Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Συμεών Κραγιόπουλος - Αμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Συμεών Κραγιόπουλος - Αμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(25)

Συνέχεια από: Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ5

Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα

Πολλάκις ἐπίσης μᾶς ζητοῦν νὰ κάμωμεν κάτι δι' ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἀκατανίκητον τάσιν «νά βλασφημήσουν τὸν Θεόν» ή να σκεφθούν «ἀκάθαρτα» ἡ ἱερόσυλα πράγματα.
Σε ὁρισμένους ἐμφανίζεται μια τάση να βλασφημήσουν τον Θεό ἢ νὰ σκεφθοῦν ἀκάθαρτα καὶ ἱερό συλα πράγματα. Καὶ αὐτὸ ἔρχεται ὡς κάτι τὸ ἀκατανίκητο, στὸ ὁποῖο δὲν μποροῦν νὰ ἀντισταθοῦν.

Οὗτοι θεωροῦν ἑαυτούς διεστραμμένους εἰς τὸ ἔπακρον, ἀφοῦ τόσον σκοτειναί ἰδέαι καὶ εἰκόνες κατώρθωσαν νὰ ἐγκατασταθούν μονίμως εἰς τὸν νουν των

Λέει δηλαδή ἕνας τέτοιος ἀσθενής: «Πῶς εἶναι δυνατόν ἐγώ νὰ σωθῶ, ἀφοῦ ἔρχονται στο μυαλό μου τέτοια πράγματα; Ὑπάρχει χειρότερος ἄνθρωπος ἀπό μένα, ἀφοῦ ἔρχονται στο μυαλό μου τέτοια πράγματα; Είναι δυνατό να με συγχωρήσει ποτέ ὁ Θεός; Καὶ εἶναι δυνατόν ἐγώ να σωθώ;» Έτσι σκέφτεται, καθώς μάλιστα προσπαθεῖ νὰ τὰ διώξει, καὶ αὐτά δέν φεύγουν. Καί ὅσο πιο πολύ τα σκέφτεται, τόσο δὲν μπορεῖ νὰ τὰ διώξει. Δέν μπορεῖ, διότι αὐτά ὀφείλονται σε νευρωτικές ἤ σε ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις· πάντως εἶναι ἐκδηλώσεις ἀσθένειας.

Πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὅτι ἡ κατάστασίς των αὐτή δὲν τοὺς καθιστὰ ἁμαρτωλούς. Ἐὰν ἡμποροῦσαν, θὰ ἐξηφάνιζαν διά παντός τὰς σκέψεις αὐτὰς ἀπὸ τὸν νοῦν των.

Αυτό που λέει εἶναι πολύ ὡραῖο: Ἂν μποροῦσαν, ἂν ἦταν στο χέρι τους, θὰ τὰ ἔδιωχναν, διότι αὐτὰ τοὺς δημιουργούν κόλαση. Δὲν μποροῦν ὅμως. Αὐτό λοιπόν σημαίνει ὅτι ὅλα αὐτά δέν μένουν ἐκεῖ μέσα τους ἐπειδή τα φιλοξενοῦν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ ὅτι προέρχονται ἀπό ἄλλες αἰτίες. Ἄλλο τώρα ὅτι πρέπει κανείς να καθίσει να ψάξει καὶ νὰ βρεῖ τις αἰτίες. Καὶ θὰ τὸ κάνει αὐτό, ἂν ξέρει. Ἀλλὰ ἂν δὲν ξέρεις.

Αἱ σκέψεις αὐταῖ εἶναι συμπτώματα νευρωτικής ἀσθενείας.

Πολλάκις θα παρουσιασθούν ἄνθρωποι διὰ νὰ μᾶς ἐξομολογηθοῦν μὲ μεγάλην συντριβήν τὸ ἁμάρτημα τῆς «λαιμαργίας». Προσθέτουν ὅτι αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα νέον φαινόμενον εἰς τὴν ζωήν των, που δὲν ἡμποροῦν νὰ ἐξηγήσουν. Ἴσως νὰ ἔχουν ἀκού σει περί τῆς λαιμαργίας ὡς μιᾶς τῶν ἑπτὰ «θανασίμων» ἁμαρτημάτων. Εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι πολλάκις σύμπτωμα ἀγχώδους νευρώσεως.

Ἐμφανίζει κάποιος μια νεύρωση, ἡ ὁποία μαζί με τὰ ἄλλα συμπτώματα ἔχει καὶ τὴ λαιμαργία. Ε, λοιπόν, ἄν, τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ δικοί του, δὲν ξέρουν ἀπό αὐτά, ἀλίμονό του!

Μιά ἀσυνήθης περίπτωση

Θα περιγράψωμεν ἐν συντομίᾳ μίαν ἀσυνήθη περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἀναδεικνύει ἔτι μᾶλλον τὴν διαφοράν που θέλομεν να τονίσωμεν μεταξύ τῶν καθαυτὸ ἁμαρτιῶν καὶ τῶν συμπτωμάτων ἠθικῆς ἀσθενείας.
Περισσότερον ἀπὸ εἴκοσιν ἔτη κάποια κυρία ἐτραυμάτιζεν, ἐνίοτε σοβαρῶς, τὸν ἑαυτόν της. Κάποτε-κάποτε μάλιστα ἔπιπτε πρηνής καὶ ἔτοποθέτει βαριά τουβλα ἐπὶ τοῦ στομάχου.
Αὐτοτραυματιζόταν δηλαδή, τυραννούσε τὸν εαυτό της.
Συχνότερον ὅμως ἔκαμνεν ἐγκοπὰς εἰς τὰ πό δια καὶ τὰ χέρια, ἡ ἔξτε το δέρμα της μὲ ἕνα σκληρὸν ἐργαλεῖον. Καθ' ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη ὑπέφερεν ἀπὸ ἄγχος ἐνοχῆς καὶ ἀπογνώσεως. Περιγράφει ἡ ἰδία τὴν μεγάλην ἀνακούφισιν ποὺ ἐδοκίμασεν, ὅταν ὁ πρώτος ἰατρὸς ποὺ κατενόησε την περίπτωσιν τῆς εἶπε «Δὲν σε κατακρίνω».
Αὐτὴ πῆγε ἐκεῖ καὶ ποιός ξέρει τί θα περίμενε νὰ τῆς πεὶ ὁ γιατρός. Ὁ γιατρός ὅμως κατάλαβε ὅτι ἀπό κάποια βαθύτερη ἀνωμαλία προέρχεται αὐτὸ καὶ δὲν την κατέκρινε.

Την συνεβούλευσε να καταφύγῃ εἰς ἕνα ψυχίατρον διά θεραπείαν. Καὶ ἐθεραπεύθη πλήρως. Εἰς την ἀκόλουθον βραχείαν ἔκθεσιν περιγράφει ἡ ἰδία τι ἀκριβῶς συνέβη:
«Όταν ὁ ψυχίατρος μοῦ ὡμίλησε περί τοῦ σεξουαλικού παράγοντος καί ἀνέμενε τὴν ἀπάντησίν μου, ησθάνθην ὡσὰν νὰ μοῦ ἔβγαζαν το δόντι μέ ἕνα σφυρί. Ἐπάγωσα καὶ εἰς τὸ ἄκουσμα μόνον αὐτῶν τῶν λέξεων».
Κάτι, φαίνεται, είχε συμβεί στα παιδικά της χρόνια, καὶ τὸ εἶχε ξεχάσει τόσο πολύ, που οὔτε πήγαινε το μυαλό της ὅτι εἶχε συμβεί αὐτό κάποτε. Καὶ ὅταν ὁ εἰδικός γιατρός, μετά από συζήτηση, της έκανε μια σχετική ερώτηση, καθώς ὁ ἴδιος κάτι κατάλαβε, σὰν νὰ ἀνασύρθηκε από μέσα της το όλο περιστατικό, καὶ αὐτό τη συνετάραξε.
«Κατά την ψυχολογικήν όμως θεραπείαν ένας Ισχυρός κλονισμός, που εδοκίμασα μικρή, ήλθεν εἰς τὸν νοῦν μου καὶ μὲ ὅλην τὴν τιμιότητα κατώρθω σα ν' αντιμετωπίσω κάθε λεπτομέρειαν τους

Εἶχε ὑποστεῖ ἕναν κλονισμό κατά τὴν παιδική ἡλικία, που είχε σχέση με το σεξ, χωρίς ίσως το παιδί να φταίει καὶ χωρὶς νὰ ἔχει καμιά εὐθύνη γιὰ ὅ,τι συνέβη. Πάντως, το βέβαιο ήταν ὅτι είχε πάθει ἕναν κλονισμό φοβερό. Το περιστατικό ξεχάστηκε ὕστερα, ἀλλὰ αὐτὸ ἀσυνείδητα έκανε τη δουλειά του
«Ἡ ἀνάμνησίς του ἀκόμη καὶ τώρα με τρομάζει τότε οὔτε καν ἡμποροῦσα νὰ ὁμιλήσω περί αὐτοῦ. Καθώς προύχώρει ἡ θεραπεία, ἀντελήφθην πόσον ὁ κλονισμός ἐκεῖνος ἦτο ὑπεύθυνος διὰ τὴν διαταραχήν μου καὶ πῶς πολλαὶ ἄλλαι δυσκολίαι μου συνεδέοντο μετ' αὐτοῦ».

Κατόρθωσε, με τη βοήθεια τοῦ εἰδικού, να καταλάβει πόσο ὁ κλονισμός, που ένιωσε τότε, ήταν ὑπεύθυνος καὶ γιὰ ἄλλες δυσκολίες της ζωής της.

«Οὐδέποτε θὰ ἡμποροῦσα να συνδέσω ὅλα αὐτά χωρίς ψυχολογικήν βοήθεια. Ησθανόμην ἔνοχος διὰ τὸν κλονισμόν ἐκεῖνον καὶ διὰ τὸ γεγονός ὅτι ώφειλα νὰ ἔχω ὁμιλήσει εἰς τοὺς γονεῖς μου περί αὐτοῦ»,
Γι' αὐτὸ ποὺ ἐπαθε, ὅταν ήταν παιδί, ντράπηκε να μιλήσει στοὺς γονεῖς. Ἔτσι, ένιωθε ενοχή για δύο πράγματα: πρώτον γιατί ἀναγκάστηκε να κάνει κάτι καὶ δεύτερον γιατί αὐτὸ τὸ κάτι δὲν τὸ εἶπε στοὺς γονεῖς της. Καί οἱ δύο αὐτὲς ἐνοχές ἀπωθήθηκαν
«Ἐφοβούμην όμως, διότι αὐτὸ ποὺ ἐξηναγκάσθην νὰ πράξω, εἰς τὸ παιδικόν μου μυαλό ήτο μεγάλη ἁμαρτία. Ἐπίσης μοῦ εἶχον εἰπεῖ ὅτι δέρνουν άσχημα όποιον έξομολογείται παρόμοια πράγματα. Τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο μαζί μὲ ὅλους τοὺς συμπαρομαρτούντας φόβους εἶχεν ἐντελῶς λησμονηθή. Τώρα καταλαβαίνω ότι κατά κάποιον τρόπον εἰργάζετο μέσα εἰς τὸ μυαλό μου το συναίσθημα ἐκεῖνο τῆς ἐνοχῆς. Είχα κάποιο ἀόριστον συναίσθημα ὅτι βασανιζομένη, παριστῶσα τὴν μάρτυρα καὶ στερουμένη τῶν συνήθων εὐχαριστήσεων τῆς ζωῆς, ἔκαμνα κάποιαν ἐξιλέωσιν διὰ τὸν κλονισμόν ἐκεῖνον».
Εἶχε ἀπωθηθεῖ ἡ ἐνοχή στο βάθος τῆς ψυχῆς καὶ εἶχε ξεχαστεῖ, ἀλλά συνεχῶς ὅμως ἔνιωθε ἡ γυναίκα αὐτή ἀόριστη ἐνοχή καί προσπαθοῦσε λίγο να ξανασάνει, με το να βασανίζει τον ἑαυτό της: να κόβει τα χέρια της, να βάζει τούβλα πάνω στο στομάχι της κτλ.


«Ο αὐτομωλωπισμός μὲ ἔκανε νὰ αἰσθάνωμαι αὐτὸ ποὺ δύναμαι να περιγράψω ὡς αἴσθημα ἀνακουφίσεως. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀνακούφισις ἐξηγοράζετο πολύ ἀκριβά, ὅταν ταχέως ἐπηκολούθει ἡ τρομερά συναί άθησις ὅτι ἔκανα κάτι κακό αὐτό μὲ ἔκανε νὰ αἰσθάνωμαι νέαν ἔντασιν μέσα μου καὶ νὰ καταβάλλω νέαν προσπάθειαν να κερδίσω τὴν ἀνακούφισιν κατά τον αὐτὸν τρόπον. Ἔτσι ἐζοῦσα εἰς ἕνα φαῦλον κύκλον».
Καθώς ένιωθε πολλὴ καὶ ἀόριστη ἐνοχή, ἄρχισε να τραυματίζει καὶ νὰ πληγώνει τὸν ἑαυτό της, καὶ ἔτσι αἰσθανόταν μια ανακούφιση ἀπό αὐτὴ τὴν ἐνοχή. Σε λίγο όμως, καθώς σκεπτόταν: «Πώ, πώ, τι κακό ἔκανα, που μεταχειρίστηκα ἔτσι τὸν ἑαυτό μου!», προσετίθετο ἄλλη ἐνοχὴ ἀπὸ πάνω.
Καὶ γιὰ νὰ ξεγλιτώσει από τη νέα αὐτή ἐνοχή, ξαν νάρχιζε πάλι να αὐτοτιμωρείται. Ἔτσι, έδημιουρ γεῖτο ἕνας φαύλος κύκλος.
«Προσεπάθησα νὰ ἐνδιαφερθῶ καὶ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ κάθε τι ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔκαμα μὲ κατεδίωκε παντοῦ, καὶ ἐγνώριζα ὅτι μοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ τὸ ἐπαναλάβω».
Μέ κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να ξεφύγει ἀπὸ τὸν αὐτοτραυματισμό, ἀπὸ τὸ να καταβασανίζει τὸν ἑαυτό της. Καί αὐτό, γιὰ τὸν ἀπλούστατο λόγο ὅτι ἔνιωθε μια αόριστη ἐνοχή, ἡ ὁποία προερχόταν ἀπό τήν ἀπωθημένη ἐνοχή που ὑπῆρχε μέσα της, καὶ αὐτὴ τὴν ἔσπρωχνε να κάνει αὐτό τό πράγμα, δηλαδή να αὐτοβασανίζεται. Καί μόνο ὅταν ἐπισκέφθηκε τὸν εἰδικό ἐκεῖνο γιατρό – ὁποῖος τή μεταχειρίστηκε καί τή βοήθησε δεόν-τως– καὶ ἀφοῦ στη συνέχεια μετενόησε, τακτοποι ήθηκε πιά ἡ ἀπωθημένη ενοχή. Ἔτσι, ἀπαλλάχθηκε ἀπό ὅλα καὶ συνῆλθε.

Προσοχή στήν ἐφαρμογή τῶν γενικῶν ἀρχῶν στις ἐπί μέρους περιπτώσεις

Τώρα καταλαβαίνουμε ὅτι ἁμαρτία καὶ ἠθική ἀσθένεια, ἐνῶ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο, δὲν εἶναι. Ἄλλο εἶναι ἁμαρτία καὶ ἄλλο τα συμπτώματα που προέρχονται ἀπό μια ἠθική ἀσθένεια. Βέβαια, χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη προσοχή, για να διακρίνει κανείς αὐτὰ τὰ δύο πράγματα. Ἀλλιῶς, ὑπάρχει κίνδυνος να πιάσει ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἄκρα.

Τὸ ἕνα ἄκρο εἶναι νὰ πάθει κάποιος τὸ ἑξῆς:

Ἐνῶ κάτι, μιὰ ἐκδήλωση, μπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ κάποιο σύμπλεγμα, ἀπό μιά ψυχολογική άκαταστασία, νὰ εἶναι δηλαδή ἀρρώστια, καὶ νὰ μὴν εἶναι αὐτό καθ' ἑαυτό ἁμαρτία, καί ἑπομένως να μὴν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ένοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς νὰ νομίζει ὅτι εἶναι ἔνοχος· καὶ ἔτσι να βασανίζεται και να φθάνει σε ἀπόγνωση καί σε αὐτοκτονία καμιά φορά. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, καθώς ἀκούει κανείς αὐτά πού λέγονται ἐδῶ, μπορεῖ νὰ πιάσει τὸ ἄλλο ἄκρο. Δηλαδή, να το πάρει ἔτσι, ὅτι ὅλες οἱ ἁμαρτίες του προέρχονται ἀπό τέτοιες ἀσθένειες καὶ ἔκτοτε να το «γλεντάει» και να χαίρεται τίς ἁμαρτίες του. Δηλαδή, να ἁμαρτάνει, μέ τή δικαιολογία ὅτι αὐτά πού κάνει εἶναι συμπτώματα ἀσθένειας, ἐκδηλώσεις ἀσθένειας καί ὄχι ἁμαρτία.

Στο σημεῖο αὐτό ἀξίζει να διαβάσουμε κάποιο σχόλιο τοῦ μεταφραστοῦ:

Ἡ διά τήν χριστιανικήν ἠθικήν καί ποιμαντικήν σπουδαιοτάτη διάκρισις μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθενείας διατυποῦται ὀρθῶς ὑπό τοῦ συγγραφέως εἰς τὰ γενικά, ὁ δὲ ὀρθόδοξος ἀναγνώστης οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἴσως ἀντίρρησιν ὡς πρός τούς διδομένους ὀρισμούς. Ἐκεῖ πού ἐμφωλεύουν ὅλοι οἱ κίνδυνοι εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῶν γενικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς ἐπί μέρους περιπτώσεις. Διά τοῦτο καὶ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχήν τοῦ ἀναγνώστου. Όσάκις εἶναι δυνατή ἡ διάκρισις μεταξύ τῶν δύο καταστάσεων, ἀκολουθη τέαι τυγχάνουν αἱ ὑποδείξεις τοῦ συγγραφέως· ὁσά κις ὅμως ἡ διάκρισις εἶναι δύσκολος, τότε όμι λοῦμεν μόνον περί ἁμαρτίας καί περί ἁμαρτωλού, οὐχὶ δὲ περὶ ἠθικῆς ἀσθενείας καὶ ἀσθενοῦς.

Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη προσοχή, καί καλό εἶναι μόνος του κανείς, σε κάτι που κάνει, να μήν ἐπιχειρεῖ νὰ δώσει μια δική του ἑρμηνεία: «Αὐτό δέν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλά προέρχεται ἀπό ἀρρώστια, καὶ ἑπομένως μπορώ να συνεχίσω να το κάνω». Καλό εἶναι νὰ πηγαίνει σε κάποιον εἰδικό καὶ νὰ θέτει ἐπί τάπητος το πρόβλημά του: «Έχω αὐτό, ἔχω ἐκεῖνο, μοῦ συμβαίνει αὐτό, μοῦ συμβαίνει το ἄλλο. Ποιό εἶναι ἁμαρτία, πόσο εἶναι ἁμαρτία, ἀπό ποῦ προέρχεται, καὶ ποιό δέν εἶναι ἁμαρτία» Καί να γίνεται μιὰ ἔρευνα, ὥστε νὰ βρίσκεται ἡ βαθύ τερη αἰτία, γιά να λυτρώνεται ὁ ἄνθρωπος.

Το θέμα εἶναι αὐτό: τελικά ὁ ἄνθρωπος να σωθεῖ. Γι' αὐτό ἦρθε στον κόσμο ὁ Θεός, γι' αὐτό σταυρώθηκε, γι' αὐτὸ ἀπέθανε: για να σώσει τόν ἄνθρωπο καί ὄχι γιὰ νὰ τὸν κατακρίνει. Εχουμε ὑποχρέωση να κάνουμε τὸ πᾶν ὁ καθένας για τον ἑαυτό μας, ὥστε να σωθοῦμε, καὶ ἐπίσης να κάνουμε τὸ πᾶν, για να βοηθήσουμε καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους να σωθοῦν.

25-5-1969

᾿Αντί ἐπιλόγου


Μελετώντας ὁ ἀναγνώστης τίς ὁμιλίες αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, ἴσως ἀρχίσει να προβληματίζεται μήπως κάτι ἀπό ὅλα αὐτά πού λέει ὁ ὁμιλητής ἔχει σχέση καὶ μὲ τὴ δική του ψυχή, καί τοῦ δημιουργηθεῖ εὔλογα τὸ ἐρώτημα: «Τι να κάνω γιὰ νὰ δῶ κατ' ἀρχήν τι συμβαίνει μέσα μου και στη συνέχεια γιὰ νὰ λυτρωθῶ καὶ νὰ θεραπευθῶ;»

Μέσα πάλι ἀπό τὸ ἴδιο το βιβλίο ὁδηγεῖται ἀβίαστα ὁ ἀναγνώστης στο συμπέρασμα ὅτι, για νὰ θεραπευθεί κανείς ἀπό ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶναι καί ἁμαρτία καί ἀρρώστια, χρειάζεται νὰ ἀναθέσει τά τῆς ψυχῆς του σε κάποιο κατάλληλο πρόσωπο. Καί βέβαια γιὰ μᾶς τους χριστιανούς το πρόσωπο αὐτό κατά κανόνα θά εἶναι κάποιος κληρικός με την ἰδιότητα τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Στό σημείο αὐτό εἶναι ἄξια προσοχῆς «ή καταπληκτική διαπίστωσις» τοῦ μεγάλου ψυχολόγου Γιούνγκ: «Σήμερον οἱ ἄνθρωποι ἐπισκέπτονται τὸν ἰατρὸν ἀντί τοῦ ἱερέως». Αὐτό σημαίνει ὅτι θα πρέπει οἱ ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπό ψυχοπαθολογικές καταστάσεις να ζητοῦν πρωτίστως καί κυρίως βοήθεια μέσα στην Εκκλησία. Νὰ ἀναζητήσουν δηλαδή κατάλληλο πνευματικό, στον ὁποῖο πολύ συγκεκριμένα θὰ μαθητεύσουν. Αὐτός θα πρέπει νὰ εἶναι σε θέση να διακρίνει ἐάν μια ψυχή χρειά ζεται καί τή βοήθεια ψυχοθεραπευτοῦ, πέρα ἀπό τη δική του βοήθεια ὡς πνευματικού.

Για το θέμα αὐτό, ἀλλά καί εἰδικότερα για το θέμα τῶν ψυχοπαθολογικών καταστάσεων μέσα στον ἄνθρωπο πού ὀφείλονται σε ἀπωθημένη ένοχή καί τῆς θεραπείας τους, ἑτοιμάζεται ἕνα ἄλλο, κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, βιβλίο –το τέταρτο τῆς σειρᾶς «Ψυχολογικά προβλήματα καί πνευματι κή ζωή» πού ἀποτελεῖται ἀπό ἀπομαγνητοφωνημένες ὁμιλίες τοῦ ἴδιου ὁμιλητή, τοῦ π. Συμεών. Σ' αὐτό θὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης ἀπαντήσεις σε ἐρωτήματα ὅπως αὐτό πού ἀναφέραμε στην ἀρχή, τὰ ὁποῖα κατά κάποιον τρόπο θα γεννηθούν μέσα του ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἀνὰ χεῖρας βιβλίου.

Ἐδῶ μόνο σημειώνουμε ὅτι, ὅπως ἀναφέρεται σε ὁμιλία τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου, «ὁ ἱερέας αὐτός, ὁ πνευματικός αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ παίξει τὸν ρόλο τοῦ θεραπευτοῦ, τὸν ρόλο τοῦ ἱατροῦ τῶν ψυχῶν, χρειάζεται -σύμφωνα μὲ αὐτά που γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σε ἀρκετές ἐπιστολές του, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ὅλους τοὺς χριστιανούς- νὰ εἶναι κατηρτισμένος. Διότι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ -συγχωρεί, θεραπεύει, λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο- ὡς χάρη Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς μιὰ ἐνέργεια διά μέσου ἑνός «μάγου», ὡς μια μαγική ἐνέργεια. Αὐτό σημαίνει ὅτι ναὶ μὲν ἡ χάρη του Θεοῦ θὰ ἐνεργήσει διά μέσου ἑνός προ σώπου, διὰ τοῦ ἱερέως, ἀλλά δέν φθάνει, απλώς ἐπειδὴ ὁ ἄλλος εἶναι ἱερέας, νὰ πᾶμε να τον πλησιάσουμε και να δημιουργήσουμε προσωπική ἐπαφή καί ἐπικοινωνία μὲ αὐτόν, για να θεραπευθοῦμε. Δὲν φθάνει αὐτό. Χρειάζεται ὁ ἱερέας νά εἶναι μιά κατηρτισμένη προσωπικότητα, ὥστε νὰ μπορεῖ νά βοηθήσει τα λογικά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νὰ εἶναι φῶς, νά εἶναι ἅλας, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου. Να μήν ἀρκεῖται ἁπλῶς σε συμβουλές καί ὑποδείξεις, σε ὁρισμένα λόγια καί διδασκαλίες, ἀλλά νά εἶναι σε θέση να ἔρθει σε προσωπική ἐπαφή μέ τόν ἄρρωστο, ὥστε νά μπορεῖ νὰ καταλάβει ἀπό τί πάσχει τό κάθε λογικό πρόβατο, το κάθε πνευματικό του τέκνο, γιά νά βοηθήσει ἔτσι τούς ἀνθρώπους –ἄνθρωπος ὄντας καί αὐτός πού ἔχει νὰ κάνει μέ ἀνθρώπους- να γίνουν δεκτικοί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ».

                                               Τέλος

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(23)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ3

Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα


Ἄλλο ἁμαρτία καί ἄλλο ἠθική ἀσθένεια

Είπαμε την προηγούμενη φορά ὅτι ἡ ἁμαρτία κατά τὴν ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι μια κατάσταση που δημιουργεῖται μέσα στὸν ἄνθρωπο, καθώς αὐτὸς ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό. Καθώς δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἐπαναστατεῖ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτόν, καί αὐτή ἡ ἀπομάκρυνσή του, πού τοῦ στερεῖ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, δημιουργεῖ μέσα του μια τέτοια κατάσταση, που όνομάζεται με μιά λέξη ἁμαρτία. Ἁμαρτία συνεπῶς εἶναι μια κατάσταση, ἕνα φρόνημα πού δημιουργεῖται μέσα στόν ἄνθρωπο, καί ὄχι ἁπλῶς ἡ ἄλφα ἢ ἡ βῆτα συγκεκριμένη πράξη. Καί αὐτά βέβαια εἶναι ἁμαρτία, ἀλλά στην κυριολεξία αὐτά εἶναι ἁπλῶς ἐκδηλώσεις· δέν εἶναι αὐτά μόνο ἡ ἁμαρτία.

Εἶναι τὸ φρόνημα πού γεννᾶ τίς ἁμαρτωλές πράξεις


Μετά ἀπό ὅσα εἴπαμε την περασμένη φορά γιὰ τὴν ἁμαρτία καθίσταται φανερόν πόσον εἶναι ἐξεζητημένη ἡ ἐξαγγελία κρίσεως ἐπὶ ὡρισμένων πλευρών μιᾶς ἀσθενείας, ἐνῶ αὐτή αὕτη είναι ἡ κακών πράξεων Είναι ώσάν να προσβάλλωμεν τα δοθέντα καί οἱ αιτία που τά προεκάλεσαν νά παρα μείνουν άθικτοι. Αἱ ἁμαρτωλαί πράξεις πρέπει βε βαίως να ταξινομούνται κατά κάποιον βαθμόν, διό ἀποτελεσματικῶς τὴν γενομένην ἐπὶ τῆς ψυχῆς ζητείται αλλά ὡς ποιμένες δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν μίαν, χωρίς ν' ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἰς τὰ ἄμεσά των ἀποτελέσματα ἐπὶ τοῦ πνεύματος αἱ ἁμαρτίαι δια-φέρουν εἰς βαρύτητα. Εἶναι ἐν τούτοις το «φρόνη μα» ποὺ γεννᾷ τὰς ἁμαρτωλάς πράξεις, τοῦτο  δέον να τυγχάνῃ τοῦ εἰδικοῦ διαφέροντός μας. Καὶ ἀναφέρει στη συνέχεια μιά συγκεκριμένη περίπτωση:

Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατά τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφημε ρίας μου συνώδευσα κάποτε τόν προϊστάμενον συν-ἀδελφόν μου εἰς τὴν ἐπίσκεψιν ἑνός ἐνορίτου μας ποὺ εἶχεν ἀποστατήσει. Το ἁμάρτημα ἦτο πολύ σο-βαρόν, καί ἐλήφθησαν πειθαρχικά μέτρα. Ὁ ἄνθρω-πος ἀντίκρυσε γυμνήν τήν ἁμαρτίαν του, καί μετά διετάχθη να διακόψῃ κάθε ἐπικοινωνίαν μετά τῆς Ἐκκλησίας.

Πήγε δηλαδή ὁ προϊστάμενος καί ὠμά-ὠμά τοῦ εἶπε: «Ἔκανες αὐτό. Τελείωσε. Δέν μπορεῖς νὰ είσαι πλέον μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποκόπτεσαι».

Οὐδεμία προσπάθεια ἐγένετο διά να κατανοηθῇ ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, αἱ συνθῆκαι ὑφ᾽ ἂς ὡδη-γήθη εἰς τὴν πτῶσιν, τὸ ἰδιάζον «φρόνημα» πού εἶχε κυριαρχήσει εἰς τὴν ζωήν του, κατά τί τοῦτο ἦτο ἐσφαλμένον καὶ διατί. Δὲν ἔγινε προσπάθεια να κατανοηθεῖ ἡ ἱστο ρια τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἰδιάζον, το βαθύτερο φρόνη μα τῆς ὑπάρξεώς του. Ποιό δηλαδή ήταν, τέλος πάντων, αὐτὸ τὸ ἁμαρτωλό φρόνημα, ποὺ τὸν ὁδή γησε σ' αὐτὴ τὴν ἁμαρτία.

Ἴσως, ἐὰν ἡ περίπτωσις εἶχεν ἐξετασθή διεξο δικῶς, ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ ἐκηρύσσετο τόσον ένοχος ὅσον ἐλογίσθη, καὶ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἀσφαλῶς ἔργον τοῦ θεραπευτοῦ τῶν ψυχῶν νὰ προσ-παθῇ νὰ σώζῃ καὶ νὰ ἀποκαθιστᾷ μᾶλλον παρά να συνθλίβῃ χωρίς ἔλεος τὸν πεσόντα. Βέβαια, ὅπου ή ἁμαρτία εἶναι θανάσιμος, η δραστική θεραπεία εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία.

Αὐτό ἔχει σημασία. Να το προσέξουμε. Κάνει κανείς μια ἁμαρτία θανάσιμη. Ὁ ὑπεύθυνος  προϊστάμενος τοῦ ναοῦ, ὁ ἐφημέριος, ὁ δάσκαλος στο σχολείο κτλ.- εἶναι ἀνάγκη να λάβει δραστικά μέτρα.

Αὐτὸ ἀσφαλῶς θὰ εἶχεν ὁ Ἰησοῦς κατά νοῦν, ὅταν ἐπρότεινε την σωτηρίαν τῆς ψυχῆς ἀκόμη καὶ μὲ τὴν θυσίαν τῆς ἐξορύξεως τοῦ δεξιοῦ ὀφθαλμοῦ ἤ τῆς ἀποκοπῆς τῆς δεξιᾶς χειρός.

Τόσο αὐστηρά και τόσο δραστικά πρέπει να ἐνεργήσει κανείς.

Πρέπει ὅμως νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι ἡ σωτηρία καὶ ἡ θεραπεία, ὄχι ἡ καταστροφή, ήτο τὸ μέλημά Του...

Αὐτό εἶναι τὸ θέμα. Τὴν ὥρα ποὺ λαμβάνουμε δραστικά μέτρα, που κατακρίνουμε τὸν ἁμαρτάνον-τα καὶ τον τιμωρούμε, γιατί το κάνουμε; Όταν ὁ ἀπώτερος σκοπός σου είναι να βοηθήσεις τὸν ἄλλο να συνέλθει, να κατα λάβει τι έκανε και να σωθεί ἐν Χριστώ Ιησού, τοτε δὲν μπορεῖς, ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶδες μια ἐκδήλωση, ὅσο βαριά κι ἂν ήταν, νὰ ἐνεργήσεις, τρόπον τινά, μὲ τὸ μαχαίρι νὰ τοῦ πάρεις, ἂς πούμε, το κεφάλι. Ἡ ἀγάπη, ἡ καλοσύνη, τὸ ἐνδιαφέρον σου γιὰ τὴ σωτηρία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε συγ γενής σου είναι εἴτε ὄχι, θὰ σε κάνει νὰ ἐξαντλήσεις κάθε μέσο, κάθε προσπάθεια, κάθε δυνατότητα, ὥστε νὰ δεῖς καλύτερα καί βαθύτερα γιατί κάνει ὅτι κάνει, γιατί ἐνεργεῖ ὅπως ἐνεργεῖ.

...καὶ ὅτι δ᾽ Αὐτὸν οὐδεμία ἁμαρτία ἐθεωρεῖτο «θανάσιμος» ἐν τῇ ἐννοίᾳ καθ᾽ ἦν ἀποκλείεται ἡ δυνατότης τῆς συγγνώμης.

Για τον Χριστό δέν ὑπῆρχε καμία ἁμαρτία, γιὰ τὴν ὁποία νὰ μὴν ὑπῆρχε ἄφεση, συγχώρηση ὅπως συνηθίζουμε να λέμε ἐμεῖς καμιά φορά ὅτι αὐτό εἶναι ἀσυγχώρητο. Ἔκανε ὁ ἄλλος ὅ,τι ἔκανε, ἔστω καὶ μὲ ὅλη τή θέλησή του ἤ καί πολύ προ κλητικά. Ἐμεῖς πρέπει να σκεφθούμε τα πράγματα ἀπὸ τὴν πλευρά τῆς σωτηρίας του.
ή περιοριζώμεθα εἰς τὴν καταγγελίαν ἤ καταδίκην Όπως Ἐκείνος οὕτω καὶ ἡμεῖς δὲν πρέπει ποτέ νά φτάνουμε στήν καταδίκη  τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἡ τῶν πράξεών του, ἀλλά μάλλον νὰ ζητοῦμεν να μεταβάλωμεν το «φρόνημα», ἐκ τοῦ ὁποίου γεννῶνται αἱ ἐσφαλμέναι πράξεις. «Εκ τῆς καρδίας προέρχονται αἱ ἀποφάσεις τῆς ζωῆς». Βέβαια, ή Εκκλησία δεν σκέπτεται τη σωτηρία ενός μόνο μέ-λους άλλά όλων καί ὅταν αὐτός εἶναι ἐπικίνδυνος καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους, τότε τόν ἀποκόπτει, γιά νά μὴ χαθοῦν τὰ ἄλλα μέλη.

Πόσες φορές πάει ἕνας χριστιανός καὶ ἐξομο λογείται τὰ ἴδια καὶ πάλι τὰ ἴδια. Δηλαδή, κόβει τὰ κλαδιά ἀπό ἕνα ἄγριο δένδρο. Τι νόημα έχει αὐτό; Πάλι θα βγοῦν τὰ κλαδιά αὐτά. Τὰ ἔκοψες φέτος· τοῦ χρόνου πάλι θα ξαναβγούν. Σκοπός εἶναι νὰ ἀλλάξεις το δένδρο μπολιάζοντάς το Σκο πός εἶναι καὶ τὸν ἑαυτό σου ἀπό τή ρίζα να τον ἀλλάξεις. Νὰ δεῖς βαθύτερα ποιό εἶναι τὸ φρόνημά σου, ποιά εἶναι ἡ πεποίθησή σου, ἡ ὅλη κατάστασή σου. Μήν προσέχεις ἁπλῶς τις ὅποιες εκδηλώσεις σου καὶ ἔτσι, ὅταν ἐξομολογεῖσαι, ἁπλῶς ὁμολο γεῖς: Έκανα τοῦτο, ἔκανα ἐκεῖνο ἢ τὸ ἄλλο

Βεβαίως θὰ πεῖ κανείς καὶ τίς συγκεκριμένες πράξεις, ἀλλὰ ὅλα αὐτά πρέπει νὰ εἶναι δρόμοι που ὁδηγοῦν στη ρίζα τοῦ κακοῦ, καὶ ἐκείνη εἶναι που πρέπει να γιατρευτεῖ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ κόψουμε ἁπλῶς τα κλαδιά ἢ τοὺς ἄγριους καρποὺς ἀπὸ τὸ ἄγριο δένδρο. Σκοπός εἶναι νὰ κόψεις τὸ ἄγριο δένδρο ἀπό τή ρίζα καὶ νὰ τὸ μπολιάσεις. Χρειάζεται λοι πὸν νὰ ἀλλάξει το φρόνημα τοῦ ἀνθρώπου


Διάκριση μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθένειας

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(22)

Συνέχεια από: Tετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ2

Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα

Ὀρθόδοξη καί ρωμαιοκαθολική θεώρηση τῆς ἁμαρτίας


Κυρίως στη Δύση –καί ὅταν λέμε Δύση ἀπό θρησκευτικῆς ἀπόψεως, ἐννοοῦμε ρωμαιοκαθολι κούς καί προτεστάντες- ἡ ἁμαρτία ἐκλαμβάνεται ὑπό δικανική ἔννοια. Ὅμως αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἀπό αὐτοὺς ἐκεῖ ἔφθασε καί ἐδῶ σ' ἐμᾶς. Καί ἔτσι, ἕνας σύγχρονος ὀρθόδοξος χριστιανός τις πιο πολλές φορές ἀντιμετωπίζει το θέμα τῆς ἁμαρτίας ὑπό δι-κανική ἔννοια, σάν νὰ εἶναι δηλαδή ἕνας ρωμαιο-καθολικός, ἄσχετα ἐὰν δὲν δέχεται το filioque και τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα. Στήν πραγματικότητα, ὡς χριστιανός ζεῖ σὰν νὰ εἶναι παπικός ἢ προτεστάν της ἀπό τήν πλευρά δηλαδή τοῦ πῶς ἀντιλαμβά- νεται και πῶς ἀντιμετωπίζει την αμαρτία, ὅπως καί ἀπό ἄλλες πλευρές: της σωτηριολογίας, της έκ-κλησιολογίας. Έχουμε κάτι τέτοια, καθώς χάσαμε την ὀρθόδοξη βάση μας και περισσότερο είμαστε ἐπηρεασμένοι από το ξένο πνεύμα, και ειδικότερα στο θέμα τῆς ἁμαρτίας.

Ένας ρωμαιοκαθολικός καθηγητής. ὁ Henry Davis, ὁρίζει τὴν ἁμαρτία ὡς ἑξῆς: «Ἁμαρτία εἶναι μία ἠθικῶς κακή ἀνθρωπίνη πρᾶξις, ἡ παράλειψις τῆς ἐκτελέσεως μιᾶς ἀγαθῆς ὑποχρεώσεως, ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τὴν τάξιν τῆς λογικῆς σκέψεως καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἠθελημένη παράβασις κάποιου ἤθι κοῦ νόμου, ἑνός νόμου ποὺ ἐπιβάλλει κάποιαν ὑπο χρέωσιν ἐπί τῆς βουλήσεως. Ὁ πρῶτος καὶ θεμελιώ δης νόμος εἶναι ὁ Αἰώνιος Νόμος. Διὰ τοῦτο ὁ Αγιος Αὐγουστῖνος ὁρίζει τὴν ἁμαρτίαν ὡς μίαν πρᾶξιν, ἕνα λόγον ἢ μίαν ἐπιθυμίαν ἐναντίον τοῦ Αἰωνίου Νόμου. Ἡ ἁμαρτία είναι περιφρόνησις πρός τον νομοθέτην Θεόν, ἀνυπακοή εἰς τὰς ἐντο-λάς του, ἀδικία συνισταμένη εἰς τὴν παραγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ νὰ ὑπηρετῆται».

Ὁ συγγραφέας του βιβλίου κάνει τὸ ἐξῆς σχό λιο γιὰ τὸν ὁρισμό αὐτό

Μία τοιαύτη ἀντίληψις περί ἁμαρτίας προϋπο θέτει προφανῶς τὴν βίωσιν τοῦ Θεοῦ οὐχί ὡς Πα τρὸς ἀλλ' ὡς Κριτοῦ. Πρόκειται περί τοῦ βιώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν τουλάχιστον ἐν μὲ ρει υπόλογον διά τους σκοτεινούς φόβους που ένα.χλοῦν τοὺς νευρωτικούς.

Καθώς στο βιβλίο μὲ ἀρκετές λεπτομέρειες γι νεται λόγος γιὰ τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν ἑτεροδόξων, ὁ μεταφραστής τοῦ βιβλίου θεώρησε καλό σε μια σημείωση να παραθέσει κάποια άπο σπάσματα ἀπό βιβλία ὀρθοδόξων θεολόγων, για να δηλώσει τὴν ὀρθόδοξη ἄποψη στο θέμα αὐτό. Ἔχει καὶ τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα:

«Τί εἶναι ἁμαρτία κατά τὸν ἀπόστολον Ἰωάννην; Εἶναι ώρισμένη ἐν τῷ ἀνθρώπῳ κατάστασις ἤ ἐπί μέρους ὑπό διαφόρους συνθήκας παράβασις τούτου ἤ ἐκείνου τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ; Καί μόνον το γεγονός ὅτι ὁ Ἰωάννης χρησιμοποιεῖ ἐν τοῖς ἔργοις του δεκαοκτάκις τὴν λέξιν ἁμαρτία, ἐξ ὧν πεντάκις μόνον ἐν τῷ πληθυντικῷ, δηλοῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι δι' αὐτὸν ὀλιγώτερον αἱ ἐπί μέρους παραβάσεις τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καί περισσότερον ὡρισμένη κατά-στασις...»

Ὁ πρῶτος ὁρισμός, πού εἶναι σύμφωνα μέ τή ρωμαιοκαθολική πίστη καί θεολογία, παίρνει τήν ἁμαρτία ὑπό δικανική ἔννοια. Δηλαδή: Ὁ Θεός δί-νει στον ἄνθρωπο ὁρισμένες ἐντολές καί περιμένει ἀπό αὐτόν να τίς τηρεῖ. Καί ὅταν δέν τίς τηρεῖ, τι- μωρείται ἀπὸ τὸν κριτή Θεό, πού παρακολουθεί τόν ἄνθρωπο. Όπως στον στρατό, που δίδονται τα παραγγέλματα στούς στρατιώτες, και αὐτοί εἶναι ὑποχρεωμένοι να εκτελούν τα πάντα. Δὲν ἐξετέλε σε κάποιος μια εντολή, Αμέσως είναι παραβάτης τῆς ἐντολῆς, καὶ ἐπακολουθεῖ ἡ τιμωρία. Γίνεται δηλαδή ἕνα εἶδος δικαστηρίου. Αὐτό θὰ πεῖ δικα-νική ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, σὰν νὰ εἶναι ὁ Θεὸς ἕνας δικαστής, ἕνας κριτής, που κάθεται και παρα-κολουθεῖ τὸν ἄνθρωπο κατά πόσο κάνει ἢ δὲν κά νει τίς ἐντολές του, καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ τοῦ κατα-φέρει τή ράβδο, γιὰ νὰ τὸν τιμωρήσει.

Κατά τὴν ὀρθόδοξη ὅμως ἄποψη, ἁμαρτία δέν εἶναι μόνο ὅτι δὲν κάνω αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἢ ὅτι κάνω αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, που εἶναι ἀντίθετο μὲ μιὰ ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Εἶναι καὶ αὐτό βέβαια, ἀλλὰ ἁμαρτία πρωτίστως εἶναι μια κατάσταση που δημιουργείται μέσα στον ἄνθρωπο, καθώς ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπό τὸν Θεό.

Ὁ Θεός εἶναι ὁ πατέρας τῶν ἀνθρώπων, τῶν λογικῶν αὐτῶν πλασμάτων. Οἱ ἄνθρωποι, ὡς παι-διὰ τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ πρέπει κατά ἕναν στρατιωτι κό ή δικανικό τρόπο να κάθονται «σούζα» και, τρόπον τινά, να εύχονται πότε θα στρέψει ἀλλοῦ το πρόσωπό του ὁ Θεός, ὥστε νά μήν τους παρα-κολουθεῖ, καί τότε, στα κλέφτικα, νὰ παραβοῦν κά ποια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τὸν ἄλλο καιρό τρο-μαγμένοι νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἐντολή του. Ὄχι ἔτσι, ἀλλὰ ὡς παιδιά τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀγάπη, φυσιολογικά, αὐθόρμητα, υἱικά νὰ ὑποτάσσονται στον Θεό καί νὰ κάνουν τὸ θέλημά του καὶ τίς ἐντολές του. Και νὰ εἶναι τέτοια ἡ σχέση τους καὶ ἡ κοινωνία τους μετὰ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι αὐτὴ τοῦ παιδιοῦ μὲ τὸν πατέρα.

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐπαναστατεί ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, διακόπτει αὐτή τη σχέση μετά τοῦ Θεοῦ καί, τρόπον τινά, παύει νὰ εἶναι παιδί του. Καὶ ἀπομακρύνεται. Αὐτή δὲ ἡ ἀπομάκρυνσή του που τοῦ στερεί τη χάρη, τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τή βοήθεια καὶ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα του, δη μιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο μια κατάσταση, ἡ ὁποία μέ μια λέξη ὀνομάζεται ἁμαρτία. Αὐτό θὰ πεῖ ἁμαρ-τία· ὅτι μέσα ἐκεῖ, στὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, δέν ὑπάρχει ὁ Θεός –ἡ χάρη του, το θέλημά του, το φῶς του, ή παρουσία του. Δὲν ἔχει δηλαδή ὁ ἄνθρωπος κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή ἡ κατάσταση ἔχει ἔπειτα τίς ἐκδηλώσεις της: παράβαση ἀπό δῶ, παράβαση ἀπό κεῖ, ἀποφυγή μιᾶς ἐντολῆς, παρά-βλεψη μιᾶς ἄλλης κτλ. Αὐτά εἶναι ἐκδηλώσεις.

Ἡ ἁμαρτία, κατά τον εὐαγγελιστή Ιωάννη, ὅπως εἶδαμε πιο πάνω, εἶναι μια κατάσταση. Ἁλλιῶς δηλαδή ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει συναί-σθηση ὅτι εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι εἶναι πατέ-ρας του ὁ Θεός, ὁπότε ἔχει τή χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του καί εἶναι σε κοινωνία μαζί του, καί ἀλλιῶς ζεῖ, ὅταν αὐτὸ τὸ πράγμα λείπει. Το ἕνα, ζωή μὲ τὸν Θεό, εἶναι ἁγία ζωή το ἄλλο, ζωή χωρίς τόν Θεό, εἶναι ἁμαρτία. Καί ἡ ὅλη σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι, ὅπως ἐλέχθη, σαν να κάθεται ὁ Θεός καὶ νὰ παρακολουθεῖ, ὅπως ἕνας ἀξιωματι κός, ποιός στρατιώτης θα παραδεῖ τὰ παραγγέλμα τά του, για να τον τιμωρήσει. Όχι. Ὁ Θεός, και ὅταν ὁ άνθρωπος φεύγει από κοντά του, έξακολου θεῖ νὰ ἐνεργεῖ ὡς πατέρας ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, καθώς φεύγει, αὐτοτιμωρείται. Αὐτὴ δηλαδή ή κατά σταση, τὸ ὅτι ζεῖ μακριά ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ἁμαρτία του, καὶ αὐτό εἶναι καὶ ἡ τιμωρία του, ή ἀρρώστια του, ἡ φθορά του, ὁ θάνατός του

Ὁ Θεός ὡς πατέρας δὲν τιμωρεῖ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἀφήνει, τρόπον τινά, να τιμωρείται μόνος του, καθώς εἶναι μακριά του. Ἡ δὲ τιμωρία αὐτή, πάλι μέσα στα χέρια τοῦ πατρός καὶ κριτοῦ Θεοῦ. γίνεται μια παιδαγωγία, ὥστε νὰ βοηθήσει τὸν ἄν θρωπο να ξαναθυμηθεῖ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπανέλθει σ' αὐτόν, γιὰ νὰ ζήσει. Ὅλη ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ σκοπό ἔχει νὰ λυτρωθεῖ ὁ ἄνθρωπος

Μὲ ἀφορμή τη θεραπεία τοῦ ἐκ γενετής τυφλού


Καὶ ἀξίζει ἐδῶ νὰ θυμηθοῦμε αὐτό πού ἀκού σαμε σήμερα το πρωί ὡς εὐαγγελική περικοπή. Βλέπουμε ἐκεῖ ὅτι ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητάς του συναντοῦν ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό, καὶ ρωτοῦν οἱ μαθηταί: «Ποιός ἁμάρτησε, γιὰ νὰ γεννηθεί αὐτὸς τυφλός: Ὁ ἴδιος ἢ οἱ γονεῖς τους» Καί ὁ Κύριος ἀπαντά: «Ούτε ούτος ήμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐ τοῦ, ἀλλ᾽ ἴνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι τυφλός, και τώρα ὁ Θεός, στο πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ του, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι παρών, εἶναι ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων ὡς ἰα τρός, ὡς σωτήρ, καί βλέπει καί προσέχει τί πρέπει νὰ γίνει, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί να γλι τώσει ἀπὸ τὴ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι, χωρίς καμιά καθυστέρηση ὁ Κύριος «έπτυσε χαμαί και ἐποίησε πηλόν ἐκ τοῦ πτύσματος, καί ἐπέχρισε τὸν πηλόν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς τοῦ τυφλοῦ». Καί στη συνέχεια στέλνει τόν τυφλό στην κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ νὰ πλυθεῖ, γιὰ νὰ δεῖ, ὅπως καί ἔγινε. Γιατί, ὅπως εἶπε, «ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾧ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου». Ὅσο δηλαδή εἶμαι στον κόσμο, φῶς εἶμαι τοῦ κόσμου· δέν εἶμαι κριτής τοῦ κόσμου.

Ὅπως εἶπε σὲ ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος: «Δέν ἦλθα νὰ κρίνω τὸν κόσμο...». Σαν να λέει: «Δέν ἦλθα να ξεδιαλέξω αὐτά τά πράγματα». Ποιός δη-λαδή φταίει, ποιός δέν φταίει, ποιός ἁμάρτησε, ποιός δὲν ἁμάρτησε. Ναί, δέν ξεδιαλέγονται αὐτά, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ὅποιος θὰ τυλιχθεῖ μέσα στο κουβάρι τῆς ἁμαρτίας, δεν βρίσκει καμιά ἄκρη. Καί συμπλήρωσε ὁ Κύριος: «Ήλθα στον κόσμο, για να σώσω τον κόσμο». Ἐδῶ, στην προκειμένη περίπτωση, λέει: «Εἶμαι φῶς καὶ ἦλθα να δώσω φῶς» φῶς στον τυφλό.

Βέβαια, γίνεται καί ἐδῶ μια κρίση, ἕνα «κρίμα», ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀμέσως πιο κάτω, ἀφοῦ τελείωσε ἡ ὅλη ὑπόθεση τοῦ τυφλοῦ. Εἶδαν τον τυφλό οἱ Φαρισαῖοι, τὸν ἀνέκριναν, κάλεσαν καὶ τοὺς γονεῖς του. Στό τέλος, ὅταν συνάντησε τον τυφλό ὁ Κύριος, τον ρώτησε: «Σύ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ» Καί μετά τον διάλογο πού εἶχε μαζί του, πρόσθεσε: «Εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κό σμον τοῦτον ἤλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοί γένωνται». «Εἰς κρίμα». Το λέει αὐτὸ μὲ τὴν έννοια ὅτι θά γίνει ἕνα εἶδος κρίσεως. Κρίση ὄχι για να καταδικάσει ὁ Θεός τοὺς ἀνθρώπους οὔτε γιὰ νὰ τοὺς κατακρίνει ἡ για νὰ πεῖ μὲ τὴ δικανική έννοια: «Ἐσεῖς ἀπὸ δώ είστε γιὰ τὸ πειθαρχείο, ἐσεῖς ἀπό κεῖ εἶστε ἐλεύ θεροι». Κρίση μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ἅπαξ καὶ ἔρχεται ὁ Χριστός στον κόσμο ὡς σωτήρ, ὡς λυτρωτής, κάθε ἄνθρωπος πρέπει να πάρει μια θέση. Ἡ θα πιστέψει κανείς καὶ θὰ πάει σ' αὐτὸν νὰ σωθεί ἢ θα μείνει μακράν αὐτοῦ, καὶ ἔτσι θα παραμείνει στην κατάσταση στην οποία ἤδη βρίσκεται.

Καὶ τὸ χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι πηγαίνουν σ' αὐτὸν καὶ σώζονται αὐτοί πού δέν «βλέπουν», όπως τονίζει ὁ Χριστός, αὐτοί που ξέρουν λίγα και δὲν ἔχουν μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Δηλαδή, αὐτοὶ ποὺ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη τῆς σωτηρίας, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αἰσθάνονται πώς εἶναι ἁμαρτωλοί, πώς κάτι τους λείπει καὶ πώς πρέπει νὰ πᾶνε στον Χριστό, γιὰ νὰ σωθοῦν. Αὐτοί πηγαίνουν στον Χριστό και σώζονται. Οἱ ἄλλοι, ἐκεῖνοι ποὺ αἰσθά-νονται ὅτι εἶναι καλοί καί ὅτι «βλέπουν», αὐτοί δέν πηγαίνουν ἐκεῖ καὶ ἑπομένως μένουν τυφλοί, μένουν χωρίς Χριστό,

Ἡ ἁμαρτία λοιπόν στὴν ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία εἶναι αὐτό: Είναι μια στραβή, μια ἐχθρική στάση που παίρνει κανείς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, καὶ στη συνέχεια, εἶναι μια κατάσταση πού δημιουρ γείται μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀπό αὐτή τή στάση τῆς ἀποστασίας, καθώς δηλαδή ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό. Είναι συνεπώς μια κατάσταση, ἕνα φρό νημα πλέον μέσα του καὶ ὄχι ἀπλῶς ἡ ἄλφα ή ή βήτα συγκεκριμένη πράξη. Καὶ αὐτά βεβαια είναι ἁμαρτία, ἀλλὰ εἶναι ἁπλῶς ἐκδηλώσεις δὲν εἶναι αὐτὰ ἡ ἁμαρτία

Και καμιά φορά, προσπαθώντας να κτυπήσου με κάτι κακό στον ἑαυτό μας ή στοὺς ἄλλους, πα θαίνουμε αὐτό που παθαίνει ὁ γιατρός ἐκείνος που δέν ξέρει καλά τη δουλειά του Ἔχει μπροστά του ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ψήνεται στον πυρετό, και μή ξέροντας ὁ γιατρός καλά τη δουλειά τους βάζει κομπρέσες με κρύο νερό ή πάγο για να καλμάρει κάπως τὸν πυρετό. Καὶ δὲν ψάχνει νὰ βρεῖ ἀπὸ που προέρχεται βαθύτερα αὐτός ὁ πυρετός ποια είναι ἡ πραγματική αἰτία ποὺ τὸν προκαλεί. Κτυπάει δηλαδή πιο πολύ το σύμπτωμα και όχι τὴν αἰτία

Αὐτὸ λοιπόν παθαίνουμε καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία Καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ προοδεύσουμε πνευ ματικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ τοὺς ἄλλους ἀφήνουμε να προοδεύσουν. Καμιά φορά μάλιστα τὰ κάνουμε θάν λασσα μὲ τὴν ἑξῆς ἔννοιε Καὶ στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἄλλους μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν εκδηλώσεις πραγματικῆς ἁμαρτίας. Π.χ. κλέβει ένα παιδί. Η κλεψιά εἶναι ἁμαρτία. Όμως, στην περίπτωση του παιδιοῦ αὐτοῦ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἁμαρτία. Μπο ρεῖ δηλαδή νὰ ἔχει το παιδί μια κλεπτομανία, ἡ ὁποία νὰ ὀφείλεται σε κληρονομικότητα ἡ τις οἶδε σε τι διώματα. Κι ἂν δὲν το καταλάβουν αὐτὸ οἱ γονεῖς ἡ ὁ πνευματικός στὸν ὁποῖο θὰ καταφύγει, καὶ ἀρχίσουν νὰ τὸ φορτώνουν με ένοχή, με φόβο, με τρόμο, χάθηκε το παιδί. Είναι βέβαια ή κλεπτο μανία μια συνέπεια τῆς ἁμαρτίας γενικότερα, ἀλλά ὄχι ὅτι, κάνοντας συνέχεια το παιδί την κλοπή, μή μπορώντας νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ὅλη ἐπίδραση τῆς κληρονομικῆς αὐτῆς ἐπιβαρύνσεως, κάνει συνέχεια μιὰ ἁμαρτία μὲ τὴ θέλησή του. Ἁπλούστατα, είναι ἄρρωστο. Ἄλλο τώρα ὅτι βαθύτερα ὅλη ἡ ἀνθρω πότητα εἶναι ἁμαρτωλή. Μόνο ποὺ αὐτὸ ἄλλοτε ἐκδηλώνεται ὡς ἀτόφια ἁμαρτία, ἐνῶ ἄλλοτε ἔχει ὡς ἐκδήλωση κάποια άρρωστημένη κατάσταση, ὅπως εἶναι ἡ κλεπτομανία. Ἀκόμη καί σε διαστροφές παρατηρείται ὅτι οἱ διάφορες ἐκδηλώσεις εἶναι ἐκδηλώσεις μιᾶς βαθύτερης ἀσθένειας καὶ ὄχι ἁπλῶς τῆς ἁμαρτίας.

18-5-1969

Καί τά δύο εἶναι ἀπαραίτητα για τη θεραπεία τῶν ἀνθρώπων. Κατ' ἀρχήν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός, το Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καί κοντά σ' αὐτό νὰ ὑπάρχει καί ἡ ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας, ὡς δυνατότητα να βοηθήσουμε τόν ἄνθρωπο να γίνει δεκτικός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ χάρη λυτρώνει βέβαια τόν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πῶς τὴ δέχεται κανείς;

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(21)

Συνέχεια από: Tρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ1

Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα

᾿Αλλιῶς ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει συναίσθηση ὅτι εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι εἶναι πατέρας του ὁ Θεός, (ὁπότε ἔχει τή χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι σε κοινωνία μαζί του), καί ἀλλιῶς ζεῖ, ὅταν αὐτό τό πράγμα λείπει.

Το ἕνα, ζωή με τον Θεό, εἶναι ἁγία ζωή. Το ἄλλο, ζωή χωρίς Θεό, εἶναι ἁμαρτία.

Τί εἶναι ἁμαρτία;


Δύο παράγοντες ἀπαραίτητοι τα γιά τή θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου

Ως συνέχεια τῶν ὅσων εἴπαμε μέχρι τώρα, θα ἀσχοληθούμε σήμερα μὲ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἁμαρτίας, ὡς αὕτη ἐπιδρᾷ ἐπί τῆς ἀτομικῆς ζωῆς. Θα μιλή σουμε δηλαδή για τη σχέση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στην ἁμαρτία και στα διάφορα συμπτώματα που μπορεῖ κάποιος να παρουσιάσει.

Πρέπει νά ὁμολογήσουμε ἐπίσημα, καὶ νὰ τὸ ξέρουμε ὅλοι, ὅτι σήμερα, στὴν ἐποχή μας, οἱ ψυχολόγοι, οἱ εἰδικοί αὐτοί ἐπιστήμονες πού ἀσχο-λοῦνται μὲ τὰ βιώματα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, τα βάζουν πολλές φορές μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κυρίως με τοὺς ἐκπροσώπους της· καὶ πιο συγκεκριμένα τα βάζουν μέ τούς πνευματικούς. Αὐτὸ εἶναι κάτι που ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ ἀπὸ ἄλλες χώρες καὶ ἔφθασε καί μέχρι τη χώρα μας.

Κατ' αὐτοὺς ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ λύσει τὰ ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργοῦνται στον σύγχρονο άνθρωπο. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθεί σ' αὐτοῦ τοῦ εἴδους τις ἀνάγκες των ανθρώ πων. Καὶ ὄχι μόνο δεν μπορεί -πάντα κατ' αυτούς να λύσει αυτά τα προβλήματα, άλλά τις πιο πολλές φορές τα κάνει πιο πολύπλοκα καί πιο δύσκολα. Και μάλιστα, λένε οἱ ψυχολόγοι ὅτι ἀρκετές φορές ἀσχολούνται με προβλήματα τὰ ὁποῖα δημιουρ γουμε ἐμεῖς, οἱ ἐκπρόσωποι της Εκκλησίας, στούς ἀνθρώπους που θρησκεύουν. Καί τοῦτο γιατί -κατ' αὐτούς- γεμίζουμε τὴν ψυχή τους με φόβο, με ένοχή, μὲ αἰσθήματα τέτοια, που τους κάνουν να αἰσθάνονται βάρος ἀσήκωτο, ἀτακτοποίητο, καί τελικά νὰ ἀρρωσταίνουν. Ἔτσι, καταλήγουν σ' αὐτούς, καὶ αὐτοί χρειάζεται μετά να διορθώνουν τὰ δικά μας σφάλματα.

Αὐτό που λένε οἱ ψυχολόγοι, ὅσο βαρύ κι ἄν εἶναι –καί συκοφαντικό ἀκόμη- εἶναι καί λίγο ἀλη-θινό. Νὰ τὸ ἐξηγήσουμε. Σύμφωνα μὲ αὐτά πού ἔχουμε πεῖ μέχρι σήμερα -καί πιστεύω ὅτι ὅλοι κάτι ἔχουμε καταλάβει μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καθώς κάνουμε τὴν ὅποια πνευματική ἐργασία, καμιά φορά ὄντως δέν ἔχουμε ἰδέα ἀπό τα προβλήματα πού ἔχει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος. Πολύ περισσότερο, δέν μποροῦμε, δέν ἔχουμε τον τρόπο –ἐμεῖς βέβαια καί ὄχι ἡ Ἐκκλησία καθ' έαυ-τήν, το Εὐαγγέλιο καί ὁ Χριστός- νὰ ἀνταποκριθοῦμε στις ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων και να τους βοηθήσουμε να λύσουν τα προβλήματά τους. Και καμιά φορά, ἀκριβῶς διότι χειριζόμαστε λανθα-σμένα τίς ὑποθέσεις αὐτές, ὄντως φορτώνουμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἐνοχή. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια.

Ἔχει ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος μέσα του ἐνοχή, τον φορτώνουμε κι ἐμεῖς μὲ περισσότερη ένοχή, με περισσότερο τρόμο καὶ ἔτσι, ἀντί να συντελέσουμε στο να θεραπευθεί, συντελούμε στο νὰ ἀσθενήσει περισσότερο. Αὐτό ὅμως γίνεται ὄχι διότι φταίει το Εὐαγγέλιο ἢ ἡ Ἐκκλησία ούτε διότι δὲν ἔχει τὴ δύναμη ὁ Χριστός να θεραπεύει καὶ νὰ λυτρώνει κάθε φορά τον ἄνθρωπο ἀπὸ τις διάφορες ἀρρώστιες του, ἀλλά διότι ἐμεῖς, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἴμαστε σε θέση, για πολλούς καὶ διάφορους λόγους, νὰ ἀνταποκρινόμαστε στις ἑκά στοτε ἀνάγκες.

Ὅσο βαρύ λοιπόν καί συκοφαντικό κι ἂν εἶναι αὐτό πού λένε οἱ ψυχολόγοι, ἄλλο τόσο, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, εἶναι ἐπίσης ἀληθές ὅτι πότε πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθές ὅτι καί οἱ ψυχολόγοι ὄχι λίγες φορές τὰ θαλασσώνουν. Προσπαθούν να θεραπεύσουν τούς ἀρρώστους, καὶ ἀρκετές φορές ὄχι μόνο δὲν τοὺς βοηθοῦν καὶ δέν τούς θεραπεύουν, μολονότι νομίζουν πώς ὅλα τὰ ξέρουν καὶ ὅλα τὰ μποροῦν, ἀλλά καί συντελούν στο να χειροτερέψει ἡ κατά-σταση τῶν ἀσθενῶν. Καὶ δὲν τὸ λέμε αὐτὸ ἁπλῶς γιατί το διαβάσαμε ἢ τὸ ἀκούσαμε ἢ γιατί έτσι συμπεραίνουμε. Το ξέρουμε ἀπὸ τὴν καθημερινή πραγματικότητα.

Θα μπορούσαμε ἐπομένως, αὐτά που λένε ἐκεῖνοι γιὰ μᾶς, νὰ τὰ ποῦμε κι ἐμεῖς γι' αὐτούς. Και νομίζω ὅτι τὸ πράγμα είναι ἁπλὸ. Ἐμεῖς μὲν δεν μπορούμε να βοηθήσουμε τον σύγχρονο ἄνθρωπο σε τέτοιου είδους προβλήματα, διότι δέν ἔχουμε ὅλοι τίς ἀπαραίτητες γνώσεις. Αὐτοί πάλι, την κατάσταση, διότι νομίζουν ὅτι αὐτά τά προ βλήματα -ὄχι μόνο δεν βοηθούν, ἀλλά συχνά χειροτερεύουν τακτοποιοῦνται ἐρήμην τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέν έχουν σχέση με το περιεχόμενο τοῦ Εὐαγγελίου καί με την όλη αποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, προσπαθοῦν μὲ τὴ λογική καί με το τί ἔχει συλλάβει το μυαλό τους να τακτοποιήσουν τους ἀνθρώπους. Δέν γίνεται.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη καί τά δύο εἶναι ἀπαραίτητα γιά τή θεραπεία τῶν ἀνθρώπων. Κατ' ἀρχὴν ἡ ἀποκάλυψη, τό Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός, τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καί κοντά σ' αὐτό νὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας ὡς δυνατότητα να βοηθήσουμε τὸν ἄνθρωπο να γίνει δεκτικός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ χάρη λυτρώνει βέβαια τὸν ἄνθρωπο, ἀλλά πῶς τή δέχεται κανείς;

Ὅταν μια ψυχή εἶναι διπλοκλειδωμένη, τα-μπουρωμένη στόν ἑαυτό της, τί νά τήν κάνει αὐτή την ψυχή ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ; Πῶς θὰ μπεῖ μέσα ἐκεῖ; Ὅλο το θέμα εἶναι νά βοηθηθεῖ ἡ ψυχή να ἀνοίξει, τέλος πάντων, τήν πόρτα της, ὥστε νά μπεῖ μέσα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ὅμως το κλειδί πού θά ἀνοίξει τήν πόρτα τῆς ψυχῆς δέν εἶναι ἀπ᾿ ἔξω· εἶναι ἀπό μέσα. Τό κρατᾶ ἡ ἴδια ἡ ψυχή. Είναι θέμα συγκαταθέσεως τῆς ψυχῆς τό ἄνοιγμα τῆς πόρτας. Καί γιά νά μπορέσει να το κάνει αὐτό, δηλαδή για να συγκατατεθεῖ, πρέπει να βοηθηθεῖ ἀπό τή χάρη, ἀλλά -πῶς νὰ τὸ κάνουμε;- καί ἀπό τὴν ἀνθρώπινη πλευρά.

***

Ἐν πάση περιπτώσει, καθώς το θέμα μας σή-μερα εἶναι «Ἁμαρτία καί συμπτώματα», θα πρέπει καλά-καλά να καταλάβουμε τί θεωρεῖ στα χρόνια μας ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτία, καί ἀπό αὐτά πού παρουσιάζονται στον σύγχρονο ἄνθρωπο –ἐκδηλώ-σεις διάφορες- ποιά εἶναι ἁμαρτία και ποιά δέν εἶναι. Διότι ὑπάρχουν πολλές ἐκδηλώσεις –θά τα ποῦμε αὐτὰ ἄν ὄχι σήμερα, τὴν ἄλλη φορά- πού ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται ὅτι εἶναι ἁμαρτίες, ἐνῶ δέν εἶναι.

Καί εἶναι πάρα πολύ φοβερό αὐτό πού συμβαίνει συχνά: ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ἔχει τὴν ὁποιαδήποτε ἐκδήλωση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλά ὅμως, ἐπειδή μοιάζει με ἁμαρτία, καί ὁ ἴδιος τήν αἰσθάνεται σάν ἁμαρτία καί ἐμεῖς τοῦ λέμε ὅτι εἶναι ἁμαρτία. Ἔτσι, φορτώνεται ἡ ψυχή του με τρόμο, με φόβο, μέ βιώματα τέτοια, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχουμε μιλήσει ἐπανειλημμένως. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νά καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος σε κατάσταση ἀπογνώσεως.

Αὐτό, για πολλούς καί διάφορους λόγους, παρατηρείται κυρίως στις ἡμέρες μας. Μπορεί δηλαδή σε δύο διαφορετικούς ἀνθρώπους να παρουσιάζονται τὰ ἴδια συμπτώματα, οἱ ἴδιες ἐκδηλώσεις, καὶ στὸν μὲν ἕνα αὐτὰ τὰ συμπτώματα, αὐτὲς οἱ ἐκδηλώσεις νὰ εἶναι ἁμαρτία, ἐνῶ στον ἄλλο νὰ μὴ συνιστούν ἁμαρτία, ἀλλὰ κάτι ἄλλο. Καί ὅταν δέν μπορεί κανείς να το διακρίνει αὐτό ὁ καθένας στον ἑαυτό του, καθώς έχει να κάνει με τον ἑαυτό του ἀλλά καί στον άλλο με τον οποίο έχει να κά νει, προπαντός ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ὑπεύθυνος για κάποιους άλλους ὅταν λοιπόν δέν μπορεί κανείς να το διακρίνει αὐτό καί δέν μπορεῖ να ξεχωρίσει αὐτά τά πράγματα, τότε δέν εἶναι σε θέση να κά νει καλά τη δουλειά του. Οπότε, όχι μόνο δέν βοηθάει μέ τό να κρίνει και να καταδικάζει τον ἑαυτό του ή τους άλλους, άλλά καί ὠθεῖ τόν ἑαυτό του ἢ τοὺς ἄλλους- ἀκόμη πιο πολύ σε μια κατάσταση τέτοια, πού περισσότερο ὁ διάβολος ἔχει εὐκαιρία να κάνει κακό.

Ὀρθόδοξη καί ρωμαιοκαθολική θεώρηση τῆς ἁμαρτίας

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(20)

Συνέχεια από:Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Ε2
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ε’ Θρησκευτική υπερακρίβεια

Λαθεμένοι τρόποι θεραπείας τῆς ὑπερακρίβειας

Καταλαβαίνουμε τώρα τί εἶναι ὑπερακρίβεια:
κατατρίβεται κανείς μὲ τὰ πιὸ μηδαμινά πράγματα, ποὺ εἶναι σχεδόν ἀνύπαρκτα. Αὐτοί βέβαια ἐκεῖ στη Δύση –ἀπό τὸ ἕνα μέρος οἱ παπικοί, ἀπό τὸ ἄλλο οἱ προτεστάντες- προσπαθοῦν νὰ διορθώσουν κάτι τέτοια πού παρουσιάζονται στούς χριστιανούς, ἀλλά, ὅπως λέει αὐτὸς ἐδῶ ποὺ τὰ γράφει, δέν εἶναι σωστά τα μέσα που χρησιμοποιοῦν.

Η ρωμαιοκαθολική ἠθική θεολογία ὑποδεικνύει τρόπους καί κανόνας πρός θεραπείαν τῆς ὑπερακριβείας. Δίδεται εἰς τοὺς ὑπερακριβεῖς ἡ συμβουλή νὰ ζητοῦν τὴν καθοδήγησιν ἑνός πνευματικοῦ, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἀλλάσσουν· νὰ ὑπακούουν τυφλῶς εἰς τὸν πνευματικόν των καθοδηγητήν, οὐδέποτε θέτον τες ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ὀρθότητα τῶν συμβουλών του προτρέπονται να μὴ ἀσχολοῦνται εἰς μακράς αὐτοεξετάσεις καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπουν εἰς τὸν ἑαυτὸν των καμμίαν ἀμφιβολίαν μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι, ἐὰν ἐπιτρέψουν τοῦτο ἔστω καὶ ἅπαξ, θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ψυχική των γαλήνη προτρέπονται ἀκόμη νὰ δροῦν ἀκριβῶς ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, εφόσον ότι εἶναι ὀρθόν διὰ τοὺς ἄλλους δὲν ἡμπορεῖ νὰ εἶναι ἐσφαλμένον δι' αὐτούς,

Αὐτὰ λένε οἱ ρωμαιοκαθολικοί στούς χριστιανούς, γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσουν ἀπὸ τὴν ὑπερακρίβεια.

Αἱ ὑποδείξεις αύται εἶναι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἀξιόλογοι, δὲν κατέρχονται ὅμως εἰς τὴν ρίζαν τοῦ προβλήματος· δὲν βοηθοῦν τὸν ὑπερακριβή νὰ ἐννοήσῃ κάπως καλύτερον τὰς ἀδυναμίας του. Πράγματι, ἐπειδὴ ὁ ὑπερακριβής θεωρεῖ τὰς ἰδιοτροπίας του οὐχὶ ὡς ἀδυναμίας ἀλλ' ὡς σημεία ἁγιότητος, αἱ ἀνωτέρω ὑποδείξεις μόλις βοηθοῦν διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς πλάνης.

Αὐτό εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα. Ὁ ὑπερακριβῆς εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνει ότι εἶναι ἄρρωστος, οὔτε καταλαβαίνει ὅτι αὐτὰ ποὺ κάνει εἶναι σφάλματα. Τις ιδιοτροπίες του τις θεωρεῖ ὡς σημεῖα ἀγιότητος, γι' αὐτὸ αἱ ἀνωτέρω ὑποδείξεις -μόλις καὶ μετά βίας- βοηθούν διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς πλάνης. Ἐπὶ πλέον, οἱ κανόνες αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν ὑπ' ὄψιν την ανικανότητα τοῦ ὑπερακριβοῦς νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ἀμφιβολιών του διὰ μιᾶς ἁπλῆς προσπαθείας τῆς θελήσεώς του

Ὁ ὑπερακριβής δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτὰ ποὺ ἔχει, πρώτα-πρώτα διότι τα θεωρεί σημάδια τῆς μεγάλης αγιότητός του, ἄρχετα ἂν δὲν το λέει ἡ κάνει ταπεινοσχημίες. Σημασία έχει τι ζεί βαθύτερα. Ένας λόγος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ εἶναι αὐτός. Ένας άλλος λόγος είναι ότι, για να εφαρμόσει ὁ ὑπερακριβής αὐτὰ ποὺ λέγονται πιο πάνω, πρέπει νὰ τὸ θέλει ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἔχει το κουράγιο να θέλει να κάνει κάτι πρός τήν κατεύθυνση αὐτή.
Δέν εἶναι ἀποτελεσματικόν το φάρμακον ἐκεῖνο ποὺ δὲν βοηθεῖ τὸ ἄτομον νὰ ἐννοήσῃ πλήρως το πρόβλημά του.


Σκοπός εἶναι να βοηθήσει κανείς τὸν ἄρρωστο ἔτσι, ποὺ νὰ ἐννοήσει καλύτερα αὐτός ὁ ἴδιος τί τοῦ συμβαίνει, τί παθαίνει.


...σάν ἕνα σεντόνι, πού κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτῶμα

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ ὑπερευαισθησίαι εἶναι ἐνίοτε ἐνδεικτικαί «ἐνταφιασμένων συμπλεγμάτων ἐνοχῆς».

Αὐτό εἶναι ὅλο το θέμα. Ὅλοι αὐτοί ἔχουν πολλά συμπλέγματα ἐνοχῆς ἐνταφιασμένα στο βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους, ἄσχετα ἄν αὐτὰ τὰ συμπλέγματα προέρχονται ἀπό πραγματική ἐνοχή ἤ ὄχι. Πάντως, ἐφόσον τὴν ἔζησαν τήν ἐνοχή καί την ἀπώθησαν, ὑπάρχουν τώρα αὐτά τά συμπλέγματα. Καμιά φορά ὅμως εἶναι πραγματική ἡ ἐνοχή που τὰ προκάλεσε. Ἀλλά ἐπειδή δέν θέλησαν να μετανοήσουν γιὰ τὴν ἁμαρτία που τη δημιούργησε, ἀπώθησαν τὴν ἐνοχή.

Πρέπει ἑπομένως να κατανοῶνται ὅπως καὶ τὰ ποικίλα ἄλλα συμπτώματα τῆς καταληπτικῆς νευρώσεως· χρησιμεύουν δηλαδή εἰς τὴν ἀπόκρυψιν συναισθημάτων ἢ ἀναμνήσεων ἀπό τό συνειδητόν.

Ἡ ὑπερακρίβεια δηλαδή εἶναι, τρόπον τινά, σὰν ἕνα σεντόνι που κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτώμα.

Μπορεῖ νὰ εἶναι κεντημένο αὐτό το σεντόνι, δαντελωτό κτλ., ἀλλά ἀπό κάτω εἶναι ἕνα πτώμα. Αὐτή ἡ ὑπερακρίβεια, τὸ νὰ εἶναι δηλαδή κανείς πάρα πολύ αὐστηρός σε μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα σχεδόν πράγματα, εἶναι ἀπόδειξη ὅτι σκεπάζει βαθύτερα κάποιο αἴσθημα ἐνοχῆς, πού ἴσως το ξέχασε.

«Ὅταν δὲν τολμῶμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν κάποιαν μεγάλην ἁμαρτίαν», γράφει ὁ δρ. C. G. Jung, «θρηνοῦμεν πάρα πολύ διά κάποιαν μικράν ἁμαρτίαν».

Δέν ἔχουμε ἄλλο τρόπο να κρύψουμε μια με γάλη ἁμαρτία, ἀπό τὸ νὰ θρηνούμε πάρα πολύ για μια μικρή ἁμαρτία.

Ἔτι συχνότερον αἱ ὑπερακρίβειαι εἶναι ἀπόδειξις ἀπωθημένου ἐγωϊσμοῦ.

Καί αὐτό να το προσέξουμε.


Ἡ καθολική ποιμαντική θεολογία διδάσκει ὅτι αὗται ἐπιτρέπονται ἢ ἀποστέλλονται ὑπό τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ὑπομονήν, ἤ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ταχύτερον τὴν ἁγιότητα.

Ἔτσι δυστυχῶς τὰ βλέπουν τα πράγματα οἱ καθολικοί.


Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ψυχολογίας μία τέτοια εξήγησις εἶναι ἀπαράδεκτος. Αἱ ὑπερακρίβειαι είναι πάντοτε παθολογικόν φαινόμενον· ἀντιπροσωπεύουν μίαν ἀσθένειαν τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς, συχνάκις δε καλύπτουν ἀσύνηθες μέγεθος ἐγωϊσμοῦ καὶ πνευματικῆς ὑπερηφανείας. Εἶναι ὡσὰν ὁ ὑπερακριβής να λέγῃ πάντοτε εἰς τὸν ἑαυτόν τους «Ἴδὲ πόσον ἀνώτερος άνθρωπος εἶμαι πνευματικῶς, ἀφοῦ ἀνησυχώ καὶ διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κοινός χριστιανός οὐδέποτε λαμβάνει ὑπ' ὄψιν».

Αὐτό εἶναι. Ἄσχετα τώρα ἂν ἡ κατάσταση αὐτὴ εἶναι ἀρρώστια, πάντως στο βάθος κρύβει μεγάλο ἐγωισμό, μεγάλη ὑπερηφάνεια· κρύβει μεγάλο αἴσθημα ἐνοχῆς. Καί μὲ τὸ νὰ κατατρίβεται κανείς με μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα πράγματα, εἶναι σὰν νὰ λέει: «Τί ἀνώτερος ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ! Τι μεγάλος ἅγιος πού εἶμαι!»

Εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς ὅτι ὁ ὑπερακριβής οὐδέποτε ἀνησυχεῖ καί στενοχωρεῖται διά τό ὅτι εἰς τὴν ζωήν του ὑπάρχει ἔλλειψις ἀγάπης ἤ διότι κάμνει ἐλάχιστα διά τήν προαγωγήν καί εὐημερίαν τῶν συνανθρώπων του.

Δέν τὸν ἀπασχολοῦν τέτοια πράγματα.


Εἶναι τὰ μηδαμινά πράγματα που τὸν ἀνησυχοῦν, τὸ γεγονός δὲ ὅτι αὐτά κινοῦν τὸ ἐνδιαφέρον του τον κάμνει να θεωρῇ τὸν ἑαυτόν του ἁγιώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους κοινούς χριστιανούς. Ὁ ὑπερακριβής εἶναι εἰς τὸ βάθος ἕνας Φαρισαῖος τῶν Φαρισαίων.

Ὁ Λούθηρος


Στη συνέχεια ὁ συγγραφέας ἀναφέρεται στον Λούθηρο. Ὁ Λούθηρος ήταν πρῶτα καθολικός μοναχός, καὶ ἦταν αὐστηρός καλόγερος. Ἔπειτα ἀντέδρασε στο ὅλο πνεῦμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ἔφυγε ἀπό αὐτὴν καὶ ἵδρυσε τον προτεσταντισμό. Διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὸ ὅλο πνεῦμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, και γι' αὐτό ή κίνησή του λέγεται και διαμαρτύρηση. Ιδρυσε ἕνα ἀπό τα τρία μεγάλα παρακλάδια τοῦ προτεσταντισμού. Ὁ Λούθηρος, μᾶς λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας, ἦταν ὑπερακριβής.

Νὰ τί ἔγραφε ὁ Λούθηρος κατά τὰς ἡμέρας τοῦ μοναχικού του βίου:
«Με ἐντατικήν προσευχήν προητοιμαζόμην διά την λειτουργίαν καὶ τὰς ἀκολουθίας· ἀλλ' ἀκόμη καὶ ὅταν ἐνόμιζον ὅτι ἤμην κάλλιστα προητοιμασμένος, ἐπλησίαζον μὲ ἀμφιβολίαν το θυσιαστήριον καὶ μὲ ἀμφιβολίας ἀπεχώρουν αὐτοῦ. Εἶχον αμφιβολίας ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἰδίαν μου την μετάνοιαν.

Ὅταν ἀπεῖχον τῆς δημοσίας ἐκδηλώσεως τῆς μετανοίας, ἀμφέβαλλον ἀκόμη περισσότερον».
Ὡς καλόγερος στο μοναστήρι του ήταν υπερακριβής, καί παρ' ὅλο που νύχτα μέρα κατατρωγόταν μὲ τὸ νὰ μὴν ξεφύγει και στην πιὸ ἀσήμαντη λεπτομέρεια, τελικά δὲν εἶχε χαρά στην ψυχή του. Δέν ἔβλεπε λύτρωση, σωτηρία δὲν ἔνιωθε τή ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα του.

Προσεπάθησε να βοηθήσῃ τὸν ἑαυτόν του αποφεύγων τὴν ἀνάγνωσιν βιβλίων ποὺ ὑπετίθετο ὅτι ἐνθαρρύνουν τὴν ὑπερακρίβειαν, ἀποφεύγων την κοινωνίαν μετ᾿ ἄλλων ὑπερακριβῶν καὶ ἐμπιστευό μενος εἰς τοὺς πνευματικούς του οδηγούς. Όλα όμως αὐτὰ εἰς οὐδὲν ἴσχυσαν, μέχρις ότου κατενόησεν ὅτι ἡ πίστις, ὄχι τὰ ἔργα, σώζουν ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασίαν εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἰδική του προσπάθεια Και τότε πιὰ ἐπαναστάτησε καί ἔγινε διαμαρτυρόμενος. Ἀλλὰ εἶναι φανερό ὅμως –καί αὐτό πρέπει να προσέξουμε ὅτι σ' αὐτές τις περιπτώσεις πηγαίνει κανείς ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο. Ὁ Λούθηρος, ἀπό ὑπερακριβής πού ἦταν, ἐπαναστάτησε ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἐναντίον τῆς ὅλης τακτικῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔτσι ἔγινε τελείως φιλελεύθερος, ὥστε νὰ μή λογαριάζει πιά τίποτε.

Αὐτό εἶναι μεγάλο λάθος, καί πρέπει πάρα πολύ να το προσέχουμε καί στον ἑαυτό μας καί ὅταν τὸ συναντοῦμε σὲ ἄλλους. Ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο νὰ βρίσκεται σὲ ἕνα ἄκρο, νὰ ξέ-ρουμε ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα συμβαίνει ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἤ μέσα του ὑπάρχει ἕνα ἄλλο ἄκρο ἤ κάποτε ήταν σε ἕνα ἄλλο ἄκρο καί βρέθηκε τώρα σ' αὐτὸ τὸ ἄκρο. Ἀλλά καί ἡ μια κατάσταση καί ἡ ἄλλη δέν εἶναι φυσιολογικές, δέν εἶναι σωστές, καί πρέπει πάρα πολύ να το προσέχουμε αὐτό. Μήπως δηλαδή ἀπό τήν ὑπερακρίβεια πᾶμε στὸν ἀπόλυτο φιλελευθερισμό ἤ καί τό ἀντίθετο. 

Ἀληθινή θεραπεία

Ἡ χριστιανική ζωή, ἡ ζωή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πάντοτε ἀνάμεσα στὰ ἄκρα· ὅπως λένε οἱ ἅγιοι πατέρες: ὀρθοδοξεῖν τὸ ἀεί σχοινοβατεῖν. Οἱ ὁποῖοι λένε ἐπίσης ὅτι πρέπει να προσέχουμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ ἀριστερά, δηλαδή ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀλλά καί ἀπὸ τὰ δεξιά, ἀπό τίς ἀρετές. Πού βιάζε ται δηλαδή κανείς να πιαστεῖ ἀπό όλες τις αρετές και να νομίσει ὅτι τίς ἀπέκτησε ὅλες καὶ ἔτσι νὰ ὑπερηφανευθεῖ, νὰ ἐγωιστευθεί κτλ. Νὰ κινούμαστε πάντοτε στο μέσον -οὔτε πρὸς τὸ ἕνα ἄκρο οὔτε πρός τὸ ἄλλο- γιὰ νὰ ἔχουμε ἔτσι ὄντως τή χάρη καί τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖνο που πρέπει τελικά νὰ ποῦμε εἶναι τοῦτο: γλιτώνει κανείς ἀπὸ τὴν ὑπερακρίβεια, ἐὰν καταλάβει καλά-καλά ὅτι στο βάθος ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι ἀρρώστια. Ἂν δὲν ἔφθασε στο σημεῖο να το καταλάβει, εἶναι διότι τοῦ λείπει ἡ ταπείνωση. Πάντως, μπορεῖ νὰ θεραπευθεί κανείς, μπορεῖ νὰ γλιτώσει ἀπό τήν ὑπερακρίβεια, ἄν καλλιεργήσει την ταπείνωση καί γενικότερα ἄν καλλιεργήσει πνευματικά την ψυχή του. Χρειάζεται ὅμως να ἐμπιστευθεῖ κανείς στον Χριστό. Ὄχι να νομίζει ὅτι θα σωθεῖ μὲ τὸ νὰ ζυγίζει τα πράγματα καὶ νὰ κάνει λογαριασμούς, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἐλπίδα στο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στον Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, στὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ χύθηκε, καὶ ἑπομένως νὰ ζεῖ ἐν ταπεινώσει καὶ μὲ ἐλπίδα σωτηρίας.


Ἂν αὐτά τά δύο λείπουν ἀπὸ τὴν ψυχή, δέν μπορεῖ νὰ φύγει ἡ ὑπερακρίβεια. Ἐάν ὅμως ἔλθουν αὐτά στην ψυχή, φεύγει ἡ ὑπερακρίβεια, ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἀρρώστια αὐτοῦ τοῦ εἴδους ποὺ ἐξετάζουμε. Φεύγει ὅπως φεύγει το σκοτάδι, μόλις ἀνάψουμε τὸ φῶς, ἡ ὅπως φεύγει ὁ καπνός, μόλις φυσήξει ὁ ἄνεμος.

Πρέπει νὰ ὑπενθυμίζωμεν εἰς τοὺς ὑπερακριβεῖς ὅτι τὸ νόημα τῆς πραγματικῆς θρησκείας εὔρη ται εἰς τὸ τί ὁ Θεός κάμνει δι' ἡμᾶς πολύ περισσότερον παρά εἰς τὸ τὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἡμᾶς· ὅτι τίποτε δεν δύναται να πράξη ἢ να δώση ὁ ἄνθρωπος που νὰ τὸν καθιστῷ ἄξιον τῆς σωτηρίας. Ἐὰν ὁ ὑπερακριβής παραδεχθῇ τοῦτο ὡς ἀληθές, οἱ δισταγμοί καὶ οἱ φόβοι του θὰ διαλυθοῦν ὅπως ἡ ὁμίχλη ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἡλίου.

Γιατί λοιπόν νὰ ἀφήνουμε τὸν ἑαυτό μας σε τέτοιες ἀλυσίδες τοῦ διαβόλου, καὶ νὰ μᾶς δένει ἀπὸ δῶ, νὰ μᾶς δένει ἀπό κεῖ, ἀφοῦ ἦρθε ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐλευθερώνει καὶ μᾶς σώζει δωρεάν; Καί γιατί νὰ μὴν ἀφεθοῦμε σ' αὐτὸν μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, ταπεινά καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη, ὥστε ὄντως κι ἐμεῖς νὰ βροῦμε τή λύτρωση;

11-5-1969

Ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι, τρόπον τινά, σὰν ἕνα σεντόνι -ἴσως κεντημένο ἤ δαντελωτό- ἀλλά πού κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτώμα. Ἡ ὑπερακρίβεια, τὸ νὰ εἶναι δηλαδή κανείς πάρα πολύ αὐστηρός σε μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα σχεδόν πράγματα, εἶναι ἀπόδειξη ὅτι σκεπάζει βαθύτερα κάποιο αἴσθημα ένοχῆς ποὺ ἴσως ξεχάστηκε.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(19)

Συνεχεια από: Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Ε1
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ε’ Θρησκευτική υπερακρίβεια

Ἡ ὑπερακρίβεια στο βάθος κρύβει μεγάλο ἐγωισμό, μεγάλη ὑπερηφάνεια κρύβει μεγάλο αἴσθημα ἐνοχῆς.

Καὶ μὲ τὸ νὰ κατατρίβεται κανείς με μηδαμινά καὶ ἀνύπαρκτα πράγματα, εἶναι σαν να λέει: «Τι ἀνώτερος ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ! Τι μεγάλος ἅγιος ποὺ εἶμαι!»

Μπορεί κανείς να θεραπευθεί, να γλιτώσει ἀπὸ τὴν ὑπερακρίβεια, ἄν καλλιεργήσει την ταπείνωση καί γενικότερα ἄν καλλιεργήσει πνευματικά την ψυχή του.
Χρειάζεται ὅμως νὰ ἐμπιστευθεῖ κανείς στον Χριστό.

Ὄχι να νομίζει ὅτι θά σωθεῖ μέ τό να ζυγίζει τα πράγματα καὶ νὰ κάνει λογαριασμούς, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἐλπίδα στο ἔλεος, στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Τί μεγάλος ἅγιος πού εἶμαι!»

Σήμερα μπαίνουμε σε ἕνα ἄλλο κεφάλαιο, στή θρησκευτική ὑπερακρίβεια. Εἶναι καί αὐτό μιά πραγματική ἀσθένεια, πού μαστίζει ἀρκετούς χριστιανούς, ἀρκετούς ἀπό τούς ἀνθρώπους πού θρησκεύουν. Σὲ ἀρκετούς ἀνθρώπους, για διάφορους λόγους, κυρίως ἐπειδή εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστοι, ὁ νοῦς τους γεμίζει ἀπό ποικίλους φόβους καί ἀμφιβολίες. Συναντά κανείς τέτοιους ἀνθρώπους μέ τέτοιες ἀμφιβολίες καί φόβους, οἱ ὁποῖοι φόβοι τοὺς ὁδηγοῦν σε μια ὑπερακρίβεια, πού εἶναι ἐκδήλωση ἀσθένειας. Καί μάλιστα ἡ ἀσθένεια αὐτή εἶναι κυρίως ἀσθένεια τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἐμφανίζεται καί σε ἄλλους ἀνθρώπους πού δέν πολυθρησκεύουν, ἀλλά κυρίως σ' αὐτούς πού θρησκεύουν.

Ἡ εὐαίσθητη συνείδηση Ἡ συγκεχυμένη συνείδηση

Ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι πράγματι ἀσθένεια τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς, ἂν καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς εὐαισθησίας δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν περιοχήν τῆς θρησκείας. Ἡ ὑπερακριβής δὲ συνείδησις πρέπει να διακρίνεται τῆς εὐαισθήτου συνειδήσεως.

Εὐθὺς ἐξαρχῆς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε τὴν ὑπερακριβή συνείδηση, τὴν εὐαίσθητη συνείδηση καὶ τὴ συγκεχυμένη συνείδηση. Ἔχουμε βέβαια καὶ τὴν ὑγιή συνείδηση. Ἀλλά πρέπει ἐδῶ νὰ ἀναφέρουμε τα τρία πρῶτα εἴδη τῆς συνειδήσεως, κυρίως γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε κατ' ἀρχήν τὴν ὑπερακριβή συνείδηση, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει.

Ἡ ὑπερακριβής συνείδηση διαφέρει ἀπό τήν εὐαίσθητη συνείδηση. Ἡ εὐαίσθητη συνείδηση προσβλέπει εἰς τὰ μηδαμινώτερα σφάλματα καί λάθη μὲ τὴν μεγαλυτέραν ευαισθησίαν.
Δηλαδή, μι
α ευαίσθητη συνείδηση προσέχει ἀκόμη καί τα πιο μικρά σφάλματα καί λάθη ἀπό τὰ πραγματικῶς ὑπάρχοντα

Καὶ λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας:

Τὸ εἶδος αὐτό τῆς συνειδήσεως εἶναι ἐν πολλοῖς ἐπιθυμητόν. Εἶναι βεβαίως καλύτερον νὰ ἔχῃ κανείς ἐξόχως εὐαίσθητον παρά νὰ ἔχῃ χαλαράν συνείδησιν. Ἔχει βέβαια μια δόση ἀσθένειας ἡ εὐαίσθητη συνείδηση, ἀλλά, ἐν πάση περιπτώσει, εἶναι προτιμότερο νὰ ἔχει κανείς μια εὐαίσθητη συνείδηση, παρά μια χαλαρή, μια σκληρή καί χωρίς εὐαισθησία συνείδηση.
Διαφέρει τῆς ὑπερακριβοῦς συνειδήσεως, ὅπως γράφει ὁ Henry Davis, S. J., κατά τό ὅτι «εἶναι ἀληθῆς καὶ βασίζεται ἐπί λογικῶν πεποιθήσεων· ἐνῷ ἡ ὑπερακριβής συνείδησις εἶναι πάντοτε ἐσφαλμένη».
Ἡ εὐαίσθητη λοιπόν συνείδηση προσέχει καὶ τὰ πιὸ μικρά σφάλματα· δείχνει περισσότερη εύαισθησία ἀπό ὅ,τι θὰ ἔπρεπε να δείξει σ' αὐτά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως, εἶναι σφάλματα πραγματικά, ἐνῶ ἡ ὑπερακριβής συνείδηση δίνει προσοχή σε φανταστικά σφάλματα. Αὐτός δηλαδή πού ἔχει τέτοιου είδους συνείδηση βρίσκει φανταστικά ἐλαττώματα και σφάλματα στὸν ἑαυτό του.
Κοντά στην ὑπερακριβή καί στην ευαίσθητη συνείδηση βρίσκεται ἡ συγκεχυμένη συνείδηση.
Ἡ συγκεχυμένη συνείδησις ἐμφανίζεται ἐκ τῆς δυσκολίας τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκλογῆς μεταξύ δύο λύσεων, ἑκάστη τῶν ὁποίων φαίνεται ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου ἐφάμαρτος.

Ἔχει μπροστά του κανείς δύο πράγματα, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει να διαλέξει ποιό θα κάνει. Νά κάνει τὸ ἕνα; Δέν εἶναι καλό. Να κάνει τὸ ἄλλο; Ἐπίσης, δέν εἶναι καλό. Πάντως, ἕνα ἀπὸ τὰ δύο πρέπει να κάνει. Ποιό ἀπὸ τὰ δύο ὅμως να κάνει; Ἔτσι, δημιουργεῖται μια σύγχυση στη συνείδηση. Βέβαια, μιά ὑγιής συνείδηση ξέρει τι θα κάνει, ἀλλά μια συγκεχυμένη συνείδηση δέν κατορθώνει τελικά να ξέρει τι θὰ κάνει.

Μία κυρία, εὐσεβής χριστιανή, ἠναγκάσθη να δεχθῇ ἐργασίαν, ὅπου αἱ δοσοληψίαι δὲν ἐγίνοντο ἐπί τῇ βάσει τῆς δικαιοσύνης. Διεμαρτυρήθη εἰς τούς μισθωτάς της, ἐξηγοῦσα πόσον ᾐσθάνετο δυστυχῆς ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως να πράττῃ παρά την συνεἰδησίν της. Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἀπερίφραστος· τῆς ὑπεδείχθη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγάς τῆς ἐπιχειρήσεως ἤ ἄλλως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐργασίαν. Δὲν ὑπῆρχε καμμία προοπτική ἄλλης ἐργασίας δι' αὐτήν, ἦτο δὲ ὁ κύριος ὑποστηρικτής τῆς χήρας και ἀναπήρου μητρός της. Τί ἔπρεπε να κάμη; Εζήτησε τὴν συμβουλήν τοῦ ἐφημερίου της. Ἀντιμετώπιζε δύο κακά καὶ δὲν ἐγνώριζε τί να κάμῃ. Ὁ ἱερεύς ἀντελήφθη ὅτι ἡ μόνη διέξοδος δι' αὐτόν καί διά τὴν Ἐκκλησίαν ἦτο να φροντίσῃ διά τήν ἐξασφάλισιν μιᾶς ἄλλης ἐξ ἴσου ἀμειβούσης ἐργασίας. Κατ' αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ἐλύθη το πρόβλημα.

Καί ἀφοῦ οὔτε τὸ ἕνα μποροῦσε νὰ γίνει οὔτε τὸ ἄλλο, ὁ ἱερέας τῆς βρῆκε μια ἄλλη ἐργασία, πού μποροῦσε νὰ τὴν κάνει πλέον ἄνετα, χωρίς νὰ ἀδικεῖ, χωρίς νὰ ἁμαρτάνει.

Παρόμοιαι καταστάσεις παρουσιάζονται συχνά· κατ' αὐτὰς ἡμπορεῖ αἱ ἐμφανιζόμεναι λύσεις ἑνός προβλήματος νὰ εἶναι ὅλαι κακαί. Ὅταν συμβαίνῃ τοῦτο, αἰσθάνεται κανείς τὴν ὀδύνην τῆς συγκεχυμένης συνειδήσεως.

Πνίγεται κανείς κυριολεκτικά. Τί να κάνει; Διαλέγει αὐτή τή λύση· τή βλέπει ἁμαρτωλή. Πάει πρός τὴν ἄλλη τη βλέπει ἐπίσης ἁμαρτωλή. Πάει πρός μιὰ ἄλλη τὸ ἴδιο. Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ συνείδηση αὐτή πού δυσκολεύεται σε τέτοια θέματα, ἔχει μπροστά της νὰ ἀντιμετωπίσει συγκεκριμένα περιστατικά, τὰ ὁποῖα πράγματι εἶναι προβληματικά, διότι παρεκκλίνουν ἀπό τό σωστό.

Ἡ ὑπερακριβής συνείδηση

Στήν εὐαίσθητη συνείδηση καί στη συγκεχυμένη συνείδηση ἔχουμε μια δόση ἀσθένειας. Στήν ὑπερακριβή ὅμως ἔχουμε πραγματική ἀσθένεια. Ἡ ὑπερακριβής συνείδησις εἶναι, ὅπως εἶπομεν, ἐνδεικτική πνευματικῆς ἀσθενείας. Οἱ ὑπερακριβεῖς εἶναι θύματα φανταστικῶν πνευματικῶν ἐμποδίων τῆς ἐλευθέρας των δράσεως. Βασανίζονται ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι ἀκόμη καὶ τὰ πλέον ἀβλαβῆ πράγματα συνιστοῦν ἁμαρτίαν.
Κάνουν, π.χ., κάτι τὸ ὁποῖο αὐτό καθ' ἑαυτό οὔτε ἁμαρτία εἶναι οὔτε ἐπιφέρει καμία βλάβη εἶναι ἀβλαβές. Λόγῳ ὅμως τοῦ ὅτι εἶναι ἀρρωστημένη ἡ συνείδησή τους, εἶναι δηλαδή ἄνθρωποι ψυχολογικά ἄρρωστοι, νομίζουν ὅτι ἔκαναν μια ἁμαρτία, καί ἀρχίζει μετά να δημιουργείται ἡ ἐνοχή, καί νά ἐμφανίζεται το βάρος στη συνείδηση.

Δημιουργοῦν πελωρίων διαστάσεων ἁμαρτίας ἀπό ἀληθινάς μηδαμινότητας. Θα ήμπορούσαμεν να γεμίσωμεν σελίδας ἐπὶ σελίδων με παραδείγματα τοῦ τύπου τῶν πραγμάτων ποὺ ἐνοχλοῦν τὸν ὑπερακριβή.
Κάποιος ὑπερακριβής ἠρνεῖτο να δώσῃ τάς τελικάς του πτυχιακάς ἐξετάσεις εἰς τὰ λατινικά, διότι εἶχε διαβάσει ὅτι ὁ εἰδικός ἐκεῖνος συγγραφεύς, εἰς τὰ ἔργα τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ, εἶχεν ἐκφράσει ἐπί τῆς ἐπιθανατίου κλίνης τὴν παράκλησιν να μή δημοσιευθοῦν τὰ ἔργα του. Μία τοιαύτη παράκλησις ἐπί τῆς ἐπιθανατίου κλίνης εἶναι κάτι πολύ ἱερόν, καὶ διὰ τοῦτο ᾐσθάνετο ὅτι θά διέπραττεν ἁμαρτίαν, ἐὰν ὑφίστατο τὰς ἐξετάσεις.

Ἐδῶ κάνει λόγο για κάποιον ποὺ ἔπρεπε να δώσει ἐξετάσεις στα λατινικά. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἄνθρωπο μορφωμένο. Μπορεί λοιπόν νὰ μορφωθεῖ κανείς καὶ καμιά φορά μάλιστα να πάρει μέσα στήν κοινωνία μια θέση τέτοια, για την ὁποία ἀπαιτοῦνται πολλά διπλώματα. Ἄν ὅμως ἔχει το σκουλήκι της ασθένειας μέσα του ἀπό μικρός -ἤ και αργότερα μπορεί να το ἀπέκτησε- μπορεί να κάνει τέτοια παράλογα πράγματα. Τί ἔκανε αὐτός;
Κάποιος συγγραφέας είχε γράψει τὰ ἔργα του στα λατινικά. Αὐτός ἐδῶ, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς ὁμιλεῖ το βιβλίο, σπούδαζε, καί ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα να δώσει πτυχιακές ἐξετάσεις στα λατινικά, θὰ ἐξεταζόταν ἀπό τά βιβλία πού εἶχε γράψει ὁ ἐν λόγῳ συγγραφέας. Ἐπειδή ὅμως, ἐνόσῳ ζοῦσε ὁ συγγραφέας, δὲν εἶχαν ἀκόμη δημοσιευθεί τα βιβλία του, καί ἐπειδή, τὴν ὥρα πού ἐπρόκειτο να πεθάνει, εἶχε πεῖ νὰ μὴ δημοσιευθοῦν, αὐτός ἐδῶ ὁ σπουδαστής νόμιζε ὅτι θά διαπράξει ἁμαρτία, ἐάν πάει καί με τα βιβλία αὐτά στο χέρι ἐξεταστεῖ, καί, τρόπον τινά, γίνει ἔτσι γνωστό τί λένε αὐτά τά βιβλία. Ἐνῶ δηλαδή εἶχαν δημοσιευθεῖ τὰ βιβλία καί κυκλοφοροῦσαν σε ὅλο τον κόσμο, αὐτός νόμιζε ὅτι θά ἁμάρτανε πολύ, ἄν ἐξεταζόταν στὰ ἔργα αὐτοῦ τοῦ συγγραφέα, μιά καί εἶχε πεῖ αὐτός να μή δημοσιευθοῦν. Φαίνεται λίγο ἀνόητο αὐτό, ἀλλὰ εἶναι ὅμως μιὰ ἐκδήλωση τῆς ἀσθένειας.


Κάποιος ἄλλος, κατά τάς ὥρας τῶν νοσηρῶν σκέψεών του, ἐνεθυμεῖτο ὅτι ἔφθανεν ἐνίοτε εἰς τὴν ἐργασίαν του τὸ πρωῖ ἕνα ἤ δύο λεπτά ἀργότερον. Ἡ «ἀτιμία» αὐτή ἐξωγκώθη σταθερῶς καί ἔλαβε πελωρίας διαστάσεις εἰς τὸν νοῦν του.
Ἔλεγε με το μυαλό του: «Ἕνα δυό λεπτά ἀργότερα πηγαίνω στὴν ἐργασία μου. Κάνω μεγάλη ἀτιμία, μεγάλο κακό». Καί ἄρχισε αὐτό νὰ ἐξογκώνεται μέσα στο μυαλό του.
Ἐν τῇ ἀγωνίᾳ του ἐπλησίασε τούς προϊσταμένους του καί ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἑβδομαδιαίας του ἀμοιβῆς, μέχρις ὅτου ἐξοφλήσῃ εἰς τὸ ἀκέραιον το ποσόν πού ἐνόμιζεν ὅτι τοὺς ὀφείλει ἕνεκα τῶν πρωϊνῶν του καθυστερήσεων.
Πῆγε στούς προϊσταμένους του και τοὺς εἶπε: «Εγώ κάποιες φορές ἔρχομαι δυό λεπτά ἀργότερα, και γι' αὐτό πρέπει νὰ μοῦ κόψετε λίγο ἀπὸ τὸν μισθό μου». Το δέχθηκαν οἱ προϊστάμενοι. Ἄλλο πού δέν ἤθελαν.
Ὅταν δὲ ἐπλήρωσεν, ἤρχισε νὰ ἀνησυχῇ ἂν ἡ ἀποζημίωσις πού κατέβαλεν ἦτο πράγματι ἐπαρκής.

Ὑπερακρίβεια: ἀσθένεια τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς

Ὅτι ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι ἀσθένεια τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς φαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι αἱ μοναί εἶναι ἑστίαι ὑπερακριβῶν. Εὑρίσκονται ἐκεῖ πολλοί ἄνθρωποι, ἐπειδή εἶναι ὑπερακριβεῖς. Εἶναι περίεργον ὅτι συχνά θεωροῦνται ὡς οἱ μεγαλύτεροι τῶν ἁγίων.

Αὐτός βέβαια εἶχε ὑπ' ὄψιν του τά καθολικά μοναστήρια καί λέει ὅτι στα μοναστήρια καταφεύγουν ἄνθρωποι ὑπερακριβεῖς. Ἄνθρωποι που, ἄς ποῦμε, με το σταγονόμετρο καὶ μὲ τὴ μεζούρα κάθονται καί ζυγίζουν καί μετροῦν ὁρισμένα πράγματα. Ὅπως ὅμως θὰ πεῖ πιο κάτω, στο βάθος τῆς ψυχῆς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει πελώρια πραγματική ἁμαρτία κρυμμένη. Καί αὐτοί, ἀντὶ νὰ προσέξουν ἐκείνη τὴν ἁμαρτία, προσέχουν αὐτά τά μηδαμινά καί θέλουν νὰ τα τακτοποιήσουν αὐτά, γιὰ νὰ σκεπάσουν την πραγματική ἁμαρτία.

Ἡ ὑπερακρίβεια τῶν ρωμαιοκαθολικῶν, ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἄλλων χριστιανῶν πού θεωροῦν τὴν ἐξομολόγησιν ὡς οὐσιῶδες μέρος τῆς θρησκευτικής των ζωῆς, ἐκδηλοῦται συνήθως ἐν σχέσει πρός τάς ἐξομολογήσεις τοῦ παρελθόντος.

Ἡ ὑπερακρίβεια δηλαδή φαίνεται καὶ ἐκεῖ στην ἐξομολόγηση.

Ἀμφιβάλλουν ἂν ἡ λύπη των ἦτο πράγματι βαθεῖα καὶ ἀρκετά γνησία, ἢ ἄν αἱ ἐξηγήσεις, τάς ὁποίας ἔδωκαν εἰς τὸν πνευματικόν, ἦσαν ἀρκούντως εἰλικρινεῖς καὶ σαφεῖς· ἴσως, σκέπτονται, ἕνα ὡρισμένον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπέκρυψαν, ἐὰν ἀπεκαλύπτετο, θὰ ἔκαμνε τὸν πνευματικόν να λάβῃ σοβαρώτερον ὑπ' ὄψει την περίπτωσίν των.
Εἶναι καί αὐτό κάτι που πρέπει να το προσέξουμε. Λόγῳ ἀσθενείας κανείς –καί ὄχι ἀπό διάθεση μετανοίας ἤ διότι παίρνει μια πραγματικά σωστή στάση ἀπέναντι τῆς ἁμαρτίας
 ἔχει ἐκδηλώσεις μιᾶς ὑπερακριβούς συνειδήσεως. Κάθεται δηλαδή καί κάνει λογαριασμούς μέ τόν Θεό, λέτε καὶ ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ σωτηρία μας εἶναι μὲ τὸ δράμι. Ὅπως ὁ μπακάλης, καθώς ζυγίζει τα φασόλια, βάζει ἕνα ἀκόμη, ἕνα ἀκόμη, μέχρις ὅτου ἡ ζυγαριά να δείξει ἀκριβῶς τὸ ζητούμενο βάρος, ἔτσι καί αὐτός ὁ ἄρρωστος διερωτάται: «Μήπως ἔπρεπε λίγο ἀκόμη να λυπηθώ; Μήπως ἔπρεπε λίγο ἀκόμη να τα μεγαλοποιήσω στον πνευματικός» Ὅλα αὐτά εἶναι ἀρρωστημένες ἐκδηλώσεις.


Ἄλλο τώρα ὅτι μπορεῖ νὰ πάει κανείς στον πνευματικό, καὶ ἐνῶ πρέπει, τὴν ἁμαρτία ποὺ ἔχει κάνει, νὰ τὴν πεῖ ἔτσι πού να καταλάβει ὁ πνευματικός τί ἁμαρτία ἔχει κάνει ὁ ἐξομολογούμενος, αὐτός τη σκεπάζει, καθώς βρίσκει τρόπο να την παρουσιάσει με λόγια τελείως ἀλλιώτικα ἀπό κεῖνα πού ἔπρεπε νὰ πεῖ. Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου σωστό. Καί ὅταν ἀργότερα συνέλθει κανείς καί πεῖ: «Γιά στάσου! Ἐγώ ἐξομολογήθηκα, ὅμως στην πραγματικότητα δέν ἐξομολογήθηκα, ἀλλά δικαιολογήθηκα. Ἐγώ δέν φανέρωσα τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἔκρυψα τὴν ἁμαρτία», τότε φυσικά, χωρίς καμιά ἀργοπορία, πρέπει να πάει να φανερώσει τὴν ἁμαρτία. Ὄχι ὅμως κινούμενος ἀπό μιά άρρωστημένη διάθεση ὑπερακριβείας, για να βάλει δηλαδή ζυγαριά καὶ νὰ ἀρχίσει να τα ζυγίζει, ἀλλά ἀπὸ διάθεση να ἀναγνωρίσει τὴν ἁμαρτία του και να μετανοήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἐδῶ, στο βιβλίο ἀπὸ τὸ ὁποῖο διαβάζουμε, ἀναφέρεται στη συνέχεια καὶ μιὰ ἄλλη χαρακτηριστική περίπτωση θρησκευτικῆς ὑπερακρίβειας. Γίνεται λόγος για κάποιον καθολικό, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔγινε ἱερέας, ἦταν μέν καλός κατά τὰ ἄλλα, ἀλλά εἶχε μια τέτοια διάθεση ὑπερακρίβειας, ὥστε καθόταν ώρες ὁλόκληρες -τρόπος τοῦ λέγειν- καί σπόγγιζε καὶ ξανασπόγγιζε τὸ Ἅγιο Ποτήριο, μή μείνει τίποτε. Καί ὅσο το σπόγγιζε, τόσο καί ἔβγαινε καὶ κανένα χνούδι ἀπὸ τὸ πανί μὲ τὸ ὁποῖο το σπόγγιζε, και νόμιζε ὅτι αὐτό ἐκεῖ ήταν κανένα ψίχουλο ἀπὸ τὴν ὅστια, καὶ ἔτσι πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Τελικά πῆγε σὲ ἕναν πνευματικό, ὁ ὁποῖος, εὐτυχῶς, ήξερε ἀπό αὐτά, καί, οὔτε λίγο ούτε πολύ τοῦ ἐπέβαλε ἀργία γιὰ ἕνα διάστημα, ώσπου συνήλθε καὶ θεραπεύθηκε.

Λαθεμένοι τρόποι θεραπείας τῆς ὑπερακρίβειας

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(18)

Συνέχεια από: Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Δ3
Β΄ έκδοση

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δ’ Το πρόβλημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας

Ἂν δὲν σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι


Διάφορες παρανοήσεις...

Συνεχίζουμε το θέμα μας, ποὺ εἶναι: το πρόβλημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας. Ὁ κληρικός αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ αὐτὰ τὰ θέματα, γράφει καὶ τὰ ἑξῆς ἀκόμη:

Ὡς αἰτιολογικοί παράγοντες ἀσυνειδήτου ένοχῆς θεωροῦνται ἐπίσης καί διάφοροι παρανοήσεις ὅσον ἀφορᾶ τὴν σεξουαλικότητα ἤ τάς σεξουαλικάς διαστροφάς.

Καί ἀπό κάτι τέτοια δημιουργοῦνται αἰσθήματα ἐνοχῆς. Καί εἶναι τόσο ὀδυνηρά αὐτὰ τὰ αἰσθήματα ἐνοχῆς, ὥστε, ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὰ ζεῖ, βιάζεται να τα ξεχάσει. Βιάζεται να γλιτώσει ἀπό αὐτά, καὶ ἐκεῖνο ποὺ τελικά κατορθώνει εἶναι νὰ τὰ ἀπωθήσει, νὰ τὰ σπρώξει στὸ ὑπόγειο τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἔχουμε πεῖ, καὶ ἔπειτα αὐτά συντελούν στη δημιουργία αἰσθημάτων ἐνοχῆς γιὰ ἀσυγχώρη τη ἁμαρτία.

Κάποιοι λοιπόν ἔχουν αἰσθήματα ἐνοχῆς, τὰ ὁποία προέρχονται ἀπό προβλήματα πού ἀναφέρονται στη σεξουαλική ἐν γένει ζωή. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναφερθούν ὁρισμένα πράγματα ἔτσι ὑπεύθυνα, γιὰ νὰ τὰ ἔχουμε ὅλοι ὑπ' ὄψιν μας· καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ καθένας, ἀλλά καί για να δώσει κανείς σὲ ἕναν ἄλλο μια συμβουλή, ὅταν χρειάζεται. Λέει, λοιπόν, ὁ κληρικός:

Ἀπλαὶ ὀνειρώξεις ἤρκεσαν να πείσουν κάποιο πρόσωπον ὅτι ἦτο μία χαμένη ψυχή «χωρίς Θεόν καὶ χωρίς ἐλπίδα εἰς τὸν κόσμον».

Καθώς ἕνας νέος μεγαλώνει, εἶναι ἀπολύτως ἀναπόφευκτο να παρουσιαστοῦν τέτοια πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία εὐθύνη φέρει, γιατί εἶναι φυσιολογικότατες ἐκδηλώσεις. Ὅταν ὅμως δέν τὸ ἔχει ὑπ' ὄψιν του αὐτὸ ὁ νέος εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε διότι ἔχει ἀκούσει ἀπό μεγαλυτέρους ὅτι αὐτά εἶναι πράγματα φοβερά, τότε, κάθε φορά που παθαίνει κάτι τέτοιο, αἰσθάνεται πάρα πολύ ἔνοχος. Καί φυσικά, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἐνοχή καὶ ἔτσι ζεῖ μὲ τὴν ἐνοχή. Καί ἐνοχή πάνω στήν ἐνοχή, δημιουργεῖται ἡ περιδεής συνείδηση.

Αὐτός λοιπόν που πάθαινε αὐτό το πράγμα, ἐσυνήθιζε νὰ ἐξυπνᾷ μετά ἀπό κάθε ὀνείρωξιν καὶ ἀπογοητευμένος να διέρχεται τὸ ὑπόλοιπον τῆς νυκτός γονυκλινής ἐκζητῶν συγγνώμην. 

Μπορεῖ νὰ συμβεί στη ζωή κάποιου ὄχι μόνο αὐτό, δηλαδή ὀνείρωξη, ἀλλά καί ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ κάνει ότιδήποτε μή καλό πράγμα. Ἐὰν σ' αὐτὸ τὸ κάτι πού τοῦ συμβαίνει ἢ πού ἔκανε δώσει μεγάλη σημασία, νομίσει δηλαδή ὅτι ἔγινε κάτι φοβερό, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀνεπανόρθωτου, καί ζήσει αὐτὸ τὸ βίωμα, αὐτή την ενοχή καὶ δὲν την τακτοποιήσει, ἀρρωσταίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἀναφέρεται ἐδῶ,

Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή σ' αὐτά τά θέματα, γιατί μπορεῖ κανείς να καταντήσει σε μια ἀρρωστημένη κατάσταση, καὶ νὰ ζεῖ μὲ αἰσθήματα ἐνοχῆς, καθώς νομίζει ὅτι διέπραξε ἀσυγχώρητη ἁμαρτία, ἁπλῶς καὶ μόνο διότι με τη σκέψη του, με το μυαλό του μεγαλοποιεῖ, ἐξογκώνει τα πράγματα, εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε για διάφορους ἄλλους λόγους.

Ὅσον μεγαλύτερος ήτο ὁ φόβος του, τόσον συχνότερον ἐπανήρχοντο αἱ ὀνειρώξεις,

Κάποιος πατήρ τῆς Ἐκκλησίας λέει ὅτι, ὅποιος θέλει νὰ μὴν πάθει ἀφύσικα κάτι τέτοιο διότι φυσιολογικά οὕτως ἤ ἄλλως θὰ τὸ πάθει μεταξύ τῶν ἄλλων πρέπει να μή φοβάται μήπως το πάθει. Έκεῖνος ποὺ φοβᾶται μήν τὸ πάθει, τελικά, λέει, θά το πάθει.

Κάποιος ἄλλος, τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις ήτο τόσον σοβαρά, ὥστε νὰ ζητῇ καθ' ἑκάστην καὶ ἐπανειλημμένως συναντήσεις μετά τοῦ ἐφημερίου του, ἀνεκουφίσθη πλήρως μετά δίωρον συνομιλίαν, κατά τήν ὁποίαν ἐξωμολογήθη κοινήν σεξουαλικήν διαστροφήν, καὶ τὸ πνεῦμα του ἀνεπαύθη. Είχε πέσει θύμα ἑνὸς κακογραμμένου βιβλιαρίου «Περί σωφροσύνης», τὸ ὁποῖον διεκήρυττεν ὅτι ὁ Αδης εἶναι ὁ τόπος προορισμοῦ τῶν ἐνεχομένων εἰς τοιαύτας πράξεις.

Είχε βιώσει «ἀπότομον ἐπιστροφήν», ἡ ὁποία είχε θέσει τέρμα εἰς τὴν διαστροφήν, επρόκειτο ὅμως περί ἐπιστροφῆς (ἐννοεῖ ἐπιστροφή στον Θεό), ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώθησιν μᾶλλον παρά τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ἐνοχῆς.

Αὐτός ἐδῶ, ὁ καημένος, πήγαινε κάθε τόσο στὸν ἐφημέριο, ἀλλὰ ὁ ἐφημέριος δέν μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει καί τελικά βρῆκε αὐτόν τον κληρικό, που γράφει αὐτό το βιβλίο, καί μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε δύο ώρες συνομιλία. Ὁ κληρικός κατάλαβε τί τοῦ συμβαίνει καὶ τὸν βοήθησε.

Θυμήθηκε ὁ ἄρρωστος κάτι πού εἶχε κάνει στο παρελθόν, πρίν τὴν ἐπιστροφή του, καί στὸ ὁποῖο εἶχε δώσει μεγάλη σημασία. Το εἶχε ἐξογκώσει, τό εἶχε πάρει κατάκαρδα και τελικά το εἶχε ἀπωθήσει. Αντί δηλαδή να σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά πεῖ: «Θεέ μου, ἔκανα αὐτὸ τὸ πράγμα», ἀπώθησε τὴν ἐνοχή καί τελικά ἀρρώστησε. Τώρα, μέ τή βοήθεια αὐτοῦ τοῦ κληρικοῦ-ψυχολόγου, τό ἐπανέφερε στη συνείδηση, το ξαναέζησε, ἀλλά φυσικά ὡς κάτι που δὲν ἦταν καθόλου σωστό. Στάθηκε δηλαδὴ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν μετανοίᾳ. Καί ἐλευθερώθηκε. Ἀναπαύθηκε, λέει, τὸ πνεῦμα του.

Συνθῆκες ἐπιστροφῆς στόν Θεό


Καί συνεχίζει ὁ κληρικός:

Καλόν εἶναι, νομίζω, νὰ ἐξετάζῃ κανείς ἐκείνους που αὐτοκατηγοροῦνται ὡς ἔνοχοι τῆς ἀσυγχωρήτου ἁμαρτίας ὡς πρὸς τὰς συνθήκας τῆς ἐπιστροφής των. Θα εὑρεθῇ συνήθως ὅτι ἐνθυμοῦνται κάποιο βίωμα ἐπιστροφῆς.

Πρέπει πάρα πολύ να προσέχει κανείς, νὰ ἐξει τάζει, να έρευνα και στον ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους για τους οποίους φέρει κάποια ευθύνη, τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἔκανε να πιστέψουν στον Θεό, καὶ πῶς περίπου ἔγινε ἡ ἐπιστροφή τους στον Θεό. Μπορεῖ δηλαδή ἡ ἐπιστροφή τους νὰ μὴν ήταν τίποτε ἄλλο παρά αὐτό: ζοῦσαν ὡς ἐκείνη τη στιγμή μὲ ἄγχος, μὲ μιὰ ἀγωνία, που προερχόταν από αἰσθήματα ἐνοχῆς ἕνεκα ἁμαρτίας γιὰ τὴν ὁποία δέν μετενόησαν καὶ δὲν πῆγαν στον Θεό να τους τή συγχωρήσει. Ὁπότε, τὴν ὥρα πού ἐπιστρέφουν καί γίνονται χριστιανοί, δεν κάνουν τίποτε ἄλλο, παρά ἁπλῶς ἀπωθοῦν τὴν ἐνοχή αὐτή. Όχι ὅτι με τανοοῦν ἀληθινά. Γι' αὐτό καί δέν νιώθουν να συγ χωροῦνται καί ἑπομένως νὰ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ το βάρος τῆς ἐνοχῆς.

Καί ἔτσι, ἐμφανίζεται κανείς ὡς χριστιανός πιά καί νομίζει ὅτι γλίτωσε ἀπό ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὀδυνηρά πού εἶχε ζήσει ἐνῶ στην πραγματικότητα ἁπλῶς τὰ ἀπώθησε. Καί γι' αὐτό παρατηρεῖται τὸ ἐξῆς: ἕνας γνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπιστρέφει στον Θεό, καί τις πρώτες μέρες, τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐπιστροφῆς του φαίνεται να πηγαίνει ἀρκετά καλά. Ἀλλὰ ἀργότερα δέν αἰσθάνεται καλά. Ζεῖ διαρκῶς μὲ ἕνα ἀόριστο βίωμα ἐνοχῆς, βρίσκεται σε μια και τάσταση πού δέν εἶναι καθόλου καλή. Καί ἀπορεί τί συμβαίνει. Κατά πᾶσαν πιθανότητα σ' αὐτές τις περιπτώσεις, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπέστρεψε στον Θεό, ή όλη μετάνοιά του, ἡ ὅλη του επιστροφή έγινε κατά τέτοιον τρόπο, ποὺ ἁπλῶς ἀπώθησε την ένο χή του καὶ τὰ μή καλά βιώματά του. Ἑπομένως, οὐσιαστικά δέν συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες του.

Πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε. Δέν ξέρω ἂν πέφτω πολύ ἔξω, ἄν πῶ ὅτι τοὺς σύγχρονους χριστιανούς κάπου ἐδῶ μπορεῖ κανείς να τούς βρεῖ. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι ἡ ζωή τους ὄντως χριστιανική, ἀλλὰ ἢ εἶναι μια ἀρρωστημένη χριστιανική ζωή ἢ εἶναι μια ζωή που ἁπλῶς φέρει τὸ ἐπίχρισμα το χριστιανικό· κατά βάθος δὲν εἶναι χριστιανική.

Χωρίς να θέλουμε κανένα να στενοχωρήσουμε -πολύ περισσότερο να προσβάλουμε- πρέπει να ποῦμε μιὰ ἀλήθεια ἀκόμη, πού καί ἄλλες φορές μέἄλλον τρόπο τὴν ἔχουμε πεῖ: Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι πού θρησκεύουν, ὡς ἐπί το πλεῖστον εἶναι ὄχι και τόσο καλά τακτοποιημένοι ψυχολογικά. Εἶναι, ἄς ποῦμε, ἄνθρωποι χτυπημένοι ἀπό δῶ, πληγωμένοι ἀπό κεῖ. Δέν μπορεῖ ἡ συνείδησή τους να σηκώσει τήν ἐνοχή, το βάρος τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔχουν διαπράξει, δέν μποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα ἀλλιῶς στη ζωή, καί καταφεύγουν στην Ἐκκλησία, στον χριστιανισμό, στον Χριστό, ἀλλὰ ὄχι ὅτι γίνεται μια πραγματική ἀλλαγή μέσα τους. Ἁπλῶς, πιάνονται λίγο ἀπό τὸ Εὐαγγέλιο, λίγο ἀπό κάπου ἀλλοῦ, ἀπωθοῦν τὴν ἐνοχή, καί γι' αὐτό ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν καὶ πάλι κατά ἕναν ἀρρωστημένο τρόπο. Αλίμονό μας ἂν δὲν τὸ ξέρουμε αὐτό καὶ νομίζουμε πώς κάνουμε σπουδαία πράγματα.

Μπορούμε πράγματι να κάνουμε πολλά πράγματα μέσα στήν Ἐκκλησία, ἄν στηριχθοῦμε στον Χριστό καὶ ἄν ὅλα αὐτά τά μή καλά βιώματα τα παρουσιάσουμε χαρτί καί καλαμάρι στον Χριστό καί ἀφήσουμε νὰ τὰ ἀναλάβει Ἐκεῖνος. Διότι, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Τάς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτός ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ το ξύλον». Ὁ δὲ προφήτης Ησαΐας: «Ούτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται».

Καί ὁ τίμιος Πρόδρομος: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου».

Το θρησκευτικό ὑπόβαθρο τοῦ ἀσθενοῦς

Ἕνας ἄλλος παράγων πού πρέπει νὰ ἔχωμεν κατά νοῦν, ὁσάκις ἀντιμετωπίζομεν το πρόβλημα αὐτό, εἶναι τὸ θρησκευτικόν ὑπόβαθρον τοῦ ἀσθε νοῦς. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὅλαι αἱ περιπτώσεις τοιούτου εἴδους πού ἔχω ὑπ' ὄψει μου ἐδημιουργήθησαν ὑπό γονέων ἀσκούντων θρησκευτικότητα τοῦ αὐστηροῦ καί στενοῦ τύπου, ἐντός μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἀτμοσφαίρας, ἡ ὁποία ἦτο ἀρνητική, καταπιεστική καί ὑπερβολικά πουριτανική.

 Ὁ συγγραφέας πού γράφει αὐτά ἐδῶ εἶναι κληρικός μέν ἀλλὰ ὄχι ὀρθόδοξος, καί γι' αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε κατά γράμμα ὅσα γράφει. Ωστόσο ὅμως, ἀληθεύουν καί ὡς πρὸς ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους. Καί πρέπει να γνωρίζουμε ὅτι κάνουν πάρα πολύ κακό οἱ γονεῖς ἤ γενικῶς οἱ μεγαλύτε ροι, ὅταν εἶναι ὑπέρ-αὐστηροί καί σε θρησκευτικά ἀκόμη θέματα, καί μάλιστα την αὐστηρότητα αὐτή τη συνδέουν με την τιμωρία τοῦ Θεοῦ καί τον τρό μο τῆς κολάσεως.

Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις πού, μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος θα καταλάβει ὅτι τὸν περιμένει κάποια τιμωρία, κάτι που λέγεται, ας πούμε, κόλαση, μόνο τότε μπορεῖ λίγο-λίγο να συνέλθει και να συγκρατηθεῖ. Ἀλλά πρέπει να καταλάβουμε πολύ καλά ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά ὅτι Εὐαγγέλιο σημαίνει ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, δωρεά τοῦ Θεοῦ, που δίδεται στὸν ἄνθρωπο, χωρίς νὰ τὸ ἀξίζει. Δέν μᾶς τὰ δίνει αὐτά ὁ Θεός ἐπειδή τὸ ἀξίζουμε, ἐπει-δή κάνουμε κάτι. Δὲν τὸ ἀξίζουμε, καί ὅμως μᾶς τὰ δίνει. Καί τό μόνο πού περιμένει ἀπό μᾶς εἶναι νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε αὐτά, να τα δεχθοῦμε καί νά κάνουμε ὅ,τι χρειάζεται πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, για να δείξουμε ὅτι τὰ ἐκτιμοῦμε καί ὅτι τα θέλουμε.

Δέν τίθεται το θέμα ἔτσι: μᾶς καθίζει στο σκαμνί ὁ Θεός καί σὰν νὰ μᾶς λέει «Η κάνεις ἔτσι που λέω ἤ σοῦ παίρνω το κεφάλι». Σε κάτι τέτοιο μετατρέπουμε καμιά φορά ἐμεῖς τὸν χριστιανισμό. Τουλάχιστον στα μικρά παιδιά ἔτσι ἐμφανίζεται, ὅταν εἴμαστε αὐστηροί ὅμως καθόλου δέν εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Το πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι: ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δωρεά τοῦ Θεοῦ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ἀδύναμο, ἁμαρτωλό, σε ἕναν ἄνθρωπο πεπτωκότα, ἀλλά ὁ ὁποῖος ὅμως τὴν ἀναγνωρίζει καί τή δέχεται αὐτή τή δωρεά τοῦ Θεοῦ. Καθόλου δεν σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δίνει τή δωρεά, καὶ ἀπό κεῖ καὶ πέρα ἄς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι θέλει. Ὄχι. Δέν τή δίνει ὁ Θεός μὲ αὐτή τὴν ἔννοια.

Ἐντός τοιαύτης ἀτμοσφαίρας ἡ ἔμφασις εἰς τὸ κήρυγμα τίθεται ἐπί τοῦ «τιμωροῦ Ἰεχωβά», τῆς φο-βερᾶς κρίσεως καὶ μιᾶς ὠμά ὑλιστικῆς κολάσεως.

Οἱ ἑτερόδοξοι παρεξηγούν τα πράγματα. Και ἄλλοι ἀπό αὐτούς μπορεῖ νὰ ἀναφέρονται στην κόλαση μέ τὸ πνεῦμα αὐτό πού λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας, ἐνῶ ἄλλοι καθόλου δέν θέλουν να μιλοῦν περί κα λάσεως ἤ ἀποφεύγουν να μιλοῦν. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἦταν αὐστηρότατοι καί «δέν δέχονταν τρίχα στο σπαθί τους» προκειμένου γιά τόν ἑαυτό τους, γιὰ τοὺς ἄλλους βλέπει κανείς νὰ ἔχουν ἀπέραντη ἀγάπη, ἀπέραντη ευσπλαχνία.

Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἶχε φθάσει ὁ ἴδιος σε τέτοια κατάσταση, πού ἔλεγε: Ὅταν φθάσει ὁ χρι-στιανός σε τελεία πνευματική κατάσταση, που να εἶναι δηλαδή γεμάτος ἀπό ἀγάπη, τότε αἰσθάνεται εὐσπλαχνία, συμπόνια, ὄχι ἁπλῶς πρὸς κάθε ἄνθρωπο, ἀλλά καί πρός κάθε ἀντικείμενο, πρός κάθε δη-μιούργημα· ἀκόμη καί πρὸς τὸν διάβολο, θὰ ἔλεγε κανείς. Λυπᾶται τὸν διάβολο, ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός τον τιμωρεῖ, ἀλλὰ γιὰ τὸν λόγο ὅτι δὲν θέλει να μετανοήσει, γιὰ νὰ σωθεῖ καὶ αὐτός. Δυστυχῶς ὁ διάβολος ἔχει φθάσει σε μια τέτοια κατάσταση, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μετανοήσει. Τονίζουν λοιπόν οἱ πατέρες την κρίση, την τι μωρία· δὲν διστάζουν να μιλήσουν περί κολάσεως, δὲν διστάζουν να μιλήσουν γιὰ τὸ ὅτι θα δώσουμε λόγο στον Θεό, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ λένε, ἀκριβῶς γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ σοῦ δίνει τὰ ἀγαθά του ὁ Θεός, σοῦ φανερώνει τὴν ὅλη ἀλήθεια, γιὰ νὰ σοῦ δείξει τὴν ἀγάπη του. Δέξου τα αὐτά, ὅσα σοῦ φανερώνει, για να σωθεῖς.

Αἱ ἰδέαι αὐταί (περί φοβερᾶς κρίσεως κτλ.) ἐντυπώνονται κατά την πρώτην ἡλικίαν εἰς τὸν νοῦν τῶν πλέον εὐαισθήτων.

Σε παιδιά με πολύ ευαίσθητη ψυχή πᾶνε καί κολλᾶνε αὐτές οἱ ἰδέες καί ἀφήνουν τη σφραγίδα τους, τα χνάρια τους, καί γίνεται τέτοια πληγή, ἡ ὁποία σχεδόν δέν γιατρεύεται. Πρέπει να μεγαλώσει το παιδί, να καταλάβει τί τοῦ ἔγινε, νὰ βρεθεῖ καὶ ἄνθρωπος κατάλληλος να το βοηθήσει, καί ἔτσι ὑπάρχει ἐλπίδα να γιατρευτεί. Γιατρεύονται ὅμως πληγές πού ἔχουν παλιώσει; Βέβαια, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ γιατρέψει, ἀλλά ἀπό τὴν πλευρά τῆς ἐπιστήμης, τῆς ψυχολογίας, εἶναι πάρα πολύ δύσκολο. Επομένως, πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε μήν τυχόν μὲ αὐτά που λέμε στο παιδί τραυματίζουμε την ψυχή του,

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει: Στην ἀμφιβολία νικᾶ τὸ φιλάνθρωπο. Καί θα μπορούσαμε να πουμε ἐδῶ αὐτό: ὅταν ἔχουμε ἀμφιβολία -να κάνουμε τούτο ή το ἄλλο; Δεν ξέρουμε ποιό ἀπό τά δύο να διαλέξουμε να προτιμούμε ἐκείνο πού εἶναι φιλανθρωπότερο. Αὐτό βέβαια ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος το λέει για τους ἐξομολό γους, ἀλλά μποροῦμε νὰ τὸ ἐφαρμόσουμε κι ἐδῶ.

Ὁ γονέας, δηλαδή, ὁ δάσκαλος, γενικῶς ὁ μεγαλύτερος, που θέλει να βοηθήσει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, καθώς δεν ξέρει, διερωτάται: «Άραγε, ἔτσι πού θα μιλήσω στο παιδί, θὰ τοῦ κάνω κακό ἤ ὄχι; Εἶναι εὐαίσθητη ψυχούλα. Αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ θὰ πῶ τὰ κάπως τσουχτερά μήπως θα το τραυματίσουν; Ἢ ἀντέχει, καὶ ἑπομένως μπορῶ νὰ τοῦ πῶ καὶ μερικά πράγματα» Ὅταν λοιπόν δέν μπορεῖ κανείς να το καταλάβει αὐτό, καλύτερα ἄς πάρει τή φιλάνθρωπη πλευρά. Δηλαδή, ἂς μὴν πεῖ τα τσουχτερά.


Κάποια κυρία ἐνθυμεῖται ὅτι ὁ πατέρας της ἐσυνήθιζε να διαβάζῃ εἰς τὸ κρεββάτι πρίν κοιμηθοῦν τρομακτικάς ἱστορίας ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη.

Καί ὄχι μόνο τέτοιες ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἱστορίες λένε οἱ γονεῖς λίγο πρίν ἀπὸ τὸν ὕπνο στα παιδιά. Το παιδί κοιμᾶται μὲ αὐτές τις ἱστορίες, καὶ τὴ νύκτα, ἂν τυχόν ξυπνήσει, τὰ θυμᾶται αὐτά. Καί ποιός ξέρει! Καμιά φορά μπορεῖ νὰ μείνει ἀρκετή ὥρα χωρίς ὕπνο, μπορεῖ νὰ μείνει καὶ ἄναυδο, ἐνθυμούμενο αὐτὰ τὰ πράγματα.

Ἦτο τότε μόλις ἑπτὰ ἐτῶν. Ἐνθυμεῖται δὲ τὴν ἀγωνίαν ποὺ ἐδοκίμαζεν εἰς ὥρας ἀϋπνίας, φοβουμένη τὸ ἐνδεχόμενον τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταδίκης εἰς τὴν κόλασιν.


***

Κλείνοντας αὐτό το κεφάλαιο, νὰ ποῦμε το ἐξῆς: Ἄς γνωρίζουμε καὶ ἄς ἔχουμε ὑπ' ὄψιν μας ὅτι πολλά πράγματα πού συμβαίνουν κατά την παιδική ἡλικία, τὰ ὁποῖα δέν εἶναι αὐτά καθ' ἑαυτα σοβαρά, μποροῦν νὰ δημιουργήσουν αἰσθήματα ἐνοχῆς σε εὐαίσθητα κυρίως παιδιά, καί εἴδηση να μήν πάρουν οἱ γονεῖς. (Εὐτυχῶς που περάσαμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἡλικία αὐτή καί μόνο ἔτσι μποροῦμε λίγο να ἔρθουμε στη θέση τοῦ παιδιοῦ). Μετά ἀπωθοῦνται τὰ αἰσθήματα, τα βιώματα αὐτά, καί ἔπει τα σε ὅλη τους τή ζωή οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἔχουν ἕνα αἴσθημα ἀορίστου ἐνοχῆς.

Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι διαρκῶς αἰσθάνονται ένοχοι καὶ δὲν μποροῦν νὰ νιώσουν λίγο ξαλαφρωμένη τὴν ψυχή τους, να νιώσουν λίγο ἄνετα· δὲν μποροῦν νὰ χορτάσουν τον Θεό, να νιώσουν αὐτό πού λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Διέρρηξας τους δεσμούς μου». Να νιώσουν δηλαδή ὅτι τὰ πάντα, ὅλα τὰ δεσμά, τὰ ἔσπασε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως φαίνεται ἐκεῖ στὴν ἁγιογραφική ἀπεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Δὲν ἔμεινε καμιά ἁλυσίδα να δένει τοὺς ἀνθρώπους.

Οἱ προτεστάντες προσπαθούν, κυρίως διὰ τῆς αὐθυποβολῆς, να νιώσουν ὅτι εἶναι συγχωρημένοι, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ ἐνοχή. Δὲν γίνεται ἔτσι. Ἂν δὲν σε ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι. Άλλά γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, πρέπει να πάρεις τὴν ἁρμόζουσα στάση ἀπέναντί του. Ἂν δὲν τὴν πάρεις, δέν μπορεῖ νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νὰ ἔρθει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ.

11-5-1969

Το πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἀγάπη, δωρεά τοῦ Θεοῦ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ἀδύναμο, ἁμαρτωλό, πεπτωκότα, ἀλλά ὁ ὁποῖος ὅμως τὴν ἀναγνωρίζει καί τή δέχεται αὐτή τη δωρεά.

Καθόλου δεν σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δίνει τη δωρεά, καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι θέλει. Ὄχι. Δὲν τὴ δίνει ὁ Θεὸς μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(17)

Συνέχεια από: Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Δ2
Β΄ έκδοση

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Δ’ Το πρόβλημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας

Ἡ σημασία τῆς ἡλικίας στη θεραπεία τῶν ψυχολογικῆς φύσεως ἀσθενειών

Πρέπει να λεχθεῖ ὅτι σ' αὐτή τήν ἀσθένεια πιο πολύ καταλήγουν οἱ μελαγχολικοί τύποι, χωρίς να ἀποκλείονται καί οἱ ἄλλοι τύποι. Καί ἔτσι καταλή γουν σε μια κατάσταση νευρωτική ή ψυχωτική.

Ἐδῶ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ψύχωση εἶναι δυνατόν νὰ μὴν ὀφείλεται σε ἐνοχή. Ἡ νεύρωση ὅμως, κατά κανόνα, ὀφείλεται σε ἀπωθημένη ἐνοχή χωρίς αὐτό να σημαίνει ὅτι αὐτός που βρίσκεται σ' αὐτὴ την κατάσταση εἶναι πιὸ ἁμαρτωλός ἀπό ἄλλους πού δέν εἶναι νευρωτικοί. Ὄχι. Ἀπλούστατα, ἐκεῖνο πού συμβαίνει εἶναι ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ψυχῆς του εἶναι τέτοιος πού, ἔστω καὶ τόση δὰ ἐνοχή, αὐτὸς τη μεγαλοποίησε καί συγχρόνως τὴν ἀπώθησε, καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ή νευρωτική κατάσταση. Γι' αὐτό ἔχουμε τονίσει ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι μόνο ἂν κάνει κανείς ἁμαρτίες ἢ δὲν κάνει. Το σοβαρότερο εἶναι τί στάση παίρνει κανείς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ

Ο συγγραφέας λέει ὅτι οἱ μανιοκαταθλιπτικοί καὶ σχιζοφρενικοί ἡμποροῦν ἐπίσης νὰ περιπέσουν εἰς αὐτήν, δηλαδή στήν ἀσθένεια τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας.

Πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι, αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει κυριευθεῖ ἀπό μια τέτοια ἀσθένεια, ἡ ὁποία ἐκδηλώνε-ται ὡς πρόβλημα ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας, ἂν εἶναι ἄνθρωπος κάπως περασμένης ἡλικίας, εἶναι ἀρκετά δύσκολο να θεραπευθεί. Πρέπει νὰ τὰ ἔχουμε ὑπ' ὄψιν μας αὐτά. Καί γενικῶς ὅλες οἱ ψυχολογικῆς φύ-σεως ἀσθένειες εἶναι δύσκολο να θεραπευθοῦν σε μεγάλη ἡλικία, ὅταν δηλαδή περάσει κανείς τα σα-ράντα πέντε καί κυρίως ἀπό τά πενήντα καί πάνω. Διότι ἄλλα τοῦ λές καί ἄλλα καταλαβαίνει, ἤ διότι δέν εἶναι δυνατό να βγεῖ πιά ἀπό τό καβούκι του καὶ ἀπό τήν κατάσταση στην ὁποία ἔχει συνηθίσει. Εἶναι ἀρκετά δύσκολο να θεραπευθοῦν, ἀλλά δέν εἶναι ἀδύνατον. Εἶναι ἀδύνατον ἀπό τήν πλευρά τῆς ψυχολογίας, δηλαδή γιά τούς ψυχολόγους. Γιά τὸν Θεό ὅμως, ὅπως ξέρουμε, ποτέ κάτι δέν εἶναι ἀδύνατον. Ἀκόμη καί ἀργά, ὅταν βρίσκεται κανείς κοντά στον τάφο, μπορεῖ ὁ Θεός να κάνει θαῦμα καὶ νὰ ἐλευθερώσει, να θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο.

Πάντως, πρέπει κανείς, ὅ,τι ἔχει νὰ κάνει, νὰ τὸ κάνει νωρίτερα, καὶ νὰ μὴν ἀφήνει νὰ περνοῦν τὰ χρόνια. Ἐπίσης, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσπαθεί να κάνει κάτι -ἰδιαιτέρως να το προσέξουμε αὐτό, ὅταν ἔχουμε να κάνουμε μὲ ἄνθρωπο πού εἶναι πάνω ἀπὸ τὰ σαράντα- πρέπει να ξέρει ὅτι εἶναι ἀρκετά δύσκολο καὶ ἐπικίνδυνο. Τὴν ὥρα δηλαδή που πᾶς να βοηθήσεις κάποιον, χρειάζεται πολλή προσοχή, διότι εἶναι ἐνδεχόμενο ἀντί καλοῦ νὰ τοῦ κάνεις κακό. Διότι δὲν εἶναι εὔκολο, ὅπως νομίζει κανείς, ἐπειδή θὰ ἀκούσει μερικά πράγματα, να μπορέσει νὰ τὰ ἐφαρμόσει σε ἄλλους, π.χ., στα παιδιά του.

Ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή, διότι ἐξαρτᾶται καί ἀπὸ τὸ πρόσωπο πού χρειάζεται βοήθεια. Ἄλλον τρόπο θα χρησιμοποιήσει κανείς για τον ἕναν καί ἄλλο γιά τόν ἄλλο. Καί, προπαντός, χρειάζεται ἕνα εἶδος διαισθήσεως. Κι ἄν ἀκόμη σπου δάσει κανείς εἰδικά ψυχολογία, ψυχιατρική, ὅταν τοῦ λείπει αὐτή ἡ ἰδιότητα τῆς διαισθήσεως –στήν πατερική ὁρολογία το χάρισμα τῆς διακρίσεως– δέν θα καταφέρει πολλά πράγματα· μπορεῖ μάλιστα να κάνει καί κακό. Έχουμε παραδείγματα ἀσθενῶν, πού καταφεύγουν στούς ψυχιάτρους και τελικά, ἀντί να θεραπευθοῦν, χειροτερεύουν.

Οἱ ψυχωτικοί, εἰδικῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέρασαν το πεντηκοστόν ἔτος, δὲν δύνανται να τύχουν βοηθείας κατά τήν ἀνάλυσιν. Εἶναι μᾶλλον βέβαιον ὅτι ἐνεργός ψυχολογική θεραπεία θα τους κάμῃ κακόν. Ὅταν αἱ ἔνοχοι ἀναμνήσεις ἔλθουν εἰς τὴν ἐπι-φάνειαν καί ἐξαγορευθοῦν, μία ἐπίτασις τῆς διαταραχῆς πιθανόν νὰ εἶναι τὸ μόνον ἀποτέλεσμα. Πρέ-πει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας μίαν βαθέως τεταραγμένην καὶ ἀσθενῆ ψυχήν, καὶ ὅτι ὁ ἀσθενὴς ἐρμηνεύει τὴν ἀσθένειάν του ὡς ἁμαρτίαν. Κάμνει πράγματι τὸν ἑξῆς συλλογισμόν: «Δέν θά ὑπέφερα ἔτσι, ἐὰν δὲν ἤμουν κακός ἄνθρωπος καὶ ἂν ὁ Θεὸς δὲν εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἀπό ἐμέ».

Μόνον ἐὰν ἡ ἀσθένεια εὑρίσκεται κάπου εἰς τὰ πρώτα στάδια, πολλά ἡμποροῦν νὰ γίνουν μὲ τὰς διαβεβαιώσεις καὶ τὰς προτροπάς πρός τὸν ἀσθενῆ, ὥστε νὰ μὴ παρερμηνεύῃ τὴν ἀσθένειάν του, θε-ωρῶν αὐτὴν ὡς σημεῖον ἠθικῆς καί πνευματικῆς διαφθορᾶς.
Ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν -λέει ὁ κληρικός- ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας νεωτέρας ἡλικίας ἀνθρώπους τοῦ νευρωτικοῦ τύπου, ἡ θεραπεία πρέπει νὰ εἶναι πολύ διάφορος. Εἶναι ἐκπληκτικόν πόσον μέγας εἶναι ὁ ἀριθμός τῶν ἀνθρώπων κάτω τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν, πολλῶν ἀκόμη εἰς τὰ δεκαπέντε καί εἴκοσι ἔτη των, ποὺ ὑποφέρουν ἀπό τήν ἀσθένειαν αὐτήν.
Εἶναι δυνατό, δηλαδή, καί ἕνας ἔφηβος νὰ ζεῖ μὲ ἕνα θλιβερότατο συναίσθημα ὅτι εἶναι ἔνοχος καὶ ὅτι γι' αὐτόν δὲν ὑπάρχει σωτηρία, διότι, κατά τη γνώμη του, ἔχει ἁμαρτήσει κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Συναίσθημα ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας καί σύμπλεγμα παθολογικῶν ἀμφιβολιῶν

Εἰς τὰς πλείστας τῶν περιπτώσεων πού ἔχω ὑπ᾿ ὄψιν μου το συναίσθημα τῆς διαπράξεως τῆς ἀσυγχωρήτου ἁμαρτίας συνδέεται με ἄλλα συμπτώματα, ἐνδεικτικά μιᾶς καλῶς ἐρριζωμένης καταληπτικῆς νευρώσεως. Τοιουτοτρόπως κάποιος ἄνθρωπος ἀσυνήθους εὐφυΐας, ὁ ὁποῖος καθ' ὅλην τὴν περίοδον τῆς ἐφηβείας ἐβασανίσθη ἀπό τὸν φόβον ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν, ὑπέφερεν ἐπίσης ἀπό ὁλόκληρον σύμπλεγμα παθολογικῶν ἀμφιβολιῶν καὶ δισταγμῶν. Ἐφοβεῖτο ὅτι ἐμόλυνεν ἄλλους μὲ τὴν «ἀσυγχώρητον ἁμαρτίαν» του ἐξ ἀπροσεξίας ἐπιδράσας ἐπ᾿ αὐτῶν, ὥστε νὰ κάμουν κακήν ἐκλογήν, ἤ να παρερμηνεύσουν τὴν ἀλήθειαν.

Εἶναι κάτι που μαστίζει ὄχι λίγους ἀνθρώπους. Δηλαδή, δέν φθάνει πού αἰσθάνεται κανείς ὅτι ἔχει διαπράξει ἁμαρτία ἀσυγχώρητη καί ζεῖ μὲ αὐτὸ τὸ ἄγχος καὶ μὲ ἀπελπισία, ἀλλά φοβάται μήν τυχόν ἐπηρεάσει καί τούς ἄλλους καί τούς κάνει κακό. Αὐτό εἶναι ἀκόμη πιο ὀδυνηρό, ὅταν μάλιστα κα νείς συμβαίνει νὰ εἶναι πατέρας ἤ μητέρα, διότι ζεῖ διαρκῶς μὲ τὸ ἄγχος μή μολύνει τα παιδιά του. Καί τονίζω ἰδιαιτέρως σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο τοῦτο: χρειάζεται πολλή προσοχή ἀπό σᾶς ποὺ ἔρχεστε ἐδῶ καί ἀκοῦτε, διότι πιθανόν κάποιοι να καταληφθεῖτε ἀπό μιά φοβία, μιά ἀνησυχία. Δηλαδή, ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, πιθανόν να διστάζετε να μιλήσετε στα παιδιά σας, μήν τυχόν τὰ μολύνετε.

Ἀφοῦ δὲ ὅλα αὐτά μποροῦν νὰ συμβοῦν καὶ κατά την κοινήν συνομιλίαν μετά τῶν ἄλλων, εύρεν ἑαυτόν ὑποχρεωμένον να μὴ ἐπισκέπτεται φίλους, να μή ἀναλαμβάνῃ ὑποχρεώσεις κοινωνικάς, ἀκόμη καί νά μή όμιλη, εκτός ἐὰν τοῦτο ἐπεβάλλετο κατά τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.
Έφθασε στο σημείο ὁ κύριος αὐτός -ἀφοῦ ἔβγαλε το συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἕνας άμαρτωλός ἀσυγχώρητος- να μήν ἐπισκέπτεται τούς φίλους του οὔτε κάν να συνομιλεί μαζί τους.

Πρός μεγάλην ἔκπληξιν τῶν φίλων του κάποτε ἀνήγγειλε τοὺς ἀρραβώνας του

Αὐτό συνέβη μετά από μερικάς συναντήσεις ποὺ εἶχε μὲ τὸν ψυχίατρον. Ἡ νέα κατάστασις ἔγινεν αἰτία περαιτέρω παθολογικής διαταραχής. Τώρα διελογίζετο μή τυχόν ἐξηπάτησε την μνηστήν του, δημιουργήσας εἰς αὐτὴν τὴν πίστιν ὅτι «ἀληθῶς τὴν ἠγάπα», ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα ἁπλῶς «τοῦ ἤρεσε πάρα πολύ». Ὀλίγον ἀργότερον ἀπεφάσισε νά γίνῃ κληρικός.

Πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι πολλοί τέτοιοι ἄρρωστοι ἐκεῖ καταλήγουν: στο ράσο. Εἴτε πηγαί-νουν στα μοναστήρια εἴτε γίνονται κληρικοί.

Ἐρωτώμενος ποῖοι λόγοι τὸν ώθησαν εἰς τὴν ἀπόφασίν του αὐτήν, ἔλεγεν ὅτι ᾐσθάνετο ζωηράν τὴν ἐπιθυμίαν να ταξειδεύσῃ μετά τῆς συζύγου του ὡς ἱεραπόστολος, διά να φέρῃ τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὴν πλέον ἀπολίτιστον φυλήν τῆς ᾿Αφρικῆς. Ἐπρόκειτο περί τεχνάσματος τοῦ ἀσυνειδήτου του, διά ν' ἀποφύγῃ τὸν γάμον, ἀφοῦ ἡ μέλλουσα σύ-ζυγός του ἦτο ὁ τύπος πού οὐδέποτε θά συγκατετί-θετο να γίνῃ ἱεραπόστολος οἱασδήποτε φυλῆς εἰς την Αφρικήν.

Αὐτός δηλαδή ἀρραβωνιάστηκε με μια κοπέλα καί ὕστερα ἄρχισε νὰ ἔχει ἀμφιβολίες μήπως τήν ἐξαπάτησε. Τώρα, πῶς νὰ ξεμπλέξει; Σε τέτοιες περιπτώσεις τὸ ὑποσυνείδητο τίθεται σε ἐνέργεια, χωρίς ὁ ἄνθρωπος πολύ-πολύ να το καταλαβαίνει. Θα γίνεις κληρικός, τοῦ λέει τὸ ὑποσυνείδητο, και θὰ πᾶς ἱεραπόστολος. Ὄχι τόσο γιατί αὐτό ἤθελε, ἀλλά γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή μνηστή του, διότι αὐτή οὐδέποτε θα είχε τη διάθεση να πάει στην Αφρική.

Κατά την συζήτησιν κατενόησε τοῦτο πολύ κα λῶς. Ἀργότερον ἔγραφεν:

«Αἰσθάνομαι ἔνοχος διότι ἐμεγαλοποίησα τόσον τὰ πράγματα εἰς τήν μνηστήν μου καί, παρ' ὅ,τι γνωρίζω ὅτι μερικῶς ἐπρόκειτο περί τεχνάσματος τοῦ ὑποσυνειδήτου μου, αἰσθάνομαι ὅτι δὲν ἐφέρθην καθώς πρέπει...»

Ἠδυνήθημεν ν' ἀναγάγωμεν πολλά ἀπό τά συνήθη καταληπτικά συμπτώματα τοῦ ἀσθενοῦς αὐτοῦ εἰς τὰς ἡμέρας τῆς πρώτης σχολικῆς ἡλικίας. Ἠνω-χλεῖτο εἰδικώτερον ἐκ τοῦ φόβου τῆς μολύνσεως. Χρησιμοποιῶν φωτογραφικάς χημικάς οὐσίας ἦτο πολύ προσεκτικός, ὥστε νά μή δηλητηριάσῃ τούς ἄλλους. Δὲν ἔπιανε ποτέ εἰς τὰ χέρια του μεταχειρι σμένα βιβλία, εἰς ἥν περίπτωσιν οἱ πωλοῦντες αὐτά εἶχόν ποτε ἀσθενήσει ἀπό σκαρλατίναν (ὀστρακιά) ἤ κάποιαν ἄλλην μολυσματικήν νόσον.

Αὐτός συζήτησε μέ τόν κληρικό καί τελικά βρῆκε τή θεραπεία του.

Ἰδέες, εἰκόνες καί συναισθήματα ἱεροσύλου καί φρικώδους χαρακτῆρος

Καί συνεχίζει ὁ κληρικός: Ὅταν το πρόβλημα τῆς ἀσυγχωρήτου ἁμαρτίας εἶναι, ὅπως εἰς τὴν προηγουμένην περίπτωσιν, προφανῶς σύμπτωμα καταληπτικῆς νευρώσεως, προέρ χεται συνήθως ἀπὸ ἰδέας, εἰκόνας καὶ συναισθήματα ἱεροσύλου καὶ φρικώδους χαρακτήρος.

Καί αὐτὸ νὰ τὸ προσέξουμε. Ὅταν το πρόβλη μα αὐτὸ τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας εἶναι σύμπτω μα καταληπτικῆς νευρώσεως –δηλαδή βρίσκεται κανείς σε μια νευρωτική κατάσταση, ἡ ὁποία τον ἔχει κυριεύσει- προέρχεται συνήθως ἀπὸ ἰδέες, εἰκόνες καί συναισθήματα πού ἔχουν ἱερόσυλο καὶ φρικώδη χαρακτήρα. Ἀπό συναισθήματα δηλαδή φοβερά, πού μολύνουν, τρόπον τινά, τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου· σὰν νὰ γίνεται ἕνα εἶδος ἱεροσυλίας. Καί φέρνει παρακάτω μερικά παραδείγματα ὁ κληρικός αὐτός.

Ἴσως, ἐνῷ ὁ ἀσθενής εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐκκλη-σίαν ἤ ἀσχολεῖται κατ᾿ ἰδίαν μὲ εὐσεβεῖς πράξεις, ἀναδύεται αἰφνιδίως ἀπό μέσα του με μίαν σχεδόν παραλύουσαν δύναμιν ἡ ὁρμή να καταρασθῇ τον Θεόν ἤ νά βλασφημήσῃ τὸ Αγιον Πνεῦμα.

Ἔρχονται κάτι τέτοια, χωρίς καμιά φορά να μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἀπό ποῦ καὶ πῶς. Τί νὰ κάνουμε; Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μυστήριο, μιά ἄβυσσος. Κατ' ἀρχήν γεννιέται σ' αὐτόν τον κόσμο βεβαρημένος. Ἔπειτα, ἔχει μεγάλη σημασία πῶς μεγαλώνει στα παιδικά του χρόνια· δηλαδή κάτω ἀπό ποιές συνθήκες. Ἔτσι, δημιουργεῖται καμιά φορά σοβαρή ἀπωθημένη κατάσταση μέσα στον ἄνθρωπο. Μυστήριο ἀνεξερεύνητο. Μόνο ὁ Θεός γνωρίζει τί συμβαίνει με τον καθένα.

Εν πάση περιπτώσει, ὑπάρχει στο βάθος τοῦ ἀνθρώπου μια σύγχυση, ἕνα κομφούζιο ἀπωθημέ νων διωμάτων κτλ., καὶ σάν νὰ εἶναι ὅλα αὐτά μια λάσπη στο βάθος ἐκεῖ της ψυχῆς, που ώρες-ώρες πιτσιλίζει στο μυαλό κάτι τέτοια που λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας. Την ώρα πού πάει κανείς στην έκκλησία, τὴν ὥρα πού πάει να κοινωνήσει, να κάνει προσευχή, ἔρχονται βλάσφημες λέξεις γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸ Αγιο Πνεῦμα.

Τότε, ὅταν κανείς δέν ξέρει ἀπό αὐτά, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει μια καλή ἑρμηνεία, νομίζει ὅτι βλασφήμησε κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι αὐτὸ εἶναι πού λέει ἡ Ἁγία Γραφή, καὶ ἑπομένως ὅτι ἔχει κάνει αὐτὸς ἀσυγχώρητη ἁμαρτία. Καὶ ἂν μὲν πετύχει κανείς κανέναν καλό πνευματικό καὶ τὸν βοηθήσει, μπορεῖ νὰ βγεῖ ἀπό αὐτή την κατάστα-ση· ἀλλιῶς, εἶναι πάρα πολύ δύσκολο. Καὶ θὰ ζεῖ ὅλο καί περισσότερο κάτω ἀπὸ τὴν πίεση καὶ τὴν τυραννία τῶν καταστάσεων αὐτῶν.

Καταληπτικαί σκέψεις αἰσχρᾶς μορφής, σχετι ζόμεναι μὲ τὸν Κύριον ἢ μὲ τὸ Πνεῦμα ἢ ἀκόμη μὲ τοὺς γονεῖς, ἠμποροῦν νὰ εἰσβάλουν εἰς τὸν νοῦν

Ἔρχονται πολλές αἰσχρές παραστάσεις ή σκέ-ψεις ἤ λέξεις ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ἱερέα, τῶν γονέων. Ἐάν, για διαφόρους λόγους, ἔλθουν τέτοιες σκέψεις σε κάποιον στά ἐφηβικά του χρόνια, αὐτὸς θὰ νομίσει ὅτι ἔκανε φοβερό ἁμάρτημα, χωρίς νὰ τὸ θέλει. Ἄν μάλιστα ζήσει αὐτὴ τὴν ἐνοχή καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἀπωθήσει, ὁπωσδήποτε ὕστερα θα ἔχει τὸ αἴσθημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας.

Ὁ ἀσθενής ἐκπλήττεται καὶ τρομοκρατείται. Καθώς δὲ ἐκκολάπτει ὅλα αὐτὰ εἰς τὸ μυαλό του, ἐνθυμεῖται ὅτι τὰ εὐαγγέλια ὁμιλοῦν περί ἀσυγχωρή του ἁμαρτίας, καί ἐξάγει το συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἔνοχος αὐτῆς τῆς ἁμαρτίας, ἐφόσον ὁ νοῦς του ἀποτελεῖ τὴν σκηνήν τόσον αἰσχρῶν σκέψεων.

Σχετικά μὲ αὐτές τις σκέψεις, μὲ αὐτούς τους πειρασμούς, πρέπει, τόσο γιὰ τὸν ἑαυτό μας ὅσο καί ὅταν πρόκειται να βοηθήσουμε τοὺς ἄλλους, νὰ γνωρίζουμε τὰ ἑξῆς: Σε κάτι τέτοιες σκέψεις, σε κάτι τέτοιου εἴδους πειρασμούς, σε τέτοια πιτσιλί σματα, πού ἔρχονται ἀπρόσκλητα -καμιά φορά νο-μίζει κανείς ὅτι τὰ δημιουργεῖ ὁ ἴδιος– το καλύτερο πού ἔχει νὰ κάνει κανείς εἶναι νά μή δίνει καμιά σημασία, ὡσάν δηλαδή να μή συμβαίνει τίποτε. Αὐτό εἶναι τὸ καλύτερο. Καί οἱ πατέρες τῆς Ἐκ-κλησίας ἔτσι λένε («Κανείς ἄς μὴν θεωρῆ τὸν ἑαυτό του αἴτιο για τους λογισμούς τῆς βλασφημίας. Ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος εἶναι καρδιο-γνώστης, γνωρίζει καλά ὅτι δὲν εἶναι δικά μας αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ λόγια καί οἱ σκέψεις, ἀλλὰ τῶν ἐχθρῶν μας»· «Ὅποιος ἐνοχλείται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς βλασφημίας καί θέλει νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπ' αὐτό, ἄς ἐννοήση καλά ὅτι αἰτία αὐτῶν τῶν λογισμῶν δὲν εἶναι ἡ δική του ψυχή, ἀλλά ὁ ἀκάθαρτος δαί-μων ... Γιὰ τοῦτο καὶ ἐμεῖς ἄς τὸν περιφρονοῦμε καὶ ἄς μήν ὑπολογίζουμε καθόλου τα λεγόμενά του» «Όποιος περιφρονεί τοῦτον τὸν δαίμονα, ἐλευθερώθηκε ἀπό τὸ πάθος. Ὅποιος σο-φίζεται νὰ ἀγωνισθῆ ἐναντίον του διαφορετικά, στο τέλος νικᾶται. Διότι ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ συλλάβει τα πνεύμα-τα μὲ λόγια, ὁμοιάζει μ' ἐκεῖνον που προσπαθεῖ νὰ κλείσει κάπου τοὺς ἀνέμους». Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλίμαξ, Μετάφραση, σχόλια, ἀρχιμ. Ἰγνατίου, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Παρακλήτου, Ωρωπός Ἀττικῆς, 1978, Λόγος 23ος, Περί τῶν λογισμῶν βλασφημίας, § 4, 8, 14, σα. 253-257. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, γι' αὐτούς πού έξομολο γοῦνται λογισμούς βλασφημίας, συμβουλεύει τὸν πνευματικό ἔτσι: «Λέγε να καταφρονοῦν τὰς βλασφημίας αὐτάς, καὶ νὰ μή τάς στοχάζωνται ὁλότελα ὡς ἁμαρτίαν· ἐπειδὴ δὲν εἶναι γέννημα ἐδικόν τους, ἀλλὰ τοῦ μισοκάλου διαβόλου ἢ καὶ νὰ ἀντιλέγουν εἰς τούς βλασφήμους αὐτούς λογισμούς μὲ τοῦτα τὰ λόγια· Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· ὅτι ἐγώ Κύριον τὸν Θεόν μου προσκυνήσω, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσω· ἐπὶ δὲ τὴν κεφαλήν σου ἐπιστρέψει ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ βλασφημία σου ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι». Ἀναφέρει καὶ ἄλλα σχετι κά, γιὰ τὰ ὁποῖα παραπέμπουμε ἐκεῖ. Βλ. Αγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἐξομολογητάριον, ἐκδ. « Αγιος Νικόδημος», Αθήνα, σα. 63-65.).

Ὅταν περπατᾶς στον δρόμο, καί ἀπό πίσω σου ἔρχεται ἕνα σκυλί πού ἀρχίζει να γαβγίζει, ἐάν δέν τοῦ δώσεις καμιά σημασία και προχωρας ἀδιάφορος, σάν νὰ μὴν ἀκούστηκε σκυλί, αὐτό θά γαβγίσει, θα γαβγίσει καί θά φύγει. Ἐάν ὅμως τό προσέξεις καί φοβηθεῖς καὶ ἀσχοληθεῖς μάλιστα λίγο μὲ αὐτό, δὲν σὲ ἀφήνει εὔκολα· θὰ ἐπιμείνει. Ἔτσι καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ σκέψεις. Ἔρχονται ἀπρόσκλητες, καὶ τὸ καλύτερο πού ἔχουμε να κάν νουμε εἶναι νὰ μὴν τούς δώσουμε καμιά ἀπολύτως σημασία, καί οὔτε ποτέ να περνάει ἀπό τό μυαλό μας ὅτι τάχα μολυνόμαστε ἀπό αὐτές. Ἀπό αὐτά δέν μολυνόμαστε μολυνόμαστε ἀπό ἐκεῖνα ποὺ τὰ φτιάχνουμε μόνοι μας (Ὁ ὅσιος Παμβώ ἐνοχλήθηκε κάποτε ἀπὸ αὐτὸν τὸν δαί-μονα (τῆς βλασφηφίας). Καθώς λοιπόν παρακαλοῦσε τὸν Θεό, ἄκουσε φωνή ἀπό τὸν οὐρανό να τοῦ λέει: «Παμβώ, Παμβώ μή στενοχωριέσαι για ξένη ἁμαρτία, ἀλλά φρόντισε για τις δικές σου πράξεις, καί τις βλασφημίες τοῦ ἐχθροῦ ἄφησέ τες ἐπάνω του». Βλ. Εὐεργετινός, ἐκδ. «Το Περιβόλι τῆς Πανα-γίας», τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 2006, Υπόθεση 30, Ἀπό ποῦ γεν-νιέται ἡ βλασφημία καὶ πῶς θεραπεύεται, σ. 231. Βλ. στην ἴδια Υπόθεση, σαι 226-232, καὶ ἄλλα σχετικά με το θέμα αὐτό.). Καί το ξέρουμε καλά-καλά αὐτό, ἀλλὰ ἐκεῖνα δὲν τὰ προσέχουμε, ὥστε να πᾶμε νὰ τὰ ἐξομολογηθούμε.

Ἐγνώρισα μερικάς ἐκ τῶν καθαρωτέρων καί πλέον εὐαισθήτων ψυχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξ αἰτίας ἀκριβῶς τῶν σκέψεων καὶ τῶν συναισθημάτων αὐτῶν ἐγκατέλειψαν ὁλοτελῶς τὴν συνήθειαν τῆς ὁμαδικῆς λατρείας καὶ τῆς κατ' ἰδίαν εὐσεβείας.

Δηλαδή, καμιά φορά, ὅταν ἐπιμένουν αὐτές οἱ σκέψεις, καί κάθεται κανείς καί τίς προσέχει ἀντί νὰ ἀδιαφορεῖ, μπορεῖ νὰ ἐγκαταλείψει την προσευ χή του, τή θεία Κοινωνία, τὸν ἐκκλησιασμό καί γε-νικά τὸν ἀγώνα για τη σωτηρία του («Όχι μόνο τον Θεό καὶ τὰ θεῖα ὁ ἄθεος αὐτός δαίμων βλασφημεί, ἀλλά καί προφέρει μέσα στὸν νοῦ μας μερικά αἰσχρότατα καὶ ἄπρεπα λόγια, γιὰ νὰ ἐγκαταλείψωμε την προ-σευχή ἢ γιὰ νὰ πέσωμε σε ἀπόγνωσι. Ἔτσι πολλούς τοὺς ἐμπόδισε ἀπὸ τὴν προσευχή καί πολλούς τοὺς ἀπεμάκρυνε ἀπὸ τὰ Μυστήρια. Και κατώρθωσε να πείσει ὄχι μόνο τους κοσμικούς. ἀλλὰ καὶ τοὺς μοναχούς, ὅτι δὲν τοὺς ἀπολείπεται πλέον καμ μία ἐλπίδα σωτηρίας καὶ ὅτι εἶναι ἐλεεινότεροι ἀπό ὅλους τοὺς ἀπίστους καὶ ἀπό αὐτοὺς τοὺς εἰδωλολάτρες ἀκόμη». Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλίμαξ, ό.π., § 7, σσ. 254-255).

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συμπλέγματος ἐνοχῆς καὶ ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας

Ἡ ἀκόλουθος ὁμολογία, γραμμένη ὑπό ἑνὸς εὐφυους προσώπου, ηλικίας τριάκοντα περίπου ἐτῶν, ἀποτελεῖ καλόν παράδειγμα τοῦ τύπου τοῦ συμπλέγματος ἐνοχῆς, ἐκ τοῦ ὁποίου συχνά προέρ χεται ἡ συνείδησις διαπράξεως τῆς ἀσυγχωρήτου ἁμαρτίας.
Το πρόσωπον αὐτό ἀπηρνήθη κάθε συμμετο χὴν εἰς τὸ χριστιανικόν ἔργον λόγῳ τῆς πνευμα-τικῆς του ἀπογνώσεως. Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἦλθεν εἰς φῶς μετά ἕξ συνομιλίας, κατά τάς ὁποίας εἴχομεν ζητήσει χωρίς ἐπιτυχίαν νὰ ἀνακαλύψωμεν κάποιο παρόμοιον εἰς σημασίαν ψυχικόν βίωμα
Δέν αἰσθανόταν καλά κάποια ψυχή, τόσο που εἶχε φθάσει σε ἀπόγνωση καί πῆγε στον κληρικό. Ἄρχισαν τίς συνομιλίες, ἔκαναν περίπου ἔξι, καὶ δέν βρῆκε τίποτε ὁ κληρικός. Καί μετά ἀπό τίς ἔξι συνομιλίες, θυμήθηκε ἡ ἄρρωστη κάτι, τοῦ τὸ εἶπε, καί μὲ τὴν ἀνάλογη καθοδήγηση τοῦ κληρικοῦ τακτοποιήθηκε.
«Όταν ἤμουν μικρή, ἄν ἐνθυμοῦμαι καλά ὀλίγον κάτω τῶν ὀκτὼ ἐτῶν, κάποιος κύριος, ὁ ὁποῖος ἔχαιρε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς οἰκογενείας μου, με ἐπῆρεν εἰς ἕνα μοναχικόν δωμάτιον καί προσέβαλε κάθε είδος κοσμιότητος πού με ἐχαρακτήριζε. Έπει δή με ἐπίεσε να ὑποσχεθώ μυστικότητα, με εγέμισε φόβον, βδελυγμίαν καὶ ἕνα αἴσθημα φοβερᾶς ἀδυ ναμίας, καί, ἐνῷ, ὑποθέτω, δέν μὲ ἔβλαψε φυσικώς, ὅπως θὰ ἠδύνατο να πράξη, μὲ ἐγέμισε με ἕνα αἴ σθημα ἐντροπῆς καὶ ἐξύπνησεν ἐντός μου τάς συγ. κινήσεις ἐκείνας, πού κανονικῶς θὰ ἔπρεπε να δο κιμάσω ἀρκετά βραδύτερον.
Ἐμίσησα τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν καὶ ἤμουν πλήρης φόβου, ὅταν ἐσκεπτόμην τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ἐπανα-λήψεως. Εὐτυχῶς ὅτι ὁ κύριος αὐτός ἐπέστρεψεν” εἰς Χριστὸν ὀλίγον ἀργότερον, ἦτο δέ μεγάλη ἡ ἀνακούφισίς μου ὅτι μὲ ἀφῆκεν ἐλευθέραν να βγά-λω το συμβάν ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ μυαλό μου.
Ἤμουν ἀκόμη ἐντελῶς ἀθώα καί παρέμεινα ἔτσι, μακράν κάθε περιεργείας, μέχρι τῶν δεκατριῶν μου χρόνων, ὁπότε κάποια φίλη μοῦ ἐξήγησε τα γεγονότα τῆς ζωῆς, ὅπως τὰ εἶχεν ἀκούσει ἀπό ὑπηρετρίας με πολύ ἀκάθαρτον σκέψιν.
Εἶναι ἄξιον ἀπορίας ὅτι ἠθέλησα νὰ ἀπωθήσω ὁλόκληρον αὐτό τό θέμα ὡς κάτι βρωμερόν;»


Συνέβη στη γυναίκα αὐτή κάτι, ὅταν ἦταν μικρό παιδί, χωρίς νὰ ἔχει καμιά συμμετοχή σ' αὐτό πού συνέβη· ὡστόσο ἀηδίασε, ντράπηκε καί συνε-δύασε ὅλο αὐτό τό γεγονός μέ φοβερή ἐνοχή καί μιά ἀκαθαρσία, ὅπως τῆς τὰ ἐξήγησε ἀργότερα καί μια φίλη της, ποὺ τὰ ἔμαθε ἀπὸ ὑπηρέτριες κτλ. Καί ἔτσι τὸ παιδί αὐτό πλημμύρισε ἀπό αἴσθημα ἐνοχῆς, τὸ ἀπώθησε, ξένοιασε καί νόμισε ὅτι τελείωσε με το γεγονός αὐτό. Ἀλλά ἔπειτα γε-νικά καί ἀόριστα αἰσθανόταν ὅτι διέπραξε ἁμαρτία ἀσυγχώρητη καί ἔπεσε στήν ἀπόγνωση. Πῆγε στον κληρικό καί με τη βοήθειά του θυμήθηκε τὰ παλιά.

«Είχα λησμονήσει το συμβάν ἐκεῖνο, ἀλλά κάτι πού ἐδιάβασα εἰς τό βιβλίον που μου ἐδανείσατε τό ἔκαμε να επανέλθῃ εἰς την συνείδησίν μου, το δε αἴσθημα τῆς ἀδυναμίας πού μέ κατέλαβε μέ ἔκαμεν ἀμέσως νὰ ἐννοήσω τὴν αἰτίαν πού κατέστρεφε μέχρι σήμερον τήν ζωήν μου».
Μὲ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀπωθηθείσης αὐτῆς ἀναμνήσεως, τα συναισθήματα τῆς ἀσυγχωρήτου ἁμαρτίας ἐξηφανίσθησαν.
Μόλις ἡ κοπέλα ἐκείνη θυμήθηκε το γεγονός καί μέ τή βοήθεια τοῦ κληρικοῦ συνειδητοποίησε αὐτό το πράγμα καί συγχρόνως εἶδε ὅτι δὲν εἶχε ἐνοχή πάνω σ' αὐτό καί τά ξανάζησε ὅλα ἐκεῖνα χωρίς νὰ αἰσθάνεται ἐνοχή γιὰ ὅ,τι ἔγινε, ἀμέσως ἔφυγε το συναίσθημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας.
Ἐπί μακράν σειράν ἐτῶν ἡ κοπέλλα αὐτή εἶχε περιέλθει εἰς τοιαύτην ἀπελπισίαν, ὥστε διά να συνεχίσῃ τὴν ἐργασίαν της εἰς τὴν ὑπεύθυνον θέσιν που κατεῖχεν, ἠναγκάζετο να διακόπτῃ κάθε τόσον ἐπί ἡμίσειαν ὥραν, διά να προσευχηθῇ καὶ ἀναλάβῃ δυνάμεις. Καί ἄλλα χαρακτηριστικά νευρικά συμπτώματα, διά τά ὁποῖα ἔκαμε θεραπείαν, ἐξηφανίσθησαν, ὅταν ὁ φόβος ἐκεῖνος καὶ τὸ σύμπλεγμα ἐνοχῆς συνεζητήθησαν καί κατενοήθησαν.
Δηλαδή, ἕνα συμβάν που συνέβη στη γυναίκα αὐτή, ὅταν ἦταν παιδί, χωρίς κάν νά τό θέλει καί χωρίς νὰ ἔχει συμμετοχή, δημιούργησε τόσο τραγι κή κατάσταση, ὅταν αὐτή μεγάλωσε. Χρειάστηκε δὲ νά τή βοηθήσει ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ βρεῖ τὸν πραγματικό ἑαυτό της.
Δυστυχώς, στα χρόνια μας, ὅσο πᾶνε, χειροτερεύουν τα πράγματα, καί οὔτε ξέρει κανείς τί συμβαίνει μέ τά παιδιά, πῶς μεγαλώνουν, πῶς ἀρρωσταίνουν.


4-5-1969

Ὅλες οἱ ψυχολογικῆς φύσεως ἀσθένειες εἶναι δύσκολο να θεραπευθοῦν σε μεγάλη ἡλικία Αλλά γιά τόν Θεό ὅμως ποτέ κάτι δέν εἶναι ἀδύνατον.
Ἀκόμη καί ἀργά, ὅταν βρίσκεται κανείς κοντά στόν τάφο, μπορεῖ ὁ Θεός να κάνει θαῦμα καί νά ἐλευθερώσει, να θεραπεύσει τόν ἄνθρωπο.

Ανώνυμος είπε...

«Ὁ Θεὸς συχνὰ ἐπιτρέπει τὴν ἀποτυχία τῶν προσπαθειῶν μας,ἵνα ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ τὴν πλάνην ὅτι δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθῇ διὰ τῶν ἰδίων του δυνάμεων.»
«Ἡ πείρα τῆς πλήρους ἀδυναμίας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας. Ὅπου τελειώνει ἡ ἐλπίδα εἰς ἑαυτόν,
ἐκεῖ δύναται νὰ φανερωθῇ ὁ Χριστός.»
«Μὴ φοβηθῇς ἐὰν ἡ προσπάθειά σου ἀποτύχῃ. Φοβήσου μόνον τὴν ἀπώλειαν τῆς ταπεινώσεως. Ἡ πτώσις συχνὰ εἶναι ἔλεος, ὅταν προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια.»
«Ὁ Θεὸς δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον νὰ ἐπιτύχῃ, ἀλλὰ νὰ σταθῇ ἐνώπιόν Του ἐν μετανοίᾳ καὶ ἀληθείᾳ.»
«Διὰ τῶν συνεχῶν ἀποτυχιῶν συντρίβεται ἡ αὐτάρκεια. Ἄνευ ταύτης τῆς συντριβῆς ἡ χάρις δὲν παραμένει.»
του αγ.Σοφρωνίου Έσσεξ