αν μια γυναίκα ή ένας άνδρας μπορούν να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους σε αυτή την ουσιώδη πλευρά της ζωής, τότε θα μπορέσουν και σε άλλα πεδία να αμφισβητήσουν παραδοσιακές συμπεριφορές και καταστάσεις».²²²

Η διάδοση των ναρκωτικών, η σεξουαλικοποίηση και η πολιτισμική επανάσταση προχώρησαν παράλληλα. Η έκρηξη της πορνογραφίας άρχισε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1970.

Γεννιόταν μια πανίσχυρη βιομηχανία και μια νέα μαζική εξάρτηση. Το φαινόμενο ήταν καινούργιο, ενώ τα λυσεργικά ναρκωτικά βοηθούσαν τους πρωταγωνιστές να υπερνικήσουν τις αναστολές τους· ήταν η «φρέσκια σάρκα» την οποία έχει διαρκώς ανάγκη η πορνογραφική βιομηχανία: εκείνη την εποχή, κυρίως κορίτσια που είχαν έρθει σε ρήξη με την οικογένειά τους και άνεργοι φοιτητές. Η Ευρώπη και η Ιταλία ακολούθησαν το αμερικανικό παράδειγμα με τη συνήθη πειθήνια πολιτισμική αποικιοποίηση.

Ένα ακόμη βραχυκύκλωμα, ένδειξη δραματικής ανθρωπολογικής οπισθοδρόμησης, θα μπορούσε να προέλθει από μια εντελώς νέα σεξουαλική τάση, η οποία φαίνεται να εξαπλώνεται στην Ανατολή: τη φιξτοσεξουαλικότητα, δηλαδή τη σεξουαλική έλξη προς αντικείμενα, ανδροειδή ρομπότ και φανταστικούς χαρακτήρες. Αυτή η παρέκκλιση καθιστά τους ανθρώπους ανίκανους να διακρίνουν μεταξύ ανθρώπινων όντων και μη πραγματικών, μη ανθρώπινων υποκειμένων. Φαίνεται ότι στην Ιαπωνία χιλιάδες άνθρωποι φθάνουν στο σημείο να συνάπτουν εικονικούς γάμους με φανταστικούς χαρακτήρες, χάρη σε έναν πρόθυμο εμπορικό μηχανισμό που αποσκοπεί στην ικανοποίηση κάθε πάθους. Ένας άνδρας «παντρεύτηκε» το ολόγραμμα μιας τραγουδίστριας της ποπ με εμφάνιση μικρού κοριτσιού. Είναι τρομακτικό, αλλά όχι εκπληκτικό, το γεγονός ότι μια εταιρεία, η Gatebox Inc., πουλά πλαστά πιστοποιητικά γάμου, προκειμένου να επιτρέπει στους αγοραστές να ικανοποιούν τη διαστροφή τους.²²³ Η διασταύρωση της τεχνολογικής προόδου με την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων δημιουργεί μια κοινωνία μέσα στην οποία η διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας γίνεται δυσδιάκριτη.

Μέσα στην πιο σκληρή πραγματικότητα συνεχίζεται η κανονικοποίηση της σεξουαλικοποίησης των παιδιών, ακόμη και στα σχολεία, καθώς και της παιδοφιλίας και της παιδεραστίας, τροποποιώντας τη φυσική αρχή σύμφωνα με την οποία οι σεξουαλικές πράξεις εις βάρος παιδιών και ανηλίκων θεωρούνταν πάντοτε από τα σοβαρότερα και πλέον ατιμωτικά εγκλήματα. Η συνηθέστερη δικαιολόγηση κάθε διαστροφής, ιδιοτροπίας, συμπεριφοράς και σεξουαλικού «προσανατολισμού» είναι ένα από τα πιο διφορούμενα συνθήματα στην εποχή του απόλυτου σχετικισμού: love is love. Πρόκειται για μια φράση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και συγκεκριμένο νόημα, «χρήσιμη μόνο για τη διεκδίκηση της απόλυτης αναγνώρισης της προσωπικής συναισθηματικής ή σεξουαλικής επιθυμίας».²²⁴ Ένας κοινός τόπος, ένα δόγμα που απαγορεύεται να συζητηθεί: έγκλημα καθοσιώσεως. Ο Αμερικανός πρόεδρος Barack Obama, σχολιάζοντας το 2015 τη νομιμοποίηση του ομοφυλοφιλικού «γάμου» στις ΗΠΑ, είπε ακριβώς αυτό: «η αγάπη νικά».²²⁵ Όσο πιο αφηρημένη και αδύνατον να οριστεί είναι μια έννοια, τόσο καλύτερα λειτουργεί μέσα στην κοινωνία που έχει αποβάλει τη σκέψη. Πίσω από τον συναισθηματισμό και τη λεκτική γλυκερότητα προελαύνει η εξάρτηση από το σεξ, ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της οποίας είναι η πορνογραφία.

§ 5 Πορνογραφία: η μεγάλη επιχείρηση της καταναγκαστικής ηδονοβλεψίας

Δεν είναι γνωστός ο διεθνής κύκλος εργασιών που συνδέεται με την πορνογραφία στις διάφορες μορφές της, στην οποία το Διαδίκτυο έδωσε τεράστια ώθηση, ενώ η απομόνωση κατά την πανδημία επέφερε σημαντική αύξηση τόσο των κερδών όσο και των χρηστών. Οι οικονομικές εκτιμήσεις είναι αντιφατικές. Μέσα σε λίγα χρόνια, η πλατφόρμα περιεχομένου για ενηλίκους OnlyFans πραγματοποίησε έσοδα είκοσι δισεκατομμυρίων, ενώ η γνωστότερη πορνογραφική διαδικτυακή πύλη, το Pornhub, αποτιμάται σε τουλάχιστον τριάντα δισεκατομμύρια δολάρια. Ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών εκτιμάται σε τουλάχιστον τριακόσια δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, με ανοδική τάση, και βρίσκεται στα χέρια μιας χούφτας κολοσσών. Άλλη μία επιχειρηματική δραστηριότητα των παγκόσμιων κυριάρχων, προσανατολισμένη στην κυριαρχία επάνω στην ψυχή και στο σώμα.

Υπάρχουν περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια ιστότοποι αφιερωμένοι στην πορνογραφία, ενώ καθημερινά επισκέπτονται οι χρήστες εκατόν πενήντα εκατομμύρια σχετικές ιστοσελίδες. Το 30% της διαδικτυακής κίνησης συνδέεται με σεξουαλικά θέματα. Ενώ ο μέσος χρόνος παραμονής στους ενημερωτικούς ιστοτόπους είναι 4,8 λεπτά, η μέση παραμονή των χρηστών σε πορνογραφικούς ιστοτόπους είναι 15–20 λεπτά. Καθημερινά αποστέλλονται δύο δισεκατομμύρια μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πορνογραφικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν το 8% της παγκόσμιας κίνησης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.

Το 2014, το οικονομικό περιοδικό BusinessWeek ανέφερε ότι ο δημοφιλέστερος πορνογραφικός ιστότοπος στον κόσμο είχε τριπλάσια διαδικτυακή κίνηση από τους παγκόσμιους ενημερωτικούς κολοσσούς CNN και ESPN και τριακονταπλάσιες προβολές από τους New York Times, διαθέτοντας ένα σταθερό κοινό τριακοσίων πενήντα εκατομμυρίων χρηστών.²²⁶

Η διαδικτυακή κίνηση πορνογραφικού περιεχομένου αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 22% της συνολικής διαδικτυακής κίνησης στο Ηνωμένο Βασίλειο, περισσότερο από το μισό της οποίας αποδίδεται στην ηλικιακή ομάδα 18–24 ετών. Η επιτάχυνση της κατανάλωσης πορνογραφικού περιεχομένου επέβαλε σε ένα ευρύ κοινό νέων και εφήβων πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς και νέα ψυχολογικά σχήματα. Αποτελεί ορθάνοιχτη πύλη προς την εξάρτηση και μαζική σεξουαλική και συναισθηματική διαπαιδαγώγηση προς τη λανθασμένη κατεύθυνση. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 25% των νέων ηλικίας από δέκα έως δεκαοκτώ ετών επισκέπτεται πορνογραφικούς ιστοτόπους. Το πρότυπο συμπεριφοράς που μεταδίδεται είναι βάναυσα απλό: καμία συναισθηματική σχέση, κανένας ρομαντισμός ή αναφορά στην αγάπη· απουσία προκαταρκτικών, υποταγή και βία.²²⁷

Οι ψυχοπαθολογικές συνέπειες είναι τεράστιες και επηρεάζουν την προσέγγιση της πραγματικότητας, τους τρόπους σύναψης σχέσεων και τη σχέση του ζευγαριού, προκαλώντας ακόμη και σοβαρά διαταραγμένες εκδηλώσεις. Ο αντίκτυπος στον κόσμο των παιδιών και των εφήβων είναι τρομερός: δεν γνωρίζουν ότι ορισμένες εικόνες ή μηνύματα μπορεί να συνιστούν ποινικό αδίκημα ούτε αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο να πέσουν στις παγίδες σκοτεινών δικτύων διεστραμμένων, σεξομανών και παιδοφίλων. Πρόκειται για πρόσωπα που απολαμβάνουν προστασία στα υψηλότερα επίπεδα, όπως καταδεικνύει η συγκλονιστική υπόθεση του δικτύου που δημιούργησε ο συνδεδεμένος με τους Rothschild Αμερικανός χρηματιστής Jeffrey Epstein, στο οποίο εμπλέκονται κορυφαίες προσωπικότητες των επιχειρήσεων, της πολιτικής, του θεάματος και της αριστοκρατίας.

Η καταναγκαστική κατανάλωση πορνογραφίας, εκτός του ότι μετατρέπεται σε υποκατάστατο της φυσιολογικής σεξουαλικής δραστηριότητας και οδηγεί έτσι στην καταστροφή των πραγματικών σχέσεων, μεταβάλλει ορισμένες συμπεριφορές εκείνων που την παρακολουθούν, προκαλώντας σοβαρή επιδείνωση της εγκεφαλικής δραστηριότητας στην περιοχή που συνδέεται με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Μιλούμε για έναν τοξικό παράγοντα που αλλοιώνει τους μηχανισμούς του εγκεφάλου. Η κατανάλωση πορνογραφικού περιεχομένου ενεργοποιεί τα ίδια νευρωνικά κυκλώματα με την κοκαΐνη, οδηγώντας σε εξάρτηση που εκδηλώνεται ως ανάγκη για μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα. Αυτό ωθεί προς ολοένα πιο ακραίο και αποκλίνον περιεχόμενο, απομακρύνοντας το άτομο από μια υγιή σεξουαλική εμπειρία.

Ο αντίκτυπος στις νεότερες γενιές είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός. Ένα στα δέκα παιδιά αποκτά πρόσβαση σε αυτό το υλικό πριν από την ηλικία των οκτώ ετών. Η πρώιμη έκθεση συμβαίνει σε μια κρίσιμη φάση της ανάπτυξης και εμποδίζει τον προμετωπιαίο φλοιό —το κέντρο του αυτοελέγχου— να ενισχυθεί επαρκώς, κατακλύζοντας τον εγκέφαλο με μαζικά ερεθίσματα που προκαλούν φθορά της φαιάς ουσίας.²⁶

Ο εθισμός είναι συγκρίσιμος με τις επιδράσεις των σκληρών ναρκωτικών, καθώς δημιουργεί την ανάγκη παρακολούθησης ολοένα πιο ωμών εικόνων για να ικανοποιηθεί ο εγκέφαλος. Στο μεταξύ, τα Big Data ταξινομούν τα άτομα και με βάση τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πορνογραφία επιτρέπει επίσης την εξουδετέρωση των φιλοδοξιών για κοινωνική και πολιτική αλλαγή, διότι κατακλύζει τον νου με απατηλές παραβάσεις, οι οποίες καταγράφονται σχολαστικά από τους κυρίαρχους.

Ο ψυχίατρος Adriano Segatori είναι κατηγορηματικός: «Με τη συνήθεια του εικονικού κόσμου της σεξουαλικότητας χάνεται ολοένα περισσότερο η αίσθηση του δεσμού. Καθώς περνά τον χρόνο του παρακολουθώντας σχέσεις χωρίς λόγο, υποταγές χωρίς εξέγερση, πρακτικές χωρίς όρια και απολαύσεις χωρίς φραγμούς, το άτομο χάνει το νόημα της γνωριμίας και τη σημασία της σχέσης· έτσι, ο Άλλος δεν είναι παρά ένα περιττό και εναλλάξιμο αντικείμενο της απόλαυσης».²²⁸

Η σχέση μεταξύ πορνογραφίας και ροπής προς τη σεξουαλική βία είναι βέβαιη· πρόκειται για ένα θέμα ως προς το οποίο θα ήταν αναγκαίος ένας λιγότερο ιδεολογικός προβληματισμός από την πλευρά του αυτοαποκαλούμενου προοδευτικού κόσμου. Αν πρέπει πράγματι να καταπολεμάται και να καταδικάζεται κάθε μορφή βίας που συνδέεται με το σεξ, δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε στην αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων χωρίς να ανατρέχουμε στις αιτίες· μία από αυτές είναι η ελεύθερη πρόσβαση στην πορνογραφία ήδη από την ανήλικη ηλικία.

Το σκιαγράφημα που παρουσιάστηκε ασφαλώς δεν εξαντλεί το ζήτημα των εξαρτήσεων από το σεξ και το φαινόμενο της πορνογραφίας. Πρόκειται για λίγα μόνο δεδομένα, τα οποία αποτυπώνουν όχι μόνο τις διαστάσεις του φαινομένου, αλλά πρωτίστως την επικινδυνότητά του, που αποκρύπτεται ή υποτιμάται και υποβιβάζεται ολοένα συχνότερα σε ένα από τα τιμήματα που πρέπει να καταβληθούν για την ελευθερία. Πρόκειται για χονδροειδές ψεύδος. Όποιος διατηρεί ακόμη την ικανότητα του συλλογισμού δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι η βλάβη που έχει προκληθεί σε ολόκληρες γενιές και λαούς είναι κοσμοϊστορική· ότι η σεξουαλική ενόρμηση έχει μεταφερθεί στην πολύμορφη αυτοκρατορία των εξαρτήσεων· και ότι αυτές δεν περιορίζονται στην παραγωγή κερδών για ορισμένους, αλλά δημιουργούν ένα εκτεταμένο σύστημα εσωτερικευμένης ατομικής και συλλογικής δουλείας, το οποίο καταργεί την ανθρώπινη ελευθερία, την κριτική ικανότητα, τον ορθολογισμό και την ηθική που τον στηρίζει.

Το κοινό νήμα όλων των εξαρτήσεων είναι η απαγόρευση να ορίσουμε και, επομένως, να διακρίνουμε το καλό από το κακό και το ελάττωμα από την αρετή, σύμφωνα με τη φύση, τον πολιτισμό και το ηθικό αίσθημα. Η πολιτισμική επανάσταση του σεξ μετατράπηκε σε παλινδρομική ανθρωπολογική καταιγίδα. Δεν άξιζε τον κόπο· και όμως, η κάθοδος συνεχίζεται, ενώ ο σκλάβος είτε δεν βλέπει τις αλυσίδες του είτε τις επικαλείται αποκαλώντας τες ηδονή.

Σημειώσεις:

213 N. Gómez Dávila, Pensieri antimoderni, Edizioni di Ar, 2008, σ. 68.

214 K. Lorenz, Gli otto peccati capitali della nostra civiltà, Adelphi, 2003, σ. 59.

215 C. Risé, Sazi da morire, Edizioni San Paolo, 2016, σ. 74.

216 Το dildo είναι σεξουαλικό παιχνίδι, συχνά σε σχήμα πέους, το οποίο χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους στα ερωτικά παιχνίδια.

217 Ο σαδισμός —ο όρος προέρχεται από το επώνυμο του Donatien-Alphonse-François de Sade, Γάλλου αριστοκράτη του Διαφωτισμού (1740–1814)— είναι η διαστροφή που συνίσταται στην άντληση ηδονής από την οδύνη και την κακοποίηση των άλλων.

218 A. Huxley, Il Mondo Nuovo, Mondadori, 2007, ό.π.

219 Το παράθυρο του Overton είναι ένας μηχανισμός που διατυπώθηκε θεωρητικά από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Joseph P. Overton (1960–2003) και αναφέρεται στο σύνολο των ιδεών, των αντιλήψεων και των ηθών που θεωρούνται αποδεκτά μέσα σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό. Ανάλογα με την εποχή και την κοινωνική πίεση, ορισμένες συμπεριφορές περνούν από το στάδιο του αδιανόητου στο στάδιο του ριζοσπαστικού· κατόπιν γίνονται αποδεκτές και στη συνέχεια θεωρούνται λογικές· τέλος, γίνονται δημοφιλείς και νομιμοποιούνται.

220 Στο Eros e civiltà, έργο που αποτελεί συμβολή στη σκέψη του Freud, ο Marcuse συνδύασε ψυχαναλυτικές επιρροές με νεομαρξιστικές τάσεις, προκειμένου να περιγράψει μια «απελευθερωμένη», μη καταπιεστική κοινωνία, ιδίως στο σεξουαλικό πεδίο.

221 Ως μαλθουσιανισμός νοούνται οι πολιτικές ελέγχου των γεννήσεων και μείωσης του πληθυσμού, οι οποίες βασίζονται σε ιδέες που διατύπωσε κατά τον 19ο αιώνα ο Άγγλος οικονομολόγος και φιλόσοφος Robert Malthus (1766–1834).

222 Το απόσπασμα παρατίθεται στο M. Di Giovanni, Indagine sul mondialismo, Effedieffe, 2000, σ. 171.

223 Fictosessualità e transumanesimo: quando si sposa un ologramma, Come Don Chisciotte, 26 Απριλίου 2022.

224 V. Savioli, L’uomo residuo, Edizioni Il Cerchio, 2023, σ. 59.

225 Corte Suprema Usa, sì ai matrimoni gay: festa in tutti gli Stati Uniti, Corriere Adriatico, 26 Ιουνίου 2015.

226 Τα στοιχεία που παρατέθηκαν προέρχονται από το άρθρο: Pornografia: numeri e connotati di una autentica emergenza.

227 Raffaele Cardone, Il porno e i nostri figli, Maremosso, 22 Ιουνίου 2022.

228 A. Segatori, Società tossica e sistema spacciatore, Settimo Sigillo, 2021, σσ. 99–100.

Συνεχίζεται με:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΤΖΟΓΟΣ, ΑΓΟΡΕΣ, ΤΡΟΦΗ, ΦΑΡΜΑΚΑ

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ

«Όταν ο άνθρωπος δεν πειθαρχείται από τον Θεό, θα αναλάβουν οι δαίμονες να τον πειθαρχήσουν».

Nicolás Gómez Dávila


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 16 Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού ROBERTO PECCHIOLI

 Συνέχεια από  Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 16
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού

ROBERTO PECCHIOLI

Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII


ΒΑΚΧΟΣ, ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Μόνο τρία πράγματα μου είναι ευχάριστα,
κι όμως δεν μπορώ να τα απολαμβάνω όσο θα ήθελα:
η γυναίκα, η ταβέρνα και το ζάρι·
αυτά κάνουν την καρδιά μου να αισθάνεται χαρά.

Cecco Angiolieri


§ 1 Βάκχος


Ο Βάκχος ήταν ο ρωμαϊκός θεός του κρασιού και του ποτού, ενώ η Αφροδίτη η θεά της ομορφιάς και, κατ’ επέκταση, του σεξ. «Βάκχος, καπνός και Αφροδίτη κάνουν τον άνθρωπο στάχτη» είναι μια παλιά ιταλική παροιμία. Δεν είναι αλήθεια: εκείνο που κάνει στάχτη είναι η κατάχρηση και το πάθος. Δηλαδή, όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, η απουσία ορίου. Ένα ποτήρι κρασί κάνει καλό στον οργανισμό. Μια πίπα παράγει στάχτη, δεν μετατρέπει σε στάχτη τον καπνιστή. Όσο για την Αφροδίτη, χωρίς τη δύναμη του σεξουαλικού ενστίκτου η ζωή θα έσβηνε. Όμως «est modus in rebus»: χρειάζεται η αίσθηση του μέτρου. Αυτή είναι ο μεγάλος εχθρός όσων κερδοσκοπούν πάνω στις εξαρτήσεις και τις εξουσιάζουν.

Ένας Άγγλος πολιτικός, ο Clement Freud —εγγονός του Sigmund, όπως και η ιδιοφυΐα της προπαγάνδας Edward Bernays— είπε κάποτε: «αν αποφασίσεις να σταματήσεις το κάπνισμα, το ποτό και τον έρωτα, δεν είναι ότι ζεις περισσότερο· σου φαίνεται απλώς πιο μεγάλη η ζωή»204. Και αυτό —πέρα από το κομψό χιούμορ— είναι ψευδές. Από κανέναν δεν πρέπει να ζητείται να παραιτηθεί από τις απολαύσεις της ζωής, αλλά να μην τις αφήσει να γίνουν εξαρτήσεις.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά το πάθος του ποτού. Πάθος ακριβώς, όχι μια ήρεμη συνήθεια με αρχαίες κοινωνικές και πολιτισμικές καταβολές. Λίγα θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε από τους λατινικούς και μεσογειακούς λαούς χωρίς το κρασί, ή από τους γερμανικούς χωρίς την μπύρα. Η μέθη υπήρξε πάντοτε το συνηθέστερο πάθος, μια ανεκτή κοινωνική ασθένεια. Για να ζαλιστεί κανείς, για να ξεχάσει την κούραση, τις έγνοιες, τη φτώχεια και τις στενοχώριες, για να βρίσκεται με παρέα στο εύθυμο περιβάλλον των ταβερνών. Γενικά, ένα πάθος κυρίως ανδρικό.

Το πρόβλημα της υπερβολής, δηλαδή του αλκοολισμού, όπως έγραψε ο Francis Scott Fitzgerald205, είναι ότι «στην αρχή εσύ πίνεις ένα ποτήρι, μετά το ποτήρι πίνει εσένα». Για μερικές δεκαετίες φάνηκε ότι η μέθη βρισκόταν σε υποχώρηση, νικημένη από άλλες εξαρτήσεις, όμως τα τελευταία χρόνια επανήλθε δυναμικά, ιδίως μεταξύ των νεότερων, με κορυφώσεις αυξήσεως ανάμεσα σε κορίτσια και νεαρές γυναίκες.

Το ποτό αποτελεί μέρος της υποκουλτούρας της «έκστασης» και της υπερβολής, η οποία δεν περιορίζεται πλέον στις ταβέρνες, όπου η υπερβολή αφορούσε κυρίως το κρασί —την μπύρα στη βόρεια Ευρώπη—, αλλά έχει μεταφερθεί στις ντισκοτέκ, στα παμπ, στους χώρους της λεγόμενης movida, της βραδινής και νυχτερινής εξόδου που από τις μητροπόλεις έχει πλέον εξαπλωθεί και στην επαρχία.

Στην Ισπανία αποτελεί επικίνδυνη μόδα μιας ολόκληρης γενιάς το λεγόμενο botellón, το φαινόμενο κατά το οποίο πολυάριθμες ομάδες νέων συγκεντρώνονται σε υπαίθριους χώρους για να καταναλώσουν αλκοολούχα ποτά, συχνά μαζί με καπνό, χασίς και μαριχουάνα. Η θεσμική απάντηση, μπροστά στην εξάπλωση του φαινομένου και των συναφών εγκλημάτων —ακόμη και σεξουαλικού χαρακτήρα—, υπήρξε μια άθλια φεμινιστική εκστρατεία με το σύνθημα «sola y borracha, quiero volver a casa» («μόνη και μεθυσμένη, θέλω να επιστρέψω σπίτι»). Σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο, στο οποίο στις μαζικές συγκεντρώσεις συνδυάζονται οι σοβαρότερες εξαρτήσεις, να είναι κατακριτέο επειδή οδηγεί σε βιασμούς και όχι καθαυτό.

Καμία θεσμική προσπάθεια δεν γίνεται για να πεισθούν οι άνθρωποι σχετικά με τον αρνητικό χαρακτήρα του φαινομένου, τους κινδύνους, την απώλεια διαύγειας, αυτοκυριαρχίας και αξιοπρέπειας που προκαλεί η κατάχρηση αλκοόλ. Ο αμοραλιστικός ελευθεριακός ατομικισμός νομιμοποιεί οριακές συμπεριφορές, στοχοποιώντας μόνο ορισμένες από τις συνέπειές τους —έστω και βαρύτατες— για ιδεολογικούς λόγους.

Στην Ιταλία αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο ο αριθμός των καταναλωτών αλκοόλ, ιδίως μεταξύ των γυναικών. Αυτό επιβεβαιώνει η τελευταία διαθέσιμη έκθεση του Υπουργού Υγείας, σχετικά με το 2023.206 Το 67,1% του ιταλικού πληθυσμού ηλικίας άνω των έντεκα ετών κατανάλωσε κατά την περίοδο αναφοράς τουλάχιστον ένα αλκοολούχο ποτό: τριάντα έξι εκατομμύρια άνθρωποι, μία ποσοστιαία μονάδα περισσότερο από το προηγούμενο έτος.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα μειώνεται: το ποσοστό παραμένει υψηλότερο στους άνδρες (77,4%), αλλά είναι σημαντικό και στις γυναίκες (57,5%). Το 19,3% των καταναλωτών, δηλαδή περισσότεροι από δέκα εκατομμύρια άνθρωποι, πίνει καθημερινά. Η αύξηση είναι εντονότερη μεταξύ των γυναικών, από 56,1% σε 57,5%. Κατά την τελευταία δεκαετία, το ποσοστό των γυναικών που καταναλώνουν αλκοόλ περιστασιακά αυξήθηκε από 39,3% σε 46,9%, ενώ το ποσοστό εκείνων που πίνουν εκτός γευμάτων εκτινάχθηκε από 15,6% σε 23,2%.

Το αλκοολούχο ποτό που καταναλώνεται περισσότερο είναι το κρασί (44,1%), ακολουθούμενο από την μπύρα (30,8%), τα οινοπνευματώδη υψηλού βαθμού (10,3%) και τα κοκτέιλ (6,2%). Εδραιώνεται επίσης η συνήθεια του binge drinking, δηλαδή της υπερβολικής καταναλώσεως αλκοόλ μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα. Το φαινόμενο αυξάνεται σταθερά και αφορά έναν στους πέντε νέους. Επικρατεί στους άνδρες, αλλά κερδίζει έδαφος και μεταξύ των γυναικών.

Η συνήθεια αυτή, που εισήχθη από τη βόρεια Ευρώπη, αποτελεί «επικίνδυνο φαινόμενο τόσο για την υγεία όσο και για τις επικίνδυνες συμπεριφορές που απορρέουν από αυτήν, εξαιτίας της μειώσεως της αντιλήψεως του κινδύνου, η οποία παρατηρείται ήδη από την κατανάλωση ενός ή δύο ποτηριών και η οποία, προοδευτικά, οδηγεί σε αλκοολική δηλητηρίαση και μπορεί να φθάσει μέχρι το αλκοολικό κώμα»207.

Η διαπίστωση της εκτάσεως του φαινομένου —που συνδέεται επίσης με την ταυτόχρονη λήψη τοξικών ψυχοδραστικών ουσιών— περιορίζεται στις στατιστικές και στις επιφανειακές δηλώσεις. Λείπει ο κοινωνικός συναγερμός. Παρακολουθούμε εξαιρετικά έντονες εκστρατείες γύρω από ελευθεριακά ζητήματα και τα λεγόμενα νέα δικαιώματα, αλλά καμία σοβαρή παρέμβαση δεν εργάζεται για τον περιορισμό του φαινομένου της κατάχρησης αλκοόλ. Καθώς έχουν καταρρεύσει οι ανασχετικοί μηχανισμοί των κοινών αρχών, απουσιάζει και η θετική προπαγάνδα που θα παρότρυνε σε υγιείς συμπεριφορές και σε έναν υγιεινό τρόπο ζωής. Το προφανές είναι ότι ολόκληρο το μιντιακό, πολιτιστικό και ψυχαγωγικό σύστημα εργάζεται για να απομακρύνει τα τελευταία ηθικά εμπόδια και τα εμπόδια της κοινής λογικής που αντιστέκονται στη γενίκευση των εξαρτήσεων. Το αλκοολικό κώμα αγοριών και κοριτσιών έχει πλέον γίνει μία από τις συνήθεις περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών τα Σαββατοκύριακα. Ένοχοι είναι οι δημόσιοι θεσμοί που κερδίζουν από τη φορολογία, η μιντιακή και πολιτιστική εξουσία και ο κόσμος των ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων), ο οποίος είναι απασχολημένος με εντελώς διαφορετικές υποθέσεις.

Οι αριθμοί είναι δραματικοί. Γίνεται λόγος για είκοσι χιλιάδες θανάτους τον χρόνο στην Ιταλία που οφείλονται άμεσα στο αλκοόλ, την ψυχοτρόπο ουσία που προκαλεί τα περισσότερα θύματα. Αυτά είναι τα στοιχεία που προκύπτουν από την ογκώδη έκθεση Indagine sull’Alcolismo in Italia [Έρευνα για τον αλκοολισμό στην Ιταλία].208 Από το 2008 έως το 2017, στην Ιταλία καταγράφηκαν τετρακόσιες τριάντα πέντε χιλιάδες θάνατοι από ασθένειες που σχετίζονται με το αλκοόλ, συμπεριλαμβανομένων ατυχημάτων, ανθρωποκτονιών και αυτοκτονιών που οφείλονται σε αυτό. Πίνει κανείς παντού, οποιαδήποτε ώρα και κυρίως στις νεότερες ηλικιακές ομάδες του πληθυσμού.

Πάρα πολλοί συνδέουν το αλκοόλ με την κοινωνικότητα, τη χαλάρωση, την ευχαρίστηση και την ανεμελιά (63,4%)· μόνο το ένα τέταρτο το συνδέει με αρνητικές έννοιες, όπως η φυγή από τα προβλήματα, η απώλεια ελέγχου και ο κίνδυνος (25,6%). Μόνο ένα απογοητευτικό ένα τρίτο των Ιταλών το θεωρεί σημαντικό πρόβλημα, έναντι των δύο τρίτων που είχε καταγράψει η πρώτη σοβαρή έρευνα (1984). Μεταξύ των πολύ νέων, το αλκοόλ συνδέεται με στιγμές διασκέδασης και με το «σπάσιμο των ορίων» (sballo): το 28,6% πίνει σε παμπ, το 21,4% σε ντισκοτέκ και μόνο δύο στους δέκα στο τραπέζι. Το αλκοολούχο ποτό έχει πλέον γίνει η τελετουργία μετάβασης που σηματοδοτεί το τέλος της παιδικής ηλικίας, με μικρή πλέον διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο φύλα. Πάνω από τους μισούς ανηλίκους αγοράζουν αλκοολούχα ποτά, παρότι η ιταλική νομοθεσία το απαγορεύει.

