ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Ε2
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ε’ Θρησκευτική υπερακρίβεια
Λαθεμένοι τρόποι θεραπείας τῆς ὑπερακρίβειας
Καταλαβαίνουμε τώρα τί εἶναι ὑπερακρίβεια:
κατατρίβεται κανείς μὲ τὰ πιὸ μηδαμινά πράγμα τα, ποὺ εἶναι σχεδόν ἀνύπαρκτα. Αὐτοί βέβαια ἐκεῖ στη Δύση –ἀπό τὸ ἕνα μέρος οἱ παπικοί, ἀπό τὸ ἄλλο οἱ προτεστάντες- προσπαθοῦν νὰ διορθώσουν κάτι τέτοια πού παρουσιάζονται στούς χρι-στιανούς, ἀλλά, ὅπως λέει αὐτὸς ἐδῶ ποὺ τὰ γράφει, δέν εἶναι σωστά τα μέσα που χρησιμοποιοῦν.
Η ρωμαιοκαθολική ἠθική θεολογία ὑποδεικνύει τρόπους καί κανόνας πρός θεραπείαν τῆς ὑπερα κριβείας. Δίδεται εἰς τοὺς ὑπερακριβεῖς ἡ συμβουλή νὰ ζητοῦν τὴν καθοδήγησιν ἑνός πνευματικοῦ, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἀλλάσσουν· νὰ ὑπακούουν τυφλῶς εἰς τὸν πνευματικόν των καθοδηγητήν, οὐδέποτε θέτον τες ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ὀρθότητα τῶν συμβουλών του προτρέπονται να μὴ ἀσχολοῦνται εἰς μακράς αὐτο εξετάσεις καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπουν εἰς τὸν ἑαυτὸν των καμμίαν ἀμφιβολίαν μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι, ἐὰν ἐπι· τρέψουν τοῦτο ἔστω καὶ ἅπαξ, θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ψυχική των γαλήνη προτρέπονται ἀκόμη νὰ δροῦν ἀκριβῶς ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, εφόσον ότι εἶναι ὀρθόν διὰ τοὺς ἄλλους δὲν ἡμπορεῖ νὰ εἶναι ἐσφαλμένον δι' αὐτούς,
Αὐτὰ λένε οἱ ρωμαιοκαθολικοί στούς χριστια νούς, γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσουν ἀπὸ τὴν ὑπερακρί βεια.
Αἱ ὑποδείξεις αύται εἶναι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἀξιόλογοι, δὲν κατέρχονται ὅμως εἰς τὴν ρίζαν τοῦ προβλήματος· δὲν βοηθοῦν τὸν ὑπερακριβή νὰ ἐννοήσῃ κάπως καλύτερον τὰς ἀδυναμίας του. Πράγ ματι, ἐπειδὴ ὁ ὑπερακριβής θεωρεῖ τὰς ἰδιοτροπίας του οὐχὶ ὡς ἀδυναμίας ἀλλ' ὡς σημεία ἁγιότητος, αἱ ἀνωτέρω ὑποδείξεις μόλις βοηθοῦν διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς πλάνης.
Αὐτό εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα. Ὁ ὑπερακρι βῆς εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνει ότι εἶναι ἄρρωστος, οὔτε καταλαβαίνει ὅτι αὐτὰ ποὺ κάνει εἶναι σφάλματα. Τις ιδιοτροπίες του τις θεω ρεῖ ὡς σημεῖα ἀγιότητος, γι' αὐτὸ αἱ ἀνωτέρω ὑπο δείξεις μόλις καὶ μετά βίας- βοηθούν διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς πλάνης. Ἐπὶ πλέον, οἱ κανόνες αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν ὑπ' ὄψιν την ανικανότητα τοῦ ὑπερακριβοῦς νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ἀμφιβολιών του διὰ μιᾶς ἁπλῆς προσπαθείας τῆς θελήσεώς του
Ὁ ὑπερακριβής δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτὰ ποὺ ἔχει, πρώτα-πρώτα διότι τα θεωρεί ση μάδια τῆς μεγάλης αγιότητός του, ἄρχετα ἂν δὲν το λέει ἡ κάνει ταπεινοσχημίες. Σημασία έχει τι ζεί βαθύτερα. "Ένας λόγος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλα γεῖ εἶναι αὐτός. "Ένας άλλος λόγος είναι ότι, για να εφαρμόσει ὁ ὑπερακριβής αὐτὰ ποὺ λέγονται πιο πάνω, πρέπει νὰ τὸ θέλει ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἔχει το κουράγιο να θέλει να κάνει κάτι πρός τήν κατεύ θυνση αὐτή.
Δέν εἶναι ἀποτελεσματικόν το φάρμακον ἐκεῖνο ποὺ δὲν βοηθεῖ τὸ ἄτομον νὰ ἐννοήσῃ πλήρως το πρόβλημά του.
Σκοπός εἶναι να βοηθήσει κανείς τὸν ἄρρωστο ἔτσι, ποὺ νὰ ἐννοήσει καλύτερα αὐτός ὁ ἴδιος τί τοῦ συμβαίνει, τί παθαίνει.
...σάν ἕνα σεντόνι, πού κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτῶμα
Αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ ὑπερευαισθησίαι εἶναι ἐνίοτε ἐνδεικτικαί «ἐνταφιασμένων συμπλεγμάτων ἐνοχῆς».
Αὐτό εἶναι ὅλο το θέμα. Ὅλοι αὐτοί ἔχουν πολλά συμπλέγματα ἐνοχῆς ἐνταφιασμένα στο βά-θος τῆς ὑπάρξεώς τους, ἄσχετα ἄν αὐτὰ τὰ συμ-πλέγματα προέρχονται ἀπό πραγματική ἐνοχή ἤ ὄχι. Πάντως, ἐφόσον τὴν ἔζησαν τήν ἐνοχή καί την ἀπώθησαν, ὑπάρχουν τώρα αὐτά τά συμπλέγματα. Καμιά φορά ὅμως εἶναι πραγματική ἡ ἐνοχή που τὰ προκάλεσε. Ἀλλά ἐπειδή δέν θέλησαν να μετανοήσουν γιὰ τὴν ἁμαρτία που τη δημιούργησε, ἀπώθησαν τὴν ἐνοχή.
Πρέπει ἑπομένως να κατανοῶνται ὅπως καὶ τὰ ποικίλα ἄλλα συμπτώματα τῆς καταληπτικῆς νευ ρώσεως· χρησιμεύουν δηλαδή εἰς τὴν ἀπόκρυψιν συναισθημάτων ἢ ἀναμνήσεων ἀπό τό συνειδητόν.
Ἡ ὑπερακρίβεια δηλαδή εἶναι, τρόπον τινά, σὰν ἕνα σεντόνι που κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτώμα.
Μπορεῖ νὰ εἶναι κεντημένο αὐτό το σεντόνι, δαν-τελωτό κτλ., ἀλλά ἀπό κάτω εἶναι ἕνα πτώμα. Αὐτή ἡ ὑπερακρίβεια, τὸ νὰ εἶναι δηλαδή κανείς πάρα πολύ αὐστηρός σε μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα σχεδόν πράγματα, εἶναι ἀπόδειξη ὅτι σκεπάζει βα-θύτερα κάποιο αἴσθημα ἐνοχῆς, πού ἴσως το ξέχασε.
«Ὅταν δὲν τολμῶμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν κάποιαν μεγάλην ἁμαρτίαν», γράφει ὁ δρ. C. G. Jung, «θρη νοῦμεν πάρα πολύ διά κάποιαν μικράν ἁμαρτίαν».
Δέν ἔχουμε ἄλλο τρόπο να κρύψουμε μια με γάλη ἁμαρτία, ἀπό τὸ νὰ θρηνούμε πάρα πολύ για μια μικρή ἁμαρτία.
Ἔτι συχνότερον αἱ ὑπερακρίβειαι εἶναι ἀπόδει· ξις ἀπωθημένου ἐγωϊσμοῦ.
Καί αὐτό να το προσέξουμε.
Ἡ καθολική ποιμαντική θεολογία διδάσκει ὅτι αὗται ἐπιτρέπονται ἢ ἀποστέλλονται ὑπό τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ὑπο-μονήν, ἤ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ταχύτερον τὴν ἁγιότητα.
Ἔτσι δυστυχῶς τὰ βλέπουν τα πράγματα οἱ καθολικοί.
Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ψυχολογίας μία τέτοια εξήγη σις εἶναι ἀπαράδεκτος. Αἱ ὑπερακρίβειαι είναι πάν τοτε παθολογικόν φαινόμενον· ἀντιπροσωπεύουν μίαν ἀσθένειαν τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς, συχνάκις δε καλύπτουν ἀσύνηθες μέγεθος ἐγωϊσμοῦ καὶ πνευμα τικῆς ὑπερηφανείας. Εἶναι ὡσὰν ὁ ὑπερακριβής να λέγῃ πάντοτε εἰς τὸν ἑαυτόν τους «Ἴδὲ πόσον ἀνώ τερος άνθρωπος εἶμαι πνευματικῶς, ἀφοῦ ἀνησυχώ καὶ διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κοινός χριστιανός οὐδέποτε λαμβάνει ὑπ' ὄψιν».
Αὐτό εἶναι. Ἄσχετα τώρα ἂν ἡ κατάσταση αὐτὴ εἶναι ἀρρώστια, πάντως στο βάθος κρύβει μεγάλο ἐγωισμό, μεγάλη ὑπερηφάνεια· κρύβει μεγάλο αἴσθημα ἐνοχῆς. Καί μὲ τὸ νὰ κατατρίβεται κανείς με μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα πράγματα, εἶναι σὰν νὰ λέει: «Τί ἀνώτερος ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ! Τι μεγάλος ἅγιος πού εἶμαι!»
Εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς ὅτι ὁ ὑπερα-κριβής οὐδέποτε ἀνησυχεῖ καί στενοχωρεῖται διά τό ὅτι εἰς τὴν ζωήν του ὑπάρχει ἔλλειψις ἀγάπης ἤ διότι κάμνει ἐλάχιστα διά τήν προαγωγήν καί εὐη-μερίαν τῶν συνανθρώπων του.
Δέν τὸν ἀπασχολοῦν τέτοια πράγματα.
Εἶναι τὰ μηδαμινά πράγματα που τὸν ἀνησυ-χοῦν, τὸ γεγονός δὲ ὅτι αὐτά κινοῦν τὸ ἐνδιαφέρον του τον κάμνει να θεωρῇ τὸν ἑαυτόν του ἁγιώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους κοινούς χριστιανούς. Ὁ ὑπερακριβής εἶναι εἰς τὸ βάθος ἕνας Φαρισαῖος τῶν Φαρισαίων.
Ὁ Λούθηρος
Στη συνέχεια ὁ συγγραφέας ἀναφέρεται στον Λούθηρο. Ὁ Λούθηρος ήταν πρῶτα καθολικός μο-ναχός, καὶ ἦταν αὐστηρός καλόγερος. Ἔπειτα ἀντέδρασε στο ὅλο πνεῦμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ἔφυγε ἀπό αὐτὴν καὶ ἵδρυσε τον προτεσταντισμό. Διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὸ ὅλο πνεῦμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, και γι' αὐτό ή κίνησή του λέγεται και διαμαρτύρηση. Ιδρυσε ἕνα ἀπό τα τρία μεγάλα παρακλάδια τοῦ προτεσταντισμού. Ὁ Λούθηρος, μᾶς λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας, ἦταν ὑπερακριβής.
Νὰ τί ἔγραφε ὁ Λούθηρος κατά τὰς ἡμέρας τοῦ μοναχικού του βίου:
«Με ἐντατικήν προσευχήν προητοιμαζόμην διά την λειτουργίαν καὶ τὰς ἀκολουθίας· ἀλλ' ἀκόμη καὶ ὅταν ἐνόμιζον ὅτι ἤμην κάλλιστα προητοιμα-σμένος, ἐπλησίαζον μὲ ἀμφιβολίαν το θυσιαστήριον καὶ μὲ ἀμφιβολίας ἀπεχώρουν αὐτοῦ. Εἶχον άμφιβο λίας ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἰδίαν μου την μετάνοιαν.
Ὅταν ἀπεῖχον τῆς δημοσίας ἐκδηλώσεως τῆς μετα νοίας, ἀμφέβαλλον ἀκόμη περισσότερον».
Ὡς καλόγερος στο μοναστήρι του ήταν ύπερα-κριβής, καί παρ' ὅλο που νύχτα μέρα κατατρωγό-ταν μὲ τὸ νὰ μὴν ξεφύγει και στην πιὸ ἀσήμαντη λεπτομέρεια, τελικά δὲν εἶχε χαρά στην ψυχή του. Δέν ἔβλεπε λύτρωση, σωτηρία δὲν ἔνιωθε τή ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα του.
Προσεπάθησε να βοηθήσῃ τὸν ἑαυτόν του άπο-φεύγων τὴν ἀνάγνωσιν βιβλίων ποὺ ὑπετίθετο ὅτι ἐνθαρρύνουν τὴν ὑπερακρίβειαν, ἀποφεύγων την κοινωνίαν μετ᾿ ἄλλων ὑπερακριβῶν καὶ ἐμπιστευό μενος εἰς τοὺς πνευματικούς του οδηγούς. Όλα όμως αὐτὰ εἰς οὐδὲν ἴσχυσαν, μέχρις ότου κατενόησεν ὅτι ἡ πίστις, ὄχι τὰ ἔργα, σώζουν ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασίαν εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἰδική του προσπάθεια Και τότε πιὰ ἐπαναστάτησε καί ἔγινε διαμαρτυρόμενος. Ἀλλὰ εἶναι φανερό ὅμως –καί αὐτό πρέπει να προσέξουμε- ὅτι σ' αὐτές τις περιπτώ σεις πηγαίνει κανείς ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο. Ὁ Λούθηρος, ἀπό ὑπερακριβής πού ἦταν, ἐπαναστάτησε ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἐναντίον τῆς ὅλης τακτικῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔτσι ἔγινε τελείως φιλελεύθερος, ὥστε νὰ μή λογαριάζει πιά τίποτε.
Αὐτό εἶναι μεγάλο λάθος, καί πρέπει πάρα πολύ να το προσέχουμε καί στον ἑαυτό μας καί ὅταν τὸ συναντοῦμε σὲ ἄλλους. Ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο νὰ βρίσκεται σὲ ἕνα ἄκρο, νὰ ξέ-ρουμε ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα συμβαίνει ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἤ μέσα του ὑπάρχει ἕνα ἄλλο ἄκρο ἤ κάποτε ήταν σε ἕνα ἄλλο ἄκρο καί βρέθηκε τώρα σ' αὐτὸ τὸ ἄκρο. Ἀλλά καί ἡ μια κατάσταση καί ἡ ἄλλη δέν εἶναι φυσιολογικές, δέν εἶναι σωστές, καί πρέπει πάρα πολύ να το προσέχουμε αὐτό. Μήπως δηλαδή ἀπό τήν ὑπερακρίβεια πᾶμε στὸν ἀπόλυτο φιλελευθερισμό ἤ καί τό ἀντίθετο.
Ἀληθινή θεραπεία
Ἡ χριστιανική ζωή, ἡ ζωή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πάντοτε ἀνάμεσα στὰ ἄκρα· ὅπως λένε οἱ ἅγιοι πατέρες: ὀρθοδοξεῖν τὸ ἀεί σχοινοβατεῖν. Οἱ ὁποῖοι λένε ἐπίσης ὅτι πρέπει να προσέχουμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ ἀριστερά, δηλαδή ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀλλά καί ἀπὸ τὰ δεξιά, ἀπό τίς ἀρετές. Πού βιάζε ται δηλαδή κανείς να πιαστεῖ ἀπό όλες τις αρετές και να νομίσει ὅτι τίς ἀπέκτησε ὅλες καὶ ἔτσι νὰ ὑπερηφανευθεῖ, νὰ ἐγωιστευθεί κτλ. Νὰ κινούμαστε πάντοτε στο μέσον -οὔτε πρὸς τὸ ἕνα ἄκρο οὔτε πρός τὸ ἄλλο- γιὰ νὰ ἔχουμε ἔτσι ὄντως τή χάρη καί τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖνο που πρέπει τελικά νὰ ποῦμε εἶναι τοῦτο: γλιτώνει κανείς ἀπὸ τὴν ὑπερακρίβεια, ἐὰν καταλάβει καλά-καλά ὅτι στο βάθος ἡ ὑπερακρί-βεια εἶναι ἀρρώστια. Ἂν δὲν ἔφθασε στο σημεῖο να το καταλάβει, εἶναι διότι τοῦ λείπει ἡ ταπείνωση. Πάντως, μπορεῖ νὰ θεραπευθεί κανείς, μπορεῖ νὰ γλιτώσει ἀπό τήν ὑπερακρίβεια, ἄν καλλιεργήσει την ταπείνωση καί γενικότερα ἄν καλλιεργήσει πνευματικά την ψυχή του. Χρειάζεται ὅμως να ἐμπιστευθεῖ κανείς στον Χριστό. Ὄχι να νομίζει ὅτι θα σωθεῖ μὲ τὸ νὰ ζυγίζει τα πράγματα καὶ νὰ κάνει λογαριασμούς, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἐλπίδα στο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στον Σταυρό τοῦ Χρι-στοῦ, στὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ χύθηκε, καὶ ἑπομένως νὰ ζεῖ ἐν ταπεινώσει καὶ μὲ ἐλπίδα σωτηρίας.
Ἂν αὐτά τά δύο λείπουν ἀπὸ τὴν ψυχή, δέν μπορεῖ νὰ φύγει ἡ ὑπερακρίβεια. Ἐάν ὅμως ἔλθουν αὐτά στην ψυχή, φεύγει ἡ ὑπερακρίβεια, ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἀρρώστια αὐτοῦ τοῦ εἴδους ποὺ ἐξετάζουμε. Φεύγει ὅπως φεύγει το σκοτάδι, μόλις ἀνά-ψουμε τὸ φῶς, ἡ ὅπως φεύγει ὁ καπνός, μόλις φυσήξει ὁ ἄνεμος.
Πρέπει νὰ ὑπενθυμίζωμεν εἰς τοὺς ὑπερακριβεῖς ὅτι τὸ νόημα τῆς πραγματικῆς θρησκείας εὔρη ται εἰς τὸ τί ὁ Θεός κάμνει δι' ἡμᾶς πολύ περισσότερον παρά εἰς τὸ τὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἡμᾶς· ὅτι τίποτε δεν δύναται να πράξη ἢ να δώση ὁ ἄνθρωπος που νὰ τὸν καθιστῷ ἄξιον τῆς σωτηρίας. Ἐὰν ὁ ὑπερα κριβής παραδεχθῇ τοῦτο ὡς ἀληθές, οἱ δισταγμοί καὶ οἱ φόβοι του θὰ διαλυθοῦν ὅπως ἡ ὁμίχλη ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἡλίου.
Γιατί λοιπόν νὰ ἀφήνουμε τὸν ἑαυτό μας σε τέτοιες ἀλυσίδες τοῦ διαβόλου, καὶ νὰ μᾶς δένει ἀπὸ δῶ, νὰ μᾶς δένει ἀπό κεῖ, ἀφοῦ ἦρθε ὁ Χρι στός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐλευθερώνει καὶ μᾶς σώζει δωρεάν; Καί γιατί νὰ μὴν ἀφεθοῦμε σ' αὐτὸν μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, ταπεινά καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη, ὥστε ὄντως κι ἐμεῖς νὰ βροῦμε τή λύτρωση;
11-5-1969
Ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι, τρόπον τινά, σὰν ἕνα σεντόνι -ἴσως κεντημένο ἤ δαντελωτό-ἀλλά πού κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτώμα. Ἡ ὑπερακρίβεια, τὸ νὰ εἶναι δηλαδή κανείς πάρα πολύ αὐστηρός σε μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα σχεδόν πράγματα, εἶναι ἀπόδειξη ὅτι σκεπάζει βαθύτερα κάποιο αἴσθημα ένοχῆς ποὺ ἴσως ξεχάστηκε.
Λαθεμένοι τρόποι θεραπείας τῆς ὑπερακρίβειας
Καταλαβαίνουμε τώρα τί εἶναι ὑπερακρίβεια:
κατατρίβεται κανείς μὲ τὰ πιὸ μηδαμινά πράγμα τα, ποὺ εἶναι σχεδόν ἀνύπαρκτα. Αὐτοί βέβαια ἐκεῖ στη Δύση –ἀπό τὸ ἕνα μέρος οἱ παπικοί, ἀπό τὸ ἄλλο οἱ προτεστάντες- προσπαθοῦν νὰ διορθώσουν κάτι τέτοια πού παρουσιάζονται στούς χρι-στιανούς, ἀλλά, ὅπως λέει αὐτὸς ἐδῶ ποὺ τὰ γράφει, δέν εἶναι σωστά τα μέσα που χρησιμοποιοῦν.
Η ρωμαιοκαθολική ἠθική θεολογία ὑποδεικνύει τρόπους καί κανόνας πρός θεραπείαν τῆς ὑπερα κριβείας. Δίδεται εἰς τοὺς ὑπερακριβεῖς ἡ συμβουλή νὰ ζητοῦν τὴν καθοδήγησιν ἑνός πνευματικοῦ, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἀλλάσσουν· νὰ ὑπακούουν τυφλῶς εἰς τὸν πνευματικόν των καθοδηγητήν, οὐδέποτε θέτον τες ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ὀρθότητα τῶν συμβουλών του προτρέπονται να μὴ ἀσχολοῦνται εἰς μακράς αὐτο εξετάσεις καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπουν εἰς τὸν ἑαυτὸν των καμμίαν ἀμφιβολίαν μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι, ἐὰν ἐπι· τρέψουν τοῦτο ἔστω καὶ ἅπαξ, θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ψυχική των γαλήνη προτρέπονται ἀκόμη νὰ δροῦν ἀκριβῶς ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, εφόσον ότι εἶναι ὀρθόν διὰ τοὺς ἄλλους δὲν ἡμπορεῖ νὰ εἶναι ἐσφαλμένον δι' αὐτούς,
Αὐτὰ λένε οἱ ρωμαιοκαθολικοί στούς χριστια νούς, γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσουν ἀπὸ τὴν ὑπερακρί βεια.
Αἱ ὑποδείξεις αύται εἶναι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἀξιόλογοι, δὲν κατέρχονται ὅμως εἰς τὴν ρίζαν τοῦ προβλήματος· δὲν βοηθοῦν τὸν ὑπερακριβή νὰ ἐννοήσῃ κάπως καλύτερον τὰς ἀδυναμίας του. Πράγ ματι, ἐπειδὴ ὁ ὑπερακριβής θεωρεῖ τὰς ἰδιοτροπίας του οὐχὶ ὡς ἀδυναμίας ἀλλ' ὡς σημεία ἁγιότητος, αἱ ἀνωτέρω ὑποδείξεις μόλις βοηθοῦν διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς πλάνης.
Αὐτό εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα. Ὁ ὑπερακρι βῆς εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνει ότι εἶναι ἄρρωστος, οὔτε καταλαβαίνει ὅτι αὐτὰ ποὺ κάνει εἶναι σφάλματα. Τις ιδιοτροπίες του τις θεω ρεῖ ὡς σημεῖα ἀγιότητος, γι' αὐτὸ αἱ ἀνωτέρω ὑπο δείξεις μόλις καὶ μετά βίας- βοηθούν διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς πλάνης. Ἐπὶ πλέον, οἱ κανόνες αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν ὑπ' ὄψιν την ανικανότητα τοῦ ὑπερακριβοῦς νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ἀμφιβολιών του διὰ μιᾶς ἁπλῆς προσπαθείας τῆς θελήσεώς του
Ὁ ὑπερακριβής δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτὰ ποὺ ἔχει, πρώτα-πρώτα διότι τα θεωρεί ση μάδια τῆς μεγάλης αγιότητός του, ἄρχετα ἂν δὲν το λέει ἡ κάνει ταπεινοσχημίες. Σημασία έχει τι ζεί βαθύτερα. "Ένας λόγος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλα γεῖ εἶναι αὐτός. "Ένας άλλος λόγος είναι ότι, για να εφαρμόσει ὁ ὑπερακριβής αὐτὰ ποὺ λέγονται πιο πάνω, πρέπει νὰ τὸ θέλει ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἔχει το κουράγιο να θέλει να κάνει κάτι πρός τήν κατεύ θυνση αὐτή.
Δέν εἶναι ἀποτελεσματικόν το φάρμακον ἐκεῖνο ποὺ δὲν βοηθεῖ τὸ ἄτομον νὰ ἐννοήσῃ πλήρως το πρόβλημά του.
Σκοπός εἶναι να βοηθήσει κανείς τὸν ἄρρωστο ἔτσι, ποὺ νὰ ἐννοήσει καλύτερα αὐτός ὁ ἴδιος τί τοῦ συμβαίνει, τί παθαίνει.
...σάν ἕνα σεντόνι, πού κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτῶμα
Αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ ὑπερευαισθησίαι εἶναι ἐνίοτε ἐνδεικτικαί «ἐνταφιασμένων συμπλεγμάτων ἐνοχῆς».
Αὐτό εἶναι ὅλο το θέμα. Ὅλοι αὐτοί ἔχουν πολλά συμπλέγματα ἐνοχῆς ἐνταφιασμένα στο βά-θος τῆς ὑπάρξεώς τους, ἄσχετα ἄν αὐτὰ τὰ συμ-πλέγματα προέρχονται ἀπό πραγματική ἐνοχή ἤ ὄχι. Πάντως, ἐφόσον τὴν ἔζησαν τήν ἐνοχή καί την ἀπώθησαν, ὑπάρχουν τώρα αὐτά τά συμπλέγματα. Καμιά φορά ὅμως εἶναι πραγματική ἡ ἐνοχή που τὰ προκάλεσε. Ἀλλά ἐπειδή δέν θέλησαν να μετανοήσουν γιὰ τὴν ἁμαρτία που τη δημιούργησε, ἀπώθησαν τὴν ἐνοχή.
Πρέπει ἑπομένως να κατανοῶνται ὅπως καὶ τὰ ποικίλα ἄλλα συμπτώματα τῆς καταληπτικῆς νευ ρώσεως· χρησιμεύουν δηλαδή εἰς τὴν ἀπόκρυψιν συναισθημάτων ἢ ἀναμνήσεων ἀπό τό συνειδητόν.
Ἡ ὑπερακρίβεια δηλαδή εἶναι, τρόπον τινά, σὰν ἕνα σεντόνι που κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτώμα.
Μπορεῖ νὰ εἶναι κεντημένο αὐτό το σεντόνι, δαν-τελωτό κτλ., ἀλλά ἀπό κάτω εἶναι ἕνα πτώμα. Αὐτή ἡ ὑπερακρίβεια, τὸ νὰ εἶναι δηλαδή κανείς πάρα πολύ αὐστηρός σε μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα σχεδόν πράγματα, εἶναι ἀπόδειξη ὅτι σκεπάζει βα-θύτερα κάποιο αἴσθημα ἐνοχῆς, πού ἴσως το ξέχασε.
«Ὅταν δὲν τολμῶμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν κάποιαν μεγάλην ἁμαρτίαν», γράφει ὁ δρ. C. G. Jung, «θρη νοῦμεν πάρα πολύ διά κάποιαν μικράν ἁμαρτίαν».
Δέν ἔχουμε ἄλλο τρόπο να κρύψουμε μια με γάλη ἁμαρτία, ἀπό τὸ νὰ θρηνούμε πάρα πολύ για μια μικρή ἁμαρτία.
Ἔτι συχνότερον αἱ ὑπερακρίβειαι εἶναι ἀπόδει· ξις ἀπωθημένου ἐγωϊσμοῦ.
Καί αὐτό να το προσέξουμε.
Ἡ καθολική ποιμαντική θεολογία διδάσκει ὅτι αὗται ἐπιτρέπονται ἢ ἀποστέλλονται ὑπό τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ὑπο-μονήν, ἤ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ταχύτερον τὴν ἁγιότητα.
Ἔτσι δυστυχῶς τὰ βλέπουν τα πράγματα οἱ καθολικοί.
Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ψυχολογίας μία τέτοια εξήγη σις εἶναι ἀπαράδεκτος. Αἱ ὑπερακρίβειαι είναι πάν τοτε παθολογικόν φαινόμενον· ἀντιπροσωπεύουν μίαν ἀσθένειαν τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς, συχνάκις δε καλύπτουν ἀσύνηθες μέγεθος ἐγωϊσμοῦ καὶ πνευμα τικῆς ὑπερηφανείας. Εἶναι ὡσὰν ὁ ὑπερακριβής να λέγῃ πάντοτε εἰς τὸν ἑαυτόν τους «Ἴδὲ πόσον ἀνώ τερος άνθρωπος εἶμαι πνευματικῶς, ἀφοῦ ἀνησυχώ καὶ διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κοινός χριστιανός οὐδέποτε λαμβάνει ὑπ' ὄψιν».
Αὐτό εἶναι. Ἄσχετα τώρα ἂν ἡ κατάσταση αὐτὴ εἶναι ἀρρώστια, πάντως στο βάθος κρύβει μεγάλο ἐγωισμό, μεγάλη ὑπερηφάνεια· κρύβει μεγάλο αἴσθημα ἐνοχῆς. Καί μὲ τὸ νὰ κατατρίβεται κανείς με μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα πράγματα, εἶναι σὰν νὰ λέει: «Τί ἀνώτερος ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ! Τι μεγάλος ἅγιος πού εἶμαι!»
Εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς ὅτι ὁ ὑπερα-κριβής οὐδέποτε ἀνησυχεῖ καί στενοχωρεῖται διά τό ὅτι εἰς τὴν ζωήν του ὑπάρχει ἔλλειψις ἀγάπης ἤ διότι κάμνει ἐλάχιστα διά τήν προαγωγήν καί εὐη-μερίαν τῶν συνανθρώπων του.
Δέν τὸν ἀπασχολοῦν τέτοια πράγματα.
Εἶναι τὰ μηδαμινά πράγματα που τὸν ἀνησυ-χοῦν, τὸ γεγονός δὲ ὅτι αὐτά κινοῦν τὸ ἐνδιαφέρον του τον κάμνει να θεωρῇ τὸν ἑαυτόν του ἁγιώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους κοινούς χριστιανούς. Ὁ ὑπερακριβής εἶναι εἰς τὸ βάθος ἕνας Φαρισαῖος τῶν Φαρισαίων.
Ὁ Λούθηρος
Στη συνέχεια ὁ συγγραφέας ἀναφέρεται στον Λούθηρο. Ὁ Λούθηρος ήταν πρῶτα καθολικός μο-ναχός, καὶ ἦταν αὐστηρός καλόγερος. Ἔπειτα ἀντέδρασε στο ὅλο πνεῦμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ἔφυγε ἀπό αὐτὴν καὶ ἵδρυσε τον προτεσταντισμό. Διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὸ ὅλο πνεῦμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, και γι' αὐτό ή κίνησή του λέγεται και διαμαρτύρηση. Ιδρυσε ἕνα ἀπό τα τρία μεγάλα παρακλάδια τοῦ προτεσταντισμού. Ὁ Λούθηρος, μᾶς λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας, ἦταν ὑπερακριβής.
Νὰ τί ἔγραφε ὁ Λούθηρος κατά τὰς ἡμέρας τοῦ μοναχικού του βίου:
«Με ἐντατικήν προσευχήν προητοιμαζόμην διά την λειτουργίαν καὶ τὰς ἀκολουθίας· ἀλλ' ἀκόμη καὶ ὅταν ἐνόμιζον ὅτι ἤμην κάλλιστα προητοιμα-σμένος, ἐπλησίαζον μὲ ἀμφιβολίαν το θυσιαστήριον καὶ μὲ ἀμφιβολίας ἀπεχώρουν αὐτοῦ. Εἶχον άμφιβο λίας ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἰδίαν μου την μετάνοιαν.
Ὅταν ἀπεῖχον τῆς δημοσίας ἐκδηλώσεως τῆς μετα νοίας, ἀμφέβαλλον ἀκόμη περισσότερον».
Ὡς καλόγερος στο μοναστήρι του ήταν ύπερα-κριβής, καί παρ' ὅλο που νύχτα μέρα κατατρωγό-ταν μὲ τὸ νὰ μὴν ξεφύγει και στην πιὸ ἀσήμαντη λεπτομέρεια, τελικά δὲν εἶχε χαρά στην ψυχή του. Δέν ἔβλεπε λύτρωση, σωτηρία δὲν ἔνιωθε τή ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα του.
Προσεπάθησε να βοηθήσῃ τὸν ἑαυτόν του άπο-φεύγων τὴν ἀνάγνωσιν βιβλίων ποὺ ὑπετίθετο ὅτι ἐνθαρρύνουν τὴν ὑπερακρίβειαν, ἀποφεύγων την κοινωνίαν μετ᾿ ἄλλων ὑπερακριβῶν καὶ ἐμπιστευό μενος εἰς τοὺς πνευματικούς του οδηγούς. Όλα όμως αὐτὰ εἰς οὐδὲν ἴσχυσαν, μέχρις ότου κατενόησεν ὅτι ἡ πίστις, ὄχι τὰ ἔργα, σώζουν ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασίαν εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἰδική του προσπάθεια Και τότε πιὰ ἐπαναστάτησε καί ἔγινε διαμαρτυρόμενος. Ἀλλὰ εἶναι φανερό ὅμως –καί αὐτό πρέπει να προσέξουμε- ὅτι σ' αὐτές τις περιπτώ σεις πηγαίνει κανείς ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο. Ὁ Λούθηρος, ἀπό ὑπερακριβής πού ἦταν, ἐπαναστάτησε ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἐναντίον τῆς ὅλης τακτικῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔτσι ἔγινε τελείως φιλελεύθερος, ὥστε νὰ μή λογαριάζει πιά τίποτε.
Αὐτό εἶναι μεγάλο λάθος, καί πρέπει πάρα πολύ να το προσέχουμε καί στον ἑαυτό μας καί ὅταν τὸ συναντοῦμε σὲ ἄλλους. Ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο νὰ βρίσκεται σὲ ἕνα ἄκρο, νὰ ξέ-ρουμε ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα συμβαίνει ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἤ μέσα του ὑπάρχει ἕνα ἄλλο ἄκρο ἤ κάποτε ήταν σε ἕνα ἄλλο ἄκρο καί βρέθηκε τώρα σ' αὐτὸ τὸ ἄκρο. Ἀλλά καί ἡ μια κατάσταση καί ἡ ἄλλη δέν εἶναι φυσιολογικές, δέν εἶναι σωστές, καί πρέπει πάρα πολύ να το προσέχουμε αὐτό. Μήπως δηλαδή ἀπό τήν ὑπερακρίβεια πᾶμε στὸν ἀπόλυτο φιλελευθερισμό ἤ καί τό ἀντίθετο.
Ἀληθινή θεραπεία
Ἡ χριστιανική ζωή, ἡ ζωή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πάντοτε ἀνάμεσα στὰ ἄκρα· ὅπως λένε οἱ ἅγιοι πατέρες: ὀρθοδοξεῖν τὸ ἀεί σχοινοβατεῖν. Οἱ ὁποῖοι λένε ἐπίσης ὅτι πρέπει να προσέχουμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ ἀριστερά, δηλαδή ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀλλά καί ἀπὸ τὰ δεξιά, ἀπό τίς ἀρετές. Πού βιάζε ται δηλαδή κανείς να πιαστεῖ ἀπό όλες τις αρετές και να νομίσει ὅτι τίς ἀπέκτησε ὅλες καὶ ἔτσι νὰ ὑπερηφανευθεῖ, νὰ ἐγωιστευθεί κτλ. Νὰ κινούμαστε πάντοτε στο μέσον -οὔτε πρὸς τὸ ἕνα ἄκρο οὔτε πρός τὸ ἄλλο- γιὰ νὰ ἔχουμε ἔτσι ὄντως τή χάρη καί τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖνο που πρέπει τελικά νὰ ποῦμε εἶναι τοῦτο: γλιτώνει κανείς ἀπὸ τὴν ὑπερακρίβεια, ἐὰν καταλάβει καλά-καλά ὅτι στο βάθος ἡ ὑπερακρί-βεια εἶναι ἀρρώστια. Ἂν δὲν ἔφθασε στο σημεῖο να το καταλάβει, εἶναι διότι τοῦ λείπει ἡ ταπείνωση. Πάντως, μπορεῖ νὰ θεραπευθεί κανείς, μπορεῖ νὰ γλιτώσει ἀπό τήν ὑπερακρίβεια, ἄν καλλιεργήσει την ταπείνωση καί γενικότερα ἄν καλλιεργήσει πνευματικά την ψυχή του. Χρειάζεται ὅμως να ἐμπιστευθεῖ κανείς στον Χριστό. Ὄχι να νομίζει ὅτι θα σωθεῖ μὲ τὸ νὰ ζυγίζει τα πράγματα καὶ νὰ κάνει λογαριασμούς, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἐλπίδα στο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στον Σταυρό τοῦ Χρι-στοῦ, στὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ χύθηκε, καὶ ἑπομένως νὰ ζεῖ ἐν ταπεινώσει καὶ μὲ ἐλπίδα σωτηρίας.
Ἂν αὐτά τά δύο λείπουν ἀπὸ τὴν ψυχή, δέν μπορεῖ νὰ φύγει ἡ ὑπερακρίβεια. Ἐάν ὅμως ἔλθουν αὐτά στην ψυχή, φεύγει ἡ ὑπερακρίβεια, ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἀρρώστια αὐτοῦ τοῦ εἴδους ποὺ ἐξετάζουμε. Φεύγει ὅπως φεύγει το σκοτάδι, μόλις ἀνά-ψουμε τὸ φῶς, ἡ ὅπως φεύγει ὁ καπνός, μόλις φυσήξει ὁ ἄνεμος.
Πρέπει νὰ ὑπενθυμίζωμεν εἰς τοὺς ὑπερακριβεῖς ὅτι τὸ νόημα τῆς πραγματικῆς θρησκείας εὔρη ται εἰς τὸ τί ὁ Θεός κάμνει δι' ἡμᾶς πολύ περισσότερον παρά εἰς τὸ τὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἡμᾶς· ὅτι τίποτε δεν δύναται να πράξη ἢ να δώση ὁ ἄνθρωπος που νὰ τὸν καθιστῷ ἄξιον τῆς σωτηρίας. Ἐὰν ὁ ὑπερα κριβής παραδεχθῇ τοῦτο ὡς ἀληθές, οἱ δισταγμοί καὶ οἱ φόβοι του θὰ διαλυθοῦν ὅπως ἡ ὁμίχλη ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἡλίου.
Γιατί λοιπόν νὰ ἀφήνουμε τὸν ἑαυτό μας σε τέτοιες ἀλυσίδες τοῦ διαβόλου, καὶ νὰ μᾶς δένει ἀπὸ δῶ, νὰ μᾶς δένει ἀπό κεῖ, ἀφοῦ ἦρθε ὁ Χρι στός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐλευθερώνει καὶ μᾶς σώζει δωρεάν; Καί γιατί νὰ μὴν ἀφεθοῦμε σ' αὐτὸν μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, ταπεινά καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη, ὥστε ὄντως κι ἐμεῖς νὰ βροῦμε τή λύτρωση;
11-5-1969
Ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι, τρόπον τινά, σὰν ἕνα σεντόνι -ἴσως κεντημένο ἤ δαντελωτό-ἀλλά πού κρύβει ἀπό κάτω ἕνα πτώμα. Ἡ ὑπερακρίβεια, τὸ νὰ εἶναι δηλαδή κανείς πάρα πολύ αὐστηρός σε μηδαμινά καί ἀνύπαρκτα σχεδόν πράγματα, εἶναι ἀπόδειξη ὅτι σκεπάζει βαθύτερα κάποιο αἴσθημα ένοχῆς ποὺ ἴσως ξεχάστηκε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου