Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(22)

Συνέχεια από: Tετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ2

Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα

Ὀρθόδοξη καί ρωμαιοκαθολική θεώρηση τῆς ἁμαρτίας


Κυρίως στη Δύση –καί ὅταν λέμε Δύση ἀπό θρησκευτικῆς ἀπόψεως, ἐννοοῦμε ρωμαιοκαθολι κούς καί προτεστάντες- ἡ ἁμαρτία ἐκλαμβάνεται ὑπό δικανική ἔννοια. Ὅμως αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἀπό αὐτοὺς ἐκεῖ ἔφθασε καί ἐδῶ σ' ἐμᾶς. Καί ἔτσι, ἕνας σύγχρονος ὀρθόδοξος χριστιανός τις πιο πολλές φορές ἀντιμετωπίζει το θέμα τῆς ἁμαρτίας ὑπό δι-κανική ἔννοια, σάν νὰ εἶναι δηλαδή ἕνας ρωμαιο-καθολικός, ἄσχετα ἐὰν δὲν δέχεται το filioque και τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα. Στήν πραγματικότητα, ὡς χριστιανός ζεῖ σὰν νὰ εἶναι παπικός ἢ προτεστάν της ἀπό τήν πλευρά δηλαδή τοῦ πῶς ἀντιλαμβά- νεται και πῶς ἀντιμετωπίζει την αμαρτία, ὅπως καί ἀπό ἄλλες πλευρές: της σωτηριολογίας, της έκ-κλησιολογίας. Έχουμε κάτι τέτοια, καθώς χάσαμε την ὀρθόδοξη βάση μας και περισσότερο είμαστε ἐπηρεασμένοι από το ξένο πνεύμα, και ειδικότερα στο θέμα τῆς ἁμαρτίας.

Ένας ρωμαιοκαθολικός καθηγητής. ὁ Henry Davis, ὁρίζει τὴν ἁμαρτία ὡς ἑξῆς: «Ἁμαρτία εἶναι μία ἠθικῶς κακή ἀνθρωπίνη πρᾶξις, ἡ παράλειψις τῆς ἐκτελέσεως μιᾶς ἀγαθῆς ὑποχρεώσεως, ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τὴν τάξιν τῆς λογικῆς σκέψεως καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἠθελημένη παράβασις κάποιου ἤθι κοῦ νόμου, ἑνός νόμου ποὺ ἐπιβάλλει κάποιαν ὑπο χρέωσιν ἐπί τῆς βουλήσεως. Ὁ πρῶτος καὶ θεμελιώ δης νόμος εἶναι ὁ Αἰώνιος Νόμος. Διὰ τοῦτο ὁ Αγιος Αὐγουστῖνος ὁρίζει τὴν ἁμαρτίαν ὡς μίαν πρᾶξιν, ἕνα λόγον ἢ μίαν ἐπιθυμίαν ἐναντίον τοῦ Αἰωνίου Νόμου. Ἡ ἁμαρτία είναι περιφρόνησις πρός τον νομοθέτην Θεόν, ἀνυπακοή εἰς τὰς ἐντο-λάς του, ἀδικία συνισταμένη εἰς τὴν παραγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ νὰ ὑπηρετῆται».

Ὁ συγγραφέας του βιβλίου κάνει τὸ ἐξῆς σχό λιο γιὰ τὸν ὁρισμό αὐτό

Μία τοιαύτη ἀντίληψις περί ἁμαρτίας προϋπο θέτει προφανῶς τὴν βίωσιν τοῦ Θεοῦ οὐχί ὡς Πα τρὸς ἀλλ' ὡς Κριτοῦ. Πρόκειται περί τοῦ βιώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν τουλάχιστον ἐν μὲ ρει υπόλογον διά τους σκοτεινούς φόβους που ένα.χλοῦν τοὺς νευρωτικούς.

Καθώς στο βιβλίο μὲ ἀρκετές λεπτομέρειες γι νεται λόγος γιὰ τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν ἑτεροδόξων, ὁ μεταφραστής τοῦ βιβλίου θεώρησε καλό σε μια σημείωση να παραθέσει κάποια άπο σπάσματα ἀπό βιβλία ὀρθοδόξων θεολόγων, για να δηλώσει τὴν ὀρθόδοξη ἄποψη στο θέμα αὐτό. Ἔχει καὶ τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα:

«Τί εἶναι ἁμαρτία κατά τὸν ἀπόστολον Ἰωάννην; Εἶναι ώρισμένη ἐν τῷ ἀνθρώπῳ κατάστασις ἤ ἐπί μέρους ὑπό διαφόρους συνθήκας παράβασις τούτου ἤ ἐκείνου τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ; Καί μόνον το γεγονός ὅτι ὁ Ἰωάννης χρησιμοποιεῖ ἐν τοῖς ἔργοις του δεκαοκτάκις τὴν λέξιν ἁμαρτία, ἐξ ὧν πεντάκις μόνον ἐν τῷ πληθυντικῷ, δηλοῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι δι' αὐτὸν ὀλιγώτερον αἱ ἐπί μέρους παραβάσεις τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καί περισσότερον ὡρισμένη κατά-στασις...»

Ὁ πρῶτος ὁρισμός, πού εἶναι σύμφωνα μέ τή ρωμαιοκαθολική πίστη καί θεολογία, παίρνει τήν ἁμαρτία ὑπό δικανική ἔννοια. Δηλαδή: Ὁ Θεός δί-νει στον ἄνθρωπο ὁρισμένες ἐντολές καί περιμένει ἀπό αὐτόν να τίς τηρεῖ. Καί ὅταν δέν τίς τηρεῖ, τι- μωρείται ἀπὸ τὸν κριτή Θεό, πού παρακολουθεί τόν ἄνθρωπο. Όπως στον στρατό, που δίδονται τα παραγγέλματα στούς στρατιώτες, και αὐτοί εἶναι ὑποχρεωμένοι να εκτελούν τα πάντα. Δὲν ἐξετέλε σε κάποιος μια εντολή, Αμέσως είναι παραβάτης τῆς ἐντολῆς, καὶ ἐπακολουθεῖ ἡ τιμωρία. Γίνεται δηλαδή ἕνα εἶδος δικαστηρίου. Αὐτό θὰ πεῖ δικα-νική ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, σὰν νὰ εἶναι ὁ Θεὸς ἕνας δικαστής, ἕνας κριτής, που κάθεται και παρα-κολουθεῖ τὸν ἄνθρωπο κατά πόσο κάνει ἢ δὲν κά νει τίς ἐντολές του, καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ τοῦ κατα-φέρει τή ράβδο, γιὰ νὰ τὸν τιμωρήσει.

Κατά τὴν ὀρθόδοξη ὅμως ἄποψη, ἁμαρτία δέν εἶναι μόνο ὅτι δὲν κάνω αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἢ ὅτι κάνω αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, που εἶναι ἀντίθετο μὲ μιὰ ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Εἶναι καὶ αὐτό βέβαια, ἀλλὰ ἁμαρτία πρωτίστως εἶναι μια κατάσταση που δημιουργείται μέσα στον ἄνθρωπο, καθώς ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπό τὸν Θεό.

Ὁ Θεός εἶναι ὁ πατέρας τῶν ἀνθρώπων, τῶν λογικῶν αὐτῶν πλασμάτων. Οἱ ἄνθρωποι, ὡς παι-διὰ τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ πρέπει κατά ἕναν στρατιωτι κό ή δικανικό τρόπο να κάθονται «σούζα» και, τρόπον τινά, να εύχονται πότε θα στρέψει ἀλλοῦ το πρόσωπό του ὁ Θεός, ὥστε νά μήν τους παρα-κολουθεῖ, καί τότε, στα κλέφτικα, νὰ παραβοῦν κά ποια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τὸν ἄλλο καιρό τρο-μαγμένοι νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἐντολή του. Ὄχι ἔτσι, ἀλλὰ ὡς παιδιά τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀγάπη, φυσιολογικά, αὐθόρμητα, υἱικά νὰ ὑποτάσσονται στον Θεό καί νὰ κάνουν τὸ θέλημά του καὶ τίς ἐντολές του. Και νὰ εἶναι τέτοια ἡ σχέση τους καὶ ἡ κοινωνία τους μετὰ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι αὐτὴ τοῦ παιδιοῦ μὲ τὸν πατέρα.

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐπαναστατεί ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, διακόπτει αὐτή τη σχέση μετά τοῦ Θεοῦ καί, τρόπον τινά, παύει νὰ εἶναι παιδί του. Καὶ ἀπομακρύνεται. Αὐτή δὲ ἡ ἀπομάκρυνσή του που τοῦ στερεί τη χάρη, τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τή βοήθεια καὶ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα του, δη μιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο μια κατάσταση, ἡ ὁποία μέ μια λέξη ὀνομάζεται ἁμαρτία. Αὐτό θὰ πεῖ ἁμαρ-τία· ὅτι μέσα ἐκεῖ, στὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, δέν ὑπάρχει ὁ Θεός –ἡ χάρη του, το θέλημά του, το φῶς του, ή παρουσία του. Δὲν ἔχει δηλαδή ὁ ἄνθρωπος κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή ἡ κατάσταση ἔχει ἔπειτα τίς ἐκδηλώσεις της: παράβαση ἀπό δῶ, παράβαση ἀπό κεῖ, ἀποφυγή μιᾶς ἐντολῆς, παρά-βλεψη μιᾶς ἄλλης κτλ. Αὐτά εἶναι ἐκδηλώσεις.

Ἡ ἁμαρτία, κατά τον εὐαγγελιστή Ιωάννη, ὅπως εἶδαμε πιο πάνω, εἶναι μια κατάσταση. Ἁλλιῶς δηλαδή ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει συναί-σθηση ὅτι εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι εἶναι πατέ-ρας του ὁ Θεός, ὁπότε ἔχει τή χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του καί εἶναι σε κοινωνία μαζί του, καί ἀλλιῶς ζεῖ, ὅταν αὐτὸ τὸ πράγμα λείπει. Το ἕνα, ζωή μὲ τὸν Θεό, εἶναι ἁγία ζωή το ἄλλο, ζωή χωρίς τόν Θεό, εἶναι ἁμαρτία. Καί ἡ ὅλη σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι, ὅπως ἐλέχθη, σαν να κάθεται ὁ Θεός καὶ νὰ παρακολουθεῖ, ὅπως ἕνας ἀξιωματι κός, ποιός στρατιώτης θα παραδεῖ τὰ παραγγέλμα τά του, για να τον τιμωρήσει. Όχι. Ὁ Θεός, και ὅταν ὁ άνθρωπος φεύγει από κοντά του, έξακολου θεῖ νὰ ἐνεργεῖ ὡς πατέρας ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, καθώς φεύγει, αὐτοτιμωρείται. Αὐτὴ δηλαδή ή κατά σταση, τὸ ὅτι ζεῖ μακριά ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ἁμαρτία του, καὶ αὐτό εἶναι καὶ ἡ τιμωρία του, ή ἀρρώστια του, ἡ φθορά του, ὁ θάνατός του

Ὁ Θεός ὡς πατέρας δὲν τιμωρεῖ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἀφήνει, τρόπον τινά, να τιμωρείται μόνος του, καθώς εἶναι μακριά του. Ἡ δὲ τιμωρία αὐτή, πάλι μέσα στα χέρια τοῦ πατρός καὶ κριτοῦ Θεοῦ. γίνεται μια παιδαγωγία, ὥστε νὰ βοηθήσει τὸν ἄν θρωπο να ξαναθυμηθεῖ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπανέλθει σ' αὐτόν, γιὰ νὰ ζήσει. Ὅλη ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ σκοπό ἔχει νὰ λυτρωθεῖ ὁ ἄνθρωπος

Μὲ ἀφορμή τη θεραπεία τοῦ ἐκ γενετής τυφλού


Καὶ ἀξίζει ἐδῶ νὰ θυμηθοῦμε αὐτό πού ἀκού σαμε σήμερα το πρωί ὡς εὐαγγελική περικοπή. Βλέπουμε ἐκεῖ ὅτι ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητάς του συναντοῦν ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό, καὶ ρωτοῦν οἱ μαθηταί: «Ποιός ἁμάρτησε, γιὰ νὰ γεννηθεί αὐτὸς τυφλός: Ὁ ἴδιος ἢ οἱ γονεῖς τους» Καί ὁ Κύριος ἀπαντά: «Ούτε ούτος ήμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐ τοῦ, ἀλλ᾽ ἴνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι τυφλός, και τώρα ὁ Θεός, στο πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ του, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι παρών, εἶναι ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων ὡς ἰα τρός, ὡς σωτήρ, καί βλέπει καί προσέχει τί πρέπει νὰ γίνει, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί να γλι τώσει ἀπὸ τὴ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι, χωρίς καμιά καθυστέρηση ὁ Κύριος «έπτυσε χαμαί και ἐποίησε πηλόν ἐκ τοῦ πτύσματος, καί ἐπέχρισε τὸν πηλόν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς τοῦ τυφλοῦ». Καί στη συνέχεια στέλνει τόν τυφλό στην κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ νὰ πλυθεῖ, γιὰ νὰ δεῖ, ὅπως καί ἔγινε. Γιατί, ὅπως εἶπε, «ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾧ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου». Ὅσο δηλαδή εἶμαι στον κόσμο, φῶς εἶμαι τοῦ κόσμου· δέν εἶμαι κριτής τοῦ κόσμου.

Ὅπως εἶπε σὲ ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος: «Δέν ἦλθα νὰ κρίνω τὸν κόσμο...». Σαν να λέει: «Δέν ἦλθα να ξεδιαλέξω αὐτά τά πράγματα». Ποιός δη-λαδή φταίει, ποιός δέν φταίει, ποιός ἁμάρτησε, ποιός δὲν ἁμάρτησε. Ναί, δέν ξεδιαλέγονται αὐτά, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ὅποιος θὰ τυλιχθεῖ μέσα στο κουβάρι τῆς ἁμαρτίας, δεν βρίσκει καμιά ἄκρη. Καί συμπλήρωσε ὁ Κύριος: «Ήλθα στον κόσμο, για να σώσω τον κόσμο». Ἐδῶ, στην προκειμένη περίπτωση, λέει: «Εἶμαι φῶς καὶ ἦλθα να δώσω φῶς» φῶς στον τυφλό.

Βέβαια, γίνεται καί ἐδῶ μια κρίση, ἕνα «κρίμα», ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀμέσως πιο κάτω, ἀφοῦ τελείωσε ἡ ὅλη ὑπόθεση τοῦ τυφλοῦ. Εἶδαν τον τυφλό οἱ Φαρισαῖοι, τὸν ἀνέκριναν, κάλεσαν καὶ τοὺς γονεῖς του. Στό τέλος, ὅταν συνάντησε τον τυφλό ὁ Κύριος, τον ρώτησε: «Σύ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ» Καί μετά τον διάλογο πού εἶχε μαζί του, πρόσθεσε: «Εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κό σμον τοῦτον ἤλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοί γένωνται». «Εἰς κρίμα». Το λέει αὐτὸ μὲ τὴν έννοια ὅτι θά γίνει ἕνα εἶδος κρίσεως. Κρίση ὄχι για να καταδικάσει ὁ Θεός τοὺς ἀνθρώπους οὔτε γιὰ νὰ τοὺς κατακρίνει ἡ για νὰ πεῖ μὲ τὴ δικανική έννοια: «Ἐσεῖς ἀπὸ δώ είστε γιὰ τὸ πειθαρχείο, ἐσεῖς ἀπό κεῖ εἶστε ἐλεύ θεροι». Κρίση μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ἅπαξ καὶ ἔρχεται ὁ Χριστός στον κόσμο ὡς σωτήρ, ὡς λυτρωτής, κάθε ἄνθρωπος πρέπει να πάρει μια θέση. Ἡ θα πιστέψει κανείς καὶ θὰ πάει σ' αὐτὸν νὰ σωθεί ἢ θα μείνει μακράν αὐτοῦ, καὶ ἔτσι θα παραμείνει στην κατάσταση στην οποία ἤδη βρίσκεται.

Καὶ τὸ χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι πηγαίνουν σ' αὐτὸν καὶ σώζονται αὐτοί πού δέν «βλέπουν», όπως τονίζει ὁ Χριστός, αὐτοί που ξέρουν λίγα και δὲν ἔχουν μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Δηλαδή, αὐτοὶ ποὺ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη τῆς σωτηρίας, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αἰσθάνονται πώς εἶναι ἁμαρτωλοί, πώς κάτι τους λείπει καὶ πώς πρέπει νὰ πᾶνε στον Χριστό, γιὰ νὰ σωθοῦν. Αὐτοί πηγαίνουν στον Χριστό και σώζονται. Οἱ ἄλλοι, ἐκεῖνοι ποὺ αἰσθά-νονται ὅτι εἶναι καλοί καί ὅτι «βλέπουν», αὐτοί δέν πηγαίνουν ἐκεῖ καὶ ἑπομένως μένουν τυφλοί, μένουν χωρίς Χριστό,

Ἡ ἁμαρτία λοιπόν στὴν ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία εἶναι αὐτό: Είναι μια στραβή, μια ἐχθρική στάση που παίρνει κανείς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, καὶ στη συνέχεια, εἶναι μια κατάσταση πού δημιουρ γείται μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀπό αὐτή τή στάση τῆς ἀποστασίας, καθώς δηλαδή ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό. Είναι συνεπώς μια κατάσταση, ἕνα φρό νημα πλέον μέσα του καὶ ὄχι ἀπλῶς ἡ ἄλφα ή ή βήτα συγκεκριμένη πράξη. Καὶ αὐτά βεβαια είναι ἁμαρτία, ἀλλὰ εἶναι ἁπλῶς ἐκδηλώσεις δὲν εἶναι αὐτὰ ἡ ἁμαρτία

Και καμιά φορά, προσπαθώντας να κτυπήσου με κάτι κακό στον ἑαυτό μας ή στοὺς ἄλλους, πα θαίνουμε αὐτό που παθαίνει ὁ γιατρός ἐκείνος που δέν ξέρει καλά τη δουλειά του Ἔχει μπροστά του ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ψήνεται στον πυρετό, και μή ξέροντας ὁ γιατρός καλά τη δουλειά τους βάζει κομπρέσες με κρύο νερό ή πάγο για να καλμάρει κάπως τὸν πυρετό. Καὶ δὲν ψάχνει νὰ βρεῖ ἀπὸ που προέρχεται βαθύτερα αὐτός ὁ πυρετός ποια είναι ἡ πραγματική αἰτία ποὺ τὸν προκαλεί. Κτυπάει δηλαδή πιο πολύ το σύμπτωμα και όχι τὴν αἰτία

Αὐτὸ λοιπόν παθαίνουμε καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία Καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ προοδεύσουμε πνευ ματικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ τοὺς ἄλλους ἀφήνουμε να προοδεύσουν. Καμιά φορά μάλιστα τὰ κάνουμε θάν λασσα μὲ τὴν ἑξῆς ἔννοιε Καὶ στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἄλλους μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν εκδηλώσεις πραγματικῆς ἁμαρτίας. Π.χ. κλέβει ένα παιδί. Η κλεψιά εἶναι ἁμαρτία. Όμως, στην περίπτωση του παιδιοῦ αὐτοῦ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἁμαρτία. Μπο ρεῖ δηλαδή νὰ ἔχει το παιδί μια κλεπτομανία, ἡ ὁποία νὰ ὀφείλεται σε κληρονομικότητα ἡ τις οἶδε σε τι διώματα. Κι ἂν δὲν το καταλάβουν αὐτὸ οἱ γονεῖς ἡ ὁ πνευματικός στὸν ὁποῖο θὰ καταφύγει, καὶ ἀρχίσουν νὰ τὸ φορτώνουν με ένοχή, με φόβο, με τρόμο, χάθηκε το παιδί. Είναι βέβαια ή κλεπτο μανία μια συνέπεια τῆς ἁμαρτίας γενικότερα, ἀλλά ὄχι ὅτι, κάνοντας συνέχεια το παιδί την κλοπή, μή μπορώντας νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ὅλη ἐπίδραση τῆς κληρονομικῆς αὐτῆς ἐπιβαρύνσεως, κάνει συνέχεια μιὰ ἁμαρτία μὲ τὴ θέλησή του. Ἁπλούστατα, είναι ἄρρωστο. Ἄλλο τώρα ὅτι βαθύτερα ὅλη ἡ ἀνθρω πότητα εἶναι ἁμαρτωλή. Μόνο ποὺ αὐτὸ ἄλλοτε ἐκδηλώνεται ὡς ἀτόφια ἁμαρτία, ἐνῶ ἄλλοτε ἔχει ὡς ἐκδήλωση κάποια άρρωστημένη κατάσταση, ὅπως εἶναι ἡ κλεπτομανία. Ἀκόμη καί σε διαστροφές παρατηρείται ὅτι οἱ διάφορες ἐκδηλώσεις εἶναι ἐκδηλώσεις μιᾶς βαθύτερης ἀσθένειας καὶ ὄχι ἁπλῶς τῆς ἁμαρτίας.

18-5-1969

Καί τά δύο εἶναι ἀπαραίτητα για τη θεραπεία τῶν ἀνθρώπων. Κατ' ἀρχήν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός, το Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καί κοντά σ' αὐτό νὰ ὑπάρχει καί ἡ ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας, ὡς δυνατότητα να βοηθήσουμε τόν ἄνθρωπο να γίνει δεκτικός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ χάρη λυτρώνει βέβαια τόν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πῶς τὴ δέχεται κανείς;

Δεν υπάρχουν σχόλια: