Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (57)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄

Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ο ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ» ΩΣ «ΘΕΪΚΟΝ ΣΗΜΕΙΟΝ

Εἰσαγωγικές παρατηρήσεις

Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρόκειται νὰ παραθέσουμε τὰ συμπεράσματα στὰ ὁποῖα καταλήξαμε σχετικῶς μὲ τὴν ἀντίληψη περί θεοῦ καὶ θείου στὴ φιλοσοφία τοῦ Σωκράτους στὸ βιβλίο μας Storia della filosofia antica1, συμπεράσματα τὰ ὁποῖα θὰ συμπληρώσουμε μὲ νέες ἑρμηνεῖες καὶ νέα στοιχεῖα.

᾿Αναφέραμε ἤδη στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου ἐτούτου ὅτι, χάρη στις μελέτες, οἱ ὁποῖες ἐν τῷ μεταξὺ διεξήχθησαν, κατενοήσαμε ἀπολύτως τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο βρίσκουμε γιὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ περισσότερες πληροφορίες στὸν Ξενοφώντα παρὰ στὸν Πλάτωνα (ἂν καὶ ὁ τελευταῖος παρέχει ἀρκετές). Ὁ λόγος σχετίζεται μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀντιλήψεις τοῦ Σωκράτους περί θεοῦ καὶ θείου δὲν διαθέτουν ἐκεῖνο τὸ θεωρητικό θεμέλιο ὀντολογικῆς καὶ μεταφυσικῆς φύσεως, τὸ ὁποῖο θὰ ἀπαιτοῦσε ὁ Πλάτων. Ὅπως δείξαμε στὸ βιβλίο μας Per una nuova interpretazione di Platone, ὁ Πλάτων καταλήγει στὴν ἀντίληψή του περί τοῦ θεοῦ ὡς νοήσεως χάρη στὴ συζήτηση περὶ τοῦ Καλοῦ ὡς πρωταρχικῆς ἀρχῆς, δηλαδὴ ὡς ὑψίστης νοήσεως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἡ ἴδια ἡ νόηση τοῦ θεοῦ. Ὁ Πλάτων, μέσῳ μιᾶς πολύπλοκης δυναμικῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἐμφανὴς στοὺς ὕστερους διαλόγους του, καὶ ἰδιαιτέρως στὸν Τίμαιο2, διακρίνει τὸν προσωπικό θεὸ ἀπὸ τὸ ἀπρόσωπο θεῖον. Τὴν ἀπόδειξη γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ θεοῦ ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτων τὴν υἱοθετεῖ μόνον στὸν Φίληβο, στὸ πλαίσιο τοῦ ὁποίου, ὅμως, τὴν ἀναπτύσσει καὶ τὴν συμπεριλαμβάνει
στο πλέγμα μιᾶς σειρᾶς πολύπλοκων μεταφυσικῶν ἀντιλήψεων3.


Γι᾿ αὐτὸ καὶ στοὺς πρώτους διαλόγους τοῦ Πλάτωνος δὲν συναντοῦμε, παρὰ ἐλάχιστα, τὴν προβληματική τοῦ Σωκράτους περί τοῦ θείου. Ἕνας ἐπὶ πλέον λόγος εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἰσχυριζόταν ὁ Σωκράτης γιὰ τὸν θεὸ ἐστηρίζονταν κυρίως σε ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἀπὸ ἀναλογίες καὶ στοχασμούς διαισθητικῆς φύσεως. Τοῦτο ἀνταποκρινόταν πλήρως στὴ μή-φιλοσοφική νοοτροπία τοῦ Ξενοφῶντος.

᾿Απὸ τὰ βιβλία ποὺ ἐξεδόθησαν ἐν τῷ μεταξύ σχετικῶς μὲ τὸν Σωκράτη, τὸ ἔργο τοῦ Γ. Βλαστοῦ περιέχει σπουδαῖες σελίδες γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα4. Τηρώντας μία συγκεκριμένη στάση ἀπέναντι στοὺς μελετητές ποὺ ἀρνοῦνται τὴν παραδοχή τοῦ ὑπερφυσικοῦ ἐκ μέρους τοῦ Σωκράτους, ὁ Βλαστός γράφει: «Δὲν θὰ χάσω τὸν καιρό μου ἐπιχειρηματολογώντας ἐναντίον αὐτῶν τῶν μελετητῶν. Τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀρνοῦνται μαρτυρεῖται μὲ τόση σαφήνεια στις βασικές μας πηγές, στὰ σωκρατικά συγγράμματα τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ξενοφῶντος, ὥστε, ἐὰν τὸ ἀποκόψουμε, θὰ εἶναι σὰν νὰ πραγματοποιούμε μία ἐγχείρηση ἡ ὁποία σκοτώνει τὸν ἀσθενῆ»5. Πράγματι, «γιὰ τὸν Σωκράτη τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ξενοφῶντος, ὅπως καὶ γιὰ τὴν μεγάλη πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὕπαρξη τῶν θεῶν εἶναι σχεδὸν ἐξίσου «δεδομένη», ὅσο καὶ αὐτὴ τοῦ φυσικοῦ κόσμου»6.

Ο Σωκράτης ἀποδέχθηκε σὲ μεγάλο βαθμό πεποιθήσεις γιὰ τὸν θεὸ καὶ τὸ θεῖο, οἱ ὁποῖες ἅρμοζαν στὴν ἐποχή του, ὄχι ὅμως κατὰ τρόπον ἄκριτο. Ἐπὶ πλέον, ἂν καὶ ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὶς πεποιθήσεις τῆς ἐποχῆς τους, οἱ νέες ἰδέες τὶς ὁποῖες εἰσήγαγε ἀπεδείχθησαν ἐπαναστατικές, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀνέτρεπαν ὁρισμένες ἀπὸ τὶς πλέον ἀποδεκτὲς ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Σωκράτης δὲν διέθετε τὶς ὀντολογικὲς καὶ μεταφυσικὲς ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες ἦσαν ἀπαραίτητες γιὰ τὴν πραγμάτευση τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπεραισθητοῦ, σὲ ποιές βάσεις ἐθεμελίωσε, τελικῶς, τὴν ἐπιχειρηματολογία του;

Ὁ Βλαστός παρέχει μία ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό, προσδιορίζοντας μὲ διεισδυτικὸ καὶ διεξοδικό τρόπο ὅσα ἤδη ἀναφέραμε καὶ θὰ ἀναφέρουμε ἐκ νέου:

Βέβαια, ὁ Σωκράτης δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀπομονώσει τὴ θρησκευτική του πίστη ἀπὸ τὴν φοβερὴ ἐνεργητικότητα τῆς κριτικής του διάνοιας. ᾿Αλλὰ προκειμένου νὰ τὴν διοχετεύσει πρὸς τὴν κατεύθυνση τῶν ἀντιλήψεών του γιὰ τοὺς θεοὺς δὲν ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ ἐγκαταλείψει τὴν διερεύνηση ἠθικῶν ζητημάτων γιὰ χάρη τῆς φυσικῆς καὶ τῆς μεταφυσικῆς. Μποροῦσε νὰ ἔχει τὴν ἀπαίτηση οἱ θεοί του νὰ ἀνταποκρίνονται ὄχι σὲ μεταφυσικά, ἀλλὰ σὲ ἠθικὰ πρότυπα. Οἱ Ἴωνες εἶχαν ἐκλογικεύσει τὴ θεότητα κάνοντάς την φυσική. Ὁ Σωκράτης, μέσα ἀπὸ τὸ ὑπερφυσικὸ πλαίσιο τὸ ὁποῖο ἐκεῖνοι ἀπορρίπτουν, κάνει μιὰ παράλληλη κίνηση: ἐκλογικεύει τοὺς θεοὺς κάνοντάς τους ἠθικούς. Οἱ θεοί του μποροῦν νὰ εἶναι καὶ ὑπερφυσικοὶ καὶ λογικοί, ἐφόσον εἶναι λογικὰ ἠθικοί. Αὐτὸ εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ πρόγραμμά του. Μὲ δεδομένη τὴν ἐμμονή του στὴν ἠθική, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διατυπώσει μιὰ φυσικὴ θεολογία. Μπόρεσε ὅμως καὶ ὄντως διατύπωσε μιὰν ἠθικὴ θεολογία, μὲ τὸ νὰ διερευνᾶ τὴν ἔννοια τοῦ θεοῦ ὅσο ἀκριβῶς χρειαζόταν γιὰ νὰ τὴν ἐναρμονίσει μὲ τὶς ἠθικές του ἀπόψεις, καὶ ἀντλώντας ἀπὸ τὴ νέα του ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀγαθότητα τοῦ ἀνθρώπου κανόνες, οἱ ὁποῖοι εἶναι δεσμευτικοὶ καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς θεούς7.

Ἐπίσης:

Κατὰ τὴ συλλογιστικὴ τοῦ Σωκράτη, λοιπόν, ἐφόσον ἡ γνώση τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ κακοῦ συνεπάγεται τὴν ἠθικὴ ἀγαθότητα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, θὰ συνεπαγόταν τὸ ἴδιο καὶ γιὰ ἕναν θεό. Καὶ ἀφοῦ ἡ σοφία τοῦ θεοῦ εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ σοφότερου ἀνθρώπου, ἡ ἀγαθότητα τοῦ θεοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἐξίσου μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ πιὸ ἐνάρετου ἀνθρώπου. Καὶ ἐφόσον ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἀγαθότητα στὸν ἄνθρωπο δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ προκαλέσει κακὸ σὲ κανέναν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχτεῖ πώς, κατὰ μείζονα λόγο, τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὴν ἀγαθότητα στὸν θεό: ἀφοῦ ὁ θεὸς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀγαθός, ποτέ κακός, ὁ θεὸς μπορεῖ νὰ προκαλεῖ μόνον καλό, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι αἴτιος κακοῦ σὲ κανέναν, ἄνθρωπο ἢ θεό8.

Ας διαβάσουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Πολιτεία, στὸ πλαίσιο τῆς ὁποίας ὁ Πλάτων ἐπανέρχεται στὴ βασικὴ ἀντίληψη περί σωκρατικοῦ θεοῦ, προσδίδοντάς της ἕναν καθαρά προσωπικό τόνο:

«Δὲν εἶναι λοιπόν πραγματικὰ ἀγαθὸς ὁ θεὸς καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν παριστάνωμεν ὡς τέτοιον;» «Τὶ ἄλλο ἡμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἂν ὄχι αὐτό;» «Όμως κανένα ἀγαθὸ δὲν εἶναι βλαβερό· τὶ γνώμη ἔχεις;» «θαρρῶ πώς δὲν εἶναι». «Άραγε ὅ,τι δὲν εἶναι βλαβερό, προξενεί βλάβη;» «᾿Απολύτως καμιά». «Ό,τι πάλι δὲν προξενεῖ βλάβη, μήπως προξενεί κάποιο κακό;» «Κι αὐτὸ δὲν προξενεῖ». «Ὅ,τι, βέβαια, δὲν προξενεῖ κακό, δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν ἡμπορεῖ νὰ χαρακτηριστῇ ὡς αἴτιο κάποιου κακοῦ;» «Καὶ πῶς θὰ ἡμποροῦσε νὰ χαρακτηριστῆ ἔτσι;» «Πρόσεξε· εἶναι ὠφέλιμο τὸ ἀγαθό;» «Ναί». «Ὥστε εἶναι αἴτιο τῆς ἐπιτυχίας;» «Ναί». «Ὥστε δὲν εἶναι τὸ ἀγαθὸ βέβαια ἡ αἰτία ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ εἶναι αἴτιο τῶν πραγμάτων ποὺ εὑρίσκονται σὲ καλὴ κατάσταση, γιὰ ὅσα ὅμως εὑρίσκονται σὲ κακὴ δὲν ἔχει καμιὰ εὐθύνη». «᾿Απολύτως βέβαια καμιά», εἶπε. «Ὥστε ἀφοῦ», εἶπα ἐγώ, «ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθός, δὲν ἡμπορεῖ νὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλα, ὅπως λέει ὁ πολὺς κόσμος, ἀλλὰ εἶναι γιὰ λίγα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα ὑπεύθυνος, γιὰ τὰ περισσότερα ὅμως ἀνεύθυνος· γιατὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχομε εἶναι πολὺ λιγώτερα ἀπὸ τὰ κακά ὡς αἴτιος λοιπὸν τῶν ἀγαθῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῆ κανένας ἄλλος, τὶς αἰτίες ὅμως τῶν κακῶν πρέπει κανεὶς νὰ τὶς ζητᾶ ἀλλοῦ καὶ ὄχι στὸ θεό»9.

Μπορούμε μετὰ βεβαιότητος νὰ συμπεράνουμε, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Βλαστό, ὅτι, κατὰ τὸν Σωκράτη, ἡ ἀνώτερη σοφία δὲν ἔχει θεωρητικὴ ἀλλὰ ἠθικὴ διάσταση καὶ ὅτι ἡ ἀντίληψή του περὶ τοῦ θεοῦ εἶναι ἠθικῆς τάξεως. Ἡ ἠθική, ἐν τούτοις, ἐπιτυγχάνει συχνὰ σὲ αὐτὰ στὰ ὁποῖα στοχεύει ἡ μεταφυσική, δηλαδή στὶς ὕψιστες ἀξίες. ᾿Ακριβῶς αὐτὸ συνέβη, κατὰ τὴ γνώμη ὁρισμένων ἐκλεπτυσμένων ἑρμηνευτῶν, μὲ τὸν Kant, ὁ ὁποῖος προσέγγισε τὸ βάθος τῶν ἀνθρωπίνων προβλημάτων περισσότερο στὴν Κριτική τοῦ Πρακτικοῦ Λόγου καὶ λιγότερο στὴν Κριτική τοῦ Καθαροῦ Λόγου.

Θεωροῦμε ὅτι ἐδῶ ἐπαληθεύονται ὅσα ἐξέφρασε ὁ Novalis μὲ μία ὄμορφη διανόηση στὸ Allgemeines Brouillon: «Η θεώρηση ὁλόκληρου τοῦ κόσμου μέσω τοῦ ἠθικοῦ νοῦ, ἡ συναγωγὴ τοῦ σύμπαντος ἀπὸ τὴν ἠθική, κάθε πραγματική βελτίωση εἶναι ἠθικὴ βελτίωση, κάθε πραγματικὴ ἀποκάλυψη εἶναι ἠθικὴ ἀποκάλυψη, εἶναι πρόοδος (᾿Αξίες τοῦ Σωκράτους)» 10.

Σημειώσεις

1. G. REALE, Storia della filosofia antica, vol. I, σσ. 336-354.
2. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Τίμαιος, 30 a κ. ἐξ.
3. G. REALE, Per una nuova interpretazione di Platone, σσ. 564-577.
4. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτὴς καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σσ. 240-270.
5. Αὐτόθι, σ. 241.
6. Αὐτόθι, σ. 241, σημ. 6.
7. Αὐτόθι, σσ. 247-248.
8. Αὐτόθι, σ. 251.
9. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Πολιτεία, ΙΙ 379 a-c.
10. H. NOVALIS, Allgemeines Brouillon, Opera Filosofica, ἐπιμ. G. Moretti, Torino, Einaudi, 1993, σημ. 789.

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΝΤΕΣ ΠΑΡΕΚΑΜΨΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΓΡΙΟ ΣΚΥΛΙ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΔΑΓΚΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ  ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: