Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Schelling. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Schelling. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη 1

Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη 1

Philosophisches Jahrbuch 47, 1934, σσ. 84–112

Του δρος Karl Eswein, 

Μόναχο

Ο Karl Eswein ήταν Γερμανός ιστορικός της φιλοσοφίας και φιλοσοφικός συγγραφέας, σήμερα σχεδόν λησμονημένος. Δεν φαίνεται να κατείχε γνωστή πανεπιστημιακή έδρα ούτε να διαμόρφωσε αυτοτελές φιλοσοφικό σύστημα· η σημασία του βρίσκεται κυρίως στις ιστορικοφιλοσοφικές μελέτες του.

Οι διαθέσιμες βιβλιογραφικές εγγραφές τον αναφέρουν ως γεννημένο το 1882. Στα μητρώα του Πανεπιστημίου του Μονάχου εμφανίζεται ως φοιτητής φιλοσοφίας, με τόπο γεννήσεως το Billigheim, κατά τα ακαδημαϊκά έτη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έλαβε διδακτορικό στη φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου το 1921.

Οι γνωστότερες μελέτες του

Το έργο του επικεντρώνεται κυρίως στη μεταφυσική, στην ιστορία των εννοιών και στις σχέσεις μεταξύ αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης φιλοσοφίας:
«Die Spiegelung des Universums in den Monaden bei Leibniz» — «Η αντανάκλαση του σύμπαντος στις μονάδες κατά τον Leibniz», Philosophisches Jahrbuch 41, 1928, σσ. 83–97.
«Die Wesenheit bei Johannes Scottus Eriugena» — μελέτη για την essentia ή οὐσία στον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη, Philosophisches Jahrbuch 43, 1930, σσ. 189–206.
«Schellings Verhältnis zu Aristoteles» — «Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη», Philosophisches Jahrbuch 47, 1934, σσ. 84–112.

Εισαγωγή

Έχουμε συνηθίσει να διαπιστώνουμε ότι, στις έρευνες της ιστορίας της φιλοσοφίας, η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη τυγχάνει μικρής προσοχής, μολονότι αποτελεί προφανώς σημαντικό στοιχείο της θεωρησιακής φιλοσοφίας του. Είναι αλήθεια ότι ο Schelling αρχίζει να αναφέρεται εκτενώς στον Αριστοτέλη μόλις κατά την τελευταία περίοδο των διανοητικών του κατασκευών, την περίοδο της λεγόμενης «θετικής» φιλοσοφίας· η ιδιομορφία, όμως, της σκέψεως του Schelling και των αποτελεσμάτων της μπορεί να κατανοηθεί μόνο εάν απομονώσουμε τα εμμενή, περισσότερο ή λιγότερο εμφανή συστατικά στοιχεία του πολυμεταβαλλόμενου συστήματός του, τα οποία στηρίζονται σε αριστοτελικές έννοιες.

Διότι αυτά, μαζί με άλλα πλατωνικά, πλωτινικά, σχολαστικά, σπινοζικά, λεϊβνίτεια, καντιανά και άλλα στοιχεία, αποτελούν, τρόπον τινά, τον σκελετό και τον φέροντα σκελετό, με τη βοήθεια των οποίων οικοδόμησε την ιδεαλιστική θεωρησιακή του σκέψη, η οποία απέβλεπε προς έναν ιδιότυπο ρεαλισμό.

Κατά την πρώτη του περίοδο, ισχυρότερη επίδραση άσκησαν επάνω του το πνεύμα του Kant, του Fichte και του Spinoza· από αυτούς, περισσότερο από κάθε άλλον τον ενθουσίασε ο πανθεϊσμός του Spinoza. Ο τελευταίος έδωσε ισχυρές ωθήσεις στη μετακαντιανή εποχή, όχι σε μικρό βαθμό εξαιτίας των ποιητικών στοιχείων που περιέχονταν σε αυτόν ή, μάλλον, που μπορούσαν να εισαχθούν σε αυτόν, και τα οποία έκαναν ενθουσιώδεις νέους να βλέπουν τον κόσμο μέσα σε ένα ιδεωδώς εξαγνισμένο φως, ενώ ο ολοένα ξηρότερος ορθολογισμός του Διαφωτισμού απειλούσε να καταπνίξει κάθε υψηλότερη αντίληψη της ζωής.

Όπως ακριβώς ο Spinoza, έτσι και ο Kant, παρά τον ξηρό και νηφάλιο τρόπο του, κατέστη ισχυρή πηγή εμπνεύσεως για τον ενθουσιασμό του Ρομαντισμού, κυρίως από τη φιλοσοφική του πλευρά. Στον Schelling, όπως και στους ρομαντικούς φιλοσόφους γενικότερα, ο Πλάτων και ο Πλωτίνος, με την ιδεαλιστική και αισθητική φιλοσοφία τους, άσκησαν φυσικά μεγάλη επιρροή.

Ο Fichte ήταν εκείνος που ουσιαστικά εισήγαγε τον Schelling στη φιλοσοφία, και τα ίχνη αυτού του ισχυρού στοχαστή προβάλλουν έντονα στο προσκήνιο κατά την πρώτη περίοδο. Μπροστά στην επιρροή του Kant, του Fichte και του Spinoza, οι παρορμήσεις που προέρχονταν από άλλους μεγάλους συστηματικούς φιλοσόφους, όπως ο Leibniz και ο Αριστοτέλης, αλλά και ο Bruno, υποχωρούν κατά την αρχική περίοδο.

Κατά την εκτίμηση των επιδράσεων δεν πρέπει, φυσικά, να περιορίζεται κανείς μόνο στα ορατά ίχνη, δηλαδή στα χωρία όπου οι συγκεκριμένοι στοχαστές αναφέρονται ονομαστικά· πρέπει μάλλον, πίσω από τις εκτιθέμενες σκέψεις, να αναζητεί το πρωταρχικό θεμέλιο, το οποίο δεν χρειάζεται να είναι ευδιάκριτο, αλλά με το οποίο συνδέεται η ιδιότυπη θεωρησιακή σκέψη ενός μεταγενέστερου φιλοσόφου.
Μολονότι ο Schelling δανείστηκε πολλά από πολλούς φιλοσόφους, επεξεργάστηκε αυτοτελώς τα αποτελέσματά τους και κατέκτησε νέες φιλοσοφικές προοπτικές. Βεβαίως, οι απόψεις σχετικά με την αξία τους, και ιδίως σχετικά με την αληθειακή τους αξία, διίστανται έντονα.
Το ιδιαίτερο επίτευγμά του είναι το σύστημα της ταυτότητας, του οποίου οι πρωταρχικές ρίζες πρέπει να αναζητηθούν στον Παρμενίδη, στον Πλωτίνο και στον Spinoza, και του οποίου η θεμελιώδης ιδέα είναι η ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου μέσα σε έναν περιεκτικό οργανισμό, το «Απόλυτο». Ο Hegel, ως άμεσος διάδοχος του Schelling, ενσωμάτωσε σε αυτόν τον οργανισμό τη «διαδικασία», την ανάπτυξη.

Οι σχέσεις του Hegel με τον Αριστοτέλη έχουν ήδη αποτελέσει επανειλημμένως αντικείμενο επιστημονικής συζητήσεως. Κατά τα τελευταία χρόνια, ιδίως ο Georg Lasson¹ επισημαίνει, στους προλόγους των νέων εκδόσεων των έργων του Hegel, τη συγγένεια του Hegel με τον Αριστοτέλη. Και ο Nicolai Hartmann² δημοσίευσε επίσης μια μελέτη σχετικά με τη σχέση του Hegel προς τον Αριστοτέλη.

Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρήθηκε ενθουσιώδης καλλιτέχνης-φιλόσοφος, αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν ως νηφάλιος στοχαστής της πραγματικότητας, μολονότι στα έργα του διασώζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό η ελληνική αίσθηση του ωραίου. Είναι μάλιστα παράδοξο ότι ένα φιλοσοφικό ρεύμα το οποίο απορρίπτει κάθε θεωρησιακή σκέψη και ποίηση μέσα στη φιλοσοφία, όπως ο νεοκαντιανισμός, παραπέμπει επανειλημμένως στον Πλάτωνα, τον θεωρησιακότερο από τους δύο στοχαστές.


Ο Αριστοτέλης, ο πραγματικός πατέρας της επιστήμης της φύσεως, δεν εκτιμάται ιδιαίτερα ούτε από τους εκπροσώπους των φυσικών επιστημών. Για τους φυσιοδίφες ο Αριστοτέλης είναι, με τη σειρά του, υπερβολικά θεωρησιακός και απομακρυσμένος από την πραγματικότητα· κατά τον ίδιο τρόπο και ο Hegel θεωρείται από τους φυσικούς επιστήμονες αργόσχολος θεωρησιακός στοχαστής και φαντασιοκόπος ξένος προς την πραγματικότητα.

Ο ίδιος ο Hegel, όπως και ο Schelling, ήθελε να στέκεται και με τα δύο πόδια μέσα στην πραγματική πραγματικότητα· βεβαίως, εκείνοι αντιλαμβάνονταν το πραγματικό κάπως διαφορετικά από ό,τι οι σημερινοί άνθρωποι. Για αυτούς δεν υπήρχε, πράγματι, κάποια ιδιαίτερη υπεραισθητή πραγματικότητα ούτε ένας υπερβατικός Θεός —αυτό, όμως, δεν ισχύει για την τελευταία περίοδο του Schelling—· αλλά το πνευματικό, ως το Απόλυτο, το οποίο για αυτούς αποτελούσε τη μόνη αληθινή πραγματικότητα, εφόσον θεωρούσαν τη φύση και τις διεργασίες της απλώς ως «απλό φαινόμενο», βρίσκεται μόνο μέσα στον κόσμο και όχι σε κάποιο επέκεινα.

Ο Hegel βρίσκεται δικαίως πλησιέστερα στον Αριστοτέλη από ό,τι ο Schelling, πράγμα που δεν μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω εδώ. Παρ’ όλα αυτά, ολόκληρη η τάση της φιλοσοφίας του Schelling, παρά τον εσφαλμένο καντιανισμό, τον σπινοζισμό, τον πλατωνισμό και τον νεοπλατωνισμό του, κατευθύνεται προς τον Αριστοτέλη.

Αυτό προκύπτει ιδιαίτερα καθαρά από τις συλλογιστικές πορείες της λεγόμενης «θετικής» φιλοσοφίας του, η οποία υποτίθεται ότι αντιτίθεται στην «αρνητική» φιλοσοφία, δηλαδή στο σύστημα του λόγου, που έχει ως βάση την Ιδέα ως απλό νοητικό κατασκεύασμα. Σκοπός του Schelling κατά την τελευταία περίοδό του ήταν να διαμορφώσει έναν φιλοσοφικό εμπειρισμό της αποκαλύψεως.

Η φιλοσοφία της αποκαλύψεως δεν είναι γι’ αυτόν τίποτε άλλο παρά εφαρμογή της θετικής φιλοσοφίας και της διδασκαλίας του περί δυνάμεων και Ιδεών στην ιστορία των θρησκειών, ιδίως του Χριστιανισμού, καθώς και στην ιστορία της φιλοσοφίας και του πολιτισμού εν γένει.

Ο εμπειρισμός του Schelling κατά την τελευταία περίοδό του δεν είναι σε καμία περίπτωση ο εμπειρισμός των φυσικών επιστημών· χρησιμοποιεί μάλλον ιστορικά γεγονότα, προκειμένου να οικοδομήσει υπέρλογες και ανορθολογικές κατασκευές.


Το ανορθολογικό, για τον Schelling, δεν συνίσταται σε κάποιο συναίσθημα ή βίωμα υπερβατικών γεγονότων, αλλά θεμελιώνεται στην ελεύθερη πράξη της θεϊκής, καθώς και της ανθρώπινης, προσωπικότητας, πράξη την οποία ο λόγος δεν μπορεί να συλλάβει.

Ο ορθολογισμός και ο διανοητισμός εξακολουθούν βεβαίως να αποτελούν τη βάση της φιλοσοφίας του Schelling ακόμη και κατά την τελευταία της περίοδο· καταλήγουν όμως σε έναν ανορθολογισμό της πράξεως και της δράσεως. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη: η γνώση, η σκέψη και η πράξη αλληλοσυμπληρώνονται.

Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη είναι, γι’ αυτόν τον λόγο, ιδιαίτερα στενή, επειδή και οι δύο —ο Schelling κυρίως κατά την πρώτη του περίοδο— διαθέτουν μια οργανική και δυναμική κοσμοθεωρία, η οποία διδάσκει την εμμένεια των Ιδεών, ή αντιστοίχως των γενών και των εννοιών, μέσα στον κόσμο και στον κόσμο ως σύμπαν, και όχι την υπερβατικότητα των πλατωνικών Ιδεών.

Στον Αριστοτέλη οι πλατωνικές Ιδέες μετασχηματίστηκαν σε γένη και έννοιες, τα οποία υπάρχουν και ενεργούν μέσα στα φυσικά πράγματα ως το καθολικό· στον Schelling, αντιθέτως, οι Ιδέες βρίσκονται πίσω από τα πράγματα ως θεμελιωτικές αρχές. Είναι το καντιανό «πράγμα καθ’ εαυτό».¹

Ο Schelling ομολογεί τελικά¹ ότι, για κάθε εννοιολογικό προσδιορισμό, προσέφευγε πάντοτε με προθυμία στον Αριστοτέλη. Γι’ αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε στη συζήτηση ορισμένων βασικών εννοιών της φιλοσοφίας του Schelling· όπως όμως ήδη υποδείχθηκε, δεν πρέπει να εξετάσουμε μόνο την ουσία των εννοιών, αλλά και το πνευματικό περιεχόμενο των σκέψεων που ενσαρκώνονται σε αυτές, στον βαθμό που σχετίζονται με τον Αριστοτέλη.

Όπως πληροφορούμαστε από τον G. L. Plitt, στο έργο Aus Schellings Leben und Briefen (Λειψία 1869), ο Schelling ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την αυτοτελή μελέτη του Αριστοτέλη στη μοναστηριακή σχολή του Bebenhausen στη Βυρτεμβέργη —εκπαιδευτικό ίδρυμα για ευαγγελικούς κληρικούς. Ο βιογράφος παρατηρεί σχετικά:²
«Φαίνεται, ωστόσο, ότι, όσον αφορά τον τελευταίο [τον Αριστοτέλη], εξοικειώθηκε κυρίως μόνο με επιμέρους έννοιες της αριστοτελικής φιλοσοφίας, μέσω της συγκεντρώσεως και αντιπαραβολής αριστοτελικών χωρίων».

Οι Ιδέες για μια φιλοσοφία της φύσεως


Θα στραφούμε τώρα στο κυριότερο έργο της πρώιμης περιόδου του Schelling, τις Ιδέες για μια φιλοσοφία της φύσεως ως εισαγωγή στη μελέτη αυτής της επιστήμης³, του έτους 1797, και θα εξετάσουμε μέσα σε αυτό το θέμα μας.

Ο Schelling ανέπτυξε, ως γνωστόν, τον δυναμικό οργανισμό της φύσεως που πραγματεύεται σε αυτό το έργο με αφετηρία τις φυσικοφιλοσοφικές διδασκαλίες του Kant, μολονότι η έννοια της οργανικής ενότητας και της σκοπιμότητας της φύσεως ανάγεται τελικά στην τελεολογία του Αριστοτέλη.

Σημαντικότερη για το θέμα μας είναι η ιδιότυπη χρήση των εννοιών οὐσία, ὕλη, εἶδος, υπόσταση, ουσία, ύλη και μορφή, τις οποίες ο Αριστοτέλης επεξεργάστηκε πρώτος συστηματικά. Ο Schelling δεν αναφέρει, βέβαια, στην παραπάνω πραγματεία το όνομα του Αριστοτέλη· παρ’ όλα αυτά, έχει δεχθεί ισχυρότατη γονιμοποίηση από εκείνον, όχι άμεσα μέσω των συγγραμμάτων του, αλλά μέσω ενδιάμεσων στοχαστών.

Το Απόλυτο, η ενότητα σκέψεως και είναι, το πρωταρχικό Ένα του Πλωτίνου, η υπόσταση του Spinoza και το καθολικό «Εγώ» του Fichte, διαιρείται στον Schelling σε υποκείμενο και αντικείμενο. Το τελευταίο αποτελεί την αντανάκλαση του υποκειμένου. Το υποκείμενο αντιπροσωπεύει την ύλη και το αντικείμενο τη μορφή.

Η έννοια της ύλης εξισώνεται με την έννοια της ουσίας. Με αυτήν πρέπει να εννοήσουμε την οὐσία του Αριστοτέλη και όχι την ὕλη, μολονότι στον Schelling, όπως θα δούμε αργότερα, υπάρχει μια νοητή ύλη, μια νοητή πρώτη ύλη, κατά το πρότυπο της νοητής ύλης των γενών και των ειδών, η οποία έχει διαπιστωθεί στον Αριστοτέλη.¹

Η ύλη είναι στον Schelling η «υποστατική ουσιότητα»², για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Geyser. Βεβαίως, αυτή η ουσιότητα είναι στον Schelling η σπινοζική υπόσταση, γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται συγχρόνως ως ύλη, μολονότι δεν έχει τίποτε το πραγματοειδές ή το υλικά εκτεταμένο.

Ο Schelling αποφεύγει την έννοια της υποστάσεως, επειδή το Απόλυτο δεν είναι κάτι ακίνητο, όπως στον Spinoza, αλλά ένα πνευματικό σύμπλεγμα δυνάμεων που βρίσκεται καθ’ εαυτό σε αδιάκοπη κίνηση. Το Απόλυτο είναι η καθολική δύναμη που βρίσκεται ως ενεργός αρχή στη βάση κάθε όντος, είτε πρόκειται για συνειδητό, σκεπτόμενο και εποπτεύον υποκείμενο είτε για αντικειμενική φύση.

Ολόκληρος ο κόσμος της εμπειρίας, δηλαδή η φύση, αποτελεί για τον Schelling, με την καντιανή έννοια, απλώς «φαινόμενο», πίσω από το οποίο βρίσκονται οι Ιδέες ως «πράγματα καθ’ εαυτά», διότι αυτές αποτελούν τις λειτουργίες του Απολύτου μέσα στην αιώνια δραστηριότητά του.

Ο Θεός του Schelling ασχολείται πάντοτε με την αντικειμενοποίηση του εαυτού του μέσω των Ιδεών μέσα στη φύση και με την υποκειμενοποίηση του εαυτού του μέσω του ανθρώπινου πνεύματος, με τη μεσολάβηση υποκειμενικών Ιδεών.

Μία από τις βασικές προτάσεις του Schelling στην πραγματεία Ιδέες για μια φιλοσοφία της φύσεως διατυπώνεται ως εξής:³
«Το Απόλυτο είναι μια αιώνια πράξη γνώσεως, η οποία είναι η ίδια για τον εαυτό της ύλη και μορφή· μια παραγωγή, μέσα στην οποία το Απόλυτο καθίσταται με αιώνιο τρόπο, μέσα στην ολότητά του, ως Ιδέα, ως καθαρή ταυτότητα, πραγματικότητα και μορφή, και αντιστρόφως, με εξίσου αιώνιο τρόπο, διαλύει τον εαυτό του μέσα στη μορφή, στην ουσία ή στο υποκείμενο».


Η ιδιότυπη σύνδεση των εννοιών της ύλης και της μορφής σε αυτόν τον ορισμό μάς παραπέμπει ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη.

Η διαδικασία μορφοποιήσεως του Απολύτου συντελείται μέσω των Ιδεών, καθώς αυτές συναθροίζονται σε διαδοχικές βαθμίδες μέσα σε «ενότητες» και μέσω αυτών ζωογονούνται. Αυτές οι ενότητες αποκαλούνται από τον Schelling «δυνάμεις» —Potenzen—, οι οποίες εμφανίζονται στο υποκείμενο και στο αντικείμενο, στο πνεύμα και στη φύση, και διαχέουν, τρόπον τινά, τις Ιδέες σε ολόκληρο τον κόσμο, στον κόσμον.

Το Απόλυτο, ο Θεός, είναι στον Schelling αδιάκοπα ενεργό κατά τρόπο δημιουργικό⁴, καθώς αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στην αιώνια διανοητική εποπτεία του και, κατά τη διαδικασία αυτή, παράγει τις Ιδέες.

Πρέπει, βεβαίως, να ειπωθεί ότι, στο σύνολό της, αυτή η σελλινγκιανή αντίληψη στηρίζεται περισσότερο στον Πλωτίνο και στον Spinoza· ωστόσο, η ιδιότυπη σύνδεση της ύλης ή ουσίας με τη μορφή είναι ειδικά αριστοτελική.

Άλλωστε, το πρωταρχικό Ένα του Πλωτίνου, μαζί με τον Νοῦ του, προέρχεται επίσης από έναν συνδυασμό πλατωνικών και αριστοτελικών διδασκαλιών, με την προσθήκη της παρμενίδειας ενότητας νοήσεως και είναι, καθώς και του πανθεϊσμού της Στοάς.

Τους όρους για τη γένεση και τη μεταμόρφωση των Ιδεών ο Schelling τους άντλησε από τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το καθολικό και το επιμέρους

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετική παρουσίαση. Ο Karl Eswein, μέσα από το άρθρο του, θέτει με σαφήνεια τον προβληματισμό του: η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη δεν είναι ούτε περιστασιακή ούτε επιφανειακή, αλλά θεμελιώδης για την κατανόηση της όλης πορείας του, ιδιαίτερα της μεταστροφής του προς έναν ιδιότυπο ρεαλισμό και τελικά προς τη «θετική» φιλοσοφία.
Ας συνοψίσω και ας σχολιάσω τα κεντρικά σημεία του Eswein, συμπληρώνοντάς τα με ορισμένες κρίσιμες διευκρινίσεις.

1. Η χρονολόγηση και η σημασία της αριστοτελικής επιρροής
Ο Eswein κάνει μια σημαντική επισήμανση: η ρητή αναφορά του Schelling στον Αριστοτέλη εντείνεται προς το τέλος της ζωής του, ωστόσο η εννοιολογική του οφειλή διατρέχει όλο του το έργο. Αυτό είναι ορθό. Η πρώιμη Φιλοσοφία της Φύσεως (1797) και το Σύστημα του Υπερβατολογικού Ιδεαλισμού (1800) είναι γεμάτα αριστοτελικές έννοιες (δύναμις-ενέργεια, ὕλη-εἶδος, οὐσία, σκοπιμότητα), έστω κι αν τις χρησιμοποιεί μέσα από το φίλτρο του Νεοπλατωνισμού, του Spinoza και του Kant. Ο Eswein τονίζει ότι ο Schelling δεν αντλεί απευθείας από τον Αριστοτέλη, αλλά μέσω μιας παράδοσης που τον έχει ήδη αφομοιώσει (σχολαστικισμός, Leibniz, ακόμα και ο ίδιος ο Kant στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης).

2. Η οργανική και δυναμική κοσμοθεωρία

Ο Eswein εντοπίζει τη βαθύτερη συγγένεια στη δυναμική αντίληψη της φύσης. Ο Schelling, όπως και ο Αριστοτέλης, βλέπει τη φύση όχι ως έναν παθητικό μηχανισμό, αλλά ως μια ενεργή δύναμη που εξελίσσεται. Η φύση είναι ορατή, η αόρατη πνευματική ζωή. Και εδώ βρίσκουμε την αριστοτελική αντίληψη της ἐντελέχειας (ενέργεια-πραγμάτωση), που είναι η εσωτερική σκοπιμότητα που ωθεί κάθε ον προς την ολοκλήρωσή του. Ο Schelling, όπως και ο Αριστοτέλης, απορρίπτει τον πλατωνικό χωρισμό των Ιδεών σε έναν υπερουράνιο τόπο. Οι Ιδέες του Schelling, όπως και τα είδη του Αριστοτέλη, εμμένουν στον κόσμο.

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά, την οποία ο Eswein θίγει αλλά δεν αναλύει πλήρως: στον Αριστοτέλη, το εἶδος (μορφή) και ἡ ὕλη (ύλη) είναι αρχές του φυσικού όντος. Στον Schelling, η ύλη και η μορφή γίνονται νοητές δυνάμεις (Potenzen) του ίδιου του Απολύτου. Ο Schelling πνευματοποιεί την αριστοτελική υλομορφισμό, μετατρέποντάς τον σε έναν ιδεαλιστικό δυναμισμό.

3. Η σχέση με τον Hegel

Ο Eswein κάνει μια πολύ ορθή σύγκριση: ο Hegel είναι πιο κοντά στον Αριστοτέλη από τον Schelling. Γιατί; Διότι ο Hegel ενσωμάτωσε στη φιλοσοφία του την αριστοτελική λογική και την κίνηση της σκέψης ως αυτοανάπτυξη της έννοιας. Ο Hegel συμφωνεί με τον Αριστοτέλη ότι η σκέψη είναι η σκέψη της σκέψης (νόησις νοήσεως) και ότι η λογική είναι το ίδιο το πραγματικό. Ο Schelling, αντιθέτως, κρατά πάντα ένα υπόλοιπο ανορθολογικού (τον «ανυπόθετο» χαρακτήρα του Απολύτου, την ελεύθερη πράξη), που τον φέρνει πιο κοντά στον Πλωτίνο.

4. Ο ανορθολογισμός της πράξης

Αυτό είναι το πιο γόνιμο σημείο της ανάλυσης του Eswein. Τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο ύστερος Schelling αναγνωρίζουν ότι η φιλοσοφία δεν εξαντλείται στη θεωρητική γνώση. Ο Αριστοτέλης, με τα Ηθικά Νικομάχεια, δείχνει ότι η σοφία (σοφία) κορυφώνεται στην πρακτική σοφία (φρόνησις) και στην ευδαιμονία, που είναι ενέργεια. Ο Schelling, στην τελευταία του περίοδο, βλέπει το απόλυτο ως πράξη (Tat), ως ελεύθερη αυτοαποκάλυψη του Θεού. Αυτό υπερβαίνει τον καθαρό λόγο (αρνητική φιλοσοφία) και εισέρχεται στο πεδίο της ιστορίας και της αποκάλυψης (θετική φιλοσοφία). Ο Eswein βλέπει εδώ μια αριστοτελική τροπή: η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά οδηγεί και συμπληρώνεται από την πράξη.

5. Η κριτική στην έννοια της «ύλης»
Ο Eswein διορθώνει μια πιθανή παρεξήγηση: όταν ο Schelling μιλά για «ύλη» (Materie), δεν εννοεί την αισθητή, υλική ύλη του Αριστοτέλη, αλλά την πρώτη ύλη (πρώτη ὕλη) ως «δύναμη» ή «αρχή». Ο Eswein αναφέρει πολύ σωστά ότι ο Schelling ταυτίζει την έννοια της ύλης με την έννοια της ουσίας (οὐσία) και της υποκειμενικότητας. Αυτή η ταύτιση είναι αντι-αριστοτελική, διότι για τον Αριστοτέλη η οὐσία είναι το σύνθετο ύλης και μορφής, ή η ίδια η μορφή. Ο Schelling όμως, ως ιδεαλιστής, θεωρεί ότι η αληθινή ουσία είναι η νοητική αρχή (το υποκείμενο), και η φυσική ύλη είναι απλώς το φαινόμενό της. Εδώ ο Eswein δείχνει την ικανότητά του να διακρίνει την επίδραση από την οικειοποίηση.

6. Η θεμελιώδης διαφορά: ο Θεός ως Πρόσωπο

Παρόλο που ο Eswein εστιάζει στις ομοιότητες, θα μπορούσε να τονίσει περισσότερο τη ρήξη: ο Αριστοτέλης έχει έναν Θεό που είναι «σκέψη σκέψεως» και είναι ακίνητος κινητήρας, έλκει τα πάντα ως τελικό αίτιο χωρίς να επηρεάζεται. Ο ύστερος Schelling, αντιθέτως, έχει έναν ζωντανό, προσωπικό Θεό, που ενεργεί στην ιστορία, αποκαλύπτεται και είναι ένας Θεός-δημιουργός (με την ιουδαιοχριστιανική έννοια). Αυτός είναι ο λόγος που ο Schelling υπερβαίνει τον Αριστοτέλη και πλησιάζει στον Θεϊσμό. Η σύνδεση του Αριστοτέλη με τον χριστιανικό Θεό είναι μια μεσαιωνική σχολαστική κίνηση, την οποία ο Schelling επαναφέρει με δικό του τρόπο.

Συμπερασματική αποτίμηση του άρθρου του Eswein
Ο Eswein καταφέρνει να δείξει ότι η σχέση Schelling-Αριστοτέλης είναι μια υπόγεια, αλλά ουσιαστική συνομιλία. Δεν πρόκειται για μια απλή ιστορική επίδραση, αλλά για μια δομική αναλογία:

Και οι δύο είναι ρεαλιστές (ακόμα κι αν ο Schelling ξεκινά ως ιδεαλιστής, ο σκοπός του είναι η κατάκτηση του πραγματικού).

Και οι δύο πιστεύουν στην εμμένεια του νοητού στον αισθητό κόσμο.

Και οι δύο βλέπουν τη φιλοσοφία ως μια κίνηση προς την πράξη.

Ο Schelling, με τη θεωρία των Δυνάμεων (Potenzen), δημιουργεί έναν δυναμικό υλομορφισμό, όπου η εξέλιξη της φύσης είναι η εσωτερική αυτοαποκάλυψη του Απολύτου.

Η κριτική του Eswein είναι διακριτικά αλλά ξεκάθαρα αντι-ιδεαλιστική. Στο τέλος, δείχνει ότι η στροφή του Schelling στον Αριστοτέλη είναι μια προσπάθεια να ξεφύγει από την αποξένωση του καντιανού φαινομένου και να βρει ένα έδαφος για μια πραγματική οντολογία, κάτι που ο Hegel κατάφερε καλύτερα. Ο Schelling, σύμφωνα με τον Eswein, παραμένει πάντα ένας «ιδεαλιστής του ανορθολογικού», που χρησιμοποιεί τον Αριστοτέλη για να δικαιολογήσει την ελεύθερη, δημιουργική πράξη, αντί για την ψυχρή νοητική δομή.

Η αριστοτελική Φυσική 1

Η αριστοτελική Φυσική 1

Μελέτες για τη θεμελίωση της φυσικής επιστήμης και τις γλωσσικές προϋποθέσεις της έρευνας των αρχών στον Αριστοτέλη

Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1992, 3η έκδοση

Wolfgang Wieland


Ο Wolfgang Wieland (1933–2015) ήταν Γερμανός φιλόσοφος και ιατρός, μαθητής του Hans-Georg Gadamer στη Χαϊδελβέργη. Δίδαξε φιλοσοφία, μεταξύ άλλων, στα πανεπιστήμια του Μαρβούργου, του Γκέτινγκεν, του Φράιμπουργκ και, από το 1983 έως την αφυπηρέτησή του το 1998, στη Χαϊδελβέργη. Παράλληλα με τη φιλοσοφία σπούδασε και ιατρική, γεγονός που επηρέασε αργότερα τις μελέτες του για την πρακτική κρίση και τη θεωρία της ιατρικής.
Το διδακτορικό του Wolfgang Wieland ήταν πάνω στον Schelling, με τίτλο:
Schellings Lehre von der Zeit. Grundlagen und Voraussetzungen der Weltalterphilosophie
«Η διδασκαλία του Schelling για τον χρόνο. Θεμέλια και προϋποθέσεις της φιλοσοφίας των Weltalter».
Η διατριβή εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, υπό τον Hans-Georg Gadamer και τον Karl Löwith.


Για την αριστοτελική έρευνα είναι κυρίως γνωστός από το έργο Die aristotelische Physik. Untersuchungen über die Grundlegung der Naturwissenschaft und die sprachlichen Bedingungen der Prinzipienforschung bei Aristoteles, που προήλθε από την υφηγεσία του και πρωτοεκδόθηκε το 1962. Το βιβλίο έγινε ένα από τα σημαντικότερα έργα της μεταπολεμικής έρευνας πάνω στη Φυσική του Αριστοτέλη.

Η ιδιαιτερότητα του Wieland είναι ότι δεν διαβάζει τη Φυσική ως ένα κλειστό δογματικό σύστημα φυσικής φιλοσοφίας. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο ο Αριστοτέλης φθάνει στις αρχές του ξεκινώντας από τη συνηθισμένη εμπειρία του κόσμου και, κυρίως, από τη γλώσσα. Ο Wieland θεωρεί ότι ο Αριστοτέλης επανειλημμένα «ανακρίνει» τη γλώσσα για να φέρει σε έννοιες την προαναστοχαστική εμπειρία του φυσικού κόσμου. Πρόκειται επομένως για ανάγνωση που συνδυάζει φαινομενολογικά, ερμηνευτικά και γλωσσοαναλυτικά στοιχεία.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την έννοια της φύσεως. Για τον Wieland, όροι όπως φύσις, κίνησις, ἀρχή, αἰτία, χρόνος, συνεχές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν αυστηρά ορισμένοι τεχνικοί όροι ενός έτοιμου συστήματος. Ο Αριστοτέλης τους επεξεργάζεται διαλεκτικά, ξεκινώντας από τον τρόπο με τον οποίο τα πράγματα ήδη εμφανίζονται και εκφράζονται μέσα στην κοινή γλώσσα. Γι’ αυτό ο Wieland επιμένει ότι πολλές υποτιθέμενες «αναγκαιότητες της σκέψεως» μπορεί στην πραγματικότητα να αποδειχθούν συνήθειες της γλώσσας.

Σημαντικό είναι επίσης ότι ο Wieland προέρχεται από το περιβάλλον του Gadamer, αλλά η σκέψη του δεν είναι απλώς εφαρμογή της γκανταμερικής ερμηνευτικής. Στη διαμόρφωσή του είχε επίσης σημαντική επίδραση η κριτική στάση του Karl Löwith. Η αριστοτελική του ερμηνεία ενδιαφέρεται περισσότερο για το ίδιο το φαινόμενο και την πραγματολογική λειτουργία των εννοιών παρά για την ανακατασκευή ενός υποτιθέμενου αυστηρού συστήματος.

Εκτός από τον Αριστοτέλη, ο Wieland έγραψε σημαντικά έργα για τον Πλάτωνα, τον Kant, τη θεωρία της κρίσεως και τη φιλοσοφία της ιατρικής. Η μελέτη του για τον Πλάτωνα έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φιλοσοφική σημασία της μορφής του διαλόγου και στις μορφές γνώσεως που δεν μπορούν να εξαντληθούν σε προτασιακές διατυπώσεις.

Για το θέμα —Αριστοτέλης, φύσις και ανθρώπινη φύση— ο Wieland είναι ιδιαίτερα χρήσιμος ακριβώς επειδή δείχνει ότι δεν πρέπει να αρχίσουμε από έναν αφηρημένο, νεότερο ορισμό της «φύσης», αλλά από το πώς λειτουργεί η φύσις μέσα στη Φυσική και από τη σχέση της με την ἀρχή κινήσεως, την κίνηση, το τέλος και τον λόγο με τον οποίο τα φυσικά όντα καθίστανται κατανοητά. Το §15, “Natur und Naturbewegung”, είναι γι’ αυτό ένα από τα σημαντικότερα σημεία του βιβλίου.

«Οι Έλληνες απέδιδαν στην καθαρότητα του λόγου και στην καθαρή διατύπωση μιας προτάσεως την ίδια αξία που απέδιδαν και στο ίδιο το πράγμα. Και όταν ο λόγος και το πράγμα αντιπαρατίθενται μεταξύ τους, ο λόγος είναι το ανώτερο· διότι το πράγμα που δεν έχει εκφραστεί με λόγο είναι στην πραγματικότητα ένα άλογο πράγμα, ενώ το έλλογο υπάρχει μόνο ως γλώσσα.»
Hegel (XVIII, 133)

«Αν πρόκειται να αποδώσουμε σε κάποιον τη θέση του μεγαλύτερου μεταφυσικού, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλοφυΐα της διοράσεώς του, το γενικό εύρος των γνώσεών του και τη δημιουργική ώθηση που δέχθηκε από τη μεταφυσική παράδοση που προηγήθηκε, πρέπει να επιλέξουμε τον Αριστοτέλη…

Κατά την εξέταση αυτού του μεταφυσικού ζητήματος —της εισαγωγής ενός Πρώτου Κινούντος— υπήρξε απολύτως απαθής· και είναι ο τελευταίος Ευρωπαίος μεταφυσικός πρώτης τάξεως για τον οποίο μπορεί να προβληθεί αυτός ο ισχυρισμός. Μετά τον Αριστοτέλη, τα ηθικά και θρησκευτικά ενδιαφέροντα άρχισαν να επηρεάζουν τα μεταφυσικά συμπεράσματα.

Μπορεί κανείς να αμφιβάλλει αν οποιαδήποτε πραγματικά γενική μεταφυσική μπορεί ποτέ, χωρίς την αθέμιτη εισαγωγή άλλων θεωρήσεων, να προχωρήσει πολύ πέρα από τον Αριστοτέλη.»
A. N. Whitehead, Science and the Modern World, κεφ. 11

Περιεχόμενα
Πρόλογος
Εισαγωγή: Η έρευνα για τον Αριστοτέλη και η Φυσική
§ 1. Σχετικά με την κατάσταση της έρευνας
§ 2. Βασικές αντιλήψεις της αριστοτελικής έρευνας
§ 3. Ζητήματα ερμηνείας
Κεφάλαιο I: Η πορεία της έρευνας των αρχών
§ 4. Προκαταρκτική παρατήρηση για την αριστοτελική έννοια της αρχής
§ 5. Η λειτουργία των αρχών
§ 6. Το περισσότερο γνωστό καθ’ αυτό
§ 7. Η διαφοροποίηση της προγενέστερης γνώσεως
§ 8. Σχετικά με την αντιπαράθεση προς τους προγενεστέρους
§ 9. Οι αρχές του κινουμένου
Κεφάλαιο II: Η γλώσσα ως οδηγός
§ 10. Γλώσσα και Είναι
§ 11. Η συμφωνία
§ 12. Σχετικά με τη θεματοποίηση των λειτουργικών εννοιών
§ 13. Η φιλοσοφία του λόγου στο πλατωνικό υπόβαθρο
§ 14. Οι αρχές ως τόποι
Κεφάλαιο III: Θεμελιώδεις δομές του φυσικού κόσμου
§ 15. Φύση και φυσική κίνηση
§ 16. Σχετικά με το πρόβλημα της τελεολογίας
§ 17. Το συνεχές
§ 18. Αριθμός, χρόνος και ψυχή
§ 19. Τελικές παρατηρήσεις
Επίμετρο στη δεύτερη έκδοση
Βιβλιογραφία
Ευρετήριο


Από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης


Σήμερα δύσκολα θα συναντούσε κανείς σοβαρή αντίρρηση, αν θεωρούσε τη γλώσσα ως ένα από τα λίγα κεντρικά και κοινά θέματα της φιλοσοφίας των ημερών μας. Πράγματι, είναι αξιοσημείωτο το πώς η συνεπής περαιτέρω ανάπτυξη των πιο διαφορετικών φιλοσοφικών αφετηριών οδήγησε σε έναν αναστοχασμό πάνω στην ουσία της γλώσσας. Αυτό ισχύει τόσο για τον νεοθετικισμό όσο και για την υπαρξιακή οντολογία, τόσο για τη λογιστική όσο και για τη συζήτηση περί των θεμελίων της φυσικής, τόσο για τη θεωρία των επιστημών του πνεύματος όσο και για την προσπάθεια να υπερβούμε τις απορίες της ιστορικής συνειδήσεως μέσω της αναγωγής σε μια πάντοτε ίδια φύση του ανθρώπου.

Όσο κι αν αυτές οι αντιλήψεις περί γλώσσας αποκλίνουν μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενο, το γεγονός ότι πρόκειται για ένα και το αυτό φαινόμενο, από την ερμηνεία του οποίου αναμένεται η επίλυση του προβλήματος που συνιστά η ίδια η σκέψη για τον εαυτό της, προσδίδει σε αυτές τις διαφορετικές φιλοσοφικές διδασκαλίες έναν κοινό ορίζοντα προβλημάτων. Αυτός είναι ίσως περισσότερο χαρακτηριστικός για την εικόνα της φιλοσοφίας των ημερών μας από ό,τι η απόκλιση ως προς το περιεχόμενο. Το ότι τα θεμελιώδη ερωτήματα της φιλοσοφίας δεν μπορούν να λυθούν προτού αποσαφηνιστεί η ουσία της γλώσσας, πρέπει να συγκαταλέγεται στις λίγες κοινές προϋποθέσεις της σύγχρονης φιλοσοφικής συζητήσεως.

Σε μια τέτοια κατάσταση είναι απολύτως φυσικό να αναζητεί κανείς βοήθεια και στους κλασικούς της φιλοσοφίας. Έτσι, κάτι που ανήκει στο παρελθόν μπορεί ξαφνικά να εμφανιστεί μέσα σε ένα εντελώς νέο φως· πολλά από όσα έως τώρα είχαν παραβλεφθεί απρόσεκτα αποκτούν ξαφνικά, κατά τρόπο απροσδόκητο, σημασία. Διότι κάθε παράδοση γίνεται πραγματικά ζωντανή μόνο όταν αναμετράται κανείς μαζί της και απαιτεί από αυτήν απαντήσεις στα δικά του ερωτήματα.

Βεβαίως, σε μια τέτοια περίπτωση δεν πρέπει να περιμένει κανείς ότι θα λάβει μόνο την απάντηση που αναζητούσε. Πρέπει, αντίθετα, να είναι προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο οι αυθεντίες της παραδόσεως, μόλις τις κάνουμε να μιλήσουν, να μην περιοριστούν στο να απαντήσουν στο ερώτημα που τους τέθηκε, αλλά να απαιτήσουν, πέρα από αυτό, να ακουστεί και η αξίωση αλήθειας της δικής τους σκέψεως. Και τότε μπορεί εύκολα να συμβεί να δει κανείς την ίδια του τη θέση να τίθεται υπό αμφισβήτηση από μία από τις αυθεντίες της παραδόσεως.

Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα εργασία επιχειρεί να εξετάσει ένα κεντρικό διδακτικό μέρος της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Σκοπός είναι να δειχθεί πώς, στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, πρόκειται ουσιωδώς για την υπαγωγή σε έννοιες του περιεχομένου εκείνης της προαναστοχαστικής και προκατηγορηματικής συνειδήσεως, η οποία καθίσταται απτή πρωτίστως μέσα στη γλώσσα, αλλά όχι μόνο μέσα σε αυτήν.

Σπανιότατα συνειδητοποιεί κανείς πόσο ισχυρή και ανεξέλεγκτη επίδραση ασκούν τα περιεχόμενα της προαναστοχαστικής συνειδήσεως και του βιόκοσμου (Lebenswelt) στη διαμόρφωση των επιστημονικών και φιλοσοφικών εννοιών. Ακριβώς στον Αριστοτέλη μπορεί κανείς να μάθει πόσο συχνά εκείνο που παρουσιάζεται ως δήθεν αναγκαιότητα της σκέψεως δεν είναι στην πραγματικότητα παρά συνήθεια της γλώσσας.

Έτσι, θα μπορούσε κανείς να θελήσει να απορρίψει πολλά από όσα διδάσκει ο Αριστοτέλης ως αυτονόητα. Θα έπρεπε όμως να λάβει υπόψη ότι το φαινομενικά αυτονόητο αποτελεί το ιδιαίτερο θεματικό πεδίο της φιλοσοφίας· και ακόμη, ότι αποτελεί επίπονο έργο να δώσει κανείς λόγο για το αυτονόητο και να το υπαγάγει σε έννοιες.


Η παραδεδομένη εικόνα του Αριστοτέλη, η οποία ακόμη και σήμερα εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να καθορίζεται από τη σχολαστική παράδοση, χρειάζεται, υπό αυτές τις συνθήκες, αναθεώρηση. Απέναντι στην παραδοσιακή αντίληψη του αυστηρού συστηματικού στοχαστή που υποτίθεται ότι ήταν ο Αριστοτέλης, πρέπει πρωτίστως να καταστεί ορατό το φαινομενολογικό επίπεδο της φιλοσοφίας του.
Παράλληλα, πρέπει να αναδειχθεί η διαλεκτική δομή της φιλοσοφικής του σκέψεως, μιας σκέψεως που ποτέ δεν αρκείται στην εφαρμογή τυπικολογικών κανόνων σε ένα δεδομένο υλικό εμπειρίας.

Αμβούργο, Ιούλιος 1961
W. Wieland

(Ο πρόλογος της δεύτερης έκδοσης αναφέρεται στη σελιδοποίηση της έκδοσης)

Πρόλογος στην τρίτη έκδοση

Κατά τις τρεις δεκαετίες που μεσολάβησαν από την εμφάνιση της πρώτης έκδοσης αυτού του βιβλίου, το ενδιαφέρον για την αριστοτελική φιλοσοφία της φύσεως αναζωογονήθηκε και εντάθηκε σε εκπληκτικό βαθμό. Αν τότε η Φυσική έμοιαζε να βρίσκεται σε μια σχεδόν νεκρή γωνία της αριστοτελικής έρευνας, η σημερινή ερευνητική βιβλιογραφία ασφαλώς δεν παρέχει πλέον κανέναν λόγο να διαπιστώνουμε ή να θρηνούμε παραμέληση αυτού του έργου. Η προσπάθεια να αποδοθεί δικαιοσύνη στα αποτελέσματα αυτής της έρευνας και να ενσωματωθούν στο παρόν βιβλίο θα μας υποχρέωνε να γράψουμε ένα νέο βιβλίο. Γι’ αυτό οι μεταβολές σε σχέση με τη δεύτερη έκδοση περιορίζονται στη διόρθωση τυπογραφικών λαθών και παρόμοιων μικρότερων παραδρομών.

Προπάντων η μεθοδολογική σύλληψη που βρίσκεται στη βάση του παρόντος βιβλίου προσέλκυσε το ενδιαφέρον και την κριτική της ειδικής συζητήσεως. Αυτή τη σύλληψη, βεβαίως, δεν θα την εγκατέλειπα ούτε σε περίπτωση μιας ενδεχόμενης νέας επεξεργασίας· θα προσπαθούσα όμως να την ακολουθήσω ακόμη συνεπέστερα και να την καταστήσω ακόμη σαφέστερη στον αναγνώστη. Από κάθε ερμηνευτή ενός κλασικού κειμένου μπορεί κανείς να απαιτήσει να δίνει λόγο για τις αρχές που βρίσκονται στη βάση της εργασίας του και την καθοδηγούν· κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων αυτής της εργασίας πρέπει κατόπιν να εξετάζεται η συνέπεια με την οποία εφαρμόστηκαν αυτές οι αρχές.

Αντίθετα, μου φαίνεται ελάχιστα γόνιμο να αντιπαραθέτει κανείς μεταξύ τους ετερογενείς ερμηνευτικές αντιλήψεις με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να αναδείξει μία συγκεκριμένη αντίληψη αυτού του είδους ως τη μόνη και αποκλειστικά επιτρεπτή. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι θα παραμένει πάντοτε σημαντικό έργο να εξακριβώνεται το περιεχόμενο των διδασκαλιών που υποστηρίζει ένας κλασικός συγγραφέας και να ανασυγκροτούνται οι προθέσεις που εκφράζονται σε αυτές. Αυτό όμως αποτελεί μόνο ένα από τα πολλά έργα που μπορεί να θέσει στον εαυτό του ένας ερμηνευτής.

Διότι ο ίδιος είναι εκείνος που αποφασίζει ποια ερωτήματα θέλει να θέσει στο κείμενο και στον συγγραφέα του. Τέτοια ερωτήματα —τα οποία, ως προς την τυπική τους υπόσταση, αντιπροσωπεύουν ως επί το πλείστον υποθέσεις— μπορεί να είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο γόνιμα. Αλλά ακόμη και μια ερωτηματοθεσία που αποδεικνύεται στείρα δεν είναι, μόνο και μόνο γι’ αυτό, αθέμιτη. Εξίσου αθέμιτα δεν είναι ούτε τα ερωτήματα που θέτουμε σε ένα κείμενο γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο συγγραφέας που εξετάζεται δεν είχε βρεθεί αντιμέτωπος με αυτά και, υπό τις ιστορικές συνθήκες της εποχής του, δεν θα μπορούσε καν να είχε βρεθεί αντιμέτωπος μαζί τους.

Είναι παλαιά εμπειρία ότι ακριβώς εκείνα τα κείμενα που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε κλασικά μπορούν να μας προσφέρουν απαντήσεις ακόμη και σε ερωτήματα που ήταν ξένα στον δημιουργό τους. Γι’ αυτό είναι σκόπιμο, ιδίως κατά την ερμηνεία φιλοσοφικών συγγραφέων, να διακρίνουμε προσεκτικά μεταξύ τους το καθεστώς των επιμέρους αποφάνσεων και το καθεστώς των επιπέδων στα οποία αυτές ανήκουν.

Πρέπει να ομολογηθεί ότι στο παρόν βιβλίο θα μπορούσαν σε ορισμένα σημεία να είχαν αναδειχθεί με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια οι διαφορές ως προς το καθεστώς των προτάσεων: εκείνων που ανήκουν στον ίδιο τον Αριστοτέλη, εκείνων που διατυπώνονται σχετικά με τις προτάσεις του, και, με τη σειρά τους, εκείνων που αφορούν τα ίδια τα αντικείμενα τα οποία πραγματεύεται ο Αριστοτέλης.

Η φιλοσοφική συζήτηση της εποχής μας είναι εδώ και πολύ καιρό εξοικειωμένη με τη διάκριση ανάμεσα στο λέγειν και στο δεικνύναι. Η σκέψη, βέβαια, ότι ενδέχεται να χρειάζεται να δεχθούμε την ύπαρξη πραγμάτων, ακόμη και ολόκληρων περιοχών, με τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να έρθει αντιμέτωπος μέσω γλωσσικών αποφάνσεων, αλλά —αν είναι δυνατόν— μόνο μέσω πράξεων δείξεως, δεν είναι καθόλου νέα στη φιλοσοφία.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αποφάνσεις θα αναφέρονταν αρχικά μόνο σε αυτές τις πράξεις, για παράδειγμα συνοδεύοντάς τες σχολιαστικά, χωρίς όμως να μπορούν να επιτελέσουν οι ίδιες το έργο που επιτελούν εκείνες. Μπορεί να παραμείνει ανοικτό το ερώτημα αν τα μεγάλα αινίγματα της φιλοσοφίας παραπέμπουν σε μια περιοχή πέρα από το όριο του λέγεσθαι. Διότι το πιο αινιγματικό απ’ όλα παραμένει πάντοτε το εκπληκτικό γεγονός ότι υπάρχουν πράγματα ή καταστάσεις πραγμάτων που μπορούν να ειπωθούν.

Είναι όμως επίσης δυνατόν να λέει κανείς κάτι και, ακριβώς μέσω αυτού, να δείχνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Και εδώ είναι αδιάφορο αν αυτό το αποτέλεσμα επιδιώκεται από τον δημιουργό της αποφάνσεως ή αν προκύπτει ως μη επιδιωκόμενη παρενέργεια. Για τη φιλοσοφία αυτή η δυνατότητα έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή, το πολύ, μόνο οι αφορμές της σκέψεώς της μπορούν να επιδειχθούν μέσα στην αισθητώς δεδομένη πραγματικότητα, όχι όμως τα καθαυτό αντικείμενά της.

Ό,τι κι αν είχε κατά νου ο Αριστοτέλης στη διδασκαλία του περί Φυσικής και ό,τι κι αν επεδίωκε με αυτήν, σε κάθε περίπτωση δείχνει εκεί σε ποιον βαθμό η εμπειρία του κόσμου μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος είναι ήδη γι’ αυτόν διαμορφωμένη μέσα από το πλέγμα εκείνων των μορφών που προδιαγράφονται από τη γλώσσα και τις δομές της.

Ο Αριστοτέλης επιχειρεί να υπαγάγει σε έννοιες την εμπειρία του φυσικού κόσμου και, για τον σκοπό αυτό, θέτει επανειλημμένα τη γλώσσα υπό εξέταση. Το αποτέλεσμα των συλλογισμών του καθιστά σαφές πόσο στενά αντιστοιχούν μεταξύ τους η γλώσσα και η εμπειρία του κόσμου. Αυτό ισχύει απολύτως ανεξάρτητα από το αν μπορούμε ή όχι να αποδώσουμε στον Αριστοτέλη, ως ρητή διδασκαλία, αποφάνσεις σχετικά με την ύπαρξη και τον χαρακτήρα αυτής της σχέσεως αντιστοιχίας.

Ανήκει ακριβώς στην ανεξάντλητη φύση των μεγάλων κλασικών συγγραφέων της φιλοσοφίας το γεγονός ότι, μέσω των διδασκαλιών τους, πάντοτε δείχνουν και μας αφήνουν να κατανοήσουμε πολύ περισσότερα από εκείνα που συνιστούν το θεματικά δηλωμένο περιεχόμενο αυτών των διδασκαλιών.

Ο Αριστοτέλης, όπως και οι άλλοι κλασικοί συγγραφείς της φιλοσοφίας, δεν έγραψε για ερμηνευτές που θα καθιστούσαν αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους τα ίδια τα κείμενα και τις διδασκαλίες που βρίσκονται πίσω από αυτά. Τα κείμενα αυτά δεν προορίζονταν αρχικά καθόλου να γίνουν τα ίδια αντικείμενα, επειδή το καθένα τους έχει τα δικά του αντικείμενα, προς τα οποία επιδιώκει να κατευθύνει την πρόθεση του αναγνώστη.


Είναι βοηθήματα και εργαλεία, τα οποία μπορούν να επιτύχουν τον σκοπό τους, αλλά μπορούν και να αστοχήσουν. Η ιστορικοφιλοσοφική έρευνα θα έκανε άσχημα αν παραμελούσε ακριβώς αυτή τη διάσταση και, έτσι, παραιτούνταν από τη δυνατότητα, κατά τη μελέτη των κειμένων, να διδαχθεί επίσης σχετικά με τα ίδια τα πράγματα προς τα οποία τα κείμενα παραπέμπουν και μέσω των οποίων αυτά καθίστανται προσιτά.

Χαϊδελβέργη, Σεπτέμβριος 1991
W. Wieland


Συνεχίζεται με:
Εισαγωγή: Η αριστοτελική έρευνα και η Φυσική
§ 1. Σχετικά με την κατάσταση της έρευνας

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (1)

     Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ 

Στην σκέψη του Σέλλινγκ.

Τού Giuseppe Semerari.

1. Από απόψεως τυπικής, η φιλοσοφία τής φύσεως, στον Σέλλινγκ είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας. Κινούμενος από την προϋπόθεση, ότι η γνώση σε κάθε της τροπισμό, βασίζεται στην συμφωνία δύο στοιχείων, το ένα υποκειμενικό, το άλλο αντικειμενικό και γι’αυτό είναι η “φύση η ολότης τών αντικειμενικών στοιχείων στην γνώση μας, ενώ το σύνολο όλων των υποκειμενικών στοιχείων λέγονται “εγώ” ή νόηση”, ο Σέλλινγκ αρθρώνει την φιλοσοφία σέ δύο αναγκαίες βασικές επιστήμες: τήν φιλοσοφία τής φύσεως και την υπερβατική φιλοσοφία. Η μία ασχολείται με την λύση των προβλημάτων, δεδομένου τού αντικειμένου, δηλαδή τής φύσης, πού δημιουργούνται όταν τής προστίθεται ένα υποκείμενο το οποίο συμφωνεί μ’αυτό. “Ενώ η άλλη προσπαθεί να εξηγήσει πώς, δεδομένου τού υποκειμένου, δηλαδή της νοήσεως, προστίθεται ένα αντικείμενο που συμφωνεί μαζί του! Με άλλα λόγια, στον φορμαλισμό τού συστήματος, φιλοσοφία τής φύσης και υπερβατική φιλοσοφία,  με τέλεια ισότητα, είναι η απόδειξη, πραγματοποιημένη με δύο διαφορετικούς  και αντίθετους τρόπους, τής ενότητος τής γνώσεως και τής αλήθειας, καί δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο πέραν τής συμφωνίας τών αναπαραστάσεων με τα αντικείμενά τους.

          Ξεκινώντας από το γραπτό τού 1801, «Έκθεση τού φιλοσοφικού μου συστήματος», ο Σέλλινγκ υιοθετεί την έκφραση “φιλοσοφία τής ταυτότητος” για να υπογραμμίσει το καθαυτό φιλοσοφικό σύστημα, στην ενότητα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία τής ταυτότητος δεν αντιπροσωπεύει, στην εξέλιξη τής σκέψης τού Σέλλινγκ, μία τρίτη στιγμή, η οποία συγχωνεύει στην συνέχεια τών ήδη δεδομένων στιγμών (σαν την σύνθεση τού Χέγκελ) τής φιλοσοφίας τής φύσης και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, τίς στιγμές αυτές. Ο τελευταίος Σέλλινγκ στο ΧVI μάθημα τής “εισαγωγής στην φιλοσοφία τής μυθολογίας” θυμίζει ότι ο όρος ταυτότης χρησιμοποιήθηκε απ’ αυτόν για να διακρίνει το σύστημά του από τού Φίχτε,  “ο οποίος δεν άφηνε στην φύση καμία ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά την θεωρούσε ένα τυχαίο γεγονός τού ανθρώπινου Εγώ”. Αυτό σημαίνει ότι η αρχή τής ταυτότητος είναι, στην ιδιαιτερότητά της, καταγωγικώς δεμένη στην φιλοσοφία τής φύσεως και είναι ήδη παρούσα στην φιλοσοφία τής φύσεως και στην υπερβατική φιλοσοφία όπως συστάθηκαν (οικοδομήθηκαν) από τον Σέλλινγκ. Με άλλα λόγια, εάν η φιλοσοφία τής φύσεως και η υπερβατική φιλοσοφία είναι οι υλικές συνθήκες τού συστήματος τής ταυτότητος, η ιδέα τού συστήματος τής ταυτότητος, με την σειρά της, είναι η λογική συνθήκη τών δύο συστημάτων τής φιλοσοφίας του. Οφείλεται δέ στο γεγονός ότι τίθενται στην προοπτική τής ταυτότητος, τό ότι από το ένα μέρος η φιλοσοφία τής φύσης τού Σέλλινγκ διακρίνεται με ιδιαίτερα οξύ τρόπο από το πλήθος τών φιλοσοφιών τής φύσεως, με τις οποίες είναι γεμάτη η κουλτούρα τής γερμανικής φιλοσοφίας τού όψιμου Διαφωτισμού και τού Ρομαντισμού και από το άλλο, η υπερβατική φιλοσοφία, παρότι περιέχει πολλά χαρακτηριστικά κλειδιά, δεν είναι η απλή και καθαρή επανάληψη τού ιδεαλισμού τού Φίχτε. Από αυτό προέρχεται η στάση τής ίσης αποστάσεως τού συστήματος τού Σέλλινγκ απέναντι τόσο στον φυσιοκρατικό μηχανικισμό, όσο και στον ιδεαλισμό. Όπως ειπώθηκε στο μέρος των "Μαθημάτων τού Μονάχου", που είναι αφιερωμένο στην φιλοσοφία τής φύσης -αυθεντικό δοκίμιο αυτοιστοριογραφίας διανοητικής και φιλοσοφικής- το σύστημά του, από την στιγμή που εδραιώθηκε στην ανεξαρτησία του από τον Φίχτε, αντιπροσώπευσε την εναλλαγή τόσο του ιδεαλισμού του Φίχτε, ο οποίος ασκούσε βία σε κάθε φυσική αναπαράσταση όσο και στον χονδροειδή υλισμό και τόν αισθητισμό που είχαν διαδοθεί τότε σ ’όλη την Ευρώπη (εκτός της Γερμανίας) και ίδρυσε την συνειδητοποίηση, η οποία στην συνέχεια έγινε κοινό αγαθό, και στην Γερμανία, άρθρο πίστης, ότι “αυτό που σε μάς γνωρίζει είναι ταυτόν μ’αυτό που γνωρίζεται”.

          Ο Σέλλινγκ δεν λυπήθηκε τις τόσες του προσπάθειες να γίνει κατανοητό ότι η ταυτότης δεν είναι το αριθμητικό αποτέλεσμα τής άθροισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, αλλά το σχήμα ή το μοντέλο τών αντίστοιχων προγραμματισμών και τής σύγκλισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην εισαγωγή τού κειμένου τού 1801, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, ο Σέλλινγκ υπογραμμίζει ότι προσπαθεί από πολλών ετών να εκθέσει την μόνη φιλοσοφία την οποία αναγνωρίζει σαν αληθινή και ότι φτάνοντας στην παρουσίαση, για πρώτη φορά, όλου του συστήματος, δεν μπορεί να μην αναφέρει ότι είναι το ίδιο που χρησίμευσε σαν βάση στα προηγούμενα γραπτά, το ίδιο σύστημα προς το οποίο κατευθύνθηκε από πάντα τόσο στην υπερβατική όσο και στην φιλοσοφία τής φύσεως. Αναλόγως στο κείμενο τού 1802, «Στην σχέση τής φιλοσοφίας τής φύσης με την φιλοσοφία γενικώς», τονίζεται ότι η καθαυτή φιλοσοφία τής φύσης, είναι ολόκληρη η φιλοσοφία,… όλη η φιλοσοφία μπορεί να ονομασθεί φιλοσοφία της φύσης, όταν υπολογίζεται από την θεωρητική πλευρά… η φιλοσοφία τής φύσης μπορεί να προέλθει μόνον από ένα σύστημα τής απολύτου ταυτότητος και μπορεί να συλληφθεί και να γνωσθεί μόνον σε ένα τέτοιο σύστημα! Τέλος στην πρόσθεση, στήν «Εισαγωγή στις ιδέες για μία φιλοσοφία τής φύσης», στην δεύτερη έκδοση τού 1803, δηλώνεται ότι η φιλοσοφία τής φύσης, εάν υπολογισθεί από την φιλοσοφική πλευρά, αντιπροσωπεύει την πληρέστερη μέχρι στιγμής προσπάθεια εκθέσεως τής θεωρίας τών ιδεών και τής ταυτότητος τής φύσεως με τον κόσμο τών ιδεών. Για να έχουμε καθαρά υπ’όψιν μας την σχέση η οποία διατρέχει ανάμεσα στην φιλοσοφία τής φύσης, την υπερβατική φιλοσοφία και την φιλοσοφία τής ταυτότητος, ας δούμε μία σειρά από συνέπειες ιστορικού και θεωρητικού χαρακτήρος.

          Κατά πρώτον, βλέπουμε πώς είναι απρόσεκτη η τάση, ορισμένων αναγνωστών και κριτικών τού Σέλινγκ, στο υπερβολικό μοίρασμα, στην περιοδικότητα του σχηματισμού και τής εξελίξεως, τής σκέψης του!

          Κατά δεύτερον, τα γραπτά, παραδοσιακώς περιεχόμενα στην φιλοσοφία τής ταυτότητος, δεν είναι, στ’ αλήθεια, παρά η εξήγηση και η σύνδεση τυπικά, τών αποτελεσμάτων μίας έρευνας η οποία έχει ήδη τεθεί και αναπτυχθεί με τα έργα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας.

          Κατά τρίτον, είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε στην ίση απόσταση, που λαμβάνει το σύστημα τού Σέλλινγκ, απέναντι στον ιδεαλισμό και στον παιδαριώδη υλισμό, από το ένα μέρος, την επαναπρόσληψη τής τυπικής κριτικιστικής Καντιανής θέσεως, συνοδευόμενης όμως από τα εμπόδια και τίς αντιφάσεις τού μεταφυσικού δυαλισμού και από την άλλη, την προδιατύπωση όσων, στην "Πρώτη γλώσσα στον Φόιερμπαχ", προτείνει ο Μαρξ, απωθώντας μαζί τον λαϊκό υλισμό και τον ιδεαλισμό, παρότι στον Σέλλινγκ μένει ξένη η προβληματική τής πράξης η οποία είναι βασική στον Μαρξ, τουλάχιστον όπως την συνέλαβε ο Μαρξ.

          Και τέταρτον προκύπτει η σπουδαιότης τής φιλοσοφίας τής φύσεως για τον Σέλλινγκ, πέραν τού περιορισμού της ότι είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται

ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΕ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑ ΑΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΝΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑΥΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΩΜΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ. ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ.

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

 Ν. Γ. ΑΥΓΕΛΗΣ, Θεσσαλονίκη (1972)

Φυσική επιστήμη δεν είναι για τον Αριστοτέλη αυτή που ξέρομε σήμερα : η γνώση δηλαδή των σχέσεων μεταξύ των φυσικών φαινομένων. Φυσική επιστήμη στον Αριστοτέλη είναι η φιλοσοφική γνώση του τί είναι το φύσει ον[1]. Αλλά γνώση σημαίνει εδώ τη γνώση των πρώτων αρχών και αίτιων (Φυσ. 184 a, Μετά τα Φυσ. 981 b 28-9). Για να γνωρίσωμε επομένως τη φύση στην ουσία της, πρέπει να φτάσωμε ως τις πρώτες αρχές και τα αίτια των φύσει όντων.

 Διακρίνει ο Αριστοτέλης τα ἡμῖν γνώριμα από τα τῇ φύσει γνώριμα ή ἁπλῶς γνώριμα. Αυτό που για μάς είναι πρώτο, είναι κατά την ουσία του το λιγότερο γνώριμο και φανερό. Έτσι, για μας π.χ. τα επί μέρους δέντρα, που αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις αισθήσεις, είναι πιο γνώριμα και φανερά. Αλλά τα δεδομένα των αισθήσεων ποτέ δεν θα μας έδιναν αυτό εκεί ή εκείνο εκεί το συγκεκριμένο δέντρο, αν δεν είχαμε ήδη μπροστά στα μάτια μας το δέντρο «καθόλου». Αυτό είναι που ρίχνει το φώς εκείνο, κάτω από το οποίο βλέπομε (αντιλαμβανόμαστε) τα επί μέρους δέντρα[2]. Θα νόμιζε γι’ αυτό κανείς ότι αυτό το «δέντρο καθόλου» είναι πιο γνώριμο και φανερό σε μάς από τα συγκεκριμένα δέντρα που εμφανίζονται μέσα από τις αισθήσεις. Κι όμως το «καθόλου» είναι για μάς το λιγότερο φανερό και γνώριμο. Η φιλοσοφική έτσι σκέψη αρχίζει με τη διάκριση αύτη ανάμεσα στα καθόλου και τα καθ' ἕκαστα (184 a 18 επ.). Μπορούμε μάλιστα να πούμε, όπως διευκρινίζει ο Αριστοτέλης στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, ότι ο δρόμος της φιλοσοφίας οδηγεί από το «όνομα» στον «λόγο». Η φιλοσοφία προσπαθεί να συλλάβη αυτό που στο όνομα παρουσιάζεται αόριστα και γενικά, προσδιορίζοντάς το κατά τρόπο όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο.

Ανώνυμος είπε...

Ανάλυση μέσω ΤΝ (Chat GPT)
Το κείμενο του Giuseppe Semerari παρουσιάζει με αρκετή ακρίβεια τον πυρήνα της φιλοσοφίας της φύσεως του Friedrich Wilhelm Joseph Schelling και ιδιαίτερα τη σχέση της με τη λεγόμενη «φιλοσοφία της ταυτότητος». Ωστόσο, η τελική κριτική που προστίθεται στο τέλος («κακός πλατωνισμός», ταύτιση συνειδήσεως και φύσεως κτλ.) μεταφέρει τη συζήτηση από το ιστορικοφιλοσοφικό επίπεδο σε ένα μεταφυσικό και θεολογικό επίπεδο, κυρίως αριστοτελικο-πατερικό. Για να κατανοηθεί το πρόβλημα, χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τέσσερα επίπεδα:
1. Τι προσπαθεί να κάνει ο Σέλλινγκ

Ο Σέλλινγκ ξεκινά από το θεμελιώδες πρόβλημα του γερμανικού ιδεαλισμού μετά τον Immanuel Kant:
Πώς είναι δυνατή η ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου;

Δηλαδή:
πώς η σκέψη συναντά τον κόσμο,
πώς η γνώση δεν είναι ούτε καθαρά υποκειμενική ούτε καθαρά εξωτερική,
πώς η φύση και η συνείδηση ανήκουν σε μία ενότητα.

Αυτό είναι το σημείο εκκινήσεως.

Ο Σέλλινγκ θεωρεί ότι:

η φύση δεν μπορεί να είναι απλό «υλικό πράγμα»,
ούτε το Εγώ να δημιουργεί αυθαίρετα τον κόσμο,
αλλά πρέπει να υπάρχει μία βαθύτερη ταυτότητα που προηγείται και των δύο.

Γι’ αυτό χωρίζει τη φιλοσοφία σε:

φιλοσοφία της φύσεως
υπερβατική φιλοσοφία

Η πρώτη ξεκινά από το αντικείμενο (φύση) και δείχνει πώς προκύπτει η νόηση.
Η δεύτερη ξεκινά από το υποκείμενο (συνείδηση) και δείχνει πώς προκύπτει το αντικείμενο.

Και οι δύο πορείες συναντώνται στην «ταυτότητα».

2. Η ρήξη με τον Φίχτε

Ο Semerari σωστά τονίζει ότι ο Σέλλινγκ απομακρύνεται από τον Johann Gottlieb Fichte.
Για τον Φίχτε:
η φύση είναι προϊόν του Εγώ,
το μη-Εγώ τίθεται από το Εγώ,
άρα η φύση δεν έχει αληθινή αυτονομία.
Ο Σέλλινγκ θεωρεί αυτή τη θέση βίαιη απέναντι στη φύση.
Θέλει:
να αποδώσει στη φύση δική της εσωτερική δημιουργικότητα,
να δει τη φύση ως «ορατό πνεύμα»,
και το πνεύμα ως «αόρατη φύση».
Εδώ γεννιέται ο ρομαντικός οργανικισμός.

Η φύση δεν είναι πλέον μηχανή αλλά ζωντανή διαδικασία αυτοαποκαλύψεως.

«Το τέλος της ελληνικής φιλοσοφίας»;

Η τελευταία φράση είναι δραματική αλλά φιλοσοφικά κατανοητή.
Η ελληνική φιλοσοφία — ιδίως στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη — στηρίζεται σε διακρίσεις:
μορφής και ύλης,
νοητού και αισθητού,
ενεργείας και δυνάμεως,
νοήσεως και φύσεως.
Ο γερμανικός ιδεαλισμός επιχειρεί να υπερβεί αυτές τις διακρίσεις μέσα σε μία απόλυτη ενότητα.
Άρα:
δεν συνεχίζει απλώς την ελληνική μεταφυσική,
αλλά τη μετασχηματίζει ριζικά.
Εδώ βρίσκεται και η βαθιά αντιπαράθεση μεταξύ:
ελληνικής οντολογίας,
και νεωτερικής φιλοσοφίας της συνειδήσεως.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας η-β (10β)

 Συνέχεια από Δευτέρα 5 Μαίου 2025

Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας η-β
Του Friedrich Schelling

Μετάφραση Χρήστου Μαρσέλλου, Εκδόσεις Ίνδικτος, 1997

Η θέα ολόκληρης της φύσης μάς πείθει για αυτή τη συμβαίνουσα διέγερση, μέσω της οποίας η ζωή κατέκτησε για πρώτη φορά τον ανώτατο βαθμό ακρίβειας και καθορισμού.
Το παράλογο και το τυχαίο, που εμφανίζονται στη διαμόρφωση των όντων —ιδίως των οργανικών— συνδεδεμένα με το αναγκαίο, αποδεικνύουν πως δεν λειτούργησε εδώ απλώς μια γεωμετρική αναγκαιότητα, αλλά ότι η ελευθερία, το πνεύμα και η ιδιοβουλία έπαιξαν ρόλο.
Αναμφίβολα, όπου υπάρχει ηδονή και επιθυμία, υφίσταται ήδη ένα είδος ελευθερίας, και κανείς δεν θα πιστέψει πως η επιθυμία, η οποία αποτελεί τη βάση κάθε ξεχωριστής φυσικής ζωής, και η ορμή για αυτοσυντήρηση σε αυτή την καθορισμένη ύπαρξη, προστέθηκαν μεταγενέστερα στο ήδη δημιουργημένο ον· αντίθετα, είναι σαφές ότι ήταν οι ίδιες οι δημιουργούσες δυνάμεις.
Ακόμη και η έννοια της «βάσης», που προέκυψε από την εμπειρία και πρόκειται να παίξει σημαντικό ρόλο σε ολόκληρη τη φυσική επιστήμη, όταν αξιολογηθεί επιστημονικά, πρέπει να οδηγήσει στην έννοια της αυτο-ύπαρξης (Selbstheit) και του εγώ (Ichheit).
Ωστόσο, υπάρχουν στη φύση τυχαίες καθορίσεις, οι οποίες εξηγούνται μόνο ως αποτέλεσμα μιας διέγερσης του ανορθολογικού ή σκοτεινού αρχικού στοιχείου της δημιουργίας, η οποία έλαβε χώρα ήδη στην πρώτη δημιουργία· δηλαδή μόνο μέσα από την ενεργοποιημένη αυτοσυνείδηση (Selbstheit).
Πώς εξηγούνται στη φύση, δίπλα στις ηθικά διαμορφωμένες σχέσεις, τα αναμφισβήτητα προεικονίσματα του Κακού, αν η δύναμή του προκλήθηκε μόνο μέσα από τον άνθρωπο;
Πώς εξηγούνται φαινόμενα που, ακόμη και ανεξαρτήτως του αν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο, προκαλούν ωστόσο έναν γενικό αποτροπιασμό;
Το γεγονός ότι όλα τα οργανικά όντα οδεύουν προς αποσύνθεση, δεν μπορεί να θεωρηθεί αρχέγονη αναγκαιότητα· το δεσμικό σύστημα των δυνάμεων που αποτελούν τη ζωή θα μπορούσε εξίσου να είναι εκ φύσεως αδιάλυτο.
Αν κάτι δείχνει αυτή την τάση, είναι ένα ον που μπορεί να συμπληρώσει μόνο του τις ατέλειές του, και φαίνεται γι’ αυτό προορισμένο να είναι ένα είδος αιώνιου κινουμένου όντος (Perpetuum mobile).
Το Κακό, ωστόσο, φανερώνεται στη φύση μόνο μέσω των αποτελεσμάτων του· το ίδιο, ως άμεση εμφάνιση, δεν μπορεί να αναδυθεί παρά μόνο στο τέλος της φύσης.
Όπως κατά την αρχική δημιουργία —η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από τη γέννηση του Φωτός— το σκοτεινό στοιχείο έπρεπε να είναι η βάση, ώστε το Φως να υψωθεί από αυτό (ως από μια απλή δυνατότητα προς πράξη):
έτσι απαιτείται για τη γέννηση του Πνεύματος μια άλλη βάση, και άρα μια δεύτερη αρχή του σκότους, η οποία πρέπει να είναι υψηλότερη, καθότι το Πνεύμα είναι ανώτερο από το Φως.

Αυτή η αρχή είναι το Πνεύμα του Κακού που διεγείρεται μέσα στη δημιουργία μέσω του σκοτεινού φυσικού θεμελίου — δηλαδή η διάσπαση Φωτός και Σκότους.
Σε αυτό, ο Πνεύμα της Αγάπης στέκεται αντιμέτωπο με το Κακό, όπως το Φως στέκονταν αρχικά ενάντια στην αταξία της πρώτης φύσης.
Όπως η αυτοσυνείδηση εντός του Κακού οικειοποιήθηκε το Φως ή τον Λόγο, και γι’ αυτό παρουσιάζεται ως ανώτερη βάση του σκότους,
έτσι και ο Λόγος που μιλήθηκε στον κόσμο ως αντίθεση προς το Κακό πρέπει να προσλάβει την ανθρωπότητα, να ενσαρκώσει την αυτοσυνείδηση και να γίνει ο ίδιος προσωπικότητα.

Αυτό πραγματοποιείται μόνο μέσα από την Αποκάλυψη, με την ακριβέστερη σημασία του όρου, η οποία πρέπει να έχει τις ίδιες βαθμίδες με την πρώτη εκδήλωση μέσα στη φύση.
Δηλαδή, το ανώτατο σημείο της Αποκάλυψης είναι ο άνθρωπος — αλλά ο αρχέτυπος και θεϊκός άνθρωπος, εκείνος που «ήταν εξ αρχής πλησίον του Θεού» και μέσα στον οποίον δημιουργήθηκαν όλα τα άλλα πράγματα και ο ίδιος ο άνθρωπος.
Η γέννηση του Πνεύματος είναι το βασίλειο της Ιστορίας, όπως η γέννηση του Φωτός είναι το βασίλειο της Φύσης.
Οι ίδιες περίοδοι της δημιουργίας που υπάρχουν στο ένα, υπάρχουν και στο άλλο — και το ένα αποτελεί το ανάλογο και την ερμηνεία του άλλου.

Η ίδια αρχή που ήταν η βάση στην πρώτη δημιουργία, σε υψηλότερη μορφή, είναι και πάλι εδώ σπέρμα και αρχή, από την οποία θα αναπτυχθεί ένας ανώτερος κόσμος.
Διότι το Κακό δεν είναι τίποτα άλλο από την πρωταρχική βάση της ύπαρξης, εφόσον επιδιώκει να πραγματοποιηθεί στο δημιουργημένο ον — και έτσι είναι η ανώτερη δυναμική έκφανση του θεμελίου που δρα στη φύση.
Όμως όπως αυτός (ο θεμέλιος λόγος) είναι αιώνια μόνο θεμέλιο χωρίς να είναι ον, έτσι ούτε το Κακό μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί, και υπάρχει μόνο ως βάση, ώστε από αυτό να διαμορφωθεί το Καλό, με δική του δύναμη, ως κάτι ανεξάρτητο και διακεκριμένο από τον Θεό, μέσα στο οποίο ο Θεός έχει και αναγνωρίζει τον εαυτό του.
Και όπως η αδιαίρετη δύναμη του αρχικού θεμελίου αναγνωρίζεται για πρώτη φορά στον άνθρωπο ως εσωτερικότητα (βάση ή κέντρο) ενός ξεχωριστού όντος,
έτσι και στην ιστορία το Κακό παραμένει αρχικά κρυμμένο, και προ της εποχής της ενοχής και της αμαρτίας προηγείται μια εποχή αθωότητας ή ασυνειδησίας απέναντι στην αμαρτία.

Με τον ίδιο τρόπο που ο αρχικός θεμέλιος της φύσης ίσως δρούσε μόνος του για καιρό και, χρησιμοποιώντας τις θεϊκές δυνάμεις που εμπεριείχε, επιχείρησε μια δική του δημιουργία,
η οποία πάντα κατέληγε σε χάος (καθώς έλειπε ο δεσμός της αγάπης) — και προς αυτό ίσως υποδεικνύουν οι χαμένες γενιές πριν από τη σημερινή δημιουργία —
έτσι και στην ιστορία, το Πνεύμα της Αγάπης δεν αποκαλύφθηκε αμέσως.
Διότι ο Θεός, βιώνοντας τον θεμέλιο λόγο ως θέληση για αυτοαποκάλυψη, και αναγνωρίζοντας με τη θεία πρόνοιά του ότι πρέπει να υπάρξει μια βάση ανεξάρτητη από τον εαυτό του,
επέτρεψε στη βάση να δράσει ανεξάρτητα — ή, ειπωμένο αλλιώς, ο Ίδιος κινήθηκε σύμφωνα με τη φύση Του και όχι με την Καρδιά ή την Αγάπη Του.

Καθώς ο Θεμέλιος Λόγος (Grund) εμπεριείχε εντός του όλο το θεϊκό είναι, αλλά όχι ως ενότητα, μπορούσαν να ενεργούν μέσω αυτού μόνο επιμέρους θεϊκές υπάρξεις.
Έτσι αρχίζει εκείνη η αρχέγονη εποχή με τη χρυσή ηλικία του κόσμου, από την οποία στο σημερινό ανθρώπινο γένος έχει απομείνει μόνο μια αμυδρή ανάμνηση μέσα από τον μύθο — μια εποχή μακαριστής απροσδιοριστίας, όπου ούτε το Καλό ούτε το Κακό υπήρχε.
Κατόπιν ακολούθησε η εποχή των δρώντων θεών και ηρώων, ή η απόλυτη κυριαρχία της φύσης, όπου ο Θεμέλιος Λόγος έδειξε τι μπορούσε να επιτύχει από μόνος του.
Τότε, η σοφία και η νόηση ερχόταν στους ανθρώπους μόνο από το βάθος, η δύναμη των εγκόσμιων χρησμών οδηγούσε και διαμόρφωνε τη ζωή τους.
Όλες οι θεϊκές δυνάμεις του θεμελίου κυριαρχούσαν πάνω στη Γη, καθισμένες ως ισχυροί άρχοντες σε ασφαλείς θρόνους.

Ήταν η εποχή της μέγιστης εξύμνησης της φύσης, στη χειροπιαστή ομορφιά των θεών, στην λάμψη της τέχνης και στις ευφυείς επιστήμες, έως ότου το ενεργό μέσα στον θεμέλιο στοιχείο αναδύθηκε ως παγκόσμια κυρίαρχη αρχή, επιδιώκοντας να υποτάξει τα πάντα και να θεμελιώσει μια σταθερή και διαρκή κοσμική βασιλεία.
Όμως, επειδή η ουσία του θεμελίου δεν μπορεί ποτέ από μόνη της να παραγάγει την αληθινή και τέλεια ενότητα, έρχεται ο καιρός που όλη αυτή η δόξα διαλύεται, και όπως από τρομερή ασθένεια το όμορφο σώμα του προηγούμενου κόσμου αποσυντίθεται, το χάος επανέρχεται.
Ακόμη και πριν από την τελική κατάρρευση, οι δυνάμεις που δρούσαν στο τότε σύνολο παίρνουν τη μορφή κακόβουλων πνευμάτων: όπως οι ίδιες δυνάμεις που στην υγεία ήταν καλοπροαίρετοι φύλακες του βίου, κατά την αποσύνθεση μετατρέπονται σε δηλητηριώδη όντα.
Η πίστη στους θεούς εξαφανίζεται, και μια ψευδής μαγεία με επικλήσεις και θεουργικούς τύπους προσπαθεί να καλέσει πίσω τους φυγάδες, να κατευνάσει τα πονηρά πνεύματα.
Ολοένα και πιο έντονα εκδηλώνεται η έλξη του Θεμελίου, τό οποίο, προαισθανόμενο το ερχόμενο Φως, θέτει εκ των προτέρων όλες τις δυνάμεις του σε κίνηση, για να αντιμετωπίσει την Ανάδυση του Αγαθού με πλήρη αντίσταση.
Όπως η καταιγίδα προκαλείται έμμεσα από τον ήλιο, αλλά άμεσα από μια αντίρροπη δύναμη της γης, έτσι ο Πνεύμα του Κακού (μετεωρικής φύσης, όπως είχαμε ήδη περιγράψει) αναδύεται μέσα από την προσέγγιση του Αγαθού — όχι μέσω κάποιας επικοινωνίας, αλλά μέσω μιας κατανομής των δυνάμεων.

Γι’ αυτό μόνον με την αποφασιστική ανάδυση του Καλού, μπορεί και το Κακό να εμφανιστεί με πλήρη σαφήνεια ως Κακό.
Όχι ότι τότε προκύπτει για πρώτη φορά, αλλά διότι μόνον τότε δίνεται η αντίθεση, εντός της οποίας μπορεί το Κακό να εμφανιστεί πλήρως ως αυτό που είναι.

Αντιστοίχως, εκείνη η στιγμή που η γη γίνεται για δεύτερη φορά έρημη και κενή, είναι και η στιγμή της γέννησης του ανώτερου φωτός του Πνεύματος, το οποίο ήταν από την αρχή στον κόσμο, αλλά δεν είχε κατανοηθεί από το αυτοδρών σκότος και εμφανιζόταν μέχρι τότε σε κλειστή και περιορισμένη αποκάλυψη.
Και πράγματι, το Πνεύμα του Φωτός εμφανίζεται για να αντιταχθεί στο προσωπικό και πνευματικό Κακό, επίσης σε προσωπική, ανθρώπινη μορφή, ως Μεσολαβητής, για να αποκαταστήσει στο ανώτατο επίπεδο τη σχέση της δημιουργίας με τον Θεό.
Διότι μόνο το προσωπικό μπορεί να θεραπεύσει το προσωπικό· ο Θεός πρέπει να γίνει άνθρωπος, ώστε ο άνθρωπος να επιστρέψει στον Θεό.
Μόνο με την αποκατεστημένη σχέση του Θεμελίου με τον Θεό ανακτάται η δυνατότητα της σωτηρίας.

Η αρχή της είναι μια κατάσταση ενόρασης, που, μέσω θείας πρόνοιας, πέφτει σε ορισμένα πρόσωπα (ως εκλεκτά όργανα), μια εποχή σημείων και θαυμάτων, όπου οι θεϊκές δυνάμεις αντιτίθενται στις πανταχού αναδυόμενες δαιμονικές, προσπαθώντας να επαναφέρουν την ενωτική κατανομή των δυνάμεων.
Τελικά έρχεται η κρίση μέσα από τη σύγχυση των εθνών (turba gentium), τα οποία κατακλύζουν τον θεμέλιο λόγο του παλαιού κόσμου, όπως τα ύδατα της αρχής κάλυψαν τις πρώτες δημιουργίες, για να καταστεί δυνατή μια δεύτερη δημιουργία — ένας νέος διαχωρισμός λαών και γλωσσών, ένα νέο βασίλειο, μέσα στο οποίο ο ζωντανός Λόγος εμφανίζεται ως σταθερό και διαρκές κέντρο, αντιπαρατιθέμενος στο χάος.
Και τότε ξεκινά ο δηλωμένος και συνεχής μέχρι το τέλος του χρόνου αγώνας του Καλού με το Κακό, μέσα στον οποίο ο Θεός αποκαλύπτεται ως Πνεύμα, δηλαδή ως ενεργή, ενεργούμενη πραγματικότητα.
Υπάρχει επομένως ένα γενικό Κακό —όχι αρχικό, αλλά που αφυπνίζεται μόνο μέσα στην Αποκάλυψη του Θεού εξ αρχής, ως αντίδραση του θεμελίου— ένα Κακό που, αν και ποτέ δεν πραγματοποιείται πλήρως, διαρκώς προς αυτό τείνει.
Μόνο μετά την κατανόηση αυτού του γενικού Κακού καθίσταται δυνατό να κατανοήσουμε το Καλό και το Κακό και στον ίδιο τον άνθρωπο.
Αν δηλαδή ήδη στην πρώτη δημιουργία το Κακό διεγέρθηκε και, μέσω της αυτο-ενέργειας του θεμελίου, αναπτύχθηκε τελικά σε γενική αρχή, τότε φαίνεται πως η φυσική ροπή του ανθρώπου προς το Κακό εξηγείται, επειδή η αναταραχή των δυνάμεων, που εισήλθε στην κτίση μέσω της αφύπνισης της ιδιοβουλίας, του μεταδίδεται ήδη από τη γέννηση.
Όμως, ο θεμέλιος λόγος δρα και μέσα στον κάθε άνθρωπο αδιάκοπα, διεγείροντας την ιδιαιτερότητα και την ιδιαίτερη θέληση, ώστε ακριβώς μέσα στην αντίθεση προς αυτήν να μπορέσει να αναδυθεί η θέληση της αγάπης.
Η θέληση του Θεού είναι να καθολικοποιεί τα πάντα, να τα ανυψώνει ή να τα διατηρεί στην ενότητα με το Φως.
Η θέληση του θεμελίου είναι το αντίθετο: να εξατομικεύει, να κτισματοποιεί τα πάντα.
Θέλει την ανισότητα, για να καταστεί η ισότητα αισθητή στον ίδιο και στον εαυτό της.

Γι’ αυτόν τον λόγο, αντιδρά αναγκαστικά απέναντι στην ελευθερία ως υπερκτισματική και διεγείρει μέσα της την επιθυμία για το κτιστό, όπως εκείνον που, στεκόμενος σε ψηλή και απότομη κορυφή, καταλαμβάνεται από ίλιγγο και ακούει σαν μια μυστική φωνή να τον καλεί να πέσει, ή όπως στην παλιά φαντασία ο ακαταμάχητος ήχος των σειρήνων από τα βάθη μαγνητίζει τον ναυτικό να βυθιστεί στη δίνη.
Η ίδια η σύνδεση της καθολικής θέλησης με μια ατομική μέσα στον άνθρωπο φαίνεται εκ των προτέρων ως αντίφαση, η ένωση της οποίας είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη.
Ο φόβος της ζωής ωθεί τον άνθρωπο μακριά από το κέντρο, στο οποίο δημιουργήθηκε· διότι αυτό, ως η καθαρότερη ουσία κάθε θέλησης, είναι καταστρεπτική φωτιά για κάθε μερική θέληση.
Για να μπορέσει να ζήσει μέσα του, ο άνθρωπος πρέπει να πεθάνει ως προς κάθε ιδιορρυθμία.
Γι’ αυτό και είναι σχεδόν αναγκαστική η προσπάθεια να εξέλθει προς την περιφέρεια, για να αναζητήσει εκεί την ανάπαυση του εαυτού του.

Από εδώ προκύπτει η καθολική αναγκαιότητα της αμαρτίας και του θανάτου, ως του πραγματικού θανάτου της ιδιορρυθμίας, μέσα από τον οποίο κάθε ανθρώπινη θέληση πρέπει να περάσει ως διαμέσου φωτιάς, για να καθαρθεί.
Παρ’ όλη αυτή την καθολική αναγκαιότητα, το Κακό παραμένει πάντα ίδια επιλογή του ανθρώπου·
ως τέτοιο, ο θεμέλιος λόγος δεν μπορεί να το παραγάγει — και κάθε κτίσμα πέφτει εξαιτίας της δικής του ενοχής.
Ωστόσο, το πώς ακριβώς λαμβάνει χώρα μέσα στον κάθε άνθρωπο αυτή η απόφαση υπέρ του Καλού ή του Κακού, παραμένει εντελώς βυθισμένο στο σκοτάδι, και φαίνεται να απαιτεί ειδική εξέταση.
Μέχρι στιγμής, έχουμε ασχοληθεί λιγότερο με τη μορφική (τυπική) ουσία της ελευθερίας, αν και η κατανόηση αυτής φαίνεται να είναι εξίσου δύσκολη όσο και η εξήγηση της πραγματικής της έννοιας.

Συνεχίζεται


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας η(10)

Συνέχεια από 18. Απριλίου 2025

Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας η

Του Friedrich Schelling

Μετάφραση Χρήστου Μαρσέλλου, Εκδόσεις Ίνδικτος, 1997

Τὸ θέαμα ποὺ παρουσιάζει σύνολη ἡ φύση μᾶς πείθει γι᾿ αὐτὴν τὴν διέγερση [Erregung] ποὺ συντελέ-στηκε, μέσῳ τῆς ὁποίας ἡ κάθε ζωὴ πρωτοέφτασε στὸν ἔσχατο βαθμὸ ἀκμῆς καὶ προσδιορισμοῦ. Τὸ ἄλογο καὶ τὸ τυχαῖο, ποὺ στὴ διαμόρφωση τῶν ὄντων, ἰδίως τῶν ὀργανικῶν, μοιάζει ἑνωμένο μὲ τὸ ἀναγκαῖο, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔχει δράσει ἐδῶ μιὰ γεωμετρικὴ ἀναγκαιότητα, παρὰ ὅτι συνήργησαν ἐλευθερία, πνεῦμα καὶ ἴδιον θέλημα. Παντοῦ ἀκριβῶς ὅπου ὑπάρχει πόθος [Lust] καὶ ἐπιθυμία [Begierde] ὑπάρχει ἤδη καθ᾽ ἑαυτὴν μιὰ μορφὴ ἐλευθερίας, καὶ κανεὶς δὲν θὰ πιστέψη ὅτι ἡ ἐπιθυμία ποὺ συγκροτεῖ τὸ θεμέλιο τῆς κάθε φυσικῆς ζωῆς καὶ τὴν ὁρμὴ νὰ διατηρηθῆ κανεὶς ὄχι γενικά, παρὰ σ᾽ αὐτὴ τὴν συγκεκριμένη ὕπαρξή του, προστέ-θηκαν ἐκ τῶν ὑστέρων στὸ ἤδη τελειωμένο δημιούργημα, ἀλλὰ μᾶλλον ὅτι ἦταν αὐτὲς τὸ ἴδιο τὸ δημιουρ-γικὸ στοιχεῖο. Ακόμα καὶ ἡ ἔννοια τῆς βάσης [Basis], ποὺ βρέθηκε μέσῳ τῆς ἐμπειρίας, καὶ ἡ ὁποία πρόκει-ται νὰ παίξη ἕναν σημαντικό ρόλο γιὰ τὴν ὅλη φυσική ἐπιστήμη, ὁδηγεῖ κατ᾿ ἀνάγκην, ἂν ἀξιολογηθῆ ἐπιστημονικά, στὴν ἑαυτότητα καὶ τὴν ἐγώτητα. Ὑπάρχουν ὅμως στὴ φύση τυχαῖοι προσδιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν μόνο ἀπὸ μιὰν ἤδη στὴν πρώτη δημιουργία ἐπισυμβᾶσα διέγερση τῆς ἄλογης ἢ σκο-τεινῆς ἀρχῆς τῆς δημιουργίας – μόνο ἀπὸ τὴν ἐνεργοποιημένη ἑαυτότητα. Ἐξ οὗ μέσα στὴ φύση – δίπλα στὶς προσχηματισμένες ἠθικὲς σχέσεις – τὰ σημάδια ποὺ ἀγγέλλουν τὸ κακό, μολονότι ἡ δύναμίς του διεγείρεται μόνο μέσῳ τοῦ ἀνθρώπου· ἐξ οὗ φαινόμενα ποὺ καὶ χωρὶς ἀναφορὰ στὸν κίνδυνο ποὺ ἀποτελοῦν γιὰ τὸν ἄνθρωπο πάντως προκαλοῦν ἕνα γενικὸ καὶ φυσικὸ ἀποτροπιασμό.[ΤΣΟΥΝΑΜΙ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕ ΑΝΑΡΩΤΙΕΤΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ23 Ὅτι ὅλα τὰ ὀργανικὰ ὄντα (377) ἀντιστέκονται στὴ διάλυσή τους δὲν μπορεῖ καθόλου νὰ ἐκληφθῆ ὡς μιὰ πρωταρχικὴ ἀναγκαιότητα· ὁ δεσμός τῶν δυνάμεων ποὺ συνιστοῦν τὴ ζωὴ θὰ μποροῦσε κάλ-λιστα νὰ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του ἀδιάλυτος, καὶ ἕνα δημιούργημα ποὺ συμπληρώνει βασιζόμενο στὶς δικές του δυνάμεις ὅ,τι προέκυψε ἐλλειπτικὸ μοιάζει κατ᾿ ἐξοχὴν προορισμένο νὰ εἶναι ἕνα perpetuum mobile. Τὸ κακὸ παρουσιάζεται ὅμως στὴ φύση μόνο μέσῳ τῶν ἐνερ-γειῶν του· τὸ ἴδιο σὲ ἄμεση ἐμφάνιση μπορεῖ μόνο ὅταν ἡ φύση φτάση τὸν σκοπό της νὰ ἀνακύψη. Διότι, ὅπως στὴν ἀρχικὴ δημιουργία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ γέν-νηση τοῦ φωτός, ἡ σκοτεινὴ ἀρχὴ ὄφειλε νὰ ὑπάρχη ὡς θεμέλιο, ὥστε τὸ φῶς νὰ ὑψωθῆ ὑπεράνω του (ὡς ἀπὸ τὴν ἁπλῆ δύναμη στὴν ἐνέργεια)· ἔτσι πρέπει νὰ ὑπάρχη ἕνα ἄλλο θεμέλιο τῆς γέννησης τοῦ πνεύματος, καὶ ἑπομένως μιὰ δεύτερη ἀρχὴ τοῦ σκότους, τόσο ὑψη-λότερη, ὅσο εἶναι ὑψηλότερο τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ φῶς. [Ο ΚΑΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΜΕΤΡΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΕ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΤΙΑΤΟ ΥΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΑ ΥΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ]Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀφυπνισμένο στὴ δημι-ουργία μέσῳ διεγέρσεως τοῦ σκοτεινοῦ φυσικοῦ θεμε-λίου πνεῦμα τοῦ κακοῦ, ἤτοι τοῦ διχασμοῦ φωτὸς καὶ σκότους, στὸ ὁποῖο τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης, ὅπως πρὶν στὴν ἀκανόνιστη κίνηση τῆς ἐναρκτήριας φύσης τὸ φῶς, ἀντιπαραθέτει ἕνα ὑψηλότερο ἰδεῶδες. Γιατὶ ὅπως ἡ ἑαυτότητα προσοικειώθηκε στὸ κακὸ τὸ φῶς ἢ τὸν λόγο [Wort] καὶ γι' αὐτὸ ἐμφανίζεται ὡς μιὰ ἀνώτερη πηγή τοῦ σκότους, ἔτσι πρέπει ὁ εἰπωμένος σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ κακὸ μέσα στὸν κόσμο λόγος νὰ προσοικειωθῆ τὴν ἀνθρωπότητα ἢ τὴν ἑαυτότητα καὶ νὰ γίνη ὁ ἴδιος προσωπικός. Αὐτὸ συμβαίνει μόνο μὲ τὴν ἀποκάλυψη, στὴν πιὸ συγκεκριμένη ἔννοια τῆς λέξης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχη τὰ ἴδια ἀκριβῶς στάδια μὲ τὴν πρώτη φανέρωση μέσα στὴ φύση, ἔτσι ἀκριβῶς ποὺ καὶ ἐδῶ ἐπίσης ἡ ὑψηλότερη κορυφὴ τῆς ἀποκάλυψης εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ πρότυπος καὶ θεῖος ἄνθρωπος, αὐτὸς ποὺ ἦταν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν, καὶ μὲ βάση τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκαν ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα καὶ ὁ ἄνθρωπος.

Ἡ γέννηση τοῦ πνεύματος εἶναι τὸ βασίλειο τῆς ἱστορίας, ὅπως ἡ γέννηση τοῦ φωτὸς τὸ βασίλειο τῆς φύ-σεως. Οἱ ἴδιες περίοδοι τῆς δημιουργίας (378) ποὺ ὑπάρχουν στὸ ἕνα ὑπάρχουν καὶ στὸ ἄλλο· καὶ τὸ ἕνα εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ ἡ διασάφηση τοῦ ἄλλου. Ἡ ἴδια ἀρχὴ ποὺ ἦταν στὴν πρώτη δημιουργία τὸ θεμέλιο, εἶναι καὶ ἐδῶ ἐπίσης, ἀλλὰ σὲ μιὰ ἀνώτερη μορφή, σπόρος καὶ φυτό, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἕνας ἀνώτερος κόσμος. Διότι τὸ κακὸ δὲν εἶναι ἀκριβῶς παρὰ τὸ πρωταρχικό θεμέ-λιο τῆς ὕπαρξης στὸν βαθμὸ ποὺ τείνει νὰ ἐνεργοποιηθῆ μέσα στὸ δημιουργημένο ὄν, καὶ ἑπομένως στὴν πραγματικότητα ἡ ἀνώτερη ἁπλῶς δύναμη τοῦ δρῶντος μέσα στὴ φύση θεμελίου. Καθώς ὅμως ἐτοῦτο εἶναι εἰς τὸν αἰῶνα θεμέλιο καὶ μόνο, χωρὶς τὸ ἴδιο νὰ ὑπάρχη, δὲν μπορεῖ τὸ κακὸ νὰ πραγματωθῆ ποτέ, καὶ χρησι-μεύει μόνο ὡς θεμέλιο, ὥστε τὸ καλό, παίρνοντας ἰδίαις δυνάμεσι μορφὴ καθὼς ἐξέρχεται ἀπὸ αὐτό, νὰ ὑπάρχη ὡς κάτι λόγῳ τοῦ θεμελίου του ἀνεξάρτητο καὶ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν θεό, στὸ ὁποῖο ὁ θεὸς βρίσκει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν γνωρίζει, καὶ τὸ ὁποῖο ὡς τέτοιο (ὡς κάτι ἀνεξάρτητο) εἶναι μέσα του. Καθὼς ὅμως ἡ ἀμέ-ριστη δύναμη τοῦ ἀφετηριακοῦ θεμελίου ἀναγνωρίζεται ἐν πρώτοις μέσα στὸν ἄνθρωπο ὡς ἐσωτερικό (βάση ἢ κέντρον) τοῦ καθενός, ἔτσι καὶ μέσα στὴν ἱστορία τὸ κακὸ παραμένει ἀρχικὰ κρυμμένο στὸν βυθό, καὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνοχῆς καὶ τῆς ἁμαρτίας προηγεῖται μιὰ ἐποχὴ ἀθωότητας ἢ ἀσυνειδησίας [Bewußtlosigkeit] τῆς ἁμαρτίας. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο, ὅπως ἡ ἀρχική πηγὴ τῆς φύσης δροῦσε ἴσως ἀπὸ μόνη της καιρὸ πρὶν καὶ ἐπιχειροῦσε γιὰ λογαριασμό της, μὲ τὶς θεῖες δυ-νάμεις ποὺ περιέχει, μιὰ δημιουργία, δημιουργία ποὺ ὅμως πάντοτε ξαναβυθιζόταν (ἐπειδὴ ἔλειπε ὁ δεσμὸς τῆς ἀγάπης [Liebe]) στὸ χάος, (πρᾶγμα ποὺ ὑποση-μαίνουν ἴσως οἱ σειρὲς τῶν χαμένων πρὶν ἀπὸ τὴν παροῦσα δημιουργία καὶ μὴ ἀναφανέντων εἰδῶν), ὥσπου ἐπῆλθε ὁ λόγος [Wort] τῆς ἀγάπης καὶ μαζί του ἔλαβε ἀρχὴ μιὰ δημιουργία μὲ διάρκεια, ἔτσι καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης δὲν ἀποκαλύφθηκε μέσα στὴ δημιουργία ἀμέσως· ἀλλά, ἐπειδὴ ὁ θεὸς αἰσθάνθηκε τὴ βούληση τοῦ θεμελίου ὡς τὴ βούληση τῆς ἀποκαλυψής του καὶ μὲ τὴν πρόνοιά του ἀνεγνώρισε ὅτι ὄφειλε νὰ ὑπάρχη ἕνα ἀνεξάρτητο ἀπὸ αὐτὸν (ὡς πνεῦμα) θεμέλιο τῆς ὑπάρξεώς του, ἄφησε τὸ θεμέλιο νὰ δρᾶ ἀνεξάρτητο, ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιῶς, Αὐτὸς κινήθηκε μόνο σύμφωνα μὲ τὴ φύση του καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν καρδιά του, δηλαδή σύμφωνα μὲ τὴν ἀγάπη. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ τὸ θεμέλιο περιείχε μέσα του ὅλη τὴ θεία οὐσία, ἀλλὰ ὄχι ὡς ἑνότητα, δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ εἶναι ὁρισμένα θεῖα (379) ὄντα ποὺ διηύθυναν σ᾽ αὐτὸ τὴν δι᾽ ἑαυτὸν δράση. Αὐτὴ ἡ προϊστορία ἀρχίζει λοιπὸν μὲ τὴ χρυσῆ ἐποχὴ τοῦ κόσμου, τῆς ὁποίας στὸ σημερινὸ ἀνθρώπινο εἶδος παρέμεινε ἀμυδρὴ μόνο ἀνάμνηση μέσα στὸν μῦθο, μιὰ ἐποχὴ εὐτυχισμένης ἀδιακρισίας [Unentschiedenheit], ὅπου δὲν ὑπῆρχε οὔτε κακό, οὔτε καλό·[Ο ΟΥΡΟΒΟΡΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ. Ο ΣΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗΣ. ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.] ἀκολούθησε ἡ ἐποχὴ τῶν θεῶν καὶ τῶν ἡρώων, ἢ τῆς παντοδυναμίας τῆς φύσεως, κατὰ τὴν ὁποία τὸ θεμέλιο ἔδειξε τί δυνατότητες εἶχε αὐτόνομο. Ὁ νοῦς καὶ ἡ σοφία ἔρχονταν τότε στοὺς ἀνθρώπους μόνο ἀπὸ τὰ βάθη· ἡ δύναμη μαντείων ποὺ βγαίνανε ἀπὸ τὴ γῆ καθοδηγοῦσε καὶ διαμόρφωνε τὴ ζωή τους· ὅλες οἱ θεϊκὲς δυνάμεις τοῦ θεμελίου κυριαρχοῦσαν πάνω στὴ γῆ, καὶ καθίζαν σὰν παντοδύναμοι ἀρχηγοὶ πάνω σὲ βέβαιους θρόνους. Ἦρθε ἡ ἐποχὴ τῆς ὕψιστης δόξας τῆς φύσης στὴν ὁρατὴ ὀμορφιὰ τῶν θεῶν καὶ σ' ὅλη τὴ λάμψη τῆς τέχνης καὶ μιᾶς ἐπιστήμης μεστῆς νοήματος, ὥσπου ἡ δρῶσα ἐν βυθῷ ἀρχὴ ἐντέλει ξεπρόβαλε κοσμοκράτειρα, γιὰ νὰ ὑποτάξη τὰ πάντα καὶ νὰ θεμελιώση τὸ σταθερὸ καὶ διαρκὲς παγκόσμιο κράτος της. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ οὐσία τοῦ θεμελίου δὲν μπορεῖ ἀπὸ μόνη της νὰ γεννήση τὴν ἀληθινὴ καὶ τέλεια ἑνότητα, ἦρθε καιρὸς ποὺ ὅλο αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο διαλύθηκε καὶ τὸ ὄμορφο σῶμα τοῦ μέχρι τότε κόσμου σὰν ἀπὸ φρικιαστικὴ ἀρρώστια καταστράφηκε, γιὰ νὰ ἐπανέλθη ἐντέλει τὸ χάος.[Ο ΠΑΝ ΠΕΘΑΝΕ] Ἤδη ἀπὸ πρίν, πρὶν ἀκόμα ἀπὸ τὴν ὁλικὴ ἀποσύνθεση, οἱ δυνάμεις ποὺ ἐξουσίαζαν σ' αὐτὸ τὸ ὅλο πῆραν τὴ μορφὴ κακῶν πνευμάτων, ὅπως ἐκεῖνες ἀκριβῶς οἱ δυνάμεις, ποὺ στὸν καιρὸ τῆς ὑγείας ἦταν εὐεργετικά, προστατευτικὰ τῆς ζωῆς πνεύματα, καθὼς πλησιάζει ἡ διάλυση ἀποχτοῦν φύση κακὴ καὶ φαρμακερή: ἡ πίστη σὲ θεοὺς ἐξαφανίστηκε, καὶ μιὰ πλανερὴ μαγεία, μὲ ξόρκια καὶ θεουργικούς τύπους, προσπάθησε νὰ ἀνακαλέση τοὺς φευγάτους θεοὺς καὶ νὰ κατευνάση τὰ κακὰ πνεύματα. Ὅλο καὶ ἀποφασι-στικότερα φαινόταν ἡ ἑλκτικὴ δύναμη τοῦ θεμελίου πού, προαισθανόμενο τὸ φῶς ποὺ πλησίαζε, ἔβγαλε προκα-ταβολικὰ ὅλες τὶς δυνάμεις ἀπὸ τὴν ἀδιακρισία, γιὰ νὰ τὸ ἀντιμετωπίση σὲ μιὰ συνολικὴ ἀντιπαράθεση.[Η ΕΚΑΤΗ Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ] Ὅπως ἡ καταιγίδα ξεσηκώνεται ἔμμεσα ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἄμεσα ὅμως ἀπὸ μιὰ ἀντιδρῶσα δύναμη τῆς γῆς, ἔτσι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κακοῦ (ποὺ τὴν μετεωρικὴ φύση του ἀνα-γνωρίσαμε προηγουμένως), διεγείρεται καθὼς πλησιά-ζει τὸ καλό, ὄχι συμμεριζόμενο τὶς δυνάμεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ μερίζονται. Γι᾿ αὐτὸ πρωτοπροβάλλει (380) τὸ κακὸ χωρισμένο καὶ ὡς αὐτὸ ποὺ εἶναι, ὅταν προβάλη τὸ καλὸ χωρισμένο, (ὄχι ἐπειδὴ τότε θὰ προέκυπτε γιὰ πρώτη φορά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχει πλέον ἡ ἀντίθεση, μέσῳ τῆς ὁποίας καὶ μόνο μπορεῖ νὰ ἐμφανιστῆ πλήρως καὶ ὡς αὐτὸ ποὺ εἶναι)· ὅπως πάλι ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ γῆ ἐρημώνεται καὶ ἀδειάζει γιὰ δεύτερη φορὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ στιγμὴ ποὺ γεννιέται τὸ ἀνώτερο φῶς τοῦ πνεύματος, * τὸ ὁποῖο ἦταν στὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἀλλὰ ποὺ τὸ δι᾽ ἑαυτὸ δρῶν σκότος δὲν τὸ εἶχε καταλάβει, καὶ ποὺ ἡ ἀποκάλυψή του ἦταν κλειστὴ καὶ περιορισμένη· καὶ ὅμως ἐμφανίζεται, γιὰ ν᾿ ἀντιταχτῆ στὸ προσωπικὸ καὶ πνευματικὸ κακό, σὲ προσωπικὴ καὶ τὸ ἴδιο, ἀνθρώπινη μορφή, καὶ ὡς μεσολαβητής, γιὰ νὰ ἀποκαταστήση τὴ σχέση τῆς δημιουργίας μὲ τὸν θεὸ στὸν ὕψιστο βαθμό.[Ο ΖΕΥΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΟΝ ΚΡΟΝΟ ΠΟΥ ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΑΒΥΣΣΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ] Γιατὶ μόνο κάτι προσωπικὸ μπορεῖ νὰ σώση κάτι προσωπικό, καὶ ὁ θεὸς πρέπει νὰ γίνη ἄνθρωπος γιὰ νὰ γυρίση ὁ ἄνθρωπος στὸν θεό. Μὲ τὴν ἐκτεθεῖσα σχέση τοῦ θεμελίου πρὸς τὸν θεὸ μᾶς πρωτοδίνεται ξανὰ ἡ δυνατότητα τῆς ἰάσεως [Heilung], τῆς σωτηρίας [Heil]. ᾿Αφετηρία της εἶναι μιὰ κατάσταση ὀξυδέρκειας [Hellsehen] ποὺ μὲ θεία ἀπόφαση [Verhängnis] εἶναι ὁ κλῆρος μερικῶν ἀνθρώπων (ὡς ἐπὶ τούτου ἐκλεγμένων ὀργάνων), μιὰ ἐποχὴ σημείων καὶ τεράτων, στὴν ὁποία ἡ θεία δύναμις ἀντιδρᾶ στὸ δαιμονικὸ ποὺ ξεχειλίζει ἀπὸ παντοῦ, καὶ ἡ πραϋντικὴ ἑνότητα ἀντιδρᾶ στὸν μερισμὸ τῶν δυνάμεων. Τελικῶς προκύπτει ἡ κρίση στὴν turba gentium, ἡ ὁποία ξεχειλίζει τὸ θεμέλιο τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ὅπως κάποτε τὰ νερὰ τῆς ἀρχῆς [Anfang] ξανασκέπασαν τὰ δημιουργήματα τῆς προϊστορίας [Urzeit], γιὰ νὰ καταστήσουν δυνατὴ μιὰ δεύτερη δημιουργία – ἕναν νέο χωρισμὸ [Scheidung] λαῶν καὶ γλωσσῶν, ἕνα νέο βασίλειο, ὅπου ὁ ζῶν λόγος πρόβαλε ὡς ἕνα σταθερὸ καὶ μόνιμο κέντρο στὴ μάχη κατὰ τοῦ χάους [Chaos], καὶ ὅπου ἀρχίζει ἕνας κηρυγμένος πόλεμος, ποὺ θὰ κρατήση μέχρι τὸ τέλος τῆς τωρινῆς ἐποχῆς, τοῦ καλοῦ μὲ τὸ κακό, στὸν ὁποῖο πόλεμο ἀποκαλύπτεται καὶ ὁ θεὸς ὡς πνεῦμα, δηλαδὴ ὡς ἐνεργείᾳ πραγματικός [actu wirklich].24[Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ, Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΠΟΥ ΛΥΤΡΩΣΕ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΤΟ ΒΑΡΕΤΟ ΟΛΟΝ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ]

Ὑπάρχει γι᾿ αὐτὸ ἕνα καθολικό, καίτοι ὄχι ἀφετηριακό, ἀλλὰ ἀποκεκαλυμμένο γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τὸ ποὺ ἄρχισε ἡ ἀποκάλυψη τοῦ θεοῦ, μέσῳ ἀντιδράσεως (381) τοῦ θεμελίου ἀφυπνισμένο κακό, ποὺ βέβαια δὲν φτάνει ποτὲ στὴν πραγμάτωση, ἀλλὰ ποὺ τείνει σταθερὰ πρὸς αὐτήν. Μόνο μετὰ τὴ γνώση τοῦ καθολικοῦ κακοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμε τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ μέσα στὸν ἄνθρωπο ἐπίσης. Ἐὰν πράγματι ἤδη στὴν πρώτη δημιουργία εἶχε διεγερθῆ μαζὶ καὶ τὸ κακὸ καὶ εἶχε ἐξελιχτῆ ἐντέλει, μέσῳ τῆς αὐτονομημένης δράσης [für sich wirken] τοῦ θεμελίου σὲ καθολικὴ ἀρχή, τότε μιὰ κάποια κλίση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ κακὸ μοιάζει νὰ ἐξηγῆται ἤδη, ἀφοῦ ἡ ἀταξία τῶν δυνάμεων ποὺ εἰσήλασε κάποτε στὴ δημιουργία μὲ τὸ ξύπνημα τοῦ ἰδίου θελήματος [Eigenwille] τοῦ μεταδίδεται ἤδη μὲ τὴ γέννησή του. ᾿Αλλὰ ὁ βυθός δρᾶ ἀδιάκοπα μέσα στὸν κάθε ἄνθρωπο χωριστὰ καὶ ἀνακινεῖ τὴν ἰδιαιτε-ρότητα [Eigenheit] καὶ τὴ μερική βούλησή του, προ-κειμένου νὰ μπορέση νὰ προβάλη, ἀντιτιθέμενη σὲ αὐτά, ἡ βούληση τῆς ἀγάπης. Ἡ βούληση τοῦ θεοῦ εἶναι νὰ δώση καθολικότητα στὰ πάντα, νὰ κάνη τὰ πάντα ἕνα μὲ τὸ φῶς, ἢ νὰ τὰ διατηρήση μέσα σὲ αὐτό· ἐνῶ ἡ βούληση τοῦ βυθοῦ εἶναι νὰ τὰ κάνη ὅλα μερικὰ ἢ κτιστά [kreatürlich]. Ἡ βούληση τοῦ θεοῦ θέλει τὴν ἀνισότητα μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ γίνη ἡ ἰσότητα αἰσθητὴ στὸν ἑαυτό της καὶ σὲ αὐτὸν τὸν ἴδιο. Γι᾿ αὐτὸ ἀντιδρᾶ κατ᾿ ἀνάγκην στὴν ἐλευθερία ὡς αὐτὸ ποὺ ὑπερβαίνει τὴν κτιστότητα [das Überkreatürliche] καὶ ξυπνᾶ μέσα της τὴν ἐπιθυμία τοῦ κτιστοῦ, ὅμοια ὅπως αὐτὸν ποὺ πάνω σὲ ὑψηλὴ καὶ ἀπόκρημνη κορφή, ἐνῶ τὸν πιάνει ίλιγγος, συγχρόνως μιὰ μυστική φωνή μοιάζει νὰ τὸν καλῆ νὰ γκρεμιστῆ, ἤ, ὅπως στὸν ἀρχαῖο μῦθο, ἕνα ἀκαταμάχητο τραγούδι σειρήνων ἀντηχεῖ ἀπὸ τὰ βάθη γιὰ νὰ τραβήξη μέσα στὸν στρόβιλο τὸν ποντοπόρο διαβάτη. Ἤδη μοιάζει καθ' ἑαυτὴν ἀντιφατικὴ ἡ συνένωση τῆς καθολικῆς βούλησης μὲ μιὰ βούληση μερικὴ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἡ ἀποτέλεσή της εἶναι δύσκολη, ἂν ὄχι ἀδύνατη. Ἡ ἀγωνία τῆς ζωῆς ἡ ἴδια ἀποτραβᾶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ κέντρο, στὸ ὁποῖο ἐδημιουργήθηκε· διότι τοῦτο ὡς ἡ καθαρότατη οὐσία τῆς βούλησης εἶναι πῦρ καταναλίσκον κάθε μεμονωμένη βούληση· γιὰ νὰ ζήση μέσα του ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ πεθάνη γιὰ κάθε ἰδιαιτερότητα [Eigenheit], ὥστε εἶναι σχεδὸν ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιδιώκη νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ κέντρο πηγαίνοντας πρὸς τὴν περιφέρεια, ζη-τώντας ἐκεῖ ν᾿ ἀναπαύση τὴν ἑαυτότητά του. Ἀπὸ ἐδῶ προκύπτει ἡ καθολικὴ ἀναγκαιότητα τοῦ θανάτου, ὡς πραγματικῆς νέκρωσης τῆς ἰδιαιτερότητας [Eigenheit], ἀπὸ τὴν ὁποία πρέπει νὰ περάση κάθε ἀνθρώπινη βούληση ὡς ἀπὸ καθαρτήριο πῦρ. Παρὰ τὴν καθολικὴ αὐτὴ (382) ἀναγκαιότητα, τὸ κακὸ παραμένει ἀνθρώπινη ἐπιλογή· ὁ βυθὸς δὲν μπορεῖ νὰ προκαλέση τὸ κακὸ ὡς τοιοῦτο, καὶ κάθε δημιούργημα φέρει τὴν ὑπαιτιότητα τῆς πτώσης του. Πῶς ὅμως τώρα φτάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ ἀποφασίση γιὰ τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό, αὐτὸ καλύπτεται ἀπὸ ἀπόλυτο σκοτάδι καὶ μοιάζει νὰ ἀπαιτῆ μιὰ εἰδικὴ ἔρευνα.

Μέχρι τώρα ἔχουμε πολύ λίγο γενικῶς ἐξετάσει τὴν τυπικὴ [formelle] ἔννοια τῆς ἐλευθερίας, καίτοι ἡ ἐμβάθυνσή της μοιάζει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ δυσκολίες ὄχι μι κρότερες ἐκείνων τῆς ἐξηγήσεως τῆς κατὰ τὸ πρᾶγμα [reale] ἐννοίας της.

Συνεχίζεται

Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. ΜΙΜΟΥΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΑ ΜΠΑΣΤΑΡΔΑ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΕΠΙΝΟΟΥΝ ΤΗΝ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ. 

Τρίτη 22 Απριλίου 2025

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (5)

   Συνέχεια από: Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ.

Τού Claudio Ciancio.

        3. Το πρόσωπο καί η ψυχή.

Γενικότερα όμως θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα ανθρωπολογικά μοντέλα τα οποία περιέχονται στα γραπτά αυτής της περιόδου κινούνται προς την έννοια μιας επιβεβαίωσης, αλλά ταυτοχρόνως, και προς μία μείωση τής αξίας της προσωπικότητος. Έτσι σύμφωνα με τα Μαθήματα της Στουτγάρδης το ανθρώπινο πνεύμα γενικώς διαρθρώνεται σε τρείς δυνάμεις: το θάρρος, ο χαρακτήρας (που είναι το μέρος που στρέφεται στον πραγματικό κόσμο), η ψυχή (που είναι το μέρος που στρέφεται στον ιδανικό κόσμο) και στην μέση αυτών των δύο, σαν αρχή του δεσμού τους (ή του χωρισμού τους) το πνεύμα με την στενή έννοια. Αυτό το τελευταίο είναι “αυτό που υπάρχει σαν ιδιαίτερα προσωπικό στον άνθρωπο”, είναι ελεύθερη θέληση η οποία προκύπτει από την τυφλή βούληση και την νόηση. Αλλά εδώ ο Σέλλινγκ, αρνούμενος ότι η συνθετική λειτουργία τού πνεύματος φτιάχνει την ανώτερη δύναμη, δίνει μία ξαφνική στροφή στην ανάλυσή του, για την οποία διαθέτει την συνείδηση τόσο ώστε να την εισάγει με την παρατήρηση: “Είναι χωρίς αμφιβολία κοινή γνώμη ότι το πνεύμα είναι αυτό το πιο υψηλό που υπάρχει στον άνθρωπο”. Αλλά δηλώνει αμέσως μετά ότι όμως το πνεύμα δεν μπορεί να είναι το πιο υψηλό πράγμα, διότι είναι ικανό για το κακό. Εάν το πνεύμα ήταν το πιο υψηλό πράγμα-συνεχίζει- δεν θα υπήρχε πλέον διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και το λάθος. Το πνεύμα, καθότι μπορεί να πει και να κάνει όχι μόνον το καλό αλλά και το κακό, απαιτεί κάτι ανώτερο που θα του επιτρέπει ακριβώς να διακρίνει το καλό και το κακό. Έτσι λοιπόν η αναγνώριση τής προσωπικότητος τού ανθρώπου σαν ελευθερίας ικανής για καλό και για κακό (και μάλιστα για κακό στην θετικοτητά του, και όχι σαν απλή απουσία τού καλού) αν καί αποφεύγει να συνορεύσει με το μη είναι, αυτό που είναι ατομική ιδιαιτερότητα, δεν κατορθώνει όμως να ανατρέψει τις προηγούμενες θέσεις και να αποδώσει στην προσωπικότητα, τουλάχιστον όσον αφορά τον άνθρωπο, ένα οντολογικό πρωτείο. Και αυτό επειδή οι ανθρώπινες ελευθερία και προσωπικότης δεν στοχάζονται μέχρι το βάθος τής πρωτοτυπίας τους, αλλά περισσότερο σαν συνθετικά αποτελέσματα, έτσι ώστε στην οντολογική ιεραρχία το πρωτείο παραμένει στην ανώτερη αρχή (την ιδανική) η οποία εισέρχεται στην σύνθεση. Γι’αυτό ακριβώς πάνω από το πνεύμα ο Σέλλινγκ τοποθετεί την ψυχή, σαν “αυτό που είναι με απόλυτη ακρίβεια το Θείο μέσα στον άνθρωπο, επομένως αυτό που είναι απρόσωπο, το αληθινό ουσιώδες, στο οποίο το προσωπικό στοιχείο οφείλει να υποταχτεί σαν ένα μη-ουσιώδες”.

          Από την ψυχή προέρχονται τα έργα τέχνης, τά έργα τής φιλοσοφίας, της αρετής και της θρησκείας και “σε όλα τα έργα, ακόμη και σε αυτά της τέχνης και τής επιστήμης, η υψηλότερη στιγμή γεννάται ακριβώς επειδή σ’αυτά ενεργεί το απρόσωπο”. Αυτό που είναι προσωπικό γίνεται λοιπόν οδός και όργανο εν όψει τής επιβεβαιώσεως του ιδανικού, το απλό του θεμέλιο (το μη ουσιώδες του), παρότι απαραίτητο. Το πρωτείο της ψυχής διακόπτει την οντολογική επανόρθωση τής πνευματικής ατομικότητος στην οποία η επεξεργασία τής έννοιας τής προσωπικότητος είχε ανοίξει τον δρόμο.

          Με την σειρά του ο διάλογος Clara, αποδίδοντας στην ψυχή (σύμφωνα και με την παράδοση) την επιβίωση μετά τον θάνατο, αναγνωρίζει ότι αυτό που πραγματικά συστήνει την ανθρωπότητα του ανθρώπου δεν είναι το πνεύμα, αλλά η ψυχή. Η επιχειρηματολογία τού Σέλλινγκ είναι πειστική: τόσο το σώμα όσο και το πνεύμα είναι αυτό το οποίο στον άνθρωπο αλλάζει συνεχώς (ας σκεφτούμε όσον αφορά το πνεύμα την συνεχή αλλαγή των πεποιθήσεων). Ο αληθινός εαυτός του ανθρώπου λοιπόν δεν μπορεί να είναι ούτε το σώμα ούτε το πνεύμα και εάν η αθανασία αφορά αυτό που είναι το πιο ιδιαίτερο του ανθρώπου, οφείλουμε να το αποδώσουμε στην ψυχή. Η ψυχή τώρα υπολογίζεται σαν τον ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα, σαν αυτό που τα περικλείει στον εαυτό της και καθιστά εφικτή την επικοινωνία. Είναι η ενοποιός συνείδηση και των δύο. Ακόμη και από αυτό το σημείο ο διάλογος Clara ξεχωρίζει για μία επιβεβαίωση τής αρχής τής προσωπικής ατομικότητος πολύ πιο έντονης από εκείνη που υποστηρίχθηκε από σύγχρονα Μαθήματα τής Στουτγάρδης. Στα δύο κείμενα είναι κοινή η θέση τής υποταγής του πνεύματος στην ψυχή, αλλά ενώ στα Μαθήματα το πνεύμα είναι η αρχή της προσωποποιήσεως και η ψυχή είναι η ανώτερη απροσωπικότης, στον διάλογο Clara ήδη η ψυχή γίνεται φορέας τής προσωπικής ιδιαιτερότητος, διαδραματίζοντας εκείνη την διαμεσολαβητική λειτουργία, ανάμεσα στα αντίθετα στοιχεία, που εξασκείτο, στα Μαθήματα, από το πνεύμα.

Συνεχίζεται

Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας ζ (9)

Γιὰ τὴν πλατωνικὴ ἄποψη,  ἡ μοναδικὴ αἰτία [Grund] τοῦ κακοῦ εἶναι ἡ αἰσθητι κότητα [Sinnlichkeit] ἢ ἡ ζωϊκότητα [Animalität], ἢ ἡ γήινη ἀρχή, ἀφοῦ στὸν οὐρανὸ δὲν ἀντιθέτουν, ὅπως θὰ ἔπρεπε, τὴν κόλαση, ἀλλὰ τὴ γῆ. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἔρχεται ὡς φυσικὴ συνέπεια τοῦ δόγματος ὅτι ἡ ἐλευθερία ἔγκειται στὴν ἁπλῆ κυριαρχία τῆς νοήμονος [intelligenten] ἀρχῆς ἐπάνω στὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ὁρμὲς [Neigungen] τῶν αἰσθήσεων καὶ ὅτι τὸ καλὸ ὀφείλεται στὸν καθαρό λόγο ποὺ εὐνοήτως δὲν ἀφήνει καμμιὰ ἐλευθερία γιὰ τὸ κακό (ἐφόσον ἐδῶ κυριαρχοῦν οἱ αἰσθη-τικὲς ὁρμές)· γιὰ νὰ ἀκριβολογήσουμε, ἐδῶ τὸ κακὸ καταργεῖται πλήρως. Διότι ἡ ἀδυναμία ἢ τὸ ἀτελέσφορο τῆς νοητικῆς [verständigen] ἀρχῆς μπορεῖ κάλλιστα νὰ εἶναι ἡ αἰτία [Grund] τῆς ἐλαττωματικότη-τας ἀγαθῶν καὶ ἐνάρετων πράξεων, ὄχι ὅμως καὶ ἡ αἰτία θετικὰ κακῶν καὶ φαύλων [tugendwidriger]. ᾿Αλλὰ ἂν δεχτοῦμε ὅτι ἡ αἰσθητικότητα, ἢ ἡ παθητική στάση ἀπέναντι σὲ ἐξωτερικὲς ἐντυπώσεις (372) θὰ προκα-λοῦσε κατὰ κάποιου εἴδους ἀναγκαιότητα κακές πράξεις, μέσα σ' αὐτὲς ὁ ἄνθρωπος θὰ ἦταν μόνο παθητικός, τὸ κακὸ ἑπομένως, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἴδιο, ὑποκειμενικὰ δηλαδή, δὲν θὰ ἐσήμαινε τίποτε, καὶ καθὼς ὅ,τι εἶναι ἀπὸ τὴν φύση καθορισμένο δὲν μπορεῖ οὔτε ἀντικειμε νικὰ νὰ εἶναι κακό, δὲν θὰ ἐσήμαινε τὸ κακὸ τίποτε ἀπολύτως. Ὅτι ὅμως λέγεται δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ σωστό, πὼς ἡ ἔλλογη [vernünftige] ἀρχὴ εἶναι ἀνεν εργὸς μέσα στὸ κακό. Διότι τότε γιατί δὲν ἀσκεῖ τὴν δύναμή της; Αν θέλει καὶ εἶναι ἀνενεργός, τότε ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ ἔγκειται σὲ αὐτὸ τὸ θέλημα [Willen] καὶ ὄχι στὴν αἰσθητικότητα.Εἰδάλλως, ἂν δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ ὑπερνικήση τὴν ἀντίρροπη δύναμη τῆς τελευταίας, ὑπάρχει ἐδῶ ἀδυναμία καὶ ἐλάττωμα, ὁπωσδήποτε ὅμως ὄχι κάτι κακό. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴ διευκρίνηση ὑπάρχει λοιπὸν μόνο μιὰ βούληση (ἂν ἐξάλλου μπορεῖ νὰ ὀνομαστῆ ἔτσι) καὶ ὄχι μιὰ διπλῆ, καὶ θὰ μποροῦσε κανεὶς ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη νὰ ὀνο μάση τοὺς ὀπαδοὺς τῆς θεωρίας αὐτῆς, ἀφότου εἰσήχθησαν ἐπιτυχῶς στὴ φιλοσοφικὴ κριτικὴ ὀνόματα ὅπως ἀρειανοί, κλπ., μὲ ἕνα ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἐκκλη-σιαστικὴ ἱστορία ἀντλημένο, ἀλλὰ μὲ παραλλαγμένο νόημα, ὄνομα: μονοθελῆτες.  Καθώς ὅμως ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ νοήμων ἀρχή, ἢ ἡ ἀρχὴ τοῦ φωτός, καθ' ἑαυτήν, ἀλλὰ ἡ δεμένη μὲ ἑαυτότητα, αὐτὴ δηλαδὴ ποὺ ἔχει ἀρθῆ ὡς τὸ πνεῦμα, ἡ ὁποία δρᾶ μέσα στὸ καλό, τὸ κακὸ δὲν προκύπτει ἀπὸ μόνη τὴν ἀρχὴ τῆς περατότητας, παρὰ ἀπὸ τὴν φερμένη σὲ συνάφεια μὲ τὸ κέντρο σκοτεινὴ ἢ αὐτιστικὴ [selbstische] ἀρχή· καὶ ὅπως μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐνθουσιάζεται [Εnthusiasmus] ἀπὸ τὸ καλό, ἔτσι μπορεῖ καὶ νὰ ἐμπνέεται [Begeisterung] ἀπὸ τὸ κακό. Στὸ ζῶο, ὅπως καὶ σὲ κάθε ἄλλο φυσικὸ ὄν, ἐνυπάρχει δρῶσα καὶ αὐτὴ ἡ σκοτεινὴ ἀρχή· ἀλλὰ σὲ αὐτὸ δὲν ἔχει γεννηθῆ στὸ φῶς, ὅπως στὸν ἄνθρωπο, δὲν εἶναι πνεῦμα καὶ νόηση, παρὰ τυφλὸ πάθος [Sucht] καὶ ἐπιθυμία [Begierde]. Ἐν ὀλίγοις δὲν εἶναι δυνατὸς ἐδῶ κανένας ἐκπεσμός, καμμιὰ διάκριση τῶν ἀρχῶν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀπόλυτη, δηλ. προσωπική, ἑνότητα. Τὸ χωρὶς συνείδηση καὶ τὸ ἐνσυνείδητο εἶναι ἑνωμένα στὸ ζωϊκὸ ἔνστικτο κατὰ συγκεκριμένο καὶ καθορισμένο τρόπο, ποὺ ἀκριβῶς γι' αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ παραλλάσση. Διότι γι' αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ εἶναι σχετικές μόνο ἐκφράσεις τῆς ἑνότητας, ὑπόκεινται σ' αὐτήν, καὶ ἡ δύναμη ποὺ δρὰ στὸν βυθὸ διατηρεῖ τὴν ἑνότητα τῶν ἀρχῶν σὲ μιὰ σταθερή σχέση. Τὸ ζῶο ποτὲ δὲν μπορεῖ (373) νὰ βγῆ ἀπὸ τὴν ἑνότητα, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ κατὰ βούλησιν νὰ διαρρήξη τὸν αἰώνιο δεσμὸ τῶν δυνάμεων.

᾿Αλλὰ ἀποδείξαμε μιὰ γιὰ πάντα ὅτι τὸ κακὸ ὡς τέτοιο μποροῦσε νὰ ἀναβλύση μόνο μέσα στὴν δημιουργία, ἐφόσον μόνο μέσα σ' αὐτὴν τὸ φῶς καὶ τὸ σκότος, οἱ (375) δύο ἀρχές, μποροῦν νὰ ὑπάρξουν ἑνωμένες μὲ τρόπο ποὺ νὰ ἐπιτρέπη τὸν χωρισμό τους. Τὸ ἀρχικό θεμελιακὸ ὂν δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι καθ' ἑαυτὸ κακό, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει σ' αὐτὸ καμμιὰ διττότητα τῶν ἀρχῶν. ᾿Αλλὰ δὲν μποροῦμε ἐπίσης νὰ δεχτοῦμε οὔτε ἕνα κάποιο δημιουργημένο πνεῦμα πού, πεπτωκὸς τὸ ἴδιο, παρέσυρε τὸν ἄνθρωπο στὴν πτώση· διότι τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀκριβῶς πῶς πρωτοανέβλυσε τὸ κακὸ μέσα στὴν δημιουργίαΚαὶ οὔτε αὐτὴ ἡ παραδοχὴ μᾶς δίνει γιὰ τὴν ἐξήγηση τοῦ κακοῦ τίποτε πέρα ἀπὸ τὶς δύο ἀρχὲς μέσα στὸν θεό. Ὁ θεὸς ὡς πνεῦμα (ὁ αἰώνιος δεσμὸς τῶν δύο ἀρχῶν), εἶναι ἡ καθαρὴ ἀγάπη, στὴν ἀγάπη ὅμως δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ὑπάρξη μιὰ θέληση [Wille] τοῦ κακοῦ· οὔτε ἐπίσης στὴν ἰδεατὴ ἀρχή. ᾿Αλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ θεὸς γιὰ νὰ ὑπάρξη χρειάζεται ἕνα θεμέλιο, μόνο ποὺ αὐτὸ τὸ θεμέλιο δὲν βρίσκεται ἔξω, ἀλλὰ μέσα του· ἔχει μέσα του ὁ θεὸς μιὰ φύση, ἡ ὁποία, καίτοι τοῦ ἀνήκει, εἶναι ὅμως διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτόν. Ἡ βούληση τῆς ἀγάπης καὶ ἡ βούληση τοῦ θεμελίου εἶναι δυὸ διαφορετικές βουλήσεις ποὺ ἡ καθεμιά τους ὑπάρ χει γιὰ λογαριασμό της· ἀλλὰ ἡ βούληση τῆς ἀγάπης δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιταχθῆ στὴ βούληση τοῦ θεμελίου, οὔτε νὰ τὴν ἄρη [aufheben], γιατὶ τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιταχθῆ στὸν ἑαυτό της. Γιατὶ γιὰ νὰ μπορέση να ὑπάρξη ἡ ἀγάπη, τὸ θεμέλιο πρέπει νὰ δράση, καὶ πρέ-πει νὰ δράση ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτὴν γιὰ νὰ ὑπάρξη ἡ ἀγάπη πραγματικά. Ἂν ἤθελε ἡ ἀγάπη νὰ καταστρέψη τὴ βούληση τοῦ βυθοῦ, θὰ πολεμοῦσε τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό, καὶ δὲν θὰ ἦταν πλέον ἡ ἀγάπη. Νὰ ἀφήση τὸ θεμέλιο νὰ δράση εἶναι ἡ μοναδικὴ νοητὴ ἔννοια ἀνοχῆς [Zulassung], ἡ ὁποία ὅμως, ἀναφερόμενη, ὅπως γίνεται συνήθως, στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτη. Τὸ θεμέλιο δὲν εἶναι παρὰ μιὰ θέληση [Willen] ἀποκαλύψεως, ἀλλὰ ἀκριβῶς γιὰ νὰ συμβῆ αὐτὴ πρέπει νὰ ἐπικαλεστῆ τὸ θεμέλιο τὴν ἰδιαιτερότητα καὶ τὴν ἀντίθεση. Ἡ βούληση τῆς ἀγάπης καὶ ἐκείνη τοῦ θεμελίου ἑπομένως ἔτσι ἑνώνονται, μὲ τὸ νὰ εἶναι χωρισμένες καὶ ἡ καθεμιὰ νὰ δρᾶ ἐξαρχῆς γιὰ τὸν ἑαυτό της. Γι' αὐτὸ ἡ βούληση τοῦ θεμελίου ἐρεθίζει μαζὶ ἤδη στὴν πρώτη δημιουργία καὶ τὸ ἴδιον θέλημα [Eigenwille] τοῦ δημιουργήματος, ὥστε ὅταν τὸ πνεῦμα προβάλλη [aufgeht] ὡς βούληση (376) τῆς ἀγάπης νὰ βρίσκη μιὰν ἀντίσταση, ὅπου νὰ μπορῆ νὰ πραγματωθῆ.

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΣΤΑΘΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ, ΤΟ ΕΓΩ ΣΑΝ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

Αμέθυστος.