ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Δ3
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Δ’ Το πρόβλημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας
Ἂν δὲν σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι
Διάφορες παρανοήσεις...
Συνεχίζουμε το θέμα μας, ποὺ εἶναι: το πρό βλημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας. Ὁ κληρικός αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ αὐτὰ τὰ θέματα, γράφει καὶ τὰ ἑξῆς ἀκόμη:
Ὡς αἰτιολογικοί παράγοντες ἀσυνειδήτου ένο-χῆς θεωροῦνται ἐπίσης καί διάφοροι παρανοήσεις ὅσον ἀφορᾶ τὴν σεξουαλικότητα ἤ τάς σεξουαλικάς διαστροφάς.
Καί ἀπό κάτι τέτοια δημιουργοῦνται αἰσθήμα-τα ἐνοχῆς. Καί εἶναι τόσο ὀδυνηρά αὐτὰ τὰ αἰσθή ματα ἐνοχῆς, ὥστε, ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὰ ζεῖ, βιάζε ται να τα ξεχάσει. Βιάζεται να γλιτώσει ἀπό αὐτά, καὶ ἐκεῖνο ποὺ τελικά κατορθώνει εἶναι νὰ τὰ ἀπωθήσει, νὰ τὰ σπρώξει στὸ ὑπόγειο τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἔχουμε πεῖ, καὶ ἔπειτα αὐτά συντελούν στη δημιουργία αἰσθημάτων ἐνοχῆς γιὰ ἀσυγχώρη τη ἁμαρτία.
Κάποιοι λοιπόν ἔχουν αἰσθήματα ἐνοχῆς, τὰ ὁποία προέρχονται ἀπό προβλήματα πού ἀναφέρον- ται στη σεξουαλική ἐν γένει ζωή. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναφερθούν ὁρισμένα πράγματα ἔτσι ὑπεύθυνα, γιὰ νὰ τὰ ἔχουμε ὅλοι ὑπ' ὄψιν μας· καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ καθένας, ἀλλά καί για να δώσει κανείς σὲ ἕναν ἄλλο μια συμβουλή, ὅταν χρειάζε ται. Λέει, λοιπόν, ὁ κληρικός:
Ἀπλαὶ ὀνειρώξεις ἤρκεσαν να πείσουν κάποιο πρόσωπον ὅτι ἦτο μία χαμένη ψυχή «χωρίς Θεόν καὶ χωρίς ἐλπίδα εἰς τὸν κόσμον».
Καθώς ἕνας νέος μεγαλώνει, εἶναι ἀπολύτως ἀναπόφευκτο να παρουσιαστοῦν τέτοια πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία εὐθύνη φέρει, γιατί εἶναι φυ σιολογικότατες ἐκδηλώσεις. Ὅταν ὅμως δέν τὸ ἔχει ὑπ' ὄψιν του αὐτὸ ὁ νέος εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε διό-τι ἔχει ἀκούσει ἀπό μεγαλυτέρους ὅτι αὐτά εἶναι πράγματα φοβερά, τότε, κάθε φορά που παθαίνει κάτι τέτοιο, αἰσθάνεται πάρα πολύ ἔνοχος. Καί φυ-σικά, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε, γιὰ νὰ ἀπαλλα-γεῖ ἀπὸ τὴν ἐνοχή καὶ ἔτσι ζεῖ μὲ τὴν ἐνοχή. Καί ἐνοχή πάνω στήν ἐνοχή, δημιουργεῖται ἡ περιδεής συνείδηση.
Αὐτός λοιπόν που πάθαινε αὐτό το πράγμα, ἐσυνήθιζε νὰ ἐξυπνᾷ μετά ἀπό κάθε ὀνείρωξιν καὶ ἀπογοητευμένος να διέρχεται τὸ ὑπόλοιπον τῆς νυ κτός γονυκλινής ἐκζητῶν συγγνώμην.
Μπορεῖ νὰ συμβεί στη ζωή κάποιου ὄχι μόνο αὐτό, δηλαδή ὀνείρωξη, ἀλλά καί ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ κάνει ότιδήποτε μή καλό πράγμα. Ἐὰν σ' αὐτὸ τὸ κάτι πού τοῦ συμβαίνει ἢ πού ἔκανε δώσει μεγάλη σημασία, νομίσει δηλαδή ὅτι ἔγινε κάτι φοβερό, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀνεπανόρθωτου, καί ζήσει αὐτὸ τὸ βίωμα, αὐτή την ενοχή καὶ δὲν την τακτοποιήσει, ἀρρωσταίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἀναφέρεται ἐδῶ,
Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή σ' αὐτά τά θέματα, γιατί μπορεῖ κανείς να καταντήσει σε μια ἀρρωστημένη κατάσταση, καὶ νὰ ζεῖ μὲ αἰσθήματα ἐνοχῆς, καθώς νομίζει ὅτι διέπραξε ἀσυγχώρητη ἁμαρτία, ἁπλῶς καὶ μόνο διότι με τη σκέψη του, με το μυαλό του μεγαλοποιεῖ, ἐξογκώνει τα πράγματα, εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε για διάφορους ἄλλους λόγους.
Ὅσον μεγαλύτερος ήτο ὁ φόβος του, τόσον συν χνότερον ἐπανήρχοντο αἱ ὀνειρώξεις,
Κάποιος πατήρ τῆς Ἐκκλησίας λέει ὅτι, ὅποιος θέλει νὰ μὴν πάθει ἀφύσικα κάτι τέτοιο διότι φυ σιολογικά οὕτως ἤ ἄλλως θὰ τὸ πάθει μεταξύ τῶν ἄλλων πρέπει να μή φοβάται μήπως το πάθει. Έν κεῖνος ποὺ φοβᾶται μήν τὸ πάθει, τελικά, λέει, θά το πάθει.
Κάποιος ἄλλος, τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις ήτο τόσον σοβαρά, ὥστε νὰ ζητῇ καθ' ἑκάστην καὶ ἐπανειλημμένως συναντήσεις μετά τοῦ ἐφημερίου του, ἀνεκουφίσθη πλήρως μετά δίωρον συνομιλίαν, κατά τήν ὁποίαν ἐξωμολογήθη κοινήν σεξουαλικήν διαστροφήν, καὶ τὸ πνεῦμα του ἀνεπαύθη. Είχε πέσει θύμα ἑνὸς κακογραμμένου βιβλιαρίου «Περί σω φροσύνης», τὸ ὁποῖον διεκήρυττεν ὅτι ὁ "Αδης εἶναι ὁ τόπος προορισμοῦ τῶν ἐνεχομένων εἰς τοιαύτας πράξεις.
Είχε βιώσει «ἀπότομον ἐπιστροφήν», ἡ ὁποία είχε θέσει τέρμα εἰς τὴν διαστροφήν, επρόκειτο ὅμως περί ἐπιστροφῆς (ἐννοεῖ ἐπιστροφή στον Θεό), ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώθησιν μᾶλλον παρά τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ἐνοχῆς.
Αὐτός ἐδῶ, ὁ καημένος, πήγαινε κάθε τόσο στὸν ἐφημέριο, ἀλλὰ ὁ ἐφημέριος δέν μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει καί τελικά βρῆκε αὐτόν τον κληρικό, που γράφει αὐτό το βιβλίο, καί μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε δύο ώρες συνομιλία. Ὁ κληρικός κατάλαβε τί τοῦ συμβαίνει καὶ τὸν βοήθησε.
Θυμήθηκε ὁ ἄρρωστος κάτι πού εἶχε κάνει στο παρελθόν, πρίν τὴν ἐπιστροφή του, καί στὸ ὁποῖο εἶχε δώσει μεγάλη σημασία. Το εἶχε ἐξογκώσει, τό εἶχε πάρει κατάκαρδα και τελικά το εἶχε ἀπωθήσει. Αντί δηλαδή να σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά πεῖ: «Θεέ μου, ἔκανα αὐτὸ τὸ πράγμα», ἀπώθησε τὴν ἐνοχή καί τελικά ἀρρώστησε. Τώρα, μέ τή βοήθεια αὐτοῦ τοῦ κληρικοῦ-ψυχολόγου, τό ἐπανέφερε στη συνείδηση, το ξαναέζησε, ἀλλά φυσικά ὡς κάτι που δὲν ἦταν καθόλου σωστό. Στάθηκε δηλα-δὴ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν μετανοίᾳ. Καί ἐλευθερώθηκε. Ἀναπαύθηκε, λέει, τὸ πνεῦμα του.
Συνθῆκες ἐπιστροφῆς στόν Θεό
Καί συνεχίζει ὁ κληρικός:
Καλόν εἶναι, νομίζω, νὰ ἐξετάζῃ κανείς ἐκεί νους που αὐτοκατηγοροῦνται ὡς ἔνοχοι τῆς ἀσυγ-χωρήτου ἁμαρτίας ὡς πρὸς τὰς συνθήκας τῆς ἐπιστροφής των. Θα εὑρεθῇ συνήθως ὅτι ἐνθυμοῦνται κάποιο βίωμα ἐπιστροφῆς.
Πρέπει πάρα πολύ να προσέχει κανείς, νὰ ἐξει τάζει, να έρευνα και στον ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους για τους οποίους φέρει κάποια ευθύνη, τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἔκανε να πιστέψουν στον Θεό, καὶ πῶς περίπου ἔγινε ἡ ἐπιστροφή τους στον Θεό. Μπορεῖ δηλαδή ἡ ἐπιστροφή τους νὰ μὴν ήταν τίποτε ἄλλο παρά αὐτό: ζοῦσαν ὡς ἐκείνη τη στιγμή μὲ ἄγχος, μὲ μιὰ ἀγωνία, που προερχόταν από αἰσθήματα ἐνοχῆς ἕνεκα ἁμαρτίας γιὰ τὴν ὁποία δέν μετενόησαν καὶ δὲν πῆγαν στον Θεό να τους τή συγχωρήσει. Ὁπότε, τὴν ὥρα πού ἐπιστρέφουν καί γίνονται χριστιανοί, δεν κάνουν τίποτε ἄλλο, παρά ἁπλῶς ἀπωθοῦν τὴν ἐνοχή αὐτή. Όχι ὅτι με τανοοῦν ἀληθινά. Γι' αὐτό καί δέν νιώθουν να συγ χωροῦνται καί ἑπομένως νὰ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ το βάρος τῆς ἐνοχῆς.
Καί ἔτσι, ἐμφανίζεται κανείς ὡς χριστιανός πιά καί νομίζει ὅτι γλίτωσε ἀπό ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὀδυνηρά πού εἶχε ζήσει ἐνῶ στην πραγματικότητα ἁπλῶς τὰ ἀπώθησε. Καί γι' αὐτό παρατηρεῖται τὸ ἐξῆς: ἕνας γνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπιστρέφει στον Θεό, καί τις πρώτες μέρες, τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐπιστροφῆς του φαίνεται να πηγαίνει ἀρκετά καλά. Ἀλλὰ ἀργότερα δέν αἰσθάνεται καλά. Ζεῖ διαρκῶς μὲ ἕνα ἀόριστο βίωμα ἐνοχῆς, βρίσκεται σε μια και τάσταση πού δέν εἶναι καθόλου καλή. Καί ἀπορεί τί συμβαίνει. Κατά πᾶσαν πιθανότητα σ' αὐτές τις περιπτώσεις, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπέστρεψε στον Θεό, ή όλη μετάνοιά του, ἡ ὅλη του επιστροφή έγινε κατά τέτοιον τρόπο, ποὺ ἁπλῶς ἀπώθησε την ένο χή του καὶ τὰ μή καλά βιώματά του. Ἑπομένως, οὐσιαστικά δέν συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες του.
Πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε. Δέν ξέρω ἂν πέφτω πολύ ἔξω, ἄν πῶ ὅτι τοὺς σύγχρονους χριστιανούς κάπου ἐδῶ μπορεῖ κανείς να τούς βρεῖ. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι ἡ ζωή τους ὄντως χριστιανική, ἀλλὰ ἢ εἶναι μια ἀρρωστημένη χριστιανική ζωή ἢ εἶναι μια ζωή που ἁπλῶς φέρει τὸ ἐπίχρισμα το χριστιανικό· κατά βάθος δὲν εἶναι χριστιανική.
Χωρίς να θέλουμε κανένα να στενοχωρήσουμε -πολύ περισσότερο να προσβάλουμε- πρέπει να ποῦμε μιὰ ἀλήθεια ἀκόμη, πού καί ἄλλες φορές μέἄλλον τρόπο τὴν ἔχουμε πεῖ: Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι πού θρησκεύουν, ὡς ἐπί το πλεῖστον εἶναι ὄχι και τόσο καλά τακτοποιημένοι ψυχολογικά. Εἶναι, ἄς ποῦμε, ἄνθρωποι χτυπημένοι ἀπό δῶ, πληγωμένοι ἀπό κεῖ. Δέν μπορεῖ ἡ συνεί-δησή τους να σηκώσει τήν ἐνοχή, το βάρος τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔχουν διαπράξει, δέν μποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα ἀλλιῶς στη ζωή, καί καταφεύγουν στην Ἐκκλησία, στον χριστιανισμό, στον Χριστό, ἀλλὰ ὄχι ὅτι γίνεται μια πραγματική ἀλλαγή μέσα τους. Ἁπλῶς, πιάνονται λίγο ἀπό τὸ Εὐαγγέλιο, λίγο ἀπό κάπου ἀλλοῦ, ἀπωθοῦν τὴν ἐνοχή, καί γι' αὐτό ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν καὶ πάλι κατά ἕναν ἀρρωστημένο τρόπο. Αλίμονό μας ἂν δὲν τὸ ξέρουμε αὐτό καὶ νομίζουμε πώς κάνουμε σπουδαία πράγματα.
Μπορούμε πράγματι να κάνουμε πολλά πράγ ματα μέσα στήν Ἐκκλησία, ἄν στηριχθοῦμε στον Χριστό καὶ ἄν ὅλα αὐτά τά μή καλά βιώματα τα παρουσιάσουμε χαρτί καί καλαμάρι στον Χριστό καί ἀφήσουμε νὰ τὰ ἀναλάβει Ἐκεῖνος. Διότι, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Τάς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτός ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ το ξύλον». Ὁ δὲ προφήτης Ησαΐας: «Ούτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται».
Καί ὁ τίμιος Πρόδρομος: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου».
Το θρησκευτικό ὑπόβαθρο τοῦ ἀσθενοῦς
Ἕνας ἄλλος παράγων πού πρέπει νὰ ἔχωμεν κατά νοῦν, ὁσάκις ἀντιμετωπίζομεν το πρόβλημα αὐτό, εἶναι τὸ θρησκευτικόν ὑπόβαθρον τοῦ ἀσθε νοῦς. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὅλαι αἱ περιπτώσεις τοιούτου εἴδους πού ἔχω ὑπ' ὄψει μου ἐδημιουργήθησαν ὑπό γονέων ἀσκούντων θρησκευτικότητα τοῦ αὐστηροῦ καί στενοῦ τύπου, ἐντός μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἀτμο-σφαίρας, ἡ ὁποία ἦτο ἀρνητική, καταπιεστική καί ὑπερβολικά πουριτανική.
Ὁ συγγραφέας πού γράφει αὐτά ἐδῶ εἶναι κληρικός μέν ἀλλὰ ὄχι ὀρθόδοξος, καί γι' αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε κατά γράμμα ὅσα γράφει. Ωστόσο ὅμως, ἀληθεύουν καί ὡς πρὸς ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους. Καί πρέπει να γνωρίζουμε ὅτι κάνουν πάρα πολύ κακό οἱ γονεῖς ἤ γενικῶς οἱ μεγαλύτε ροι, ὅταν εἶναι ὑπέρ-αὐστηροί καί σε θρησκευτικά ἀκόμη θέματα, καί μάλιστα την αὐστηρότητα αὐτή τη συνδέουν με την τιμωρία τοῦ Θεοῦ καί τον τρό μο τῆς κολάσεως.
Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις πού, μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος θα καταλάβει ὅτι τὸν περιμένει κάποια τιμωρία, κάτι που λέγεται, ας πούμε, κόλαση, μόνο τότε μπορεῖ λίγο-λίγο να συνέλθει και να συγκρατηθεῖ. Ἀλλά πρέπει να καταλάβουμε πολύ καλά ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά ὅτι Εὐαγγέλιο σημαίνει ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, δωρεά τοῦ Θεοῦ, που δίδεται στὸν ἄνθρωπο, χωρίς νὰ τὸ ἀξίζει. Δέν μᾶς τὰ δίνει αὐτά ὁ Θεός ἐπειδή τὸ ἀξίζουμε, ἐπει-δή κάνουμε κάτι. Δὲν τὸ ἀξίζουμε, καί ὅμως μᾶς τὰ δίνει. Καί τό μόνο πού περιμένει ἀπό μᾶς εἶναι νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε αὐτά, να τα δεχθοῦμε καί νά κάνουμε ὅ,τι χρειάζεται πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, για να δείξουμε ὅτι τὰ ἐκτιμοῦμε καί ὅτι τα θέλουμε.
Δέν τίθεται το θέμα ἔτσι: μᾶς καθίζει στο σκαμνί ὁ Θεός καί σὰν νὰ μᾶς λέει «Η κάνεις ἔτσι που λέω ἤ σοῦ παίρνω το κεφάλι». Σε κάτι τέτοιο μετατρέπουμε καμιά φορά ἐμεῖς τὸν χριστιανισμό. Τουλάχιστον στα μικρά παιδιά ἔτσι ἐμφανίζεται, ὅταν εἴμαστε αὐστηροί ὅμως καθόλου δέν εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Το πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι: ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δωρεά τοῦ Θεοῦ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ἀδύναμο, ἁμαρτωλό, σε ἕναν ἄνθρωπο πεπτωκότα, ἀλλά ὁ ὁποῖος ὅμως τὴν ἀναγνωρίζει καί τή δέχεται αὐτή τή δωρεά τοῦ Θεοῦ. Καθόλου δεν σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δίνει τή δωρεά, καὶ ἀπό κεῖ καὶ πέρα ἄς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι θέλει. Ὄχι. Δέν τή δίνει ὁ Θεός μὲ αὐτή τὴν ἔννοια.
Ἐντός τοιαύτης ἀτμοσφαίρας ἡ ἔμφασις εἰς τὸ κήρυγμα τίθεται ἐπί τοῦ «τιμωροῦ Ἰεχωβά», τῆς φο-βερᾶς κρίσεως καὶ μιᾶς ὠμά ὑλιστικῆς κολάσεως.
Οἱ ἑτερόδοξοι παρεξηγούν τα πράγματα. Και ἄλλοι ἀπό αὐτούς μπορεῖ νὰ ἀναφέρονται στην κόλαση μέ τὸ πνεῦμα αὐτό πού λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας, ἐνῶ ἄλλοι καθόλου δέν θέλουν να μιλοῦν περί κα λάσεως ἤ ἀποφεύγουν να μιλοῦν. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἦταν αὐστηρότατοι καί «δέν δέχονταν τρίχα στο σπαθί τους» προκειμένου γιά τόν ἑαυτό τους, γιὰ τοὺς ἄλλους βλέπει κανείς νὰ ἔχουν ἀπέραντη ἀγάπη, ἀπέραντη ευσπλαχνία.
Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἶχε φθάσει ὁ ἴδιος σε τέτοια κατάσταση, πού ἔλεγε: Ὅταν φθάσει ὁ χρι-στιανός σε τελεία πνευματική κατάσταση, που να εἶναι δηλαδή γεμάτος ἀπό ἀγάπη, τότε αἰσθάνεται εὐσπλαχνία, συμπόνια, ὄχι ἁπλῶς πρὸς κάθε ἄνθρωπο, ἀλλά καί πρός κάθε ἀντικείμενο, πρός κάθε δη-μιούργημα· ἀκόμη καί πρὸς τὸν διάβολο, θὰ ἔλεγε κανείς. Λυπᾶται τὸν διάβολο, ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός τον τιμωρεῖ, ἀλλὰ γιὰ τὸν λόγο ὅτι δὲν θέλει να μετανοήσει, γιὰ νὰ σωθεῖ καὶ αὐτός. Δυστυχῶς ὁ διάβολος ἔχει φθάσει σε μια τέτοια κατάσταση, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μετανοήσει. Τονίζουν λοιπόν οἱ πατέρες την κρίση, την τι μωρία· δὲν διστάζουν να μιλήσουν περί κολάσεως, δὲν διστάζουν να μιλήσουν γιὰ τὸ ὅτι θα δώσουμε λόγο στον Θεό, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ λένε, ἀκριβῶς γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ σοῦ δίνει τὰ ἀγαθά του ὁ Θεός, σοῦ φανερώνει τὴν ὅλη ἀλήθεια, γιὰ νὰ σοῦ δείξει τὴν ἀγάπη του. Δέξου τα αὐτά, ὅσα σοῦ φανερώνει, για να σωθεῖς.
Αἱ ἰδέαι αὐταί (περί φοβερᾶς κρίσεως κτλ.) ἐντυπώνονται κατά την πρώτην ἡλικίαν εἰς τὸν νοῦν τῶν πλέον εὐαισθήτων.
Σε παιδιά με πολύ ευαίσθητη ψυχή πᾶνε καί κολλᾶνε αὐτές οἱ ἰδέες καί ἀφήνουν τη σφραγίδα τους, τα χνάρια τους, καί γίνεται τέτοια πληγή, ἡ ὁποία σχεδόν δέν γιατρεύεται. Πρέπει να μεγαλώσει το παιδί, να καταλάβει τί τοῦ ἔγινε, νὰ βρεθεῖ καὶ ἄνθρωπος κατάλληλος να το βοηθήσει, καί ἔτσι ὑπάρχει ἐλπίδα να γιατρευτεί. Γιατρεύονται ὅμως πληγές πού ἔχουν παλιώσει; Βέβαια, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ γιατρέψει, ἀλλά ἀπό τὴν πλευρά τῆς ἐπιστήμης, τῆς ψυχολογίας, εἶναι πάρα πολύ δύσκολο. Επομένως, πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε μήν τυχόν μὲ αὐτά που λέμε στο παιδί τραυματίζουμε την ψυχή του,
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει: Στην ἀμφιβολία νικᾶ τὸ φιλάνθρωπο. Καί θα μπορούσαμε να πουμε ἐδῶ αὐτό: ὅταν ἔχουμε ἀμφιβολία -να κάνουμε τούτο ή το ἄλλο; Δεν ξέρουμε ποιό ἀπό τά δύο να διαλέξουμε να προτιμούμε ἐκείνο πού εἶναι φιλανθρωπότερο. Αὐτό βέβαια ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος το λέει για τους ἐξομολό γους, ἀλλά μποροῦμε νὰ τὸ ἐφαρμόσουμε κι ἐδῶ.
Ὁ γονέας, δηλαδή, ὁ δάσκαλος, γενικῶς ὁ με-γαλύτερος, που θέλει να βοηθήσει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, καθώς δεν ξέρει, διερωτάται: «Άραγε, ἔτσι πού θα μιλήσω στο παιδί, θὰ τοῦ κάνω κακό ἤ ὄχι; Εἶναι εὐαίσθητη ψυχούλα. Αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ θὰ πῶ τὰ κάπως τσουχτερά μήπως θα το τραυματίσουν; Ἢ ἀντέχει, καὶ ἑπομένως μπορῶ νὰ τοῦ πῶ καὶ μερικά πράγματα» Ὅταν λοιπόν δέν μπορεῖ κανείς να το καταλάβει αὐτό, καλύτερα ἄς πάρει τή φιλάνθρωπη πλευρά. Δηλαδή, ἂς μὴν πεῖ τα τσουχτερά.
Κάποια κυρία ἐνθυμεῖται ὅτι ὁ πατέρας της ἐσυνήθιζε να διαβάζῃ εἰς τὸ κρεββάτι πρίν κοιμηθοῦν τρομακτικάς ἱστορίας ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη.
Καί ὄχι μόνο τέτοιες ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἱστορίες λένε οἱ γονεῖς λίγο πρίν ἀπὸ τὸν ὕπνο στα παιδιά. Το παιδί κοιμᾶται μὲ αὐτές τις ἱστορίες, καὶ τὴ νύκτα, ἂν τυχόν ξυπνήσει, τὰ θυμᾶται αὐτά. Καί ποιός ξέρει! Καμιά φορά μπορεῖ νὰ μείνει ἀρκετή ὥρα χωρίς ὕπνο, μπορεῖ νὰ μείνει καὶ ἄναυδο, ἐνθυμούμενο αὐτὰ τὰ πράγματα.
Ἦτο τότε μόλις ἑπτὰ ἐτῶν. Ἐνθυμεῖται δὲ τὴν ἀγωνίαν ποὺ ἐδοκίμαζεν εἰς ὥρας ἀϋπνίας, φοβουμένη τὸ ἐνδεχόμενον τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταδίκης εἰς τὴν κόλασιν.
***
Κλείνοντας αὐτό το κεφάλαιο, νὰ ποῦμε το ἐξῆς: Ἄς γνωρίζουμε καὶ ἄς ἔχουμε ὑπ' ὄψιν μας ὅτι πολλά πράγματα πού συμβαίνουν κατά την παιδική ἡλικία, τὰ ὁποῖα δέν εἶναι αὐτά καθ' ἑαυ-τα σοβαρά, μποροῦν νὰ δημιουργήσουν αἰσθήματα ἐνοχῆς σε εὐαίσθητα κυρίως παιδιά, καί εἴδηση να μήν πάρουν οἱ γονεῖς. (Εὐτυχῶς που περάσαμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἡλικία αὐτή καί μόνο ἔτσι μποροῦμε λίγο να ἔρθουμε στη θέση τοῦ παιδιοῦ). Μετά ἀπωθοῦνται τὰ αἰσθήματα, τα βιώματα αὐτά, καί ἔπει τα σε ὅλη τους τή ζωή οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἔχουν ἕνα αἴσθημα ἀορίστου ἐνοχῆς.
Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι διαρκῶς αἰσθάνον-ται ένοχοι καὶ δὲν μποροῦν νὰ νιώσουν λίγο ξαλα-φρωμένη τὴν ψυχή τους, να νιώσουν λίγο ἄνετα· δὲν μποροῦν νὰ χορτάσουν τον Θεό, να νιώσουν αὐτό πού λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Διέρρηξας τους δεσμούς μου». Να νιώσουν δηλαδή ὅτι τὰ πάντα, ὅλα τὰ δεσμά, τὰ ἔσπασε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως φαίνεται ἐκεῖ στὴν ἁγιογραφική ἀπεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Δὲν ἔμεινε καμιά ἁλυσίδα να δένει τοὺς ἀνθρώπους.
Οἱ προτεστάντες προσπαθούν, κυρίως διὰ τῆς αὐθυποβολῆς, να νιώσουν ὅτι εἶναι συγχωρημένοι, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ ἐνοχή. Δὲν γίνεται ἔτσι. Ἂν δὲν σε ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι. Άλλά γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, πρέπει να πάρεις τὴν ἁρμόζουσα στάση ἀπέναντί του. Ἂν δὲν τὴν πάρεις, δέν μπορεῖ νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νὰ ἔρθει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ.
11-5-1969
Το πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἀγάπη, δωρεά τοῦ Θεοῦ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ἀδύναμο, ἁμαρτωλό, πεπτωκότα, ἀλλά ὁ ὁποῖος ὅμως τὴν ἀναγνωρίζει καί τή δέχεται αὐτή τη δωρεά.
Καθόλου δεν σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δίνει τη δωρεά, καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι θέλει. “Ὄχι. Δὲν τὴ δίνει ὁ Θεὸς μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια.
Ἂν δὲν σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι
Διάφορες παρανοήσεις...
Συνεχίζουμε το θέμα μας, ποὺ εἶναι: το πρό βλημα τῆς ἀσυγχώρητης ἁμαρτίας. Ὁ κληρικός αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ αὐτὰ τὰ θέματα, γράφει καὶ τὰ ἑξῆς ἀκόμη:
Ὡς αἰτιολογικοί παράγοντες ἀσυνειδήτου ένο-χῆς θεωροῦνται ἐπίσης καί διάφοροι παρανοήσεις ὅσον ἀφορᾶ τὴν σεξουαλικότητα ἤ τάς σεξουαλικάς διαστροφάς.
Καί ἀπό κάτι τέτοια δημιουργοῦνται αἰσθήμα-τα ἐνοχῆς. Καί εἶναι τόσο ὀδυνηρά αὐτὰ τὰ αἰσθή ματα ἐνοχῆς, ὥστε, ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὰ ζεῖ, βιάζε ται να τα ξεχάσει. Βιάζεται να γλιτώσει ἀπό αὐτά, καὶ ἐκεῖνο ποὺ τελικά κατορθώνει εἶναι νὰ τὰ ἀπωθήσει, νὰ τὰ σπρώξει στὸ ὑπόγειο τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἔχουμε πεῖ, καὶ ἔπειτα αὐτά συντελούν στη δημιουργία αἰσθημάτων ἐνοχῆς γιὰ ἀσυγχώρη τη ἁμαρτία.
Κάποιοι λοιπόν ἔχουν αἰσθήματα ἐνοχῆς, τὰ ὁποία προέρχονται ἀπό προβλήματα πού ἀναφέρον- ται στη σεξουαλική ἐν γένει ζωή. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναφερθούν ὁρισμένα πράγματα ἔτσι ὑπεύθυνα, γιὰ νὰ τὰ ἔχουμε ὅλοι ὑπ' ὄψιν μας· καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ καθένας, ἀλλά καί για να δώσει κανείς σὲ ἕναν ἄλλο μια συμβουλή, ὅταν χρειάζε ται. Λέει, λοιπόν, ὁ κληρικός:
Ἀπλαὶ ὀνειρώξεις ἤρκεσαν να πείσουν κάποιο πρόσωπον ὅτι ἦτο μία χαμένη ψυχή «χωρίς Θεόν καὶ χωρίς ἐλπίδα εἰς τὸν κόσμον».
Καθώς ἕνας νέος μεγαλώνει, εἶναι ἀπολύτως ἀναπόφευκτο να παρουσιαστοῦν τέτοια πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία εὐθύνη φέρει, γιατί εἶναι φυ σιολογικότατες ἐκδηλώσεις. Ὅταν ὅμως δέν τὸ ἔχει ὑπ' ὄψιν του αὐτὸ ὁ νέος εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε διό-τι ἔχει ἀκούσει ἀπό μεγαλυτέρους ὅτι αὐτά εἶναι πράγματα φοβερά, τότε, κάθε φορά που παθαίνει κάτι τέτοιο, αἰσθάνεται πάρα πολύ ἔνοχος. Καί φυ-σικά, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε, γιὰ νὰ ἀπαλλα-γεῖ ἀπὸ τὴν ἐνοχή καὶ ἔτσι ζεῖ μὲ τὴν ἐνοχή. Καί ἐνοχή πάνω στήν ἐνοχή, δημιουργεῖται ἡ περιδεής συνείδηση.
Αὐτός λοιπόν που πάθαινε αὐτό το πράγμα, ἐσυνήθιζε νὰ ἐξυπνᾷ μετά ἀπό κάθε ὀνείρωξιν καὶ ἀπογοητευμένος να διέρχεται τὸ ὑπόλοιπον τῆς νυ κτός γονυκλινής ἐκζητῶν συγγνώμην.
Μπορεῖ νὰ συμβεί στη ζωή κάποιου ὄχι μόνο αὐτό, δηλαδή ὀνείρωξη, ἀλλά καί ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ κάνει ότιδήποτε μή καλό πράγμα. Ἐὰν σ' αὐτὸ τὸ κάτι πού τοῦ συμβαίνει ἢ πού ἔκανε δώσει μεγάλη σημασία, νομίσει δηλαδή ὅτι ἔγινε κάτι φοβερό, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀνεπανόρθωτου, καί ζήσει αὐτὸ τὸ βίωμα, αὐτή την ενοχή καὶ δὲν την τακτοποιήσει, ἀρρωσταίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἀναφέρεται ἐδῶ,
Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή σ' αὐτά τά θέματα, γιατί μπορεῖ κανείς να καταντήσει σε μια ἀρρωστημένη κατάσταση, καὶ νὰ ζεῖ μὲ αἰσθήματα ἐνοχῆς, καθώς νομίζει ὅτι διέπραξε ἀσυγχώρητη ἁμαρτία, ἁπλῶς καὶ μόνο διότι με τη σκέψη του, με το μυαλό του μεγαλοποιεῖ, ἐξογκώνει τα πράγματα, εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε για διάφορους ἄλλους λόγους.
Ὅσον μεγαλύτερος ήτο ὁ φόβος του, τόσον συν χνότερον ἐπανήρχοντο αἱ ὀνειρώξεις,
Κάποιος πατήρ τῆς Ἐκκλησίας λέει ὅτι, ὅποιος θέλει νὰ μὴν πάθει ἀφύσικα κάτι τέτοιο διότι φυ σιολογικά οὕτως ἤ ἄλλως θὰ τὸ πάθει μεταξύ τῶν ἄλλων πρέπει να μή φοβάται μήπως το πάθει. Έν κεῖνος ποὺ φοβᾶται μήν τὸ πάθει, τελικά, λέει, θά το πάθει.
Κάποιος ἄλλος, τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις ήτο τόσον σοβαρά, ὥστε νὰ ζητῇ καθ' ἑκάστην καὶ ἐπανειλημμένως συναντήσεις μετά τοῦ ἐφημερίου του, ἀνεκουφίσθη πλήρως μετά δίωρον συνομιλίαν, κατά τήν ὁποίαν ἐξωμολογήθη κοινήν σεξουαλικήν διαστροφήν, καὶ τὸ πνεῦμα του ἀνεπαύθη. Είχε πέσει θύμα ἑνὸς κακογραμμένου βιβλιαρίου «Περί σω φροσύνης», τὸ ὁποῖον διεκήρυττεν ὅτι ὁ "Αδης εἶναι ὁ τόπος προορισμοῦ τῶν ἐνεχομένων εἰς τοιαύτας πράξεις.
Είχε βιώσει «ἀπότομον ἐπιστροφήν», ἡ ὁποία είχε θέσει τέρμα εἰς τὴν διαστροφήν, επρόκειτο ὅμως περί ἐπιστροφῆς (ἐννοεῖ ἐπιστροφή στον Θεό), ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώθησιν μᾶλλον παρά τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ἐνοχῆς.
Αὐτός ἐδῶ, ὁ καημένος, πήγαινε κάθε τόσο στὸν ἐφημέριο, ἀλλὰ ὁ ἐφημέριος δέν μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει καί τελικά βρῆκε αὐτόν τον κληρικό, που γράφει αὐτό το βιβλίο, καί μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε δύο ώρες συνομιλία. Ὁ κληρικός κατάλαβε τί τοῦ συμβαίνει καὶ τὸν βοήθησε.
Θυμήθηκε ὁ ἄρρωστος κάτι πού εἶχε κάνει στο παρελθόν, πρίν τὴν ἐπιστροφή του, καί στὸ ὁποῖο εἶχε δώσει μεγάλη σημασία. Το εἶχε ἐξογκώσει, τό εἶχε πάρει κατάκαρδα και τελικά το εἶχε ἀπωθήσει. Αντί δηλαδή να σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά πεῖ: «Θεέ μου, ἔκανα αὐτὸ τὸ πράγμα», ἀπώθησε τὴν ἐνοχή καί τελικά ἀρρώστησε. Τώρα, μέ τή βοήθεια αὐτοῦ τοῦ κληρικοῦ-ψυχολόγου, τό ἐπανέφερε στη συνείδηση, το ξαναέζησε, ἀλλά φυσικά ὡς κάτι που δὲν ἦταν καθόλου σωστό. Στάθηκε δηλα-δὴ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν μετανοίᾳ. Καί ἐλευθερώθηκε. Ἀναπαύθηκε, λέει, τὸ πνεῦμα του.
Συνθῆκες ἐπιστροφῆς στόν Θεό
Καί συνεχίζει ὁ κληρικός:
Καλόν εἶναι, νομίζω, νὰ ἐξετάζῃ κανείς ἐκεί νους που αὐτοκατηγοροῦνται ὡς ἔνοχοι τῆς ἀσυγ-χωρήτου ἁμαρτίας ὡς πρὸς τὰς συνθήκας τῆς ἐπιστροφής των. Θα εὑρεθῇ συνήθως ὅτι ἐνθυμοῦνται κάποιο βίωμα ἐπιστροφῆς.
Πρέπει πάρα πολύ να προσέχει κανείς, νὰ ἐξει τάζει, να έρευνα και στον ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους για τους οποίους φέρει κάποια ευθύνη, τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἔκανε να πιστέψουν στον Θεό, καὶ πῶς περίπου ἔγινε ἡ ἐπιστροφή τους στον Θεό. Μπορεῖ δηλαδή ἡ ἐπιστροφή τους νὰ μὴν ήταν τίποτε ἄλλο παρά αὐτό: ζοῦσαν ὡς ἐκείνη τη στιγμή μὲ ἄγχος, μὲ μιὰ ἀγωνία, που προερχόταν από αἰσθήματα ἐνοχῆς ἕνεκα ἁμαρτίας γιὰ τὴν ὁποία δέν μετενόησαν καὶ δὲν πῆγαν στον Θεό να τους τή συγχωρήσει. Ὁπότε, τὴν ὥρα πού ἐπιστρέφουν καί γίνονται χριστιανοί, δεν κάνουν τίποτε ἄλλο, παρά ἁπλῶς ἀπωθοῦν τὴν ἐνοχή αὐτή. Όχι ὅτι με τανοοῦν ἀληθινά. Γι' αὐτό καί δέν νιώθουν να συγ χωροῦνται καί ἑπομένως νὰ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ το βάρος τῆς ἐνοχῆς.
Καί ἔτσι, ἐμφανίζεται κανείς ὡς χριστιανός πιά καί νομίζει ὅτι γλίτωσε ἀπό ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὀδυνηρά πού εἶχε ζήσει ἐνῶ στην πραγματικότητα ἁπλῶς τὰ ἀπώθησε. Καί γι' αὐτό παρατηρεῖται τὸ ἐξῆς: ἕνας γνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπιστρέφει στον Θεό, καί τις πρώτες μέρες, τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐπιστροφῆς του φαίνεται να πηγαίνει ἀρκετά καλά. Ἀλλὰ ἀργότερα δέν αἰσθάνεται καλά. Ζεῖ διαρκῶς μὲ ἕνα ἀόριστο βίωμα ἐνοχῆς, βρίσκεται σε μια και τάσταση πού δέν εἶναι καθόλου καλή. Καί ἀπορεί τί συμβαίνει. Κατά πᾶσαν πιθανότητα σ' αὐτές τις περιπτώσεις, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπέστρεψε στον Θεό, ή όλη μετάνοιά του, ἡ ὅλη του επιστροφή έγινε κατά τέτοιον τρόπο, ποὺ ἁπλῶς ἀπώθησε την ένο χή του καὶ τὰ μή καλά βιώματά του. Ἑπομένως, οὐσιαστικά δέν συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες του.
Πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε. Δέν ξέρω ἂν πέφτω πολύ ἔξω, ἄν πῶ ὅτι τοὺς σύγχρονους χριστιανούς κάπου ἐδῶ μπορεῖ κανείς να τούς βρεῖ. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι ἡ ζωή τους ὄντως χριστιανική, ἀλλὰ ἢ εἶναι μια ἀρρωστημένη χριστιανική ζωή ἢ εἶναι μια ζωή που ἁπλῶς φέρει τὸ ἐπίχρισμα το χριστιανικό· κατά βάθος δὲν εἶναι χριστιανική.
Χωρίς να θέλουμε κανένα να στενοχωρήσουμε -πολύ περισσότερο να προσβάλουμε- πρέπει να ποῦμε μιὰ ἀλήθεια ἀκόμη, πού καί ἄλλες φορές μέἄλλον τρόπο τὴν ἔχουμε πεῖ: Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι πού θρησκεύουν, ὡς ἐπί το πλεῖστον εἶναι ὄχι και τόσο καλά τακτοποιημένοι ψυχολογικά. Εἶναι, ἄς ποῦμε, ἄνθρωποι χτυπημένοι ἀπό δῶ, πληγωμένοι ἀπό κεῖ. Δέν μπορεῖ ἡ συνεί-δησή τους να σηκώσει τήν ἐνοχή, το βάρος τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔχουν διαπράξει, δέν μποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα ἀλλιῶς στη ζωή, καί καταφεύγουν στην Ἐκκλησία, στον χριστιανισμό, στον Χριστό, ἀλλὰ ὄχι ὅτι γίνεται μια πραγματική ἀλλαγή μέσα τους. Ἁπλῶς, πιάνονται λίγο ἀπό τὸ Εὐαγγέλιο, λίγο ἀπό κάπου ἀλλοῦ, ἀπωθοῦν τὴν ἐνοχή, καί γι' αὐτό ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν καὶ πάλι κατά ἕναν ἀρρωστημένο τρόπο. Αλίμονό μας ἂν δὲν τὸ ξέρουμε αὐτό καὶ νομίζουμε πώς κάνουμε σπουδαία πράγματα.
Μπορούμε πράγματι να κάνουμε πολλά πράγ ματα μέσα στήν Ἐκκλησία, ἄν στηριχθοῦμε στον Χριστό καὶ ἄν ὅλα αὐτά τά μή καλά βιώματα τα παρουσιάσουμε χαρτί καί καλαμάρι στον Χριστό καί ἀφήσουμε νὰ τὰ ἀναλάβει Ἐκεῖνος. Διότι, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Τάς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτός ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ το ξύλον». Ὁ δὲ προφήτης Ησαΐας: «Ούτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται».
Καί ὁ τίμιος Πρόδρομος: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου».
Το θρησκευτικό ὑπόβαθρο τοῦ ἀσθενοῦς
Ἕνας ἄλλος παράγων πού πρέπει νὰ ἔχωμεν κατά νοῦν, ὁσάκις ἀντιμετωπίζομεν το πρόβλημα αὐτό, εἶναι τὸ θρησκευτικόν ὑπόβαθρον τοῦ ἀσθε νοῦς. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὅλαι αἱ περιπτώσεις τοιούτου εἴδους πού ἔχω ὑπ' ὄψει μου ἐδημιουργήθησαν ὑπό γονέων ἀσκούντων θρησκευτικότητα τοῦ αὐστηροῦ καί στενοῦ τύπου, ἐντός μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἀτμο-σφαίρας, ἡ ὁποία ἦτο ἀρνητική, καταπιεστική καί ὑπερβολικά πουριτανική.
Ὁ συγγραφέας πού γράφει αὐτά ἐδῶ εἶναι κληρικός μέν ἀλλὰ ὄχι ὀρθόδοξος, καί γι' αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε κατά γράμμα ὅσα γράφει. Ωστόσο ὅμως, ἀληθεύουν καί ὡς πρὸς ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους. Καί πρέπει να γνωρίζουμε ὅτι κάνουν πάρα πολύ κακό οἱ γονεῖς ἤ γενικῶς οἱ μεγαλύτε ροι, ὅταν εἶναι ὑπέρ-αὐστηροί καί σε θρησκευτικά ἀκόμη θέματα, καί μάλιστα την αὐστηρότητα αὐτή τη συνδέουν με την τιμωρία τοῦ Θεοῦ καί τον τρό μο τῆς κολάσεως.
Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις πού, μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος θα καταλάβει ὅτι τὸν περιμένει κάποια τιμωρία, κάτι που λέγεται, ας πούμε, κόλαση, μόνο τότε μπορεῖ λίγο-λίγο να συνέλθει και να συγκρατηθεῖ. Ἀλλά πρέπει να καταλάβουμε πολύ καλά ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά ὅτι Εὐαγγέλιο σημαίνει ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, δωρεά τοῦ Θεοῦ, που δίδεται στὸν ἄνθρωπο, χωρίς νὰ τὸ ἀξίζει. Δέν μᾶς τὰ δίνει αὐτά ὁ Θεός ἐπειδή τὸ ἀξίζουμε, ἐπει-δή κάνουμε κάτι. Δὲν τὸ ἀξίζουμε, καί ὅμως μᾶς τὰ δίνει. Καί τό μόνο πού περιμένει ἀπό μᾶς εἶναι νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε αὐτά, να τα δεχθοῦμε καί νά κάνουμε ὅ,τι χρειάζεται πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, για να δείξουμε ὅτι τὰ ἐκτιμοῦμε καί ὅτι τα θέλουμε.
Δέν τίθεται το θέμα ἔτσι: μᾶς καθίζει στο σκαμνί ὁ Θεός καί σὰν νὰ μᾶς λέει «Η κάνεις ἔτσι που λέω ἤ σοῦ παίρνω το κεφάλι». Σε κάτι τέτοιο μετατρέπουμε καμιά φορά ἐμεῖς τὸν χριστιανισμό. Τουλάχιστον στα μικρά παιδιά ἔτσι ἐμφανίζεται, ὅταν εἴμαστε αὐστηροί ὅμως καθόλου δέν εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Το πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι: ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δωρεά τοῦ Θεοῦ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ἀδύναμο, ἁμαρτωλό, σε ἕναν ἄνθρωπο πεπτωκότα, ἀλλά ὁ ὁποῖος ὅμως τὴν ἀναγνωρίζει καί τή δέχεται αὐτή τή δωρεά τοῦ Θεοῦ. Καθόλου δεν σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δίνει τή δωρεά, καὶ ἀπό κεῖ καὶ πέρα ἄς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι θέλει. Ὄχι. Δέν τή δίνει ὁ Θεός μὲ αὐτή τὴν ἔννοια.
Ἐντός τοιαύτης ἀτμοσφαίρας ἡ ἔμφασις εἰς τὸ κήρυγμα τίθεται ἐπί τοῦ «τιμωροῦ Ἰεχωβά», τῆς φο-βερᾶς κρίσεως καὶ μιᾶς ὠμά ὑλιστικῆς κολάσεως.
Οἱ ἑτερόδοξοι παρεξηγούν τα πράγματα. Και ἄλλοι ἀπό αὐτούς μπορεῖ νὰ ἀναφέρονται στην κόλαση μέ τὸ πνεῦμα αὐτό πού λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας, ἐνῶ ἄλλοι καθόλου δέν θέλουν να μιλοῦν περί κα λάσεως ἤ ἀποφεύγουν να μιλοῦν. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἦταν αὐστηρότατοι καί «δέν δέχονταν τρίχα στο σπαθί τους» προκειμένου γιά τόν ἑαυτό τους, γιὰ τοὺς ἄλλους βλέπει κανείς νὰ ἔχουν ἀπέραντη ἀγάπη, ἀπέραντη ευσπλαχνία.
Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἶχε φθάσει ὁ ἴδιος σε τέτοια κατάσταση, πού ἔλεγε: Ὅταν φθάσει ὁ χρι-στιανός σε τελεία πνευματική κατάσταση, που να εἶναι δηλαδή γεμάτος ἀπό ἀγάπη, τότε αἰσθάνεται εὐσπλαχνία, συμπόνια, ὄχι ἁπλῶς πρὸς κάθε ἄνθρωπο, ἀλλά καί πρός κάθε ἀντικείμενο, πρός κάθε δη-μιούργημα· ἀκόμη καί πρὸς τὸν διάβολο, θὰ ἔλεγε κανείς. Λυπᾶται τὸν διάβολο, ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός τον τιμωρεῖ, ἀλλὰ γιὰ τὸν λόγο ὅτι δὲν θέλει να μετανοήσει, γιὰ νὰ σωθεῖ καὶ αὐτός. Δυστυχῶς ὁ διάβολος ἔχει φθάσει σε μια τέτοια κατάσταση, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μετανοήσει. Τονίζουν λοιπόν οἱ πατέρες την κρίση, την τι μωρία· δὲν διστάζουν να μιλήσουν περί κολάσεως, δὲν διστάζουν να μιλήσουν γιὰ τὸ ὅτι θα δώσουμε λόγο στον Θεό, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ λένε, ἀκριβῶς γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ σοῦ δίνει τὰ ἀγαθά του ὁ Θεός, σοῦ φανερώνει τὴν ὅλη ἀλήθεια, γιὰ νὰ σοῦ δείξει τὴν ἀγάπη του. Δέξου τα αὐτά, ὅσα σοῦ φανερώνει, για να σωθεῖς.
Αἱ ἰδέαι αὐταί (περί φοβερᾶς κρίσεως κτλ.) ἐντυπώνονται κατά την πρώτην ἡλικίαν εἰς τὸν νοῦν τῶν πλέον εὐαισθήτων.
Σε παιδιά με πολύ ευαίσθητη ψυχή πᾶνε καί κολλᾶνε αὐτές οἱ ἰδέες καί ἀφήνουν τη σφραγίδα τους, τα χνάρια τους, καί γίνεται τέτοια πληγή, ἡ ὁποία σχεδόν δέν γιατρεύεται. Πρέπει να μεγαλώσει το παιδί, να καταλάβει τί τοῦ ἔγινε, νὰ βρεθεῖ καὶ ἄνθρωπος κατάλληλος να το βοηθήσει, καί ἔτσι ὑπάρχει ἐλπίδα να γιατρευτεί. Γιατρεύονται ὅμως πληγές πού ἔχουν παλιώσει; Βέβαια, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ γιατρέψει, ἀλλά ἀπό τὴν πλευρά τῆς ἐπιστήμης, τῆς ψυχολογίας, εἶναι πάρα πολύ δύσκολο. Επομένως, πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε μήν τυχόν μὲ αὐτά που λέμε στο παιδί τραυματίζουμε την ψυχή του,
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει: Στην ἀμφιβολία νικᾶ τὸ φιλάνθρωπο. Καί θα μπορούσαμε να πουμε ἐδῶ αὐτό: ὅταν ἔχουμε ἀμφιβολία -να κάνουμε τούτο ή το ἄλλο; Δεν ξέρουμε ποιό ἀπό τά δύο να διαλέξουμε να προτιμούμε ἐκείνο πού εἶναι φιλανθρωπότερο. Αὐτό βέβαια ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος το λέει για τους ἐξομολό γους, ἀλλά μποροῦμε νὰ τὸ ἐφαρμόσουμε κι ἐδῶ.
Ὁ γονέας, δηλαδή, ὁ δάσκαλος, γενικῶς ὁ με-γαλύτερος, που θέλει να βοηθήσει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, καθώς δεν ξέρει, διερωτάται: «Άραγε, ἔτσι πού θα μιλήσω στο παιδί, θὰ τοῦ κάνω κακό ἤ ὄχι; Εἶναι εὐαίσθητη ψυχούλα. Αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ θὰ πῶ τὰ κάπως τσουχτερά μήπως θα το τραυματίσουν; Ἢ ἀντέχει, καὶ ἑπομένως μπορῶ νὰ τοῦ πῶ καὶ μερικά πράγματα» Ὅταν λοιπόν δέν μπορεῖ κανείς να το καταλάβει αὐτό, καλύτερα ἄς πάρει τή φιλάνθρωπη πλευρά. Δηλαδή, ἂς μὴν πεῖ τα τσουχτερά.
Κάποια κυρία ἐνθυμεῖται ὅτι ὁ πατέρας της ἐσυνήθιζε να διαβάζῃ εἰς τὸ κρεββάτι πρίν κοιμηθοῦν τρομακτικάς ἱστορίας ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη.
Καί ὄχι μόνο τέτοιες ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἱστορίες λένε οἱ γονεῖς λίγο πρίν ἀπὸ τὸν ὕπνο στα παιδιά. Το παιδί κοιμᾶται μὲ αὐτές τις ἱστορίες, καὶ τὴ νύκτα, ἂν τυχόν ξυπνήσει, τὰ θυμᾶται αὐτά. Καί ποιός ξέρει! Καμιά φορά μπορεῖ νὰ μείνει ἀρκετή ὥρα χωρίς ὕπνο, μπορεῖ νὰ μείνει καὶ ἄναυδο, ἐνθυμούμενο αὐτὰ τὰ πράγματα.
Ἦτο τότε μόλις ἑπτὰ ἐτῶν. Ἐνθυμεῖται δὲ τὴν ἀγωνίαν ποὺ ἐδοκίμαζεν εἰς ὥρας ἀϋπνίας, φοβουμένη τὸ ἐνδεχόμενον τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταδίκης εἰς τὴν κόλασιν.
***
Κλείνοντας αὐτό το κεφάλαιο, νὰ ποῦμε το ἐξῆς: Ἄς γνωρίζουμε καὶ ἄς ἔχουμε ὑπ' ὄψιν μας ὅτι πολλά πράγματα πού συμβαίνουν κατά την παιδική ἡλικία, τὰ ὁποῖα δέν εἶναι αὐτά καθ' ἑαυ-τα σοβαρά, μποροῦν νὰ δημιουργήσουν αἰσθήματα ἐνοχῆς σε εὐαίσθητα κυρίως παιδιά, καί εἴδηση να μήν πάρουν οἱ γονεῖς. (Εὐτυχῶς που περάσαμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἡλικία αὐτή καί μόνο ἔτσι μποροῦμε λίγο να ἔρθουμε στη θέση τοῦ παιδιοῦ). Μετά ἀπωθοῦνται τὰ αἰσθήματα, τα βιώματα αὐτά, καί ἔπει τα σε ὅλη τους τή ζωή οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἔχουν ἕνα αἴσθημα ἀορίστου ἐνοχῆς.
Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι διαρκῶς αἰσθάνον-ται ένοχοι καὶ δὲν μποροῦν νὰ νιώσουν λίγο ξαλα-φρωμένη τὴν ψυχή τους, να νιώσουν λίγο ἄνετα· δὲν μποροῦν νὰ χορτάσουν τον Θεό, να νιώσουν αὐτό πού λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Διέρρηξας τους δεσμούς μου». Να νιώσουν δηλαδή ὅτι τὰ πάντα, ὅλα τὰ δεσμά, τὰ ἔσπασε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως φαίνεται ἐκεῖ στὴν ἁγιογραφική ἀπεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Δὲν ἔμεινε καμιά ἁλυσίδα να δένει τοὺς ἀνθρώπους.
Οἱ προτεστάντες προσπαθούν, κυρίως διὰ τῆς αὐθυποβολῆς, να νιώσουν ὅτι εἶναι συγχωρημένοι, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ ἐνοχή. Δὲν γίνεται ἔτσι. Ἂν δὲν σε ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι. Άλλά γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, πρέπει να πάρεις τὴν ἁρμόζουσα στάση ἀπέναντί του. Ἂν δὲν τὴν πάρεις, δέν μπορεῖ νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νὰ ἔρθει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ.
11-5-1969
Το πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἀγάπη, δωρεά τοῦ Θεοῦ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ἀδύναμο, ἁμαρτωλό, πεπτωκότα, ἀλλά ὁ ὁποῖος ὅμως τὴν ἀναγνωρίζει καί τή δέχεται αὐτή τη δωρεά.
Καθόλου δεν σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δίνει τη δωρεά, καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι θέλει. “Ὄχι. Δὲν τὴ δίνει ὁ Θεὸς μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου