Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΜΗ ΦΟΒΗΘΗΣ ΠΑΡΑΛΑΒΕΙΝ ΜΑΡΙΑΜ - π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

                                                         ΜΗ ΦΟΒΗΘΗΣ ΠΑΡΑΛΑΒΕΙΝ ΜΑΡΙΑΜ

                                                                       π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

«Ιωσὴφ υἱὸς Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν ῾Αγίου· τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. 1, 20-21)

«Ιωσήφ, γιε του Δαβίδ, μη φοβηθείς να παραλάβεις τη Μαρία τη γυναίκα σου. Γιατί αυτό που μέσα της γεννήθηκε είναι από Πνεύμα Άγιο. Και θα γεννήσει γιο, και θα καλέσεις το όνομά του Ιησού, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους».

«Μη φοβηθείς να πάρεις την Μαριάμ τη γυναίκα σου υπό την προστασία σου». Μ’ αυτόν τον λόγο άγγελος Κυρίου απαντά στη ζάλη των αμφιβόλων λογισμών του Ιωσήφ σχετικά με την εγκυμοσύνη της Παναγίας. Και ο λόγος αυτός έρχεται να μεταφραστεί στη δική μας πραγματικότητα με ένα «μη φοβηθείς», που απευθύνει ο Θεός προς τον καθέναν από εμάς που θέλουμε να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα, όπως η ιδιότητά μας υποδεικνύει, ως χριστιανοί.

«Μη φοβηθείς» να δεις τον Χριστό ως το κύριο και κεντρικό πρόσωπο των Χριστουγέννων. Να Τον δεις όχι ως προφήτη ή απεσταλμένο ή ως διδάσκαλο ή ως ιδεολόγο που ήρθε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά ως τον Θεό που γίνεται άνθρωπος για να μας οδηγήσει στο να μπορούμε να σχετιστούμε με τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο, σώμα προς σώμα, ψυχή προς ψυχή, ζωή προς ζωή, θάνατο προς θάνατο, ανάσταση προς ανάσταση. Δεν υπάρχει πλέον το τείχος της κτιστότητας ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Το τείχος της φθοράς. Το τείχος της αμαρτίας. Το τείχος του χρόνου. Μας έπλασε για να Τον συναντήσουμε. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να γίνει αυτό. Ας μη φοβηθούμε την σμικρότητά μας, την αναξιότητά μας, τον προσανατολισμό σε έναν πολιτισμό μηδενιστικό, μία ζωή που θέλει να μας πείσει ότι το »φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» είναι το νόημά της. Η αγάπη είναι το κλειδί. Η συνάντηση με τον Χριστό και την εικόνα Του που είναι ο άνθρωπος. Η αγιότητα της ανάστασης. Το να ξαναβρούμε ως σκοπό το καθ’ ομοίωση.

«Μη φοβηθείς» να δεις στο πρόσωπο της Παναγίας αυτήν που πρώτη είπε το μεγάλο ΝΑΙ. Άσε στην άκρη το κοσμικό περιεχόμενο της γιορτής. Προσευχήσου για τους πολλούς που δεν ελπίζουν. Μην παραδοθείς στις μέριμνες, τις ήττες, τις απώλειες, αλλά πάρε θάρρος από την Παναγία που δεν λύγισε στο φόβο της απόρριψης και της περιθωριοποίησης, αλλά αγάπησε και αγαπά, μαζί με τον Θεό και τον άνθρωπο. Τιμάται και θα τιμάται για πάντα.

«Μη φοβηθείς» να σηκωθείς να πας στην εκκλησία. Να αφήσεις στην άκρη τις αμαρτίες σου με την μετάνοια. Να νηστέψεις κι ας τρώνε όλοι γύρω σου. Να συγχωρήσεις κι ας σου λένε να βρεις το δίκιο σου. Να δώσεις χρόνο σ’ αυτούς που σε αγαπούνε και όχι στην εικονική πραγματικότητα. Να δεις τις ανάγκες των φτωχών, των κουρασμένων, των δοκιμαζόμενων. Να γίνεις φως, έστω και λίγο, παίρνοντας από τον Ήλιο της Δικαιοσύνης ζωή και χαρά.

«Μη φοβηθείς» καμία εξουσία που θέλει να σου υποδείξει τι αξίζει στη ζωή σου. Μάθε να διακρίνεις τα πνευματικά από τα κοσμικά, τα αιώνια από τα παρόντα. Συμφιλιώσου με την αλήθεια και μοιράσου την. Άνοιξε την καρδιά σου κι έχει ο Θεός.

«Μη φοβηθείς» ότι θα λυγίσεις σ’ έναν κόσμο που έχει ανταλλάξει τον Χριστό με τα αγαθά, την αυτάρκεια, την επιφανειακότητα, το πρόσκαιρο. Γίνε σαν τον Ιωσήφ, έτοιμος να πας στη Βηθλεέμ, στην Αίγυπτο, στη Ναζαρέτ, αρκεί να είναι ο Χριστός μαζί σου!


Καλά Χριστούγεννα!
21 Δεκεμβρίου 2025
Κυριακή προ Χριστού Γεννήσεως

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Η ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ - π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός


                                                                                         Η ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

                                                                                                   π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

“Εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν” (Εβρ. 9,1).
“ἡ πρώτη διαθήκη εἶχε λατρευτικὲς διατάξεις κι ἕνα γήινο θυσιαστήριο”.


Το εκκλησιαστικό έτος κλείνει στις 31 Αυγούστου με τη γιορτή της κατάθεσης της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας στον ναό των Χαλκοπρατείων στην Κωνσταντινούπολη το 919. Η Εκκλησία, υπενθυμίζοντας αυτό το γεγονός, ζητά από εμάς να αναλογιστούμε, μεταξύ άλλων, τρία σημεία που μας συνδέουν με την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά και αλλάζουν και τη δική μας πορεία ζωής.
Το πρώτο είναι ότι η τιμή προς το πρόσωπο της Θεοτόκου, όπως και προς όλους τους Αγίους, δεν είναι μόνο τιμή νοερή, προσευχητική, πνευματική. Έχει να κάνει και με το υλικό στοιχείο της ζωής, τον αγιασμό μας κατά πάντα. Η Τιμία Ζώνη μας δείχνει ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος, όπως εμείς, ακολουθούσε τις παραδόσεις και τα ήθη των καιρών της, έδενε τη μέση της με την ζώνη, θέλοντας να δείξει και την αγνότητα, την εγκράτεια, την άσκηση που χαρακτήριζε τις γυναίκες των καιρών εκείνων, στοιχεία που είχαν να κάνουν και με το σώμα και με την ψυχή. Η πίστη δεν αγιάζει μόνο την ψυχή, αλλά και κάθε στοιχείο της ύπαρξής μας. Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να ζει μόνο σε κοινωνία με τον Θεό ή μόνο για την αιωνιότητα, αλλά και γι’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Το σώμα μας είναι ενωμένο με την ψυχή. Μπορεί να χαρεί την ομορφιά της ζωής, όλα όσα ο Θεός μας έδωσε ως δώρο κατά τη δημιουργία μας, με μέτρο όμως, με άσκηση, με εγκράτεια, δηλαδή χωρίς υπερβολές, με πιστότητα στις σχέσεις μας, με χάρη και αξιοπρέπεια. Και τότε η χάρις του Αγίου Πνεύματος μας επισκιάζει και μας επιστηρίζει.
Το δεύτερο είναι ότι η τιμή προς την Υπεραγία Θεοτόκο περνά μέσα από την Εκκλησία και τη θεία λατρεία. Διαβάζοντας τα λόγια του αποστόλου Παύλου από την προς Εβραίους επιστολή, τα οποία περιλαμβάνονται στο αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής, νιώθουμε ότι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό δεν είναι μία σχέση αυτόνομη, ατομοκεντρική, περιορισμένη στην ανάγκη μας να έχουμε ελπίδα, αλλά συνδέεται με την κοινότητα, με το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Τύπος αυτής της κοινότητας στην Παλαιά Διαθήκη ήταν η πρώτη σκηνή, αυτή του μαρτυρίου, όπου φυλασσόταν η κιβωτός της Διαθήκης με τις πλάκες του Νόμου που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή στο όρος Σινά, την μανναδόχο στάμνα, τη ράβδο του Ααρών, την χρυσή λυχνία, τα ομοιώματα των Χερουβείμ που στόλιζαν την κιβωτό, αλλά και τα Άγια των Αγίων, το μέρος εκείνο όπου η Κιβωτός έμενε και εισερχόταν σ’ αυτό μία φορά τον χρόνο ο Αρχιερέας των Ιουδαίων, για να προσφέρει τη θυσία του εξιλασμού για τις αμαρτίες του λαού. Η κίνηση των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων να εναποθέσουν την Τιμία Ζώνη της Παναγίας προς προσκύνηση στον ναό των Χαλκοπρατείων, όπως επίσης και η διάσωση τμήματος της Ζώνης στην Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, δείχνει πως η όποια ευλογία λαμβάνουμε διά της πίστεως περνά από τη λατρευτική ζωή και παράδοση της Εκκλησίας. Τα ιερά αντικείμενα, τα άγια λείψανα, οι εικόνες δεν λειτουργούν ως αυτόνομοι φορείς χάριτος, αλλά συνδέονται με το θυσιαστήριο, όπου τώρα δεν είναι ο επίγειος Αρχιερεύς που προσφέρει το αίμα των ζώων ως εξιλασμό, αλλά ο Χριστός, ο Οποίος προσέφερε τον εαυτό Του θυσία στον Σταυρό άπαξ, για να λυτρωθούμε από την αμαρτία και τον θάνατο, το Σώμα και το Αίμα του Οποίου κοινωνούμε στη ζωή της πίστης. Δεν αρκεί η προσκύνηση, χωρίς τη λατρεία.
Το τρίτο έχει να κάνει με την αίσθηση ότι ο αγιασμός μας είναι αυτόματος, μαγικός, όταν προσκυνούμε την Τιμία Ζώνη, τα λείψανα των Αγίων, τις ιερές Εικόνες. Κάτι τέτοιο όμως θα καταργούσε τη δική μας συνέργεια στο έργο της σωτηρίας του κόσμου, αλλά και της προσωπικής μας. Κάθε ευλογία που μας δίδεται, κάθε προσευχή της Παναγίας και των Αγίων μας χρειάζεται και τη δική μας συνεργασία, συνοδοιπορία, μετάνοια, αγάπη, αλλαγή, αρετή. Κυρίως όμως την απόφασή μας να ζούμε τη σχέση με τον Χριστό ως ευθύνη. Η χάρις δίδεται, αλλά δεν ενεργοποιείται αν δεν συμμετάσχουμε κι εμείς στο μυστήριο της σωτηρίας μας εν τη Εκκλησία.
Ας παρακαλούμε την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία άφησε στον απόστολο Θωμά και δι’ αυτού σε όλους μας απτά σημάδια της παρουσίας και της αγάπης της, να προσεύχεται για μας και να μας στηρίζει, αλλά κι εμείς να κάνουμε αυτό που περνά από το χέρι μας για να οικειωθούμε τη σωτηρία που μας δίδεται εν τη Εκκλησία.

31 Αυγούστου 2025
Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου- ανάμνηση της κατάθεσης
Της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας


ΕΝΑΣ ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΛΑ ΛΙΠΑΡΑ ΠΟΥ ΣΩΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ. Ο ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΓΙΑΖΕΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΙ ΤΟ ΑΝΙΕΡΟ.

Σάββατο 17 Μαΐου 2025

ΤΗ ΠΡΟΘΕΣΕΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΠΡΟΣΜΕΝΕΙΝ ΤΩ ΚΥΡΙΩ


«Ὅς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ» (Πράξ. 11, 23-24)

«Ὅταν αὐτὸς ἔφθασε καὶ εἶδε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, χάρηκε καὶ παρώτρυνε ὅλους νὰ παραμένουν πιστοὶ στὸν Κύριο μὲ σταθερὴ καρδιά, διότι ἦταν πραγματικὰ ἄνθρωπος ἀγαθὸς καὶ γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιο καὶ πίστη. Ἀρκετὸς λαὸς προστέθηκε στὸν Κύριο».

Με έναν πολύ όμορφο λόγο αναφέρεται το βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων» στην μεταστροφή των κατοίκων της Αντιόχειας στον Χριστό. Ο απόστολος Βαρνάβας τους προτρέπει «να παραμένουν πιστοί στον Κύριο με σταθερή καρδιά», να είναι η πρόθεση της καρδιάς τους στραμμένη προς τον Χριστό και να προσμένουν την φώτιση και την δωρεά της παρουσίας Του, χωρίς να λυγίζουν μετά τον διωγμό που οι Ιουδαίοι έκαναν στους χριστιανούς, με αφετηρία το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου. Και πραγματικά, πολύς λαός προστέθηκε στον Κύριο.

«Τη προθέσει της καρδίας προσμένειν τω Κυρίω». Η πίστη έχει ως προϋπόθεση να στραφεί η καρδιά μας προς τον Κύριο. Ο Χριστός είπε ότι όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί είναι και η καρδιά μας. Αν η καρδιά μας είναι στραμμένη προς τον Χριστό, κοιτά ψηλά, νιώθει ότι μέσα από τη σχέση μαζί Του η ζωή μας έχει νόημα, τότε είμαστε κοντά Του με την πρόθεσή μας, με την ελευθερία μας, όχι από εξαναγκασμό, ούτε από συνήθεια, ούτε από φόβο, αλλά μόνο από αγάπη. Και η αγάπη αυτή είναι πληρωτική της ύπαρξης. Δεν επεξεργάζεται τα γεγονότα της ζωής με την ανησυχία του λογικού, με το κίνητρο του συμφέροντος, αλλά βλέπει την πορεία μας ως εκπλήρωση του σχεδίου και της πρόνοιας του Θεού για μας, που κάποτε μπορεί να μη λειτουργεί με τους ρυθμούς που εμείς επιθυμούμε, αλλά δεν είναι λησμονητική για μας. Θέλει καρδιά που να προσεύχεται, να ελπίζει, να αγαπά, να χαίρεται, να προσμένει. Κι εδώ η πίστη διαδραματίζει μοναδικό ρόλο. Διότι η καρδιά που βλέπει προς τον Χριστό κάνει την πίστη να δυναμώνει.

«Τη προθέσει της καρδίας προσμένειν τω Κυρίω». Και προσμένω δεν σημαίνει μόνο περιμένω από τον Χριστό να μου δείξει τον δρόμο ή να μου δώσει αυτό που επιθυμώ. Σημαίνει ότι μένω σταθερά κοντά στον Χριστό, στην προσμονή της χάριτος και του ελέους Του και αποδέχομαι ακόμη και τους σταυρούς που έρχονται στη ζωή. Σηκώνω τους σταυρούς. Ξέρω ότι θα έρθει η ανάσταση. Προσμένω όμως. Δεν φεύγω ούτε διά των λογισμών, ούτε διά της δικής μου ερμηνείας της ζωής, ούτε διά των παθών μου από τη σχέση μαζί Του. Και προσεύχομαι καρδιακά Εκείνος να είναι το στήριγμα και ο οδηγός μου, ανεξαρτήτως περιστάσεων. Αυτό, βεβαίως, δεν συνεπάγεται παθητικότητα. Κάνω αυτό που περνά από το χέρι μου. Αλλά έχω την ηρεμία και τη γαλήνη της πίστης και της προσμονής ότι Εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο.

«Τη προθέσει της καρδίας προσμένειν τω Κυρίω». Η προσμονή συνεπάγεται τη ζωή της Εκκλησίας, την ένταξή μου σ’ αυτήν. Και είναι ίσως πολλές οι απογοητεύσεις που ζούμε οι άνθρωποι στην Εκκλησία, κυρίως από την απουσία γνήσιας κοινότητας και κοινωνίας, από την αδυναμία να βρούμε πρόσωπα που θα μας σταθούν, αλλά και από την δική μας νοοτροπία που δεν θέλει κάτι περισσότερο από την Εκκλησία, εκτός από την εκπλήρωση των όποιων θρησκευτικών μας καθηκόντων και μία αίσθηση ότι όταν πεθάνουμε θα πάμε στη βασιλεία του Θεού, αφού στη ζωή ήμασταν εντάξει. Όμως η παραμονή στην Εκκλησία συνεπάγεται έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο αγώνα ιεραποστολής, μαρτυρίας δηλαδή του Ευαγγελίου στη ζωή τη δική μας αλλά και των άλλων ανθρώπων, με πολλή ή έστω λίγη αγάπη και αλήθεια. Μία καρδιά καιομένη, που να μοιράζεται τη φλόγα της. Και πρωτίστως, να συγχωρεί.

Αυτή την προσμονή της καρδιάς στον Κύριο ας την αναζητούμε στην εποχή και στον κόσμο μας. Και Εκείνος θα προσθέτει αυτό που μας λείπει, αυτό που ο κόσμος μας αφαιρεί, αυτό που η αδυναμία και ο κλονισμός μας δεν μας επιτρέπουν να ζήσουμε.


Χριστός Ανέστη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 18 Μαΐου 2025

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

ΒΗΜΑΤΑ: ΤΗ ΠΡΟΘΕΣΕΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΠΡΟΣΜΕΝΕΙΝ ΤΩ ΚΥΡΙΩ 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “ΟΤΑΝ Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ”

 

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 162- ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “ΟΤΑΝ Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ”, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Ο Βασίλης Καραποστόλης, ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι ένας από τους λίγους διανοουμένους της εποχής μας ο οποίος αναφέρεται στην πραγματικότητα με όρους ήθους. Δεν κάνει ηθικολογία. Βλέπει τη ζωή και τις προοπτικές της στα πλαίσια της γνώσης της αλήθειας, η οποία καθιστά τον άνθρωπο όχι μόνο χρήσιμο στη ζωή, αλλά ενεργό μέλος μιας κοινωνίας της συλλογικότητας και του “εμείς”. Δεν διστάζει να ασχοληθεί και με θέματα της τρέχουσας επικαιρότητας, όπως είναι τα Τέμπη και οι πυρκαγιές, μόνο που η έγνοια του είναι πώς οι νέοι άνθρωποι θα πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, όχι με τον λαϊκισμό ότι το μέλλον τους ανήκει και δικαιούνται να κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά με την προτροπή να παλέψουν ενεργοποιώντας τα χαρίσματά τους, ώστε να οικοδομήσουν το μέλλον! Το πλαίσιο αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα στο τελευταίο βιβλίο του “Όταν η γνώση είναι ζωή”, που κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, όπου προτρέπει τη νέα γενιά και, κατ’ επέκτασιν, τον καθένα μας να υπερβεί την παθητικότητα της αναμονής, όσο κι αν αυτή οφείλεται και στις συνθήκες με τις οποίες η πολιτεία μάς αντιμετωπίζει, χωρίς να ζητά την ενεργοποίησή μας, και να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας.
“Κάθε γενιά οφείλει να δώσει τη δική της απάντηση σε βασικά ζητήματα που βασάνισαν τις προηγούμενες γενιές. Αναξιοκρατία, ευνοιοκρατία, κομματισμός, πάντα τα ίδια αγκάθια, οι ίδιες πληγές. Είναι άραγε υπερβολικό να καλούμε τις νέες γενιές να ξεριζώσουν τα αγκάθια; Το πρόβλημα έχει δύο όψεις. Η μια αφορά τις ικανότητες των νεότερων και η άλλη τη θέλησή τους. Βέβαιο είναι ότι οι ικανότητες δεν τους λείπουν. Τα πτυχία, τα μεταπτυχιακά διπλώματα, οι δεξιότητες, η γλωσσομάθεια αυξάνονται, σωρεύονται. Μέχρι το σημείο να πιέζουν εσωτερικά τους κατόχους τους. Μια φωνή μέσα τους ξεσπά: ,,δώστε μας , επιτέλους, διέξοδο!,,Αλλά τι συμβαίνει; Συμβαίνει στις μέρες μας οι νεότεροι να έχουν όλα τα προσόντα εκτός από το προσόν να τα βάλουν στην πράξη” (σ. 55). Για να μπούνε όμως τα προσόντα σε πράξη, χρειάζεται ωρίμανση. Κι αυτή έρχεται μέσα από μία διαφορετική παιδεία και μέσα από μία άλλη αποφασιστικότητα, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο καλείται να διαδραματίσει ο καθένας μας.
Σε ένα εξαιρετικό κείμενο ο Καρασποστόλης διαπιστώνει το ότι η ελληνική οικογένεια βρίσκεται σε παραίτηση. Αυτό έρχεται ως συνέπεια ενός φόβου οι γονείς να αναλάβουν την ευθύνη για τα παιδιά τους, να αποδεχτούν τον τίτλο του καθοδηγητή, κάτι που το παιδί το αντιλαμβάνεται και εύκολα πέφτει στον πειρασμό να αυτοδικαιώνεται. Την ίδια στιγμή, οι γονείς δεν θέλουν να εμπιστευθούν το σχολείο, ενώ απαιτούν από αυτό την καθοδήγηση για τα παιδιά τους. Όμως καθοδήγηση χωρίς συνέπεια, χωρίς όρια, χωρίς τιμωρία αν χρειαστεί, δεν μπορεί να υπάρξει. Κι εδώ οι γονείς αισθάνονται την ανάγκη να υπερασπιστούν το παιδί τους που ποτέ δεν φταίει, προσπαθώντας έτσι να συγκυβερνήσουν στο σχολείο, κάτι που είναι καταστροφικό και οδηγεί σε συγκρούσεις. Τότε “τι να διδαχθούν τα ανήλικα βλέποντας τη διαμάχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες ενήλικες δυνάμεις που τα επιβλέπουν; Μάλλον θα αισθανθούν πως στη χώρα αυτή έχεις το ελεύθερο να μη μεγαλώσεις ποτέ” (σ.22).
Για τον συγγραφέα, για να φτάσουμε να γίνουμε ενεργά μέλη της κοινωνίας, χρειάζεται να μάθουμε και να αισθανόμαστε την ανάγκη να γίνουμε χρήσιμοι: “Στο τέλος του μυθιστορήματος ,,Το πορτρέτο του καλλιτέχνη,, ο Τζαίημς Τζόυς βάζει τον νεαρό ήρωά του, τον Στήβεν, να συνοψίζει όλη του τη φιλοδοξία και τα όνειρά του σε μία φράση. Δεν ποθεί να γίνει οπωσδήποτε κάποιος σπουδαίος, ένας επιφανής. Εύχεται απλώς να γίνει χρήσιμος. Το λέει μέσα του και το καταλαβαίνει πως σ’ αυτή τη λέξη - ,,χρήσιμος,,- περιέχεται το μεγαλύτερο στοίχημα που μπορεί κάποιος να βάλει με τη ζωή. Αν μιλήσουν έτσι στον εαυτό τους αρκετοί νέοι, το μέλλον όλων μας θα είναι καλύτερο” (σ. 181). Μπορεί η χρησιμότητα να μην είναι το στοιχείο που χαρακτηρίζει τον πλήρως ελεύθερο άνθρωπο, κατά την φιλοσοφία των αρχαίων, όμως σε μια εποχή στην οποία η στόχευση είναι η αναγνωρισιμότητα, η δημοσιότητα, το “φαίνεσθαι”, και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κάνουν τον νέο να ασχολείται όλη την ημέρα με το εγώ του, την εμφάνισή του, το σώμα του, την άκοπη ή επιφανειακή αποδοχή του από τους άλλους, το να εμφυσήσουμε στη νέα γενιά την αξία της χρησιμότητας είναι μία σπουδαία αλλαγή και πρόοδος, καθότι πλέον ο νέος θα αισθάνεται ότι συμμετέχει στη ζωή, ότι μπορεί και πρέπει να γίνει “υπερασπιστής του κοινού καλού” (σ.45) και “να αγαπήσει τον τόπο του αφού τον γνωρίσει” (σ. 47).
Όλο αυτό το πλαίσιο προϋποθέτει μία άλλη θέαση στην εκπαίδευση. “Ο άνθρωπος δεν είναι καταδικασμένος σε ολοσχερή αφανισμό, εάν η ψυχή και ο νους του πειθαρχήσουν σε ορισμένους κανόνες, εάν δεχθούν να υποβληθούν σε μια ειδική αγωγή. Είναι μια άλλη πρόταση αυτή, που ξενίζει και ενοχλεί τις συνήθειες του καιρού μας. Τι πάει να πει αγωγή; Τι πάει να πει πειθάρχηση; Απέναντι σ’ αυτές τις έννοιες ο σύγχρονος πολιτισμός ορθώνει στα γρήγορα τα ερωτήματά του και αμέσως μετά τα αποσύρει, γιατί βιάζεται να δώσει ο ίδιος την απάντηση: δεν έχει νόημα γι’ αυτόν να αποδυθεί κανείς σε μια προσπάθεια μεταμόρφωσης του εαυτού του, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο απαιτεί, οπωσδήποτε, αρκετό χρόνο και κόπο. Ο μεν χρόνος πνίγεται μες στο αβέβαιο, ο δε κόπος θυμίζει παλιά και αφόρητα βάρη. Ούτε προς τα εμπρός ενθαρρύνεται να κατευθυνθεί ο άνθρωπος ούτε να επανασυνδεθεί με όσα ζωτικά και χρήσιμα του παραδίδει το παρελθόν. Έτσι, μοιραία, απομένει η καταφυγή στο παρόν σαν μια επιχείρηση που λέει ναι στο ,,εδώ και τώρα,,, επειδή το να πει ναι στο ,,αλλού’’, στο ,,μετά’’,, ή και στο ,,πάντα’’, θα έβαζε τον καθένα σε πολλές σκοτούρες. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί όχι για το πώς γίνεται το ένα ή το άλλο πράγμα, αλλά για το τι είναι το ένα ή το άλλο, και επίσης για το ποιος είναι ο άνθρωπος που θέλει να γνωρίσει και να πράξει” (σσ. 222-223). Για τον συγγραφέα η εκπαίδευση χρειάζεται εκπαιδευτικούς και σύστημα που θα στηρίζονται στην προοπτική ότι στο σχολείο παρέχεται αγωγή, δηλαδή ο μαθητής δεν θεωρείται προσωπικότητα που είναι διαμορφωμένη, αλλά επιδέχεται καθοδήγησης, δηλαδή υπόκειται σε ηγεσία και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ίσος προς ίσον. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ακόμη όρια, κανόνες, πειθαρχία. Προφανώς και αυτά δεν μπορεί να είναι η βία, ο αυταρχισμός και η απόρριψη της διαφορετικής γνώμης. Η άρνηση του σεβασμού και της ιεραρχίας, όπως επίσης και της αυθεντίας του δασκάλου ως ηγέτη, ως οδηγού στη γνώση και στην καλλιέργεια του ήθους της ψυχής του μαθητή όμως είναι προαπαιτούμενα για να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του σχολείου και ο προσανατολισμός του όχι ως βάση για την επαγγελματική αποκατάσταση του μαθητή, αλλά για την καλλιέργεια του ήθους του πολίτη και του ανθρώπου που θα κάνει τη γνώση ζωή.
Και θα συμπληρώσει κάτι σημαντικό ο συγγραφέας: “Μπορούμε να πούμε πως στον πυρήνα της αρχαίας ελληνικής βιοθεωρίας βρίσκεται η απόφανση του Αριστοτέλη ότι το εἰδέναι, η απόκτηση δηλαδή γνώσης, είναι αντικείμενο μιας φυσικής όρεξης. Ίδιον του ανθρώπου είναι να πλησιάζει με όρεξη αυτό που αντίκρυ του στέκει αινιγματικό και προκλητικό. Διαισθάνεται, ωστόσο, ότι, αν και κλειστό έως τότε μέσα στον εαυτό του, το αντικείμενο της νόησής του είναι κατ’ αρχάς προσπελάσιμο. Γι’ αυτό εκδηλώνεται η όρεξη. Γιατί είναι σαν το άγνωστο να προκαλεί τον άνθρωπο να αποδείξει τις δυνάμεις του. Την ευκαιρία και τη διέγερση αυτή την παρέχει κατεξοχήν η κλασική παιδεία. Στο πεδίο της το στοίχημα που τίθεται είναι πολύ πιο βαθύ, από υπαρξιακή άποψη, απ’ ό,τι στις θετικές επιστήμες. Ελέγχεται εδώ όχι το πόσο επαρκής είναι η γνώση ενός αντικειμένου, αλλά κυρίως το τι αποκαλύπτεται με τη γνωστική προσπάθεια σχετικά με το ποιον του υποκειμένου” (σ.223). Αν υπάρχει η όρεξη για γνώση, ξεκινά η αυτοδιάπλαση. Ο άνθρωπος, που είναι το υποκείμενο, δεν μαθαίνει το τι για να βρει δουλειά ή για να πάρει βαθμούς ή για να περάσει στο πανεπιστήμιο ή για να αναγνωριστεί η αξία του, αλλά για να μορφώσει τον εαυτό του, τον χαρακτήρα του, να βρει το νόημα της ζωής. Γι’ αυτό και είναι τελικά εσφαλμένη η αντίληψη πολλών ότι η κλασική παιδεία είναι νεκρή και άχρηστη. Όσο υπάρχει ανάγκη για άνθρωπο με ήθος, επομένως για άνθρωπο που θα προσφέρει στο σύνολο, θα δίνει και θα παίρνει, η γνώση είναι ζωή και δίνει ζωή.
Υπάρχει ένα τελικό ερώτημα: καλά όλα αυτά, αλλά σήμερα ο κόσμος πορεύεται αλλιώς. Υπάρχει, κατά τη γνώμη μας, ένα κλειδί: είμαστε ελεύθεροι σήμερα να πορευτούμε κατά τη δική μας προοπτική, να μην απορροφηθούμε από τον θόρυβο του πολιτισμού μας, αλλά να ακούσουμε τη συνείδησή μας, να παλέψουμε επιμελούμενοι τον εαυτό μας, αρνούμενοι να είμαστε όπως οι πολλοί, εάν δεν μας εκφράζει. Κι εδώ η ευθύνη του δασκάλου είναι μεγάλη. Δεν είναι αρκετή η γνώση ενός αντικειμένου, αν ο δάσκαλος δεν ζητά να μεταλαμπαδεύσει ζωή. Αντίστοιχες είναι οι προοπτικές για τους γονείς, τους πολιτικούς, τους εκκλησιαστικούς, όσοι έχουν κληθεί να παρέχουν αγωγή. Ο καθένας ας προβληματιστεί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Νια Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ Ε΄

  Συνέχεια από: Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

 ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 

 
Λόγος Πέμπτος
Περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἀκραία καὶ ἐκτεταμένη βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς γεννᾶ μὲν δριμὺ πόνο στὸν ἄνθρωπο, ὅμως ἀπὸ τὸν πόνο γεννιοῦνται τὰ ἀσταμάτητα δάκρυα καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ προέρχεται ἡ θυμηδία καὶ ἡ παρηγορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ψυχή. Ἀκόμη, πῶς κάποιος φτύνει αἷμα, ἕως ὅτου ἐξορίσει ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸν σατανᾶ μὲ ὅλα τὰ στρατεύματά του. 
Ευλόγησον πάτερ
Μοναχέ, ἐσὺ ποὺ «ἐμπορεύεσαι» τὸ ἀτίμητο καὶ οὐράνιο «ἐμπόρευμα», τὴν σωτηρία, μὲ τὰ θεϊκὰ καὶ φωτεινά σου δάκρυα! Ὅταν στερεῖσαι αὐτὰ τὰ σωτήρια καὶ ἅγια δάκρυα καὶ εἶναι ἡ διάνοιά σου τυφλωμένη καὶ κατασυννεφιασμένη ἀπὸ μία παχύτατη ὁμίχλη τῆς ἀναισθησίας, ἡ ὁποία περιχύνεται πάνω στὴν ψυχή σου καὶ κρατάει τὸν νοῦ σου στὸ σκοτάδι καὶ στὴν σκιὰ τοῦ θανάτου δεμένο, ὅταν -λέγω- πάσχεις ἀπ᾿ αὐτά, τότε μὴν ψάχνεις ἄλλη θεραπεία γιὰ τὴν ψυχή σου, οὔτε ἄλλο μέσο μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖς νὰ ἀποβάλεις ἀπὸ τὴν διάνοιά σου τὴν παχύτατη αὐτὴν ὁμίχλη τῆς ἀναισθησίας καὶ νὰ ἐλευθερώσεις τὸν σκλαβωμένο σου νοῦ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ψυχικῆς σου τύφλωσης, ἀλλὰ ψάξε, ὅσο μπορεῖς, νὰ βρεῖς τὰ δάκρυα ποὺ στερεῖσαι. Διότι μόνον τῶν δακρύων εἶναι ἔργο νὰ λαμπρύνουν τὴν διάνοιά σου, νὰ φωτίσουν τὴν ψυχή σου, νὰ διεγείρουν τὴν καρδιά σου καὶ νὰ τὴν θερμάνουν στὴν θεϊκὴ ἐργασία καὶ νὰ ὑποτάξουν τὸ σῶμα σου στὰ θελήματα τῆς ψυχῆς σου.
Αὐτὰ τὰ δάκρυα προέρχονται καὶ γεννιοῦνται ἀπὸ πολλὲς καὶ διάφορες ἀρετές, ὅμως κατὰ θαυμαστὸ τρόπο προέρχονται καὶ ἀναβλύζουν ταυτοχρόνως καὶ συνεχῶς
ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς. Διότι ἡ καρδιακὴ εὐχὴ ὅταν λέγεται μὲ βία, δὲν ἀργεῖ νὰ τὰ γεννήσει στὸ σῶμα καὶ νὰ τὰ δώσει στὴν ψυχὴ γιὰ νὰ πλυθεῖ μὲ αὐτὰ καὶ νὰ λευκανθεῖ περισσότερο ἀπὸ τὸ χιόνι. «Πλυνείς με, λέγει, καί υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι»(Ψλμ. ν΄ 9).
Ἀλλά, ἴσως μοῦ ἀποκρίνεσαι καὶ μοῦ λέγεις· «Ἐγὼ πολλὲς φορὲς βίασα τὴν καρδιά μου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ δὲν εἶδα καθόλου δάκρυ». Ναί! σὲ πιστεύω ὅτι βίασες τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή, ἀλλὰ πόσο τὴν βίασες δὲν μοῦ λέγεις. Διότι βία ἀπὸ βία διαφέρει, καθὼς διαφέρει ἀρετὴ ἀπὸ ἀρετή, τέχνη ἀπὸ τέχνη, ζῶο ἀπὸ ζῶο, καὶ ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο. 

Ὅταν βιάζεις τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή, ἂν δὲν σοῦ ἔρχεται τὸ δάκρυ γνώριζε ὅτι δὲν ἔφθασες στὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου καὶ ἕως τὴν πληγὴ τῆς καρδιᾶς σου, ὥστε νὰ σὲ πονάει ἐκεῖ ποὺ λέγεται ἡ εὐχὴ μὲ δριμύτατο πόνο, σὰν νὰ κατέκοψε ἐκεῖνο τὸ μέρος του στήθους σου μαχαίρι κοφτερό. καί διά τούτο δέν είδες τό δάκρυον. Διότι ὅση διαφορὰ ὑπάρχει ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ προσεύχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του μέχρι ἕναν ἄλλο ποὺ δὲν προσεύχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, τόση διαφορὰ ὑπάρχει καὶ μεταξὺ ἐκείνου ποὺ προσεύχεται μὲ πόνο τῆς καρδιᾶς καὶ λέγει τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ πόνου, μέχρι ἐκεῖνον ποὺ προσεύχεται μὲν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, ὅμως δίχως πόνο, δίχως πληγή, καὶ δίχως τὸ ἐσωτερικὸ μαχαίρι τοῦ στήθους (ὅποιος διαβάζει, ἂς καταλάβει αὐτὸ ποὺ διαβάζει, καὶ ὅποιος μπορεῖ νὰ χωρέσει, ἂς χωρέσει, διότι δὲν χωροῦν ὅλοι αὐτὰ τὰ λόγια· μάρτυράς μου εἶναι τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ ποὺ βλέπει τὰ κρυφὰ καὶ ἐξετάζει τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου). Διότι πόνος τῆς καρδιᾶς ὑπάρχει ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ μεγάλη βία τῆς εὐχῆς, ἡ ὁποία κόβει σὰν μαχαίρι ἐσωτερικῶς τὸ στῆθος τοῦ ἀγωνιστοῦ σὲ κομμάτια.
Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν ποὺ γεννάει ἀμέσως τὴν κατάνυξη. Καὶ ἄλλοτε χύνονται τὰ δάκρυα σὰν βρύση καὶ βρέχεται ὄχι μόνον τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὰ ροῦχα του καὶ τὸ ἔδαφος τῆς γῆς, ἄλλοτε πάλι βρέχονται ἀπὸ τὰ δάκρυα μόνον τὰ μάτια καὶ ἄλλοτε, καθὼς δροσίζεται ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς τὴν ἂνοιξη ἀπὸ τὴν δροσιὰ τοῦ οὐρανοῦ τὴν νύκτα, ἔτσι δροσίζεται ἡ διάνοια καὶ ἡ καρδιὰ ἐσωτερικῶς. Ἀλλὰ πάλι, ἀφοῦ παύσουν τὰ δάκρυα, ἂν παραμένει ἀκόμη ὁ πόνος μέσα σου δυνατὸς καὶ ἡ πληγή σου ἀνοικτή, δίχως νὰ καταπραΰνεται ἡ ἔνταση τοῦ πόνου καὶ δίχως νὰ ὑγιαίνει ἡ πληγὴ καὶ
 δίχως νὰ ἀναλάβει ἡ καρδιά σου ἀμέσως, πάλι μπορεῖς νὰ ξαναφέρεις τὰ δάκρυά σου, ὅταν θέλεις. Διότι ἡ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναβλύζουν καὶ χύνονται εἶναι ἀνοικτὴ καὶ δὲν ἔκλεισε. Ἀναβλύζει ἀκόμη καὶ δὲν στέρεψε. 
Ἄλλοτε πάλι τὰ ἀνανεώνεις μὲ τὴν ἴδια κοπιαστικὴ εὐχή, διότι λέγοντας πάλι τὴν εὐχὴ μὲ βία καὶ μὲ πόνο καὶ μὲ προσοχή, γνωρίζεις καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος ὅτι μαζὶ μὲ τὴν εὐχὴ βγαίνουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τὸν ἴδιο τόπο ποὺ βγαίνει καὶ ἡ εὐχή. Διότι ἀμέσως ὅταν βιάζεις τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή, κατανύσσεται ἐσωτερικῶς ἡ καρδιά σου καὶ τὰ μάτια σου. 
Ἄλλοτε πάλι, ὅταν εἶναι νέος ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς σου, ἀνανεώνεις τὴν κατάνυξη μὲ τὴν θεωρία τοῦ νοῦ σου. Διότι, ἐπειδὴ ὁ νοῦς σου εἶναι ἀκόμη καθαρότατος, λαμπρότατος καὶ ὑψηλότατος, ἐκτείνεται στὰ οὐράνια κάλλη, στὰ ἄφθαρτα δημιουργήματα, στὰ νοητά τάγματα, στὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ, στὴν προσκύνηση τοῦ κτίστου σου, στὸν θαυμασμὸ τῶν δημιουργημάτων Του, στὴν ἔκπληξη τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ στὸ ἀκατανόητο τῆς Θεότητός Του. 
Μελετώντας αὐτὰ μὲ ζωηρότητα ὁ καθαρότατος καὶ ἀθόλωτος νοῦς, γλυκαίνεται ἀνεκφράστως. Ἔτσι, ἀνανεώνει τὴν κατάνυξη στὴν καρδιά σου καὶ χύνουν τὰ μάτια σου δάκρυα περισσότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα, καὶ πέφτοντας, ἐσὺ ποὺ ἐργάζεσαι τὴν σωτηρία σου διὰ μέσου τῶν δακρύων, δὲν σηκώνεσαι ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι νὰ χορτάσεις κλαίγοντας καὶ ἕως ὅτου σὲ σηκώσει ἀοράτως ὁ ἅγιος ἄγγελος τῆς πνευματικῆς στήριξης καὶ εὐφροσύνης. 
Μετὰ τὰ δάκρυα, φεύγει ἡ ἀναισθησία τῆς ψυχῆς σου, ἐξορίζεται ἡ ἀπελπισία τῆς σωτηρίας σου, διώχνεται ἡ ἀνευλάβεια, χάνεται ἡ ἀμέλεια, διαλύεται ἡ ὀλιγοπιστία τῆς καρδιᾶς σου καὶ ἡ διάνοιά σου φαίνεται τόσο καθαρή, ὅσο φαίνεται καθαρὸς ὁ οὐρανὸς μετὰ τὴν βροχή. 
Αὐτὰ τὰ δάκρυα σοῦ τὰ χάρισε ὁ Θεὸς γιὰ μικρὴ παρηγοριά, γιὰ ἀρραβῶνα τῆς οὐρανίου Βασιλείας, ἐπειδὴ καὶ ἐσὺ Τοῦ θυσίασες ὄχι θυσία ὁλοκαυτωμάτων, ποὺ δὲν τὴν θέλει, καθὼς λέγει «ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις» (Ψλμ. ν΄ 18), ἀλλὰ Τοῦ θυσίασες θυσία τῆς καρδιᾶς σου, θυσία τοῦ ἑαυτοῦ σου, θυσία τοῦ πνεύματός σου, «θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον» (Ψλμ ν΄ 19).Ὁ δυνατὸς πόνος ποὺ σὲ κυριεύει μέσα σου καὶ τὸ αἷμα ποὺ φτύνεις ἀπὸ τὴν βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς, λογίζονται μπροστὰ στὸν Θεὸ σὰν εὐπρόσδεκτη θυσία. 
Ἀλλὰ γιατί αἰσθάνεσαι τὸν πόνο στὸ κέντρο τοῦ στήθους καὶ ὄχι πουθενὰ ἀλλοῦ; Καὶ γιατί κατέκοψε ἐκεῖ ἡ εὐχὴ σὰν κοφτερὸ μαχαίρι σὲ κομμάτια τὸ στῆθος σου ἐσωτερικῶς; Καὶ γιατί φτύνεις αἷμα, ἄλλοτε κατάμαυρο καὶ ψυχρό, ἄλλοτε κόκκινο καὶ ζεστό; Αὐτὸ σοῦ συμβαίνει, ἀγαπητέ, διότι σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ στήθους σου πάλαιψε καὶ πολέμησε δυνατὰ ἡ χαριτωμένη εὐχὴ μὲ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ὑπηρέτες του γιὰ τὴν λύτρωση καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Διότι σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη τὸ δίκοπο μαχαίρι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ βρῆκε τὸν σατανᾶ μὲ τὰ στρατεύματά του νὰ ἀναπαύεται, τὸν κατέκοψε κομμάτια καὶ αὐτὸν καὶ τὰ στρατεύματά του, καὶ ὄχι μόνον τὸν κατέκοψε ἀλλὰ καὶ τὸν κατέκαψε, διότι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὄχι μόνον δίκοπο μαχαίρι κατὰ τοῦ διαβόλου, δηλαδὴ κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ εἶναι καὶ φωτιὰ ποὺ κατατρώγει. 
Ἐκεῖ πρῶτα βασίλευε ὁ σατανᾶς μὲ ἑπτὰ ἄρχοντες, διότι ἑπτὰ εἶναι τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ὅταν μπῆκε ἐκεῖ τὸ νοητὸ σπαθὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καὶ προχώρησε ἕως ἐκεῖ ἡ βία τῆς καρδιακῆς σου εὐχῆς, ἀμέσως φοβήθηκε ὁ δόλιος καὶ δειλὸς ἐκεῖνος τύραννος βασιλέας. Φοβήθηκε ὁ διάβολος νὰ μὴν τὸν κατασφάξει καὶ νὰ μὴν τὸν κατακάψει τὸ φοβερὸ καὶ ἀνυπόφορο ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸν καὶ τὰ στρατεύματά του· μπῆκε στὰ ἐσώτερα μέρη τοῦ στήθους καὶ τράβηξε μπροστά του κάποιο παραπέτασμα (κάποιον μπερτέν), γιὰ νὰ μὴν φανεῖ πὼς εἶναι ἐκεῖ κρυμμένος. 
Αὐτὸ τὸ παραπέτασμα (o μπερτές) πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο κρύβεται ὁ διάβολος βρίσκεται στὰ ἐσωτερικὰ μέρη τοῦ στήθους. Ἐξηγοῦμε ὅτι αὐτὸ τὸ παραπέτασμα εἶναι κάτι νοητὸ καὶ αἰσθητὸ καθὼς καὶ τὸ ξύλο τῆς γνώσης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔφαγε ὁ Ἀδάμ, κατανοεῖται σὰν κάτι νοητὸ καὶ κάτι αἰσθητό.  Καὶ καθὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι αἰσθητὸς καὶ νοητός, καὶ ὁ Παράδεισος ὁμοίως καθὼς κατανοεῖται σὰν κάτι αἰσθητὸ καὶ νοητό, ἔτσι καὶ αὐτὸ τὸ παραπέτασμα εἶναι κάτι νοητὸ καὶ κάτι αἰσθητό. Καὶ τὸ παραπέτασμα αὐτὸ εἶναι κάτι νοητό, διότι αὐτὸ εἶναι ὅλη ἡ δύναμη τοῦ σατανᾶ. Σοῦ κυριεύει τὶς ἐργασίες τῆς ψυχῆς ἀνεπαίσθητα. Εἶναι δὲ καὶ κάτι αἰσθητό, διότι ὅταν τὸ πετύχεις μὲ τὴν ἐσωτερικὴ καρδιακὴ εὐχὴ καὶ προσοχή, αἰσθάνεσαι καὶ σὺ μόνος σου ὅτι βρῆκες τὸν τόπο τοῦ διαβόλου, τὴν φωλιὰ τοῦ σατανᾶ, τὴν κατοικία τοῦ βεελζεβούλ, τὸν θρόνο τοῦ ἑωσφόρου καὶ τὴν πόλη τῶν δαιμόνων. Αὐτὸ δὲν θέλει ὁ διάβολος νὰ τὸ ἐννοήσει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μὴν ἀναζητήσει τὴν εὐχὴ καὶ διωχτεῖ ὁ σατανᾶς ἀπὸ ἐκεῖ, καθὼς λέγει ὁ Σιναΐτης Γρηγόριος καὶ ἄλλοι νηπτικοὶ Πατέρες. Καὶ ἂν δὲν εἶναι κάτι αἰσθητὸ ἐκεῖνο τὸ παραπέτασμα (μπερτές), ἐκεῖνο τὸ χώρισμα (σελτζιτές) τοῦ σατανᾶ [σελτζιτές καί μπερντές = αδιαπέραστες όφθαλμικώς κουρτίνες. Οί λέξεις είναι τουρκικές], πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ τὸ αἰσθανθεῖς ὅτι τὸ πέτυχε ἡ ἐσωτερική σου εὐχή; Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ πεῖ κάποιος ἁπλούστερα ὡς ἑξῆς.
Ὅταν ἐσύ, ἂνθρωπε, ἐρευνᾶς τὰ βάθη τοῦ ἑαυτοῦ σου μὲ τὴν δύναμη, τὴν σοφία καὶ τὴν κρίση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τότε βρίσκεις τόσο τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅσο καὶ τὸν ἐξωτερικό, ὅτι εἶναι ὅλος ζυμωμένος μὲ τὰ πάθη καὶ ὅτι κλίνει πάντοτε πρὸς τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἐμποδίζεις μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τὸν συγκρατεῖς μὲ τὴν ἐνθύμηση τῆς φρικτῆς κόλασης. Ὅσο πλησιάζεις τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, τόσο βλέπεις τὸν ἑαυτό σου ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὸν Θεό, (είναι χαρακτηριστικόν τής αγιότητος των Πατέρων μας, ότι όσον έπλησίαζαν ως καθαροί τον καθαρώτατον Κύριον, τόσον αισθάνονταν την μικρότητα της ανθρωπίνης φύσεως. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η σχετική κατήχησις του Αββά Δωροθέου. Αυτή είναι «το συντετριμμένον πνεύμα» και η θεία ταπείνωσις), καὶ ὅσο καθαρίζεται ἡ καρδιά σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ φωτίζεται ἡ διάνοιά σου ἀπὸ τὰ ἀένναα δάκρυα, τόσο σοῦ φαίνεται ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἄσωτος.
Ἀλλὰ γιατί, πρὶν καθαριστεῖ ἡ καρδιά σου καὶ φωτιστεῖ ἡ διάνοιά σου, δὲν ἔβλεπες ἔτσι τὸν ἑαυτό σου; 
Καὶ πρῶτα μὲν δὲν ἔβλεπες ἔτσι τὸν ἑαυτό σου, διότι δὲν ἤξερες τί πρᾶγμα εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ ὁ Παράδεισος, τώρα ὅμως ποὺ τὰ ἀντίκρυσε κάπως ἡ καρδιά σου, ἀναλόγως μὲ τὴν καθαρότητά της, καὶ τὰ εἶδε ἡ διάνοιά σου, ἀναλόγως μὲ τὴν φώτισή της, βλέπεις τὸν ἑαυτό σου τόσο ἄχρηστο καὶ ἄσωτο, καὶ βεβαιώνεσαι πόσο μεγάλη καθαρότητα ἔχουν οἱ ἄγγελοι καὶ πόσο ἀκατανόητη καὶ ἄρρητη ὡραιότητα καὶ καθαρότητα ἔχει ὁ Κύριος.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἔλεγε καὶ ὁ εὐλογημένος ἐκεῖνος πατήρ, ὁ οὐράνιος μᾶλλον παρὰ ἐπίγειος, ὁ ἄσαρκος μᾶλλον παρὰ μὲ σῶμα, ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής· «Ἤδη δὲ καὶ ἐν τοῖς ἔργοις διεπραξάμην πορνείαν, μοιχείαν, ὑπερηφανίαν, ἀλαζονίαν, λοιδορίαν, βλασφημίαν, ἀργολογίαν, βρασμὸν γέλωτος, μέθην, γαστριμαργίαν, ἀδηφαγίαν, μῖσος, φθόνον, φιλαργυρίαν, φιλοχρηματίαν, πλεονεξίαν, φιλαυτίαν, φιλοδοξίαν, ἁρπαγήν, ἀδικίαν, αἰσχροκέρδειαν, ζηλοτυπίαν, καταλαλιάν, παρανομίαν, πᾶσαν μου αἴσθησιν καὶ πᾶν μέλος ἐμίανα, ἔφθειρα, ἠχρείωσα, ἐργαστήριον γενόμενος καθόλου (=τελείως) τοῦ διαβόλου». Διότι ποιὸς εἶναι ποὺ δὲν μετέχει σὲ ὅλα αὐτά λίγο ἢ πολύ; Βέβαια ὅλοι μας μετέχουμε, ἐπειδὴ σῶμα φοροῦμε καὶ τὸν κόσμο οἰκοῦμε καὶ ἀπὸ τὸν διάβολο πλανώμαστε.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, λέγουμε ὅτι ἐκεῖνο τὸ παραπέτασμα (ο μπερτές) εἶναι τὸ δοχεῖο τῆς πονηρίας τοῦ διαβόλου, ἐκεῖνο εἶναι τὸ θησαυροφυλάκιό του· διότι ἐκεῖ ὁ σατανᾶς ἔχει μαζεμένα ὅλα τὰ σπέρματα τῆς πονηρίας. Ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ πορνεία, ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ ἀσωτεία, ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει καὶ ἀναβλύζει ἡ ἀρρενομανία, ἀπὸ ἐκεῖ ἀναβλύζει ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία, ἡ αἰσχροκέρδεια, ἡ ἁρπαγή, ἡ ἀδικία, ἀπὸ ἐκεῖ προέρχεται ἡ φιληδονία, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ οἴηση, ἡ ἀνθρωπαρέσκεια, ἀπὸ ἐκεῖ κατάγεται τὸ μῖσος, ἡ ἔχθρα, ὁ φθόνος, ἡ κατάκριση, ἀπὸ ἐκεῖ ἀναβλύζει ἡ κατάχρηση, ἡ καύχηση, ἡ κακὴ ἐπιθυμία, ἡ βλασφημία, καὶ γιὰ νὰ ποῦμε μὲ συντομία, ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζουν ὅλες οἱ κακίες, σὰν ἀπὸ κάποια βρωμερὴ καὶ δύσοσμη πηγὴ. Αὐτὸ φανερώνει καὶ ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Κύριος στὸ ἱερό του Εὐαγγέλιο· «Ἐκ τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου ἐξέρχονται πορνεῖαι, φόνοι, βλασφημίαι, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Ματθ. ιε΄ 19), δηλαδή, ὅταν κάποιος δὲν φροντίζει νὰ καθαρίσει ἐσωτερικῶς τὴν καρδιά του, τὸν ἔσω ἄνθρωπο, τότε γίνεται ἡ καρδιά του κατοικία καὶ δοχεῖο τοῦ σατανᾶ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναβλύζουν καὶ βγαίνουν ὅλα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα μολύνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ κολάζουν τὴν ψυχή του.
Εἶδες λοιπὸν ἀγαπητέ, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ βγαίνουν ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ ἔγινε φωλιὰ καὶ κατοικία τοῦ σατανᾶ; Ἐκεῖ ἔχει ὁ σατανᾶς θησαυρισμένα ὅλα τὰ πονηρὰ σπέρματα τῆς πονηρίας του καὶ ὅλες τὶς φθοροποιὲς ἐφευρέσεις τῆς πανουργίας καὶ κακίας του, πάνω στὰ ὁποῖα ἀναπαύεται αὐτός, σὰν σὲ κάποιο μαλακὸ στρῶμα. Ἀλλ᾿ ὅμως, ἀφοῦ φθάσει ἡ εὐχὴ ἕως ἐκεῖ, τὴν κατοικία τοῦ σατανᾶ, καὶ τὴν ταράξει δυνατά, ταράζεται ἀμέσως καὶ συγχύζεται ὁ σατανᾶς μὲ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του, ὅπως ταράζονται οἱ σφῆκες ὅταν πειράξεις τὴν φωλιά τους. 
Ἀλλὰ ἐσύ, Μοναχέ, ποὺ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔφθασες καὶ προόδευσες στὴν εὐχὴ τῆς καρδιᾶς σου, σὲ παρακαλῶ, γιὰ τὴν ἀγάπη τῆς ψυχῆς σου, βάλε ὅλη σου τὴν δύναμη στὴν εὐχὴ τῆς καρδιᾶς σου, γιὰ νὰ ξεσχίσεις αὐτὸ τὸ παραπέτασμα τοῦ σατανᾶ. Διότι αὐτὸ τὸ παραπέτασμα εἶναι τὸ χειρόγραφο τοῦ διαβόλου, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφο τῆς ἁμαρτίας, αὐτὸ εἶναι ἡ ἔγγραφη ὁμολογία τοῦ ἑωσφόρου, στὴν ὁποία ἔχει ὁ διάβολος γραμμένες ὅλες τὶς ἁμαρτίες. 
Ἂν ὅμως ξεσχίσεις αὐτὸ τὸ νοητὸ καὶ αἰσθητὸ παραπέτασμα τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ σου μὲ τὴν βία τῆς καρδιακῆς σου εὐχῆς, ἐξαλείφεις ἀμέσως ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ εἶναι γραμμένες σ᾿ αὐτὸ καὶ ματαιώνεις ὅλους τοὺς κόπους τοῦ διαβόλου ποὺ ἔκανε μέχρι νὰ καταγράψει ἐκεῖ ὅλες τὶς κακίες σου. Τὸ ξεσχίζεις μὲ τὴν βίαιη εὐχή, ὅπως εἰπώθηκε.
Ὅταν φθάσει ἐκεῖ ἡ βίαιη εὐχή, καταλαβαίνεις ἀμέσως ὅτι ἐκεῖ κάθεται ὁ νοητὸς λύκος, ποὺ παραμονεύει ἐκεῖ νὰ ἁρπάξει καὶ νὰ ξεσχίσει τὸν νοητὸ ἀμνὸ τοῦ Κυρίου, τὴν ψυχή σου, στὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου, καὶ νὰ καταφάγει ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἔργα σου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἐκείνην τὴν ὥρα, ποὺ αἰσθάνεται ἡ καρδιά σου, ὅτι ἐκεῖ φωλιάζει «ὁ ἀρχαῖος ὄφις» (πρβλ. Ἀποκ. ιβ΄ 9) γιὰ νὰ δηλητηριάσει τὴν ψυχή σου, ἔρχεται ἀοράτως καὶ θαυμασίως κάποια προθυμία γιὰ νὰ καταξεσχίσεις αὐτὸ τὸ παραπέτασμα τοῦ διαβόλου μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς καρδιακῆς εὐχῆς. Διότι, ἀφοῦ καταλάβεις τὶς ἐνέργειες τοῦ σατανᾶ, τότε μὲ θεϊκὸ ζῆλο κινεῖσαι καὶ ἀποφασίζεις μὲ τὸν ἑαυτό σου καὶ λέγεις· «Ἢ ἐγὼ νὰ πεθάνω αὐτὴν τὴν στιγμή, ἀπὸ τὴν ἄκρα βία τῆς εὐχῆς, ἢ ὁ διάβολος μὲ τὶς πονηρίες του νὰ ἐξοριστεῖ καὶ νὰ διωχτεῖ ἀπὸ τὴν καρδιά μου». Ἔτσι, βιάζεις καὶ ὑπερβιάζεις καὶ καταστρέφεις καὶ διαλύεις τὸ παραπέτασμα τοῦ διαβόλου.
Καὶ λοιπόν, ἀφοῦ φθάσει στὰ ἐσωτερικὰ μέρη ἡ ἀήττητη καὶ δυνατὴ εὐχή, ἐξορίζει ἀπὸ ἐκεῖ τὸν διάβολο καὶ τοὺς δαίμονές του, καὶ τέλος πάντων, κατακαίει θαυμασίως ὅλον ἐκεῖνον τὸν τόπο καὶ τὰ σπέρματα καὶ τὶς αἰτίες τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἔρχεται μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ ὑμνογράφος· «Κατάφλεξον πυρὶ ἀΰλῳ τὰς ἁμαρτίας μου καὶ ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοὶ τρυφῆς καταξίωσον». 

ΣΧΟΛΙΟ: Αυτό είναι τό θεμέλιο τής ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΑΣ. Μέ τά σύγχρονα δεδομένα καί χωρίς πνευματική καθοδήγηση, ο σημερινός χριστιανός ορίζεται από αυτό τό τείχος πού τόν χωρίζει από τόν Θεό. Ή τόν προστατεύει από τόν θεό. Ολες οι σύγχρονες αξίες πηγάζουν από αυτό τό παρασκήνιο, τό παραπέτασμα. Αυτοσυνειδησία, αυθυπέρβαση, πρόσωπο. Είναι τά χαρακτηριστικά τού ''Γιού Σατανά''. Η αυτοδικαίωση καί ο Φαρισαϊσμός εδώ βρίσκουν πατρίδα. Σήμερα μάλιστα η επίδειξη αυτοδικαιώσεως θεωρείται παλληκαριά. Η μόνη μας ευχή νά αποδειχθή, έστω κάποια στιγμή, ότι έχουμε δίκαιο.
ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΝΔΡΑ, ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ.
Διότι ο θεός μάς  έδωσε τήν εντολή του: ''Οὕς ὁ Θεός συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω'', καί συζεύξει άνδρα μέ άνδρα καί γυναίκα μέ γυναίκα.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, φτύνει κανεὶς αἷμα ἀπὸ ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ ἐβίασε τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν εὐχὴ μέχρι θανάτου, ὥσπου νὰ νικήσει καὶ νὰ ἐξορίσει ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸν διάβολο. Διότι, πές μου, ποῦ διεξάγεται πιὸ ἀνδρεῖος ἀγώνας καὶ ποῦ ὑπάρχει τόλμη πιὸ θαυμαστή;
Βεβαίως, ὅλα αὐτὰ γίνονται ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ θρόνος τῶν ἐχθρῶν, τὸ καύχημα τῶν τυράννων. Ἐκεῖ, καθισμένος σὰν σὲ θρόνο ὑψωμένο ὁ σατανᾶς καυχιόταν γιὰ τὴν περίπλοκη μέθοδο τῆς πονηρίας του· ἀλλὰ φθάνοντας ἐκεῖ ἡ χαριτωμένη καὶ δυνατὴ εὐχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου, κατέστρεψε τὸν θρόνο τοῦ σατανᾶ καὶ ταπείνωσε τὴν καύχησή του.
Πές μου λοιπὸν τώρα, νικητὴ στρατιώτη τοῦ ἐπουρανίου καὶ ἀθανάτου Βασιλέως, ὅταν καταλαβαίνεις μέσα σου ὅτι ἔφθασε ἡ εὐχὴ στὰ ἐσωτερικά σου μέρη, καὶ ὅταν καταλαβαίνεις ὅτι προχώρησες στὴν εὐχὴ μέχρι τὰ μέτρα τῆς τελειότητος, τότε ποιὰ ἐλάφρωση σαρκικοῦ πολέμου αἰσθάνεσαι στὴν ψυχή σου; Διότι τότε τὸ ἄγριο καὶ ἀνήμερο θηρίο τῆς πορνείας δὲν τὸ βλέπεις καθόλου νὰ σὲ ἐνοχλεῖ τόσο στὸν λογισμό, ὅσο καὶ στὴν σάρκα, οὔτε ξέρεις ὅτι ὑπάρχει τέτοιο πάθος στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου ποὺ κατοικεῖ μέσα σου σὲ σκεπάζει ἀπὸ αὐτὸ καὶ σὲ φυλάττει ὥστε νὰ μὴν μολύνει ὁ φθονερὸς ἐχθρὸς τὸ καθαρότατο δοχεῖο τοῦ ἑαυτοῦ σου μὲ τὴν μολυσμένη ἐπιθυμία του.
Ἔτσι, βλέπεις τότε τὸ σῶμα σου, σὰν σῶμα νεκρωμένο ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας καὶ ἀνανεωμένο καὶ ἀναστημένο ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐσωτερικὴ βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς πολλὲς φορὲς σοῦ φέρνει κάποια μεγάλη ἀτονία καὶ μεγάλη ἀδυναμία παντοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία κινδυνεύεις νὰ πέσεις στὴν γῆ σὰν παράλυτος.
Ἔτσι, πάλι λέγουμε ὅτι, ὅταν φθάσεις σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέτρα τῆς τελειότατης εὐχῆς, τότε ὁ θυμὸς τελείως ἐκλείπει ἀπὸ σένα, καὶ ἀντὶ τοῦ θυμοῦ κυριαρχεῖ μέσα σου ἡ γλυκύτατη εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ. Τότε τὸ μῖσος καὶ ἡ ἔχθρα κατὰ τοῦ πλησίον σου δὲν ἔχει τόπο στὴν καρδιά σου, διότι κυριαρχεῖ σ᾿ αὐτὴν ἡ συμπάθεια καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφό σου. Ἔτσι, τότε προτιμᾶς νὰ θλίβεσαι ἐσὺ παρὰ ὁ ἀδελφός σου.
Τότε δὲν ξέρεις τί πρᾶγμα εἶναι ἡ κατάκριση, διότι ἄνοιξε ὁ Θεὸς μέσα σου τὰ νοητὰ μάτια τῆς καρδιᾶς σου, μὲ τὰ ὁποῖα βλέπεις μόνον τὴν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς σου -δηλαδὴ τὰ φυσικά σου ἐλαττώματα- καὶ τὰ χρέη ποὺ σοῦ ὑπολείπονται πρὸς τὸν Θεὸ. Αὐτὸ τὸ χάρισμα σὲ σκεπάζει ἀπὸ τὴν κατάκριση ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν σου. Διότι τὸ δικό σου ξυλάκι ποὺ εἶναι στὸ μάτι σου, σοῦ φαίνεται μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ δοκάρι τοῦ ἀδελφοῦ σου. Ὁμοίως καὶ τὸ κουνούπι τὸ δικό σου, σοῦ φαίνεται μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καμήλα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Διότι τὸ δοκάρι καὶ ἡ καμήλα τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ δὲν φαίνεται καθόλου στὸ πονηρὸ μάτι τῆς ψυχῆς σου (διότι τὸ μάτι τῆς πονηρίας εἶναι τυφλωμένο), ἢ ἂν φαίνεται, τὸ θεωρεῖς σὰν τίποτε (πρβλ. Ματθ. ζ΄ 3, Λουκ. στ΄ 41).
Καὶ πάλι λέγουμε ὅτι, ὅταν φθάσεις σ᾿ ἐκεῖνον τὸν βαθμὸ τῆς τελειότατης εὐχῆς, τότε ἡ ὑπερηφάνεια δὲν ἔχει τόπο οὔτε μία ὥρα μέσα σου, ἀλλὰ ἀμέσως διαλύεται ἀπὸ τὴν εὐχή, ὅπως ἡ πάχνη ἀπὸ τὴν θερμότητα τοῦ ἥλιου. Διότι τότε ἐνοικεῖ μέσα σου ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος τυπώνει καὶ χαράζει καὶ σφραγίζει στὴν καρδιά σου, σὰν ἀποτύπωμα, τὴν δική του σφραγίδα πραότητος καὶ ταπείνωσης. Διότι δὲν μπορεῖς νὰ ὑπερηφανευτεῖς τότε πού, βλέποντας καὶ γνωρίζοντας τὴν δική σου ἀσθένεια, σοῦ φαίνεται ὅτι ἂν ἤξεραν οἱ ἄνθρωποι τὰ φυσικά σου ἐλαττώματα καὶ τὴν ἀναξιότητά σου, ἀμέσως θὰ σὲ ἐξευτέλιζαν καὶ θὰ σὲ λιθοβολοῦσαν γιὰ νὰ χαθεῖς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος, γιὰ νὰ μὴν μολύνεις καὶ βλάψεις μὲ τὴν κακία σου καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους.
Αὐτὸ τὸ χάρισμα τὸ εἶχαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Γι᾿ αὐτό, ἄλλος ὀνόμαζε καὶ λογάριαζε τὸν ἑαυτό του γιὰ πόρνο καὶ ἄσωτο, δίχως νὰ εἶναι τέτοιος, ἄλλος πάλι βάρβαρο καὶ σκύλο, καὶ ἄλλος πάλι εἶχε τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν διακήρυσσε πρῶτο καὶ κορυφαῖο ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν πάνω στὴν γῆ. Μάλιστα πῶς μπορεῖς νὰ ὑπερηφανευτεῖς τότε, ποὺ ἄλλο δὲν ἐπιθυμεῖς σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, παρὰ μόνον νὰ βρεῖς κάποια σχισμὴ πέτρας ἢ κάποιο χάσμα τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖ κλίνοντας τὸ κεφάλι νὰ κλαῖς, μέχρι νὰ τελειώσει ἡ ζωή σου κλαίγοντας;
Τότε ἡ βλασφημία δὲν ἔχει καθόλου θέση μέσα σου, οὔτε γύρω σου, διότι οἱ δαίμονες τῆς βλασφημίας, οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν τὸν Θεὸ μέσῳ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐξορισμένοι ἀπὸ ἐσένα καὶ ἀπὸ τὰ σύνορά σου. Ἀντὶ τούτων σὲ περικυκλώνουν θεϊκοὶ ἄγγελοι ποὺ δοξολογοῦν τὴν ἐξουσία καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μὲ τοὺς ὁποίους συνδοξολογεῖς καὶ ἐσὺ τὴν ἀγαθότητα τοῦ κτίστου σου Ἰησοῦ.
Τότε ἡ ἀργολογία τόσο ἐξορίζεται ἀπὸ ἐσένα, ὥστε δὲν σοῦ ἀρέσει νὰ ὁμιλεῖς οὔτε τὰ ἀναγκαῖα λόγια, ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸν Χριστό, μὲ τὸν Ὁποῖο συνομιλεῖς μὲ γλυκύτητα, μυστικῶς, στόμα μὲ στόμα. Τότε ὁ θόρυβος τοῦ γέλιου σοῦ φαίνεται σὰν κάτι ἀσεβέστατο καὶ ἐντελῶς ξένο καὶ ἀνάρμοστο στὴν ψυχή σου, διότι ἡ ψυχή σου τρυγάει μυστικῶς τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν σεμνότητα τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου. Τότε τὴν ἐπιθυμία τῆς γαστριμαργίας καὶ τοῦ κρασιοῦ τόσο τὴν σιχαίνεσαι καὶ τὴν ἀποφεύγεις, ὥστε δὲν σοῦ ἀρέσει νὰ χορταίνεις οὔτε τὸ ἁπλὸ νερό, οὔτε τὸ ψωμί σου, ἀλλὰ τόσο μόνον τρώγεις καὶ πίνεις ἀπὸ αὐτά, ὅσο γιὰ νὰ ζήσεις καὶ νὰ εἶσαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ σου μὲ καθαρότητα καὶ μὲ νηφαλιότητα, σὰν ἄσαρκος μᾶλλον, παρὰ μὲ σῶμα.
Μέτρο καὶ ποσότητα αὐτῆς τῆς ἁπλῆς τροφῆς σου, σοῦ ὁρίζει αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ εὐχή, διότι αὐτή, ὄχι μόνον σὲ ἐμποδίζει ἀοράτως καὶ ἀνελπίστως ἀπὸ τὸν χορτασμὸ τῆς ἁπλῆς τροφῆς σου (ἐπειδὴ ἐκδιώχτηκε ἀπὸ ἐσένα ὁ δαίμονας τῆς πολυφαγίας καὶ ἀχορτασίας), ἀλλὰ οὔτε τὸ στομάχι σου δὲν δέχεται τίποτε περισσότερο, ἐπειδὴ χόρτασε ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ τὸ μέτρο καὶ αὐτὴν τὴν τάξη τῆς τροφῆς σου, σοῦ τὴν διδάσκει ἡ εὐχὴ ὡς ἑξῆς· ὅταν κάθεσαι στὸ εὐτελὲς καὶ πτωχικό σου τραπέζι γιὰ νὰ τρώγεις τὸ καθημερινὸ ψωμί σου γιὰ στήριγμα τῆς ἀδυνατισμένης καὶ ἐξασθενημένης σου καρδιᾶς [«Καὶ ἄρτος», λέγει, «καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει» (Ψλμ. ργ΄ 15), καὶ πάλι λέγει· «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον» (Ματθ. στ΄ 11)], τότε τρώγοντας μὲ πολλὴ εὐλάβεια, σὲ περικυκλώνει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀοράτως, ὅμως αἰσθάνεσαι ὄντως τὴν ἐνέργειά της, διότι τρώγοντας τὸ ψωμί σου ἢ ἄλλο τυχὸν ἁπλό σου μαγείρευμα, γλυκαίνεται μέσα τὸ στόμα σου ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, σὰν νὰ ἔχεις ζάχαρη, καθὼς εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες.
Ἄλλοτε πάλι τὸ ψωμὶ ἢ τὸ εὐτελὲς μαγείρευμά σου, σοῦ φαίνονται, ἢ καλύτερα, σοῦ γίνονται στὸ στόμα σου σὰν τὸ μάννα τὸ ὁποῖο ἔτρωγαν οἱ Ἑβραῖοι παλιὰ στὴν ἔρημο. Κάποτε δηλαδή, σοῦ φαίνεται ὅτι τρώγεις γάλα, κάποτε ὅτι τρώγεις ζωμὸ ἀπὸ κρέας, κάποτε ὅτι τρώγεις μέλι, κάποτε ὅτι τρώγεις νόστιμο ψάρι, μολονότι τὸ φαγητό σου εἶναι αὐτὸ καθαυτὸ ὄσπρια νερόβραστα, χωρὶς κανένα καρύκευμα ἢ χόρτα ἀλάδωτα. Ἔτσι, τρώγοντας καὶ γευόμενος τέτοιο θαυμαστὸ φαγητό, γλυκαίνει καὶ ἡ διάνοιά σου μελετώντας μέσα της τὴν ἄρρητη γλυκύτητα, τὴν ὁποία ἀπολαμβάνουν οἱ Ἅγιοι στὸν οὐρανό, τρώγοντας οὐράνιο ἄρτο καὶ πίνοντας τὸ ἀκατανόητο νέκταρ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου· δηλαδή, θεωρώντας οἱ Ἅγιοι τὸ ἀπορούμενο, τὸ ἀνέκφραστο καὶ τὸ ἀκατανόητο τῆς πέρα ἀπὸ κάθε νοῦ καὶ διάνοια δόξας τοῦ Κυρίου, χορταίνουν θαυμασίως ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀγαθά.
Γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε καὶ ὁ προφήτης· «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου» (Ψλμ. ιστ΄ 15). Συγχρόνως μὲ ἐκείνην τὴν γλυκύτητα τῆς γλώσσας καὶ τῆς διάνοιάς σου, πηδάει μέσα σου καὶ ἡ εὐχὴ ἀπὸ μόνη της καὶ ἔτσι σὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τὸν χορτασμὸ τῆς κοιλιᾶς, σὰν νὰ σοῦ λέγει μὲ φωνή· «φθάνει, ἔφαγες!», διότι ὁ ἄνθρωπος σὰν λογικὸ ὂν ποὺ εἶναι, δὲν ζεῖ μόνον μὲ ψωμί, ἀλλὰ ζεῖ καὶ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καθὼς λέγει· «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Ματθ. δ΄ 4, Λουκ. δ΄ 4).
Ἔτσι καὶ ἐσύ, ἀφοῦ πληροφορηθεῖς μέσα σου τὸ σκίρτημα τῆς εὐχῆς, χαίρεσαι πολύ, διότι θυμᾶσαι αὐτὸ τὸ θεῖο δῶρο καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ πρὸς ἐσένα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἄρρητη χαρά σου, χύνεις τόσα δάκρυα, ὥστε ὄχι μόνον βρέχεται τὸ πρόσωπό σου ἀπ᾿ αὐτά, ἀλλὰ στάζουν καὶ στὸ φαγητό σου.
Ὁμοίως καὶ ὅταν πίνεις τὸ ἁπλὸ νερό σου, σοῦ ἔρχεται ἡ ἴδια ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι πίνοντας τὸ νερό, ἀνοίγει ξαφνικὰ ἡ στέρνα τῶν συνεχῶν δακρύων τῶν ματιῶν σου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σημεῖο γνωρίζεις μόνος σου ὅτι σοῦ φθάνει ἡ τόση ποσότητα γιὰ νὰ ζεῖς· γιατί νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις περισσότερο; Αὐτὸ σοῦ φαίνεται ἀπώλεια τῆς ψυχῆς σου, γι᾿ αὐτὸ σταματᾶς ἀμέσως νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις καὶ σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ τραπέζι μὲ διπλὴ χαρά. Μία, διότι ἔφαγες ἀρκετὸ φαγητὸ καὶ στηρίχτηκε ἡ ἄτονη καὶ ἐξαντλημένη σου καρδιά, δεύτερη, διότι σὲ θυμήθηκε ὁ Κύριος καὶ σοῦ εὐχαρίστησε τὴν καρδιὰ καὶ τὴν διάνοια μὲ τὸ ἄδολο καὶ ἀνόθευτο κρασὶ τῆς κατάνυξης καὶ τῆς θεϊκῆς εὐφροσύνης. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἔφθασε ὁ λόγος σ᾿ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ χαρά, βγῆκα λίγο ἀπὸ τὴν σειρὰ τοῦ λόγου μου, στὸν ὁποῖο μιλοῦσα γιὰ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, διότι καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι καρπὸς τῆς ἴδιας εὐχῆς. Ἡ ἴδια εὐχὴ εἶναι ποὺ γεννάει καὶ τὴν παρηγορία τῆς ψυχῆς καὶ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς.
Λοιπὸν λέγαμε ὅτι, ὅταν λέγεις τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς σου τότε πονάει μέσα σου ἡ καρδιά σου καὶ ὁ πόνος της βγάζει τὸν βαρὺ ἀναστεναγμό. Διότι ποιὸς ἀναστενάζει χωρὶς πόνο; καὶ ποιὸς πονάει καὶ δὲν σκυθρωπάζει τὸ πρόσωπό του; Ὁ πόνος ποὺ σοῦ λέγω, εἶναι διπλός, διότι ὄχι μόνον πονᾶς μέσα σου αἰσθητῶς, ἐκεῖ ποὺ ἔγινε ἡ βίαιη εὐχή, ἀλλὰ ἀκόμη πονάει νοητῶς καὶ ἡ ψυχή σου, ὅταν στενοχωρεῖς τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή.
Ὁ αἰσθητὸς πόνος λοιπὸν τῆς καρδιᾶς σου βγάζει τὸν ἀναστεναγμό, ἐνῶ ὁ νοητὸς πόνος τῆς ψυχῆς σου γεννάει τὴν σκληρότητα τοῦ προσώπου σου· ἡ σκληρότητα πάλι καὶ ἡ σκυθρωπότητα τῆς ὄψης σου κρατάει καὶ συντηρεῖ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου, διότι ὅταν θυμᾶσαι τὶς ἁμαρτίες σου καὶ γνωρίζεις ἀκριβῶς τὴν ἀσθένεια τῆς φύσης σου, στενοχωρεῖς συνεχῶς τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν σὲ κυριεύσει μέσα σου ὁ ψυχοσωτήριος πόνος τῆς καρδιᾶς σου.
Αὐτὸς ὁ πόνος αὐξάνει ἀναλόγως μὲ τὴν βία τῆς καρδιακῆς σου εὐχῆς. Διότι ὅταν βιάζεις κάπως τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ μάλιστα γιὰ πολὺ καιρό, τότε καταλαβαίνεις μέσα σου μεγάλο πόνο ποὺ παραμένει, καὶ τότε αἰσθάνεσαι μὲ κάποια ζωηρότητα ὅτι ὑπάρχει ὁ θάνατος γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Διότι ὁ πόνος ἄλλο δὲν σημαίνει παρὰ μήνυμα θανάτου. Αἰσθάνεσαι τὸν θάνατο ἀπὸ αὐτὸν τὸν πόνο, μὰ πῶς τὸν αἰσθάνεσαι; Τὸν αἰσθάνεσαι ὄχι σὰν νὰ ἀργοπορεῖ καὶ σὰν κάτι ἀμφίβολο, ἀλλὰ τὸν αἰσθάνεσαι κοντινὸ καὶ ἀποφασιστικό. Ἐπειδὴ ὁ πόνος ποὺ σὲ κυριεύει μέσα σου εἶναι κοντὰ στὴν ἀναπνοή σου. Διότι σὲ κάθε ἀναπνοή σου ὅταν ἀναπνέεις τὸν ἀέρα δοκιμάζεις μέσα σου κάποια μεγάλη δριμύτητα τοῦ πόνου. Διότι ἡ βίαιη εὐχὴ τῆς καρδιᾶς σου, τόσο ἔκοψε τὰ ἐσωτερικὰ μέρη τοῦ στήθους, ὥστε ἔγινε ἐκεῖ δριμύτατη καὶ νοητὴ πληγή. Ἔτσι, περνώντας ἀπὸ ἐκεῖ ὁ ἀναπνεόμενος ἀέρας, ὅταν ἀγγίξει τὴν πληγὴ τῆς καρδιᾶς σου ἢ τοῦ στήθους σου, αἰσθάνεσαι πόνο δριμύτατο. Κάποτε μάλιστα, ὅταν αὐξηθεῖ καὶ μεγαλώσει ὁ πόνος σου, αἰσθάνεσαι μέσα σου κατὰ τὸ διάστημα μιᾶς ἀναπνοῆς σου δύο καὶ τρεῖς φορὲς τὸν πόνο μέσα σου.
Τότε τί ἄλλο ἐλπίζεις ἀπὸ τὸν θάνατο; τί ἄλλο περιμένεις ἀπὸ τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο; τί ἄλλο ἀναμένεις ἀπὸ τὸν τάφο σου; Ἀληθῶς σοῦ λέγω, ὅταν ἔχεις τέτοιο πόνο, ὁ θάνατός σου εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια σου. Ἔχοντας λοιπὸν τὸν θάνατο μπροστὰ στὰ μάτια σου, ἔχεις ταυτόχρονα μπροστὰ στὰ μάτια σου καὶ τὸν Θεό σου, τὸν πλάστη καὶ δημιουργό σου. Γι᾿ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ προφήτης· «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν ἵνα μὴ σαλευθῶ» (Ψλμ. ιε΄ 8). Αὐτὴ ἡ προσδοκία τοῦ θανάτου μπροστὰ στὰ μάτια σου δὲν εἶναι σὰν τὴν ἄλλη προσδοκία τοῦ ἁπλοῦ θανάτου, διότι ἡ προσδοκία αὐτοῦ τοῦ θανάτου ποὺ γίνεται μὲ τὸν πόνο τῆς εὐχῆς, εἶναι ἀναμιγμένη μὲ θεϊκὴ καὶ ἄρρητη γλυκύτητα. Γι᾿ αὐτὸ λέγει· «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ» (Ψλμ. ριε΄ 6). Ὅμως, γιὰ τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ λέγει· «Θάνατος ἁμαρτωλοῦ πονηρός» (Ψλμ. λγ΄ 22). Ἡ γλυκύτητα τῆς προσδοκίας τοῦ θανάτου τῶν δικαίων εἶναι τέτοια καὶ τὴν αἰσθάνεσαι κατὰ τὸν ἀκόλουθο τρόπο.
Βιάζοντας τὴν καρδιά σου στὴν εὐχή, σοῦ ἔρχεται ὁ πόνος. Ὁ πόνος σοῦ φέρνει στὴν μνήμη τοὺς πόνους καὶ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν λοιπὸν συμπάσχεις μὲ τὸν Χριστό, τότε ἐλπίζεις νὰ συνδοξαστεῖς μὲ Αὐτόν. Ἀλλά, ἀπὸ ποῦ γνωρίζεις ὅτι ὁ πόνος σου σὲ συνδέει μὲ τοὺς πόνους τοῦ Χριστοῦ; Καὶ ἀπὸ ποῦ αἰσθάνεσαι ὅτι ἂν πεθάνεις μὲ αὐτὸν τὸν πόνο, πρόκειται νὰ δοξαστεῖς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό; Γίνεται φανερὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ. Πρὶν νὰ πονέσει ἡ καρδιά σου ἀπὸ τὸν πόνο τῆς εὐχῆς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, δὲν αἰσθάνεσαι καθόλου τὴν Χάρη καὶ τὴν γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ἔχεις κάποια ἀληθινὴ πληροφορία τῆς σωτηρίας σου, ἀλλὰ μόνον ὀνομάζεσαι Χριστιανός, δίχως νὰ γευθεῖς καὶ δίχως νὰ αἰσθάνεσαι, κατὰ κάποιον τρόπο, τὴν ἀγαθοσύνη καὶ γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἀγαθὸ καὶ τόσο ἀξίζει, ὅσο δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ τόσο εἶναι γλυκὺ καὶ παρηγορητικό, σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ γεύθηκε τὴν χρηστότητά του, ὅσο δὲν τὸν γλυκαίνει, οὔτε τὸν παρηγορεῖ ἡ συνολικὴ γλυκύτητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὅμως, τί ἀξίζει καὶ πόσο εἶναι γλυκὺ αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸ γνωρίζουν μόνον ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μέσα τους τὸν πόνο τῆς εὐχῆς, διότι αὐτοὶ γεύθηκαν στὴν πράξη τὴν χάρη καὶ γλυκύτητα αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σύνθετος ἀπὸ σῶμα καὶ ἀπὸ ψυχή. Τὸ σῶμα τρέφεται καὶ αὐξάνει μὲ τὸν γήινο ἄρτο. Ἡ ψυχὴ τρέφεται καὶ δυναμώνει μὲ τὸν Ἄρτο τῆς Ζωῆς. (Ἰω. στ΄ 35) Καὶ γήινος ἄρτος εἶναι τὸ ψωμί, Ἄρτος τῆς Ζωῆς εἶναι ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ λέγει· «Ἄρτος ζωῆς αἰωνιζούσης γενέσθω μοι τὸ Σῶμά σου τὸ Ἅγιον, εὔσπλαγχνε Κύριε»!
Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ τρώγει τὸν ἄρτο τῆς γῆς δίχως τὸν πόνο τῆς καρδιακῆς εὐχῆς καὶ δίχως τοὺς πικροὺς καὶ βαθεῖς ἀναστεναγμούς, αὐτὸς δὲν αἰσθάνεται τὴν χρηστότητα καὶ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Διότι τρώγοντας τὸν ἄρτο τῆς γῆς δίχως πόνο καὶ ὑπερβολικῶς, παχύνεται ἡ καρδιά του καὶ δὲν αἰσθάνεται τί ἐστι Θεός. Δηλαδή, γίνεται ἀναίσθητος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ πονάει ἡ καρδιά του, πονάει ἡ ψυχή του, πονάει τὸ στῆθος του ἀπὸ τὴν βία τῆς εὐχῆς, ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, ἀπὸ τοὺς ἀόρατους καὶ ὁρατοὺς πειρασμοὺς τοὺς ὁποίους δοκιμάζει καὶ ὑπομένει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνος -λέγω- ὅταν ἀκούει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἢ ὅταν τὸ μελετάει μὲ πόνο ἐσωτερικὸ ἢ ὅταν τὸ ἐπικαλεῖται μὲ ζωντανὴ πίστη καὶ θερμὴ εὐλάβεια, αὐτὸς -λέγω- αἰσθάνεται τὴν δύναμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἐνεργεῖ σ᾿ αὐτὸν τὴν θεϊκή του ἐνέργεια. Αὐτὸ τὸ θεϊκὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φαίνεται στὴν διάνοιά του γλυκὺ σὰν τὸ μέλι, σὰν τὴν ζάχαρη. Ὁμοίως γλυκύτατο φαίνεται καὶ στὸν λάρυγγά του καὶ στὸ στόμα του. Γι᾿ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ προφήτης· «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψλμ. ριη΄ 103). Φαίνεται ἀκόμη στὶς αἰσθήσεις του ζωηρό. Ἀγάλλονται καὶ εὐφραίνονται τὰ αὐτιά του, ὅταν τὸ ἀκοῦν. Χαίρονται τὰ μάτια του, ὅταν τὸ θεωροῦν κάπου γραμμένο· μᾶλλον δέ, χαίρονται τὰ μάτια της ψυχῆς. Αὐτὸ τὸ θεϊκὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, σὰν βασιλικὸ ὄνομα τὸ γράφουν ἀοράτως οἱ θεῖοι ἄγγελοι σὲ διάφορα μέρη γιὰ τὴν συντήρηση καὶ τὴν ἐνίσχυση τοῦ κόσμου.
Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἔχει μέσα του γραμμένο αὐτὸ τὸ θεϊκὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς, ὅταν τὸ ἀκούει, τόσο τὸ εὐλαβεῖται, ὥστε τὸν διαπερνᾶ μέχρι τὴν ψυχή. Κοντὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν θεϊκὴ εὐλάβεια τοῦ ἔρχεται καὶ κάποια γλυκειὰ χαρὰ στὴν διάνοιά του, διότι τὸ ἀκούει σὰν ὄνομα κάποιου οἰκείου, ἀγαπημένου φίλου του. Γι᾿ αὐτό, σταλάζουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του ἀπὸ τὴν χαρά. Πηδάει μέσα του ἡ καρδιά του χαίροντας καὶ σκιρτώντας ἀπὸ τὴν εὐχή. Χαίρεται ἡ ψυχή του τὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου της. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν τί ἄλλο σημαίνουν καὶ τί ἄλλο χαρακτηρίζουν ἐὰν ὄχι τὴν οἰκειότητα τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία ἔχει μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸ ὅτι ἐνεργεῖ ἔτσι αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σ᾿ αὐτὸν ποὺ πονάει ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν βία τῆς εὐχῆς;
Ἀλλά, ἐπειδὴ αὐτὸς ἐξοικειώθηκε μὲ τὸν Χριστό, δὲν φοβᾶται πιὰ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, οὔτε τὸν τρομάζει, διότι πληροφορήθηκε καὶ βεβαιώθηκε ποῦ πρόκειται νὰ πάει, ὅταν βγεῖ ἡ ψυχή του ἀπὸ τὸ σῶμα. Διότι ἀπὸ τὸ στόμα του, ἀπὸ τὴν διάνοιά του, ἀπὸ τὴν καρδιά του, ἀπὸ τὴν ψυχή του, δὲν λείπει καθόλου τὸ «Χριστός μου! Χριστός μου!»
Τό «Χριστός μου! Χριστός μου!» λέγεται περισσότερο ἀπὸ τὶς ἀναπνοὲς ποὺ ἀναπνέει. Ὅπου βλέπει καὶ σὲ ὅ,τι βλέπει, τὸ «Χριστός μου» προβλέπεται καὶ προηγεῖται. Ὅ,τι ἀκούει, τὸ «Χριστός μου» ἀκούγεται γρηγορότερα. Ὅπου περπατάει καὶ ὅπου πηγαίνει, τὸ «Χριστός μου» προηγεῖται καὶ προπορεύεται. Ὅταν κοιμᾶται, τὸ «Χριστός μου» συγκοιμᾶται. Ὅταν τρώγει, τὸ «Χριστός μου» συντρώγεται. Ὅταν κάνει ἐργόχειρο, τὸ «Χριστός μου» προηγεῖται.
Θέλοντας ἐγὼ νὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ «Χριστός μου!» εἶναι ἔμφυτο σ᾿ αὐτόν, μὲ λίγα λόγια λέγω ὅτι καθὼς εἶναι ἀδύνατο στὶς αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου νὰ αἰσθάνονται κάτι δίχως τὴν διάνοια, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο στὴν διάνοια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου νὰ μὴν εἶναι ἑνωμένο τὸ «Χριστός μου!». Ὥστε, ἂν δὲν κατοικεῖ στὴν καρδιά του ὁ Χριστός, πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο γεμᾶτος ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ γεμᾶτος γλυκύτητα; Αὐτὸ τὸ γέμισμα καὶ ἡ γλυκύτητα τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι γέννημα τῆς καρδιακῆς εὐχῆς, ἡ ὁποία λέγεται ἐσωτερικῶς καὶ μὲ πόνο.
Ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς, ὅσο εἶναι δριμὺς τόσο εἶναι γλυκύς. «Δριμὺς ὁ χειμών», ἔλεγαν οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, «ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος». Δριμὺς εἶναι αὐτὸς ὁ πόνος στὸ σῶμα, ἀλλὰ εἶναι Παράδεισος τῆς ψυχῆς, διότι, ὅταν πονάει ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὸν πόνο τῆς εὐχῆς, τότε χαίρεται ἡ ψυχὴ καὶ ἀναπαύεται. Ὅταν παύει αὐτὸς ὁ πόνος, ἀναπαύεται τὸ σῶμα, λυπᾶται ὅμως ἡ ψυχή, διότι πάρθηκε ἀπὸ αὐτὴν ἡ μυστικὴ τράπεζα τῆς θεϊκῆς εὐφροσύνης καὶ τῆς ἄρρητης ἀπόλαυσης. Ὅταν πάλι ἔρχεται ὁ πόνος, δὲν ἀναπαύεται τὸ σῶμα, ἀλλὰ μὲ τὴν βία τῆς εὐχῆς ἀρχίζει νὰ φαίνεται ἡ χαρὰ μέσα στὴν καρδιά. Ἀμέσως ἀναπηδάει καὶ χαίρεται ἡ ψυχή, πρὶν ἀκόμη νὰ ἔλθει, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς πνευματικῆς ἀπόλαυσης. Καὶ ἀφοῦ ἔλθει, βγάζει ἀφώνως ἀπὸ τὴν χαρά της δυνατὴ φωνή, μαζὶ μὲ κάποια γλυκύτητα καρδιᾶς καὶ διάνοιας. Τότε λέγει στὸν Χριστὸ Ἰησοῦ μὲ δάκρυα· «Παράλαβέ με, Κύριε, στὴν Βασιλεία σου! Παράλαβέ με Ἰησοῦ μου, ἐκεῖ ποὺ εἶσαι Ἐσύ, ἡ ἀγάπη μου καὶ τὸ φῶς μου τὸ γλυκύτατο! Ναί, γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, παράλαβέ με τώρα, Κύριέ μου, παράλαβέ με, διότι ἀπὸ τὴν ὥρα, ποὺ γεύθηκα μερικῶς καὶ ἀνεκφράστως τὴν ἄρρητη ἀπόλαυση καὶ χρηστότητα, Ἐσένα τὸν Χριστό μου καὶ Θεό μου, δὲν ὑποφέρω πιὰ τὸν χωρισμό Σου! Δὲν ὑποφέρω τὴν ἀπουσία Σου. Καίγομαι ἀπὸ τὴν ἄσβεστη φλόγα τῆς γλυκύτατής Σου ἀγάπης! Ὅταν Σὲ θυμᾶμαι, καίγομαι ἀπὸ τὴν δίψα Σου! Ὅταν Σὲ μελετῶ, λειώνω ἀπὸ τὴν στέρησή Σου καὶ ἀτονῶ ἀπὸ τὸν χωρισμό Σου!».
Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια λέγει ἡ ψυχὴ στὸν Χριστό της, ἐνῶ κατακαίγεται ἀπὸ τὴν ἄκρα ἀγάπη ποὺ ἔχει σ᾿ Αὐτόν. Ἔτσι, ἀφοῦ κλάψει ἀρκετὰ μαζὶ μὲ τὸ σῶμα, πληροφορεῖται ὅτι τὴν ἄκουσε ὁ Χριστός της καὶ τὴν ἔγραψε στὸ βιβλίο τῆς αἰωνίου ζωῆς, ὅπου εἶναι γραμμένοι ὅλοι οἱ δίκαιοι, γιὰ τὸ ὁποῖο λέγει ἡ Γραφή· «Καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον Σου πάντες γραφήσονται» (Ψλμ. ρλη΄ 16).
Ὅμως, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, «οἷς κρίμασιν οἶδεν Αὐτὸς μόνος», τὴν ἀφήνει ἀκόμη στὸν κόσμο, μᾶλλον γιὰ τὸ συμφέρον της, γιὰ νὰ διπλασιάσει καὶ νὰ τριπλασιάσει καὶ νὰ πολλαπλασιάσει τὸν καρπό της. Καὶ καταπαύει λίγο τὸν πόνο της μὲ τὴν παρηγορία Του, ὄχι ὅμως ὅτι λιγοστεύει ὁ Κύριος τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, διότι ὁ Κύριος θέλει νὰ πονοῦμε πάντοτε γιὰ τὴν ἀγάπη Του, ἡ ὁποία ὑπάρχει γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, ἀλλὰ λιγοστεύει τὸν πόνο μὲ τὴν αὔξηση τῶν περισσότερων καὶ θερμότερων δακρύων.
Αὐτὸς λοιπὸν ὁ πόνος εἶναι μεγάλο δῶρο ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀγωνιστὲς καὶ σ᾿ ὅσους Τὸν ἀγαποῦν. Δίχως αὐτὸν τὸν πόνο δὲν βλέπει κανεὶς τὸν Θεό, οὔτε σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο νοερῶς - δηλαδὴ σὲ ἔκσταση, ὅραμα καὶ σὲ θεωρία- οὔτε γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο παίρνει τὴν πληροφορία ὅτι θὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Θεό.
Αὐτὸς ὁ πόνος θέλει πολὺ χρόνο καὶ ἀποκτᾶται μὲ πολλοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ πολλὴ βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς. Ἂν κάποιος δὲν βιάζει τὴν καρδιά του μὲ τὴν εὐχή, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸν βρεῖ. Ἀποκτᾶται λοιπὸν μὲ πολλοὺς ἀγῶνες, ἂν ὅμως τὸν παραμελήσει λίγο ὁ ἄνθρωπος, τόσο γρήγορα φεύγει, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀπορεῖ πῶς χάθηκε τόσο γρήγορα ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν παραμικρὴ ἀμέλειά του, αὐτὸ τὸ ὕψιστο ποὺ κυνηγοῦσε. Ὅποιος ὅμως τὸν βρῆκε μία φορά, ἂν ὕστερα τὸν χάσει, τὸν βρίσκει πάλι εὔκολα, διότι ξέρει ποιὰ ὁδὸ νὰ βαδίσει γιὰ νὰ τὸν ξαναβρεῖ. Ἀλλὰ καλύτερα, γιατί δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἀπομακρυνθεῖ γιὰ πολὺ καιρό; Διότι ἂν τὸν στερηθεῖ γιὰ πολὺ καιρό, πέφτει στὶς ἡδονὲς ἡ καρδιά του καὶ ἀφήνει τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου.
Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι μὲν γέννημα τῆς συντετριμμένης καρδίας, εἶναι ὅμως γεννήτορας τῶν ἀένναων καὶ φωτεινῶν δακρύων. Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι τροφὴ τῆς ψυχῆς, τροφὴ τῆς διάνοιας καὶ παρηγορία τοῦ νοῦ. Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι χαρὰ τῶν ἀγγέλων καὶ λύπη τῶν δαιμόνων.
Ὅποιος κρατάει αὐτὸν τὸν πόνο μέσα του πάντοτε, ξενιτεύεται ἡ ψυχή του σὲ λίγο καιρὸ ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν, καὶ πηγαίνει στὸν ἄλλο κόσμο, στὸν ὁποῖο ἔχει τὸ μερίδιό του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους. Αὐτὸς ὁ πόνος ἐξολοθρεύει τὰ πάθη, διώχνει τοὺς δαίμονες, εἰρηνεύει τὸν νοῦ, γλυκαίνει τὴν ψυχή, παρηγορεῖ τὴν διάνοια καὶ θερμαίνει τὴν καρδιὰ γιὰ τὰ οὐράνια. Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕνας οὐράνιος δάσκαλος, ὁ ὁποῖος τοῦ διδάσκει θεϊκὰ μυστήρια καὶ τοῦ παραδίδει τὰ οὐράνια νοήματα.
Εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο νὰ ἔχει μέσα του αὐτὸν τὸν πόνο καὶ νὰ μὴν ἔχει οὐράνιο λογισμό. Ὅταν ὁ πόνος ἐμφανίζεται μέσα του, ἀμέσως ὑψώνεται ὁ νοῦς του στὰ οὐράνια, ἀφήνοντας τὰ γήινα σὰν σκουπίδια. Ὑψώνεται δὲ ὁ νοῦς στὰ οὐράνια, διότι τὸν καθάρισε τὸ δάκρυ καὶ τὸν λάμπρυνε ἡ καθαρὴ εὐχή ποὺ ἔγινε μυστικῶς στὴν καρδιά. Ἀφοῦ ὑψωθεῖ ὁ νοῦς του στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, στὰ ἐπουράνια τῶν ἐπουρανίων, ζητάει ἐκεῖ νὰ βρεῖ καὶ νὰ δεῖ Ἐκεῖνον, τοῦ Ὁποίου τὴν ἄρρητη γλυκύτητα γεύθηκε μερικῶς ἡ ψυχή του καὶ ἡ καρδιά του μέσα της.
Περπατώντας στὰ ἄϋλα καὶ οὐράνια ἀΰλως, σὰν ἄϋλος καὶ ὅμοιος μὲ τὰ ἄϋλα, βρίσκει Ἐκεῖνον, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁποίου κοπίασε ἡ καρδιά του καὶ πόνεσε τὸ στῆθος του. Βρίσκοντας λοιπὸν τὸν ποθούμενον καὶ βλέποντας Ἐκεῖνον, τὸν Ὁποῖο εἶδε ὁ Ἡσαΐας ὁ προφήτης «ἐπὶ θρόνου δόξης καθήμενον» (πρβλ. Ἡσ. στ΄ 1), πέφτει ἀμέσως μπροστά Του καὶ Τὸν προσκυνάει μὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ ταπείνωση. Καὶ ὄχι μόνον μέχρι σ᾿ αὐτὴν τὴν τιμὴ τὸν ἀξιώνει αὐτὸς ὁ πόνος, ἀλλὰ ἀκόμη τὸν κάνει νὰ πέφτει πάλι καὶ στὴν ἀγκάλη Αὐτοῦ τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ καὶ Παντοκράτορος Κυρίου, ὅπως πέφτει τὸ νήπιο στὴν ἀγκάλη τῆς μητέρας του, καὶ γλυκοφιλώντας τὸν γλυκύτατο καὶ πέρα ἀπὸ κάθε γλυκύτητα Δεσπότη καὶ Χριστό του, χύνουν συγχρόνως καὶ τὰ μάτια τοῦ σώματος τὰ δάκρυα σὰν ποτάμι. Καὶ εὔχεται παρακαλώντας τὸν Χριστό του νὰ μὴν χωριστεῖ καθόλου ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ δέεται καὶ παρακαλεῖ νὰ εἶναι καὶ νὰ βρίσκεται πάντοτε μὲ τὸν Χριστό του καὶ μὲ τὴν Χάρη τῆς Θεότητός του. Διότι Τοῦ λέγει ἐκείνην τὴν ὥρα ἐκεῖνο ποὺ Τοῦ εἶπε ὁ Πέτρος, ὅταν μεταμορφώθηκε καὶ εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι τὴν δόξα Του· «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» (Ματθ. ιζ΄ 4, Μάρκ. θ΄ 5, Λουκ. θ΄ 33).
Μακάρι ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς Χριστὸς νὰ χαρίσει καὶ σ᾿ ἐμᾶς αὐτὸν τὸν ψυχοσώστη πόνο τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει, ἐδῶ νὰ Τὸν βλέπουμε νοερῶς πάντοτε, ἐνῶ ἐκεῖ στὸν μέλλοντα αἰῶνα, ἀφοῦ διαλυθοῦν οἱ διόπτρες τῆς ψυχῆς, νὰ Τὸν βλέπουμε πρόσωπο πρὸς πρόσωπο καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν! ΅


Εἰς τὸν ἀγώνα αὐτὸν τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ ὑπάρξουν τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ συνεργήσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου: «θὰ λυώση ὡς κηρὸς ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Καὶ ὅπως ὁ σίδηρος, ὅταν ἐμβαίνη εἰς τὴν φωτιά, ξεκολλάει καὶ πέφτει ἡ σκουριά, ὅπου ἔχει ἐπάνω, ἔτσι γίνεται καὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἔρχεται κατ’ ὀλίγον ἡ χάρις καὶ μόλις πλησίαση εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀναλύει ὡς κηρός. Καὶ δὲν γνωρίζει εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του, ἐνῶ ὅλος εἶναι πολυόμματος νοῦς καὶ διαυγέστατος.

Ὅμως εἰς αὐτὴν τὴν ὑπερφυὴ ἐνέργειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ξεχωρίση τὸν ἑαυτόν του, διότι ἐνοῦται μὲ τὸν Θεόν. Καὶ τότε πίπτει ἡ σκουριά. Ἀφαιρεῖται ἡ σφραγίδα. Ἀποθνήσκει ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Ἀφαιρεῖται τὸ μητρικὸν αἷμα. Ἀνακαινοῦται τὸ φύραμα.

ΣΧΟΛΙΟ: «Εις το εσώτερον του καταπετάσματος». Η πίστη μας δεν έχει μυστικά. Όλα είναι διάφανα, στο φως. Ο δρόμος της αγάπης που γίνεται θυσία δίνει ελπίδα. Ο δρόμος κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού γίνεται άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνια. Ο δρόμος της προσευχής και της εκζήτησης της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας γίνεται το στήριγμα και το περιεχόμενό της. Στο «εσώτερον του καταπετάσματος» που είναι η Εκκλησία ακολουθούμε τον Χριστό, με μόνη προϋπόθεση την επίγνωση ότι όλα μας έχουν χαριστεί και το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι η ευχαριστία;;;;. Είναι η κίνηση της καρδιάς που γίνεται έξοδος από τις βεβαιότητες των αισθήσεων και από τη δόξα του «φαίνεσθαι», είναι παραίτηση από την απολυτότητα της ισχύος της προσωπικής μας άποψης και κρίσης, είναι άνοιγμα στον συνάνθρωπο, είναι ζωή που είναι ήδη λυτρωμένη από τον φόβο του θανάτου. Διότι στον θάνατο προχωρά με γενναιότητα αυτός που γνωρίζει να ζει. Και ζωή δεν είναι η απόλαυση του παρόντος, χωρίς να αποκλείεται και αυτή. Ζωή είναι η σχέση με τον Θεό που γίνεται αιωνιότητα και μνήμη των υποσχέσεών Του, ότι η πίστη απλώνεται και δι’ ημών σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους ανθρώπους.

ΜΙΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ, ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ, ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΟΘΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΗ. ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΣΥΜΒΕΙ, ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΣΥΓΧΩΡΕΘΕΙ, ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ Χ(Α)ΡΙΣΤΕΙ, ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΠΛΗΡΩΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΜΕ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟ. ΔΕΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΜΕΝΟ ΧΡΙΣΤΟ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ, Η ΠΤΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΕΤΟΙΜΟΣ. ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ.
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ, Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ, Η ΑΣΚΗΣΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ,Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ. ΟΛΑ ΟΣΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΟΝ ΕΓΩΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΟΤΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ  ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Ο ΝΟΥΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΑΝΗΚΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΡΟΝΕΩΤΕΡΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ. ΕΥΤΥΧΕΙΤΕ. ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ. ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΕΡΚΟΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.  ΖΩΗ ΣΕ ΛΟΓΟΥ ΜΑΣ. ΧΑΡΕΙΤΕ!!!

ΕΙΣ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑΤΟΣ

«Ἥν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα» (Εβρ. 6, 19-20).

«Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ».

Στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής Δ’ Νηστειών ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους Εβραίους, μάς υπενθυμίζει την υπόσχεση του Θεού στον γενάρχη τους Αβραάμ, γενάρχη όλης της ανθρωπότητας ως προς την πίστη στον ένα και αληθινό Θεό. Ο Θεός του ζήτησε να αφήσει τον τόπο κατοικίας του στην Ουρ της Μεσοποταμίας και να πάει στη γη της επαγγελίας, στην Παλαιστίνη, και του υποσχέθηκε ακόμη ότι θα τον καταστήσει γενάρχη πολλών ανθρώπων, παρότι δεν είχε παιδιά. Η υπόσχεση του Θεού εκπληρώθηκε, ενώ και ο Αβραάμ υπάκουσε στην προτροπή του ουρανού. Το ότι ο Θεός τηρεί τις υποσχέσεις Του είναι δεδομένο. Αυτή η τήρηση γεννά ελπίδα. Και η ελπίδα γίνεται άγκυρα στους κλονισμούς και στους σταυρούς της ζωής, ώστε να μπορούμε να μπούμε κι εμείς «στα ενδότερα του καταπετάσματος», στα Άγια των Αγίων, όπως ήταν ο ιερότερος χώρος του ναού του Σολομώντα, εκεί όπου προσφέρονταν η εξιλαστήριος θυσία μία φορά τον χρόνο από τον Αρχιερέα των Εβραίων, προκειμένου να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων έναντι του Θεού. Στα ενδότερα του καταπετάσματος εισήλθε για χάρη μας ο Χριστός, για να προσφέρει άπαξ ως θυσία τον ίδιο Του τον εαυτό, όχι μόνο για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας, αλλά και για να ζήσουμε αιώνια νικώντας μαζί Του τον έσχατο εχθρό της ύπαρξής μας, τον θάνατο.

«Εις το εσώτερον του καταπετάσματος». Η πίστη μας δεν έχει μυστικά. Όλα είναι διάφανα, στο φως. Ο δρόμος της αγάπης που γίνεται θυσία δίνει ελπίδα. Ο δρόμος κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού γίνεται άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνια. Ο δρόμος της προσευχής και της εκζήτησης της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας γίνεται το στήριγμα και το περιεχόμενό της. Στο «εσώτερον του καταπετάσματος» που είναι η Εκκλησία ακολουθούμε τον Χριστό, με μόνη προϋπόθεση την επίγνωση ότι όλα μας έχουν χαριστεί και το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι η ευχαριστία;;;;. Είναι η κίνηση της καρδιάς που γίνεται έξοδος από τις βεβαιότητες των αισθήσεων και από τη δόξα του «φαίνεσθαι», είναι παραίτηση από την απολυτότητα της ισχύος της προσωπικής μας άποψης και κρίσης, είναι άνοιγμα στον συνάνθρωπο, είναι ζωή που είναι ήδη λυτρωμένη από τον φόβο του θανάτου. Διότι στον θάνατο προχωρά με γενναιότητα αυτός που γνωρίζει να ζει. Και ζωή δεν είναι η απόλαυση του παρόντος, χωρίς να αποκλείεται και αυτή. Ζωή είναι η σχέση με τον Θεό που γίνεται αιωνιότητα και μνήμη των υποσχέσεών Του, ότι η πίστη απλώνεται και δι’ ημών σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους ανθρώπους.

Αν κάτι ξεχωρίζει τον χριστιανό από τον κόσμο, ιδίως τον σύγχρονο, είναι η αλήθεια. Κι αυτή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την μνήμη του «εσώτερον του καταπετάσματος». Ότι ακολουθούμε έναν Θεό που δεν κρύφτηκε. Που δεν εκμεταλλεύτηκε. Που δεν δικαίωσε τα πάθη μας, αλλά δεν μας εξουθένωσε γι’ αυτά. Που έγινε ένα με μας, έκλαψε για μας, υπέφερε για μας, έζησε τις χαρές μας, πέθανε για μας, αναστήθηκε για μας και είναι μαζί μας πάσας τας ημέρας της ζωής μας. Αυτόν τον Θεό Τον προσπερνάμε, απορροφημένοι στον θρίαμβο ενός πολιτισμού επηρμένου, που δεν όμως λυτρώνει. Που μας δίνει ελευθερία να έχουμε ταυτότητα, στην πραγματικότητα όμως θέλει να έχουμε την ταυτότητα τη δική του. Που κρύβει πολλά, το κυριότερο, τον θάνατο που δεν μπορεί να νικήσει παρά την καύχηση, την δύναμη της επιστήμης του, την τεχνολογία του, την εξουσία, τη δόξα. Αλλού είναι η αλήθεια. Στο «εσώτερον του καταπετάσματος», μαζί με τον Χριστό. Στον Σταυρό και στην Ανάσταση. Στην αγάπη που γίνεται ελπίδα. Ας ακολουθήσουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
30 Μαρτίου 2025
Κυριακή Δ’ Νηστειών


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΜΑΣ ΔΩΣΕΙ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΝΑΠΟΘΕΤΕΙ ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΑΝΕΠΙΓΝΩΣΤΑ  ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΑ.

Ανώνυμος είπε...

Εβρ 6:9 – 12
Ἀδελφοί, πεπείσμεθα περὶ ὑμῶν, ἀγαπητοί, τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας, εἰ καὶ οὕτω λαλοῦμεν. οὐ γὰρ ἄδικος ὁ Θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διακονήσαντες τοῖς ἁγίοις καὶ διακονοῦντες. ἐπιθυμοῦμεν δὲ ἕκαστον ὑμῶν τὴν αὐτὴν ἐνδείκνυσθαι σπουδὴν πρὸς τὴν πληροφορίαν τῆς ἐλπίδος ἄχρι τέλους, ἵνα μὴ νωθροὶ γένησθε, μιμηταὶ δὲ τῶν διὰ πίστεως καὶ μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ἐπαγγελίας.

Μκ 7:31 – 37
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῶν ὁρίων Τύρου καὶ Σιδῶνος ἦλθε πρὸς τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας ἀνὰ μέσον τῶν ὁρίων Δεκαπόλεως. καὶ φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ αὐτῷ τὴν χεῖρα. καὶ ἀπολαβόμενος αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὄχλου κατ᾿ ἰδίαν ἔβαλε τοὺς δακτύλους αὐτοῦ εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ, καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ, καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἐστέναξε καὶ λέγει αὐτῷ· ἐφφαθά, ὅ ἐστι διανοίχθητι. καὶ εὐθέως διηνοίχθησαν αὐτοῦ αἱ ἀκοαὶ καὶ ἐλύθη ὁ δεσμὸς τῆς γλώσσης αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει ὀρθῶς. καὶ διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν· ὅσον δὲ αὐτὸς αὐτοῖς διεστέλλετο, μᾶλλον περισσότερον ἐκήρυσσον. καὶ ὑπερπερισσῶς ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· καλῶς πάντα πεποίηκε· καὶ τοὺς κωφοὺς ποιεῖ ἀκούειν καὶ τοὺς ἀλάλους λαλεῖν.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

ΤΟ ΦΥΛΑΚΤΗΡΙΟΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΩΜΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΑΙΩΜΑ ΚΑΙ ΙΕΡΟΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ

Όσο κι αν θέλουμε να έχουμε ειρήνη στη ζωή μας, στην πραγματικότητα η καθημερινότητά μας είναι ένας διαρκής πόλεμος. Η μεταπτωτική μας φύση μάς κάνει να είμαστε συνεχώς σε έναν λογισμό αυτοθέωσης. Δεν είναι η πρόταξη του εγώ το κύριο πρόβλημα. Ο Τριαδικός Θεός, όταν μας δημιούργησε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του, μάς έδωσε τη συνείδηση της ετερότητας,[ΩΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΝ, ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ] της διαφορετικότητας σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο και αυτό διαφαίνεται στην υπέροχη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο πρώτος άνθρωπος , ο Αδάμ, ο χωματένιος, δίνει όνομα σε όλες τις ζωντανές υπάρξεις που περνούνε από μπροστά του, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι όμοιες μ’ αυτόν, εκτός από τη δίψα για σχέση. Κι αυτό διαφαίνεται από την αντίληψη ότι όλα τα ζώα ήταν αρσενικά και θηλυκά, είχαν ταίρι όμοιο μ’ αυτά, είχαν δηλαδή την εμπειρία της κοινότητας, της σχέσης, του μοιράσματος, τόσο σωματικά, όσο και ως υπέρβαση της μοναξιάς. Γι’ αυτό και ο Θεός πλάθει τη γυναίκα, την Εύα, από την πλευρά του Αδάμ, για να του δώσει και στην πράξη τη δυνατότητα της κοινωνίας στα πλαίσια της δικής του, της ανθρώπινης φύσης. Η επιλογή όμως του ανθρώπου να είναι θεός από μόνος του, χωρίς σχέση με τον Θεό, διά της βρώσεως του καρπού του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, κάνει τον άνθρωπο μία ύπαρξη πολεμική και ανταγωνιστική τόσο έναντι της φύσης όσο και έναντι του συνανθρώπου του. Ο κόσμος όλος λοιπόν γίνεται ένα πεδίο ανταγωνισμού, στο οποίο συνήθως ο ισχυρότερος επικρατεί και καταπιέζει τον πιο αδύναμο, συχνά εξοντώνοντάς τον.

Ο πόλεμος όμως δεν είναι μόνο στη ζωή, στη σχέση, στην κοινωνία, στον κόσμο. Έχει να κάνει και με το μέσα του ανθρώπου. Βρισκόμαστε σε μία διαρκή σύγκρουση με τον εαυτό μας, με τον λογισμό που μας λέει ότι εμείς πρέπει να έχουμε τον τελευταίο λόγο, με τη δίψα να ικανοποιήσουμε κάθε επιθυμία μας, με την μελαγχολία τού να αισθανόμαστε ηττημένοι, όταν δεν βλέπουμε να είμαστε το επίκεντρο της ζωής. Και μέσα στη σύγκρουση αυτή δεν έχουμε πού να καταφύγουμε, για να ζητήσουμε βοήθεια, και έτσι απευθυνόμαστε συχνά και στον Θεό. Ζητούμε από Εκείνον να μας στηρίξει. Ζητούμε από Εκείνον να προσθέσει δύναμη στη δική μας αδυναμία. Τον επικαλούμαστε στην προσευχή μας, αλλά και θέλουμε να Τον χρησιμοποιήσουμε ως το υπέρτατο όπλο που θα μας δώσει την εκπλήρωση των θελημάτων μας, ιδίως αν αυτά μοιάζουν δίκαια. Και μαζί με τον Θεό απευθυνόμαστε και στην Παναγία, την Μητέρα του Υιού και Λόγου, του Χριστού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του ενανθρωπήσαντος, όχι για να εκπληρώσει τα θελήματά μας, αλλά για να μας δείξει τον δρόμο για την ανάσταση, την νίκη κατά του ποικιλότροπου θανάτου διά της αγάπης.

Στην ακολουθία των Χαιρετισμών και στον υπέροχο κανόνα του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου διαβάζουμε τους εξής χαρακτηρισμούς, που απευθύνονται στο πρόσωπο της Παναγίας: Είναι «φυλακτήριον», δηλαδή φρούριο στο οποίο προφυλασσόμαστε. Είναι χαράκωμα», δηλαδή όρυγμα στο έδαφος, όπου βρίσκουμε προστασία, κρυμμένοι και ασφαλείς, από τις επιθέσεις του εχθρού. Είναι «κραταίωμα», στήριγμα που μας ενισχύει και μας δίνει δύναμη. Είναι «ιερόν καταφύγιον», εκεί δηλαδή όπου μπορούμε να καταφύγουμε για να ξεκουραστούμε και να φυλαχτούμε στην κόπωση του πολέμου, ξανακερδίζοντας ένα αίσθημα ιερότητας και αγιότητας που έχουμε χάσει, θεοποιώντας τον εαυτό μας. Και οι τέσσερις χαρακτηρισμοί είναι αμυντικοί. Στις επιθέσεις του πειρασμού, στις επιθέσεις του κόσμου και των άλλων ανθρώπων, κυρίως όμως στις επιθέσεις του ίδιου μας του εαυτού, η Παναγία γίνεται αυτή που μας περιφρουρεί. Μας προφυλάσσει, γιατί η αγκαλιά της μάνας απλώνεται και προστατεύει τα παιδιά της. Μας βοηθά να νικήσουμε τους φόβους μας, ευρισκόμενοι σε ένα πνευματικό χαράκωμα. Είναι το στήριγμά μας, που μας κάνει να παίρνουμε δύναμη, διότι μας υπενθυμίζει ότι τον τελευταίο λόγο στη ζωή τον έχει ο Υιός και Θεός της. Είναι το καταφύγιό μας, όταν όλα μοιάζουν χωρίς ελπίδα, διότι αυτή είναι που έφερε στον κόσμο την ελπίδα και μας δίνει ελπίδα.

Στις συγκρούσεις της ζωής η απάντηση δεν είναι το ίδιον θέλημα και ο θρίαμβός του, αλλά η επίγνωση του τρόπου της Παναγίας. Αυτή μας δείχνει ότι το θέλημα του Θεού είναι ο τρόπος για να ξαναβρούμε την οδό της βασιλείας. Το θέλημα του Θεού γίνεται ίσως μια περιπέτεια, στην οποία οι απαντήσεις δεν είναι άμεσες, όταν δοκιμαζόμαστε, αλλά σε βάθος χρόνου νιώθουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας, όπως επίσης και ότι η αγάπη θα νικήσει, ακόμη κι αν περάσει από ήττες και θανάτους. Το θέλημα του Θεού μάς λυτρώνει από την αίσθηση ότι ευτυχισμένος είναι όποιος λύνει τα προβλήματά του με βάση τη δική του απαίτηση, ενώ, στην πραγματικότητα, κληθήκαμε να παλεύουμε για την καλοσύνη και την προσφορά, εμπιστευόμενοι τα υπόλοιπα στον ουρανό. Κληθήκαμε, χωρίς να αρνούμαστε τις δυνατότητες του πολιτισμού και του κόσμου, να έχουμε ήθος που δίνει φως. Και η Παναγία, στις δυσκολίες μας, στους σταυρούς μας, είναι το φυλακτήριο, το χαράκωμα, το κραταίωμα, το καταφύγιό μας. Ας την συναντούμε στην Εκκλησία.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
21 Μαρτίου 2025
Γ’ Χαιρετισμοί


AΛΛΟ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΠΩΣ ΛΕΜΕ; ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΡΟΣΘΕΣΟΥΜΕ ΠΑΤΑΤΕΣ ΚΑΙ ΝΤΟΜΑΤΕΣ; Η Κ.Δ. ΜΑΣ ΛΕΕΙ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ ΕΝ ΕΤΕΡΑ ΜΟΡΦΗ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ. ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ, ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΜΑΣ. ΔΕΝ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ. ΑΦΑΙΡΕΙΤΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ Ή ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΜΕ ΑΒΑΠΤΙΣΤΟΙ.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Οι ρίζες της καταλαλιάς


Άσκηση και Πνευματική ζωή

Πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Δρ. Θεολογίας

Ρωτήθηκε ο Αββάς Ησαΐας τι είναι καταλαλιά. Και αποκρίθηκε εκείνος: “Το να μη γνωρίζεις τη δόξα του Θεού και να φθονείς τον πλησίον” (Από το “Γεροντικό”)

Για την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας τα πάθη, όπως εκφράζονται στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου, έχουν βαθύτερες ρίζες. Για παράδειγμα, η καταλαλιά, που σημαίνει τη διατύπωση αρνητικών χαρακτηρισμών εις βάρος κάποιου ή την διάδοση ειδήσεων με σκοπό την μείωσή του, έχει ως ρίζα της την άγνοια της δόξας του Θεού, αλλά και τον φθόνο προς τον πλησίον. Το δεύτερο γίνεται εύκολα αντιληπτό. “Θάβεις” κάποιον διότι δεν τον συμπαθείς επειδή έχει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία λείπουν από σένα ή επειδή έχει αποδοχή από τους ανθρώπους σε βαθμό που εσύ δεν έχεις. “Θάβεις”κάποιον διότι με αυτόν τον τρόπο θεωρείς ότι μπορείς να τον μειώσεις, αλλά και εκείνη τη στιγμή να δείξεις ότι εσύ είσαι ανώτερος από αυτόν.

Η άγνοια όμως της δόξας του Θεού;

Αν το σκεφτούμε καλύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι ο ασκητικός λόγος έχει συλλάβει το πάθος της καταλαλιάς στην βαθύτερη ρίζα του. Η δόξα του Θεού είναι η αγάπη Του, είναι η ταπείνωσή Του, είναι ο Σταυρός Του, είναι η συγχώρεση που προσφέρει στους ανθρώπους. Όλα αυτά δείχνουν πως όποιος καταλαλεί, στην πραγματικότητα δεν βλέπει Ποιος είναι ο Θεός και ποιον δρόμο ζητά από εμάς τους ανθρώπους να ακολουθήσουμε, εάν θέλουμε να πορευτούμε “καθ’ ομοίωσίν ” Του. Η καταλαλιά είναι η άρνησή μας να δούμε στον άλλον την εικόνα του Θεού. Προφανώς και μπορούμε να επισημάνουμε λάθη και αμαρτίες. Δεν μας στέρησε ο Θεός την κριτική ικανότητα, την οποία ο Ίδιος μας δώρισε στη δημιουργία μας, προικίζοντάς μας με νου, λογική ικανότητα, αντίληψη. Είναι άλλο αυτό όμως και άλλο να διασπείρουμε εις βάρος του άλλου ψευδείς ειδήσεις ή να τον εξουθενώνουμε στην προσπάθειά μας να δοξάσουμε τον εαυτό μας.

Στην καθημερινή μας ζωή υπάρχει έντονη η καταλαλιά, τόσο στο Διαδίκτυο όσο και στις σχέσεις μας. Θεωρούμε εκτόνωση το να κουτσομπολεύουμε τον πλησίον μας, θεωρούμε ότι γινόμαστε κάποιοι με το να κοινοποιούμε λάθη του. Άλλοτε, βγάζουμε κακία εις βάρος του, υιοθετώντας αβασάνιστα κάτι που ακούμε, θέλοντας να δείξουμε ότι ως πρόσωπο είναι διαβλητό και εμμέσως δικαιώνοντας τον εαυτό μας ότι είμαστε καλύτεροι. Το πρόβλημα είναι ότι η καταλαλιά θεωρείται αρετή για να μπορεί να κοινωνικοποιηθεί ο άνθρωπος. Τα παιδιά τη βλέπουν στους γονείς τους. Τα παιδιά που δεν θέλουν να εμπλακούν σε τέτοιες διαδικασίες θεωρούνται ακοινώνητα, δυσκολεύονται να βρούνε παρέες και εύκολα γίνονται και θύματα εκφοβισμού, διότι δεν βρίσκουν εύκολα υποστηρικτές. Η καταλαλιά συχνά γεννά δημοσιότητα και αυτό βυθίζει ακόμη περισσότερο όσους δεν θέλουν να την ακολουθήσουν.

Η υπενθύμιση της δόξας του Θεού στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πολύτιμο όπλο στον αγώνα εναντίον της καταλαλιάς. Το πάθος αυτό φθείρει την ψυχή μας. Την απομακρύνει από την αυτοκριτική. Την καθιστά, κάποτε ασυνείδητα, αυτοδικαιωτική. Δεν την βοηθά να δείξει αγάπη. Την αμαυρώνει ηθικά. Γι’ αυτό και το να βλέπουμε τι σημαίνει δόξα Θεού μας κάνει ικανούς να μπορούμε να βρούμε δρόμους υπομονής στην άρνηση των άλλων να αποδεχτούμε ότι η ζωή έχει νόημα και όταν καταλαλείς, αλλά και δρόμους προσευχής για όσους δυσκολεύουν είτε εμάς είτε τους συνανθρώπους μας με τη στάση τους. Η πίστη είναι η βάση και η αγάπη ο τρόπος.
themistoklismourtzanos.blogspot.com

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ  ΗΣΑΙΑ. ΚΑΤ΄ΑΡΧΑΣ ΟΤΙ Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ, ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ,ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΩΣ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ.
 ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ. ΚΑΘΟΤΙ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ.
 ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΙΩΣΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ, ΜΙΑ  ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ. 
ΟΤΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΣΕ ΧΟΡΗΓΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ. 
ΟΤΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΕΝΝΑ ΗΔΗ ΤΟΥΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. 
ΟΤΙ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ. ΚΑΙ ΓΙ΄ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΟΣ ΟΠΩΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.
ΟΤΙ Ο ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΤΟΥ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΥ ΚΑΘΟΤΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΗΧΩ, Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ.