Ο Καρδινάλιος Κουρτ Κοχ στο Βατικανό, Οκτώβριος 2024
Ο Καρδινάλιος Κουρτ Κοχ ισχυρίστηκε λανθασμένα ότι το δόγμα « έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία » ισχύει μόνο για τους Καθολικούς που ήδη πιστεύουν ότι η Καθολική Εκκλησία «δείχνει τον δρόμο» προς τη σωτηρία.
Σε μια συνέντευξη με τον Κοχ, την επόμενη μέρα από τις επισκοπικές χειροτονίες της Αδελφότητας του Αγίου Πίου Ι΄, ο Γερμανός θεολόγος Γιαν-Χάινερ Τουκ ρώτησε τον καρδινάλιο γιατί το δόγμα « extra Ecclesiam nulla salus » (έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία) έχει γίνει «δύσκολο» στις σύγχρονες συνθήκες.
Ο καρδινάλιος απάντησε:
«Πιστεύω ότι είναι δύσκολο ακόμη και από θεολογικής άποψης, επειδή αυτός ο τύπος: extra Ecclesia nulla salus ισχύει φυσικά για τους Καθολικούς που είναι πεπεισμένοι ότι η Καθολική Εκκλησία δείχνει τον δρόμο προς την αιώνια σωτηρία».
«Αλλά έχουμε ήδη την θεμελιώδη πεποίθηση, βασισμένη στην Αγία Γραφή και την Παράδοση, ότι ο Θεός επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων (βλ. Α΄ Τιμόθεον 2:4) και ότι βρίσκει επίσης τρόπους να δώσει τη δυνατότητα σε όσους δεν γνώρισαν ποτέ το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού να σωθούν».
Η δήλωση του Koch ουσιαστικά καθιστά το δόγμα άνευ νοήματος και έρχεται σε αντίθεση με τη σαφή διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στην επιστολή του Ιερού Γραφείου, Suprema Haec Sacra , του 1949.
Ο Καρδινάλιος Francesco Marchetti-Selvaggiani γράφει , σε σαφή αντίθεση με την ιδέα του Koch ότι υπάρχουν «άλλοι τρόποι» σωτηρίας:
«Ο Σωτήρας μας όχι μόνο όρισε ότι όλοι οι λαοί πρέπει να εισέλθουν στην Εκκλησία, αλλά όρισε επίσης ότι η Εκκλησία είναι το μέσο σωτηρίας χωρίς το οποίο κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στην αιώνια Βασιλεία της Δόξας».
Η Καθολική Εκκλησία παρατηρεί ότι είναι δυνατό για όσους παραμένουν εκτός Εκκλησίας «χωρίς σοβαρό σφάλμα» και που κατά κάποιο τρόπο δεν γνωρίζουν ότι η Εκκλησία είναι η αληθινή Εκκλησία, να σωθούν «χρησιμοποιώντας τις χάρες που τους χορηγεί ο Θεός». Ωστόσο, η σωτηρία σε αυτές τις περιπτώσεις «ακαταμάχητης άγνοιας» δεν βρίσκεται σε άλλες εκκλησίες, αλλά στην Καθολική Εκκλησία ως κανάλι χάριτος, όπως δίδαξε ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης ( Summa Theologica III, ερώτηση 8, a 3, απάντηση 1).
Η επιστολή του Ιερού Γραφείου του 1949 το αναγνωρίζει αυτό, εξηγώντας ότι «για να αποκτήσει ένα άτομο σωτηρία, δεν απαιτείται πάντα να ενσωματωθεί de facto στην Εκκλησία ως μέλος, αλλά πρέπει να ενωθεί με την Εκκλησία μέσω επιθυμίας ή ελπίδας».
Και ο Καρδινάλιος Marchetti-Selvaggini γράφει: «Ωστόσο, δεν είναι πάντα απαραίτητο η ελπίδα να είναι ρητή, όπως στην περίπτωση των κατηχουμένων. Όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση ακατανίκητης άγνοιας, ο Θεός δέχεται μια έμμεση επιθυμία, που ονομάζεται έτσι επειδή είναι εγγενής στην καλή διάθεση της ψυχής, μέσω της οποίας επιθυμεί να συμμορφώσει τη θέλησή της με τη θέληση του Θεού.
Η Εταιρεία του Αγίου Πίου Ι΄ συμμορφώνεται με αυτήν την ερμηνεία του extra Ecclesia nulla salus , ακυρώνοντας τη δήλωση του Koch ότι η Εταιρεία «ουσιαστικά στέλνει στην Κόλαση όποιον δεν ανήκει στην Καθολική Εκκλησία».
Ο Koch, Έφορος της Δικαστηρίου για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας, είναι γνωστός για την αντίθεσή του στα θεμελιώδη δόγματα της Εκκλησίας και την υποστήριξή του στη νέα «συνοδική Εκκλησία». Η Δικαστήριό του έχει εκδώσει έγγραφα που περιέχουν αιρέσεις, τόσο σχετικά με τη φύση της Εκκλησίας όσο και σχετικά με τον ευαγγελισμό των Εβραίων.
Ο Κοχ υποστηρίζει την αιρετική θέση ότι δεν υπάρχει ανάγκη για ιεραποστολή για τη σωτηρία του εβραϊκού λαού, αφού σώζεται δυνάμει της Παλαιάς Διαθήκης.
Του Διονύση Σκλήρη Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου για τον Χρήστο Γιανναρά στη Θεσσαλονίκη, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα μέρος από το κείμενό μου, που αφορά στις συζητήσεις μεταξύ Γιανναρά και μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου (Ζηζιούλα) στο σπίτι των Παπαγεωργίου, όπου συζητούσαν για τις ομοιότητες και διαφορές της θεολογίας τους:
"Δεν μπορώ βεβαίως να ξεχάσω ορισμένες συναντήσεις με τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), που ήταν ο έτερος πνευματικός μας πατέρας. Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες είχαν λάβει χώρα ύστερα από πρόσκληση του ιατρού Γεώργιου Παπαγεωργίου, που είναι ένα είδος πνευματικού μου «θείου», και της συζύγου του Σοφίας. Είχαμε τότε μια προσδοκία, -μήπως ψευδαίσθηση;- ότι αν οι δύο μεγάλοι θεολόγοι είχαν την ευκαιρία μετά από κάποιο τραπέζι να συζητήσουν, επί όσες ώρες χρειαστεί, τη σκέψη τους, λ.χ. τις ομοιότητες και τις διαφορές, θα μπορούσε να βγει κάτι, ίσως μια μεγαλύτερη αυτογνωσία ή ακόμη και μετατοπίσεις.
Το χαρακτηριστικό σε αυτές τις συναντήσεις, όπου είχα την ευλογία να παρίσταμαι, ήταν ότι ήταν κυρίως ο κύριος Χρήστος αυτός που προσπαθούσε να αναδείξει τις ομοιότητές τους, ίσως για να καταδειχθεί ότι ανήκουν σε ένα είδος πνευματικής «γενιάς», που κομίζει μια ιδιάζουσα προσφορά, ενώ ο μητροπολίτης Περγάμου επέμενε στις διαφορές τους. Ήταν συναντήσεις πνευματικών γιγάντων, καθώς ο μητροπολίτης Περγάμου διέθετε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο επίσης ένα συνολικό κάλλος, περίσκεπτη σπουδαιότητα στη φωνή και στον επιτονισμό, έμφαση στον προσωπικό χαρακτήρα των χειρογράφων, διαλεκτική ανάμεσα στην ομιλία και τη σιωπή, χωρίς να προσφέρει εύκολες έτοιμες λύσεις και, κυρίως, ακονισμένες ψυχικές αντένες για να αφουγκράζεται και να επιζητεί την αγάπη.
Ορισμένοι διάλογοι ήταν σπαρταριστοί. Θυμάμαι λ.χ. μία διαφωνία περί αποφατισμού. Το ευρύτερο πλαίσιο, που για χάρη συντομίας θα το μεταφέρω εδώ σχηματικά, ήταν ότι ο μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ότι η αγάπη συνιστά μια γνώση του προσώπου η οποία είναι τρόπον τινά συνολική, εφόσον η αγάπη είναι γνήσια. Υπό αυτήν την οπτική, η επιμονή στον αποφατισμό, -ο οποίος κατά τον Ζηζιούλα αφορά στη φύση, όχι στο πρόσωπο-, είναι κατά μια έννοια αποπροσανατολιστική, καθώς υποβαθμίζει την αγάπη ως δυνατότητα μιας εναλλακτικής πλην πλήρως θετικής γνωσιολογίας. Ο κύριος Χρήστος θεωρούσε, αντιθέτως, την υπόσταση ως έναν πυρήνα που εκδηλώνεται με τις ενέργειες. Μετέχουμε στις ενέργειες του αγαπώμενου, αλλά δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε την υπόστασή του κατά έναν γνωσιολογικό ιμπεριαλισμό ή ολοκληρωτισμό.
Σε μια στιγμή, ο κύριος Χρήστος ανέφερε τον παραδοξολογικό όρο του αγίου Μαξίμου Ομολογητού «αεικίνητος στάσις», υπονοώντας τη γνωσιολογική του δυναμική: Ότι λόγω της αδυναμίας να εγκλείσουμε την προσωπική ετερότητα του Θεού ή και ενός ανθρωπίνου προσώπου στη γνώση μας, παραμένει πάντα μια αποφατική «αεικινησία» στη συνάντησή μας μαζί Τ(τ)ου. «Είναι αυτό που λέει ο άγιος Μάξιμος αεικίνητος στάσις», είπε ο κύριος Χρήστος, τονίζοντας εμφατικά το «αεικίνητος». «Ακριβώς», απάντησε ο μητροπολίτης Περγάμου, «είναι αυτό που λέει ο άγιος Μάξιμος αεικίνητος στάσις», υπογραμμίζοντας έντονα τον δεύτερο όρο του παραδόξου, τη λέξη «στάσις». Εννοούσε στα συμφραζόμενα ότι, όταν αγαπάμε πραγματικά, δεν είμαστε απλώς αεικίνητοι, αλλά και «στεκόμαστε» σε μια προσωπική γνώση του αγαπώμενου, που είναι άλλη από την αντικειμενική επίγνωση των φυσικών ιδιοτήτων του. Η αγάπη μάς δίνει προσωπική ταυτότητα, είναι περιχώρηση του αγαπώμενου, δεν είναι μια αέναη αναβολή του νοήματος.
Πολλοί θα θεωρούσαν εξεζητημένες τις λεπτουργημένες αυτές διαφορές ή ότι «έλεγαν το ίδιο με άλλα λόγια». Αποτελούσαν πάντως έναν παλμό ζωής και σκέψης δύο μεγάλων συνολικών προσωπικοτήτων που παθιάζονταν γνήσια με την οντολογία και όχι με τα επουσιώδη παρακολουθήματα της θεολογίας. Η συγκεκριμένη συζήτηση αφορούσε στη θεολογική σημασία του όρου «ενέργεια», όπου διέφεραν.
Οξείες ήταν οι διαφωνίες τους και σε άλλες δύο θεματικές: Στη θεολογική σημασία του «έρωτος» και στην εσχατολογία. Ο μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ως οντολογικώς προβληματικό το στοιχείο της «έλξεως» που έχει ο έρωτας, είτε στη βιολογική, είτε ακόμη και στη μεταφυσική του σημασία. Τον αντιδιέστειλε από την ελευθερία της αγάπης, που δεν περνάει μέσα από την έλξη για φυσικές ιδιότητες, αν και δεν υποτιμούσε καθόλου την εκστατική δυναμική του έρωτος ως επιτεταμένης αγάπης. Απλώς θα θεωρούσε ως καθαυτό οντολογικό έναν έρωτα που δεν θα περνούσε από την αναγκαιότητα της έλξεως.
Ο κύριος Χρήστος τόνιζε, αντιθέτως, την αυθυπερβατική και μεταμορφωτική δυναμική του έρωτα, το πώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια καθ’ οδόν μεταστοιχείωση από το σαρκικό στο εκστατικά ανιδιοτελές. Έβλεπε τον έρωτα ως μια πολύτιμη ευκαιρία εξαγωγής από την εγωκεντρική θωράκιση. Σε μια κορύφωση της συζήτησης, ο κύριος Χρήστος είχε επικαλεστεί την έκφραση του Ηρακλείτου «τρόπος της του παντός διοικήσεως», αναφερόμενος με αρχαιοελληνικό τρόπο στον έρωτα ως πανσθενουργό μεταφυσική δύναμη κοσμικής συνοχής, χωρίς πάντως να εντυπωσιάσει τον μητροπολίτη, που ήταν, εν προκειμένω, περισσότερο βιβλικός.
Ως προς την εσχατολογία, ο Μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ότι η σκέψη του κυρίου Χρήστου ήταν υπερβολικά αρχαιοελληνική, οριακά πλατωνική, ότι δεν απέδιδε δικαιοσύνη στον ιστορικό χαρακτήρα της τελικής κρίσης ή στην ανάδρομη εισβολή των εσχάτων με τρόπο αναπάντεχο μέσα στην Ιστορία, επιμένοντας απλώς σε μία αλλαγή τρόπου από τον τρόπο του κτιστού στον τρόπο του ακτίστου που μπορεί να είναι ένα δράμα απλώς προσωπικό και όχι ιστορικό-εσχατολογικό. Ο κύριος Χρήστος, από την άλλη, θεωρούσε την εσχατολογία ως έναν θεολογικό θετικισμό, οριακά ως σχολαστικισμό, με τον οποίο οι θεολόγοι προσπαθούμε να αδράξουμε κατακτητικά και την άλλη ζωή, σαν να μη μας έφτανε ο αγώνας διανοητικής αρπαγής αυτής εδώ.
Το πιο συναρπαστικό διακύβευμα ήταν εν προκειμένω το αν θα ανασταίνονται τα ζώα. Ο μητροπολίτης, που ήταν πολύ δεμένος με τη γάτα του τη Γκρέτα, είχε σε μια αποστροφή του λόγου του δηλώσει «ο παράδεισος δεν θα έχει νόημα για εμένα, αν δεν αναστηθεί και η Γκρέτα». Αργότερα, σε κατ’ ιδίαν συνάντηση, ο Γιανναράς είχε πει χαρακτηριστικά: «Ο Ζηζιούλας φτιάχνει ένα ολόκληρο εσχατολογικό σύστημα, επειδή θέλει να είναι στα έσχατα με τη γάτα του!». Πολύ πιο μετά, είχα τη χαρά να διαπιστώσω ότι το θέμα αυτό, αν δηλαδή στον παράδεισο θα είμαστε με την αγαπημένη μας γάτα, ήταν το βασικό θέμα σε ένα από τα ιδιαιτέρως καλλιτεχνημένα διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά, του γιου του κυρίου Χρήστου.
Οι συναντήσεις αυτές δεν κράτησαν για πάντα. Όταν τα βασικότερα θέματα είχαν εξαντληθεί, δεν διαπιστώθηκε κάποια μετατόπιση στη σκέψη των δύο μεγάλων στοχαστών. Αν υπήρξε κάποιο καλό, αυτό ήταν ίσως η εμβάθυνση του καθενός στη δική του προσέγγιση και οπωσδήποτε ο βαθιά υπαρξιακός χαρακτήρας των συζητήσεων. Στον κύριο Χρήστο είχε αφήσει, νομίζω, μια ελαφρώς πικρή επίγευση το γεγονός ότι ήταν ο συνομιλητής του, ο μητροπολίτης Περγάμου, αυτός που περισσότερο έσπευδε να διαφοροποιηθεί, ενώ ο ίδιος θα ήθελε να θεωρούνται ως συνοδοιπόροι της ίδιας γενιάς παρά τις διαφορές τους.
Οι τελευταίες ενίοτε μεγεθύνονταν υπό το στρεβλό φως επικαιρικών ιδεολογικών διαμαχών στον δημόσιο χώρο, όπως λ.χ. αντιδυτικισμός ή ανοικτότητα στη Δύση, συντηρητισμός ή προοδευτισμός σε έμφυλα ζητήματα, κοινοτισμός ή φιλελευθερισμός κ.ο.κ., και σε αυτές τις περιπτώσεις οιονεί ευτελίζονταν. Υπήρχαν, όμως, και οι διαφορές στα καθαυτό οντολογικά ερωτήματα, οι οποίες ήταν υπαρξιακά συναρπαστικές.
Στα δείπνα αυτά του πνευματικού μου «θείου», συνήθως τρώγαμε από τις οκτώ μέχρι τις εννιάμιση, συζητώντας την επικαιρότητα με στοχαστική διάθεση. Μετά άρχιζε ο καθαυτό φιλοσοφικός διάλογος. Περίπου στα μεσάνυχτα ο κύριος Χρήστος ζητούσε να αποχωρήσει. Είχε όρια στη ζωή του, ήταν ένας μεροκαματιάρης της γραφής, που έπρεπε να ξυπνήσει και την επόμενη μέρα νωρίς, για να συνεχίσει να συνθέτει το ογκώδες του corpus.
Ο μητροπολίτης Περγάμου, περισσότερο νυκτόβιος, επιθυμούσε την παράταση της συζήτησης μέχρι τις δύο το πρωί, αν «ξεχνιόμασταν» μπορεί και μέχρι τις τέσσερις. Αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως Σωκράτη σε πλατωνικούς διαλόγους, είτε με την καλή σημασία, ότι μαιευτικά γεννούσε εντελώς νέες ιδέες μέσα από τη συζήτηση, είτε και με την πιο αμφιλεγόμενη ότι χρησιμοποιούσε τον διάλογο για να δοκιμάσει ιδέες και, εντέλει, να θριαμβεύσει είτε επί των παρόντων συζητητών, είτε ακόμη και επί δυνητικών αντιπάλων των ιδεών του στο μέλλον. Με σωκρατικό τρόπο έδινε προτεραιότητα στον προφορικό διάλογο ως προς την ανάδυση της αλήθειας, ενώ στη γραφή απέδιδε τον χαρακτήρα καταγραφής, εκτός βεβαίως αν είχε προέλθει από εσωτερικό διάλογο μέσα του. Αναρωτιέμαι αν οι δύο αυτοί άσπονδοι φίλοι, ένα είδος Σαρτρ και Καμύ του καθ’ ημάς υπαρξισμού, -οπωσδήποτε επί το πολύ αγαπητικότερον-, θα διαλέγονται και στην άλλη ζωή, με ποιους ρυθμούς θα διεξάγονται οι συζητήσεις. Θα πρυτανεύει η αεικινησία της συνεχούς αναζήτησης του υπερβατικού Θεού ή η στάση της ευρέσεως του Προσώπου Του; "
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ Α-ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΣΚΛΗΡΗΣ
Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση, ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα.
Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους!
Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.
Πράγματι δεν υπάρχουν αυθεντίες, όπως πειστικά εξηγεί ο κ. Γιανναράς. Μπορεί κανείς να γράψει ένα βιβλίο και μετά να το αποσύρει, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τούρθε και έγραψε ανοησίες. Αυτό θάπρεπε να συμβεί με το βιβλίο αυτό. Υπήρξε μία προθεσμία τριών χρόνων, αλλά δεν συνέβηκε. Και τώρα πρέπει να πάρουμε θέση για το αν αποδεχόμαστε να γίνει μία Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να αποφασίσει ότι οι Άγγελοι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν. Μία τέτοια συνοδική απόφαση θα μετέτρεπε αυτομάτως την Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα και όλη την γραπτή παράδοση της Ορθοδοξίας σε θρίλλερ του Χόλλυγουντ. Και τα κοινά βιώματα της αλήθειας, σε ομαδική παράκρουση δύο χιλιάδων χρόνων. Οι Άγγελοι ακόμη γελούν με αυτό το τεράστιο καλαμπούρι του διάσημου θεολόγου μας.
Αν με Σύνοδο καταργήσουμε την ύπαρξη των Αγγέλων, εκπεσόντων και μή, θα απομείνει η ύπαρξη του ανθρώπου πλέον σαν “ισοσθενής περίπου με την ύπαρξη και αγαπητική ενέργεια του Θεού, αφού μπορεί να υπονομεύει ενεργά (να αντιστρατεύεται και να ακυρώνει) το έργο της θείας αγαθότητας.” Μήπως τότε θα προταθεί να γίνει νέα Σύνοδος για να αποφασίσει ότι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν; Όμως, οι άγγελοι υπάρχουν. Αν δεν αποτελούν βίωμα του κ. Γιανναρά, υπάρχουν άλλοι θεολόγοι που τους έχουν συναντήσει. Η εικόνα των αγγέλων, όπως μας διδάσκει ο Δαμασκηνός, είναι ένα έργο τέχνης που δημιουργεί σαν καλλιτέχνης ο Θεός, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να τους δουν και να τους αγγίξουν με τα μάτια τους και το σώμα τους. Γιαυτό και οι ζωγράφοι μπορούν χωρίς μομφή να τους ζωγραφίζουν επίσης. Δεν αμφέβαλλε για την ύπαρξή τους, ούτε ισχυρίστηκε ότι ο Θεός δίνει στις δικές του εκδηλώσεις μορφή αγγελική, σαν άψυχες μαριονέτες, για λόγους παιδαγωγικούς. Ακόμη και ο απαράδεκτος Πλάτωνας δεν έκανε αυτό το λάθος. Παρουσίασε τον Έρωτα σαν πραγματική θεότητα που μεσολαβεί μεταξύ ανθρώπου και θεότητας. Το πρόβλημα ξεκινά από μία άλλη σκέψη του κ. Γιανναρά, στην οποία τον ακολουθούν όλοι οι θεολόγοι της γενιάς του 60, όπως ο κ. Μαυρόπουλος, καθώς και αρκετοί νεώτεροι: Ότι η Κτίση και η Πτώση ταυτίζονται, ότι ο Θεός έτσι έκανε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε τώρα και ότι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί χάρις σε μία προσωπική σχέση με τον Θεό, έναν φαβοριτισμό. Στην παρουσίαση του βιβλίου αναφέρεται και αυτή, καθώς και άλλες παρανοήσεις της γενιάς του 60, όπως η άποψη ότι η ελευθερία έγκειται στο δίλημμα να αποδεχτεί κανείς τον Θεό ή να τον αρνηθεί. Αντιθέτως, η μόνη ελευθερία που δεν έχει δοθεί στα δημιουργήματα είναι αυτή της άρνησης του Θεού, δηλαδή της πηγής της ζωής τους. Είναι σαν να ζητάει ένας οργανισμός να ζει χωρίς τροφή. Αποτελεί σε πνευματικό επίπεδο μία πάθηση ανάλογη προς αυτή που σε απλό σωματικό ονομάζουμε “νευρική ανορεξία”. Ο Θεός δεν έδωσε αυτή την απατηλή δυνατότητα στα λογικά του κτίσματα, ούτε θα τους κάνει ποτέ το “χατίρι” αυτό, γιατί γνωρίζει ότι σημαίνει την ακαριαία εξαφάνιση τους, κάτι που κανένας άνθρωπος και κανένας άγγελος δεν το θέλει κατά βάθος. Αυτό το εξηγεί θαυμάσια ο Αρεοπαγίτης, στο Περί Θείων Ονομάτων και θάπρεπε να τα μαθαίνουμε εμείς οι αμαθείς ορθόδοξοι χριστιανοί από τους θεολόγους, αντί να ψάχνουμε στα αρχαία κείμενα, για να αποφύγουμε τον σκοτισμό μας. Το Κακό είναι αυτή η άπωση του λογικού όντος προς την ίδια την ζωή του. Και η κόλασή του επίσης.
Με όλο τον σεβασμό αγαπητέ συνομιλητή ό,τι σημαίνει ο Βιτγγενστάϊν και ο Πόππερ για τη σύγχρονη φιλοσοφία…., σημαίνει και ο Γιανναράς για την ορθόδοξη θεολογία.
Ο ΠΟΠΠΕΡ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟΝ ΣΟΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΤΓΓΕΝΣΤΆΙΝ ΆΦΗΣΕ ΣΑΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΉΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΌΤΗΤΆ ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΟ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΥΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ.
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥ.
ΜΕΤΕΜΨΥΧΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΔΟΣΑΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΡΑΒΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΚΑΙ ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ. ΑΝΤΙ ΝΑ ΚΡΕΜΑΣΤΟΥΝ ΟΙ ΙΔΙΟΙ. ΣΗΜΕΡΑ ΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΑΝΤΙΦΩΝΟ ΚΑΘΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΑ Η ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΟΥΝ.
Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΒΑΔΙΣΕ ΤΟ ΕΤΟΙΜΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΑΝΟΙΞΕΙ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ Ο ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ.
DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 3
https://www.youtube.com/watch?v=trwh_cwZ5jI … τώρα των οικουμενικών διαλόγων. Πραγματικά έχουν γίνει «θαύματα» τα τελευταία 80 χρόνια. Το 1948 δημιουργείται το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Τετρακόσιες και πλέον Εκκλησίες–ομολογίες είναι μαζί, αγωνίζονται, δίνουν κοινή χριστιανική μαρτυρία. Τα πράγματα προχωρούν, μετά σταματούν, μετά έχουμε περισσότερη πρόοδο.
Σήμερα χρησιμοποιώ τον όρο: «τελείωσε ο μήνας του μέλιτος της Οικουμενικής Κίνησης», αλλά τα πράγματα είναι σοβαρά. Έχουμε πείρα όλοι και ξέρουμε πώς θα προχωρήσουμε.
Ο Αθηναγόρας έλεγε — και εγώ, όταν ήμουν στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου πέρασα επτά χρόνια της νεανικής μου ζωής, το πίστευα κι εγώ — είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι σε μερικά χρόνια θα ενωθούν οι Εκκλησίες. Επειδή φέτος γιορτάζουμε, ξέρετε, 60 χρόνια από την άρση των αναθεμάτων μεταξύ της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και της Εκκλησίας της Ρώμης.
Ήταν ένα γεγονός που τότε, στη Χάλκη, μας φάνηκε πραγματικά ότι «πλησιάζουν τα πράγματα». Αυτό, όμως, ήταν ένα έναυσμα για να προχωρήσουμε σε βάθος. Λέγαμε τότε: από τον «διάλογο της αγάπης» προχωρούμε στον «διάλογο της αλήθειας».
Αυτά τα πράγματα δεν μπορούμε να τα χωρίσουμε. Επομένως, η αλήθεια δεν καταργεί την ετερότητα· πρώτα αποκαλύπτει τα κοινά σημεία και, στη συνέχεια, μπορούμε να καταλάβουμε πώς φτάσαμε σε διαφορές που έγιναν διάκριση και διάσπαση.
Ο Πάπας, τώρα που ήρθε, ανέγνωσε — νομίζω στη Νίκαια, δεν θυμάμαι καλά — το «Πιστεύω» χωρίς το filioque.
Βέβαια, αν πεις «διαβάζω το κείμενο του 381 χωρίς το filioque», δεν κάνω κάτι ιδιαίτερο, διότι τότε δεν υπήρχε το filioque στο κείμενο. Και ποιο είναι το πιο συγκλονιστικό με το filioque; Ότι χρησιμοποιήθηκε αρχικά κατά των Αρειανών, κάπου στη Δύση, οι οποίοι υποτιμούσαν τον Χριστό. Είπαν λοιπόν ότι και στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος συμμετέχει ο Υιός, για να «ανεβάσουν» τον προαιώνιο Λόγο και να μην υποτιμάται.
Και βλέπετε πώς αυτό κατάντησε και έγινε το κυριότερο σημείο διαφοράς. Σήμερα, βέβαια, βρίσκουμε και άλλα: και δογματικά και εκκλησιολογικά.
Το θέμα, ας πούμε, του πρωτείου, που λέμε ότι διαφοροποιεί τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τη δική μας, είναι κάτι για το οποίο έχουν γίνει φοβερές συζητήσεις — υπέροχες — και έχει υπάρξει πρόοδος. Υπάρχουν όμως και κάποια προβλήματα: οι Καθολικοί θεωρούν ότι ορισμένα πράγματα πρέπει να νοηθούν με έναν τρόπο δικό τους· εμείς θεωρούμε ότι κάποια πράγματα που οι Καθολικοί θέλουν να γίνουν αποδεκτά από μας, δεν μπορούμε να τα αποδεχτούμε. Διότι εμείς δεν έχουμε «Πάπα» στην παράδοσή μας και δεν θέλουμε η ενωμένη Εκκλησία να έχει αυτή τη μορφή πρωτείου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρωτείο. Αναφέρω ακόμη μία φορά τον μεγάλο θεολόγο — και κατά κάποιον τρόπο δάσκαλό μου — τον Ιωάννη Ζηζιούλα, τον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου, ο οποίος με τη λεγόμενη ευχαριστιακή εκκλησιολογία, την οποία διατύπωσε με έξοχο τρόπο (νομίζω αυτό θα μείνει στον αιώνα), δείχνει ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει η συνοδικότητα χωρίς τον «πρώτο». Ο «πρώτος», όμως, δεν πρέπει να είναι όπως ο Πάπας. Αν είναι όπως ο Πάπας, τότε δεν θα είναι «θείω δικαίω» ο πρώτος, αλλά θα είναι ο πρώτος ως Επίσκοπος Ρώμης — η οποία, στην αρχαία Πενταρχία, στα πέντε Πατριαρχεία, ήταν πράγματι η πρώτη.
Όλα αυτά θέλω να πω. Εγώ — επειδή συνδυάζω φιλοσοφία και θεολογία — προσπαθώ, όταν μιλώ ως θεολόγος, να είμαι πιο συγκρατημένος. Θέλω να πω ότι αυτό που κάνουμε — και εμείς, και όσοι ασχολούμαστε — σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι έχουν άλλα ενδιαφέροντα (ίσως και εμείς φταίμε που κάπου απομονωθήκαμε), είναι μια υπέροχη περιπέτεια, η οποία όμως θέλει και πολύ «βαθιά ουσία».
Πάνω από όλα, θέλει να αποδεχτείς ότι, όταν μιλάμε για Θεό, όταν μιλάμε για Εκκλησία, όταν μιλάμε για ελευθερία εν Χριστώ, μιλάμε για κάτι που όχι μόνο είναι σημαντικό, αλλά είναι τόσο θεμελιώδες ώστε δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι ο άνθρωπος θα μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος, πραγματικά ολοκληρωμένος, να έχει ζωή γεμάτη πληρότητα — κυρίως απέναντι σε αυτό το φοβερό φαινόμενο που μας απειλεί όλους, τον θάνατο — χωρίς να έχει μια τέτοια απάντηση.
Είτε το λέμε «υπερβατικό» είτε το λέμε, εμείς βέβαια, «θέωση».
Σε κάθε κείμενο που αναφέρεται στους διαλόγους — και σε αυτή την κοινή δήλωση που έκανε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος — υπάρχει η εξής σκέψη: αν οι Εκκλησίες ενωθούν, θα εκπληρωθεί η προτροπή του Χριστού προς τους μαθητές Του: «ἵνα ὦσιν ἓν». Το «εἶναι ἓν» είναι μέσα στην ουσία της Εκκλησίας: να είναι ενωμένη, στο όνομα του Ιδρυτή της.
Και το δεύτερο είναι το θέμα της κοινής μαρτυρίας. Έχει ειπωθεί — και εγώ έχω ιδιαίτερες ευαισθησίες σε αυτόν τον χώρο — ότι με ενδιαφέρει πολύ η σχέση θρησκείας και ανθρωπισμού, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η συμβολή των θρησκειών στην ειρήνη.
Λέω, λοιπόν, ότι πρέπει να υπάρξει κοινή μαρτυρία των θρησκειών σήμερα σε πολλούς τομείς: στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ειρήνη, στην προστασία του περιβάλλοντος. Όταν οι θρησκείες έχουν κοινή μαρτυρία, τότε είναι βέβαιο ότι αυτά τα πράγματα προχωρούν.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο όρισε την 1η Σεπτεμβρίου του 1989 ως ημέρα προσευχής για το περιβάλλον. Το αποδέχτηκαν οι Καθολικοί, το αποδέχτηκαν οι Προτεστάντες, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, η Αγγλικανική Εκκλησία κ.ά.
Έγινε, δηλαδή, παγκόσμιο γεγονός για την ειρήνη. Ο καθηγητής μου στη Γερμανία, ο Κιούνγκ, έλεγε ότι δεν υπάρχει ειρήνη των λαών χωρίς ειρήνη των θρησκειών, και δεν υπάρχει ειρήνη των θρησκειών χωρίς διάλογο των θρησκειών. Ο διάλογος δεν είναι προδοσία.
Υπάρχουν υπέροχες τοποθετήσεις τόσο του Πατριάρχου Βαρθολομαίου όσο και του μακαριστού Αναστασίου Αλβανίας για το τι είναι ο διάλογος. Ο διάλογος εμπλουτίζει. Ο διάλογος είναι πολιτισμός ελληνικής καταγωγής.
Εγώ πραγματικά πιστεύω — και το έχω πει και σε ομιλίες μου — ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναδείχθηκε ιδιαιτέρως στον 20ό αιώνα. Αναδείχθηκε ακριβώς ως μια Εκκλησία διαλογική. Η θεολογία, για μένα, είναι θεολογία εν διαλόγω· αλλιώς δεν είναι θεολογία.
Και πρέπει όλοι οι Χριστιανοί — και ας πάμε και παραπέρα — όλοι οι άνθρωποι που πιστεύουν. Οι θρησκείες έχουν διαφορές, αλλά μπορούμε να πούμε ότι έχουν κοινά σημεία αναφοράς. Και αυτό φαίνεται από τη μελέτη πολλών ερευνητών: υπάρχουν κοινές αξίες, τις οποίες οι θρησκείες οφείλουν να αναδείξουν.
Δεν είναι τυχαίο ότι από τη Γερμανία ξεκίνησε — όπως σας είπα, σπούδασα εκεί δέκα χρόνια — η πρόταση για ένα «παγκόσμιο ήθος». Ένα παγκόσμιο ήθος που θα περιλαμβάνει τις βασικές αξίες της κοινής ανθρωπότητας· αξίες που ως πηγή τους και ως χώρο καλλιέργειάς τους έχουν τις θρησκείες.
Επομένως, οι θρησκείες δεν είναι μόνο αυτό που έλεγαν οι επικριτές τους: ότι είναι ψευδής συνείδηση, ότι είναι «όπιο του λαού», ότι υπηρετούν συγκεκριμένες τάξεις και καταπιέζουν άλλες με ψεύτικες υποσχέσεις παραμυθίας. Οι θρησκείες περιέχουν αλήθειες χωρίς τις οποίες η ανθρωπότητα δεν μπορεί να επιβιώσει.
Και επίσης, στην εποχή της επιστήμης, οι θρησκείες υπενθυμίζουν κάτι κρίσιμο: ότι η επιστήμη, η γνώση — ακόμη και αυτό που σήμερα αποκαλούμε τεχνητή νοημοσύνη, που προσωπικά με εντυπωσιάζει βαθύτατα — δεν μπορεί να χωρέσει την ιερότητα του προσώπου, ούτε την αλήθεια της ανθρώπινης ελευθερίας.
Το μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου δεν χωρά μέσα στην επιστημονική γνώση. Και γι’ αυτό η θρησκεία, η πίστη μας, μας θυμίζει πάντοτε αυτή τη διάσταση, η οποία πλουτίζει τη ζωή μας με έναν τρόπο που κατανοούν καλύτερα όσοι είναι ανοιχτοί στην πίστη και στην παράδοση.
Θέλω τώρα να έρθουμε σε ένα εξαιρετικά αιχμηρό μέτωπο: στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν από τη Μόσχα. Ακούσαμε βαριές κατηγορίες, συγκεκριμένα από τη Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δήθεν συνεργάζεται με βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και εξυπηρετεί γεωπολιτικά σχέδια.
Τι επιδιώκουν τέτοιες κατηγορίες σήμερα; Είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε ένα κοσμικό όργανο — και μάλιστα όχι το επίσημο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά μυστικές υπηρεσίες — να χρησιμοποιεί φρασεολογία πέραν κάθε αποδεκτού ορίου.
Να αποκαλείται ο Οικουμενικός Πατριάρχης «αντίχριστος» είναι κάτι που δεν ανήκει καν στον κοσμικό λόγο· παραπέμπει σε εκκλησιαστική, και μάλιστα ακραία, ρητορική. Κάτι τέτοιο θα περίμενε κανείς — αν το περίμενε — από εκκλησιαστικούς κύκλους, όχι από κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών. Αυτό από μόνο του αποκαλύπτει τις προθέσεις.
Βεβαίως, αυτά ακούγονται και γράφονται στο διαδίκτυο. Όλοι τα έχουμε δει και τα έχουμε ακούσει. Το ερώτημα όμως είναι το εξής: όταν μια εκκλησιαστική διαφωνία διατυπώνεται με όρους μυστικών υπηρεσιών και διεθνών συνωμοσιών, μπορούμε ακόμη να μιλούμε για θεολογική ή εκκλησιολογική σύγκρουση; Ή έχουμε περάσει οριστικά σε ένα πολιτικό πεδίο;
Νομίζω ότι εδώ αποκαλύπτεται καθαρά πως στη Ρωσία δεν υπάρχει απλώς συμπόρευση Εκκλησίας και πολιτικής εξουσίας, αλλά ταύτιση. Το ένα είναι ο μακρύς βραχίονας του άλλου. Και όπου δεν φτάνει το ένα, προχωρά το άλλο.
Αυτό έχει σοβαρότατες συνέπειες. Διότι τέτοιες κατηγορίες δεν πλήττουν μόνο το Φανάρι. Τραυματίζουν την αξιοπιστία της Ορθοδοξίας συνολικά ως φορέα πνευματικού λόγου στον κόσμο — ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου ο κόσμος ζητά από τις Εκκλησίες λόγο ειρήνης, όχι λόγο πολέμου.
Έχετε απόλυτο δίκαιο. Αυτά αντιστρατεύονται πλήρως την ίδια την ιδέα της Εκκλησίας. Είναι όχι μόνο εξωφρενικά και αδιανόητα, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνα. Γίνονται εσκεμμένα: για να πληγεί το πρόσωπο του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου και για να αποσταθεροποιηθεί ο πρωτεύων ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εντός της Ορθοδοξίας.
Η Εκκλησία, για όλους εμάς, είναι φως. Είναι το φως της Αναστάσεως του Χριστού, και αυτό το φως φωτίζει τα πάντα. Δεν έχει καμία σχέση με το σκοτάδι των διαφόρων υπηρεσιών.
Όσοι κινούνται στο σκοτάδι, συμπεριφέρονται αναλόγως. Εμείς, που βρισκόμαστε στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε.
Και νομίζω ότι αυτό ήταν το μήνυμα που έστειλε ο Παναγιώτατος: ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε και ότι τίποτε δεν πρόκειται να ανατρέψει ή να πτοήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
— Κατά τη γνώμη σας, η συνάντηση με τον Πάπα και η κοινή δήλωση λειτούργησαν ως πυροκροτητής αυτών των αντιδράσεων; Δηλαδή, αν δεν υπήρχε η Νίκαια και αυτή η δημόσια εικόνα της προσέγγισης, θα βλέπαμε την ίδια ένταση από τη Μόσχα; Γιατί πολλοί το συνδέουν.
Νομίζω ότι η σύνδεση έχει βάση. Ήταν ένας συνδυασμός πολλών γεγονότων που συνέβησαν τους τελευταίους μήνες: η Νίκαια, η επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι, η ειρηνική επίσκεψη του Πατριάρχη Βουλγαρίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο — ένα Πατριαρχείο που εμφανίζεται, τουλάχιστον, να αμφιταλαντεύεται ως προς το αν πρόσκειται προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή προς την Εκκλησία της Ρωσίας.
Επίσης, η δράση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις χώρες της Βαλτικής: τόσο με την επανενεργοποίηση, για την ακρίβεια, του αυτονόμου καθεστώτος της Εκκλησίας της Εσθονίας το 1996 — η οποία μέχρι τότε βρισκόταν αντικανονικά υπό την Εκκλησία της Μόσχας — όσο και προσφάτως, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, με την ίδρυση Πατριαρχικής Εξαρχίας στη Λιθουανία.
Εκεί το Πατριαρχείο Μόσχας καθαίρεσε κληρικούς του. Για ποιο λόγο; Επειδή αρνήθηκαν να προσευχηθούν «υπέρ της νίκης» των ρωσικών στρατευμάτων και είπαν ότι θέλουν να προσεύχονται υπέρ της ειρήνης. Για αυτόν τον λόγο καθαιρέθηκαν. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τούς αποκατέστησε και, στη συνέχεια, ο Παναγιώτατος τούς έλαβε υπό το ωμοφόριό του, ιδρύοντας σχετική Εξαρχία.
Επίσης, στη Λετονία — η οποία ήταν αυτόνομη Εκκλησία υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ιδρυθείσα το 1936 — υπάρχουν φωνές που ζητούν την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Όλα αυτά, ο συνδυασμός όλων αυτών, έχουν όχι μόνο απομονώσει το Πατριαρχείο Μόσχας και το έχουν εκθέσει ανεπανόρθωτα, αλλά δημιουργούν και αυτή τη διάθεση επίθεσης, προκειμένου να περισωθεί ό,τι μπορεί να περισωθεί.
— Θα ξανάρθουμε ποτέ κοντά;
Εμείς προσευχόμαστε για αυτό. Και ο Παναγιώτατος ποτέ δεν έπαψε να μνημονεύει τον Πατριάρχη Κύριλλο στα Δίπτυχα, μαζί με τους προκαθημένους των υπολοίπων αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Άρα προσβλέπουμε στον διάλογο και στην επικοινωνία.
Το ζήτημα είναι να αντιληφθούμε ότι όσα συνέβησαν εκκλησιαστικά στην Ουκρανία δεν γυρίζουν πίσω. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Το αυτοκέφαλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας είναι ένα εκκλησιαστικό γεγονός τετελεσμένο, το οποίο δίνει ελπίδα σε εκατομμύρια Ουκρανούς, που — ιδίως κατά τη διάρκεια του πολέμου — βρέθηκαν να ανήκουν σε μια εκκλησιαστική δομή υπό το Πατριαρχείο Μόσχας, της οποίας η έδρα είναι η χώρα που τους επιτίθεται.
Όλοι αυτοί οι πιστοί έχουν τώρα παρηγοριά στο ότι υπάρχει μια αυτοκέφαλη Εκκλησία, χωρίς εξαρτήσεις. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας δεν εξαρτάται εκκλησιαστικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο· είναι αυτοκέφαλη. Έτσι το θέλησε εξαρχής το Οικουμενικό Πατριαρχείο: βοήθησε στην ίδρυσή της και τώρα παρακολουθεί, με μητρικό ενδιαφέρον, την πορεία της, επτά χρόνια μετά την ίδρυσή της.
Θέλω να σας ρωτήσω οπωσδήποτε και για το θέμα του κοινού εορτασμού του Πάσχα.
Ακούμε σε διάφορες δημόσιες, ορθόδοξες, θεολογικές και εκκλησιαστικές συζητήσεις ότι μια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να γίνει απλώς με κοινή επιθυμία, διότι ο τρόπος υπολογισμού της ημερομηνίας και οι κανόνες που τον καθορίζουν παραμένουν δεμένοι με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων και με το παραδοσιακό Πασχάλιο· και ότι μια τέτοια αλλαγή θα διακινδύνευε την αυτονομία και τη λειτουργική ακεραιότητα της Εκκλησίας.
Πώς απαντάτε σε αυτές τις αντιρρήσεις;
Το ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα ήταν ένα από τα θέματα που τέθηκαν και στην κοινή διακήρυξη του Πάπα και του Πατριάρχη — και δεν είναι καθόλου τυχαίο.
Πράγματι, είναι ένα ζήτημα που συζητήθηκε πολύ και εκτενώς, ιδίως επειδή την περασμένη χρονιά το Πάσχα εορτάστηκε από κοινού σε ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη.
— Συνέπεσε ημερολογιακά.
Ναι, συνέπεσε ημερολογιακά, όπως κατά καιρούς συμβαίνει. Τέθηκε λοιπόν το ζήτημα από πλευράς του Παναγιωτάτου προς τον Πάπα Φραγκίσκο: μήπως αυτό το συγκυριακό γεγονός θα μπορούσε να καταστεί μόνιμο.
Διότι είναι πράγματι σκάνδαλο, στον σύγχρονο κόσμο, να βλέπουμε το ένα και μοναδικό γεγονός της μιας Αναστάσεως του ενός Χριστού να εορτάζεται σε διαφορετικές ημερομηνίες — που μερικές φορές απέχουν και έναν μήνα μεταξύ τους.
Ο Πάπας Φραγκίσκος το αντιμετώπισε με μεγάλη ευαισθησία και ποιμαντική διάθεση. Και ο Παναγιώτατος εξαρχής ξεκαθάρισε ότι, ως βάση μιας τέτοιας συζήτησης, τίθεται το Ορθόδοξο Πασχάλιο — το Πασχάλιο που εφαρμόζει η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Σε καμία περίπτωση, λοιπόν, δεν μιλούμε για αθέτηση ή κατάργηση των θεσμίων της Νικαίας περί του υπολογισμού του Πάσχα. Αντιθέτως, η συζήτηση αφορά το πώς η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θα μπορούσε να προσέλθει στο Ορθόδοξο Πασχάλιο.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό και συχνά παραγνωρίζεται. Δεν μιλούμε για συλλείτουργο — απέχουμε πολύ από την ενότητα. Μιλούμε απλώς για κοινή ημερομηνία εορτασμού. Όπως, για παράδειγμα, τα Χριστούγεννα: για τις μισές Ορθόδοξες Εκκλησίες εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια ημέρα με τη δυτική Χριστιανοσύνη.
Αντίστοιχα, αυτή η συζήτηση τίθεται και για το Πάσχα. Βρισκόμαστε ακόμη σε στάδιο διαλόγου. Είναι ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει πολύ — ελπίζω όχι για πολύ χρόνο, αλλά οπωσδήποτε σοβαρά.
Και βεβαίως αφορά ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη, όχι μόνο την Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, διότι επηρεάζει και τις λοιπές χριστιανικές ομολογίες, καθώς και τις λεγόμενες Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες — Αρμενίους, Κόπτες κ.ά.
Ήταν πρόσφατη και μια άλλη συνάντησή μας. Χθες είχαμε μια δίωρη συνάντηση με τα μέλη της Επιτροπής και ακόμη αναμένουμε την επιβεβαίωση της υπόσχεσης εκ μέρους του Προέδρου Ερντογάν ότι η Χάλκη θα λειτουργήσει.
Πρέπει να λειτουργήσει. Διότι, όπως γνωρίζετε, σε λίγους μήνες ολοκληρώνονται τα ανακαινιστικά έργα. Σας το λέω και προσωπικά: πέρασα επτά χρόνια της ζωής μου εκεί μέσα και είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος — αλλά και χαρούμενος — ότι κάτι πρόκειται να γίνει, πριν… δεν ξέρω τι θα συμβεί, καθώς προχωρά και η ηλικία μας.
Εγώ νομίζω ότι μάλλον θα ευδοκιμήσουν τα πράγματα — δεν ξέρω πόσο γρήγορα. Λέγαμε ότι, μαζί με την ολοκλήρωση των έργων ανακαίνισης — ξέρετε, ο κ. Μαρτίνος θα ξεκινήσει κάτω· το είπε αυτό και σε μια συνέντευξη — ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Άγκυρα, ο κ. Μπάρακ. Αυτό ήταν ίσως μια ευχή.
Είναι δύσκολο να ξεκινήσει τώρα, έστω και αν ληφθεί απόφαση, διότι υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις.
— Θέλω να σας ρωτήσω κάτι που αφορά τον μέσο πιστό. Ακούει «διάλογος» και ρωτά: αλλάζει κάτι στη ζωή μου; Ποια είναι η πρακτική αξία αυτής της προσέγγισης για τις κοινωνίες;
Εξαιρετικό ερώτημα — και εδώ είμαστε στην καρδιά του όλου προβλήματος.
Οι θεολογικοί διάλογοι μπορεί να ακούγονται πολύ θεωρητικοί, ότι γίνονται σε ένα υψηλό επίπεδο εννοιών και συμβολισμών. Όμως έχουν ουσιαστικό πρακτικό αντίκρισμα.
Από το πιο απλό παράδειγμα που μπορώ να σας αναφέρω: το ότι στην Ευρώπη, πολλές φορές, χρησιμοποιούμε και δανειζόμαστε ρωμαιοκαθολικούς ναούς για να τελούμε τη δική μας θεία λειτουργία. Αυτό είναι προϊόν του διαλόγου. Δεν ήταν αυτονόητο πριν από κάποια χρόνια.
Το γεγονός ότι επεστράφησαν στο Φανάρι, μετά από 800 χρόνια, τα λείψανα των Πατριαρχών Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου — τους οποίους γιορτάσαμε πρόσφατα — επίσης δεν ήταν αυτονόητο. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Οικουμενικού Πατριάρχη ακριβώς στο πλαίσιο του διαλόγου.
Τα λείψανα του Αποστόλου Πέτρου;;;, που δόθηκαν στο Φανάρι από τον Πάπα Φραγκίσκο, ήταν και αυτά καρπός του διαλόγου.
Ο διάλογος έχει και αυτή τη διάσταση: συζητούμε μεγάλες έννοιες, με την προοπτική — όπως είπαμε — να φτάσουμε κάποτε στην επίλυση των ζητημάτων που εξακολουθούν να μας διχάζουν. Όμως, όσο γίνεται αυτή η πορεία, βλέπουμε στην καθημερινότητά μας να αλλάζουν οι σχέσεις μας.
Ερχόμαστε πιο κοντά: σε επίπεδο δράσεων, σε επίπεδο κοινών διεκδικήσεων υπέρ της ειρήνης, υπέρ της προστασίας του ανθρώπινου προσώπου, για την καταπολέμηση της φτώχειας, της δουλείας, του trafficking. Κοιταζόμαστε στα μάτια — δεν έχουμε γυρίσει τις πλάτες ο ένας στον άλλον. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.
— Εδώ που τα λέμε, είναι και το «δια ταύτα» της πίστης μας. Δηλαδή η αγάπη και η κοινωνία.
Πραγματικά. Και η κοινωνία είναι κάτι που βιώνεται — αν μου επιτρέπετε — γιατί η ίδια η έννοια του προσώπου προϋποθέτει ότι υπάρχει κάποιος άλλος με τον οποίο σχετίζεσαι.
— Έτσι είναι. Αυτή είναι η Εκκλησία.
Θέλω να σας ευχαριστήσω θερμότατα για την παρουσία σας εδώ, στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης, και για αυτή την πάρα πολύ ουσιαστική — ελπίζω να τη βρουν έτσι και οι τηλεθεατές — συζήτηση που κάναμε. Καλή αντάμωση εύχομαι.
— Σας ευχαριστώ και εγώ θερμότατα για τη μεγάλη τιμή και για την ευκαιρία που μου δώσατε.
— Να είστε καλά. Η τιμή είναι δική μας.
Κλείσιμο εκπομπής (διορθωμένο):
Η συνάντηση, κυρίες και κύριοι, του Νοεμβρίου 2025 στην Κωνσταντινούπολη και στη Νίκαια δεν ήταν μια στιγμή που εξαντλείται στο τελετουργικό ή στη φωτογραφία.
Ήταν ένα γεγονός που ζητά χρόνο, σκέψη και ευθύνη για να αξιολογηθεί.
Ο απολογισμός που επιχειρήσαμε σήμερα δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Ορθοδόξων και Καθολικών. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι Εκκλησίες τοποθετούνται σε έναν κόσμο βαθιά διχασμένο — έναν κόσμο όπου η πίστη συχνά εργαλειοποιείται, αλλά σπάνια αναλαμβάνει το βάρος που της αναλογεί.
Η αναφορά στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας μάς υπενθυμίζει ότι η ενότητα δεν γεννήθηκε ποτέ από ευκολία, αλλά από διάλογο, κόπο και θεσμική ωριμότητα. Και ότι η ειρήνη δεν είναι απλώς αίτημα, αλλά διαρκές καθήκον.
Αν κάτι μένει από αυτή τη συζήτηση, είναι πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο με δηλώσεις, αλλά με συνέπεια στον χρόνο. Και πως ο πραγματικός απολογισμός μιας τέτοιας συνάντησης θα φανεί όχι στα αρχεία, αλλά στο αν μπορεί να αντέξει στις πιέσεις του μέλλοντος.
DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 2
https://www.youtube.com/watch?v=mSd3_GDK818&t=9s
Ποιο ήταν το παρασκήνιο της συνάντησης Πάπα -Πατριάρχη στη Νίκαια της Βιθυνίας ; Ποιοι και γιατί απουσίασαν; Γιατί οι ρωσικές υπηρεσίες επιτέθηκαν στον Πατριάρχη; θα έχουμε κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς; θα ανοίξει το 2026 η Θεολογική σχολή της Χάλκης; Απαντήσεις σε όλα αυτά τα καυτά ερωτήματα δίνονται απο τους φιλοξενούμενος της εκπομπής με τη Μαρία Δόικου , αρχιμανδρίτη Αέτιο, Μέγα εκκλησιάρχη του οικουμενικού πατριαρχείου , Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή Καθηγητή Φιλοσοφίας και διευθυντή του Α γραφείου του οικουμενικού πατριάρχη και τον Νικο Παπαπχρήστου διευθυντή του γραφείου τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Ήταν πραγματικά μία έκπληξη το πώς η σύνολη Χριστιανοσύνη γιόρτασε αυτό το γεγονός από το μακρινό παρελθόν σαν να ήταν κάτι ιδιαίτερα επίκαιρο. Και πραγματικά ήταν επίκαιρο.
Για ποιον λόγο ήταν επίκαιρο; Εγώ, έτσι από την αρχή, σκεπτόμουν ότι το πρώτο που ανεδείχθη σήμερα ως ιδιαίτερης σημασίας είναι το θέμα της συνοδικότητας. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ήταν μία εξέλιξη της συνοδικής — όπως λέμε εμείς — φύσεως και ταυτότητας της Εκκλησίας, αλλά και προσθήκη ενός νέου τρόπου συνοδικής εργασίας: αυτού της Οικουμενικής Συνόδου.
Ήταν κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά και αυτό δημιούργησε τη δική του ιστορία στα εκκλησιαστικά πράγματα.
Μερικοί λένε ότι η Οικουμενική Σύνοδος είναι «ο Πάπας της Ορθοδοξίας». Αυτό δεν ισχύει. Δεν έχουμε εμείς ανάγκη ενός τέτοιου θεσμού, γιατί η Οικουμενική Σύνοδος — παρόλο που οι δυτικοί φίλοι μας μάς αποκαλούν «Εκκλησία των Επτά Οικουμενικών Συνόδων» — δεν είναι θεσμός μόνιμος, όπως υπήρχαν και υπάρχουν οι τοπικές σύνοδοι.
Είναι κάτι έκτακτο: ένα έκτακτο γεγονός. Και εμείς, βέβαια, θα το πούμε πιο θεολογικά: ένα χαρισματικό γεγονός. Διότι η Εκκλησία, απέναντι σε μια απειλή για τη ζωή της, αποφασίζει να συνέλθουν οι επίσκοποί της — οι οποίοι εκπροσωπούν τις τοπικές Εκκλησίες — και να απαντήσουν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ως Εκκλησία, σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση.
Συγκεκριμένα, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η μεγάλη πρόκληση που προκάλεσε αναταραχή, ανατροπές και κινδύνους ήταν αυτό που ονομάζουμε Αρειανισμό: η αίρεση του πρεσβυτέρου Αρείου, ο οποίος με τη διδασκαλία του δημιουργούσε τεράστια προβλήματα όχι μόνο στην Τριαδολογία — θεωρώντας τον Υιό, τον προαιώνιο Λόγο, κατώτερο από τον Πατέρα — αλλά και επειδή δεν μπορούσε να δεχθεί την ενανθρώπηση στην πληρότητά της, δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στη σωτηριολογική διάσταση: δηλαδή, με τη διδασκαλία του, ουσιαστικά, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί.
Και αυτό ήταν που κινητοποίησε ιδιαίτερα τους επισκόπους. Αυτό που ο Μέγας Αθανάσιος — ο πραγματικά μέγας πρωταγωνιστής της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου — συνόψισε με την περίφημη φράση του: «Ὁ Θεὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».
Η λέξη θέωση χρησιμοποιείται στη δική μας παράδοση με θεμελιώδη τρόπο. Σημαίνει ακριβώς τη σωτηρία του ανθρώπου, τη ζωή μας με τον Θεό και την αιώνια προοπτική μας. Αυτό ήταν η απάντηση της θεολογίας στην πρόκληση του Αρείου.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεκάλεσε τη Σύνοδο αυτή. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους, είχε έναν πολύ σημαντικό σύμβουλο: τον Όσιο Κορδούης από την Ισπανία, και φαίνεται ότι τον επηρέασε.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Σύνοδος είχε αρχικά προγραμματιστεί να γίνει στην Άγκυρα — η οποία τότε είχε χάσει κάπως την αίγλη των αρχαίων χρόνων, αλλά ήταν ένα κέντρο που μπορούσε προφανώς να φιλοξενήσει ένα τέτοιο γεγονός — και μάλιστα αρχικά προβλεπόταν να συμμετάσχουν μόνο οι επίσκοποι της Ανατολής.
Τελικά, ο Όσιος Κορδούης έπεισε τον Κωνσταντίνο και προσκλήθηκαν και επίσκοποι από τη Δύση. Τελικά, μόνο πέντε συμμετείχαν, αλλά μετατέθηκε και ο τόπος: από την Άγκυρα — πιο κεντρικά στη Μικρά Ασία — στη Νίκαια, που είναι πιο κοντά στα παράλια, για να διευκολυνθούν στην πρόσβασή τους οι επίσκοποι από τη Δύση.
Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.
Εκεί, λοιπόν, τέθηκε — και τίθεται μέχρι σήμερα, άρα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο — το ερώτημα για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας: αν η Σύνοδος αυτή ήταν «αυτοκρατορική» ή αν ήταν εκκλησιαστική Σύνοδος.
Είναι πάρα πολύ σημαντικό ερώτημα. Διότι, μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο — και αυτά είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα γιατί δείχνουν πως η Εκκλησία στην ιστορία δεν πορεύεται παράλληλα «εκτός» των γεγονότων, αλλά είναι μπλεγμένη μέσα σε αυτά — συνέβη το εξής: Μετά τη Σύνοδο, η πολιτεία ακολούθησε τη δική της πορεία, και η θεολογία αναγκάστηκε να αμυνθεί για το δόγμα της Νικαίας. Ενώ το δόγμα είχε διατυπωθεί, η πολιτική, για τους δικούς της λόγους, φάνηκε να προτιμά άλλες λύσεις.
Οι διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου — δεν θέλω να επεκταθώ ούτε και στον ίδιο, διότι και εκείνος υπήρξε κάποια στιγμή αμφιταλαντευόμενος — συντάχθηκαν με τον Αρειανισμό. Υπάρχει και ο λεγόμενος «νεοαριανισμός», με διάφορες ομάδες (ομοιουσιανοί, ευνομιανοί κ.λπ.), που εξέφραζαν μια θεολογία όχι όμοια με τη θεολογία της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά πολιτικά βολική για τους διαδόχους.
Ο Όσιος Κορδούης πιέστηκε πάρα πολύ από τον Κωνστάντιο, σε μεγάλη ηλικία, να υπογράψει ένα αριανικό σύμβολο, και τελικά το υπέγραψε. Λίγο αργότερα πέθανε. Φαίνεται ότι μετανόησε πάντως, και η Εκκλησία μας τον έχει κατατάξει μεταξύ των Αγίων.
Έγραψε μια περίφημη επιστολή, η οποία για μένα είναι φοβερή διακήρυξη για τις σωστές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Εγώ ονομάζω αυτό — δεν είναι δικός μου όρος, βεβαίως — «συναλληλία». Και σήμερα μιλάμε για μια νέα συναλληλία Εκκλησίας και κοσμικού κράτους, κάτω από νέα δεδομένα.
Έγραψε, λοιπόν, περίπου το εξής: ότι σε εσάς ο Θεός έδωσε τη διοίκηση, σε εμάς έδωσε το δικαίωμα να θυμιάζουμε. Όπως είναι έγκλημα να ανακατευόμαστε εμείς στα της διοίκησης, έτσι και εσείς εγκληματείτε όταν θέλετε να κάνετε κουμάντο στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, στα εκκλησιαστικά πράγματα.
Αυτό δείχνει πόσο δύσκολο έργο είναι μία Σύνοδος να προσληφθεί από τη συνείδηση της Εκκλησίας ως Οικουμενική. Και αυτή είναι η περίφημη αρχή της συνοδικότητας: κάτι δεμένο με τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά όχι εύκολο στην πράξη.
Το ζήσαμε κι εμείς στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016. Φέτος γιορτάζουμε τα δέκα χρόνια από τη Σύνοδο. Τέσσερις Εκκλησίες δεν συμμετείχαν. Εγώ φανταζόμουν ότι θα μπορούσαν οι αποφάσεις της να προσληφθούν και από αυτές τις Εκκλησίες.
Το ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι οι αποφάσεις να προσληφθούν και να γίνουν κομμάτι της Εκκλησίας ακόμη και από τις δέκα Εκκλησίες που συμμετείχαν και υπέγραψαν. Και αυτό συνεχίζεται· θέλει χρόνο.
Φέτος, που συμπληρώνονται δέκα χρόνια, σίγουρα θα γίνουν διάφορα πράγματα. Και εμείς στο Πατριαρχείο προγραμματίζουμε πολλά.
Το ίδιο έγινε και με τις αποφάσεις της Νικαίας. Αν δεν ήταν ο Μέγας Αθανάσιος, ο αγώνας υπέρ της Νικαίας δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Και μετά — θα έλεγα — ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης· και ύστερα, βέβαια, ο Μέγας Θεοδόσιος και η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, που έβαλε και την πολιτική «βούλα».
Αλλά τη νίκη την είχαν κερδίσει ήδη οι θεολόγοι.
— Με την αγωνιστικότητα αυτή, πραγματικά αγγίζει τα όρια του θαύματος. Δεν θαυματολογούμε· είναι μια υπέροχη ιστορία που δείχνει την αξία της θεολογίας. Και αυτό είναι το δεύτερο κομμάτι που θέλω να πω.
Νομίζω, για μένα, η Σύνοδος αυτή είναι ακριβώς απόδειξη του πόσο σημαντική είναι η θεολογία στην ιστορία της Εκκλησίας. Και σήμερα ισχύει το ίδιο.
Εμένα μου αρέσει να αποκαλώ τη θεολογία τον «χρυσό σιδηρούν βραχίονα» της Εκκλησίας. Εγώ αποκαλώ αυτό επίσης και «το πνεύμα της Νικαίας».
Η Νίκαια μας δίδαξε όχι μόνο με τη Σύνοδο — την πραγματοποίησή της και τον αγώνα που δόθηκε εκεί — διότι στην αρχή μαζεύτηκαν οι επίσκοποι και φαινόταν ότι οι Αρειανοί θα επικρατήσουν. Αλλά μέσα από τον αγώνα του Μεγάλου Αθανασίου, των άλλων Πατέρων, και κυρίως μέσα από τον αγώνα μετά τη Σύνοδο — που ήταν μεγαλύτερος από τον αγώνα κατά τη διάρκεια της Συνόδου — αποκαλύφθηκε ακριβώς η δύναμη της θεολογίας.
Και αυτό φαίνεται στο γεγονός της «χρήσης» — αυτό για μένα είναι εντυπωσιακό — και είναι εντυπωσιακό σε όλες τις θεολογικές προσεγγίσεις του θέματος.
Πώς χρησιμοποιούν οι θεολόγοι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, στο Σύμβολο που ξεκινά με την ωραία λέξη «Πιστεύομεν» (σήμερα λέμε «Πιστεύω») — το λεγόμενο Νικαίο-Κωνσταντινουπολίτικο Σύμβολο, στη μορφή που ολοκληρώνεται το 381 — πώς, λοιπόν, ομολογώντας πίστη στον Χριστό ως Σωτήρα μας, τον αποκαλούν «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», τον προαιώνιο Λόγο που σαρκώνεται για τη σωτηρία μας.
Χρησιμοποιούν επίσης τη φράση «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός». Δηλαδή εισάγουν στο εκκλησιαστικό Σύμβολο μία έννοια η οποία είναι «άγραφη», όπως λέμε: δεν χρησιμοποιείται, δεν συναντάται στη Βίβλο.
Και είναι, επιπλέον, μία έννοια φιλοσοφικά βεβαρημένη. Αυτό, για μένα, είναι συγκλονιστικό.
Δεν είναι μόνο η ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιείται — και αναδεικνύεται όλη η δύναμή της· τώρα μάλιστα θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες, νομίζω στις 9 Φεβρουαρίου, την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Δεν είναι μόνο η γλώσσα. Είναι ότι οι Πατέρες γνωρίζουν και τη φιλοσοφική διάσταση, το φιλοσοφικό περιεχόμενο των όρων «ουσία» και «ομοούσιος».
Και ποιο είναι το πολύ ενδιαφέρον; Ότι δεν είναι μόνο η «φιλοσοφία του όρου». Στην πλατωνική παράδοση, στον Πλωτίνο και στον Πορφύριο, ο όρος χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την έννοια της απορροής: πώς «γεννιούνται» από το «Έν» τα άλλα επίπεδα των οντοτήτων κατά ανάγκην — όχι ελεύθερα. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη σχέση των τριαδικών Προσώπων.
Από την άλλη, δύο παλαιότερες αιρετικές κατευθύνσεις, του Παύλου Σαμοσατέως και του Σαβελλίου, είχαν επίσης λανθασμένη τριαδολογία: ο μεν Παύλος Σαμοσατεύς υπέτασσε, κατά κάποιον τρόπο, τον Υιό, ενώ ο Σαβέλλιος θεωρούσε ότι τα τρία Πρόσωπα της Θεότητος δεν είναι Πρόσωπα, αλλά «προσωπεία», που εμφανίζονται με διαφορετικούς τρόπους στην Παλαιά Διαθήκη, στην οικονομία και στη ζωή της Εκκλησίας.
Οι Πατέρες τα γνώριζαν όλα αυτά. Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποίησαν τον όρο. Αυτό είναι αξιοθαύμαστο.
Και δείχνει κάτι που μπορεί κανείς να το δει με καχυποψία και να πει: «εδώ μπαίνει η φιλοσοφία στη θεολογία, και ό,τι θα ακολουθήσει ίσως δεν είναι τόσο θετικό».
Το είπε αυτό ένας μεγάλος ιστορικός και θεολόγος, ο Άντολφ φον Χάρνακ, ο οποίος υποστήριξε ότι επήλθε — όχι από τη Νίκαια μόνο, αλλά και στη συνέχεια, με τη θεολογία των μεγάλων Πατέρων του 4ου και 5ου αιώνα — ένας «εξελληνισμός του χριστιανισμού»: ότι, δηλαδή, μπαίνει η ελληνική γλώσσα — η φιλοσοφική γλώσσα — στη θεολογία και στη ζωή της Εκκλησίας, και έτσι το βιβλικό Ευαγγέλιο χάνει την αυθεντικότητά του και μετατρέπεται σε μια ελληνιστική θεωρία. Ότι, με άλλα λόγια, ο «Θεός των φιλοσόφων» υποκαθιστά τον «Θεό των Πατέρων».
Σε αυτό, βέβαια, απάντησαν μεγάλοι θεολόγοι. Θα σας θυμίσω τον Φλωρόφσκι και τον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), οι οποίοι αρνήθηκαν ότι ο Χάρνακ έχει δίκαιο με τον όρο «εξελληνισμός του χριστιανισμού», και πρότειναν — ο Φλωρόφσκι πρώτος και μετά ο Περγάμου — τον όρο «εκχριστιανισμός του ελληνισμού».
Δηλαδή: ότι η χριστιανική εμπειρία κατορθώνει να βρει έκφραση με την υπέροχη ελληνική γλώσσα, χωρίς να αλλοιωθεί το μήνυμα και η αλήθεια της εμπειρίας. Αυτό, λέει, είναι θαύμα.
— Τώρα, να πάμε στις προσκλήσεις. Ποια ήταν η λογική; Ποιοι θεσμοί, ποιες Εκκλησίες θεωρήσατε κρίσιμο να κληθούν;
— Ήταν — όπως καταλαβαίνετε — από τα ζητήματα που μας απασχόλησαν εξ αρχής: πόσο διευρυμένη θα είναι η σύνθεση αυτού του κοινού προσκυνήματος.
Αρχικά, η σκέψη ήταν να είναι μόνο ο Πάπας και ο Πατριάρχης, γιατί η αρχική πρόταση αφορούσε τους δύο: τον Πάπα Φραγκίσκο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Πάπα Φραγκίσκου, ο νέος Πάπας έθεσε τη σκέψη διεύρυνσης του σχήματος, ώστε να προσλάβει οικουμενικό χαρακτήρα. Ο Παναγιώτατος το αποδέχθηκε.
Οπότε, η κοινή επιτροπή εργάστηκε έχοντας ως δεδομένη την απόφαση αυτή των δύο προκαθημένων και καταλήξαμε σε ένα σχήμα στο οποίο εκπροσωπείται η κάθε χριστιανική Εκκλησία και ομολογία: είτε από τον προκαθήμενό της (εφόσον υπάρχει — διότι κάποιες ομολογίες δεν έχουν προκαθήμενο), είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου δεν κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως, από αντιπρόσωπο.
Έτσι φτάσαμε στο σχήμα που είδατε: μετείχαν προκαθήμενοι και εκπρόσωποι, ένας από κάθε Εκκλησία ή ομολογία.
— Τώρα, αναγκαστικά, περνάμε στο δυσκολότερο κομμάτι: στις απουσίες. Υπήρξαν Εκκλησίες ή θεσμικοί εκπρόσωποι που προσκλήθηκαν αλλά δεν παρέστησαν. Και θέλω να σας ρωτήσω το εξής: όταν μια Εκκλησία απουσιάζει από μια συνάντηση τέτοιου συμβολισμού, τι σημαίνει αυτό εκκλησιαστικά — και τι σημαίνει πρακτικά;
— Φαντάζομαι ότι θα αναφέρεστε στη μη αυτοπρόσωπη συμμετοχή των Μακαριωτάτων Πατριαρχών Αντιοχείας Ιωάννου και Ιεροσολύμων Θεοφίλου.
— Πολύ σωστά.
— Να πούμε ότι προσκλήθηκαν αμφότεροι. Ο Παναγιώτατος το έθεσε αυτό εξ αρχής: ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προσκαλέσει, από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών, τους προκαθημένους των πρεσβυγενών Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
Ήταν μία απόφαση την οποία σεβάστηκε απόλυτα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και δεν έθεσε ούτε περιορισμούς ούτε οποιαδήποτε αντίρρηση.
Απεστάλησαν οι προσκλήσεις και, μάλιστα, η πρόθεσή μας ήταν να τις επιδώσουμε αυτοπροσώπως. Συνόδευσα τον Γέροντα Χαλκηδόνος στον Λίβανο, για να επιδώσουμε την πρόσκληση αυτοπροσώπως στον Πατριάρχη Αντιοχείας.
Στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων δεν κατέστη δυνατό, διότι υπήρχε η έντονη πολεμική κατάσταση εκείνη την περίοδο και ήταν για μας αδύνατο να μεταβούμε αυτοπροσώπως.
Στον δε Πατριάρχη Αλεξανδρείας η πρόσκληση επιδόθηκε μέσω του εκπροσώπου του στην Αθήνα.
Με τα δεδομένα που είχαμε μετά την αποστολή των προσκλήσεων, υπήρξε άμεση αποδοχή από μέρους του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, θετική ανταπόκριση από μέρους του Πατριάρχου Αντιοχείας, και αναμονή, από μέρους μας, της απάντησης του Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
Γι’ αυτό και ο Παναγιώτατος, όταν επισκέφθηκε το Μετόχιο του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη — με αφορμή την εορτή του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που είναι προστάτης Άγιος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων — απηύθυνε εκ νέου δημόσια πρόσκληση προς τον αδελφό του Πατριάρχη Θεόφιλο να παραστεί.
Και μάλιστα είπε χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούμε να διανοηθούμε απόντα από αυτήν τη συνάντηση τον διάδοχο του Ιακώβου του Αδελφοθέου.
— Καταλαβαίνει κανείς τη βαρύτητα. Και ακριβώς, δυστυχώς, παραμονές της επισκέψεως πληροφορηθήκαμε ότι δεν είναι δυνατή η αυτοπρόσωπη παρουσία και συμμετοχή του Μακαριωτάτου. Πώς ερμηνεύονται τέτοιες απαντήσεις, τέτοιες στιγμές που έρχονται την τελευταία στιγμή;
— Κοιτάξτε, είναι λογικό απρόοπτα να συμβαίνουν πάντοτε, και αυτό είναι κατανοητό. Άλλωστε ούτε ο Πατριάρχης Αντιοχείας κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως και έστειλε κι εκείνος αντιπρόσωπο, παρά το ότι — όπως σας είπα — αρχικά τα δεδομένα που είχαμε ήταν ότι ο ίδιος θα παρίστατο.
Από εκεί και πέρα, οι στιγμές είναι ιστορικές, και οι παρουσίες και οι απουσίες καταγράφονται, όπως καταγράφηκαν και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας το 2016.
Οι Εκκλησίες, πάντως, ήταν παρούσες: διότι, όπως σας είπα, και η Εκκλησία Αντιοχείας έστειλε εκπρόσωπο, και η Εκκλησία Ιεροσολύμων εκπροσωπήθηκε. Δεν παρέστησαν οι προκαθήμενοί τους.
Θα ήταν πραγματικά μία μοναδική στιγμή να βρεθούν στον ίδιο χώρο οι προκαθήμενοι των πέντε πρεσβυγενών θρόνων — αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται Πενταρχία: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Αυτή ήταν — να το πούμε έτσι — και η κεντρική ιδέα πίσω από την πρόσκληση.
— Πρόσκληση προς τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία απευθύνθηκε; Ή το θεωρείτε «κλειστό» θέμα, λόγω της διακοπής των σχέσεων το 2018, μετά την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο;
— Όπως εξήγησα, η απόφαση εξ αρχής ήταν να περιοριστούν οι προσκλήσεις από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών μόνο στα πρεσβυγενή Πατριαρχεία. Η Εκκλησία της Ρωσίας, το Πατριαρχείο Μόσχας, και τα υπόλοιπα Πατριαρχεία είναι νεότερα Πατριαρχεία ιστορικά και θεσμικά. Συνεπώς, εξ αρχής δεν πληρούσαν το κριτήριο που ετέθη — ανεξάρτητα από τη συγκυρία.
— Υπήρξαν, φυσικά, και επικριτές αυτής της συνάντησης από την ορθόδοξη πλευρά. Μιλούν για «ένωση χωρίς επίλυση διαφορών», για «δογματικό συμβιβασμό», για «πολιτική εργαλειοποίηση» του διαλόγου. Ποια είναι, όμως, η ουσιαστική απάντηση του Πατριαρχείου σε αυτές τις επισημάνσεις;
— Ούτε καμία ένωση συνετελέσθη ούτε καμία εργαλειοποίηση. Αντιθέτως, εδόθη κοινή μαρτυρία του χριστιανισμού σε έναν κόσμο που μαστίζεται από διαιρέσεις, εντάσεις και έριδες.
Αυτό ήταν πραγματικά ένα μήνυμα ελπίδας.
Και θέλω να τονίσω: παρά τις δογματικές διαφορές που υπάρχουν — και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν «μπήκαν κάτω από το χαλί», αν μου επιτρέπετε την έκφραση — ούτε παραθεωρήθηκαν. Ο διάλογος συνεχίζεται: και με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και με τους Λουθηρανούς, και με τους Μεθοδιστές.
Δεν σημαίνει ότι οι διαφορές μας εξαλείφθηκαν. Αλλά οι διαφορές αυτές δεν είναι «τοίχοι» που υψώνονται και μας κρατούν τον έναν απομονωμένο από τον άλλον. Αντιθέτως: όταν οι στιγμές το καλούν — και η επέτειος αυτή ήταν μια τέτοια στιγμή — μπορούμε, και το αποδείξαμε, να εμφανιζόμαστε μετέχοντας σε κάτι από κοινού.
Διότι η παρακαταθήκη της Νικαίας — αν μου επιτρέπετε — είναι κοινή παρακαταθήκη: δεν είναι μόνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι και των υπολοίπων Εκκλησιών και Ομολογιών εξίσου.
— Όλα αυτά καταλήγουν στο τι σημαίνει «πλήρης κοινωνία». Στην κοινή δήλωση γίνεται λόγος για πορεία προς πλήρη κοινωνία. Για τον μέσο άνθρωπο αυτό ακούγεται πολύ ωραίο. Για την Εκκλησία, όμως, είναι βαριά λέξη, διότι μπαίνει αναπόφευκτα το θέμα της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας. Και θέλω να ξέρω: τι θα θεωρούσε η Ορθοδοξία ως θεμιτό πλαίσιο πρωτείου, χωρίς να αλλοιώνεται η συνοδικότητα;
— Ευχαριστώ πολύ για την ερώτησή σας, η οποία βρίσκεται στην καρδιά ενός ζητήματος που επί αιώνες δίχασε τις Εκκλησίες μας και, δυστυχώς, θα έλεγα, συνεχίζει να διχάζει — με άλλη μορφή — την Ορθοδοξία και στο εσωτερικό της. Οπότε έχει πολύ μεγάλη σημασία το πώς βλέπουμε το ζήτημα.
Και για τη σχέση Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πρώτα, πριν περάσουμε στο ενδοορθόδοξο.
Φαντάζομαι αναφέρεστε στην κοινή δήλωση που υπέγραψαν ο Πάπας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Φανάρι.
Να πούμε ότι είναι παράδοση: κάθε φορά που ένας νέος Πάπας επισκέπτεται την έδρα της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Ορθοδοξίας, να υπογράφεται μια τέτοια κοινή δήλωση. Η δήλωση αυτή, πέρα από τον διακηρυκτικό χαρακτήρα της, έχει και ουσία, διότι τα θέματα που περιλαμβάνει είναι τρέχοντα ζητήματα που απασχολούν τον διάλογο των δύο Εκκλησιών. Κάθε φορά είναι διαφορετικά ή αποτελούν εξέλιξη θεμάτων των οποίων παρακολουθούμε την πορεία.
Αυτό είναι, θα έλεγα, αμφίδρομο. Δεν το βιώνει μόνο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία· το βιώνουμε κι εμείς.
Ως προς το πρωτείο, αυτό που έχω καταλάβει είναι το εξής: εμείς έχουμε δυσκολία όταν φτάνουμε στο επίπεδο της παγκόσμιας κλίμακας. Βλέπουμε το πρωτείο στο τοπικό επίπεδο — στον Επίσκοπο της Επισκοπής του — το βλέπουμε στο περιφερειακό επίπεδο — στο επίπεδο μιας αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Όταν όμως φτάνουμε να δούμε τον Οικουμενικό Πατριάρχη σε σχέση με τους άλλους Ορθοδόξους προκαθημένους, σε ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες υπάρχει αδυναμία ή απροθυμία να το αποδεχθούν.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε ξεκάθαρα, υπάρχουν δύο–τρία σοβαρά ζητήματα — σοβαρές διαφορές — που μας κρατούν χωρισμένους όλους αυτούς τους αιώνες.
— Πόσες από αυτές τις διαφορές θεωρείτε ότι είναι διαχειρίσιμες — τις οποίες έχουμε αγγίξει τα τελευταία χρόνια και προσπαθούμε να βρούμε σημεία σύγκλισης — και πόσες είναι μη διαχειρίσιμες «εις τους αιώνας των αιώνων»; Εύχομαι όχι, αμήν…
— Σε κάθε ακολουθία στην Ορθόδοξη Εκκλησία προσευχόμαστε υπέρ της «των πάντων ενώσεως». Άρα η Εκκλησία δέεται υπέρ αυτής της ενώσεως. Αυτός είναι ο στόχος, ο προορισμός, η κατάληξη όλων αυτών των διαλόγων.
Ωστόσο, είναι λογικό, μέσα στο βάθος των αιώνων που βρεθήκαμε απομακρυσμένοι — και δυστυχώς πολλές φορές και σε αντίπαλα στρατόπεδα — να δημιουργήθηκαν θεολογικά και εκκλησιολογικά ζητήματα, τα οποία εξακολουθούν να μας κρατούν σε απόσταση.
Σαν μαλωμένα αδέλφια που έχουν χρόνια να μιλήσουν. Και στην κυριολεξία, διότι ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν αδέλφια, «κατά σάρκα», όπως λέμε εκκλησιαστικά. Αυτοί θεωρούνται ιδρυτές των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.
ΜΗΠΩΣ ΕΛΛΟΓΙΜΟΤΑΤΕ ΣΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ Ο ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ; ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΙΡΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΡΗΓΜΑ ΜΕΓΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ.
Ποιο ήταν το παρασκήνιο της συνάντησης Πάπα -Πατριάρχη στη Νίκαια της Βιθυνίας ; Ποιοι και γιατί απουσίασαν; Γιατί οι ρωσικές υπηρεσίες επιτέθηκαν στον Πατριάρχη; θα έχουμε κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς; θα ανοίξει το 2026 η Θεολογική σχολή της Χάλκης; Απαντήσεις σε όλα αυτά τα καυτά ερωτήματα δίνονται απο τους φιλοξενούμενος της εκπομπής με τη Μαρία Δόικου , αρχιμανδρίτη Αέτιο, Μέγα εκκλησιάρχη του οικουμενικού πατριαρχείου, Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή Καθηγητή Φιλοσοφίας και διευθυντή του Α γραφείου του οικουμενικού πατριάρχη και τον Νικο Παπαχρήστου διευθυντή του γραφείου τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου .
Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.
Τον Νοέμβριο του 2025, στην αρχαία Νίκαια της Βιθυνίας, πραγματοποιήθηκε μία συνάντηση που χαρακτηρίστηκε ιστορική. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ συναντήθηκαν με αφορμή τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325 μ.Χ. Εκεί υπέγραψαν κοινή δήλωση, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ενότητας των Χριστιανών. Σήμερα επιχειρούμε έναν απολογισμό αυτής της συνάντησης. Τι σημαίνει θεολογικά, εκκλησιαστικά και κοινωνικά, σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους, διχασμούς και εργαλειοποίηση της πίστης; Ο απολογισμός αυτός χρειάζεται τη ματιά ενός ανθρώπου που βρέθηκε στον πυρήνα της προετοιμασίας αλλά και της υλοποίησης της ιστορικής αυτής συνάντησης. Και ο άνθρωπος αυτός είναι σήμερα μαζί μας. Είναι ο Μέγας Εκκλησιάρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και Διευθυντής του Ιδιαιτέρου Πατριαρχικού Γραφείου, ο Πανοσιολογιώτατος Πατέρας Αέτιος.
Καλώς ήρθατε.
— Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. — Εμείς ευχαριστούμε για την τιμή που μας κάνατε με την παρουσία σας.
Μαζί θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τι άνοιξε αυτή η συνάντηση, πού έθεσε όρια και ποιες ευθύνες αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον του χριστιανικού κόσμου. Αλλά πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, επιτρέψτε μου να εξηγήσω στους τηλεθεατές και τις τηλεθεάτριες, με λίγες λέξεις, τι σημαίνει η ιδιότητά σας.
Ο Μέγας Εκκλησιάρχης, κυρίες και κύριοι, είναι ο κληρικός που έχει την ευθύνη της τάξης, του τελετουργικού και της πρακτικής οργάνωσης των μεγάλων εκκλησιαστικών στιγμών γύρω από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Στην πράξη, είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από όσα συμβαίνουν «όπως πρέπει να συμβούν», ιδιαίτερα όταν το βάρος της ιστορίας και του συμβολισμού είναι πολύ μεγάλο.
Και ακριβώς γι’ αυτό, Πανοσιολογιώτατε Πατέρα Αέτιε, είστε μαζί μας.
Πριν μπούμε στις μεγάλες έννοιες και στα δύσκολα ερωτήματα, θα ήθελα να σας ρωτήσω όλα εκείνα που θα μας δώσουν τις απαντήσεις για το πώς γεννήθηκε αυτή η ιστορική συνάντηση. Είστε μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Κοινού Προσκυνήματος και θέλω να πάμε μαζί τον χρόνο πίσω, για να κατανοήσουμε πώς άρχισαν όλα.
Το πρώτο ερώτημα: Σε ποιον ανήκε η ιδέα του Κοινού Προσκυνήματος;
Απάντηση
Όπως είπατε, θα ταξιδέψουμε κάποια χρόνια πίσω — περίπου μία δεκαετία — και θα πάμε στον Μάιο του 2014, όταν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, μαζί με τον μακαριστό πλέον Πάπα Ρώμης Φραγκίσκο, μετέβησαν από κοινού στα Ιεροσόλυμα, προκειμένου να πραγματοποιήσουν ένα κοινό προσκύνημα με αφορμή μία πολύ σπουδαία επέτειο. Ήταν η πεντηκοστή επέτειος από την πρώτη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα Ιεροσόλυμα μεταξύ του τότε Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου. Ήταν εκείνο το γεγονός που έσπασε αιώνες απομόνωσης και σιωπής μεταξύ των δύο αδελφών Εκκλησιών — της Πρεσβυτέρας Ρώμης και της Νέας Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως — και έφερε ξανά κοντά τους δύο προκαθημένους. Κοντά όχι μόνο ως φυσικά πρόσωπα στον ίδιο τόπο, αλλά και ως Εκκλησίες, ως κοινή επιθυμία προσέγγισης και αποκατάστασης της διαρραγείσας ενότητας.
— Εκείνη η συνάντηση ήταν πρωτοβουλία ποιανού; Του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή του Βατικανού;
Ήταν και των δύο ταυτοχρόνως. Δύσκολο να διαχωριστεί. Είχε εκφράσει ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ την επιθυμία να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακοίνωσε — λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο, ανήμερα του Αγίου Νικολάου — ότι θα μεταβεί και εκείνος για να συναντήσει τον αδελφό του. Και έτσι ξεκίνησε αυτή η κοινή πορεία προς την ενότητα, η οποία συνεχίστηκε από τον αείμνηστο Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο και τον διάδοχο του Παύλου ΣΤ΄, τον αείμνηστο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Εν συνεχεία από τον νυν Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, αργότερα με τον Πάπα Βενέδικτο, τον Πάπα Φραγκίσκο και πλέον με τον Πάπα Λέοντα.
Για να επιστρέψουμε στα γεγονότα του Μαΐου του 2014: όταν ολοκληρώθηκε η επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα, ο Παναγιώτατος, σε μία κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε με τον Πάπα Φραγκίσκο, πολύ αυθόρμητα του εξέφρασε μία σκέψη: πόσο όμορφο θα ήταν να τους αξίωνε ο Θεός να βρεθούν μαζί και στη Νίκαια το 2025, για να γιορτάσουν τα 1.700 χρόνια από τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Ο Πάπας Φραγκίσκος χαμογέλασε — του άρεσε η ιδέα — και είπε στον Παναγιώτατο: «Μακάρι να είμαστε στη ζωή, να μας έχει ο Θεός καλά, και να πάμε μαζί». Δεν κατέστη βεβαίως τότε δυνατόν. Όμως ήδη από το 2024 μπήκαν τα θεμέλια για τη συνέχεια — σε πολύ σύντομους χρόνους, δεδομένων των εκκλησιαστικών διαδικασιών. Δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα φτάναμε στο αποτέλεσμα. Ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε με επιτροπές και στη συνέχεια συστάθηκε κοινή μικτή επιτροπή, στην οποία μετείχαν μέλη τόσο από την Εκκλησία της Ρώμης όσο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
— Πόσο χρόνο νωρίτερα συνέβη αυτό; Πόσος χρόνος προετοιμασίας μεσολάβησε μέχρι την κοινή προσευχή στη Νίκαια;
Ξεκινήσαμε αρχές του 2024, έχοντας φυσικά στο μυαλό μας ότι θα είναι ο Πάπας Φραγκίσκος εκείνος που θα μεταβεί. Ωστόσο, η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται καθώς μπαίναμε στο 2025, με αποτέλεσμα να τεθεί το εγχείρημα σε αναστολή — ιδίως όταν εισήχθη στο νοσοκομείο. Όταν εξήλθε, παρότι πολύ αδύναμος, εξέφρασε την επιθυμία να πραγματοποιήσει την επίσκεψη. Αρχικά η ημερομηνία ήταν για τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 2025. Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό, καθώς ο Πάπας απεβίωσε τον Απρίλιο. Ωστόσο, μετά την εκλογή του νέου Πάπα Λέοντος, ο Παναγιώτατος παρέστη αυτοπροσώπως στην ενθρόνισή του και εκεί του εξέφρασε την επιθυμία να υλοποιήσουν από κοινού την υπόσχεση που είχε δοθεί. Ο Πάπας Λέων το αποδέχθηκε με χαρά και συγκίνηση. Και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε μια εντατική — θα έλεγα πυρετώδης — προσπάθεια.
— Ποια ήταν τα στάδια από τη στιγμή που καταλάβατε ότι θα γίνει τελικά, μέχρι την υπογραφή; Τι ήταν πιο δύσκολο; Το τελετουργικό, το πρωτόκολλο ή οι «αόρατες» ισορροπίες;
Ουσιαστικά ξεκινούμε από τον Μάιο του 2025. Ο Παναγιώτατος συναντήθηκε δύο φορές με τον Πάπα Λέοντα — η πρώτη στην ενθρόνιση, η δεύτερη λίγες εβδομάδες μετά. Από τον Ιούνιο, όταν μετέβην στη Ρώμη ως μέλος της πατριαρχικής αντιπροσωπείας για τη θρονική εορτή των Αγίων Πέτρου και Παύλου, συζητήσαμε πλέον πρακτικά το πώς θα εξελιχθεί το εγχείρημα. Από τον Ιούνιο έως τον Νοέμβριο — οπότε και πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη, σε συνδυασμό με τη θρονική εορτή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Ανδρέου — υπήρχε ένα εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ουσιαστικά επρόκειτο για τρία διαφορετικά γεγονότα που συνέπεσαν χρονικά.
— Θα μπορούσε, δηλαδή, να μιλούμε για τρεις διαφορετικές διοργανώσεις που έγιναν ταυτόχρονα.
— Ακριβώς. Είχαμε το κοινό προσκύνημα στη Νίκαια, με το οποίο ξεκίνησαν και οι εορτασμοί, στις 28 Νοεμβρίου. Στις 29 Νοεμβρίου, το πρωί, είχαμε μία συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών: μία στρογγυλή τράπεζα όλων των ηγετών των χριστιανικών Εκκλησιών και ομολογιών — επίσης ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Και ακολούθως, από το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου μέχρι και το μεσημέρι της 30ής, είχαμε τους εορτασμούς στο Φανάρι για την εορτή του Αγίου Ανδρέου, με την παρουσία του Πάπα. Άρα, λοιπόν, τρία γεγονότα. Και το καθένα από αυτά είχε τις ιδιαιτερότητές του, ενώ οι εκδηλώσεις έτρεχαν παράλληλα.
— Σε επίπεδο κλίμακας: για να συντονιστεί μια τέτοια συνάντηση, τέτοιες εκδηλώσεις, τέτοιες συναντήσεις… μιλάμε για δεκάδες τηλεφωνήματα, για εκατοντάδες επαφές σε βάθος εβδομάδων. Πόσοι άνθρωποι και πόσες υπηρεσίες επιστρατεύτηκαν; Για το πρωτόκολλο, την ασφάλεια, τις μετακινήσεις, το λειτουργικό, τους μεταφραστές, την επικοινωνία; Δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο εγχείρημα.
— Καθόλου εύκολο. Και όσο κι αν σας εκπλήξει, μπορώ να σας πω ότι ήταν μικρός ο αριθμός των προσώπων που μετείχαν, σε σχέση με την κλίμακα αυτών των γεγονότων.
— Ναι; — Ναι. Ήταν μια μικρή ομάδα, η οποία όμως ήταν δεμένη και λειτούργησε σε στενή συνεργασία οι δύο Εκκλησίες, αλλά και σε αλληλεξάρτηση με τις εσωτερικές υπηρεσίες τους. — Με δεδομένο ότι ένα αντίστοιχο κοινό προσκύνημα στη Νίκαια δεν είχε ξανασυμβεί τα τελευταία 1.700 χρόνια, φαντάζομαι ότι δεν υπήρχαν έτοιμα «βιβλία» ή πρότυπα πρωτοκόλλων και τελετουργικών για να ανατρέξετε. Δημιουργήσατε, λοιπόν, από την αρχή ένα πρωτόκολλο, το οποίο πιθανότατα θα λειτουργήσει και ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η διαδικασία; Τι χρειάστηκε να κάνετε για να υπερβείτε τις δυσκολίες — και να διαχειριστείτε, πρωτίστως, το βάρος της ευθύνης;
—Ήταν πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, από πλευράς Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτός που ηγείτο της όλης προσπάθειας ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ, ο πρώτος στην τάξη ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έχει μακρά εμπειρία, όχι μόνο σε κορυφαία διορθόδοξα γεγονότα — όπως η διοργάνωση και η επιτυχής διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016, πριν από δέκα χρόνια — αλλά και σε σημαντικά διαχριστιανικά και διαθρησκειακά γεγονότα. Για παράδειγμα, τη συνάντηση στο Μπάρι, η οποία έγινε με πρωτοβουλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και πάρα πολλές διασκέψεις που αφορούν τον διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο με τον Ιουδαϊσμό όσο και με το Ισλάμ. Η εμπειρία, λοιπόν, του Γέροντος Χαλκηδόνος ήταν καθοριστική, ώστε να δοθούν πρότυπα εκεί όπου πράγματι μας έλειπαν. Αντίστοιχα, από πλευράς Βατικανού — το οποίο είναι και κράτος — υπάρχει μία ολόκληρη αρμόδια υπηρεσία στελεχωμένη με εξειδικευμένο προσωπικό για τη διοργάνωση τέτοιων γεγονότων. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο τμήμα που συντονίζει και προγραμματίζει τις παπικές επισκέψεις, αλλά και στο Συμβούλιο για την Προώθηση της Ενότητος των Χριστιανών, το οποίο επίσης έχει μεγάλη εμπειρία σε ανάλογες κλίμακες. — Υπάρχει τέτοιο Συμβούλιο; — Υπάρχει. — Πολύ ενδιαφέρον. Δεν το γνώριζα. Με αρκετές δεκαετίες δράσης. — Ακριβώς. — Έχουμε εμείς κάτι αντίστοιχο;
— Εμείς δεν έχουμε με αυτή τη μορφή. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έχουμε ειδική Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έχουμε επίσης Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τα διαχριστιανικά και διαθρησκειακά ζητήματα. Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί έπρεπε να υπάρχει πολύ καλή οργάνωση και πολύ καλός συντονισμός. Δεν είμαστε εξοικειωμένοι στο να οργανώνουμε τόσο μεγάλα γεγονότα, που έχουν υψηλές απαιτήσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε συνεχής συνεργασία με τους ανθρώπους και τις υπηρεσίες επικοινωνίας του Βατικανού, οι οποίοι ασφαλώς ακολουθούν μια πεπατημένη για τις επισκέψεις του Πάπα στο εξωτερικό και, θα λέγαμε, μας βοήθησαν να προετοιμαστούμε κι εμείς κατάλληλα, ώστε να ανταποκριθούμε στη μετάδοση. Το ένα κομμάτι ήταν αυτό: το τηλεοπτικό. Υπήρχε, όμως, ένα πιο δύσκολο: η διαχείριση του πλήθους των εκπροσώπων των μέσων ενημέρωσης στο πεδίο — δηλαδή στους χώρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είχαμε περίπου 200 δημοσιογράφους και θα πρέπει να προσθέσουμε σε αυτούς τους οπερατέρ, τους τεχνικούς, τους φωτογράφους: ένας πολύ μεγάλος αριθμός. Δημιουργήσαμε ένα Κέντρο Τύπου ακριβώς δίπλα από το Πατριαρχείο, ώστε να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, να διαχειριστούμε κατά το δυνατόν τον μεγάλο αριθμό και να τους μοιράσουμε σε διάφορους χώρους, για να καλυφθεί όλο το γεγονός στις διαφορετικές — θα έλεγα — ενότητές του. Ξεκινήσαμε περίπου τρεις μήνες πριν τα πιο εντατικά στάδια της προετοιμασίας (παρότι κάποια κομμάτια, από τη δική μας πλευρά, είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα). Εντατικά, λοιπόν, τους τελευταίους τρεις μήνες. Ήταν δύσκολη η πρώτη μέρα, όπου υπήρξε ένα πρόβλημα στον έλεγχο όσων ήθελαν να εισέλθουν στον χώρο του Πατριαρχείου. Δημιουργήθηκε εκεί ένα θέμα. Όμως, με τη βοήθεια της Διεύθυνσης Επικοινωνίας του κράτους — η οποία επόπτευε και διευκόλυνε συνολικά την επίσκεψη του Πάπα, όχι μόνο στο Πατριαρχείο αλλά όλες τις κινήσεις του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Τουρκία — ξεπεράστηκαν τα προβλήματα. Και οι δημοσιογράφοι βοήθησαν πάρα πολύ. Είναι εξαιρετικά συνεργάσιμοι. Σε κάθε γεγονός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είτε Τούρκοι είτε εκπρόσωποι διεθνών μέσων, είναι πάντοτε πολύ βοηθητικοί στην προσπάθειά μας να τους εξυπηρετήσουμε.
— Θα ήθελα να σταθώ σε κάτι προσωπικό: αναφέρατε ότι είχατε δημοσιογραφική πορεία πριν υπηρετήσετε το Πατριαρχείο.
— Ναι. Πριν εργαστώ για το Πατριαρχείο, εργαζόμουν σχεδόν είκοσι χρόνια στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδα, καλύπτοντας εκκλησιαστικές ειδήσεις. Μεγάλωσα μέσα στην Εκκλησία. Έχω εκκλησιαστική καταγωγή: ο παππούς μου και αρκετές γενιές πίσω ήταν κληρικοί. Οπότε, για μένα, ήταν ένας χώρος πολύ οικείος — όχι να τον καλύπτω ως δημοσιογράφος, αλλά να πηγαίνω στην Εκκλησία· μου άρεσε πάρα πολύ. Όταν, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να καλύψω το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ, ήταν πρόκληση: έπρεπε να καλύψω δημοσιογραφικά κάτι, προσπαθώντας να μη αφήσω την προσωπική μου σχέση με την Εκκλησία να επηρεάσει τη δουλειά μου. Δεν είναι εύκολο. Αλλά ανακάλυψα στην πορεία πάρα πολλά που δεν τα περίμενα: είδα πόσο πλούσια παράδοση έχουμε, πόσο βαθιά ριζωμένη ιστορία, πώς η εκκλησιαστική ζωή ήταν πάντοτε ζυμωμένη με την πορεία του Γένους, πόσο σημαντικός ήταν πάντοτε ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο θυσιαστικά υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος. Κάποια από αυτά μπορεί να τα είχα διαβάσει στο σχολείο, αλλά τα περισσότερα τα ανακάλυψα μέσα από τη δημοσιογραφική μου πορεία. Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα και μου πρότεινε ο Παναγιώτατος να υπηρετήσω κι εγώ αυτόν τον ιστορικό θεσμό, για μένα ήταν και πρόκληση και μεγάλη ευλογία. Με έναν τρόπο επανασυνδεόμουν με τον τόπο και με την Εκκλησία που διακόνησαν οι πρόγονοί μου ως κληρικοί — εγώ, βέβαια, ως λαϊκός — και από την άλλη πλευρά με έναν πολύ σημαντικό θεσμό του Γένους, ο οποίος, με πολλές θυσίες, υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος μας. Κάθε μέρα υπηρετώντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι εξίσου σημαντική και μου δημιουργεί μεγάλη συγκίνηση όταν σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι ανιδιοτελώς υπηρέτησαν αυτόν τον θεσμό, πόσα έχει προσφέρει που δεν τα γνωρίζουμε, και πόσο εύκολα κάποιοι κακοποιούν με τον λόγο τους αυτόν τον αρχαίο θεσμό — τον Πρώτο Θρόνο της Ορθοδοξίας.
Το Σύμβολο της Πίστεως και το «Filioque»
— Νομίζω ότι σας προβλημάτισε αρκετά η γλώσσα στην οποία θα έπρεπε — ποια θα ήταν η προσφορότερη — να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως.
— Πράγματι. Η γλώσσα στην οποία συντάχθηκε ήταν η ελληνική. Με αυτό το σκεπτικό, στις συζητήσεις που είχαμε, όχι μόνο οι μετέχοντες από πλευράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ρώμης είπαν να αναγνωστεί από τον Παναγιώτατο στην ελληνική.
— Μόνο από τον Παναγιώτατο;
— Υπήρχε αρχικά αυτή η σκέψη. Ωστόσο, όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το κορυφαίο κείμενο ενότητος του χριστιανισμού, αν το διάβαζε ένα μόνο πρόσωπο, θα περιόριζε πολύ — σε συμβολικό επίπεδο — τον χαρακτήρα του κοινού προσκυνήματος. Σκεφτήκαμε να αναγνωστεί από κοινού, από τον Πάπα και τον Πατριάρχη. Αλλά και πάλι υπήρχε η δυσκολία της ελληνικής γλώσσας για την πλευρά του Πάπα.
— Ο Πάπας θα μπορούσε να το υποστηρίξει στα ελληνικά;
— Ο Πάπας Βενέδικτος, που γνώριζε αρχαία ελληνικά — έστω με ερασμιακή προφορά — θα μπορούσε. Αλλά εδώ μιλάμε για τον Πάπα Λέοντα. Γι’ αυτό και καταλήξαμε να αναγνωστεί στην αγγλική, ως κοινή γλώσσα για όλους. Και μάλιστα να αναγνωστεί από όλους. Και αυτό ήταν που κατέστησε εκείνη τη στιγμή της τελετής το πιο ιερό, το πιο συγκινητικό, το πιο αντιπροσωπευτικό. — Να προσθέσω ότι το Σύμβολο της Πίστεως αναγνώστηκε χωρίς την προσθήκη του «Filioque».
— Ήμουν έτοιμη να το ρωτήσω, μόλις ολοκληρώνατε. Σας ευχαριστώ που με διευκολύνετε. Τι σημαίνει αυτό για όσους δεν γνωρίζουν;
—«Filioque» στα λατινικά σημαίνει «και εκ του Υιού». Είναι μία προσθήκη στην οποία προχώρησε η Εκκλησία της Ρώμης, ειδικά ως προς τον τρόπο εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Εμείς λέμε «ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον». Εκείνοι προσθέτουν «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Η προσθήκη αυτή είναι μεταγενέστερη. Και αυτό μάλιστα το αναγνώρισε και ο Πάπας Λέων σε πρόσφατη εγκύκλιό του, η οποία κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν την έλευσή του στην Τουρκία. Είναι πολύ σημαντικό: ότι και ο Πάπας υποστήριξε πως το Σύμβολο της Πίστεως, στην αρχική και αυθεντική του μορφή, δεν περιέχει αυτή την προσθήκη. Για κάποιους μπορεί να φαίνεται σήμερα ως ένα ζήτημα πολύ «τεχνικό». Όμως είναι βαθύτατα θεολογικό. Και υπήρξε ζήτημα που οδήγησε στο σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών. Οπότε καταλαβαίνει κανείς, έχοντας αυτό ως υπόβαθρο, τη βαρύτητα της πράξεως: τόσο της αναγνώρισης από μέρους του Πάπα, όσο και της κοινής αποφάσεως όλων των παρισταμένων να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως στην αυθεντική του μορφή.