Ο κύκλος κλείνει: για να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά του Nietzsche, η κοινωνία των εξαρτήσεων κατόρθωσε μέσα σε δύο περίπου δεκαετίες να νικήσει τον Απόλλωνα —τη λογικότητα, την προσωπική και κοινωνική τάξη, εχθρό του χάους— και να τοποθετήσει στον θρόνο τον Διόνυσο, τον θεό της μέθης, του χάους, της υπερβάσεως του προσωπικού Εγώ, της επιθυμίας στην πιο ενστικτώδη και παράλογη μορφή της.


§ 2 Το κάπνισμα του καπνού, η μοναδική εξάρτηση που καταπολεμάται. Και ο άλλος καπνός;

Το κράτος-διακινητής εκδηλώνεται πλήρως στην Ιταλία μέσα από το σύστημα των καπνικών προϊόντων. Το κάπνισμα αποτελεί μαζική συνήθεια εξαιρετικά προσοδοφόρα για το δημόσιο ταμείο, το οποίο εισπράττει ετησίως από δώδεκα έως δεκαπέντε δισεκατομμύρια ευρώ από ειδικούς φόρους καταναλώσεως, ΦΠΑ και άλλες επιβαρύνσεις, διατηρώντας για τον εαυτό του το μονοπώλιο της εγχώριας παραγωγής και αναθέτοντας στο κλειστό σύστημα των καπνοπωλείων τη νόμιμη πώληση τσιγάρων, πούρων και καπνού.209

Παρότι μειώνεται, η συνήθεια του καπνίσματος αφορά στην Ιταλία περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού, τροφοδοτώντας επίσης ένα ανθηρό λαθρεμπόριο.210 Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το κάπνισμα καπνού αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την υγεία και τον πρώτο παράγοντα κινδύνου για τις χρόνιες μη μεταδοτικές ασθένειες. Στην Ιταλία αποδίδονται στο κάπνισμα του καπνού περισσότεροι από ενενήντα χιλιάδες θάνατοι ετησίως —το 20,6% του συνόλου των θανάτων μεταξύ των ανδρών και το 7,9% του συνόλου μεταξύ των γυναικών—, με άμεσο και έμμεσο κόστος που υπερβαίνει τα είκοσι έξι δισεκατομμύρια ευρώ.211

Εφόσον δεν υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε για την αλήθεια των στατιστικών που αναφέρθηκαν, η σκέψη προκύπτει αυθόρμητα: γιατί λοιπόν το κάπνισμα είναι τόσο διαδεδομένο; Ως προς το ότι το κάπνισμα βλάπτει υπάρχει ομοφωνία, και το ότι πρόκειται για πραγματική εξάρτηση το αποδεικνύει η εμπειρία πάρα πολλών ανθρώπων, οι οποίοι δυσκολεύονται να το διακόψουν ή να μειώσουν την κατανάλωση.

Πέρα από τις βαθιά ριζωμένες συνήθειες, οι οποίες σε ορισμένα περιβάλλοντα και χώρες ανήκουν ακόμη και στην υλική κουλτούρα, το κάπνισμα του καπνού κινεί τεράστια συμφέροντα. Και όχι μόνο φορολογικά, βεβαίως. Αν όλοι σταματούσαν να καπνίζουν, το κράτος θα έχανε σημαντικά έσοδα και θα αναγκαζόταν να αναζητήσει άλλες μορφές φορολογίας. Επομένως, δεν μπορεί να οργανώσει αντικαπνιστικές εκστρατείες μεγάλης κλίμακας. Η αλυσίδα παραγωγής και διανομής του καπνού είναι ισχυρή και καλά οργανωμένη, παρότι στη χώρα μας ισχύει απαγόρευση της άμεσης διαφήμισης. Στο εξωτερικό δεν συμβαίνει το ίδιο.

Ένα παράδειγμα συγκαλυμμένης προπαγάνδας υπέρ του καπνίσματος ανάγεται, για άλλη μια φορά, στον Edward Bernays. Ενώ του είχε ανατεθεί μια κυβερνητική εκστρατεία υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης —και ταυτόχρονα πληρωνόταν από μια εταιρεία παραγωγής τσιγάρων—, οργάνωσε μια σειρά φωτογραφικών σκηνών και σχεδίων προς δημοσίευση στον Τύπο, στα οποία εμφανίζονταν επιτυχημένες γυναίκες σε διάφορα επαγγέλματα, όλες ανεξαιρέτως με ένα τσιγάρο στο στόμα. Το κάπνισμα θεωρούνταν τότε ανάρμοστο για τις γυναίκες —ήταν η δεκαετία του 1930—, αλλά η εκστρατεία αύξησε σημαντικά τον αριθμό των γυναικών που κάπνιζαν, συνδέοντας το κάπνισμα με την επιτυχία.

Πρέπει να αναγνωριστεί ότι εδώ και χρόνια, ύστερα από την αυξανόμενη ευαισθησία για θέματα υγείας, η συνήθεια του καπνίσματος αντιμετωπίζεται αρνητικά. Θεσπίστηκε η απαγόρευση του καπνίσματος στους κινηματογράφους και στα θέατρα, στα μέσα μεταφοράς και στους δημόσιους χώρους, εκτός από ειδικά οριοθετημένες περιοχές, για την προστασία των μη καπνιστών. Πρόκειται για μέτρα που δημιούργησαν γύρω από το κάπνισμα μια αρνητική προκατάληψη.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια εξάρτηση που καταπολεμάται ενεργά; Όχι ακριβώς, και όχι μόνο εξαιτίας των συμφερόντων στα οποία αναφερθήκαμε. Υπάρχει πράγματι μια τεράστια αντίφαση ανάμεσα στο κλίμα κοινωνικής αποδοκιμασίας απέναντι στο κάπνισμα καπνού και στην αδιαφορία, όταν όχι και στην ανοικτή επιδοκιμασία, απέναντι στο κάπνισμα «στριφτών», «τσιγαριλικιών», χόρτου, μαριχουάνας και παρόμοιων ουσιών, ακόμη και χασίς. Και πάντοτε στο όνομα του ελευθεριακού ατομικισμού και της τεχνητά διαδεδομένης πεποιθήσεως ότι η κατανάλωση αυτών των ουσιών δεν έχει αρνητικές συνέπειες και δεν προκαλεί εξάρτηση.

Στο ζήτημα αυτό υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες και το αντι-απαγορευτικό ρεύμα γίνεται ολοένα ισχυρότερο, ενισχυόμενο από το κυρίαρχο κλίμα και από τις πιέσεις πολύ ισχυρών κύκλων, έτοιμων να επενδύσουν σημαντικά ποσά για να δημιουργήσουν ευνοϊκή κοινή γνώμη υπέρ της ελεύθερης χρήσεως των λεγόμενων «ελαφρών ναρκωτικών».

Η δημοφιλέστερη ουσία είναι αναμφίβολα η μαριχουάνα, η οποία έχει νομιμοποιηθεί σε ορισμένες χώρες και εν μέρει και στην Ιταλία.212 Η σημαντικότερη δραστική ουσία που περιέχεται στη μαριχουάνα είναι η δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη (THC), μια παραισθησιογόνος ουσία. Η ποσότητα THC —της ίδιας ψυχοδραστικής ουσίας που υπάρχει και στο χασίς— καθορίζει την ισχύ και τα αποτελέσματά της.

Δρα στον εγκέφαλο και περνά γρήγορα από τους πνεύμονες στο αίμα. Η ουσία μεταφέρεται στα όργανα διασχίζοντας το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, όπου συνδέεται με συγκεκριμένες νευρικές περιοχές υποδοχέων. Πολλοί από αυτούς βρίσκονται στις εγκεφαλικές περιοχές που επηρεάζουν την ευχαρίστηση, τη μνήμη, τη σκέψη, τη συγκέντρωση, την αντίληψη του χρόνου και τον συντονισμό των κινήσεων.

Λίγα λεπτά μετά την εισπνοή καπνού μαριχουάνας, η καρδιά αρχίζει να χτυπά ταχύτερα, οι βρογχικές οδοί διευρύνονται και τα αιμοφόρα αγγεία των ματιών διαστέλλονται, προκαλώντας το χαρακτηριστικό κοκκίνισμα. Η καρδιακή συχνότητα μπορεί να αυξηθεί κατά είκοσι ή περισσότερους παλμούς ανά λεπτό. Η THC προκαλεί ευφορία δρώντας στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου και διεγείροντας την απελευθέρωση ντοπαμίνης. Όποιος κάνει χρήση μαριχουάνας μπορεί να βιώσει ευχάριστες αισθήσεις, τα χρώματα και οι ήχοι μπορεί να φαίνονται πιο έντονα και ο χρόνος να μοιάζει ότι κυλά πολύ αργά. Η ευφορία υποχωρεί ύστερα από λίγο και το άτομο μπορεί να αισθανθεί κούραση ή κατάθλιψη. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται άγχος, φόβος, καχυποψία ή πανικός.

Από έξι έως δέκα τοις εκατό των θυμάτων θανατηφόρων ατυχημάτων βρίσκονται θετικοί στην THC. Μία μόνο δόση αλλοιώνει την ικανότητα οδήγησης οχήματος. Αν ληφθεί μαζί με αλκοολούχες ουσίες, οι επιδράσεις εντείνονται.

Όποιος κάνει χρήση μαριχουάνας συναντά μεγαλύτερες δυσκολίες να διακόψει το κάπνισμα καπνού, ενώ δεν είναι σπάνιοι οι ερεθισμοί και οι κοκκινίλες στο στόμα και στον λαιμό, συνοδευόμενες από βήχα. Ο τακτικός χρήστης μπορεί να παρουσιάσει αναπνευστικά προβλήματα παρόμοια με εκείνα που πλήττουν τους καπνιστές καπνού, μεγαλύτερη συχνότητα αναπνευστικών παθήσεων και πνευμονικών λοιμώξεων, καθώς και τάση προς απόφραξη των αεραγωγών. Ο καρκίνος των πνευμόνων και των αναπνευστικών οδών μπορεί να ευνοείται από το κάπνισμα μαριχουάνας, η οποία περιέχει κατά 50 έως 70% περισσότερους καρκινογόνους υδρογονάνθρακες σε σχέση με τον καπνό του τσιγάρου.

Ο καρδιακός κίνδυνος για κάποιον που έχει καπνίσει μαριχουάνα είναι τέσσερις φορές υψηλότερος από το φυσιολογικό κατά την πρώτη ώρα μετά τη χρήση. Από την άποψη των διανοητικών επιδόσεων, οι μαθητές και φοιτητές που καπνίζουν έχουν χαμηλότερους βαθμούς και μικρότερες πιθανότητες να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους σε σχέση με τους μη καπνιστές. Η χρήση μαριχουάνας συνδέεται ορισμένες φορές με κατάθλιψη, άγχος και διαταραχές προσωπικότητας.

Οι αρνητικές επιδράσεις των κανναβινοειδών στη μνήμη και στη μάθηση μπορεί να διαρκέσουν ημέρες ή εβδομάδες. Η τακτική χρήση μαριχουάνας ευνοεί προβλήματα σε δραστηριότητες που απαιτούν προσοχή, μνήμη και μάθηση. Όποιος καπνίζει μαριχουάνα μία φορά την ημέρα μπορεί να λειτουργεί σταθερά σε μειωμένο διανοητικό επίπεδο. Ευτυχώς, όποιος σταματήσει μπορεί να ανακτήσει πολλές γνωστικές ικανότητες, αλλά τα παιδιά που γεννιούνται από γυναίκες οι οποίες έκαναν χρήση μαριχουάνας κατά την εγκυμοσύνη παρουσιάζουν αλλοιωμένες αντιδράσεις στα οπτικά ερεθίσματα.

Από όλα αυτά συνάγεται ότι η παρατεταμένη χρήση κάνναβης μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση· τα συμπτώματα της στερητικής κρίσεως μπορούν να καταστήσουν δύσκολη τη διακοπή, εξαιτίας ευερεθιστότητας, δυσκολίας στον ύπνο, άγχους και επιθετικότητας.

Επομένως, αν το κάπνισμα καπνού ασφαλώς βλάπτει και η ευαισθητοποίηση κατά του καπνίσματος πρέπει να ενθαρρύνεται, το κάπνισμα κανναβινοειδών δεν είναι χωρίς συνέπειες. Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά στην κυρίαρχη αφήγηση; Ποιος ωφελείται από αυτήν, αν όχι οι συνήθεις εξουσιαστικοί μηχανισμοί; Έχει νόημα να καπνίζει κανείς «τσιγαριλίκια» και «στριφτά»; Είναι παράβαση των κανόνων, πόζα, ετεροκατευθυνόμενο αγελαίο πνεύμα; Και πάνω απ’ όλα, είναι πράγματι αλήθεια ότι τα «τσιγαριλίκια» δεν έχουν συνέπειες και ότι οι εξαρτήσεις κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται καλά;


§ 3 Εξάρτηση από το σεξ


Σημειώσεις:

204 C. Freud (1924–2009), συγγραφέας και Βρετανός φιλελεύθερος βουλευτής. Η φράση καταγράφηκε από την εφημερίδα The Observer στις 27.12.1964.

205 Francis Scott Fitzgerald (1894–1940), Αμερικανός συγγραφέας της γενιάς των «Roaring Twenties» («ξέφρενων εικοσάχρονων»). The Curious Case of Benjamin Button (1922), The Great Gatsby (1925), Tender Is the Night (1934).

206 Fazion, Consumo di alcol: qual è la situazione italiana? [Κατανάλωση αλκοόλ: ποια είναι η κατάσταση στην Ιταλία;], Fondazione Umberto Veronesi, 6 Αυγούστου 2024.

207 Ό.π.

208 Alcol in Italia: 435mila morti in dieci anni. Ecco l’identikit dei bevitori, delle motivazioni e degli effetti in una ricerca Eurispes-Enpam [Αλκοόλ στην Ιταλία: 435.000 θάνατοι σε δέκα χρόνια. Το προφίλ των καταναλωτών, των κινήτρων και των συνεπειών σε έρευνα Eurispes-Enpam], Quotidiano Sanità, 17 Οκτωβρίου 2018.

209 Fumo e tasse: ecco l’incredibile cifra che lo Stato incassa per ogni pacchetto di sigarette [Κάπνισμα και φόροι: ιδού το απίστευτο ποσό που εισπράττει το κράτος για κάθε πακέτο τσιγάρων], Rete Sud Audio, 9 Αυγούστου 2025.

210 ΠΟΥ, Si consuma meno tabacco nel mondo: fuma il 22,4% degli italiani [Καταναλώνεται λιγότερος καπνός στον κόσμο: καπνίζει το 22,4% των Ιταλών], Euronews, 17 Ιανουαρίου 2024.

211 Tabagismo [Κάπνισμα], Ministero della Salute, χ.χ.

212 Οι πληροφορίες της παραγράφου έχουν ληφθεί από: www.tossicodipendenza.org/disintossicazione-droghe/marijuana.htm.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 15 Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού ROBERTO PECCHIOLI

Συνέχεια από Σάββατο 1η. Αυγούστου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 15
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού

ROBERTO PECCHIOLI


Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI


ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ

«Δεν υπάρχει κανένα καλό που μπορεί να προσφέρει το ναρκωτικό και δεν μπορεί να το προσφέρει η ζωή».

Ανώνυμος Ισπανός

§ 4 Τα ναρκωτικά είναι κομφορμισμός

Τα ναρκωτικά κυκλοφορούν σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον και υπερβαίνουν τα όρια των γενεών. Σκόνες, χάπια και τοξικά μίγματα προκαλούν για λίγο ευφορία. Έπειτα η επίδραση εξαφανίζεται, ο άνθρωπος αισθάνεται άσχημα και πρέπει να επαναλάβει την εμπειρία. Με κάθε τίμημα, χωρίς σεβασμό προς τον εαυτό του, προς τους άλλους, προς την αξιοπρέπεια.

Μερικές φορές σκοτώνουν· σχεδόν πάντοτε αλλάζουν τον άνθρωπο προς το χειρότερο. Δεν έχει σημασία: εμείς ζούμε στο παρόν, θέλουμε να δοκιμάζουμε «συγκινήσεις», να αναπτύσσουμε «ενέργεια», να φθάνουμε στα άκρα, όπως ο Vasco Rossi, ο οποίος ήθελε «μια ριψοκίνδυνη ζωή»¹⁹⁴.

Ποιος νοιάζεται για το αύριο, για τους άλλους, για τις συνέπειες; Άλλωστε, εγώ είμαι καλά, τα έχω όλα υπό έλεγχο, μπορώ να σταματήσω όποτε θέλω. Στη χειρότερη περίπτωση, υπάρχουν χάπια, προϊόντα ή σκευάσματα για να συνέλθω. Μια πίστη αλλόκοτη και απατηλή, μια «ναρκωτική» —η κατάλληλη λέξη…— όψη της θρησκείας της επιστήμης. Θα αρκούσε να διαπιστώσει κανείς τις καταστροφικές επιπτώσεις της ηρωίνης στο σώμα, στην ψυχή, στη νοημοσύνη και στην αυτοεκτίμηση, για να καταρρίψει την παράλογη πεποίθηση ότι είναι δυνατόν να ελέγχει προσωπικά την κατανάλωση τοξικών ουσιών. Αυτές είναι οι ισχυρότερες· πώς όμως να το εξηγήσεις σε εκείνον που έχει πειστεί ότι τα ναρκωτικά τον κάνουν «να αισθάνεται καλά»;

Χωρίς αυτή την παράλογη πεποίθηση, καρπό του εξαπλούμενου κομφορμισμού, δεν θα είχαν τη διάδοση που έχουν. Ιδίως μπροστά σε μια καθημερινή πραγματικότητα η οποία απέχει έτη φωτός από τα λαμπερά πρότυπα που διαδίδει το σύστημα, πρότυπα που, ελλείψει συζητήσεως και εναλλακτικών λύσεων, γίνονται πιστευτά, ποθητά, επιδιωκόμενα και διεκδικούμενα ως δικαιώματα. Αν στο παρελθόν το ναρκωτικό αποτελούσε φυγή από το σύστημα, σήμερα αποτελεί ενέχυρο προσχωρήσεως σε αυτό. Με τον τρόπο τους, οι τοξικοεξαρτημένοι του χθες ήταν επαναστάτες· σήμερα είναι οι καλύτεροι μικροί στρατιώτες της αγοράς, του ανταγωνισμού, του ατομικισμού και του καταναλωτισμού. Μια ακόμη τραγική νίκη της μοναδικής φιλελεύθερης-ελευθεριακής σκέψεως: όλοι έτσι κάνουν.

Ας συνεννοηθούμε: σε κάθε εποχή υπήρχαν ναρκωτικά, παραισθησιογόνες ουσίες και προϊόντα που καταναλώνονταν για να προκαλέσουν νάρκωση, για να λησμονηθούν τα προβλήματα ή για να αποκτήσει κανείς δύναμη. Ας σκεφτούμε τη Λήθη, την πηγή της λησμονιάς στην ελληνική μυθολογία. Ο Σέρλοκ Χολμς, ο μεγαλοφυής ερευνητής του Conan Doyle, συνήθιζε να κάνει ενέσεις μορφίνης όταν δεν είχε εγκλήματα να εξιχνιάσει. Έπειτα, ο φίλος του Watson αναλάμβανε να φροντίσει την ψυχοσωματική κατάθλιψη που ακολουθούσε.

Η τεράστια διαφορά είναι ότι ποτέ η τοξικοεξάρτηση —η οποία επιδεινώθηκε από την πρόοδο της χημείας, που είναι ικανή να συνθέτει διαρκώς νέες ουσίες— δεν αποτέλεσε μαζικό φαινόμενο. Κυρίως, συνοδευόταν από τη λαϊκή αποδοκιμασία και τη νομική κύρωση. Ο δυτικός άνθρωπος δεν θέλει ηθικούς περιορισμούς και μισεί να κρίνεται: ό,τι κάνω με τον εαυτό μου, σκέφτεται, είναι αποκλειστικά δική μου υπόθεση. Ψευδές, λόγω των τεράστιων κοινωνικών, ηθικών, οικονομικών και συμπεριφορικών συνεπειών των εξαρτήσεων.

Στη δεκαετία του 1970, όταν άρχιζαν να εκδηλώνονται τα φαινόμενα που σήμερα έχουν εκραγεί, πάρα πολλοί δυσαρεστημένοι νέοι έλκονταν ακαταμάχητα από τα παραισθησιογόνα. Διαδόθηκε ο όρος «ψυχεδελικό» για να δηλώσει εκείνο που φέρνει στο φως τις κρυφές πτυχές του νου: ορισμένα ναρκωτικά επιτρέπουν σε όσους τα λαμβάνουν να εξερευνούν καταστάσεις συνειδήσεως οι οποίες κανονικά είναι απρόσιτες. Φυγή, αναζήτηση του εαυτού, η οποία αμέσως ματαιώνεται από την εξάρτηση, την εξάντληση και την ανικανότητα να ξαναπιάσει κανείς το νήμα της πραγματικότητας.

Νίκησαν: αφού κατατροπώθηκε κάθε αναστολή, η κοινωνία έγινε τοξική. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το ecstasy. Ανακαλύφθηκε το 1966 και άρχισε την άνοδό του στη δεκαετία του 1980, ως το ναρκωτικό των ανερχόμενων γενεών που είχαν κατηχηθεί στον ηδονισμό. Έκσταση, τι ωραίο όνομα! «Το κατεξοχήν ναρκωτικό της ντισκοτέκ, υπερδιεγερτικό της σεξουαλικότητας, καταλληλότατο για αγχωμένους μάνατζερ που αναζητούν ένα συναρπαστικό και αναζωογονητικό Σαββατοκύριακο»¹⁹⁵.


Σύμφωνα με τον ανακαλύψαντα την ουσία, η οποία είναι μεθαμφεταμίνη, το ecstasy έχει τη δύναμη να επαναφέρει τον άνθρωπο στην πρωταρχική του κατάσταση, στην Εδέμ από την οποία αποσπάστηκε, προκαλώντας ευφορία και αίσθημα ευεξίας. Η χρήση του διαφημίστηκε με θετικούς όρους, με τον ψευδή ισχυρισμό ότι δεν είχε αρνητικές επιπτώσεις και ότι βελτίωνε τις επαγγελματικές επιδόσεις. Ένα ακόμη ψεύδος της εξουσίας, το οποίο «έκαψε» τη γενιά της απογοητεύσεως, της αναδιπλώσεως στην ιδιωτική ζωή ύστερα από τις μεθύσεις των προηγούμενων ετών.

Το ecstasy εκφυλίζει τις απολήξεις και τις διακλαδώσεις του νευρικού συστήματος, τις αναγκάζει να αναγεννώνται με ανώμαλο τρόπο, εμποδίζοντας την επανασύνδεσή τους με ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, και προκαλεί γνωστικές, συναισθηματικές, μαθησιακές και μνημονικές διαταραχές. Τα ναρκωτικά που η εξουσία εισήγαγε, διαφήμισε και κατέστησε εύκολα διαθέσιμα σταθεροποίησαν τον καπιταλισμό, τον πλούτισαν και έγιναν το δραματικό τίμημα της προσαρμογής στο κυρίαρχο σύστημα.

Οι ανθρώπινες απώλειες, οι νεκροί, οι κατεστραμμένες ζωές, οι κοινωνικές βλάβες, η μετατροπή ολόκληρων περιοχών των πόλεων σε εδάφη ανομίας, οι φόβοι της υπόλοιπης κοινωνίας και τα ανθρώπινα δράματα δεν είναι παρά παράπλευρες απώλειες, όπως τα άμαχα θύματα στη γλώσσα των πολεμάρχων.

Σήμερα οι άνθρωποι «φτιάχνονται» από πλήξη, για να αποτελέσουν μέρος μιας ομάδας, για να βελτιώσουν —ή να πιστεύουν ότι βελτιώνουν— τις επαγγελματικές, διανοητικές και σεξουαλικές τους επιδόσεις, για να αντέξουν τον ρυθμό εξαντλητικών επαγγελμάτων. Μια απανθρωποποίηση που προκαλεί κατάπληξη και απέναντι στην οποία δεν γνωρίζουμε πλέον ποιες αρχές ή αξίες να αντιτάξουμε. Ούτε καν η επίκληση της υγείας έχει αποτέλεσμα. Πρέπει να ζούμε το παρόν, σκέφτονται πολλοί, με την πεποίθηση ότι η λήψη αντιδότων ή φαρμάκων θα καταστήσει τη χρήση ναρκωτικών ακίνδυνη. Η ιατρικοποίηση της ζωής ως κοινωνική μεθαδόνη¹⁹⁶.

Εκείνος που βρίσκεται στο έλεος των εξαρτήσεων δεν διαθέτει πλέον τη θέληση, τη δύναμη ή τη φαντασία να αντιταχθεί στο σύστημα, ούτε καν να το κρίνει. Αφήνεται να ζει μέσα στην υπαρξιακή επισφάλεια, στο αξιακό κενό και στην αδιαφορία, ζητώντας από τις «ουσίες» να τον καταστήσουν αποδοτικότερο, ικανότερο να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό, το άγχος και τη ζούγκλα της ζωής. Η αποτρελαμένη πυξίδα είναι μια παράλογη ελευθερία, η κακοποίηση του εαυτού και των άλλων, η υποβάθμιση των ανθρώπων σε αναλώσιμα αντικείμενα.

Κάποιος πλουτίζει και χλευάζει. Εκατομμύρια άνθρωποι εξουδετερώνονται, ενώ ένας ποταμός χρημάτων εισρέει σε ορισμένες τσέπες. Σε ποιες τσέπες; Ποτέ δεν μας έπεισε η άποψη ότι κυρίαρχος της οικονομίας των ναρκωτικών είναι το οργανωμένο έγκλημα. Είναι ασφαλώς πανίσχυρο· στη σημερινή κοινωνία της επιτηρήσεως όμως, όπου κάποιος είναι σε θέση, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, να γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες, αν υπήρχε η βούληση να εξαλειφθεί το φαινόμενο, το πρόβλημα θα είχε επιλυθεί προ πολλού. Δεν συμβαίνει αυτό, επειδή η κατάσταση συμφέρει κάποιους.

Αν μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε τις συναλλαγές των φορολογικών παραδείσων, τις μετακινήσεις χρημάτων μέσα από το «dark web»¹⁹⁷, τη σκοτεινή όψη του διαδικτύου, και αν ήταν σαφής η κυκλοφορία εναλλακτικών μέσων πληρωμής —διαμαντιών, χρυσού και άλλων ορυκτών, κρυπτονομισμάτων¹⁹⁸—, θα γινόταν φανερό ότι οι άρχοντες των ναρκωτικών δεν αποτελούν την κορυφή ενός φαινομένου υπερβολικά μεγάλου για να εξηγηθεί αποκλειστικά με όρους εγκληματικότητας.

Follow the money, ακολούθησε το χρήμα: αυτό είναι το κλειδί για την εξήγηση του ανεξήγητου. Μια διαλυμένη κοινωνία, προσβεβλημένη από μαζικές εξαρτήσεις, αποφεύγει το αποφασιστικό ερώτημα: αν κάποιος εξαρτάται από κάτι, εξαρτάται αναπόφευκτα και από κάποιον, από την αλυσίδα που του το προμηθεύει. Ποιος είναι αυτός; Ποιοι είναι; Τα καρτέλ, οι μαφίες, οι διακινητές; Ας μην αστειευόμαστε, στην εποχή της βιοεξουσίας, της βιοκρατίας και της ψηφιακής επιτηρήσεως.

Κανείς δεν είναι περισσότερο δούλος από εκείνον που έχει ανάγκη το χάπι, τη δόση, τη σκόνη, το δηλητηριασμένο υγρό με το οποίο θα γεμίσει τη σύριγγα. Ο τοξικομανής είναι ένας δούλος που έχει αφέντη. Η τοξική, ναρκωτική και ναρκωμένη κοινωνία είναι το Ελντοράντο των παγκόσμιων κυριάρχων. Είναι δυνατόν να μην έχουν καμία σχέση με τα ναρκωτικά και τις εξαρτήσεις; Είναι άραγε εύλογο οι κύριοι του χρήματος και οι παγκόσμιοι κάτοχοι των δεδομένων —οι Διόσκουροι του ψηφιακού Μεγάλου Αδελφού— να αγνοούν την προέλευση και τον προορισμό τεράστιων χρηματοοικονομικών ροών;

§ 5 Απαγορευτισμός, αντιαπαγορευτισμός, προπαγάνδα

Έχουμε επανειλημμένα θίξει το ζήτημα της περιορισμένης επίσημης ανησυχίας γύρω από τα ναρκωτικά. Επίσημης και θεσμικής, διότι διαφορετική είναι η άποψη που εξακολουθεί —άραγε;— να επικρατεί μεταξύ των ανθρώπων. Με την πάροδο του χρόνου διαδόθηκε ο λεγόμενος αντιαπαγορευτισμός, δηλαδή η τάση νομιμοποίησης της κατανάλωσης τοξικών ουσιών, ιδίως μέσω της διάκρισης ανάμεσα σε σκληρά και μαλακά ναρκωτικά.

Παρά τις πολλές έγκυρες απόψεις που αμφισβητούν το όριο μεταξύ «μαλακού» και «σκληρού», καθώς και παρά το γεγονός ότι συχνά η χρήση «χόρτου» και άλλων κανναβινοειδών αποτελεί βήμα προς σοβαρότερες εξαρτήσεις, ο αντιαπαγορευτισμός κερδίζει έδαφος στις ατομικιστικές δυτικές κοινωνίες, οι οποίες είναι πεπεισμένες ότι ακόμη και η χρήση ναρκωτικών αποτελεί πράξη ελευθερίας που δεν επιδέχεται κρίση.

«Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένας φυλακισμένος που πιστεύει ότι είναι ελεύθερος, επειδή αποφεύγει να αγγίζει τους τοίχους του κελιού του»¹⁹⁹.

Έτσι, η νομιμοποίηση των λεγόμενων «μαλακών» ναρκωτικών έγινε ιδεολογική σημαία, η οποία στηρίζεται από έναν μηχανισμό νεογλώσσας, όπου και οι δύο όροι —«νομιμοποίηση» και «μαλακά»— τίθενται στην υπηρεσία μιας υπερατομικιστικής θεώρησης της ζωής.

Στην Ιταλία, κύριος υπέρμαχός της υπήρξε το Ριζοσπαστικό Κόμμα, μια μικρή αλλά επιθετική ομάδα, η οποία με την πάροδο του χρόνου έλαβε γενναίες χρηματοδοτήσεις από οργανώσεις όπως το πάμπλουτο ίδρυμα του δισεκατομμυριούχου George Soros, το Open Society. Ο ίδιος μεγιστάνας, τον οποίο σήμερα έχει διαδεχθεί ο γιος του Alexander, είναι ο σημαντικότερος προστάτης των αντιαπαγορευτικών οργανώσεων σε ολόκληρο τον κόσμο και κατέχει μεγάλες εκτάσεις γης στην Κολομβία, τη σημαντικότερη περιοχή παραγωγής κοκαΐνης²⁰⁰.

Η γνωστική ασυμφωνία²⁰¹ στην οποία έχουμε προσαρμοστεί συνίσταται στην ιδέα ότι η χρήση ναρκωτικών και η λήψη ορισμένων ουσιών δεν πρέπει να τιμωρούνται, παρά τις προφανείς κοινωνικές και προσωπικές βλάβες, ενώ εξακολουθεί να απαγορεύεται η παραγωγή, η εισαγωγή, η διανομή και η πώληση αυτών των ουσιών.

Είναι προφανής ο ρόλος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, η οποία μεταδίδει —με τεράστιο κέρδος για εκείνους που την ελέγχουν και την επιβάλλουν— πολιτισμικά πρότυπα μέσα στα οποία το σύστημα των ναρκωτικών ευτελίζεται, όταν δεν εξυμνείται ανοιχτά. Επανέρχεται το μάθημα του Edward Bernays:

«Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αγελαίο ον, ακόμη και όταν βρίσκεται ολομόναχος στο δωμάτιό του με τις κουρτίνες κλειστές. Ο νους του διατηρεί τα σχήματα και τα πρότυπα που έχουν εντυπωθεί μέσα του από την επιρροή της ομάδας»²⁰².
Και, συγκεκριμένα, από τους κυρίους της κυρίαρχης αφήγησης, οι οποίοι γνωρίζουν ότι ο συλλογικός νους δεν σκέπτεται με την αυστηρή έννοια του όρου. Στη θέση των σκέψεων έχει παρορμήσεις, συνήθειες και συναισθήματα.

Ο Christopher Lasch έγραψε ότι οι πνευματικές καταστάσεις του φιλελεύθερου-ελευθεριακού ατόμου —της επιτομής της Δύσης στο τελικό της στάδιο— είναι η δυσαρέσκεια και το χρόνιο άγχος. Αυτός ο ανθρώπινος τύπος, προνομιακός στόχος του συστήματος των εξαρτήσεων,«για να παραμένει εντός του κανόνα πρέπει διαρκώς να φαντάζεται τον εαυτό του σαν να βρίσκεται στο περιθώριο· είναι αναγκαίο να πιστεύει ότι ζει μέσα στην παράβαση, στην ακολασία, στην επικούρεια ηδυπάθεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια αξιοθρήνητη μαριονέτα που σπαρταρά σπασμωδικά μέσα στο ανιαρό, τυραννικό και πουριτανικό σύμπαν της υποχρεωτικής κατανάλωσης και των αδιάκοπων αλλαγών»²⁰³.

Σε αυτό διαδραματίζει ρόλο η διάσταση της υποχρεωτικής διασκέδασης, η οποία βιώνεται ως φυγή και λήθη της ομοιομορφίας της ζωής, που πρέπει να υπερνικηθεί μέσω της αντιστάθμισης των εξαρτήσεων. Το να αφήνεται κανείς να τον διασκεδάζουν: μια μικρόψυχη, αγελαία και παθητική ψυχική κατάσταση, το ακριβώς αντίθετο της παιγνιώδους διάστασης.

Γιατί, λοιπόν, να μην αποδεχθούμε πρόθυμα, ακόμη και να μην χειροκροτήσουμε, τη σταδιακή νομιμοποίηση κάθε ουσίας και κάθε συμπεριφοράς; Αυτό απαιτεί με δυνατή φωνή το Ελάχιστο Εγώ του μαζικοποιημένου ατομικισμού, λησμονώντας ακόμη και την ίδια του την υγεία: ψυχική, σωματική και ηθική.

Το κεκλιμένο επίπεδο του αντιαπαγορευτισμού οδηγεί γρήγορα από την ελευθεριακή και «απελευθερωτική» προπαγάνδα στον κομφορμισμό και από εκεί στην κοινωνία των εξαρτήσεων. Καμία προειδοποίηση, στατιστική ή συγκεκριμένο παράδειγμα δεν θεραπεύει τον ασθενή που είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι ασθενής, ενώ αναζητεί τη δόση, τη σκόνη, τη σύριγγα.

Η αμορφωσιά γύρω από τα ναρκωτικά νικά με τη συγκατάθεση των θυμάτων και με την εγκατάλειψη του καλού αγώνα από τους αντιπάλους της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΒΑΚΧΟΣ, ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Μόνο τρία πράγματα μου είναι ευχάριστα,
κι όμως δεν μπορώ να τα απολαμβάνω όσο θα ήθελα:
η γυναίκα, η ταβέρνα και το ζάρι·
αυτά κάνουν την καρδιά μου να αισθάνεται χαρά.

Cecco Angiolieri


Σημειώσεις:


195 E. Perucchietti – G. Marletta, La fabbrica della manipolazione, Arianna Editrice, 2014, σ. 63

196 Η μεθαδόνη είναι ένα συνθετικό οπιοειδές, το οποίο χρησιμοποιείται ως αναλγητικό στην παρηγορητική φροντίδα και για τη μείωση της εξάρτησης κατά τη θεραπεία του εθισμού σε ναρκωτικές ουσίες

197 Το dark web («σκοτεινό διαδίκτυο») είναι ένα σκόπιμα αποκρυμμένο τμήμα του διαδικτύου, προσβάσιμο μόνο μέσω κρυπτογραφημένων συνδέσεων, το οποίο δεν εμφανίζεται στις συνήθεις μηχανές αναζήτησης

198 Το κρυπτονόμισμα είναι ένα ψηφιακό νόμισμα που δεν εκδίδεται από το κράτος ή από κάποια κεντρική τράπεζα. Η αξία του βασίζεται σε ένα σύστημα εμπιστοσύνης, χάρη στην τεχνολογία blockchain («αλυσίδα συστοιχιών»), ένα ψηφιακό μητρώο που αποθηκεύει τις συναλλαγές με τρόπο που δεν επιδέχεται τροποποίηση

199 Nicolás Gómez Dávila, Tra poche parole, εκδ. Adelphi, 2007, σ. 81

200 Για τις χρηματοδοτήσεις του Soros προς το Ιταλικό Ριζοσπαστικό Κόμμα και προς τις αντιαπαγορευτικές οργανώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, πρβλ. Roberto Pecchioli, George Soros e l’Open Society, Arianna Editrice, 2022

201 Η γνωστική ασυμφωνία είναι θεωρία της κοινωνικής ψυχολογίας· περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία πεποιθήσεις, αντιλήψεις και απόψεις που εκφράζονται ταυτόχρονα για το ίδιο θέμα βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους

202 E. Bernays, Propaganda, Shake Edizioni, 2026, σ. 55

203 C. Lasch, Contro la cultura di massa, Eleuthera, 2022, σ. 92–93

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 14 Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού ROBERTO PECCHIOLI

Συνέχεια από Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 14
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού

ROBERTO PECCHIOLI


Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI


ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ

«Δεν υπάρχει κανένα καλό που μπορεί να προσφέρει το ναρκωτικό και δεν μπορεί να το προσφέρει η ζωή».

Ανώνυμος Ισπανός

§ 3 Τα ναρκωτικά και οι δαίμονες του μηδενισμού

Το υπαρξιακό κενό απαιτεί την αντιστάθμιση των εξαρτήσεων: είναι ο ώριμος καρπός του σύγχρονου μηδενισμού, της πεποίθησης ότι τίποτε δεν έχει νόημα, ότι το καλό και το κακό είναι ισοδύναμα και ότι η ζωή αποτελεί μια παράλογη κούρσα. Τα προμηνύματα είχαν ήδη διαισθανθεί οι μεγάλοι καλλιτέχνες από τον 19ο αιώνα. Καθρέφτης τους είναι το μυθιστόρημα Οι δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι¹⁸⁴, του οποίου οι πρωταγωνιστές είναι νεαροί Ρώσοι, εχθροί των πάντων, ανίκανοι να πιστέψουν σε οτιδήποτε. Ποιο είναι το σχέδιό τους;

«Εμείς θα θανατώσουμε την επιθυμία: θα διαδώσουμε τη μέθη, τα κουτσομπολιά, τις καταγγελίες· θα σκορπίσουμε μια πρωτοφανή διαφθορά, θα σβήσουμε κάθε ιδιοφυΐα από τα σπάργανά της. Όλα στον ίδιο παρονομαστή, η τέλεια ισότητα»¹⁸⁵.

Έτσι εκφράζεται ο χαρακτήρας του Βερχοβένσκι, «άνθρωπος εξαιρετικά ευφυής και πολύ προικισμένος, άνθρωπος, θα λέγαμε, ακόμη και επιστήμονας»¹⁸⁶. Μια ισχυρή πνοή μηδενισμού μέσα σε έναν άνθρωπο που γίνεται τρομοκράτης, ενώ ένας από τους συντρόφους του, ο Κιρίλοφ, καταλήγει στην αυτοκτονία.

Η υπαρξιακή πορεία του μηδενισμού εγκαθιδρύει το βασίλειο του άσχημου, του παραμορφωμένου, του ασυνήθιστου, μέσα σε μια στρατηγική που αποβλέπει στην παραίτηση και συγχρόνως στην ευφορική αποδοχή της πραγματικότητας. Οι τακτικές είναι πολλαπλές και διαφοροποιημένες: από τη μία πλευρά αποσκοπούν στη συσκότιση και την αλλοίωση των πραγματικών δεδομένων της ασχήμιας, παρουσιάζοντάς τα ως ασήμαντες καταστάσεις προσωρινής αμέλειας· από την άλλη, εξυμνούν μια εικονική πραγματικότητα που εξορκίζει το Κακό, το αρνείται και το ευτελίζει.

Ο Γάλλος συγγραφέας Philippe Muray¹⁸⁷ μιλούσε για «Κοινωνία της Σαβούρας», στην οποία η ζωή περιορίζεται στην επίφαση, η αλήθεια συγκαλύπτεται μέσα σε μια οπτική ψευδαίσθηση και κάθε απόλαυση εντάσσεται σε ένα είδος ασθένειας των αισθήσεων, όπου η κοσμιότητα στιγματίζεται ως κατάλοιπο του παρελθόντος και η ευπρέπεια ως αντιδραστικό στολίδι.

Ο Βερχοβένσκι συνοψίζει ως εξής τη νέα ιδεώδη τάξη του:

«Όλοι είναι δούλοι και μέσα στη δουλεία είναι ίσοι. Πρώτα απ’ όλα, υποβαθμίζεται το επίπεδο της εκπαίδευσης, των επιστημών και των πνευματικών ικανοτήτων. Δεν χρειάζονται άνθρωποι με ανώτερα χαρίσματα! Μέσα σε ένα κοπάδι πρέπει να υπάρχει ισότητα.

»Η δίψα για μόρφωση είναι ήδη μια αριστοκρατική δίψα. Μόλις εμφανιστεί η οικογένεια ή η αγάπη, ιδού αμέσως και η επιθυμία για ιδιοκτησία. Εμείς θα διεισδύσουμε στον ίδιο τον λαό. Δικοί μας δεν είναι μόνο εκείνοι που σφάζουν και καίνε. Ο δάσκαλος που χλευάζει ενώπιον των παιδιών τον Θεό τους και το λίκνο τους είναι ήδη δικός μας. Ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τον μορφωμένο δολοφόνο, λέγοντας ότι είναι περισσότερο εξελιγμένος από τα θύματά του και ότι, για να αποκτήσει χρήματα, δεν μπορούσε παρά να σκοτώσει, είναι ήδη δικός μας. Οι φοιτητές που σκοτώνουν έναν χωρικό για να δοκιμάσουν μια συγκίνηση είναι ήδη δικοί μας. Οι ένορκοι που αθωώνουν όλους τους εγκληματίες είναι ήδη δικοί μας. Ο εισαγγελέας που τρέμει μέσα στο δικαστήριο μήπως δεν είναι αρκετά φιλελεύθερος είναι δικός μας, δικός μας»¹⁸⁸.

Μια κούρσα προς τα κάτω, την οποία το σημερινό τεχνοκρατικό σύστημα —ένας ακόμη δαίμονας— εκφράζει ως σιδηρό έλεγχο των ζωών και των σωμάτων, παρακινώντας μας να εισέλθουμε στο αδιέξοδο των εξαρτήσεων.

Πριν από λίγο καιρό, ο δήμαρχος της πόλης Cecina πιάστηκε να αγοράζει κοκαΐνη¹⁸⁹. Κανένα αδίκημα: προσωπική χρήση. Δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να παραιτηθεί· πιθανότατα πρέπει να «ανεβάζει» τον εαυτό του με τη σκόνη, ώστε να υπηρετεί καλύτερα τους συμπολίτες του. Ένας πολιτικός που διετέλεσε επανειλημμένα μέλος της κυβέρνησης, ο Gianfranco Miccichè, παραδέχθηκε ότι κάνει χρήση κοκαΐνης¹⁹⁰.

Μεταξύ των προσώπων του θεάματος, της μόδας και της νυχτερινής ζωής των μεγάλων πόλεων, η χρήση της λευκής σκόνης φαίνεται γενικευμένη. Η Ιταλία είναι απλώς μια μακρινή περιφέρεια της αυτοκρατορίας: κοκαΐνη βρέθηκε ακόμη και στον Λευκό Οίκο. Πολυάριθμες ομολογίες επιφανών προσώπων υποδηλώνουν ότι η Silicon Valley, έδρα των γιγάντων της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, αποτελεί ιερό τόπο της εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες¹⁹¹.

Στην Ιταλία, η υπόθεση των κατηγοριών για σεξουαλική βία που διατυπώθηκαν εναντίον του γιου του Ignazio La Russa, όπως και εκείνων εναντίον ενός γόνου του Beppe Grillo¹⁹², αφορά πάρτι με χάπια και σκόνες. Θαύματα της άρχουσας τάξης.

Υπάρχει μάλιστα και το «ναρκωτικό του βιασμού»¹⁹³, και είναι πασίγνωστο ότι πολλοί χώροι νεανικής συνάθροισης —ντισκοτέκ, νυχτερινά κέντρα, παμπ— αποτελούν προνομιακά πεδία διακίνησης και κατανάλωσης ναρκωτικών ουσιών. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στους χώρους συνάντησης των αρχουσών τάξεων. Χάπια, χημικά ναρκωτικά και κοκαΐνη αποτελούν τον κοινό παρονομαστή πάρα πολλών ανθρώπων.

Τα ναρκωτικά είναι σύμβολο της σύγχρονης εποχής. Σε σύγκριση με τις προηγούμενες δεκαετίες, η συζήτηση γύρω από την τοξικοεξάρτηση έχει μαραζώσει· διαπιστώνεται απλώς η κατάσταση και σηκώνουμε τους ώμους, σαν να ήταν μια ακόμη γενιά μαστουρωμένων κάτι φυσιολογικό, αναπόφευκτο, ένα τίμημα που πρέπει να καταβληθεί στην πρόοδο, σε μια νοσηρή αντίληψη της ελευθερίας, στον τοξικό ατομικισμό. Η διαπαιδαγώγηση, η αποτροπή και η παρουσίαση των συνεπειών των ναρκωτικών θεωρούνται καταπίεση, επίθεση εναντίον της ιεροποιημένης ατομικής ελευθερίας.

Πρόσκληση προς την κατανάλωση αποτελεί επίσης η νομιμοποίηση της προσωπικής χρήσης. Η παραγωγή και η πώληση τοξικών ουσιών συνιστούν αδίκημα· η αγορά τους όχι. Αν το προϊόν προκαλεί βλάβη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εμπορία, η παραγωγή και η διακίνησή του να χαρακτηρίζονται εγκλήματα, γιατί αποκλείεται από τις κυρώσεις εκείνος που το αγοράζει; Μυστήρια του καλύτερου από όλους τους δυνατούς κόσμους — του δικού μας.

Σε σύγκριση με την προηγούμενη γενιά, τα ναρκωτικά δεν αποτελούν πλέον το τραγικό καταφύγιο της κοινωνικής δυσφορίας, των ηττημένων και των περιθωριοποιημένων. Σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις είναι σχεδόν σύμβολο κοινωνικού κύρους: ποιος δεν «τραβά μια γραμμή» κοκαΐνης στην υψηλή αστική τάξη, στον χώρο της μόδας, των χρηματοοικονομικών ή στους καλλιτεχνικούς κύκλους των μεγαλουπόλεων;

Ακόμη χειρότερα, στις νεότερες γενιές έχει μετατραπεί σε κανονικότητα —σε μια ψευδή παράβαση μέσα σε μια εποχή κατά την οποία έχουν καταρρεύσει όλα τα σημεία αναφοράς. Χάπια, χημικές ουσίες, διάφορα μίγματα και αλκοόλ σημαδεύουν τις νεανικές βραδιές, και όχι μόνο αυτές. Καμία προειδοποίηση δεν είναι αποτελεσματική, κανένας φόβος για τις συνέπειες· τα υπόλοιπα τα επιτελούν η μίμηση, το ομαδικό πνεύμα και η επιθυμία δοκιμής νέων συγκινήσεων.

Κυρίως, επικρατεί η πεποίθηση ότι το ναρκωτικό —το οποίο πολύ συχνά δεν γίνεται πλέον αντιληπτό ως τέτοιο, αλλά θεωρείται ένα «ανεβαστικό», ένα βοηθητικό μέσο— θα αυξήσει τις αντιλήψεις, τις επιδόσεις, ακόμη και τη διασκέδαση, που έχει αναχθεί σε ύψιστο σκοπό. Θα γίνουμε πιο αποδοτικοί, ικανότεροι να ζούμε και να απολαμβάνουμε έντονες συγκινήσεις, να δαγκώνουμε τη ζωή εδώ και τώρα. Αυτό ισχύει για τις σχολικές επιδόσεις και τις επαγγελματικές προσδοκίες, για το σεξ, για τη βραδιά ανάμεσα σε εκκωφαντικές μουσικές και εκτυφλωτικά φώτα, μέσα στην αναζήτηση της υπέρβασης του εαυτού, της υπέρβασης μιας απαξιωμένης κανονικότητας, η οποία θεωρείται κοινότοπη και χωρίς νόημα.

Αφού έχουν καταρρεύσει κάθε αγκύρωση και κάθε συμπεριφορικός ή ηθικός φραγμός, η ζωή μεταμορφώνεται σε μια κούρσα χωρίς προορισμό, σε ένα παρόν χωρίς χθες και αύριο, το οποίο μπορεί να γεμίσει, να εξυψωθεί ή απλώς να γίνει υποφερτό μόνο μέσα από την αναζήτηση τεχνητών παραδείσων.

Υπάρξεις χωρίς σκοπό· και όταν υπάρχει κάποιος σκοπός, αυτός είναι ο ανταγωνισμός και η εξύψωση του Εγώ. Δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην επιθυμία εξόδου από τον εαυτό, στην έσχατη και θλιβερή μορφή υπέρβασης, με την ελπίδα να βιωθεί η ολοκληρωτική, η ύψιστη συγκίνηση που υπόσχονται η διαφήμιση, το τσίρκο της κατανάλωσης και η χίμαιρα μιας επιτυχίας η οποία μετριέται με χρήματα, επώνυμα ρούχα, εξωτικές διακοπές, εντυπωσιακές σεξουαλικές σχέσεις, ομορφιά, μόδες και θαυμαστές εμπειρίες. Άγχος επίδοσης.

§ 4 Τα ναρκωτικά είναι κομφορμισμός

Τα ναρκωτικά κυκλοφορούν σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον και υπερβαίνουν τα όρια των γενεών. Σκόνες, χάπια και τοξικά μίγματα προκαλούν για λίγο ευφορία. Έπειτα η επίδραση εξαφανίζεται, ο άνθρωπος αισθάνεται άσχημα και πρέπει να επαναλάβει την εμπειρία. Με κάθε τίμημα, χωρίς σεβασμό προς τον εαυτό του, προς τους άλλους, προς την αξιοπρέπεια.

Μερικές φορές σκοτώνουν· σχεδόν πάντοτε αλλάζουν τον άνθρωπο προς το χειρότερο. Δεν έχει σημασία: εμείς ζούμε στο παρόν, θέλουμε να δοκιμάζουμε «συγκινήσεις», να αναπτύσσουμε «ενέργεια», να φθάνουμε στα άκρα, όπως ο Vasco Rossi, ο οποίος ήθελε «μια ριψοκίνδυνη ζωή»¹⁹⁴.

Σημειώσεις: