Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(19)

Συνεχεια από: Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Ε1
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ε’ Θρησκευτική υπερακρίβεια

Ἡ ὑπερακρίβεια στο βάθος κρύβει μεγάλο ἐγωισμό, μεγάλη ὑπερηφάνεια κρύβει μεγάλο αἴσθημα ἐνοχῆς.

Καὶ μὲ τὸ νὰ κατατρίβεται κανείς με μηδαμινά καὶ ἀνύπαρκτα πράγματα, εἶναι σαν να λέει: «Τι ἀνώτερος ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ! Τι μεγάλος ἅγιος ποὺ εἶμαι!»

Μπορεί κανείς να θεραπευθεί, να γλιτώσει ἀπὸ τὴν ὑπερακρίβεια, ἄν καλλιεργήσει την ταπείνωση καί γενικότερα ἄν καλλιεργήσει πνευματικά την ψυχή του.
Χρειάζεται ὅμως νὰ ἐμπιστευθεῖ κανείς στον Χριστό.

Ὄχι να νομίζει ὅτι θά σωθεῖ μέ τό να ζυγίζει τα πράγματα καὶ νὰ κάνει λογαριασμούς, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἐλπίδα στο ἔλεος, στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Τί μεγάλος ἅγιος πού εἶμαι!»

Σήμερα μπαίνουμε σε ἕνα ἄλλο κεφάλαιο, στή θρησκευτική ὑπερακρίβεια. Εἶναι καί αὐτό μιά πραγματική ἀσθένεια, πού μαστίζει ἀρκετούς χριστιανούς, ἀρκετούς ἀπό τούς ἀνθρώπους πού θρη-σκεύουν. Σὲ ἀρκετούς ἀνθρώπους, για διάφορους λόγους, κυρίως ἐπειδή εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστοι, ὁ νοῦς τους γεμίζει ἀπό ποικίλους φόβους καί ἀμ-φιβολίες. Συναντά κανείς τέτοιους ἀνθρώπους μέτέτοιες ἀμφιβολίες καί φόβους, οἱ ὁποῖοι φόβοι τοὺς ὁδηγοῦν σε μια ὑπερακρίβεια, πού εἶναι ἐκδή-λωση ἀσθένειας. Καί μάλιστα ἡ ἀσθένεια αὐτή εἶναι κυρίως ἀσθένεια τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἐμφανί-ζεται καί σε ἄλλους ἀνθρώπους πού δέν πολυθρη σκεύουν, ἀλλά κυρίως σ' αὐτούς πού θρησκεύουν.

Ἡ εὐαίσθητη συνείδηση Ἡ συγκεχυμένη συνείδηση

Ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι πράγματι ἀσθένεια τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς, ἂν καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς εὐαι· σθησίας δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν περιοχήν τῆς θρησκείας. Ἡ ὑπερακριβής δὲ συνείδησις πρέ-πει να διακρίνεται τῆς εὐαισθήτου συνειδήσεως.

Εὐθὺς ἐξαρχῆς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε τὴν ὑπερακριβή συνείδηση, τὴν εὐαίσθητη συνεί-δηση καὶ τὴ συγκεχυμένη συνείδηση. Ἔχουμε βέ-βαια καὶ τὴν ὑγιή συνείδηση. Ἀλλά πρέπει ἐδῶ νὰ ἀναφέρουμε τα τρία πρῶτα εἴδη τῆς συνειδήσεως, κυρίως γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε κατ' ἀρχήν τὴν ὑπερα-κριβή συνείδηση, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει.

Ἡ ὑπερακριβής συνείδηση διαφέρει ἀπό τήν εὐαίσθητη συνείδηση. Ἡ εὐαίσθητη συνείδηση προσβλέπει εἰς τὰ μηδαμινώτερα σφάλματα καί λάθη μὲ τὴν μεγαλυτέραν ευαισθησίαν.
Δηλαδή, μι
.α ευαίσθητη συνείδηση προσέχει ἀκόμη καί τα πιο μικρά σφάλματα καί λάθη ἀπό τὰ πραγματικῶς ὑπάρχοντα

Καὶ λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας:

Τὸ εἶδος αὐτό τῆς συνειδήσεως εἶναι ἐν πολλοῖς ἐπιθυμητόν. Εἶναι βεβαίως καλύτερον νὰ ἔχῃ κανείς ἐξόχως εὐαίσθητον παρά νὰ ἔχῃ χαλαράν συνείδησιν. Ἔχει βέβαια μια δόση ἀσθένειας ἡ εὐαίσθητη συνείδηση, ἀλλά, ἐν πάση περιπτώσει, εἶναι προτιμότερο νὰ ἔχει κανείς μια εὐαίσθητη συνείδηση, παρά μια χαλαρή, μια σκληρή καί χωρίς εὐαισθησία συνείδηση.
Διαφέρει τῆς ὑπερακριβοῦς συνειδήσεως, ὅπως γράφει ὁ Henry Davis, S. J., κατά τό ὅτι «εἶναι ἀληθῆς καὶ βασίζεται ἐπί λογικῶν πεποιθήσεων· ἐνῷ ἡ ὑπερακριβής συνείδησις εἶναι πάντοτε ἐσφαλμένη».
Ἡ εὐαίσθητη λοιπόν συνείδηση προσέχει καὶ τὰ πιὸ μικρά σφάλματα· δείχνει περισσότερη εύαι-σθησία ἀπό ὅ,τι θὰ ἔπρεπε να δείξει σ' αὐτά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως, εἶναι σφάλματα πραγματι-κά, ἐνῶ ἡ ὑπερακριβής συνείδηση δίνει προσοχή σε φανταστικά σφάλματα. Αὐτός δηλαδή πού ἔχει τέτοιου είδους συνείδηση βρίσκει φανταστικά ἐλαττώματα και σφάλματα στὸν ἑαυτό του.
Κοντά στην ὑπερακριβή καί στην ευαίσθητη συνείδηση βρίσκεται ἡ συγκεχυμένη συνείδηση.
Ἡ συγκεχυμένη συνείδησις ἐμφανίζεται ἐκ τῆς δυσκολίας τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκλογῆς μεταξύ δύο λύσεων, ἑκάστη τῶν ὁποίων φαίνεται ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου ἐφάμαρτος.

Ἔχει μπροστά του κανείς δύο πράγματα, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει να διαλέξει ποιό θα κάνει. Νά κάνει τὸ ἕνα; Δέν εἶναι καλό. Να κάνει τὸ ἄλλο; Ἐπίσης, δέν εἶναι καλό. Πάντως, ἕνα ἀπὸ τὰ δύο πρέπει να κάνει. Ποιό ἀπὸ τὰ δύο ὅμως να κάνει; Ἔτσι, δημιουργεῖται μια σύγχυση στη συνείδηση. Βέβαια, μιά ὑγιής συνείδηση ξέρει τι θα κάνει, ἀλλά μια συγκεχυμένη συνείδηση δέν κατορθώνει τελικά να ξέρει τι θὰ κάνει.

Μία κυρία, εὐσεβής χριστιανή, ἠναγκάσθη να δεχθῇ ἐργασίαν, ὅπου αἱ δοσοληψίαι δὲν ἐγίνοντα ἐπί τῇ βάσει τῆς δικαιοσύνης. Διεμαρτυρήθη εἰς τούς μισθωτάς της, ἐξηγοῦσα πόσον ᾐσθάνετο δυστυχῆς ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως να πράττῃ παρά την συνεἰδησίν της. Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἀπερίφραστος· τῆς ὑπεδείχθη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγάς τῆς ἐπι· χειρήσεως ἤ ἄλλως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐργασίαν. Δὲν ὑπῆρχε καμμία προοπτική ἄλλης έργασίας δι' αὐτήν, ἦτο δὲ ὁ κύριος ὑποστηρικτής τῆς χήρας και ἀναπήρου μητρός της. Τί ἔπρεπε να κάμη; Εζήτησε τὴν συμβουλήν τοῦ ἐφημερίου της. Ἀντεμετώπιζε δύο κακά καὶ δὲν ἐγνώριζε τί να κάμῃ. Ὁ ἱερεύς ἀντελήφθη ὅτι ἡ μόνη διέξοδος δι' αὐτόν καί διά τὴν Ἐκκλησίαν ἦτο να φροντίσῃ διά τήν ἐξασφάλισιν μιᾶς ἄλλης ἐξ ἴσου ἀμειβούσης ἐργασίας. Κατ' αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ἐλύθη το πρόβλημα.

Καί ἀφοῦ οὔτε τὸ ἕνα μποροῦσε νὰ γίνει οὔτε τὸ ἄλλο, ὁ ἱερέας τῆς βρῆκε μια ἄλλη ἐργασία, πού μποροῦσε νὰ τὴν κάνει πλέον ἄνετα, χωρίς νὰ ἀδι-κεῖ, χωρίς νὰ ἁμαρτάνει.

Παρόμοιαι καταστάσεις παρουσιάζονται συχνά· κατ' αὐτὰς ἡμπορεῖ αἱ ἐμφανιζόμεναι λύσεις ἑνός προβλήματος νὰ εἶναι ὅλαι κακαί. Ὅταν συμβαίνῃ τοῦτο, αἰσθάνεται κανείς τὴν ὀδύνην τῆς συγκεχυ μένης συνειδήσεως.

Πνίγεται κανείς κυριολεκτικά. Τί να κάνει; Δια-λέγει αὐτή τή λύση· τή βλέπει ἁμαρτωλή. Πάει πρός τὴν ἄλλη τη βλέπει ἐπίσης ἁμαρτωλή. Πάει πρός μιὰ ἄλλη τὸ ἴδιο. Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ συνείδηση αὐτή πού δυσκολεύεται σε τέτοια θέματα, ἔχει μπροστά της νὰ ἀντιμετωπίσει συγκεκριμένα περιστατικά, τὰ ὁποῖα πράγματι εἶναι προβληματικά, διότι παρεκκλίνουν ἀπό τό σωστό.

Ἡ ὑπερακριβής συνείδηση

Στήν εὐαίσθητη συνείδηση καί στη συγκεχυμέ-νη συνείδηση ἔχουμε μια δόση ἀσθένειας. Στήν ὑπερακριβή ὅμως ἔχουμε πραγματική ἀσθένεια. Ἡ ὑπερακριβής συνείδησις εἶναι, ὅπως εἶπομεν, ἐνδεικτική πνευματικῆς ἀσθενείας. Οἱ ὑπερακριβεῖς εἶναι θύματα φανταστικῶν πνευματικῶν ἐμποδίων τῆς ἐλευθέρας των δράσεως. Βασανίζονται ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι ἀκόμη καὶ τὰ πλέον ἀβλαβῆ πράγματα συνιστοῦν ἁμαρτίαν.
Κάνουν, π.χ., κάτι τὸ ὁποῖο αὐτό καθ' ἑαυτό οὔτε ἁμαρτία εἶναι οὔτε ἐπιφέρει καμία βλάβη εἶναι ἀβλαβές. Λόγῳ ὅμως τοῦ ὅτι εἶναι ἀρρωστη-μένη ἡ συνείδησή τους, εἶναι δηλαδή ἄνθρωποι ψυχολογικά ἄρρωστοι, νομίζουν ὅτι ἔκαναν μια ἁμαρτία, καί ἀρχίζει μετά να δημιουργείται ἡ ἐνο χή, καί νά ἐμφανίζεται το βάρος στη συνείδηση.

Δημιουργοῦν πελωρίων διαστάσεων ἁμαρτίας ἀπό ἀληθινάς μηδαμινότητας. Θα ήμπορούσαμεν να γεμίσωμεν σελίδας ἐπὶ σελίδων με παραδείγματα τοῦ τύπου τῶν πραγμάτων ποὺ ἐνοχλοῦν τὸν ὑπερακριβή.
Κάποιος ὑπερακριβής ἠρνεῖτο να δώσῃ τάς τε λικάς του πτυχιακάς ἐξετάσεις εἰς τὰ λατινικά, διότι εἶχε διαβάσει ὅτι ὁ εἰδικός ἐκεῖνος συγγραφεύς, εἰς τὰ ἔργα τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ, εἶχεν ἐκφράσει ἐπί τῆς ἐπιθανατίου κλίνης τὴν παράκλη σιν να μή δημοσιευθοῦν τὰ ἔργα του. Μία τοιαύτη παράκλησις ἐπί τῆς ἐπιθανατίου κλίνης εἶναι κάτι πολύ ἱερόν, καὶ διὰ τοῦτο ᾐσθάνετο ὅτι θά διέπραττεν ἁμαρτίαν, ἐὰν ὑφίστατο τὰς ἐξετάσεις.

Ἐδῶ κάνει λόγο για κάποιον ποὺ ἔπρεπε να δώσει ἐξετάσεις στα λατινικά. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἄνθρωπο μορφωμένο. Μπορεί λοιπόν νὰ μορφωθεῖ κανείς καὶ καμιά φορά μάλιστα να πάρει μέσα στήν κοινωνία μια θέση τέτοια, για την ὁποία ἀπαιτοῦνται πολλά διπλώματα. Ἄν ὅμως ἔχει το σκουλήκι της ασθένειας μέσα του ἀπό μικρός -ἤ και αργότερα μπορεί να το ἀπέκτησε- μπορεί να κάνει τέτοια παράλογα πράγματα. Τί ἔκανε αὐτός;
Κάποιος συγγραφέας είχε γράψει τὰ ἔργα του στα λατινικά. Αὐτός ἐδῶ, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς ὁμιλεῖ το βιβλίο, σπούδαζε, καί ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα να δώ-σει πτυχιακές ἐξετάσεις στα λατινικά, θὰ ἐξεταζό ταν ἀπό τά βιβλία πού εἶχε γράψει ὁ ἐν λόγῳ συγ-γραφέας. Ἐπειδή ὅμως, ἐνόσῳ ζοῦσε ὁ συγγραφέας, δὲν εἶχαν ἀκόμη δημοσιευθεί τα βιβλία του, καί ἐπειδή, τὴν ὥρα πού ἐπρόκειτο να πεθάνει, εἶχε πεῖ νὰ μὴ δημοσιευθοῦν, αὐτός ἐδῶ ὁ σπουδαστής νό-μιζε ὅτι θά διαπράξει ἁμαρτία, ἐάν πάει καί με τα βιβλία αὐτά στο χέρι ἐξεταστεῖ, καί, τρόπον τινά, γίνει ἔτσι γνωστό τί λένε αὐτά τά βιβλία. Ἐνῶ δη-λαδή εἶχαν δημοσιευθεῖ τὰ βιβλία καί κυκλοφο-ροῦσαν σε ὅλο τον κόσμο, αὐτός νόμιζε ὅτι θά ἁμάρτανε πολύ, ἄν ἐξεταζόταν στὰ ἔργα αὐτοῦ τοῦ συγγραφέα, μιά καί εἶχε πεῖ αὐτός να μή δημοσιευ-θοῦν. Φαίνεται λίγο ἀνόητο αὐτό, ἀλλὰ εἶναι ὅμως μιὰ ἐκδήλωση τῆς ἀσθένειας.


Κάποιος ἄλλος, κατά τάς ὥρας τῶν νοσηρῶν σκέψεών του, ἐνεθυμεῖτο ὅτι ἔφθανεν ἐνίοτε εἰς τὴν ἐργασίαν του τὸ πρωῖ ἕνα ἤ δύο λεπτά ἀργότερον. Ἡ «ἀτιμία» αὐτή ἐξωγκώθη σταθερῶς καί ἔλαβε πελωρίας διαστάσεις εἰς τὸν νοῦν του.
Ἔλεγε με το μυαλό του: «Ἕνα δυό λεπτά ἀργότερα πηγαίνω στὴν ἐργασία μου. Κάνω μεγάλη ἀτιμία, μεγάλο κακό». Καί ἄρχισε αὐτό νὰ ἐξογκώ νεται μέσα στο μυαλό του.
Ἐν τῇ ἀγωνίᾳ του ἐπλησίασε τούς προϊσταμένους του καί ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἑβδομαδιαίας του ἀμοιβῆς, μέχρις ὅτου ἐξοφλήσῃ εἰς τὸ ἀκέραιον το ποσόν πού ἐνόμιζεν ὅτι τοὺς ὀφείλει ἕνεκα τῶν πρωϊνῶν του καθυστερήσεων.
Πῆγε στούς προϊσταμένους του και τοὺς εἶπε: «Εγώ κάποιες φορές ἔρχομαι δυό λεπτά ἀργότερα, και γι' αὐτό πρέπει νὰ μοῦ κόψετε λίγο ἀπὸ τὸν μισθό μου». Το δέχθηκαν οἱ προϊστάμενοι. Ἄλλο πού δέν ἤθελαν.
Ὅταν δὲ ἐπλήρωσεν, ἤρχισε νὰ ἀνησυχῇ ἂν ἡ ἀποζημίωσις πού κατέβαλεν ἦτο πράγματι ἐπαρκής.

Ὑπερακρίβεια: ἀσθένεια τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς

Ὅτι ἡ ὑπερακρίβεια εἶναι ἀσθένεια τῆς θρησκευ τικῆς ζωῆς φαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι αἱ μοναί εἶναι ἑστίαι ὑπερακριβῶν. Εὑρίσκονται ἐκεῖ πολλοί ἄνθρωποι, ἐπειδή εἶναι ὑπερακριβεῖς. Εἶναι περίεργον ὅτι συχνά θεωροῦνται ὡς οἱ μεγαλύτεροι τῶν ἁγίων.

Αὐτός βέβαια εἶχε ὑπ' ὄψιν του τά καθολικά μοναστήρια καί λέει ὅτι στα μοναστήρια καταφεύ γουν ἄνθρωποι ὑπερακριβεῖς. Ἄνθρωποι που, ἄς ποῦμε, με το σταγονόμετρο καὶ μὲ τὴ μεζούρα κάθονται καί ζυγίζουν καί μετροῦν ὁρισμένα πράγ ματα. Ὅπως ὅμως θὰ πεῖ πιο κάτω, στο βάθος τῆς ψυχῆς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει πελώρια πραγματική ἁμαρτία κρυμμένη. Καί αὐτοί, ἀντὶ νὰ προσέξουν ἐκείνη τὴν ἁμαρτία, προσέχουν αὐτά τά μηδαμινά καί θέλουν ναά τα τακτοποιήσουν αὐτά, γιὰ νὰ σκεπάσουν την πραγματική ἁμαρτία.

Ἡ ὑπερακρίβεια τῶν ρωμαιοκαθολικῶν, ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἄλλων χριστιανῶν πού θεωροῦν τὴν ἐξομολόγησιν ὡς οὐσιῶδες μέρος τῆς θρησκευτικής των ζωῆς, ἐκδηλοῦται συνήθως ἐν σχέσει πρός τάς ἐξομολογήσεις τοῦ παρελθόντος.

Ἡ ὑπερακρίβεια δηλαδή φαίνεται καὶ ἐκεῖ στην ἐξομολόγηση.

Ἀμφιβάλλουν ἂν ἡ λύπη των ἦτο πράγματι βα-θεῖα καὶ ἀρκετά γνησία, ἢ ἄν αἱ ἐξηγήσεις, τάς ὁποίας ἔδωκαν εἰς τὸν πνευματικόν, ἦσαν ἀρκούν-τως εἰλικρινεῖς καὶ σαφεῖς· ἴσως, σκέπτονται, ἕνα ὡρισμένον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπέκρυψαν, ἐὰν ἀπεκαλύπτετο, θὰ ἔκαμνε τὸν πνευματικόν να λάβῃ σοβαρώτερον ὑπ' ὄψει την περίπτωσίν των.
Εἶναι καί αὐτό κάτι που πρέπει να το προσέ-ξουμε. Λόγῳ ἀσθενείας κανείς –καί ὄχι ἀπό διά-θεση μετανοίας ἤ διότι παίρνει μια πραγματικά σωστή στάση ἀπέναντι τῆς ἁμαρτίας- ἔχει ἐκδη-λώσεις μιᾶς ὑπερακριβούς συνειδήσεως. Κάθεται δηλαδή καί κάνει λογαριασμούς μέ τόν Θεό, λέτε καὶ ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ σωτηρία μας εἶναι μὲ τὸ δράμι. Ὅπως ὁ μπακάλης, καθώς ζυγίζει τα φασόλια, βάζει ἕνα ἀκόμη, ἕνα ἀκόμη, μέχρις ὅτου ἡ ζυγαριά να δείξει ἀκριβῶς τὸ ζητού μενο βάρος, ἔτσι καί αὐτός ὁ ἄρρωστος διερωτάται: «Μήπως ἔπρεπε λίγο ἀκόμη να λυπηθώ; Μήπως ἔπρεπε λίγο ἀκόμη να τα μεγαλοποιήσω στον πνευματικός» Ὅλα αὐτά εἶναι ἀρρωστημένες ἐκδηλώσεις.


Ἄλλο τώρα ὅτι μπορεῖ νὰ πάει κανείς στον πνευματικό, καὶ ἐνῶ πρέπει, τὴν ἁμαρτία ποὺ ἔχει κάνει, νὰ τὴν πεῖ ἔτσι πού να καταλάβει ὁ πνευματικός τί ἁμαρτία ἔχει κάνει ὁ ἐξομολογούμενος, αὐτός τη σκεπάζει, καθώς βρίσκει τρόπο να την παρουσιάσει με λόγια τελείως ἀλλιώτικα ἀπό κεῖνα πού ἔπρεπε νὰ πεῖ. Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου σωστό. Καί ὅταν ἀργότερα συνέλθει κανείς καί πεῖ: «Γιά στάσου! Ἐγώ ἐξομολογήθηκα, ὅμως στην πραγματικότητα δέν ἐξομολογήθηκα, ἀλλά δικαιολογήθη-κα. Ἐγώ δέν φανέρωσα τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἔκρυψα τὴν ἁμαρτία», τότε φυσικά, χωρίς καμιά ἀργοπο-ρία, πρέπει να πάει να φανερώσει τὴν ἁμαρτία. Ὄχι ὅμως κινούμενος ἀπό μιά άρρωστημένη διάθεση ὑπερακριβείας, για να βάλει δηλαδή ζυγαριά καὶ νὰ ἀρχίσει να τα ζυγίζει, ἀλλά ἀπὸ διάθεση να ἀναγνωρίσει τὴν ἁμαρτία του και να μετανοήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἐδῶ, στο βιβλίο ἀπὸ τὸ ὁποῖο διαβάζουμε, ἀναφέρεται στη συνέχεια καὶ μιὰ ἄλλη χαρακτηρι στική περίπτωση θρησκευτικῆς ὑπερακρίβειας. Γίνεται λόγος για κάποιον καθολικό, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔγινε ἱερέας, ἦταν μέν καλός κατά τὰ ἄλλα, ἀλλά εἶχε μια τέτοια διάθεση ὑπερακρίβειας, ὥστε καθόταν ώρες ὁλόκληρες -τρόπος τοῦ λέγειν- καί σπόγγιζε καὶ ξανασπόγγιζε τὸ Ἅγιο Ποτήριο, μή μείνει τίποτε. Καί ὅσο το σπόγγιζε, τόσο καί ἔβγαινε καὶ κανένα χνούδι ἀπὸ τὸ πανί μὲ τὸ ὁποῖο το σπόγ γιζε, και νόμιζε ὅτι αὐτό ἐκεῖ ήταν κανένα ψίχου λο ἀπὸ τὴν ὅστια, καὶ ἔτσι πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Τελικά πῆγε σὲ ἕναν πνευματικό, ὁ ὁποῖος, εὐτυχῶς, ήξερε ἀπό αὐτά, καί, οὔτε λίγο ούτε πολύ τοῦ ἐπέβαλε ἀργία γιὰ ἕνα διάστημα, ώσπου συνήλθε καὶ θεραπεύθηκε.

Λαθεμένοι τρόποι θεραπείας τῆς ὑπερακρίβειας

Δεν υπάρχουν σχόλια: