Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 4 ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Συνέχεια από Σάββατο 22. Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 4

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

Α΄ ΠΑΙΔΙΚΑ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

ΑΦΙΞΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (συνέχεια)

Ο αδελφός Συμεών ήταν υπομονετικός, άκακος και υπάκουος. Στη Μονή τον αγαπούσαν και τον επαινούσαν για την επιμέλειά του στην εργασία και για τον καλό του χαρακτήρα, και αυτό του άρεσε. Τότε άρχισαν να εμφανίζονται λογισμοί κενοδοξίας: «Ζεις άγια· μετανόησες, οι αμαρτίες σου συγχωρήθηκαν, προσεύχεσαι αδιάλειπτα, εκπληρώνεις καλά την υπακοή σου».

Από την πολλή και θερμή προσευχή η ψυχή του κατά καιρούς γευόταν ανάπαυση. Τότε οι λογισμοί τού έλεγαν: «Εσύ προσεύχεσαι και ίσως σωθείς. Αλλά αν στον παράδεισο δεν βρεις ούτε τον πατέρα σου ούτε τη μητέρα σου ούτε εκείνους που αγαπάς, τότε ούτε εκεί θα έχεις καμιά χαρά».

Ο νους του δοκίμου ταλαντευόταν από αυτές τις σκέψεις και η αγωνία εισχωρούσε στην καρδιά του. Επειδή όμως ήταν άπειρος, δεν καταλάβαινε τι ακριβώς του συνέβαινε.

Κάποια νύχτα το κελλί του γέμισε από ένα ασυνήθιστο φως, το οποίο διαπέρασε ακόμη και το σώμα του, τόσο ώστε είδε τα εσωτερικά του θώρακά του. Ο λογισμός τού έλεγε: «Δέξου το, είναι η χάρη». Η ψυχή όμως του δοκίμου ταράχθηκε και έμεινε σε μεγάλη απορία. Η προσευχή εξακολουθούσε και ύστερα από αυτό να ενεργείται μέσα του, αλλά το πνεύμα της συντριβής απομακρύνθηκε τόσο πολύ, ώστε την ώρα της προσευχής τού ήρθε γέλιο. Χτύπησε δυνατά το μέτωπό του με τη γροθιά του. Το γέλιο σταμάτησε, αλλά το πνεύμα της μετάνοιας δεν επέστρεψε και η προσευχή του συνεχίστηκε χωρίς κατάνυξη. Τότε κατάλαβε ότι του είχε συμβεί κάτι ανάρμοστο.

Ύστερα από αυτή τη θέα του παράξενου φωτός άρχισαν να εμφανίζονται σε αυτόν δαίμονες και εκείνος, επειδή ήταν αφελής, συνομιλούσε μαζί τους «σαν με ανθρώπους». Οι επιθέσεις βαθμιαία δυνάμωναν· άλλοτε του έλεγαν: «Τώρα είσαι άγιος», και άλλοτε: «Δεν θα σωθείς». Ο αδελφός Συμεών ρώτησε κάποτε έναν δαίμονα: «Γιατί αντιφάσκετε, λέγοντας άλλοτε ότι είμαι άγιος και άλλοτε ότι δεν θα σωθώ;» Και ο δαίμονας απάντησε ειρωνικά: «Εμείς ποτέ δεν λέμε την αλήθεια».

Η εναλλαγή των δαιμονικών υποβολών, οι οποίες άλλοτε τον ανέβαζαν στους «ουρανούς» με την υπερηφάνεια και άλλοτε τον κατακρήμνιζαν στην άβυσσο της αιώνιας απώλειας, βασάνιζε την ψυχή του νεαρού δοκίμου και τον έριχνε στην απόγνωση. Εκείνος προσευχόταν με υπέρτατη ένταση. Κοιμόταν λίγο και κατά διαστήματα. Από τη φύση του δυνατός, πραγματικός γίγαντας, δεν ξάπλωνε σε κρεβάτι, αλλά περνούσε ολόκληρη τη νύχτα στην προσευχή, όρθιος ή καθισμένος σε ένα σκαμνί. Όταν εξαντλούνταν εντελώς από την κούραση, κοιμόταν καθισμένος για δεκαπέντε ή είκοσι λεπτά και ύστερα σηκωνόταν πάλι για προσευχή. Αυτό επαναλαμβανόταν πολλές φορές. Συνολικά κοιμόταν περίπου δύο ώρες το εικοσιτετράωρο.

Το πρώτο του διακόνημα ήταν στον Μύλο. Εκείνη την εποχή, κατά την ακμή του ρωσικού μοναχισμού στον Άθω, η Μονή του Αγίου Παντελεήμονα είχε επεκταθεί και είχε γίνει σαν μια πόλη μέσα στην έρημο. Ο αριθμός των αδελφών είχε φτάσει σχεδόν τις δύο χιλιάδες, ενώ επισκέπτες και προσκυνητές έρχονταν από τη Ρωσία κατά εκατοντάδες και συχνά έμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στους μεγάλους ξενώνες της Μονής. Έτσι, η εργασία στον Μύλο ήταν πολλή. Και όμως ο αδελφός Συμεών, παρά τον ελάχιστο ύπνο, παρά την αυστηρή εγκράτεια στην τροφή, παρά την αδιάλειπτη φλογερή προσευχή, παρά το παρατεταμένο και βαθύ πένθος, που κατά καιρούς έφτανε μέχρι την απελπισία, εκτελούσε με ακρίβεια τη βαριά και κοπιαστική εργασία του, μεταφέροντας κατά τη διάρκεια της ημέρας πολλούς μεγάλους σάκους με αλεύρι.

Περνούσαν μήνες και μήνες και το μαρτύριο από τις δαιμονικές προσβολές γινόταν ολοένα πιο καταθλιπτικό. Οι ψυχικές δυνάμεις του νεαρού υποτακτικού λύγιζαν και το θάρρος του εξαφανιζόταν. Ο φόβος της απώλειας και η απόγνωση μεγάλωναν. Η φρίκη της απελπισίας κυρίευε όλο και περισσότερο ολόκληρη την ύπαρξή του. Όποιος έχει ζήσει κάτι παρόμοιο γνωρίζει ότι καμιά ανθρώπινη ανδρεία και καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να αντέξει σε τέτοιον πνευματικό αγώνα.

Λύγισε και ο αδελφός Συμεών. Έφτασε μέχρι την έσχατη απόγνωση και κάποια ημέρα, πριν από τον εσπερινό, καθισμένος στο κελλί του, σκέφτηκε: «Είναι αδύνατο να εξευμενίσω τον Θεό!» Με αυτόν τον λογισμό αισθάνθηκε πλήρη εγκατάλειψη και η ψυχή του, για περίπου μία ώρα, βυθίστηκε σε σκοτάδι απερίγραπτης αγωνίας.

Όταν πήγε για τον εσπερινό στον ναό του Αγίου Προφήτη Ηλία, που βρίσκεται κοντά στον Μύλο, στα δεξιά της Ωραίας Πύλης, στη θέση της εικόνας του Σωτήρα, είδε τον ζωντανό Χριστό. «Ο Κύριος με ακατάληπτο τρόπο» εμφανίστηκε στον νεαρό δόκιμο, και ολόκληρη η ύπαρξή του, ακόμη και το ίδιο του το σώμα, γέμισε από το πυρ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, από εκείνο το πυρ που ο Κύριος έφερε στη γη με την έλευσή Του (βλ. Λουκ. ιβ΄ 49). Από το όραμα αυτό ο Συμεών περιήλθε σε εξάντληση και ο Κύριος έγινε άφαντος από αυτόν.

Είναι αδύνατο να περιγράψουμε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκείνη την ώρα. Γνωρίζουμε από το στόμα και από τα γραπτά του μακαρίου Γέροντα ότι τότε τον περιέλαμψε το μεγάλο Θείο Φως· ότι εξήλθε από αυτόν τον κόσμο και ανέβηκε εν πνεύματι στον ουρανό, όπου άκουσε άρρητα ρήματα· ότι εκείνη τη στιγμή έλαβε μια νέα γέννηση άνωθεν (βλ. Ἰωάν. α΄ 13, γ΄ 3). Το γαλήνιο βλέμμα του Χριστού, που συγχωρεί τα πάντα, που αγαπά απείρως και είναι γεμάτος ανέκφραστη χαρά, έλκυσε ολόκληρο τον άνθρωπο· και όταν ο Χριστός έγινε άφαντος, η ψυχή του, από τη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού, αρπάχθηκε στη θεωρία της Θεότητας, πέρα από τις μορφές του κόσμου.

Είναι πράγματι θαυμαστό ότι, κατά την εμφάνιση του Κυρίου, ο δόκιμος Συμεών, άνθρωπος απλός και άδολος, «αναγνώρισε αμέσως» τόσο τον Χριστό που του εμφανίστηκε όσο και το Άγιο Πνεύμα που ενεργούσε μέσα του. Στα γραπτά του επαναλαμβάνει αδιάκοπα ότι γνώρισε τον Κύριο διά του Αγίου Πνεύματος, ότι είδε τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι. Βεβαίωνε επίσης ότι, όταν ο Κύριος εμφανίζεται στην ψυχή, εκείνη δεν μπορεί παρά να Τον αναγνωρίσει ως Δημιουργό και Θεό της.

Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι τόσο οι φλόγες και τα βάσανα του άδη που προηγήθηκαν της εμφάνισης του Χριστού στον δόκιμο Συμεών όσο και το Θείο Φως που τον περιέλαμψε είναι για τους περισσότερους πράγματα άγνωστα και ακατανόητα. Ό,τι βλέπει και ό,τι διακρίνει ο πνευματικός άνθρωπος, ολόκληρη η εμπειρία του, μπορεί συχνά να φαίνεται στον μη πνευματικό άνθρωπο ως μωρία, ως καρπός ψυχοπαθολογικής κατάστασης. Επειδή στερείται την εμπειρία της πραγματικότητας του πνευματικού κόσμου, αρνείται εκείνο που αγνοεί.

Δυνάμει, κάθε άνθρωπος είναι καλεσμένος στο πλήρωμα της πνευματικής ζωής· όμως η συνεχής στροφή της θέλησης προς τον υλικό κόσμο, προς τις σαρκικές και ψυχικές απολαύσεις, οδηγεί στην άμβλυνση και την ατροφία της πνευματικής αντίληψης. Στην καθημερινή ζωή θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με εκείνον που, έχοντας ραδιόφωνο, συλλαμβάνει τα κύματα που γεμίζουν την ατμόσφαιρα, ενώ εκείνος που δεν έχει ραδιόφωνο δεν υποψιάζεται καθόλου την παρουσία τους.

Παράδοξη και ακατάληπτη είναι η πνευματική ζωή του χριστιανού ασκητή. Μέσα στο σύμπλεγμα των εκπληκτικών αντιφάσεών της διακρίνουμε, από τη μία πλευρά, δαιμονικές προσβολές, εγκατάλειψη από τον Θεό, σκοτάδι θανάτου και βάσανα κολάσεως, και από την άλλη, θεοφάνεια και το φως του άναρχου Είναι.

Και είναι αδύνατο να εκφραστεί αυτό με λόγια.


Κάθε άνθρωπος είναι ένα μοναδικό και ιδιαίτερο φαινόμενο. Η πορεία κάθε ασκητή είναι επίσης ιδιαίτερη και ανεπανάληπτη. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι, επιδιώκοντας τη σαφήνεια, εισάγουν και στην περίπτωση αυτή κάποια ταξινόμηση.

Κατά τους αιώνες που πέρασαν στην ιστορία του Χριστιανισμού, η πείρα των Πατέρων της Εκκλησίας διέκρινε τρία είδη ή τύπους της πορείας της εν Χριστώ πνευματικής ζωής.


Στο πρώτο είδος ανήκει η πλειονότητα των ανθρώπων. Αυτοί ελκύονται προς την πίστη μέσω μιας μικρής χάρης και περνούν τη ζωή τους με έναν μέτριο αγώνα για την τήρηση των εντολών.

Μόνο προς το τέλος της ζωής τους, εξαιτίας των παθημάτων, γίνονται δεκτικοί μεγαλύτερης χάριτος. Μερικοί όμως από αυτούς αγωνίζονται εντονότερα και, πριν από το τέλος της ζωής τους, λαμβάνουν μεγάλη χάρη. Αυτό συμβαίνει σε πολλούς μοναχούς.

Το δεύτερο είδος αποτελείται από εκείνους που στην αρχή ελκύονται με σχετικά μέτρια χάρη, αλλά ασκούνται με προθυμία στην προσευχή και στον αγώνα εναντίον των παθών. Και μέσα σε αυτή την οδυνηρή άσκηση αξιώνονται, στο μέσο περίπου της πορείας τους, μεγαλύτερης χάριτος· και, ζώντας το υπόλοιπο της ζωής τους σε ακόμη εντονότερο αγώνα, φτάνουν σε υψηλά μέτρα τελειότητας.

Το τρίτο και σπανιότερο είδος είναι όταν ο άνθρωπος, από την αρχή της ασκητικής ζωής, λαμβάνει, εξαιτίας του θερμού ζήλου του ή, ορθότερα, σύμφωνα με την πρόγνωση του Θεού, τη μεγάλη χάρη των τελείων.

Αυτό το τελευταίο είδος δεν είναι μόνο το πιο σπάνιο αλλά και το πιο δύσκολο, γιατί κανείς —από όσο μπορούμε να κρίνουμε από τους βίους και τα έργα των Αγίων Πατέρων, από την προφορική παράδοση των ασκητών των τελευταίων αιώνων και από την πείρα των συγχρόνων— δεν μπορεί να διατηρήσει το πλήρωμα του δώρου της θείας αγάπης που του δόθηκε. Ύστερα, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, θα ζήσει την άρση της χάριτος και την εγκατάλειψη από τον Θεό. Αντικειμενικά, αυτό δεν είναι πλήρης αφαίρεση της χάριτος· υποκειμενικά όμως η ψυχή βιώνει ακόμη και αυτή τη μείωση της ενέργειας της χάριτος ως εγκατάλειψη από τον Θεό.

Αυτό το τελευταίο γένος ασκητών υποφέρει περισσότερο από όλους πάνω στη γη, γιατί, μετά τη γεύση της χάριτος και μετά τη θεωρία του Θείου Φωτός, το σκοτάδι της θεοεγκατάλειψης και η ταραχή των παθών βιώνονται ασύγκριτα βαθύτερα και οδυνηρότερα εξαιτίας της έντονης αντίθεσης: αυτοί γνωρίζουν τι έχασαν. Επιπλέον, η εμπειρία της χάριτος, με την ενέργειά της, μεταμορφώνει ολόκληρο τον άνθρωπο και τον καθιστά ασύγκριτα πιο ευαίσθητο σε κάθε πνευματικό φαινόμενο.

Αυτό το τελευταίο γένος υποφέρει περισσότερο από τα άλλα, επειδή η αγάπη του Χριστού μέσα σε αυτόν τον κόσμο υποβάλλεται σε εξαιρετικά βαριά «πύρωσιν πρὸς πειρασμόν» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 12), επειδή η αγάπη του Χριστού μέσα στον κόσμο είναι αναπόφευκτα πάντοτε πάσχουσα (βλ. Πράξ. κς΄ 23).

Ο μακάριος Γέροντας Σιλουανός ανήκε σε αυτό το τελευταίο γένος, και έτσι εξηγούνται και τα λόγια του: «Εσείς δεν μπορείτε να καταλάβετε τη θλίψη μου», ή «όποιος δεν γνώρισε τον Κύριο, δεν μπορεί να Τον ζητά με θρήνο».

Όταν περιγράφει την απαρηγόρητη λύπη και τον θρήνο του Αδάμ μετά την έξωσή του από τον παράδεισο, στην πραγματικότητα περιγράφει το πένθος και τη θλίψη της δικής του ψυχής για τη χάρη που έχασε.

Η ασυνήθιστα βαθιά αίσθηση της μετάνοιας του Συμεών θέτει το ερώτημα: Γιατί μερικοί μετανοούν για τις αμαρτίες τους τόσο βαθιά και έντονα, άλλοι λιγότερο έντονα, ενώ άλλοι μάλλον επιφανειακά ή και καθόλου; Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη διαφορά στην ένταση της συνείδησης της αμαρτίας μεταξύ των ανθρώπων;

Το πρόβλημα αυτό είναι εξαιρετικά βαθύ. Εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να διεισδύσουμε πλήρως στο μυστήριο της πνευματικής ζωής του ανθρώπου. Προσιτή σε εμάς είναι η ενδοσκόπηση ή η παρατήρηση ορισμένων φαινομένων της εσωτερικής μας ζωής, όταν αυτή παίρνει τη μορφή ψυχολογικών βιωμάτων. Ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτών των βιωμάτων είναι προσιτά στην παρατήρησή μας· αλλά ακόμη και τότε είναι αδύνατο να προσδιορίσουμε οτιδήποτε με απόλυτο τρόπο, γιατί στη βάση των ψυχικών γεγονότων της χριστιανικής ζωής βρίσκεται η απολύτως ελεύθερη ενέργεια του Θείου Πνεύματος, η οποία υπερβαίνει κάθε προσδιορισμό.

«Τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν Αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος» (Ἰωάν. γ΄ 8).

Δεύτερος παράγοντας, που επίσης διαφεύγει κάθε καθορισμό, είναι το αυτεξούσιο του ανθρώπου.
Αυτά τα δύο, το αυτεξούσιο του ανθρώπου και η ενέργεια της Θείας χάριτος, αποτελούν την εν Χριστώ πνευματική ζωή.


Και η πίστη και η μετάνοιά μας εξαρτώνται, μέχρι ενός απροσδιόριστου βαθμού, από την ελευθερία μας και συγχρόνως αποτελούν δώρο της Θείας χάριτος. Ο Θεός, μέσα στην αγάπη Του, ζητά τον άνθρωπο, για να του δώσει όχι μόνο ζωή, αλλά και «περισσὸν ζωῆς», όπως λέει ο Χριστός (Ἰωάν. ι΄ 10).

Αλλά αυτή η ζωή χαρίζεται στον ελεύθερο άνθρωπο, όχι όμως χωρίς τη συγκατάθεσή του. Έχοντας υπόψη αυτή την κατάσταση, μπορούμε να πούμε ότι και το μέτρο του δώρου του Θεού εξαρτάται από τη συγκατάθεση του ανθρώπου. Τα δώρα του Θεού συνεπάγονται ορισμένη άσκηση. Όταν ο Θεός προβλέπει ότι ο άνθρωπος θα δεχτεί το δώρο Του με τον κατάλληλο τρόπο, τότε το εκχέει «άφθονα».

Θα λέγαμε ότι αιτία του μεγάλου ή μικρού δώρου είναι η απάντηση του ανθρώπου στην ενέργεια της χάριτος, την οποία ο Θεός γνωρίζει εκ των προτέρων. Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι «οὓς προέγνω καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ» (Ρωμ. η΄ 29). Και πάλι: «ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ ἐν ἐμοί... εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι» (Γαλ. α΄ 15-16).

Ο Θεός προγνώρισε ότι ο Συμεών, ο μετέπειτα μοναχός Σιλουανός, «οὐ προσαναθήσεται σαρκὶ καὶ αἵματι», αλλά θα αναλώσει τη ζωή του σε αγώνα αντάξιο της μεγάλης δωρεάς· και γι’ αυτό τον κάλεσε σε αυτή την τόσο ασυνήθιστη ζωή που βλέπουμε σε αυτόν.

Δεν σκεφτόμαστε καθόλου να εξηγήσουμε το μυστήριο του συνδυασμού της δημιουργικής πράξης του Μεγάλου Δημιουργού του κόσμου, του Θεού, με το κτιστό αυτεξούσιο του ανθρώπου. Όμως η επικοινωνία μας με τον Γέροντα, ο οποίος πέρασε τη ζωή του σε εξαιρετικά έντονο αγώνα για την αγάπη, μέσα στην οποία κυρίως εκδηλώνεται η ελευθερία, οδήγησε τη σκέψη μας στην πρόγνωση εκ μέρους του Θεού της ελεύθερης απάντησης του ανθρώπου στην κλήση της αγάπης Του.

Υποθέτουμε ότι η εκλογή για τη μαρτυρία της αγάπης είναι σπάνια, επειδή αυτή συνδέεται αναπόφευκτα με την ολοκληρωτική αυτοθυσία.

Μας ερχόταν η σκέψη ότι, στο πρόσωπο του Γέροντα Σιλουανού, η πρόνοια του Θεού προσφέρει στον κόσμο ένα νέο υπόδειγμα και μια νέα μαρτυρία για την άμετρη αγάπη Του, ώστε και μέσω του Σιλουανού να ορθωθούν οι άνθρωποι που έχουν παραλύσει από την απόγνωση, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ᾽ Αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Α΄ Τιμ. α΄ 16).

Οι εντολές του Χριστού για τον Γέροντα Σιλουανό δεν ήταν ένας ηθικός κανόνας. Δεν κατέβαζε τον Χριστιανισμό στο επίπεδο ενός ηθικού συστήματος, όπως κάνουν οι εκπρόσωποι του ανθρωπιστικού πολιτισμού που στερούνται αυθεντικής πνευματικής εμπειρίας και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η θρησκεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά κάποια «αναχαιτιστική αρχή» για τους αμαθείς, άχρηστη «γι’ αυτούς». Όχι! Ο Γέροντας αντιλαμβανόταν τον λόγο του Χριστού όπως ο Απόστολος Πέτρος, ως «ρήματα ζωῆς αἰωνίου», ως πνεύμα και ζωή, σύμφωνα με τον λόγο του ίδιου του Κυρίου: «Τὰ ρήματα ἃ Ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμα ἐστι καὶ ζωή ἐστιν» (Ἰωάν. ς΄ 63).

Ο λόγος του Χριστού για τον Σιλουανό ήταν το Ζωοποιό Πνεύμα, η ίδια η αιώνια ζωή, ο Θεός στην ενέργειά Του.

Η πίστη του, αναγεννημένη από αλλεπάλληλες επισκέψεις της χάριτος, πήρε τον χαρακτήρα βαθιάς εμπειρίας. Πίστευε ότι ο Θεός θα κρίνει τον κόσμο, ότι εκείνοι που έζησαν μέσα στις αμαρτίες και δεν μετανόησαν θα πάνε στην αιώνια βάσανο, ενώ όσοι εργάστηκαν το αγαθό, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού, θα κληρονομήσουν την αιώνια Βασιλεία των Ουρανών. Σύμφωνα με την ορθή παρατήρηση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, «τὸν φόβον τίκτει ἡ εἰς Θεὸν πίστις» (Περὶ ἀγάπης Ι, Β), και όχι ο φόβος την πίστη. Η φλογερή πίστη του Συμεών γέννησε στην ψυχή του τον μεγάλο φόβο της καταδίκης για τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες που του καταμαρτυρούσε η συνείδησή του.

Και πάλι όμως δεν μπορούμε παρά να εκπλησσόμαστε από την τόσο βαθιά συναίσθηση της αμαρτίας που είχε ο Συμεών. Αναμφίβολα ήταν δώρο της χάριτος.

Τι είναι η αμαρτία από χριστιανική άποψη;

Η αμαρτία είναι πρωτίστως φαινόμενο πνευματικό, μεταφυσικό. Οι ρίζες της βρίσκονται στο μυστικό βάθος της πνευματικής φύσης του ανθρώπου. Η ουσία της αμαρτίας δεν συνίσταται στην κατάλυση ηθικών αρχών, αλλά στην αποστασία από την αιώνια Θεία ζωή, για την οποία δημιουργήθηκε ο άνθρωπος και στην οποία φυσικά —δηλαδή από την ίδια του τη φύση— κλήθηκε.

Η αμαρτία διαπράττεται πρώτα απ’ όλα στο μυστικό βάθος του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά τα οψώνιά της πλήττουν ολόκληρο τον άνθρωπο. Όταν συντελεστεί, αντανακλάται στην ψυχική και σωματική κατάσταση του ανθρώπου, στην εξωτερική του εμφάνιση, στην πορεία της ζωής του ανθρώπου που αμάρτησε· ξεπερνά αναπόφευκτα τα όρια της ατομικής του ζωής και επιβαρύνει με το κακό τη ζωή ολόκληρης της ανθρωπότητας, και συνεπώς αντανακλάται και στην πορεία ολόκληρου του κόσμου.

Δεν είχε συνέπειες κοσμικής σημασίας μόνο το αμάρτημα του Προπάτορα Αδάμ. Κάθε αμάρτημα, φανερό ή κρυφό, του καθενός από εμάς, επηρεάζει την πορεία ολόκληρου του κόσμου.

Ο σαρκικός άνθρωπος, όταν διαπράττει την αμαρτία, δεν αισθάνεται μέσα του τις συνέπειές της όπως τις αισθάνεται ο πνευματικός άνθρωπος. Ο σαρκικός, επειδή δεν έχει ακόμη εμπειρία της αιώνιας ζωής του Πνεύματος, δεν αντιλαμβάνεται την αλλαγή της κατάστασής του μετά τη διάπραξη της αμαρτίας, γιατί παραμένει πάντοτε σε κατάσταση πνευματικού θανάτου. Αντίθετα, ο πνευματικός άνθρωπος, σε κάθε κλίση της θέλησής του προς την αμαρτία, βλέπει μέσα του την αλλαγή της κατάστασής του εξαιτίας της υποχώρησης της χάριτος.

Στον Γέροντα Σιλουανό μας εντυπωσίαζε η εξαιρετική ευαισθησία και η πνευματική διαίσθηση. Και πριν εμφανιστεί σε αυτόν ο Κύριος, ακόμη δε περισσότερο μετά την εμφάνισή Του, σε ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή του, βίωνε την αμαρτία εξαιρετικά βαθιά και έντονα. Η καρδιά του αισθανόταν αφόρητο πόνο από την αμαρτία, και γι’ αυτό η μετάνοιά του ήταν ακατάσχετη και επίμονη, με κλάμα, μέχρις ότου η ψυχή αισθανθεί την άφεση από τον Θεό. Αυτό μπορεί να φανεί σε πολλούς παράδοξο και σε άλλους υπερβολικό· όμως το παράδειγμα του Γέροντα δεν είναι για όλους.

Όταν μετανοούσε για την αμαρτία, δεν ζητούσε μόνο συγχώρηση, η οποία δίνεται εύκολα από τον Θεό ακόμη και με έναν μόνο στεναγμό μεταμέλειας. Ζητούσε πλήρη άφεση, ώστε η χάρη να επιστρέψει αισθητά στην ψυχή. Ζητούσε από τον Θεό τη δύναμη να μην επαναλάβει ποτέ, αν ήταν δυνατόν, το αμάρτημα. Προσευχόταν να τον λυτρώσει από τον «νόμον τῆς ἁμαρτίας» που ενεργεί μέσα μας (Ρωμ. ζ΄ 23).

Τις συνέπειες της αμαρτίας —την απώλεια της χάριτος— τις βίωνε με τόσο μεγάλη οδύνη, ώστε φοβόταν την επανάληψη οποιουδήποτε παρόμοιου πράγματος. Για εκείνον το φοβερότερο απ’ όλα ήταν η στέρηση της αγάπης του Θεού και της εν Χριστώ ειρήνης. Η συνείδηση ότι είχε προσβάλει τον Θεό, έναν τέτοιο Θεό, πράο και ταπεινό, ήταν γι’ αυτόν αφόρητη κόλαση. Αισθανόταν τη βαθύτερη οδύνη της συνείδησης ότι είχε αμαρτήσει εναντίον της αγίας αγάπης του Χριστού. Όποιος έχει αμαρτήσει εναντίον της αγάπης στο ανθρώπινο επίπεδο, αυτός γνωρίζει πόσο φοβερή είναι αυτή η βάσανος. Και όμως όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο των ψυχικών σχέσεων δεν είναι παρά μια αμυδρή σκιά των πνευματικών σχέσεων με τον Θεό.

Έτσι λοιπόν ο Θεός προγνώρισε προαιώνια τον Συμεών-Σιλουανό και, με τρόπο ακατάληπτο για εμάς, του έδωσε να γνωρίσει την ουσία της αμαρτίας με τέτοια δύναμη, ώστε πράγματι έζησε την κόλαση του άδη και κραύγαζε από «ᾅδου κατωτάτου», μέχρις ότου συγκατέβη ο Κύριος και, εμφανιζόμενος σε αυτόν, του έδωσε να γνωρίσει, πριν ακόμη γευθεί θάνατο, την ανάσταση της ψυχής και να δει «τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ Βασιλείᾳ Αὐτοῦ» (Ματθ. ις΄ 28).

Β’ Μοναστικοί Αγώνες

Δεν υπάρχουν σχόλια: