https://www.youtube.com/watch?v=2b2ZVvahHFA&t=1003s
Feb 13, 2026
Ποιο ήταν το παρασκήνιο της συνάντησης Πάπα -Πατριάρχη στη Νίκαια της Βιθυνίας ; Ποιοι και γιατί απουσίασαν; Γιατί οι ρωσικές υπηρεσίες επιτέθηκαν στον Πατριάρχη; θα έχουμε κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς; θα ανοίξει το 2026 η Θεολογική σχολή της Χάλκης; Απαντήσεις σε όλα αυτά τα καυτά ερωτήματα δίνονται απο τους φιλοξενούμενος της εκπομπής με τη Μαρία Δόικου , αρχιμανδρίτη Αέτιο, Μέγα εκκλησιάρχη του οικουμενικού πατριαρχείου , Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή Καθηγητή Φιλοσοφίας και διευθυντή του Α γραφείου του οικουμενικού πατριάρχη και τον Νικο Παπαπχρήστου διευθυντή του γραφείου τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου .
Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.
Τον Νοέμβριο του 2025, στην αρχαία Νίκαια της Βιθυνίας, πραγματοποιήθηκε μία συνάντηση που χαρακτηρίστηκε ιστορική. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ συναντήθηκαν με αφορμή τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325 μ.Χ.
Εκεί υπέγραψαν κοινή δήλωση, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ενότητας των Χριστιανών. Σήμερα επιχειρούμε έναν απολογισμό αυτής της συνάντησης. Τι σημαίνει θεολογικά, εκκλησιαστικά και κοινωνικά, σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους, διχασμούς και εργαλειοποίηση της πίστης;
Ο απολογισμός αυτός χρειάζεται τη ματιά ενός ανθρώπου που βρέθηκε στον πυρήνα της προετοιμασίας αλλά και της υλοποίησης της ιστορικής αυτής συνάντησης. Και ο άνθρωπος αυτός είναι σήμερα μαζί μας.
Είναι ο Μέγας Εκκλησιάρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και Διευθυντής του Ιδιαιτέρου Πατριαρχικού Γραφείου, ο Πανοσιολογιώτατος Πατέρας Αέτιος.
Καλώς ήρθατε.
— Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση.
— Εμείς ευχαριστούμε για την τιμή που μας κάνατε με την παρουσία σας.
Μαζί θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τι άνοιξε αυτή η συνάντηση, πού έθεσε όρια και ποιες ευθύνες αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον του χριστιανικού κόσμου.
Αλλά πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, επιτρέψτε μου να εξηγήσω στους τηλεθεατές και τις τηλεθεάτριες, με λίγες λέξεις, τι σημαίνει η ιδιότητά σας.
Ο Μέγας Εκκλησιάρχης, κυρίες και κύριοι, είναι ο κληρικός που έχει την ευθύνη της τάξης, του τελετουργικού και της πρακτικής οργάνωσης των μεγάλων εκκλησιαστικών στιγμών γύρω από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Στην πράξη, είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από όσα συμβαίνουν «όπως πρέπει να συμβούν», ιδιαίτερα όταν το βάρος της ιστορίας και του συμβολισμού είναι πολύ μεγάλο.
Και ακριβώς γι’ αυτό, Πανοσιολογιώτατε Πατέρα Αέτιε, είστε μαζί μας.
Πριν μπούμε στις μεγάλες έννοιες και στα δύσκολα ερωτήματα, θα ήθελα να σας ρωτήσω όλα εκείνα που θα μας δώσουν τις απαντήσεις για το πώς γεννήθηκε αυτή η ιστορική συνάντηση.
Είστε μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Κοινού Προσκυνήματος και θέλω να πάμε μαζί τον χρόνο πίσω, για να κατανοήσουμε πώς άρχισαν όλα.
Το πρώτο ερώτημα: Σε ποιον ανήκε η ιδέα του Κοινού Προσκυνήματος;
Ποιο ήταν το παρασκήνιο της συνάντησης Πάπα -Πατριάρχη στη Νίκαια της Βιθυνίας ; Ποιοι και γιατί απουσίασαν; Γιατί οι ρωσικές υπηρεσίες επιτέθηκαν στον Πατριάρχη; θα έχουμε κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς; θα ανοίξει το 2026 η Θεολογική σχολή της Χάλκης; Απαντήσεις σε όλα αυτά τα καυτά ερωτήματα δίνονται απο τους φιλοξενούμενος της εκπομπής με τη Μαρία Δόικου , αρχιμανδρίτη Αέτιο, Μέγα εκκλησιάρχη του οικουμενικού πατριαρχείου , Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή Καθηγητή Φιλοσοφίας και διευθυντή του Α γραφείου του οικουμενικού πατριάρχη και τον Νικο Παπαπχρήστου διευθυντή του γραφείου τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου .
Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.
Τον Νοέμβριο του 2025, στην αρχαία Νίκαια της Βιθυνίας, πραγματοποιήθηκε μία συνάντηση που χαρακτηρίστηκε ιστορική. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ συναντήθηκαν με αφορμή τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325 μ.Χ.
Εκεί υπέγραψαν κοινή δήλωση, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ενότητας των Χριστιανών. Σήμερα επιχειρούμε έναν απολογισμό αυτής της συνάντησης. Τι σημαίνει θεολογικά, εκκλησιαστικά και κοινωνικά, σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους, διχασμούς και εργαλειοποίηση της πίστης;
Ο απολογισμός αυτός χρειάζεται τη ματιά ενός ανθρώπου που βρέθηκε στον πυρήνα της προετοιμασίας αλλά και της υλοποίησης της ιστορικής αυτής συνάντησης. Και ο άνθρωπος αυτός είναι σήμερα μαζί μας.
Είναι ο Μέγας Εκκλησιάρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και Διευθυντής του Ιδιαιτέρου Πατριαρχικού Γραφείου, ο Πανοσιολογιώτατος Πατέρας Αέτιος.
Καλώς ήρθατε.
— Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση.
— Εμείς ευχαριστούμε για την τιμή που μας κάνατε με την παρουσία σας.
Μαζί θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τι άνοιξε αυτή η συνάντηση, πού έθεσε όρια και ποιες ευθύνες αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον του χριστιανικού κόσμου.
Αλλά πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, επιτρέψτε μου να εξηγήσω στους τηλεθεατές και τις τηλεθεάτριες, με λίγες λέξεις, τι σημαίνει η ιδιότητά σας.
Ο Μέγας Εκκλησιάρχης, κυρίες και κύριοι, είναι ο κληρικός που έχει την ευθύνη της τάξης, του τελετουργικού και της πρακτικής οργάνωσης των μεγάλων εκκλησιαστικών στιγμών γύρω από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Στην πράξη, είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από όσα συμβαίνουν «όπως πρέπει να συμβούν», ιδιαίτερα όταν το βάρος της ιστορίας και του συμβολισμού είναι πολύ μεγάλο.
Και ακριβώς γι’ αυτό, Πανοσιολογιώτατε Πατέρα Αέτιε, είστε μαζί μας.
Πριν μπούμε στις μεγάλες έννοιες και στα δύσκολα ερωτήματα, θα ήθελα να σας ρωτήσω όλα εκείνα που θα μας δώσουν τις απαντήσεις για το πώς γεννήθηκε αυτή η ιστορική συνάντηση.
Είστε μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Κοινού Προσκυνήματος και θέλω να πάμε μαζί τον χρόνο πίσω, για να κατανοήσουμε πώς άρχισαν όλα.
Το πρώτο ερώτημα: Σε ποιον ανήκε η ιδέα του Κοινού Προσκυνήματος;
Απάντηση
Όπως είπατε, θα ταξιδέψουμε κάποια χρόνια πίσω — περίπου μία δεκαετία — και θα πάμε στον Μάιο του 2014, όταν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, μαζί με τον μακαριστό πλέον Πάπα Ρώμης Φραγκίσκο, μετέβησαν από κοινού στα Ιεροσόλυμα, προκειμένου να πραγματοποιήσουν ένα κοινό προσκύνημα με αφορμή μία πολύ σπουδαία επέτειο.
Ήταν η πεντηκοστή επέτειος από την πρώτη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα Ιεροσόλυμα μεταξύ του τότε Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου.
Ήταν εκείνο το γεγονός που έσπασε αιώνες απομόνωσης και σιωπής μεταξύ των δύο αδελφών Εκκλησιών — της Πρεσβυτέρας Ρώμης και της Νέας Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως — και έφερε ξανά κοντά τους δύο προκαθημένους. Κοντά όχι μόνο ως φυσικά πρόσωπα στον ίδιο τόπο, αλλά και ως Εκκλησίες, ως κοινή επιθυμία προσέγγισης και αποκατάστασης της διαρραγείσας ενότητας.
— Εκείνη η συνάντηση ήταν πρωτοβουλία ποιανού; Του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή του Βατικανού;
Ήταν και των δύο ταυτοχρόνως. Δύσκολο να διαχωριστεί. Είχε εκφράσει ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ την επιθυμία να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακοίνωσε — λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο, ανήμερα του Αγίου Νικολάου — ότι θα μεταβεί και εκείνος για να συναντήσει τον αδελφό του.
Και έτσι ξεκίνησε αυτή η κοινή πορεία προς την ενότητα, η οποία συνεχίστηκε από τον αείμνηστο Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο και τον διάδοχο του Παύλου ΣΤ΄, τον αείμνηστο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Εν συνεχεία από τον νυν Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, αργότερα με τον Πάπα Βενέδικτο, τον Πάπα Φραγκίσκο και πλέον με τον Πάπα Λέοντα.
Για να επιστρέψουμε στα γεγονότα του Μαΐου του 2014: όταν ολοκληρώθηκε η επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα, ο Παναγιώτατος, σε μία κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε με τον Πάπα Φραγκίσκο, πολύ αυθόρμητα του εξέφρασε μία σκέψη: πόσο όμορφο θα ήταν να τους αξίωνε ο Θεός να βρεθούν μαζί και στη Νίκαια το 2025, για να γιορτάσουν τα 1.700 χρόνια από τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Ο Πάπας Φραγκίσκος χαμογέλασε — του άρεσε η ιδέα — και είπε στον Παναγιώτατο: «Μακάρι να είμαστε στη ζωή, να μας έχει ο Θεός καλά, και να πάμε μαζί».
Δεν κατέστη βεβαίως τότε δυνατόν. Όμως ήδη από το 2024 μπήκαν τα θεμέλια για τη συνέχεια — σε πολύ σύντομους χρόνους, δεδομένων των εκκλησιαστικών διαδικασιών. Δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα φτάναμε στο αποτέλεσμα.
Ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε με επιτροπές και στη συνέχεια συστάθηκε κοινή μικτή επιτροπή, στην οποία μετείχαν μέλη τόσο από την Εκκλησία της Ρώμης όσο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
— Πόσο χρόνο νωρίτερα συνέβη αυτό; Πόσος χρόνος προετοιμασίας μεσολάβησε μέχρι την κοινή προσευχή στη Νίκαια;
Ξεκινήσαμε αρχές του 2024, έχοντας φυσικά στο μυαλό μας ότι θα είναι ο Πάπας Φραγκίσκος εκείνος που θα μεταβεί. Ωστόσο, η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται καθώς μπαίναμε στο 2025, με αποτέλεσμα να τεθεί το εγχείρημα σε αναστολή — ιδίως όταν εισήχθη στο νοσοκομείο.
Όταν εξήλθε, παρότι πολύ αδύναμος, εξέφρασε την επιθυμία να πραγματοποιήσει την επίσκεψη. Αρχικά η ημερομηνία ήταν για τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 2025. Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό, καθώς ο Πάπας απεβίωσε τον Απρίλιο.
Ωστόσο, μετά την εκλογή του νέου Πάπα Λέοντος, ο Παναγιώτατος παρέστη αυτοπροσώπως στην ενθρόνισή του και εκεί του εξέφρασε την επιθυμία να υλοποιήσουν από κοινού την υπόσχεση που είχε δοθεί. Ο Πάπας Λέων το αποδέχθηκε με χαρά και συγκίνηση.
Και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε μια εντατική — θα έλεγα πυρετώδης — προσπάθεια.
— Ποια ήταν τα στάδια από τη στιγμή που καταλάβατε ότι θα γίνει τελικά, μέχρι την υπογραφή; Τι ήταν πιο δύσκολο; Το τελετουργικό, το πρωτόκολλο ή οι «αόρατες» ισορροπίες;
Ουσιαστικά ξεκινούμε από τον Μάιο του 2025. Ο Παναγιώτατος συναντήθηκε δύο φορές με τον Πάπα Λέοντα — η πρώτη στην ενθρόνιση, η δεύτερη λίγες εβδομάδες μετά.
Από τον Ιούνιο, όταν μετέβην στη Ρώμη ως μέλος της πατριαρχικής αντιπροσωπείας για τη θρονική εορτή των Αγίων Πέτρου και Παύλου, συζητήσαμε πλέον πρακτικά το πώς θα εξελιχθεί το εγχείρημα.
Από τον Ιούνιο έως τον Νοέμβριο — οπότε και πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη, σε συνδυασμό με τη θρονική εορτή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Ανδρέου — υπήρχε ένα εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ουσιαστικά επρόκειτο για τρία διαφορετικά γεγονότα που συνέπεσαν χρονικά.
— Θα μπορούσε, δηλαδή, να μιλούμε για τρεις διαφορετικές διοργανώσεις που έγιναν ταυτόχρονα.
— Ακριβώς. Είχαμε το κοινό προσκύνημα στη Νίκαια, με το οποίο ξεκίνησαν και οι εορτασμοί, στις 28 Νοεμβρίου. Στις 29 Νοεμβρίου, το πρωί, είχαμε μία συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών: μία στρογγυλή τράπεζα όλων των ηγετών των χριστιανικών Εκκλησιών και ομολογιών — επίσης ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Και ακολούθως, από το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου μέχρι και το μεσημέρι της 30ής, είχαμε τους εορτασμούς στο Φανάρι για την εορτή του Αγίου Ανδρέου, με την παρουσία του Πάπα.
Άρα, λοιπόν, τρία γεγονότα. Και το καθένα από αυτά είχε τις ιδιαιτερότητές του, ενώ οι εκδηλώσεις έτρεχαν παράλληλα.
— Σε επίπεδο κλίμακας: για να συντονιστεί μια τέτοια συνάντηση, τέτοιες εκδηλώσεις, τέτοιες συναντήσεις… μιλάμε για δεκάδες τηλεφωνήματα, για εκατοντάδες επαφές σε βάθος εβδομάδων. Πόσοι άνθρωποι και πόσες υπηρεσίες επιστρατεύτηκαν; Για το πρωτόκολλο, την ασφάλεια, τις μετακινήσεις, το λειτουργικό, τους μεταφραστές, την επικοινωνία; Δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο εγχείρημα.
— Καθόλου εύκολο. Και όσο κι αν σας εκπλήξει, μπορώ να σας πω ότι ήταν μικρός ο αριθμός των προσώπων που μετείχαν, σε σχέση με την κλίμακα αυτών των γεγονότων.
— Ναι;
— Ναι. Ήταν μια μικρή ομάδα, η οποία όμως ήταν δεμένη και λειτούργησε σε στενή συνεργασία οι δύο Εκκλησίες, αλλά και σε αλληλεξάρτηση με τις εσωτερικές υπηρεσίες τους.
— Με δεδομένο ότι ένα αντίστοιχο κοινό προσκύνημα στη Νίκαια δεν είχε ξανασυμβεί τα τελευταία 1.700 χρόνια, φαντάζομαι ότι δεν υπήρχαν έτοιμα «βιβλία» ή πρότυπα πρωτοκόλλων και τελετουργικών για να ανατρέξετε. Δημιουργήσατε, λοιπόν, από την αρχή ένα πρωτόκολλο, το οποίο πιθανότατα θα λειτουργήσει και ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η διαδικασία; Τι χρειάστηκε να κάνετε για να υπερβείτε τις δυσκολίες — και να διαχειριστείτε, πρωτίστως, το βάρος της ευθύνης;
— Ήταν πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, από πλευράς Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτός που ηγείτο της όλης προσπάθειας ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ, ο πρώτος στην τάξη ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έχει μακρά εμπειρία, όχι μόνο σε κορυφαία διορθόδοξα γεγονότα — όπως η διοργάνωση και η επιτυχής διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016, πριν από δέκα χρόνια — αλλά και σε σημαντικά διαχριστιανικά και διαθρησκειακά γεγονότα. Για παράδειγμα, τη συνάντηση στο Μπάρι, η οποία έγινε με πρωτοβουλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και πάρα πολλές διασκέψεις που αφορούν τον διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο με τον Ιουδαϊσμό όσο και με το Ισλάμ.
Η εμπειρία, λοιπόν, του Γέροντος Χαλκηδόνος ήταν καθοριστική, ώστε να δοθούν πρότυπα εκεί όπου πράγματι μας έλειπαν.
Αντίστοιχα, από πλευράς Βατικανού — το οποίο είναι και κράτος — υπάρχει μία ολόκληρη αρμόδια υπηρεσία στελεχωμένη με εξειδικευμένο προσωπικό για τη διοργάνωση τέτοιων γεγονότων. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο τμήμα που συντονίζει και προγραμματίζει τις παπικές επισκέψεις, αλλά και στο Συμβούλιο για την Προώθηση της Ενότητος των Χριστιανών, το οποίο επίσης έχει μεγάλη εμπειρία σε ανάλογες κλίμακες.
— Υπάρχει τέτοιο Συμβούλιο;
— Υπάρχει.
— Πολύ ενδιαφέρον. Δεν το γνώριζα. Με αρκετές δεκαετίες δράσης.
— Ακριβώς.
— Έχουμε εμείς κάτι αντίστοιχο;
— Εμείς δεν έχουμε με αυτή τη μορφή. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έχουμε ειδική Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έχουμε επίσης Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τα διαχριστιανικά και διαθρησκειακά ζητήματα.
Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί έπρεπε να υπάρχει πολύ καλή οργάνωση και πολύ καλός συντονισμός. Δεν είμαστε εξοικειωμένοι στο να οργανώνουμε τόσο μεγάλα γεγονότα, που έχουν υψηλές απαιτήσεις.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε συνεχής συνεργασία με τους ανθρώπους και τις υπηρεσίες επικοινωνίας του Βατικανού, οι οποίοι ασφαλώς ακολουθούν μια πεπατημένη για τις επισκέψεις του Πάπα στο εξωτερικό και, θα λέγαμε, μας βοήθησαν να προετοιμαστούμε κι εμείς κατάλληλα, ώστε να ανταποκριθούμε στη μετάδοση.
Το ένα κομμάτι ήταν αυτό: το τηλεοπτικό.
Υπήρχε, όμως, ένα πιο δύσκολο: η διαχείριση του πλήθους των εκπροσώπων των μέσων ενημέρωσης στο πεδίο — δηλαδή στους χώρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είχαμε περίπου 200 δημοσιογράφους και θα πρέπει να προσθέσουμε σε αυτούς τους οπερατέρ, τους τεχνικούς, τους φωτογράφους: ένας πολύ μεγάλος αριθμός.
Δημιουργήσαμε ένα Κέντρο Τύπου ακριβώς δίπλα από το Πατριαρχείο, ώστε να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, να διαχειριστούμε κατά το δυνατόν τον μεγάλο αριθμό και να τους μοιράσουμε σε διάφορους χώρους, για να καλυφθεί όλο το γεγονός στις διαφορετικές — θα έλεγα — ενότητές του.
Ξεκινήσαμε περίπου τρεις μήνες πριν τα πιο εντατικά στάδια της προετοιμασίας (παρότι κάποια κομμάτια, από τη δική μας πλευρά, είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα). Εντατικά, λοιπόν, τους τελευταίους τρεις μήνες.
Ήταν δύσκολη η πρώτη μέρα, όπου υπήρξε ένα πρόβλημα στον έλεγχο όσων ήθελαν να εισέλθουν στον χώρο του Πατριαρχείου. Δημιουργήθηκε εκεί ένα θέμα. Όμως, με τη βοήθεια της Διεύθυνσης Επικοινωνίας του κράτους — η οποία επόπτευε και διευκόλυνε συνολικά την επίσκεψη του Πάπα, όχι μόνο στο Πατριαρχείο αλλά όλες τις κινήσεις του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Τουρκία — ξεπεράστηκαν τα προβλήματα.
Και οι δημοσιογράφοι βοήθησαν πάρα πολύ. Είναι εξαιρετικά συνεργάσιμοι. Σε κάθε γεγονός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είτε Τούρκοι είτε εκπρόσωποι διεθνών μέσων, είναι πάντοτε πολύ βοηθητικοί στην προσπάθειά μας να τους εξυπηρετήσουμε.
— Θα ήθελα να σταθώ σε κάτι προσωπικό: αναφέρατε ότι είχατε δημοσιογραφική πορεία πριν υπηρετήσετε το Πατριαρχείο.
— Ναι. Πριν εργαστώ για το Πατριαρχείο, εργαζόμουν σχεδόν είκοσι χρόνια στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδα, καλύπτοντας εκκλησιαστικές ειδήσεις.
Μεγάλωσα μέσα στην Εκκλησία. Έχω εκκλησιαστική καταγωγή: ο παππούς μου και αρκετές γενιές πίσω ήταν κληρικοί. Οπότε, για μένα, ήταν ένας χώρος πολύ οικείος — όχι να τον καλύπτω ως δημοσιογράφος, αλλά να πηγαίνω στην Εκκλησία· μου άρεσε πάρα πολύ.
Όταν, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να καλύψω το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ, ήταν πρόκληση: έπρεπε να καλύψω δημοσιογραφικά κάτι, προσπαθώντας να μη αφήσω την προσωπική μου σχέση με την Εκκλησία να επηρεάσει τη δουλειά μου. Δεν είναι εύκολο.
Αλλά ανακάλυψα στην πορεία πάρα πολλά που δεν τα περίμενα: είδα πόσο πλούσια παράδοση έχουμε, πόσο βαθιά ριζωμένη ιστορία, πώς η εκκλησιαστική ζωή ήταν πάντοτε ζυμωμένη με την πορεία του Γένους, πόσο σημαντικός ήταν πάντοτε ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο θυσιαστικά υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος.
Κάποια από αυτά μπορεί να τα είχα διαβάσει στο σχολείο, αλλά τα περισσότερα τα ανακάλυψα μέσα από τη δημοσιογραφική μου πορεία.
Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα και μου πρότεινε ο Παναγιώτατος να υπηρετήσω κι εγώ αυτόν τον ιστορικό θεσμό, για μένα ήταν και πρόκληση και μεγάλη ευλογία. Με έναν τρόπο επανασυνδεόμουν με τον τόπο και με την Εκκλησία που διακόνησαν οι πρόγονοί μου ως κληρικοί — εγώ, βέβαια, ως λαϊκός — και από την άλλη πλευρά με έναν πολύ σημαντικό θεσμό του Γένους, ο οποίος, με πολλές θυσίες, υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος μας.
Κάθε μέρα υπηρετώντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι εξίσου σημαντική και μου δημιουργεί μεγάλη συγκίνηση όταν σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι ανιδιοτελώς υπηρέτησαν αυτόν τον θεσμό, πόσα έχει προσφέρει που δεν τα γνωρίζουμε, και πόσο εύκολα κάποιοι κακοποιούν με τον λόγο τους αυτόν τον αρχαίο θεσμό — τον Πρώτο Θρόνο της Ορθοδοξίας.
Το Σύμβολο της Πίστεως και το «Filioque»
— Νομίζω ότι σας προβλημάτισε αρκετά η γλώσσα στην οποία θα έπρεπε — ποια θα ήταν η προσφορότερη — να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως.
— Πράγματι. Η γλώσσα στην οποία συντάχθηκε ήταν η ελληνική. Με αυτό το σκεπτικό, στις συζητήσεις που είχαμε, όχι μόνο οι μετέχοντες από πλευράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ρώμης είπαν να αναγνωστεί από τον Παναγιώτατο στην ελληνική.
— Μόνο από τον Παναγιώτατο;
— Υπήρχε αρχικά αυτή η σκέψη. Ωστόσο, όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το κορυφαίο κείμενο ενότητος του χριστιανισμού, αν το διάβαζε ένα μόνο πρόσωπο, θα περιόριζε πολύ — σε συμβολικό επίπεδο — τον χαρακτήρα του κοινού προσκυνήματος.
Σκεφτήκαμε να αναγνωστεί από κοινού, από τον Πάπα και τον Πατριάρχη. Αλλά και πάλι υπήρχε η δυσκολία της ελληνικής γλώσσας για την πλευρά του Πάπα.
— Ο Πάπας θα μπορούσε να το υποστηρίξει στα ελληνικά;
— Ο Πάπας Βενέδικτος, που γνώριζε αρχαία ελληνικά — έστω με ερασμιακή προφορά — θα μπορούσε. Αλλά εδώ μιλάμε για τον Πάπα Λέοντα. Γι’ αυτό και καταλήξαμε να αναγνωστεί στην αγγλική, ως κοινή γλώσσα για όλους. Και μάλιστα να αναγνωστεί από όλους.
Και αυτό ήταν που κατέστησε εκείνη τη στιγμή της τελετής το πιο ιερό, το πιο συγκινητικό, το πιο αντιπροσωπευτικό.
— Να προσθέσω ότι το Σύμβολο της Πίστεως αναγνώστηκε χωρίς την προσθήκη του «Filioque».
— Ήμουν έτοιμη να το ρωτήσω, μόλις ολοκληρώνατε. Σας ευχαριστώ που με διευκολύνετε. Τι σημαίνει αυτό για όσους δεν γνωρίζουν;
— «Filioque» στα λατινικά σημαίνει «και εκ του Υιού». Είναι μία προσθήκη στην οποία προχώρησε η Εκκλησία της Ρώμης, ειδικά ως προς τον τρόπο εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Εμείς λέμε «ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον». Εκείνοι προσθέτουν «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ».
Η προσθήκη αυτή είναι μεταγενέστερη. Και αυτό μάλιστα το αναγνώρισε και ο Πάπας Λέων σε πρόσφατη εγκύκλιό του, η οποία κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν την έλευσή του στην Τουρκία.
Είναι πολύ σημαντικό: ότι και ο Πάπας υποστήριξε πως το Σύμβολο της Πίστεως, στην αρχική και αυθεντική του μορφή, δεν περιέχει αυτή την προσθήκη.
Για κάποιους μπορεί να φαίνεται σήμερα ως ένα ζήτημα πολύ «τεχνικό». Όμως είναι βαθύτατα θεολογικό. Και υπήρξε ζήτημα που οδήγησε στο σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών. Οπότε καταλαβαίνει κανείς, έχοντας αυτό ως υπόβαθρο, τη βαρύτητα της πράξεως: τόσο της αναγνώρισης από μέρους του Πάπα, όσο και της κοινής αποφάσεως όλων των παρισταμένων να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως στην αυθεντική του μορφή.
Όπως είπατε, θα ταξιδέψουμε κάποια χρόνια πίσω — περίπου μία δεκαετία — και θα πάμε στον Μάιο του 2014, όταν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, μαζί με τον μακαριστό πλέον Πάπα Ρώμης Φραγκίσκο, μετέβησαν από κοινού στα Ιεροσόλυμα, προκειμένου να πραγματοποιήσουν ένα κοινό προσκύνημα με αφορμή μία πολύ σπουδαία επέτειο.
Ήταν η πεντηκοστή επέτειος από την πρώτη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα Ιεροσόλυμα μεταξύ του τότε Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου.
Ήταν εκείνο το γεγονός που έσπασε αιώνες απομόνωσης και σιωπής μεταξύ των δύο αδελφών Εκκλησιών — της Πρεσβυτέρας Ρώμης και της Νέας Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως — και έφερε ξανά κοντά τους δύο προκαθημένους. Κοντά όχι μόνο ως φυσικά πρόσωπα στον ίδιο τόπο, αλλά και ως Εκκλησίες, ως κοινή επιθυμία προσέγγισης και αποκατάστασης της διαρραγείσας ενότητας.
— Εκείνη η συνάντηση ήταν πρωτοβουλία ποιανού; Του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή του Βατικανού;
Ήταν και των δύο ταυτοχρόνως. Δύσκολο να διαχωριστεί. Είχε εκφράσει ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ την επιθυμία να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακοίνωσε — λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο, ανήμερα του Αγίου Νικολάου — ότι θα μεταβεί και εκείνος για να συναντήσει τον αδελφό του.
Και έτσι ξεκίνησε αυτή η κοινή πορεία προς την ενότητα, η οποία συνεχίστηκε από τον αείμνηστο Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο και τον διάδοχο του Παύλου ΣΤ΄, τον αείμνηστο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Εν συνεχεία από τον νυν Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, αργότερα με τον Πάπα Βενέδικτο, τον Πάπα Φραγκίσκο και πλέον με τον Πάπα Λέοντα.
Για να επιστρέψουμε στα γεγονότα του Μαΐου του 2014: όταν ολοκληρώθηκε η επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα, ο Παναγιώτατος, σε μία κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε με τον Πάπα Φραγκίσκο, πολύ αυθόρμητα του εξέφρασε μία σκέψη: πόσο όμορφο θα ήταν να τους αξίωνε ο Θεός να βρεθούν μαζί και στη Νίκαια το 2025, για να γιορτάσουν τα 1.700 χρόνια από τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Ο Πάπας Φραγκίσκος χαμογέλασε — του άρεσε η ιδέα — και είπε στον Παναγιώτατο: «Μακάρι να είμαστε στη ζωή, να μας έχει ο Θεός καλά, και να πάμε μαζί».
Δεν κατέστη βεβαίως τότε δυνατόν. Όμως ήδη από το 2024 μπήκαν τα θεμέλια για τη συνέχεια — σε πολύ σύντομους χρόνους, δεδομένων των εκκλησιαστικών διαδικασιών. Δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα φτάναμε στο αποτέλεσμα.
Ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε με επιτροπές και στη συνέχεια συστάθηκε κοινή μικτή επιτροπή, στην οποία μετείχαν μέλη τόσο από την Εκκλησία της Ρώμης όσο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
— Πόσο χρόνο νωρίτερα συνέβη αυτό; Πόσος χρόνος προετοιμασίας μεσολάβησε μέχρι την κοινή προσευχή στη Νίκαια;
Ξεκινήσαμε αρχές του 2024, έχοντας φυσικά στο μυαλό μας ότι θα είναι ο Πάπας Φραγκίσκος εκείνος που θα μεταβεί. Ωστόσο, η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται καθώς μπαίναμε στο 2025, με αποτέλεσμα να τεθεί το εγχείρημα σε αναστολή — ιδίως όταν εισήχθη στο νοσοκομείο.
Όταν εξήλθε, παρότι πολύ αδύναμος, εξέφρασε την επιθυμία να πραγματοποιήσει την επίσκεψη. Αρχικά η ημερομηνία ήταν για τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 2025. Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό, καθώς ο Πάπας απεβίωσε τον Απρίλιο.
Ωστόσο, μετά την εκλογή του νέου Πάπα Λέοντος, ο Παναγιώτατος παρέστη αυτοπροσώπως στην ενθρόνισή του και εκεί του εξέφρασε την επιθυμία να υλοποιήσουν από κοινού την υπόσχεση που είχε δοθεί. Ο Πάπας Λέων το αποδέχθηκε με χαρά και συγκίνηση.
Και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε μια εντατική — θα έλεγα πυρετώδης — προσπάθεια.
— Ποια ήταν τα στάδια από τη στιγμή που καταλάβατε ότι θα γίνει τελικά, μέχρι την υπογραφή; Τι ήταν πιο δύσκολο; Το τελετουργικό, το πρωτόκολλο ή οι «αόρατες» ισορροπίες;
Ουσιαστικά ξεκινούμε από τον Μάιο του 2025. Ο Παναγιώτατος συναντήθηκε δύο φορές με τον Πάπα Λέοντα — η πρώτη στην ενθρόνιση, η δεύτερη λίγες εβδομάδες μετά.
Από τον Ιούνιο, όταν μετέβην στη Ρώμη ως μέλος της πατριαρχικής αντιπροσωπείας για τη θρονική εορτή των Αγίων Πέτρου και Παύλου, συζητήσαμε πλέον πρακτικά το πώς θα εξελιχθεί το εγχείρημα.
Από τον Ιούνιο έως τον Νοέμβριο — οπότε και πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη, σε συνδυασμό με τη θρονική εορτή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Ανδρέου — υπήρχε ένα εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ουσιαστικά επρόκειτο για τρία διαφορετικά γεγονότα που συνέπεσαν χρονικά.
— Θα μπορούσε, δηλαδή, να μιλούμε για τρεις διαφορετικές διοργανώσεις που έγιναν ταυτόχρονα.
— Ακριβώς. Είχαμε το κοινό προσκύνημα στη Νίκαια, με το οποίο ξεκίνησαν και οι εορτασμοί, στις 28 Νοεμβρίου. Στις 29 Νοεμβρίου, το πρωί, είχαμε μία συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών: μία στρογγυλή τράπεζα όλων των ηγετών των χριστιανικών Εκκλησιών και ομολογιών — επίσης ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Και ακολούθως, από το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου μέχρι και το μεσημέρι της 30ής, είχαμε τους εορτασμούς στο Φανάρι για την εορτή του Αγίου Ανδρέου, με την παρουσία του Πάπα.
Άρα, λοιπόν, τρία γεγονότα. Και το καθένα από αυτά είχε τις ιδιαιτερότητές του, ενώ οι εκδηλώσεις έτρεχαν παράλληλα.
— Σε επίπεδο κλίμακας: για να συντονιστεί μια τέτοια συνάντηση, τέτοιες εκδηλώσεις, τέτοιες συναντήσεις… μιλάμε για δεκάδες τηλεφωνήματα, για εκατοντάδες επαφές σε βάθος εβδομάδων. Πόσοι άνθρωποι και πόσες υπηρεσίες επιστρατεύτηκαν; Για το πρωτόκολλο, την ασφάλεια, τις μετακινήσεις, το λειτουργικό, τους μεταφραστές, την επικοινωνία; Δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο εγχείρημα.
— Καθόλου εύκολο. Και όσο κι αν σας εκπλήξει, μπορώ να σας πω ότι ήταν μικρός ο αριθμός των προσώπων που μετείχαν, σε σχέση με την κλίμακα αυτών των γεγονότων.
— Ναι;
— Ναι. Ήταν μια μικρή ομάδα, η οποία όμως ήταν δεμένη και λειτούργησε σε στενή συνεργασία οι δύο Εκκλησίες, αλλά και σε αλληλεξάρτηση με τις εσωτερικές υπηρεσίες τους.
— Με δεδομένο ότι ένα αντίστοιχο κοινό προσκύνημα στη Νίκαια δεν είχε ξανασυμβεί τα τελευταία 1.700 χρόνια, φαντάζομαι ότι δεν υπήρχαν έτοιμα «βιβλία» ή πρότυπα πρωτοκόλλων και τελετουργικών για να ανατρέξετε. Δημιουργήσατε, λοιπόν, από την αρχή ένα πρωτόκολλο, το οποίο πιθανότατα θα λειτουργήσει και ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η διαδικασία; Τι χρειάστηκε να κάνετε για να υπερβείτε τις δυσκολίες — και να διαχειριστείτε, πρωτίστως, το βάρος της ευθύνης;
— Ήταν πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, από πλευράς Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτός που ηγείτο της όλης προσπάθειας ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ, ο πρώτος στην τάξη ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έχει μακρά εμπειρία, όχι μόνο σε κορυφαία διορθόδοξα γεγονότα — όπως η διοργάνωση και η επιτυχής διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016, πριν από δέκα χρόνια — αλλά και σε σημαντικά διαχριστιανικά και διαθρησκειακά γεγονότα. Για παράδειγμα, τη συνάντηση στο Μπάρι, η οποία έγινε με πρωτοβουλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και πάρα πολλές διασκέψεις που αφορούν τον διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο με τον Ιουδαϊσμό όσο και με το Ισλάμ.
Η εμπειρία, λοιπόν, του Γέροντος Χαλκηδόνος ήταν καθοριστική, ώστε να δοθούν πρότυπα εκεί όπου πράγματι μας έλειπαν.
Αντίστοιχα, από πλευράς Βατικανού — το οποίο είναι και κράτος — υπάρχει μία ολόκληρη αρμόδια υπηρεσία στελεχωμένη με εξειδικευμένο προσωπικό για τη διοργάνωση τέτοιων γεγονότων. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο τμήμα που συντονίζει και προγραμματίζει τις παπικές επισκέψεις, αλλά και στο Συμβούλιο για την Προώθηση της Ενότητος των Χριστιανών, το οποίο επίσης έχει μεγάλη εμπειρία σε ανάλογες κλίμακες.
— Υπάρχει τέτοιο Συμβούλιο;
— Υπάρχει.
— Πολύ ενδιαφέρον. Δεν το γνώριζα. Με αρκετές δεκαετίες δράσης.
— Ακριβώς.
— Έχουμε εμείς κάτι αντίστοιχο;
— Εμείς δεν έχουμε με αυτή τη μορφή. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έχουμε ειδική Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έχουμε επίσης Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τα διαχριστιανικά και διαθρησκειακά ζητήματα.
Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί έπρεπε να υπάρχει πολύ καλή οργάνωση και πολύ καλός συντονισμός. Δεν είμαστε εξοικειωμένοι στο να οργανώνουμε τόσο μεγάλα γεγονότα, που έχουν υψηλές απαιτήσεις.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε συνεχής συνεργασία με τους ανθρώπους και τις υπηρεσίες επικοινωνίας του Βατικανού, οι οποίοι ασφαλώς ακολουθούν μια πεπατημένη για τις επισκέψεις του Πάπα στο εξωτερικό και, θα λέγαμε, μας βοήθησαν να προετοιμαστούμε κι εμείς κατάλληλα, ώστε να ανταποκριθούμε στη μετάδοση.
Το ένα κομμάτι ήταν αυτό: το τηλεοπτικό.
Υπήρχε, όμως, ένα πιο δύσκολο: η διαχείριση του πλήθους των εκπροσώπων των μέσων ενημέρωσης στο πεδίο — δηλαδή στους χώρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είχαμε περίπου 200 δημοσιογράφους και θα πρέπει να προσθέσουμε σε αυτούς τους οπερατέρ, τους τεχνικούς, τους φωτογράφους: ένας πολύ μεγάλος αριθμός.
Δημιουργήσαμε ένα Κέντρο Τύπου ακριβώς δίπλα από το Πατριαρχείο, ώστε να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, να διαχειριστούμε κατά το δυνατόν τον μεγάλο αριθμό και να τους μοιράσουμε σε διάφορους χώρους, για να καλυφθεί όλο το γεγονός στις διαφορετικές — θα έλεγα — ενότητές του.
Ξεκινήσαμε περίπου τρεις μήνες πριν τα πιο εντατικά στάδια της προετοιμασίας (παρότι κάποια κομμάτια, από τη δική μας πλευρά, είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα). Εντατικά, λοιπόν, τους τελευταίους τρεις μήνες.
Ήταν δύσκολη η πρώτη μέρα, όπου υπήρξε ένα πρόβλημα στον έλεγχο όσων ήθελαν να εισέλθουν στον χώρο του Πατριαρχείου. Δημιουργήθηκε εκεί ένα θέμα. Όμως, με τη βοήθεια της Διεύθυνσης Επικοινωνίας του κράτους — η οποία επόπτευε και διευκόλυνε συνολικά την επίσκεψη του Πάπα, όχι μόνο στο Πατριαρχείο αλλά όλες τις κινήσεις του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Τουρκία — ξεπεράστηκαν τα προβλήματα.
Και οι δημοσιογράφοι βοήθησαν πάρα πολύ. Είναι εξαιρετικά συνεργάσιμοι. Σε κάθε γεγονός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είτε Τούρκοι είτε εκπρόσωποι διεθνών μέσων, είναι πάντοτε πολύ βοηθητικοί στην προσπάθειά μας να τους εξυπηρετήσουμε.
— Θα ήθελα να σταθώ σε κάτι προσωπικό: αναφέρατε ότι είχατε δημοσιογραφική πορεία πριν υπηρετήσετε το Πατριαρχείο.
— Ναι. Πριν εργαστώ για το Πατριαρχείο, εργαζόμουν σχεδόν είκοσι χρόνια στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδα, καλύπτοντας εκκλησιαστικές ειδήσεις.
Μεγάλωσα μέσα στην Εκκλησία. Έχω εκκλησιαστική καταγωγή: ο παππούς μου και αρκετές γενιές πίσω ήταν κληρικοί. Οπότε, για μένα, ήταν ένας χώρος πολύ οικείος — όχι να τον καλύπτω ως δημοσιογράφος, αλλά να πηγαίνω στην Εκκλησία· μου άρεσε πάρα πολύ.
Όταν, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να καλύψω το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ, ήταν πρόκληση: έπρεπε να καλύψω δημοσιογραφικά κάτι, προσπαθώντας να μη αφήσω την προσωπική μου σχέση με την Εκκλησία να επηρεάσει τη δουλειά μου. Δεν είναι εύκολο.
Αλλά ανακάλυψα στην πορεία πάρα πολλά που δεν τα περίμενα: είδα πόσο πλούσια παράδοση έχουμε, πόσο βαθιά ριζωμένη ιστορία, πώς η εκκλησιαστική ζωή ήταν πάντοτε ζυμωμένη με την πορεία του Γένους, πόσο σημαντικός ήταν πάντοτε ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο θυσιαστικά υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος.
Κάποια από αυτά μπορεί να τα είχα διαβάσει στο σχολείο, αλλά τα περισσότερα τα ανακάλυψα μέσα από τη δημοσιογραφική μου πορεία.
Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα και μου πρότεινε ο Παναγιώτατος να υπηρετήσω κι εγώ αυτόν τον ιστορικό θεσμό, για μένα ήταν και πρόκληση και μεγάλη ευλογία. Με έναν τρόπο επανασυνδεόμουν με τον τόπο και με την Εκκλησία που διακόνησαν οι πρόγονοί μου ως κληρικοί — εγώ, βέβαια, ως λαϊκός — και από την άλλη πλευρά με έναν πολύ σημαντικό θεσμό του Γένους, ο οποίος, με πολλές θυσίες, υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος μας.
Κάθε μέρα υπηρετώντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι εξίσου σημαντική και μου δημιουργεί μεγάλη συγκίνηση όταν σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι ανιδιοτελώς υπηρέτησαν αυτόν τον θεσμό, πόσα έχει προσφέρει που δεν τα γνωρίζουμε, και πόσο εύκολα κάποιοι κακοποιούν με τον λόγο τους αυτόν τον αρχαίο θεσμό — τον Πρώτο Θρόνο της Ορθοδοξίας.
Το Σύμβολο της Πίστεως και το «Filioque»
— Νομίζω ότι σας προβλημάτισε αρκετά η γλώσσα στην οποία θα έπρεπε — ποια θα ήταν η προσφορότερη — να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως.
— Πράγματι. Η γλώσσα στην οποία συντάχθηκε ήταν η ελληνική. Με αυτό το σκεπτικό, στις συζητήσεις που είχαμε, όχι μόνο οι μετέχοντες από πλευράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ρώμης είπαν να αναγνωστεί από τον Παναγιώτατο στην ελληνική.
— Μόνο από τον Παναγιώτατο;
— Υπήρχε αρχικά αυτή η σκέψη. Ωστόσο, όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το κορυφαίο κείμενο ενότητος του χριστιανισμού, αν το διάβαζε ένα μόνο πρόσωπο, θα περιόριζε πολύ — σε συμβολικό επίπεδο — τον χαρακτήρα του κοινού προσκυνήματος.
Σκεφτήκαμε να αναγνωστεί από κοινού, από τον Πάπα και τον Πατριάρχη. Αλλά και πάλι υπήρχε η δυσκολία της ελληνικής γλώσσας για την πλευρά του Πάπα.
— Ο Πάπας θα μπορούσε να το υποστηρίξει στα ελληνικά;
— Ο Πάπας Βενέδικτος, που γνώριζε αρχαία ελληνικά — έστω με ερασμιακή προφορά — θα μπορούσε. Αλλά εδώ μιλάμε για τον Πάπα Λέοντα. Γι’ αυτό και καταλήξαμε να αναγνωστεί στην αγγλική, ως κοινή γλώσσα για όλους. Και μάλιστα να αναγνωστεί από όλους.
Και αυτό ήταν που κατέστησε εκείνη τη στιγμή της τελετής το πιο ιερό, το πιο συγκινητικό, το πιο αντιπροσωπευτικό.
— Να προσθέσω ότι το Σύμβολο της Πίστεως αναγνώστηκε χωρίς την προσθήκη του «Filioque».
— Ήμουν έτοιμη να το ρωτήσω, μόλις ολοκληρώνατε. Σας ευχαριστώ που με διευκολύνετε. Τι σημαίνει αυτό για όσους δεν γνωρίζουν;
— «Filioque» στα λατινικά σημαίνει «και εκ του Υιού». Είναι μία προσθήκη στην οποία προχώρησε η Εκκλησία της Ρώμης, ειδικά ως προς τον τρόπο εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Εμείς λέμε «ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον». Εκείνοι προσθέτουν «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ».
Η προσθήκη αυτή είναι μεταγενέστερη. Και αυτό μάλιστα το αναγνώρισε και ο Πάπας Λέων σε πρόσφατη εγκύκλιό του, η οποία κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν την έλευσή του στην Τουρκία.
Είναι πολύ σημαντικό: ότι και ο Πάπας υποστήριξε πως το Σύμβολο της Πίστεως, στην αρχική και αυθεντική του μορφή, δεν περιέχει αυτή την προσθήκη.
Για κάποιους μπορεί να φαίνεται σήμερα ως ένα ζήτημα πολύ «τεχνικό». Όμως είναι βαθύτατα θεολογικό. Και υπήρξε ζήτημα που οδήγησε στο σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών. Οπότε καταλαβαίνει κανείς, έχοντας αυτό ως υπόβαθρο, τη βαρύτητα της πράξεως: τόσο της αναγνώρισης από μέρους του Πάπα, όσο και της κοινής αποφάσεως όλων των παρισταμένων να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως στην αυθεντική του μορφή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου