Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mancini Sandro - Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mancini Sandro - Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης (3)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης τής σκέψης.

Mancini Sandro.

Δικαίως λοιπόν ο Beierwaltes υπενθυμίζει ότι ο νεοπλατωνισμός, συλλαμβάνοντας την πραγματικότητα σαν Θεοφάνεια τής Αρχής, όχι μόνον σκέφθηκε αναφορικά το Ένα στην τελειότητά του, αλλά σκέφτηκε μ’αυτό και την Διαφορά, σαν απόλυτη επίσης! [διαφοροποιούμενος από τον Endre von Ivanka ο οποίος κατηγορεί τον αρχαίο Πλατωνισμό ότι χαρακτηρίζεται από έναν πανθεϊστικό μονισμό, τον οποίο υπερέβη ο Χριστιανικός Πλατωνισμός. Ούτε ο Πλωτίνος, ούτε ο Πορφύριος, ούτε ο Πρόκλος εγγράφονται στην απορροή τής πρώτης αρχής, διότι και στους τρείς είναι παρούσα η διαίσθηση μιας πτώσεως  η οποία συμπίπτει με την καταγωγή τού κόσμου]. Διότι τιθέμενο σαν όλον στο όλον, δηλαδή σαν καθαρή μη-Διαφορά, το Ένα προτείνεται στην σκέψη σαν απόλυτη διαφορά σε σχέση με όλο αυτό που παρουσιάζεται σαν άλλο από αυτό, και από αυτό θεμελιωμένο.

          Στο φως τής ερμηνείας μου, η προσφορά τής ανάγνωσής τού νεοπλατωνισμού τού Beierwaltes  σε μία υπερβατική φαινομενολογία, η οποία συντάσσεται με μία διαλεκτική και την ερμηνευτική οντολογία και δεν αποκλείεται από την μεταφυσική, μπορεί να συγκεντρωθεί στην ιδέα τής αναζήτησης τής αλήθειας σαν μία ερώτηση νοήματος απευθυνόμενη στα πρωτογενή φαινόμενα τής εμπειρίας, τα οποία συλλαμβάνονται με μία κίνηση διαισθητική τής αμέσου προφάνειας. Τώρα η κατανόηση αυτής τής τελευταίας απαιτεί να είναι διαμεσολαβημένη στοχαστικά με τον εαυτό της, με το απροϋπόθετό της (apriori) και αυτή η πρώτη υπερβατική μεσολάβηση παράγει μία αποκέντρωση τής αμέσου φαινομενικής φιγούρας, η οποία φανερώνει τα φαινόμενα σαν τα όντα τα οποία τοποθετούνται στο βάθος τού Είναι. Αυτή η πρώτη οντολογική μεταμόρφωση τής εμπειρίας δεν ολοκληρώνει την διαλεκτική της έκφρασης: επαναλαμβάνοντας μία τέτοια αποκέντρωση, το Είναι αποκαλύπτεται σαν φανέρωση μίας περαιτέρω ποιο έντονης ενότητος τής σημασίας (του νοήματος). Σ’αυτό τον δεύτερο υπερβατικό πλου το Είναι εξετάζεται στο φως της διαλεκτικής τής ταυτότητος και τής διαφοράς, στην οποία με την σειρά της, ευθυγραμμίζεται ο ρυθμικός χτύπος του Ενός και των πολλών, και ακόμη πέραν αυτών, επέκεινα, η άσχετη και άρρητη πηγή εκείνου τού πρωταρχικού ρυθμού (καταγωγικού). Έτσι από την άποψη τής γνωσιολογίας, αυτή η αποκέντρωση έρχεται στο φως όταν το φαινόμενο επιδεικνύει στην σπείρα του, στον νου μας, τα ίχνη τής νοητικής μεσολαβήσεως στην οποία φυλάσσεται η εσωτερική του νομιμότης, η συνθήκη τής δυνατότητός του. Αλλά αυτή η πρώτη, απαραίτητη, αναφορικό-αφομοιωτική μετακίνηση από το φαινομενικό επίπεδο στο ειδητικό επίπεδο, δεν ολοκληρώνει την έρευνα τού νοήματος, διότι το πλαίσιο τών ουσιών, με την σειρά του είναι νοητό μόνον χάριν στην αξία μιας ακόμη αποκεντρώσεως : σ’αυτό το εσωτερικό τού όντος, η ουσία, υπολογίζεται σαν τέτοια μόνον εάν τήν υπολογίσουμε σαν να πηγάζει από μία επόμενη μη-αναπαριστώμενη potentia fontana (όνομα τού Ενός που επινόησε ο Μάριο Βιττορίνο) στην οποία ανεβαίνουμε διά της αποφατικής οδού, αποκλείοντας προοδευτικά από την ειδιτική πολλαπλότητα αυτό που δεν είναι Ένα. Διατρέχοντας τίς Εννεάδες ΙΙΙ και V, αυτή η υπέρτατη αποκέντρωση τής σημασίας (του νοήματος), ο Beierwaltes διαγράφει σ’αυτό το ερμηνευτικό κλειδί την προσέγγιση του Πλωτίνου και την οικειοποιείται: μία τέτοια α-διαφοροποίηση, στην οποία το Ένα διαφαίνεται σαν α-πειρον (χωρίς όριο), άνειδον (χωρίς ουσία), άμορφον (χωρίς φόρμα), είναι μία απόλυτη απλότης η οποία συμπίπτει με την πιο έντονη και υψηλή αυτοσυγκέντρωση μίας σκέψης, η οποία είναι ο εαυτός της, πριν ακόμη από την ωρίμανση τού ξεδιπλώματος, του ανοίγματος στον σκεπτόμενο και στην σκέψη.

          Η αναγωγική διαδρομή (ανάβαση) η οποία κορυφώνεται στο Ένα, η επιστροφή, έχει σαν στροφή και γύρισμα την συμμετρική διαδρομή τής κατάβασης, τής καταγωγής, την πρόοδο με την οποία η Μονή εξέρχεται από την ατάραχη στάση της και παρά το ότι παραμένει πάντοτε στραμμένη στον εαυτό της, γεννά το πρώτο αρχέτυπο τής σκέψης στραμμένο έξω από τον εαυτό του, στον αιώνιο αυτοστοχασμό που είναι η ιδιότητά τού Νου, σαν το Ένα που σκέπτεται και σαν το Ένα που είναι, (συμμορφούμενος στην δεύτερη υπόθεση του Παρμενίδη του Πλάτωνος). Επομένως ένα τέτοιο άχρονο αρχέτυπο μαζί με όλα τα αρχέτυπα που συγκεντρώνονται σ’αυτό σε νοητή ενότητα, υψώνεται σε μέτρο διάκρισης και αξιακό κριτήριο για τα όντα τα οποία ξεδιπλώνουν στον εσωτερικό χρόνο της ψυχής και ακόμη πιο κάτω, της χαοτικής αισθησιακής πολλαπλότητος. Ακολουθώντας το καθοδηγητικό νήμα τής εικόνος, ο Beierwaltes φανερώνει πώς στον Πλωτίνο ο Νους παίζει τον ρόλο μίας ενότητος τής εικόνος η οποία συγκεντρώνεται γύρω από αυτόν σε ένα είδος περιδινούμενου χορού, σαν την εμφάνειά του και η οποία σύγκειται στην ψυχή: θεωρητικώς, κατόπιν, αυτή η Τρίτη υπόσταση προσφέρει στις συσσωρεύσεις (στις αγορές) τών αισθητών σωμάτων την ιδιαίτερή τους ενότητα, παρότι λιγότερο έντονη από εκείνη που γεννιέται στην δεύτερη υπόσταση, αλλά σφυρηλατημένη και αυτή από την τροχιά της γύρω από την ψυχή. Ακριβώς αυτή η χορευτική περιδίνηση τής ψυχής γύρω από τον Νου και εκείνη η ταυτόχρονη τού Νου γύρω από το Ένα-Αγαθό, αυτή η κυκλική κίνηση, ελευθερώνει την ενοποιό ενέργεια, έτσι ώστε στην αισθητή εικόνα όπως και στην ψυχική και στην ειδιτική, η διαλεκτική τής ταυτότητος και της διαφοράς, δεν καταλήγει σε μία στατική επανάληψη, στην κυκλική απαλλαγή των πολώσεων, αλλά δίνει την ευκαιρία τής υπεροχής τού πρώτου πόλου στον δεύτερο, τής προόδου τής αρμονίας, σε εκείνον τής διαλύσεως και υποστηρίζει την ομοιότητα στην προσπάθεια του να μην νικηθεί από την ανομοιότητα, αλλά μάλλον να υπερισχύσει σ’αυτή χωρίς να την εκμηδενίσει. Αυτή η κινητικότης ποιητικών και διαχωρισμένων εικόνων, την οποία πραγματοποίησε ο Πλωτίνος και επανεργοποίησε ο Beierwaltes, συγκλίνει στην ανθρωπολογία: ο Γερμανός στοχαστής αντλεί από τις Εννεάδες (ιδιαιτέρως VI, 7.6) συγκεντρώνοντας την λειτουργία των τριών επιπέδων στην οποία συστήνεται ξεκινώντας από την αναφορά στο υπερβατικό Ένα, στην υποχώρησή της από την εμφάνεια για να τοποθετηθεί σαν βαθμιαία αξιολόγηση. Το πρώτο επίπεδο είναι τού Νου, ο οποίος διαφυλάσσει την ενότητα και την καθολικότητα της ανθρώπινης καταστάσεως. Στο κατώτερο επίπεδο της ψυχής, στην συμπλοκή του αισθητού και του νοητού, τού χρόνου και του αιώνος, βρίσκεται η πράξη τού ανθρώπου. Η πράξη έχει το κριτήριο τής επαλήθευσης, μαζί με το μέτρο τής ενεργητικής της δύναμης, στην συμμόρφωση με τον Νου, και γι’αυτό απομακρύνεται τόσο περισσότερο από το αληθές, και αδυνατίζει στην υπερβατική της δύναμη, όσο περισσότερο αφήνεται να οδηγηθεί από τις ωθήσεις του αισθητού και στρέφεται στο ιδιαίτερο. Τέλος ακόμη πιο κάτω βρίσκεται η Τρίτη εγγραφή της εκφράσεως κατά την οποία άνθρωπος τίθεται στο επίπεδο της αισθητής αντιλήψεως, η οποία κατέχει και αυτή μία επαληθευτική ανησυχία, παρότι πιο αδύναμη.

          Ακριβώς όμως από την σωματική της συνθήκη μπορεί να ξεκινήσει η μεταστροφή, η οποία κυλώντας την κατεύθυνση τής προθέσεως από την πολλαπλότητα προς την ενότητα, σπρώχνει την διαδικασία τής επανόδου, μέχρι την κορυφή τής μυστικής σιγής, την ένωση τής υπερβαίνουσας συγχρονότητας όχι μόνον τής ανεπίστροφης χρονικότητος, αλλά και την ίδια την αρχή τής μη-αντιφάσεως. Αυτή η υπαρξιακή στροφή προϋποθέτει την ελεύθερη απόφαση τού ανθρώπου να τεθεί στα ίχνη τού Ενός : μία επιλογή η οποία υποστηρίζεται από την συνειδητοποίηση ότι μόνον στο ρεύμα τής συγκεντρώσης ενοποιήσεως ο άνθρωπος μπορεί να βρει την σωτηρία του. Ο Beierwaltes ξεδιπλώνει εδώ, ακολουθώντας τον Πλωτίνο, όλο το ηθικό βάρος και στο έμφυτο σωτηριολογικό, στην φιλοσοφία του τής πραγματοποιήσεως τής εικόνος: στην πολύπλοκη διαδρομή τής επιστροφής, η σκέψη ενεργεί σαν ένα ξύπνημα τού αληθούς, το οποίο αδρανοποιημένο, κατοικεί ήδη μέσα μας και προκαλεί την απαραίτητη ενέργεια τής αποκόλλησης από το μοιραίο. Μ’αυτόν τον τρόπο τα εξωτερικά αισθητήρια επιμηκύνονται και μεταμορφώνονται φαντασιακά στα εσωτερικά αισθητήρια, επομένως στο βλέπειν και κρίνειν που ανήκουν στην ψυχή, επιτρέποντας της να ξεπεράσει το χάσιμο των αισθήσεων αυθυπερβαίνοντάς τα στο ανώτερο επίπεδο, στην νοητή ενότητα που ανήκει στο Νου. Εδώ γίνεται μία ριζική μεταμόρφωση τής συνειδήσεως, η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά μίας “επεκτάσεως και μιας εντατικοποίησης της γνώσεως σαν μία συγκέντρωση σταθερά αυξανόμενη στο ίδιο το Ένα”, κάτι που εξισούται με μία αποδοχή τής apriori θεμελίωσης τής σκέψης μας. Οι σκέψεις τής ψυχής δηλαδή οι οποίες πλάθουν τον αισθητό κόσμο, έχουν το κριτήριό τους τού μέτρου και τού νοήματος και τής αξίας στον Νου, τού οποίου είναι εικόνα!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης (2).

 Συνέχεια από: Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης.

Mancini Sandro.

Ο Beierwaltes πράγματι, δεν περιορίζεται στην αναλυτική παρουσίαση των τριών υποστάσεων του Πλωτίνου, και τις πολυπληθείς εναλλαγές τους, από τον Πορφύριο στον Σέλινγκ, αλλά τις ξαναζωντανεύει, φανερώνοντας τήν ενυπάρχουσα εννοιολογική λειτουργικότητα, δείχνοντας καθαρά την τελική συνθήκη, την προϋπόθεση του παραδείγματος της αλήθειας σαν έκφραση της εξής προετοιμασίας: ώστε στην γνώση προκειμένου να τυπώνεται μία τέτοια ενέργεια εμφάνειας και μία τέτοια αποκεντρωτική κινητικότης, είναι αναγκαίο η οντολογική σύσταση τής πραγματικότητος, όλου αυτού δηλαδή που διαπιστώνεται εκ των υστέρων, να επαναφέρεται σ’εκείνη της εικόνος, δηλαδή ότι η πραγματικότης δανείζεται, (είναι αμοιβαία με την εικόνα), από την εικόνα το λογικό-οντολογικό της καταστατικό! Μ’αυτόν τον τρόπο το Είναι σαν ορίζοντας τών ορατών και των αοράτων, προκύπτει να προέρχεται από το Ένα, το οποίο ακριβώς το γεννά προοδεύοντας από την απόλυτή του, προ- και υπέρ- κατηγορική μονή (στάση). Πράγματι, οι προοδευτικές διαδρομές του φαινομένου που μόλις περιγράψαμε- από το αισθητό δεδομένο στην εσωτερική του ζωτικότητα και στον ενδόμυχο ορίζοντά του της επανασυμπίεσης (τον οποίο ονομάζουμε ψυχή του κόσμου), από αυτή την ζωτική εσωτερικότητα στον ειδιτικό τόπο (που απαιτεί την μνημονική λειτουργία του ορατού πεδίου), και στον δικό του ιδιαίτερο ορίζοντα επανακατανοήσεως, τον Νου, σαν την χώρα των δυνατοτήτων (σύμφωνα με τον ωραίο ορισμό του Λάιμπνιτς) τέλος από τον Νου στην υπεράνω αρχή. Την πηγή, του αρνητικού Ενός, επέκεινα (πέραν) κάθε δυνατότητος εννοιολογικής συλλήψεως- λοιπόν, αυτές οι γνωσιακές διαδρομές και οντολογικές μαζί, είναι τόσο δυνατές (εφικτές), όσο η πραγματικότης του κόσμου αποβάλλει την εσχατολογική του φαινομενικότητα. Μόνον εάν ο κόσμος χάσει το προφανές του, την πλενεμένη του απαίτηση ότι ισχύει σαν ακίνητο θεμέλιο γεωλογικό και αστρονομικό και αφήνεται να συλληφθεί σαν το κινητό εξωτερικό ενός εσωτερικού, τον a’posteriori (εκ των υστέρων) τόπο των διϋποκειμενικών ομοιοτήτων που συνιστούν τα πραγματικά πλαίσια τής αναγνωρισμένης και σχετικής πραγματικότητος, μόνον τότε είναι δυνατόν να αναχθούμε από το ορατό στο αόρατο.

          Πολύ σωστά ο Beierwaltes επιδεικνύει σ’αυτό το σημείο το ουσιώδες μέρος τού φιλοσοφικού προγράμματος, το οποίο πρότεινε με την διατύπωση “πραγματοποίηση της εικόνος” [Εννοείται ο στοχασμός από την οπτική γωνία του ερμηνευτού πάνω στην δομή της εικόνος και στην αμοιβαία διείσδυση Ταυτότητος και Διαφοράς στα διάφορα πεδία του Είναι]. Σ’αυτόν τον ορισμό συμπυκνώνει την “προσπάθειά του να δείξει την πραγματικότητα με την νεοπλατωνική σημασία, σαν εικόνα” εκδιπλώνοντας την διαλεκτική του Ενός και των πολλών, ταυτότητος και διαφοράς, όμοιου και ανόμοιου, που συστήνει το πραγματικό στην πραγματική του αξία, σε μία δομική υπεροχή του πρώτου πόλου στον δεύτερο, έτσι ώστε η έκφραση να φανερώνεται στην αναγωγική της δύναμη και τελικώς η εικόνα να πραγματοποιείται σαν Θεοφάνεια! Τα ορατά δεδομένα της εμπειρίας μπορούν να χρησιμεύσουν σαν άλλοι τόσοι καθρέφτες οι οποίοι αντανακλούν, μέσω ενός αναφορικού δεσμού, μία εσωτερική σημασία, μόνον εάν παρατηρούμε την εικόνα στο άνοιγμά της από το εσωτερικό της: τότε γινόμαστε μάρτυρες μίας γένεσης της κοσμικής αλήθειας η οποία μας επιβεβαιώνει ότι αυτό που αυτοβεβαιώνεται αμέσως σαν τελευταίο στην πραγματικότητα δεν είναι τέτοιο αλλά είναι έκφραση βαθύτερων κόσμων προοδευτικώς όλο και πιο εσωτερικών και αληθινών, οι οποίοι ανοίγουν στο τρίτο μας πνευματικό μάτι. Αφού φτάσουμε προκαταβολικώς με την σκέψη αυτά τα επίπεδα τα οποία είναι όλο και πιο έντονα ενωμένα, στρέφοντας το βλέμμα μας πίσω από τις πλάτες, ο κόσμος αποκαλύπτεται αληθινός όχι για την εμφάνιση τής οντολογικής του ογκώδους συστάσεως, αλλά για την λειτουργία του: εκείνη με την οποία τίθεται σαν ένα “πεδίο αποδείξεως” για τις ξεχωριστές ουσίες, τις μονάδες που τον διατρέχουν, στοχεύοντας στην απελευθέρωση από όλο αυτό που εμποδίζει την πραγματοποίηση των σχέσεων (των συμφωνιών) διά των μονάδων μέσα στις οποίες παίρνει μορφή η επιστροφή, η τελεολογική διαδρομή της επιστροφής, της σύνθετης ανόδου των πολλαπλών ουσιωδών μορφών οι οποίες ποθούν το Ένα. Το πρόγραμμα πραγματοποιήσεως τής εικόνος του Beierwaltes παρουσιάζει τοιουτοτρόπως όχι μόνον μία θεωρητική πλευρά κυρίαρχη οπωσδήποτε, αλλά και μία πρακτική θεμελιωμένη στο ουσιώδες σύνολο τού βλέπειν, πράττειν και είναι!

          Πιστεύω ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα-όπως το ερμήνευσα και το αναδιαμόρφωσα-μπορεί να βρει ένα σημείο επαφής με τον υπερβατικό φαινομενολογικό ιδεαλισμό (αναφέρομαι ιδιαιτέρως στην δεύτερη υπερβατική μείωση την οποία υπέθεσε ο Husserl στο Krisis) ξεκινώντας ακριβώς από την απόδοση στον κόσμο ενός τίτλου αληθοφάνειας σαν θεοφάνεια: έναν τίτλο μόνον σχετικό, διότι ο κόσμος παρουσιάζεται σαν αμφίσημη εμφάνεια, αφού δεν εκφράζει μόνον την Αρχή, αλλά και την ετερότητα της Αρχής, έναν σκοτεινό παράγοντα αδράνειας και διαχωρισμού που αγκαλιάζει τις πολλές ατομικές ουσίες, εμποδίζοντας την διαδρομή τους προς την ανάβαση. Όταν όμως το κακό δεν κατορθώνει να πετύχει την πρόθεσή του να εμποδίσει την διαλεκτική τής έκφρασης, η αναζήτηση του αληθούς στην ορμή του επαναπροωθείται, περνώντας από μία ποιο εξωτερική εικόνα σε μία ποιο έντονη και ποιο περιεκτική, και η γνώση φθάνει μέχρι την εξωτερική άκρη τής πρωτοεικόνος, σαν Αρχετύπου όλων των δυνατών αρχετύπων. Αλλά αυτό το τελευταίο ονομάζεται μόνον μεταφορικώς: διότι και το Ένα είναι ένα όνομα, όπως μας δίδαξε τόσο ο κλασσικός νεοπλατωνισμός, από τον Πλωτίνο στον Δαμάσκιο, όσο και ο Χριστιανικός ο οποίος αρχίζοντας από τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη φθάνει στον Κουζάνο, για να μείνει μετά από αυτόν κληρονομιά τής φιλοσοφίας μοντέρνας και συγχρόνου. Κατά μήκος αυτής της διαδρομής, ο κυνηγός του Ενός κρυφοκοιτάζει εκείνη την εποχή του νοήματος στην οποία ανήκουν όλοι οι στοχαστές της Philosophia Perennis: το Ένα είναι ένα νόημα και η μεταγλωσσική πηγή όλων των ονομάτων, διότι είναι πανταχού και ουδαμού! Το Ένα είναι όνομα που δείχνει την τελική και άρρητη πηγή του νοήματος : μία πηγή η οποία τόσο τίθεται σαν η υπέρτατη μεσότης τού συγκεντρωτικού Ενός, όσο αποσύρεται, τοποθετούμενο ταυτοχρόνως πέρα από κάθε δυνατή μεσότητα!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης (1).

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης.

Mancini Sandro.

Ο Werner Beierwaltes κατέκτησε μία εξέχουσα θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας, για τις πολύτιμες και αναρίθμητες και βαθύτατες έρευνες του στον αρχαίο και μεσαιωνικό Πλατωνισμό, όπως επίσης και για την επήρειά του στον ιδεαλισμό και στην σύγχρονη ερμηνευτική οντολογία! Αλλά δεν είναι μόνον ένας από τους ποιο σοβαρούς ιστορικούς του πλατωνισμού, είναι επίσης και ένας αυθεντικός στοχαστής του Ενός, ο οποίος γνωρίζει να εξάγει από την ιστορία των εννοιών την θεωρητική τους πυκνότητα και να την επαναπροτείνει στην σύγχρονη φιλοσοφία! Αυτό τον οδήγησε να θέσει στην πρακτική του, την τάξη των οριζόντων του Γκάνταμερ, κατορθώνοντας να επαναεισάγει το αρχαίο στο σύγχρονο και να απομακρύνει το φιλοσοφικό παρόν από τον εαυτό του, ανοίγοντας μία δίοδο στις κριτικές δυνατότητες που κατοικούν στην ζωντανή πνευματική μας κληρονομιά [Είναι ένας Νεοπλατωνικός, αλλά δεν επιχειρεί μία επιστροφή στο αρχαίο, αλλά αντιθέτως να πετύχει την επιστροφή του αρχαίου στο μοντέρνο και σύγχρονο]. Στα δοκίμια του η ιστορία των εννοιών γίνεται ένας πρωτότυπος τρόπος φιλοσοφίας. Ξεχωριστή μνεία αξίζει επίσης στις σημειώσεις του από τις οποίες ξεκινούν νήματα που οδηγούν σε πάμπολες πίστες ερευνών. Η προβληματική τού υπερβατικού είναι μία δυνατότητα να επαναδιατυπωθεί σήμερα η υπερβατικότης σαν ουσιώδες στοιχείο της κριτικής φιλοσοφίας!

          1. Ο καθηδηγητικός μίτος τής θεωρίας του: η πραγματικοποίηση της Εικόνος.

Στην προοπτική τού Beierwaltes, θέτοντας στα άμεσα δεδομένα της εμπειρίας μία ερώτηση για το νόημα, διαμεσολαβώντας στοχαστικά την αμεσότητά τους με τον εαυτό της, έχει σαν αποτέλεσμα να ενταχθούν σε έναν ορίζοντα επαναστοχασμού, από τον οποίο αυτά αναδύονται σαν η διάσταση του, χωρίς την οποία δεν θα διακρίνονταν στην εσωτερική τους περατότητα! Αυτό το αδιαφοροποίητο και αξεχώριστο στο βάθος, είναι με την σειρά του εννοημένο σαν αναβλύζον και συγκεντρωνόμενο ταυτοχρόνως στην μη αναπαριστάμενη του αρχή. Το αρνητικό Ένα, απέραντο βεβαίως για την νόησή μας στην υπερβατική του και άσχετη ταυτότητα, και όμως αναλογικώς συλλαμβανόμενο στα αποτελέσματά του, σαν δυνάμει πηγή όλων των δυνατών και πολλαπλών νοημάτων στα οποία εκτάκτως ξεδιπλώνει!

          Η σκέψη του Beierwaltes εγγράφεται στην κίνηση της σκέψης η οποία θέτει σε κύκλο την ενότητα και την πολλαπλότητα, την ταυτότητα και την διαφορά. Σ’αυτή το Ένα φανερώνεται στον ιστό του ορατού όχι μόνον σαν δημιουργική αρχή και αρχή ακρίβειας της μορφής, επομένως νοήσεως, αλλά και σαν τελική αρχή, προνοητικώς ελκόμενη από ψηλά την διαδρομή την τόσο σύνθετη, η οποία από τα πολλά επιστρέφει αναγωγικώς στο Ένα, ωθούμενη από τον αγωνιώδη σκοπό τής facialis visio (της αμέσου εμπειρίας, τής κατά πρόσωπον): μία διαδρομή η οποία διαγράφεται με την συμπαράσταση τής πρόνοιας, στην οποία η ισότης του Ενός με τον εαυτό του, δηλαδή ο ΝΟΥΣ, προσφέρει το κριτήριο για να ξεχωρίσουν και να διακριθούν τα πιθανά ανοίγματα τα οποία μας φανερώνουν την πραγματοποίηση του Δικαίου, του Κάλλους, του Αγαθού, στην ασταμάτητη απόρριψη της δυσαρμονίας στην ειδοποιό ισότητα (Aequalitas). Σ’αυτή την σπειρωτή διαδρομή, η οποία ξαναρχίζει και είναι πάντοτε διαφορετική, όπου η γνώση του ανθρώπου μεταφέρεται σε μία κατάσταση αρχικής δυσαρμονίας σε μία ανώτερη συμφωνία, υπερβαίνοντας αυτό που εμποδίζει το άνοιγμα νέων πεδίων συνδυνατοτήτων στους δεσμούς των διαμονάδων, σ’αυτή την διαλεκτική κίνηση εν τέλει η γνώση προοδεύει εν όψει του τελικού σκοπού, της ένωσης.          

          Η καθαρά νεοπλατωνική έμπνευση της επεξεργασίας του Beierwaltes προκύπτει εκτός από την απόδοση στην γνώση ενός αναλογικού καθεστώτος [στην γνωσιολογία του συντρέχουν η διαλεκτική και η αναλογία. Η γνώση είναι διαλεκτική, καθότι κινείται από την προϋπόθεση της εμπιστοσύνης στην ικανότητα της μίας μερικής (αποσπασματικής) συλλήψεως της καταγωγικής συνθέσεως, προστοχαστικής, του Είναι και της σκέψης και είναι αναλογική, καθότι στοχεύει στους τρόπους μέσω των οποίων εκείνο το θεμέλιο ξεδιπλώνει (φανερώνεται) μπρος στα αισθητήρια και στην ψυχή του ανθρώπου, και ιδιαιτέρως στον νου του, του οποίου η διαμεσολαβητική λειτουργία είναι ενεργοποιημένη από το Ένα μέσα μας, του οποίου είναι το ίχνος. Και πράγματι το Ένα μέσα μας, έκφραση του Νου από τον οποίο πηγάζει ο στοχασμός μας και στον οποίο επιστρέφει μέσω ενός υπερβατικού στοχασμού, προσφέρει το γνωσιολογικό κριτήριο που επιτρέπει στο όμοιο να συλλάβει το όμοιο, καθώς αυτός προβάλλει προς το τελευταίο βάθος νοήματος, που ξεπερνά αυτή την ομοιότητα, εκφράζοντας την σε μία παράδοξη γλώσσα! Η γνώση λοιπόν προϋποθέτει το Ένα σαν θεμέλιο και σαν τέλος αναλογικώς εμποδίζοντας κάθε ανθρώπινη συνειδητοποίηση, να απολυτοποιηθεί, και αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο σε όλες τις φιλοσοφικές εκφράσεις τού  Ενός, μεταφυσικές και φυσικές ακόμη, χωρίς το πρωτόκολλο τής υπερβατικότητος να μπορεί να επιβληθεί καθοριστικά σ’εκείνο τής ενύπαρξης], ακριβώς από τον τρόπο του να εννοεί και να πράττει την γνώση της αλήθειας σαν έρευνας της σημασίας των πρωτογενών φαινομένων της εμπειρίας! Από τα γραπτά του αυτή αναδύεται σαν μία κίνηση επόμενων αποκεντρώσεων της φανέρωσης, που θα επαναδιατύπωνα στην δική μου συγκλίνουσα προοπτική: κινούμενη από την προοιμιακή πρόσληψη της σύζευξης σκέψης και είναι-κάτι που προκύπτει τελείως νόμιμο μόνον εάν προτείνεται σαν μία ελεύθερη ενέργεια φιλοσοφικής πίστης, με την εξαίρεση του αντιδογματικού μαθήματος που έρχεται από τον φαινομενολογικό σκεπτικισμό [στην προοπτική του Beierwaltes αναγνωρίζεται η πρωτογενής απόφαση σαν ενέργεια από την οποία απορρέει η πορεία προς την ένωση. Νομίζω όμως ότι οφείλουμε να φωτίσουμε περισσότερο το βάρος της υπεύθυνης υπαρξιακής απόφασης του Εγώ το οποίο ανακρίνει την σημασία: πρόκειται μόνον για μία ελεύθερη συμφωνία στο προνοιακό σχέδιο του Ενός, το οποίο εργάζεται στην διαφοροποιημένη του φανέρωση στοχεύοντας στην σωτηρία των πολλών αλλά τελικώς χωρίς να εξαρτάται από τις διαλεκτικές τής ελευθερίας, ή μήπως πρόκειται για μία απόφαση η οποία στρέφει, τροποποιεί και οριακώς μπορεί να ραγίσει την ίδια την δραστηριότητα της τελικής αιτίας, μέχρις ενός καταστροφικού ακόμη αποτελέσματος; Με άλλους όρους, εάν ο κόσμος σαν έκφραση περιοριστική και τελεολογική μαζί του Ενός υπολογίζεται με τους όρους του Bloch σαν ένα εργαστήριο δυνατής υγείας (laboratorium possibilis salutis) ποια λογικό-οντολογική αξία αναγνωρίζεται στην απόφαση του Εγώ υπέρ της Αρχής;], ενεργοποιείται μία ερώτηση νοήματος η οποία αποκεντρώνει το φαινόμενο από αυτή του την αμεσότητα. Αυτή η αποκέντρωση αποκαλύπτει το φαινόμενο, πίσω από την όψη της παρουσίας του, της στατικής του αυτάρκειας, σαν το εξωτερικό ενός εσωτερικού, μιας εσωτερικής ζωτικότητος στην οποία φυλάσσεται η εκφραστική του δύναμις. Με την σειρά της αυτή η ζωτική ρίζα, δημιουργική, ενυπάρχουσα στο φαινόμενο, τόσο λογαριάζεται σαν η δημιουργική δύναμις της natura naturans, όσο αφήνεται αυτή η ίδια να αποκεντρωθεί και διαμεσολαβούμενη στοχαστικώς με τον εαυτό της αποκαλύπτεται σαν το εξωτερικό ενός εσωτερικού: ενός εσωτερικού το οποίο δεν είναι τελείως αόρατο, καθώς συλλαμβάνεται σαν η ειδιτική συνθήκη του νοητού του φαινομένου. Αλλά εκ νέου, αυτό το επίπεδο της ουσίας συλλαμβάνεται σαν τέτοιο από τόν οφθαλμό του νοός μας μόνον επειδή τίθεται με την σειρά του σαν το εξωτερικό ενός μη αντικειμενοποιημένου εσωτερικού, ασύλληπτου και όμως πάντοτε αντιληπτού, διότι ενεργεί σαν αρχή της νοήσεως και της ζωτικότητος (ζωής) σε κάθε έμψυχο όν και σε κάθε ιδιαίτερο νού: μία αρχή η οποία δεν μπορεί να αποδειχθεί απαγωγικά, ούτε να φανερωθεί φαινομενολογικά, αλλά της οποίας η υπερβατικότης δείχνεται εμμέσως και αντιθέτως, ξεκινώντας από την ενεργό εμπειρία σε μας των a’priori τα οποία δεν αναφέρονται από την εμπειρία επαγωγικώς, αλλά δείχνουν την αναπλήρωση τής προθέσεως, στην ιδιαίτερη νόησή μας, ενός ανώτερου Νοός, ταυτοχρόνως ενυπάρχοντος και υπερβατικού, σημαινόμενο από τον Πλωτίνο σαν “το Ένα μέσα μας” και ορισμένο από τον Πρόκλο “το άνθος του είναι μας”.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.