Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 1
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)
Ο Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι, 1867–1944), κατά κόσμον Ιβάν Νικολάγεβιτς Στραγκορόντσκι, υπήρξε Ρώσος θεολόγος και ιεράρχης. Αργότερα έγινε Μητροπολίτης και, το 1943, Πατριάρχης Μόσχας και πάσης Ρωσίας. Πρόκειται, επομένως, για τον μετέπειτα Πατριάρχη Σέργιο Α.
Το έργο του Η ορθόδοξη διδασκαλία περί σωτηρίας υποβλήθηκε το 1895 ως μεταπτυχιακή διατριβή στη Θεολογική Ακαδημία Μόσχας. Σε αυτό εξετάζει κυρίως την «ηθική και υποκειμενική πλευρά» της σωτηρίας: η σωτηρία δεν είναι απλώς μια εξωτερική νομική αθώωση ή ανταμοιβή, αλλά εσωτερική αναγέννηση του ανθρώπου, απελευθέρωση από τη φιλαυτία και πραγματική κοινωνία με τον Θεό. Παράλληλα ασκεί έντονη κριτική στη νομική αντίληψη της σωτηρίας, την οποία συνδέει με τον δυτικό σχολαστικισμό.
Εισαγωγή
Το ζήτημα της προσωπικής σωτηρίας του ανθρώπου —αυτή η σπουδαιότατη αλήθεια της χριστιανικής διδασκαλίας («praecipuus locus doctrinae christianae» [1])— έχει, βεβαίως, προ πολλού λυθεί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός έφερε τη διδασκαλία αυτή σε όλη την ουράνια καθαρότητά της και με τρόπο κατανοητό για κάθε θρησκευτική και ηθική συνείδηση· και όχι μόνο την έφερε, αλλά και ο Ίδιος διήνυσε την οδό την οποία υπέδειξε. Ολόκληρες στρατιές μαρτύρων και ομολογητών, ασκητών και ιεραρχών, ολόκληρες περίοδοι ύψιστης αναπτύξεως της εκκλησιαστικής ζωής — όλα αυτά αποτελούν υποδείγματα έμπρακτης ακολουθίας του Χριστού, όλα αυτά είναι ζωντανές ενσαρκώσεις της διδασκαλίας Του. Τέλος, ολόκληρη η πατερική γραμματεία δεν έχει άραγε ως μοναδικό σκοπό της να αναπτύξει και να αποσαφηνίσει την αλήθεια της σωτηρίας ακριβώς για την ατομική συνείδηση; Επιπλέον, όλα αυτά δεν είναι απλώς συλλογισμοί του νου, αλλά άμεσες αποτυπώσεις της ζωής, καρποί της προσωπικής πείρας των ίδιων των αγίων συγγραφέων. Επομένως, το ζήτημα αυτό έχει επιλυθεί περισσότερο από επαρκώς από την εκκλησιαστική συνείδηση· άλλωστε, χωρίς αυτό δεν θα μπορούσε καν να νοηθεί η εκκλησιαστική ζωή.
Δεν μπορεί όμως να ειπωθεί το ίδιο και για την επιστημονική επεξεργασία του. Εδώ, μέχρι σήμερα, δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί σταθερές βάσεις. Η αιτία είναι ότι στη Δύση φρόντιζαν όχι τόσο για την πιστότητα προς την πατερική και την καθολική εκκλησιαστική παράδοση, όσο για την πιστότητα προς κάποια αρχή που είχε γίνει δεκτή για τον έναν ή τον άλλον λόγο, καθώς και για τη λογική συνέπεια των συλλογισμών τους· ενώ η δική μας θεολογική επιστήμη, ευρισκόμενη πάντοτε υπό την ισχυρή επίδραση της Δύσεως, φοβόταν τις αυτοτελείς έρευνες μέσα στην κληρονομιά που της παραδόθηκε από την ελληνική πατερική Εκκλησία. Γι’ αυτό, το άφθονο υλικό που παρέχουν η Αγία Γραφή και η Παράδοση σχετικά με το ζήτημα αυτό παραμένει ακόμη χωρίς την απαιτούμενη σύνθεση και διερεύνηση.
Το ζήτημα της προσωπικής σωτηρίας δεν μπορεί να αποτελεί απλώς ένα θεωρητικό πρόβλημα· είναι ζήτημα αυτοπροσδιορισμού. Το να πει κανείς σοβαρά στον εαυτό του τι πρέπει να πράξει για να σωθεί σημαίνει ότι εκφέρει κρίση για ολόκληρο το περιεχόμενο της ψυχής του· ότι ανατρέπει αντιλήψεις πολύ αγαπητές, ίσως και κληρονομημένες, καθώς και συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με θυσίες και κόπους. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο φυσικός άνθρωπος, πολύ περισσότερο εκείνος που στηρίζεται αποκλειστικά στη δύναμη του δικού του νου. Έτσι, αντί για την καθαρή αλήθεια, ο άνθρωπος, μέσα στους συλλογισμούς του, μας προσφέρει μόνο έναν περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένο συμβιβασμό της αλήθειας με τις απόψεις και τις επιθυμίες του. Αυτή είναι η προέλευση κάθε θεολογικής πλάνης και κάθε αιρέσεως. Στη βάση όλων αυτών βρίσκεται ακριβώς αυτή η ηθική ατέλεια, η ανικανότητα ή η απροθυμία του ανθρώπου να απαρνηθεί τον εαυτό του, προκειμένου να δεχθεί την αλήθεια. Ξεκινώντας από την ατελή θρησκευτική του πείρα και έχοντας ως οδηγό τον εξίσου ατελή νου του, ο άνθρωπος φθάνει τελικά στη διαστρέβλωση της θείας αλήθειας.
Επειδή στη βάση της βρίσκεται η ηθική ατέλεια, κάθε τέτοια πλάνη απαιτεί πρωτίστως ηθική θεραπεία, δηλαδή υπόκειται σε ποιμαντική αντιμετώπιση. Δεν μπορεί όμως να σιωπά ούτε η θεολογική επιστήμη, ιδίως όταν η πλάνη έχει ήδη προλάβει να εξελιχθεί σε σύστημα, όταν απειλεί ακόμη και την Ορθοδοξία ή επιδιώκει να σταθεί δίπλα της ως ισότιμη. Μόνο ας μην ξεχνά η επιστήμη τις μεθόδους της ποιμαντικής αντιμετωπίσεως· ας μην επιχειρεί να καταβάλει τον αντίπαλό της μόνο με συλλογισμούς: η ακαταλληλότητα αυτής της οδού έχει ήδη αποδειχθεί. Η επιστήμη οφείλει να αναλύσει αμερόληπτα κάθε ψευδή θεωρία στα συστατικά της στοιχεία, να καταδείξει εκείνο το «ανθρώπινο» στοιχείο το οποίο, με την εφαρμογή του, διαστρέφει την αλήθεια, και κατόπιν να αναπτύξει θετικά αυτή την αλήθεια.
Αυτό ακριβώς το έργο τολμούμε να αναλάβουμε σχετικά με το παρόν ζήτημα. Επιχειρούμε να αποσαφηνίσουμε το θεμελιώδες εκείνο ψεύδος του δυτικού Χριστιανισμού, το οποίο τον οδηγεί αναπόφευκτα στη διαστρέβλωση της χριστιανικής αλήθειας, σε παραλογισμούς, σε αντιφάσεις προς τον ίδιο του τον εαυτό και προς τη θρησκευτική πείρα· από την άλλη πλευρά, επιχειρούμε, βάσει των στοιχείων της πατερικής γραμματείας και της Αγίας Γραφής που συγκεντρώσαμε, να αποσαφηνίσουμε και να εδραιώσουμε στην επιστημονική συνείδηση εκείνη την ιδέα η οποία, όπως είμαστε πεπεισμένοι, κυριαρχεί στην ορθόδοξη εκκλησιαστική διδασκαλία περί σωτηρίας και η πιστότητα προς την οποία θα προφυλάξει τον θεολόγο από όλες τις προαναφερθείσες πλάνες.
Το σημείο στο οποίο αποκαλύπτονται με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο οι ιδιαιτερότητες της ορθόδοξης διδασκαλίας είναι το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της αγαθοεργίας κατά την επίγεια ζωή και της μακαριότητας μετά θάνατον. Από τη μία ή την άλλη επίλυση αυτού του επιμέρους ζητήματος εξαρτάται η περαιτέρω πορεία των συλλογισμών. Αυτό το ζήτημα θέτουμε, λοιπόν, ως αφετηρία των ερευνών μας, ώστε να συναγάγουμε την ορθόδοξη διδασκαλία περί της ουσίας της σωτηρίας και, από αυτήν, με τη σειρά του, περί των προϋποθέσεων για την επίτευξή της.
Μέρος Α΄
Η διδασκαλία του Χριστού και Σωτήρος είναι διδασκαλία περί απαρνήσεως του εαυτού μας και αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον· η εξάλειψη της αμαρτωλής ατομικότητας, της φιλαυτίας και της αυτολύπησης αποτελεί το κύριο έργο κάθε χριστιανού. Γι’ αυτό και στο θεμελιώδες ζήτημα της ηθικής, στο ζήτημα της αμοιβαίας σχέσεως μεταξύ αρετής και ευτυχίας, αγαθοεργίας και αιώνιας ζωής, η διδασκαλία του Χριστού χαρακτηρίζεται από την ίδια ανιδιοτέλεια και την ίδια ύψιστη ελευθερία από κάθε ξένη πρόσμειξη, από καθετί που θα μπορούσε να διαταράξει την καθαρότητα των ηθικών κινήτρων. Στη συνείδηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πράγματι, οι έννοιες του αγαθού και της μακαριότητας είχαν πάντοτε εσωτερική αντιστοιχία και συγγένεια· η εδώ, η επίγεια ζωή είναι η ρίζα, ο σπόρος από τον οποίο αναπτύσσεται φυσικά η ουράνια ζωή· από εδώ προκύπτει και η αναγκαιότητα της πρώτης για την επίτευξη της δεύτερης. Για να σταθεί όμως κανείς στο ύψος αυτής της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, για να κατανοήσει την εσωτερική αντιστοιχία της αγαθοεργίας και της αιώνιας ζωής, είναι αναγκαίο να ανέλθει σε εκείνη τη βαθμίδα πνευματικής και ηθικής αναπτύξεως, στην οποία η αρετή παύει να αποτελεί εξωτερικό νόμο και άθλημα και γίνεται το ύψιστο αγαθό του ανθρώπου. Ένας τέτοιος άνθρωπος, αισθανόμενος μέσα του την ποιοτική ταυτότητά τους, θα κατανοήσει εύκολα και την αναγκαία μεταξύ τους σχέση. Τέτοιοι άνθρωποι όμως είναι λίγοι. Συνήθως ο άνθρωπος πρέπει ακόμη να εξαναγκάζει τον εαυτό του προς την αρετή· όχι μόνο δεν βρίσκει σε αυτήν το ύψιστο αγαθό του, αλλά και τη φοβάται· είναι περισσότερο διατεθειμένος να τοποθετεί το ύψιστο αγαθό του στην αυτοϊκανοποίηση, όπως κι αν αυτή νοείται. Από την άποψη αυτού του συνηθισμένου ανθρώπου —όπως είναι όλοι οι άνθρωποι— η μακαριότητα δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συναχθεί από την αρετή, ούτε και αντιστρόφως· γι’ αυτόν πρόκειται για δύο φαινόμενα εντελώς διαφορετικής τάξεως. Γι’ αυτό και τη σχέση μεταξύ αρετής και αιώνιας ζωής ένας τέτοιος άνθρωπος τη συλλαμβάνει ευκολότερα και την εκφράζει σαφέστερα με την αναλογία του κόπου και της ανταμοιβής, του αγώνα και του στεφάνου, πολύ περισσότερο μάλιστα επειδή γι’ αυτόν η ενάρετη ζωή αποτελεί πράγματι αγώνα και μάλιστα πολύ δύσκολο. Χωρίς να είναι από μόνος του εσφαλμένος, αυτός ο τρόπος εκφράσεως είναι τόσο οικείος και τόσο εύχρηστος για τον άνθρωπο και εκφράζει τόσο καθαρά την αναγκαιότητα της αγαθοεργίας, ώστε δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα τόσο στον λόγο του Θεού όσο και στη διδασκαλία της Εκκλησίας. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι δεν λησμονούνταν πως πρόκειται μόνο για μια πολύ κατάλληλη αναλογία και ότι με αυτήν δεν εκφράζεται καθόλου η ίδια η ουσία της σωτηρίας. Εντούτοις, η ζωή της Εκκλησίας εξελίχθηκε κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η απολύτως θεμιτή και απολύτως κατανοητή εφαρμογή αυτής της αναλογίας στην πνευματική ανάπτυξη των μελών της Εκκλησίας έγινε η πηγή εκείνης της θεμελιώδους πλάνης η οποία διακρίνει σήμερα τον δυτικό Χριστιανισμό· σε αυτό το έδαφος αναπτύχθηκε η νομική αντίληψη της διδασκαλίας περί σωτηρίας.
Ο Χριστιανισμός, από τα πρώτα κιόλας ιστορικά του βήματα, ήλθε αντιμέτωπος με τη Ρώμη και έπρεπε να λάβει υπόψη του το ρωμαϊκό πνεύμα και τον ρωμαϊκό τρόπο ή τύπο σκέψεως· η αρχαία Ρώμη, άλλωστε, θεωρείται δικαίως φορέας και εκφραστής του δικαίου, του νόμου. Το δίκαιο (jus) αποτελούσε το θεμελιώδες στοιχείο μέσα στο οποίο κινούνταν όλες οι έννοιες και οι παραστάσεις της: το jus ήταν η βάση της προσωπικής ζωής του Ρωμαίου και αυτό καθόριζε επίσης όλες τις οικογενειακές, κοινωνικές και πολιτειακές σχέσεις του. Η θρησκεία δεν αποτελούσε εξαίρεση· και αυτή ήταν μία από τις εφαρμογές του δικαίου. Όταν ο Ρωμαίος γινόταν χριστιανός, προσπαθούσε να κατανοήσει και τον Χριστιανισμό ακριβώς από αυτή την πλευρά· αναζητούσε πρωτίστως και σε αυτόν νομική συνέπεια. Η προαναφερθείσα δυσκολία ακριβούς προσδιορισμού και συγχρόνως η αδιάσπαστη φύση της σχέσεως μεταξύ της ποιότητας της παρούσας και της μέλλουσας ζωής ευνοούσαν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό μια τέτοια κατανόηση· η εξοικείωση, εξάλλου, με την ίδια τη νομική οπτική καθιστούσε περιττή, στα μάτια του Ρωμαίου, κάθε περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις ιδιότητες αυτής της σχέσεως. Βλέποντας ότι αυτή μπορούσε να ενταχθεί αρκετά εύκολα στα πλαίσια των νομικών σχέσεων, ο Ρωμαίος έμενε απολύτως ικανοποιημένος και δεν αναζητούσε περαιτέρω θεμελίωση. Έτσι γεννήθηκε η νομική θεωρία, η οποία συνίσταται στο ότι η προαναφερθείσα αναλογία του κόπου και της ανταμοιβής αναγνωρίζεται —συνειδητά ή ασυνείδητα, φανερά ή υπονοούμενα— ως αυθεντική έκφραση της ίδιας της ουσίας της σωτηρίας και, γι’ αυτό, τίθεται ως θεμελιώδης αρχή του θεολογικού συστήματος και της θρησκευτικής ζωής, ενώ η διδασκαλία της Εκκλησίας περί της ταυτότητας της αρετής και της μακαριότητας παραμερίζεται.
Βεβαίως, αυτός ο τρόπος εξωτερικής κατανοήσεως της σωτηρίας δεν μπορούσε αρχικά να είναι επικίνδυνος για την Εκκλησία: όλες οι ανακρίβειές του καλύπτονταν με το παραπάνω από την πίστη και τον φλογερό ζήλο των χριστιανών. Και ακόμη περισσότερο: η δυνατότητα ερμηνείας του Χριστιανισμού από νομική άποψη ήταν, από ορισμένη άποψη, ωφέλιμη γι’ αυτόν· έδινε στην πίστη ένα είδος επιστημονικής μορφής, κατά κάποιον τρόπο την εδραίωνε. Αυτό συνέβαινε όμως κατά την περίοδο ακμής της εκκλησιαστικής ζωής. Διαφορετικά έγιναν τα πράγματα αργότερα, όταν το κοσμικό πνεύμα εισχώρησε στην Εκκλησία, όταν πολλοί χριστιανοί άρχισαν να σκέφτονται όχι πώς θα εκπληρώσουν τελειότερα το θέλημα του Θεού, αλλά, αντιθέτως, πώς θα μπορούσαν να το εκπληρώσουν ευκολότερα και με μικρότερες απώλειες για την παρούσα ζωή. Τότε η δυνατότητα της νομικής διατυπώσεως της διδασκαλίας περί σωτηρίας φανέρωσε τις ολέθριες συνέπειές της.
Η νομική ένωση προκύπτει όταν ένας άνθρωπος ή μία οικογένεια αδυνατεί να αντιμετωπίσει τον κόσμο που την περιβάλλει. Για να εξασφαλίσει στον εαυτό του έναν ορισμένο βαθμό ευημερίας, ο άνθρωπος συνάπτει συμφωνία με έναν άλλον άνθρωπο που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Αναλαμβάνουν αμοιβαίες υποχρεώσεις και εργάζονται για το κοινό όφελος. Αυτή όμως η κοινωνία δεν είναι καθόλου κοινωνία αγάπης ούτε ηθικός δεσμός· οι άνθρωποι αυτοί υπηρετούν τους άλλους μόνο επειδή διαφορετικά δεν μπορούν να αποκτήσουν εκείνο που επιθυμούν για τον εαυτό τους. Σκοπός της ζωής τους δεν είναι η κοινωνία, αλλά το δικό τους «εγώ». Επομένως, έργο της νομικής τάξεως είναι να συνδυάσει πολλές φιλαυτίες κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην παρεμποδίζουν η μία την άλλη και καθεμία να λαμβάνει το μερίδιο που της αναλογεί. Ως τέτοια, η νομική τάξη μπορεί να προσφέρει οφέλη μόνο στη φιλαυτία. Το πρώτο όφελός της είναι ότι, αντί για έναν ζωντανό δεσμό, προσφέρει έναν ψυχρό και εξωτερικό. Για το κράτος ή τους συμπολίτες μου δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ποια είναι η εσωτερική μου διάθεση· γι’ αυτούς σημασία έχει μόνο η εξωτερική μου συμπεριφορά, επειδή μόνον αυτή αφορά την ευημερία τους και εκφράζει τη σχέση μου προς αυτούς. Αυτό, βεβαίως, υποβιβάζει την προσωπικότητα, μετατρέποντάς την σε έναν άψυχο κοχλία της κοινωνικής μηχανής· συγχρόνως όμως παρέχει στον άνθρωπο τέτοια ελευθερία ή, καλύτερα, τέτοια αυθαιρεσία στην εσωτερική ζωή, την οποία δεν μπορεί να αποκτήσει σε καμία άλλη τάξη πραγμάτων και ιδιαίτερα σε μια ηθική τάξη. Η ηθική ένωση απαιτεί αντίστοιχη ηθική στάση και διεισδύει με τις απαιτήσεις και τις υποδείξεις της στα άδυτα της ανθρώπινης συνειδήσεως. Η νομική τάξη, αντιθέτως, δεν εισχωρεί ποτέ εκεί· αρκείται στην τήρηση των εξωτερικών, συμφωνημένων ορίων και αφήνει τον άνθρωπο απόλυτο κύριο του εσωτερικού του κόσμου.
Η αυθαιρεσία αυτή ενισχύεται από τη συνείδηση της πλήρους ανεξαρτησίας ή του ότι ο άνθρωπος δεν οφείλει την ευημερία του σε κανέναν. Πράγματι, εάν οι άλλοι προσφέρουν κάποια υπηρεσία στον άνθρωπο, εκείνος γνωρίζει ότι δεν τον υπηρετούν από ευμένεια προς αυτόν, αλλά από ανάγκη ή από την επιθυμία να εξασφαλίσουν, πρωτίστως, το δικό τους καλό. Για την υπηρεσία αυτή λαμβάνουν και από εκείνον ισάξια ανταπόδοση· οι σχέσεις έχουν εξισορροπηθεί και, επομένως, δεν χρειάζεται να θεωρεί κανέναν ευεργέτη του. Είναι αλήθεια ότι αυτό καταδικάζει τον άνθρωπο σε φοβερή μοναξιά· η φιλαυτία όμως είναι από την ίδια της την ουσία μοναξιά. Η συναίσθηση της ανεξαρτησίας, αυτό το αμυδρό φάσμα αυθυπαρξίας, είναι πολυτιμότερο για το αμαρτωλό «εγώ», ως τέτοιο.
Παράλληλα, αποκτούν ύψιστη σημασία στα μάτια του ανθρώπου και όλες εκείνες οι υπηρεσίες, ακόμη και οι πιο ασήμαντες, τις οποίες προσφέρει στους συμμάχους του. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται, στην πραγματικότητα, χωρίς αληθινή επιθυμία, όχι από αγάπη προς τον σύμμαχο, αλλά απλώς από την επιθυμία να λάβει ίση ανταμοιβή. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος απαιτεί αυτή την ανταμοιβή, την απαιτεί ως οφειλόμενη, και θα θεωρήσει ότι έχει το δικαίωμα να εκδικηθεί, εάν αυτή η ανταμοιβή δεν του δοθεί. Στην ψυχή του φίλαυτου δεν μπορεί να βρεθεί αίσθημα ευγνωμοσύνης με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως.
Γι’ αυτό και η βεβαιότητα στην οποία θεμελιώνονται όλες οι ενώσεις δεν έχει τις ίδιες ιδιότητες που έχει μέσα σε μια ηθική ένωση. Στην τελευταία είναι χαρμόσυνη και συγχρόνως ταπεινή ελπίδα· στην πρώτη είναι μάλλον η βεβαιότητα ότι ο σύμμαχος δεν μπορεί να εξαπατήσει, επειδή υπάρχει κάποια γνωστή εγγύηση, δυνάμει της οποίας εξαναγκάζεται κατά κάποιον τρόπο να εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Εκεί η βεβαιότητα στηρίζεται στην ελεύθερη θέληση του προσώπου και από εδώ προκύπτει η διαρκής ευγνωμοσύνη προς αυτό· εδώ, αντιθέτως, στηρίζεται σε κάτι τρίτο, το οποίο εξαναγκάζει το πρόσωπο, χωρίς συγχρόνως να το καθιστά ευεργέτη· γι’ αυτό δεν υπάρχει ευγνωμοσύνη, αλλά μόνο ένα φίλαυτο αίσθημα ασφάλειας. Ο άνθρωπος χάνει «εκείνη την ελευθερία του τέκνου του Θεού», η οποία αποτελεί το ύψιστο κτήμα του· για τη φιλαυτία όμως αυτή η ελευθερία είναι υπερβολικά βαριά, ώστε να μη θελήσει να την ανταλλάξει με τη δουλεία, αρκεί αυτή να του επιτρέπει να διατηρεί τις επιθυμίες του.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τι μπορεί να συμβεί, εάν ο άνθρωπος —ο οποίος, σημειωτέον, έχει ήδη απολέσει τη θέρμη του πρώτου ζήλου του για τον Χριστό και τώρα ταλαντεύεται με δυσκολία ανάμεσα στην αγάπη προς τον Θεό και τη φιλαυτία— αρχίσει να θεωρεί και τη σχέση του προς τον Θεό από νομική άποψη.
Ο κύριος κίνδυνος αυτής της απόψεως είναι ότι, σύμφωνα με αυτήν, ο άνθρωπος μπορεί να θεωρεί πως έχει κατά κάποιον τρόπο το δικαίωμα να μην ανήκει στον Θεό με όλη του την καρδιά και όλη του τη διάνοια: σε μια νομική ένωση μια τέτοια εγγύτητα ούτε προϋποτίθεται ούτε απαιτείται· εκεί χρειάζεται μόνο η τήρηση των εξωτερικών όρων της ενώσεως. Ο άνθρωπος μπορεί να μην αγαπά το αγαθό, μπορεί να παραμένει ο ίδιος φίλαυτος άνθρωπος που ήταν προηγουμένως· οφείλει μόνο να εκπληρώνει τις εντολές, για να λάβει την ανταμοιβή. Αυτό ευνοεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό εκείνο το μισθωτικό, δουλικό φρόνημα, το οποίο πράττει το αγαθό μόνο για χάρη της ανταμοιβής, χωρίς εσωτερική έλξη και σεβασμό προς αυτό. Είναι αλήθεια ότι αυτή την κατάσταση της εξαναγκασμένης αγαθοεργίας τη βιώνει αναγκαστικά κάθε αγωνιστής της αρετής, και μάλιστα όχι μόνο μία φορά κατά την επίγεια ζωή του· η κατάσταση αυτή όμως δεν πρέπει ποτέ να ανυψώνεται σε κανόνα· αποτελεί μόνο μια προκαταρκτική βαθμίδα, ενώ σκοπός της ηθικής αναπτύξεως είναι η τέλεια και εκούσια αγαθοεργία. Η νομική άποψη σφάλλει ακριβώς επειδή καθαγιάζει αυτή την προκαταρκτική, προπαρασκευαστική κατάσταση ως τελική και τέλεια. Από τη στιγμή όμως που καθαγιάζεται η μισθωτική σχέση προς το θέλημα του Θεού, ανοίγεται η θύρα και για όλα τα συμπεράσματα που απορρέουν αναγκαστικά από αυτή τη σχέση.
Μέσα στη νομική ένωση ο άνθρωπος δεν στέκεται ενώπιον του Θεού ως αναπολόγητος αμαρτωλός, ο οποίος Του οφείλει τα πάντα· έχει την τάση να παρουσιάζει τον εαυτό του ως περισσότερο ή λιγότερο ανεξάρτητο και προσδοκά να λάβει την υπεσχημένη ανταμοιβή όχι κατά το έλεος του Θεού, αλλά ως κάτι που του οφείλεται για τους κόπους του. Το αντικείμενο της ελπίδας εδώ δεν είναι, για να μιλήσουμε αυστηρά, το έλεος του Θεού, αλλά οι ίδιες οι δυνάμεις του ανθρώπου· ως εγγύηση, ως εκείνο το τρίτο στοιχείο που δεσμεύει τον σύμμαχο χωρίς συγχρόνως να τον καθιστά ευεργέτη, χρησιμεύουν για τον άνθρωπο τα ίδια του τα έργα. Έτσι, τα έργα μετατρέπονται σε κάτι που έχει αξία καθ’ εαυτό και είναι άξιο ανταμοιβής — συμπέρασμα ιδιαίτερα κατάλληλο για τη φίλαυτη φύση που έχει χάσει την αρχική της καθαρότητα, η οποία εξαναγκάζει απρόθυμα τον εαυτό της να εκπληρώνει τις εντολές και γι’ αυτό αποτιμά το ακούσιο αγαθό της στην υψηλότερη δυνατή τιμή. Επιπλέον, η αξία της αξιομισθίας δεν αποδίδεται στις αρετές ή στις μόνιμες διαθέσεις της ψυχής, αλλά σε μεμονωμένες εξωτερικές πράξεις, τις οποίες, με τη σειρά του, το μισθωτικό φρόνημα θα προσπαθήσει να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο και να τις καταστήσει όσο γίνεται τυπικότερες, σύμφωνα με τη φυσική επιθυμία του μισθωτού να αποκτήσει την αμοιβή του με τη μικρότερη δυνατή δαπάνη δυνάμεων. Έτσι, η ζωή του ανθρώπου μετατράπηκε από ελεύθερη ηθική ανάπτυξη σε άψυχη εκτέλεση επιμέρους εντολών.
Ο μηχανισμός που αναπτύχθηκε στη Δυτική Εκκλησία δεν άργησε να αποτυπωθεί και στη θεολογική επιστήμη, η οποία, υπό την επίδραση της εποχής, υποτάχθηκε πλήρως σε αυτόν και, με τη σειρά της, συνέβαλε στην περαιτέρω ανάπτυξή του και, θα λέγαμε, στη συστηματική διαμόρφωσή του. Η σχολαστική, με τη λατρεία της προς τον Αριστοτέλη, ενδιαφερόταν περισσότερο για την τυπική συνοχή των συστημάτων της και ελάχιστα —για να μην πούμε καθόλου— συμβουλευόταν την πνευματική πείρα και τη ζωή. Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι η σχολαστική υιοθέτησε τη νομική άποψη. Θα μπορούσε άραγε ο σχολαστικός να προβληματιστεί για την αλήθεια της, όταν κάτω από κάθε σημείο της έβλεπε παραθέματα από διάφορες αυθεντίες — παραθέματα, ας προσθέσουμε, αποσπασμένα από τη συνάφεια του λόγου τους; Με αυτόν, λοιπόν, τον «τυπογραφικό», θα λέγαμε, τρόπο αποδείξεως, η σχολαστική δικαιολόγησε όλα τα ακραία συμπεράσματα της νομικής κοσμοθεωρίας. Η απολύτως φυσική διδασκαλία περί αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ των μελών της Εκκλησίας μετατράπηκε, με την πένα και μέσα στη σκέψη του σχολαστικού, σε έναν εντελώς μηχανικό καταλογισμό των πράξεων ενός ανθρώπου —του αγίου— υπέρ κάποιου άλλου. Η απροσδιόριστη κατάσταση των ψυχών εκείνων που πέθαναν εν μετανοία, αλλά δεν παρήγαγαν καρπούς άξιους της μετανοίας και δεν στερεώθηκαν στο αγαθό, μετατράπηκε σε καθαρτήριο, όπου ο άνθρωπος πληρώνει στον Θεό με τα βασανιστήριά του για τα εγκλήματα που διέπραξε στη γη και τα οποία δεν έχουν ακόμη εξοφληθεί. Η ποιμαντική καθοδήγηση κατά την εξομολόγηση έλαβε την παράλογη μορφή της εξοφλήσεως των αμαρτιών και των συγχωροχαρτιών — της αφέσεως των αμαρτιών χωρίς ηθική προσπάθεια και χωρίς μετάνοια. Τα μυστήρια μετατράπηκαν σε μαγικές πράξεις, σε opus operatum, στις οποίες απαιτείται περισσότερο η σωματική παρά η ψυχική συμμετοχή κ.ο.κ. Ο αμαρτωλός φόβος απέναντι στην ηθική εργασία, εκμεταλλευόμενος ένα πρόσφορο πρόσχημα, επινόησε πολλές διδασκαλίες που του ήταν αναγκαίες και γέμισε τόσο πολύ τον δυτικό Χριστιανισμό με κάθε είδους ξένα στοιχεία, ώστε δύσκολα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει μέσα του την αλήθεια του Χριστού. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν οι Γερμανοί μεταρρυθμιστές κατέληξαν στην ιδέα ότι μόνο η πίστη σώζει τον άνθρωπο, η έκφραση αυτή, τόσο συνηθισμένη στον Χριστιανισμό και διαρκώς παρούσα στα χείλη των αγίων Πατέρων, φάνηκε τόσο ασυνήθιστη και τρομακτική, ώστε άλλοι τη θεώρησαν αίρεση και καταστροφή κάθε ηθικής, ενώ άλλοι τη δέχθηκαν σχεδόν ως κάποια νέα αποκάλυψη και διέστρεψαν ολοκληρωτικά το νόημά της. Τέτοιους καρπούς απέφερε στη Δύση η νομική της άποψη περί σωτηρίας. Ο κύριος κίνδυνός της όμως, επαναλαμβάνουμε, βρισκόταν στο ότι επέτρεπε στον άνθρωπο, εφόσον δεν επιθυμούσε κάτι περισσότερο, να περιοριστεί αποκλειστικά στην εξωτερική μορφή· η ηθική εργασία φαινόταν σαν να είχε λησμονηθεί. Έτσι, ο καλός καθολικός ήταν συχνά εσωτερικά ένας πολύ κακός χριστιανός και, παρά ταύτα, πίστευε ότι σωζόταν και χανόταν μέσα σε αυτή την αυταπάτη.
Η ανθρώπινη ψυχή, κατά το καλύτερο μέρος της, διψά πάντοτε για την αληθινή ζωή και τη σωτηρία και μόνο από παρανόηση μπορεί να αρκεστεί στη διδασκαλία που περιγράψαμε· αναπόφευκτα θα αισθανθεί την πλάνη της. Αυτό το αίσθημα της ζωντανής ψυχής εκφράστηκε, αν και με ανεπιτυχή τρόπο, στις αναρίθμητες αιρέσεις και στις πολλές απόπειρες διορθώσεως του Καθολικισμού, τις οποίες συναντούμε σε όλη τη διάρκεια της δυτικής εκκλησιαστικής ιστορίας· τελικά ξέσπασε με εκείνη τη φοβερή ανατροπή που ονομάζεται Μεταρρύθμιση και η οποία μέχρι σήμερα στέκεται απέναντι στον Καθολικισμό ως ζωντανός έλεγχος της αναλήθειάς του, αναμένοντας και η ίδια, με τη σειρά της, εκείνους που θα την ελέγξουν.
Η Μεταρρύθμιση εμφανίστηκε με έναν αμείλικτο έλεγχο όλων των καθολικών παραποιήσεων στη ζωή και στη διδασκαλία, καθώς και του άψυχου φορμαλισμού που κυριαρχούσε στον Καθολικισμό, και απαίτησε για τον άνθρωπο ζωή και αλήθεια. Οι Προτεστάντες έγραφαν και έλεγαν ότι πηγή των καθολικών θεωρητικών κατασκευών δεν ήταν το Ευαγγέλιο ούτε η διδασκαλία του Χριστού, αλλά οι συλλογισμοί του ανθρώπινου νου, ο οποίος παραμένει στη δική του οπτική και κρίνει τα πράγματα αυτά αποκλειστικά με ανθρώπινα κριτήρια [2]. Χωρίς να διεισδύει στην εσωτερική εργασία εκείνων που σώζονται, ο νους σταματά στην εξωτερική πλευρά και αποκλειστικά σε αυτήν θεμελιώνει τα συμπεράσματά του. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, ακολουθώντας αυτή την οδό, καταλήγει σε θέσεις παράλογες από την άποψη της πνευματικής πείρας και ενώπιον της κρίσεως της ανθρώπινης συνειδήσεως [3]· και ύστερα, αισθανόμενος την πλάνη και συγχρόνως μη βλέποντας άλλη οδό πέρα από την ήδη υπάρχουσα, αναγκάζεται, παρά τη θέλησή του, να καταφύγει σε διάφορες τεχνητές κατασκευές, ώστε με αυτές να καταπνίξει με κάποιον τρόπο τη βασανιστική φωνή της συνειδήσεώς του. Από εδώ προέρχονται και τα ξένα έργα, τα ξένα αντικείμενα λατρευτικής τιμής, τα οποία επινοήθηκαν από τους ανθρώπους σε στιγμή αισθήσεως πνευματικού κινδύνου, ως άμυνα απέναντι στον φόβο της συνειδήσεως [4]. Για να αποφευχθεί αυτή η θλιβερή και φοβερή μοίρα, είναι αναγκαίο να διακοπεί κάθε σχέση με τις φιλοσοφικές αντιλήψεις που έχουν μεν γίνει αποδεκτές, αλλά είναι ασυμβίβαστες με την αλήθεια του Χριστού· πρέπει να στραφούμε στην ίδια την αλήθεια του Χριστού και να την ερευνήσουμε, ακούγοντας την εσωτερική φωνή της συνειδήσεώς μας και προσπαθώντας να συλλάβουμε τι λένε όχι μόνο στον νου, αλλά και σε ολόκληρη την ψυχή, ο λόγος του Θεού και η εκκλησιαστική παράδοση [5]. Πρέπει να φροντίζουμε όχι μόνο για την πιστότητα στη λογική, αλλά και για την πιστότητα στην αλήθεια, η οποία από την ουσία της είναι ζωντανή και ενεργός και όχι τυπική. Ο Προτεσταντισμός πράγματι διακήρυξε αυτή τη μοναδικά αληθινή και ασφαλή μέθοδο θεολογήσεως: την επαγωγική μέθοδο. Οι Προτεστάντες πίστευαν ότι η επαλήθευση της αλήθειας της διδασκαλίας τους δεν βρισκόταν στη συμφωνία της με τη μεταφυσική του Αριστοτέλη —για τον οποίο ο Λούθηρος δεν μπορούσε να βρει αρκετά ισχυρή ύβρη— [6] ούτε με τα σχολαστικά αξιώματα, αλλά στο γεγονός ότι μέσα σε αυτήν βρίσκουν ανάπαυση και παρηγοριά οι ευσεβείς και φοβισμένες συνειδήσεις, piae et pavidae conscientiae [7]
Σημειώσεις:
[1] Apologia Ausb. Conf. II (2). Για τις παραπομπές μας στα λουθηρανικά συμβολικά βιβλία χρησιμοποιούμε την έκδοση του Hase: Libri symbolici ecclesiae evangelicae. Lipsiae, 1846, σ. 60.
[2] Tota doctrina adversariorum partim est a ratione humana sumpta, partim est doctrina legis, non Evangelii. Apologia III («Ολόκληρη η διδασκαλία των αντιπάλων προέρχεται εν μέρει από τον ανθρώπινο λόγο και εν μέρει αποτελεί διδασκαλία του Νόμου, όχι του Ευαγγελίου». Απολογία III.)(166). Hase, 119. Πρβλ. Zwinglii Artic. V. Έκδ. Niemeyer, Collectio Confessionum in ecclesiis reformatis publicatarum. Lipsiae, 1840, σ. 5. Αυτή την έκδοση χρησιμοποιούμε για όλα τα συμβολικά βιβλία της Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας.
[3] Apol. III (144). Hase, 113: «Opera incurrunt hominibus in oculos. Haec naturaliter miratur humana ratio, et quia tantum opera cernit, fidem non intelligit neque considerat, ideo somniat haec opera mereri remissionem peccatorum et justificare.»
«Τα έργα πέφτουν αμέσως στην αντίληψη των ανθρώπων. Ο ανθρώπινος λόγος τα θαυμάζει εκ φύσεως· και επειδή βλέπει μόνο τα έργα, ενώ δεν κατανοεί ούτε λαμβάνει υπόψη την πίστη, φαντάζεται ότι τα έργα αυτά αξίζουν την άφεση των αμαρτιών και δικαιώνουν τον άνθρωπο».
[4] Apol. III (167). Hase, 120.
[5] Οι πρώτοι μεταρρυθμιστές, όπως είναι γνωστό, άκουγαν με μεγάλη προσοχή τη φωνή ορισμένων Πατέρων της Εκκλησίας και ιδίως του Αυγουστίνου, τα λόγια του οποίου παρατίθενται επανειλημμένα ακόμη και στα ίδια τα συμβολικά βιβλία των Προτεσταντών. Για παράδειγμα, Zwing. Expositio fidei XI, 103. Niemeyer, 58.
[6] «Εάν ο Αριστοτέλης δεν είχε σάρκα και αίμα, δεν θα δίσταζα καθόλου να τον θεωρήσω ενσαρκωμένο διάβολο». Δείγμα της ευγλωττίας του Λουθήρου όταν αναφέρεται στον Αριστοτέλη. Στον Schenkel, Das Wesen des Protestantismus. 2η έκδ., Schaffhausen, 1862, σ. 34.
[7] Conf. Augsb. I, 20. Hase, 17.
Συνεχίζεται
[2] Tota doctrina adversariorum partim est a ratione humana sumpta, partim est doctrina legis, non Evangelii. Apologia III («Ολόκληρη η διδασκαλία των αντιπάλων προέρχεται εν μέρει από τον ανθρώπινο λόγο και εν μέρει αποτελεί διδασκαλία του Νόμου, όχι του Ευαγγελίου». Απολογία III.)(166). Hase, 119. Πρβλ. Zwinglii Artic. V. Έκδ. Niemeyer, Collectio Confessionum in ecclesiis reformatis publicatarum. Lipsiae, 1840, σ. 5. Αυτή την έκδοση χρησιμοποιούμε για όλα τα συμβολικά βιβλία της Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας.
[3] Apol. III (144). Hase, 113: «Opera incurrunt hominibus in oculos. Haec naturaliter miratur humana ratio, et quia tantum opera cernit, fidem non intelligit neque considerat, ideo somniat haec opera mereri remissionem peccatorum et justificare.»
«Τα έργα πέφτουν αμέσως στην αντίληψη των ανθρώπων. Ο ανθρώπινος λόγος τα θαυμάζει εκ φύσεως· και επειδή βλέπει μόνο τα έργα, ενώ δεν κατανοεί ούτε λαμβάνει υπόψη την πίστη, φαντάζεται ότι τα έργα αυτά αξίζουν την άφεση των αμαρτιών και δικαιώνουν τον άνθρωπο».
[4] Apol. III (167). Hase, 120.
[5] Οι πρώτοι μεταρρυθμιστές, όπως είναι γνωστό, άκουγαν με μεγάλη προσοχή τη φωνή ορισμένων Πατέρων της Εκκλησίας και ιδίως του Αυγουστίνου, τα λόγια του οποίου παρατίθενται επανειλημμένα ακόμη και στα ίδια τα συμβολικά βιβλία των Προτεσταντών. Για παράδειγμα, Zwing. Expositio fidei XI, 103. Niemeyer, 58.
[6] «Εάν ο Αριστοτέλης δεν είχε σάρκα και αίμα, δεν θα δίσταζα καθόλου να τον θεωρήσω ενσαρκωμένο διάβολο». Δείγμα της ευγλωττίας του Λουθήρου όταν αναφέρεται στον Αριστοτέλη. Στον Schenkel, Das Wesen des Protestantismus. 2η έκδ., Schaffhausen, 1862, σ. 34.
[7] Conf. Augsb. I, 20. Hase, 17.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου