Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλωτίνος - Εννεάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλωτίνος - Εννεάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 3

Συνέχεια από Τετάρτη 22. Ιουλίου 2026

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 3

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Βίος του Πλωτίνου


Μετάφραση με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, εισαγωγή, σημειώσεις και βιβλιογραφία του Giuseppe Faggin.

RUSCONI

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
του Giuseppe Faggin

«…μηδὲ κατ’ ἐπιστήμην ἡ σύνεσις ἐκείνου μηδὲ κατὰ νόησιν, ὥσπερ τὰ ἄλλα νοητά, ἀλλὰ κατὰ παρουσίαν ἐπιστήμης κρείττονα».

«…η γνώση Εκείνου δεν αποκτάται ούτε μέσω της επιστήμης ούτε μέσω της νοήσεως, όπως συμβαίνει με τα άλλα νοητά αντικείμενα, αλλά μέσω μιας παρουσίας ανώτερης από την επιστήμη».

Ἐννεάδες, VI 9, 4, 1-3

Εάν το επίπεδο της Ζωής είναι σχετικό προς το επίπεδο της Αλήθειας και παραπέμπει αναγκαστικά σε αυτό, και εάν το επίπεδο της Αλήθειας είναι σχετικό προς το Ένα και ανοίγεται προς αυτό χάρη στην εσωτερική του διαλεκτικότητα, το Ένα δεν έχει πέρα και επάνω από τον εαυτό του κάποιον όρο τον οποίο θα όφειλε να αναγγείλει. Το Ένα είναι άσχετο προς οτιδήποτε άλλο και φανερώνει μόνο τον εαυτό του. Με τη λέξη «Ένα» ο Πλωτίνος θέλει να δηλώσει τόσο το ευρύ φάσμα των μυστικών αξιών όσο και την περιοχή του ανεκφράστου: το πρώτο προϋποθέτει ένα πνευματικό Erlebnis, ένα βίωμα, ενώ η δεύτερη απαιτεί από τη σκέψη τη δικαιολόγηση της μη εκφρασιμότητας της.

Είναι φανερό ότι ο Πλωτίνος δεν αναγνώρισε μόνο τη ζωτική αξία της μυστικής εμπειρίας και την ύψιστη σημασία της μέσα στην οικονομία του πνεύματος, αλλά επιχείρησε επίσης να της αποδώσει την ορθή θέση μέσα στην αρχιτεκτονική του συστήματός του ή, με άλλα λόγια, να κατανοήσει με σαφήνεια το αδιαμφισβήτητο νόημά της σε σχέση προς την Αλήθεια και τη Ζωή.

Αυθεντικός μυστικός, ξένος προς τον οραματικό συναισθηματισμό και τον μυθοποιητικό δογματισμό, ο Πλωτίνος δεν υπήρξε ποτέ ανορθολογιστής ούτε, υπό το κάλυμμα της «εκστάσεως», διακήρυξε ποτέ την περιφρόνηση των πολιτισμικών και ορθολογικών αξιών. Δεν πρέπει πράγματι να λησμονούμε ότι το Ένα, μολονότι συγκροτεί ένα αυτόνομο επίπεδο σε σχέση προς τον Νοῦ και την Ψυχή, αποτελεί εντούτοις την πηγή της ορθολογικότητας και του είναι. Εκείνο που αντιπροσωπεύει το Ένα για την ψυχή είναι, σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που η Αλήθεια και η ίδια η Ζωή την έκαναν να προαισθανθεί.

Στην πραγματικότητα, το Ένα αντιπροσωπεύει την περιοχή του Ιερού· και το Ιερό δηλώνει ό,τι πιο ζωντανό, πιο έντονο και πιο μακαριστικό μπορεί να εκφράσει η έννοια του «Αγαθού». Το Αγαθό είναι εσωτερική ειρήνη, είναι ενότητα της ψυχής με τον εαυτό της, είναι αίσθηση μιας φωτεινής παρουσίας και, προπάντων, απόλυτη ελευθερία από την οδύνη της ανάγκης, από τα δεσμά της εμπειρικής ατομικότητας και από τους μόχθους της γνώσεως· είναι πληρότητα ζωής, διότι δεν είναι πλέον η ζωή η οριοθετημένη σε αυτήν ή σε εκείνη τη μορφή, η προσληφθείσα μέσα σε έναν καθορισμένο χρόνο και χώρο, η εκτεθειμένη στη φθορά του γίγνεσθαι και στα βασανιστικά ερωτήματα του λόγου, αλλά είναι η ίδια η Ζωή, η οποία απολαμβάνεται αιφνιδίως —ἐξαίφνης—, κατά την ιερή στιγμή, μέσα στη μακάρια αμεσότητά της, «χωρίς γιατί». Είναι, επομένως, το Αγαθό ως αλώβητη ενότητα, η οποία δεν αντανακλάται σε κάποια πράξη νοήσεως, αλλά απολαμβάνει και χαίρεται τον ίδιο τον εαυτό της.

Όταν το Αγαθό τοποθετείται με αυτόν τον τρόπο επάνω στην ενιαία ανοδική γραμμή της Αλήθειας και της Ζωής, και όχι σε κάποια απρόσιτη περιοχή, δεν εμφανίζεται ως η παράλογη άρνηση των πολιτισμικών και ορθολογικών αξιών, αλλά ως η Αλήθεια της αλήθειας, ως η Ζωή της ζωής. Ο μεγαλύτερος θεωρησιακός μόχθος του Πλωτίνου εκδηλώθηκε στην προσπάθειά του να ταυτίσει το Αγαθό ως μυστική εμπειρία με το Ένα ως μεταφυσική οντότητα, να συνδέσει τα θεμέλια της αρνητικής θεολογίας με τις ζωτικές επαληθεύσεις του εσωτερικού Erlebnis.

Η απαίτηση της απόλυτης Ενότητας, η οποία κυριαρχεί με έμμονη επαναληπτικότητα στην πλωτινική σκέψη, παρουσιάζεται πράγματι ως το ύψιστο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει η διάνοια και συγχρόνως ως η θεωρητική έκφραση που αντιστοιχεί στην εντονότερη και βαθύτερη εμπειρία της ψυχής. Η αποφατική θεολογία αποτελεί το έσχατο όριο της νοητικής μας εντάσεως· το Ένα, προς το οποίο μπορεί να ανυψωθεί ο νους μας, δεν μπορεί να οριστεί, αλλά μόνο —για να το πούμε έτσι— να υποδηλωθεί, με την αφαίρεση από αυτό όλων εκείνων των ιδιοτήτων και των κατηγορημάτων που συνεπάγονται οποιαδήποτε ετερότητα ή πολλαπλότητα.

Το Ένα, επομένως, δεν είναι ούτε διάνοια ούτε νόηση ούτε αυτοσυνειδησία ούτε αγάπη ούτε Είναι ούτε ατομικότητα· και, ως τέτοιο, είναι το Μηδέν, το αβυσσαλέο Μηδέν, το απροσδιόριστο, το ασύλληπτο και το ανείπωτο εξαιτίας της υπερβολής της δυνάμεώς του. Και η σκέψη μας, η οποία αρνείται να το ορίσει και απορρίπτει ως ανεπαρκείς και αλαζονικούς τους ορισμούς που θα ήθελαν να το περικλείσουν μέσα σε έναν στενό εννοιολογικό κύκλο, γνωρίζει τους λόγους της ίδιας της αδυναμίας της· γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει και γνωρίζει γιατί δεν γνωρίζει.

Ο θεολόγος δεν εκπληρώνει ποτέ αυθεντικότερα το καθήκον του από όταν αναστέλλει την κρίση του και υποδέχεται μέσα στη σιωπή την παρουσία του Ιερού. Το Μηδέν, όμως, θα κινδύνευε να διαλυθεί σε κενό μηδέν, σε απόλυτη απουσία, εάν η αριθμητική εμπειρία της ἐκστάσεως δεν επανέφερε, τρόπον τινά, στο επίπεδο της ζωής την πραγματικότητα του Ενός, την οποία η σκέψη οφείλει να κηρύξει ανείπωτη, και εάν δεν προσέδιδε στην αρνητική λειτουργία την πνευματική αξία ενός θετικού Erlebnis: η σιωπή της σκέψεως ισοδυναμεί με το εσωτερικό φως της ψυχής.

Τα τρία επίπεδα —του Ενός, δηλαδή του Ιερού, του Νοῦ, δηλαδή της Αλήθειας, και της Ψυχής, δηλαδή της Ζωής— παρουσιάζονται, επομένως, στην πλωτινική σκέψη ως μια ιεράρχηση αξιών, στις οποίες ο συνδετικός ιστός της προόδου προσδίδει ιδιαίτερα νοήματα και συγκεκριμένους συσχετισμούς.

Το Ιερό, δηλαδή η θρησκευτική εμπειρία, αποτελεί την ύψιστη αξία, μπροστά στην οποία ωχριούν οι συλλογιστικές λειτουργίες, η τεχνική και επιστημονική γνώση και οι μόχθοι του πρακτικού βίου. Και όμως, η Αλήθεια, μολονότι μπορεί να εμφανίζεται ως κάθοδος και πτώση σε σχέση προς την ύψιστη αξία, αποκαλύπτεται σε εμάς ως φανέρωση του Ιερού στο επίπεδο της νοητότητας και της ορθολογικότητας.

Το Ιερό αναγγέλλεται μέσα στην Αλήθεια, χωρίς όμως να εξαντλείται σε αυτήν. Η Αλήθεια αποτελεί εικόνα του Ιερού και επαναφέρει σε αυτό· η Ζωή, κατώτερη από την Αλήθεια, αποτελεί με τη σειρά της ορατή ανάπτυξη της Αλήθειας και ιδεατή υπόμνησή της.

Υπάρχει, επομένως, μια ιεραρχία αξιών, οι οποίες απαιτούν να αναγνωριστούν σύμφωνα με την οντολογική τους τάξη. Η ενότητα του πραγματικού δεν αποτελεί αφηρημένη ενότητα, αλλά αρθρώνεται σε μια πολλαπλότητα, η οποία διαθλά την πρώτη Πηγή, τη φανερώνει και την πολλαπλασιάζει μέσα στον ανεξάντλητο πλούτο των συμβόλων· και όμως δεν τη διασκορπίζει, αλλά παραμένει πάντοτε διαθέσιμη να λειτουργήσει ως έκκληση και μήνυμα ενότητας.

Η απέραντη και πολυδιάστατη μεταφυσική τοιχογραφία του Πλωτίνου παραμένει στατική και ασυνεχής χωρίς έναν θεατή, ο οποίος να είναι συγχρόνως οδοιπόρος και πρωταγωνιστής μιας μεταφυσικής περιπέτειας και να αναγνωρίζει, μέσα στη σφαίρα της υποκειμενικότητας —δηλαδή της κινήσεως και της υπαρξιακής συνειδητότητας—, τη συνέχεια των υποστατικών επιπέδων.

Αυτός ο θεατής-πρωταγωνιστής είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ή, εάν θέλουμε να τον δηλώσουμε με έναν περισσότερο γνήσια πλωτινικό όρο, η ατομική ψυχή, απολύτως προσωπική και αναγώγως μοναδική.

Η κεντρικότατη θέση που αυτή κατέχει στο πλωτινικό σύστημα όχι μόνο παραλληλίζεται αναμφίβολα με την πνευματική αξιοπρέπεια την οποία κατά την ίδια εποχή οι χριστιανοί στοχαστές αναγνώριζαν στο ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά προαναγγέλλει όλα εκείνα τα αναγεννησιακά και νεότερα ρεύματα που εξύμνησαν τη dignitas hominis και ανύψωσαν το «άτομο» σε δραματικό πρωταγωνιστή της κοσμικής περιπέτειας.

Και τολμώ να προσθέσω —ίσως παρά την αντίθετη γνώμη των φανατικών θιασωτών της κοινωνιολογίας και του δομισμού— ότι και για εμάς, ή μάλλον προπάντων για εμάς, η αντίληψή του, παρά τα αρχαϊκά στοιχεία που εξακολουθεί να φέρει μαζί της, έχει τη δύναμη να μας καταστήσει συνειδητούς —εάν πράγματι υπάρχει ανάγκη γι’ αυτό— της σημασίας μας και του πνευματικού μας πεπρωμένου.

Το Ένα μέσα στην απρόσιτη απειρότητά του, η Αλήθεια μέσα στη νοητή τάξη της και η Ζωή μέσα στον ασυγκράτητο δυναμισμό της προϋποθέτουν την παρουσία της ατομικής ψυχής. Χωρίς τον οφθαλμό που βλέπει, το αντικείμενο της θεωρήσεως δεν έχει ούτε μορφή ούτε δομή, και τα χρώματα δεν έχουν ούτε χροιά ούτε τονικότητα.

Μέσα στην πρόοδο των υποστάσεων υπάρχει ένας διασκορπισμός, μια παρακμή, μια απομάκρυνση από την Πηγή· και στις έσχατες απολήξεις της η ζωή δεν μπορεί να καταφάσκει παρά μόνο μέσω της γεννήσεως και του θανάτου, της φθοράς, του κύκλου των γενεών και της φυγής μέσα στον χρόνο.

Μέσα στη σφαίρα της ζωής ισχύει μια μεταφυσική εντροπία, η οποία καταδικάζει κάθε οργανική μορφή στον αφανισμό και κάθε ζωτική ενέργεια στη διάχυση.

Μέσα στον ευρύ οντολογικό χώρο, το Είναι και το γίγνεσθαι, η Ζωή και ο θάνατος, η υποστατικότητα και το φαινόμενο φαίνονται να τοποθετούνται αδιακρίτως το ένα δίπλα στο άλλο. Η ανθρώπινη ψυχή αναγνωρίζει το Είναι ως είναι και το γίγνεσθαι ως γίγνεσθαι· προσδιορίζει τον χρόνο των φαινομένων που παρέρχονται, επειδή δέχεται και υποφέρει μέσα της τη θλίψη των καιρών που κυλούν, διακρίνοντάς τους από την ιδέα του αμετάβλητου.

Η ψυχή είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, επειδή αναγνωρίζει την αξία και τη σημασία των επιμέρους υποστάσεων· η αναγνώρισή της θεμελιώνει την οντολογική ιεραρχία. Η παρουσία και η δραστηριότητά της προσδίδουν ζωή, κίνηση και συνέχεια στις υποστάσεις, οι οποίες, κατά την πρόοδό τους, παγιώνονται μέσα σε μια στατική αιωνιότητα.

Το χωροχρονικό γίγνεσθαι, παρά τις αμείλικτες καταστροφές και διασπορές του, αναγγέλλει τη μία και άφθαρτη Ζωή· η Ζωή, μέσα από την πλοκή των οργανικών μορφών της, αναγγέλλει το γεγονός του Νοῦ και της Αλήθειας· ο Νοῦς αναγγέλλει και παραπέμπει στο Ένα. Αυτές οι αναγγελίες, αυτοί οι υπαινιγμοί αποτελούν τον ιστό που εγγυάται τη συνέχεια και την ενότητα του πραγματικού· εκείνη όμως που συλλαμβάνει το νόημα αυτών των υπαινιγμών είναι η ατομική ψυχή, η οποία μέσα στο εφήμερο διαισθάνεται την αιφνίδια αναλαμπή του καθολικού και του νοητού και, σε κάθε οντολογικό ορίζοντα, γνωρίζει να βλέπει πέρα από αυτόν, έως τα έσχατα όρια, όπου δεν υπάρχει παρά μόνο το ανείπωτο.

Η ψυχή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αβύσσους, των οποίων η έλλογη κατανόηση και οριοθέτηση είναι αδύνατη: από τη μία πλευρά, η άβυσσος του Ενός, του Ιερού, το οποίο είναι απροσδιόριστο εξαιτίας της υπερβολής της δυνάμεως και της θετικότητάς του· από την άλλη, η άβυσσος της ύλης, μια κενή και σκοτεινή μήτρα, απροσδιόριστη εξαιτίας της υπερβολής της αρνητικότητάς της.

Και ενώ η ψυχή γνωρίζει ότι δεν μπορεί να τις ορίσει, γνωρίζει συγχρόνως και τους λόγους της αδυναμίας της· και η κατάπληξη που τη διαπερνά μέσα σε αυτή τη συνειδητοποίηση φέρει μαζί της τα σημεία της αναγνωρίσεώς τους: η άβυσσος του Ενός είναι tremendum et fascinans, φοβερή και γοητευτική, και υπόσχεται την ειρήνη της εκστάσεως. Η άλλη είναι η άβυσσος που απειλεί με θάνατο και διάλυση· αλλά η ψυχή, αναγνωρίζοντας την αρνητικότητα αυτής της αβύσσου, διαισθάνεται συγχρόνως την ετερογένεια της δικής της φύσεως: sentimus experimurque nos aeternos esse — αισθανόμαστε και βιώνουμε ότι είμαστε αιώνιοι.

Και προπάντων, η ψυχή καθιστά δυνατή την επανένωση του Ενός με τον εαυτό του. Χωρίς την ατομική αυτοσυνειδησία του συγκεκριμένου ανθρώπου, το Ένα θα ακινητοποιούνταν στην κορυφή της υποστατικής πυραμίδας· μέσω αυτής και μόνο μέσω αυτής η παραγόμενη πραγματικότητα επιστρέφει στην Πηγή και κλείνει ο κύκλος της αιώνιας ζωής:

«Γνωρίζω ότι χωρίς εμένα ο Θεός δεν μπορεί να ζήσει ούτε μία στιγμή·
εάν εγώ εκμηδενιστώ, τότε και Αυτός πρέπει κατ’ ανάγκην να παραδώσει το πνεύμα».⁵

Η κεντρική θέση της ατομικής ψυχής στον Πλωτίνο καθορίζει τη δραματική ιστορικότητά της. Μόνο το συγκεκριμένο άτομο έχει τη δική του ιστορία. Το Ένα και ο Νοῦς βρίσκονται έξω από την ιστορία, επειδή η πραγματικότητά τους συγκεντρώνεται στο αιώνιο παρόν· ούτε η κοσμική Ψυχή έχει ιστορία, επειδή τα ουράνια και επίγεια συμβάντα ανανεώνονται διαρκώς μέσα σε μια κυκλική διάρκεια, η οποία εκφράζει έναν αμετάβλητο νόμο.

Ούτε οι λαοί και τα κράτη έχουν αυθεντική ιστορία· οι ολέθριες περιπέτειές τους μπορούν βέβαια να χαράξουν μια αδιάκοπη γραμμή, χωρίς όμως μια ενιαία τελεολογική κατεύθυνση. Εδώ, όπου οι μοίρες των επιμέρους ανθρώπων διασταυρώνονται και συγκρούονται, το ηθικό νόημα —της ανυψώσεως ή της οπισθοδρομήσεως— πρέπει να αναζητηθεί όχι στα ορατά αποτελέσματα των γεγονότων, αλλά στο μυστικό των επιμέρους συνειδήσεων.

Στον Πλωτίνο, η ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου έχει δυνατότητα και ηθικό νόημα μόνο υπό τον όρο ότι εκτυλίσσεται μέσα σε μεταφυσικές και αξιολογικές συντεταγμένες, οι οποίες, αντί να παραλύουν την ορμή του και να υπονομεύουν την κατάσταση της ελευθερίας του, χαράσσουν ιδεατά την κατεύθυνση και την αξία της. Η ιστορία δεν είναι αληθινή ιστορία, δηλαδή δεν είναι πνευματική ιστορία, εάν δεν πραγματώνεται μέσω επιλογών οντολογικής εγκυρότητας.

Είναι παράλογο να απαιτούμε την αυθεντικότητα της ιστορίας από έναν άπειρο και απρόβλεπτο αριθμό δυνατοτήτων. Οι υπαρξιακές δυνατότητες του συγκεκριμένου ανθρώπου βρίσκονται στο βάθος του είναι του, επειδή βρίσκονται ήδη μέσα στην ίδια τη συγκρότηση του Είναι.

Η αληθινή ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου δεν συνίσταται, για τον Πλωτίνο, στη δημιουργία νέων δυνατοτήτων πνευματικής ζωής, αλλά στην πραγμάτωση —μέσω κατακτήσεων, απωλειών και επίπονων ανακτήσεων— των δυνατοτήτων τις οποίες το Είναι προσφέρει και υποδεικνύει σε διαφορετικές περιστάσεις.

Όπου η μεταφυσική οδός διαγράφεται μπροστά μας ως μια ακίνητη διαδρομή που εκτείνεται από μια πανίσχυρη φωτεινή πηγή έως την απουσία του φωτός, είναι φανερό ότι η ιστορία ενός σημείου το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στα δύο άκρα —εάν υποθέσουμε ότι ένα σημείο μπορεί να έχει ιστορία— θα συνίστατο εξ ολοκλήρου στις κινήσεις με τις οποίες αυτό επιχειρεί, μέσα από ταλαντεύσεις, αβεβαιότητες και ταραχές, είτε να εγκατασταθεί σταθερά στην περιοχή του φωτός είτε να χαθεί μέσα στην αδιαφοροποίητη αχλύ του σκότους.

Και δεν έχει αποφασιστική σημασία το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ανέρχεται ή κατέρχεται, αποδέχεται ή απορρίπτει, με μια απολύτως προσωπική πράξη της βουλήσεώς του ή μαζί με άλλους ανθρώπους. Η αξία της πράξεώς του, η οποία εγγράφεται στην αυθεντική του ιστορία, βρίσκεται πάντοτε στην ανεπανάληπτη ατομικότητά του, στο «ναι» και στο «όχι» με τα οποία αυτός —και όχι κάποιος άλλος— ανυψώνεται στο επίπεδο της Αλήθειας και του Αγαθού ή αναδιπλώνεται στην περιοχή του ανορθολογικού.

Η αυθεντική ιστορία της ατομικής ψυχής είναι δυνατή, για τον Πλωτίνο, μόνο υπό τον όρο ότι το Ένα είναι εμμενές μέσα της με τη μορφή μιας διαρκούς και ουσιώδους επιθυμίας για ενότητα. Μέσα στην ψυχή η παρουσία του Ενός δεν αποτελεί κατοχή, αλλά απαίτηση και προαίσθηση. Χάρη σε αυτή την παρουσία, η πράξη της είναι συγχρόνως πράξη ενοποιήσεως και υπερβάσεως.

Η ψυχή ενοποιεί την αισθητή πολλαπλότητα μέσα στην ενότητα της έννοιας και την πολλαπλότητα των εννοιών μέσα στις ευρείες μεταφυσικές συνθέσεις, άλλοτε αναζητώντας μία μοναδική κοσμολογική ἀρχή και άλλοτε μια πρωταρχική γενεσιουργό ενέργεια. Υπερβαίνει κάθε επιτευχθέντα σκοπό, κάθε πεπερασμένο όριο, κάθε παγιωμένη και δογματοποιημένη θεωρία, για να φθάσει σε ένα σημείο που να αποτελεί το έσχατο και ανυπέρβλητο Αντικείμενο — ή, ακριβέστερα, κάτι περισσότερο από Αντικείμενο.

Συνεχίζεται

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 2

Συνέχεια από Τρίτη 14. Ιουλίου 2026

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 2

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Βίος του Πλωτίνου


Μετάφραση με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, εισαγωγή, σημειώσεις και βιβλιογραφία του Giuseppe Faggin.

Παρουσίαση και πλωτινική εικονογραφία του Giovanni Reale.

Τελική αναθεώρηση των κειμένων, παραρτήματα και ευρετήρια του Roberto Radice.


RUSCONI

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


του Giuseppe Faggin

«…μηδὲ κατ’ ἐπιστήμην ἡ σύνεσις ἐκείνου μηδὲ κατὰ νόησιν, ὥσπερ τὰ ἄλλα νοητά, ἀλλὰ κατὰ παρουσίαν ἐπιστήμης κρείττονα».

«…η γνώση Εκείνου δεν αποκτάται ούτε μέσω της επιστήμης ούτε μέσω της νοήσεως, όπως συμβαίνει με τα άλλα νοητά αντικείμενα, αλλά μέσω μιας παρουσίας ανώτερης από την επιστήμη».

Ἐννεάδες, VI 9, 4, 1-3


Η παρουσία του Πλωτίνου και της σχολής του στη Ρώμη κατά τον 3ο αιώνα δεν αποτελεί μόνο μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία για τη ζωτικότητα και τη συνέχεια της πλατωνικής σκέψεως, αλλά είναι προπάντων η έκφραση μιας μεγάλης πνευματικής ισορροπίας σε μια εποχή αποπροσανατολισμού και αγωνίας. Καμία αξίωση σχολαρχίας ή πρωτοτυπίας: ο Πλωτίνος δηλώνει ανοικτά ότι η θεωρητική του αναζήτηση επιθυμεί να παραμείνει απολύτως πιστή στη διδασκαλία του Πλάτωνος¹. Αποδέχεται τα δογματικά της θεμέλια με εκείνο το κριτικό πνεύμα και εκείνη τη συμπαθητική προσήλωση που χαρακτηρίζουν τους αυθεντικούς στοχαστές, οι οποίοι επιδιώκουν να συνεχίσουν μια μεγάλη παράδοση και οι οποίοι, έχοντας πίσω τους τη μεταγενέστερη ιστορία της σκέψεως, αισθάνονται την ανάγκη να ξαναστοχαστούν τη διδασκαλία του Διδασκάλου υπό το φως των νέων ερευνών.

Ο Πλωτίνος εμπλέκει έτσι όχι μόνο τα διάφορα πλατωνικά και πλατωνίζοντα ρεύματα —τον ερμητισμό, τη σκέψη του Φίλωνος του Αλεξανδρέως, τον μέσο πλατωνισμό, τον νεοπυθαγορισμό, τα Χαλδαϊκά Λόγια…— αλλά και τα διάφορα ρεύματα που σήμερα αποκαλούμε κλασικά: την αριστοτελική φιλοσοφία, τον στωικισμό στις ποικίλες σχολές του, τον επικουρισμό, τον σκεπτικισμό· συγχρόνως, λαμβάνει υπόψη τα πλατωνικά υπομνήματα του Κρονίου, του Σεβήρου, του Νουμηνίου, του Γαΐου και του Αττικού, καθώς και τα έργα των Περιπατητικών Ασπασίου, Αλεξάνδρου και Αδράστου². Το ενδιαφέρον του για την ανατολική σκέψη και για τη γνωστική γραμματεία³ δείχνει μέχρι πού θα ήθελε να επεκτείνει την έρευνά του.

Δεν πρέπει επίσης να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένοι ιστορικοί των ιδεών δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να διακρίνουν τον νεοπλατωνισμό από τον πλατωνισμό, αλλά μάλλον τείνουν να ανιχνεύουν τον νεοπλατωνισμό μέσα στον ίδιο τον πλατωνισμό. Τόσο μεγάλη είναι η στοργική φροντίδα του Πλωτίνου να λαμβάνει υπόψη, κατά την οικοδόμηση του δικού του συστήματος, ακόμη και τις λεπτότερες δογματικές αποχρώσεις του Διδασκάλου και των μεταγενέστερων επιγόνων του.

Υπάρχει όμως στον Πλωτίνο αρκετό υλικό ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για την αναμφισβήτητη πρωτοτυπία του: πρόκειται για τη θεωρία της «προόδου» —πρόοδος, ἀπόρροια, περίλαμψις—, η οποία στον Πλάτωνα εξαγγέλλεται, θα λέγαμε, μόλις ἐν αἰνίγματι, ενώ στον Πλωτίνο αντικαθιστά οριστικά και αναμφίβολα τη συντονιστική λειτουργία την οποία ο Πλάτων δεν είχε εκφράσει. Η θεωρία αυτή αποτελεί τον συνδετικό ιστό και τη μεσολάβηση που καθιστούν ολοένα περισσότερο κατανοητές τις σχέσεις μεταξύ των υποστάσεων και τον διαλεκτικό δυναμισμό τους, ανοίγοντας έτσι νέες και ευρύτερες προοπτικές μέσα στη συστηματική ενότητα της σκέψεώς του.

Από τους πλατωνικούς μύθους παραμένουν ακόμη ζωντανές και παρούσες στον Πλωτίνο μόνο ορισμένες υποβλητικές εικόνες και σύμβολα —το φως που εκπορεύεται από το φως, το κέντρο και οι ακτίνες, το δέντρο, η ανεξάντλητη πηγή…—· πρόκειται για ποιητικές αναλαμπές οι οποίες προσδίδουν κατά τόπους μια εντελώς ιδιαίτερη γοητεία στις παραδόσεις του, που δεν είναι πάντοτε γλωσσικά επεξεργασμένες.

Είναι βέβαιο ότι ο αληθινός συνεχιστής του Πλάτωνος, ο στοχαστής που τον συνεχίζει και τον ερμηνεύει με εξίσου βαθύ θρησκευτικό αίσθημα, δεν είναι ούτε ο Ιάμβλιχος, ο οποίος παλεύει μέσα σε σκοτεινούς εσωτερισμούς, ούτε ο Πρόκλος, ο οποίος αρέσκεται να οντολογικοποιεί και να υποστασιοποιεί αφαιρέσεις και σχέσεις, αλλά ο Πλωτίνος. Οι Ἐννεάδες του, δίπλα στα Μεταφυσικά του Αριστοτέλη, έχουν το προνόμιο να αντιπροσωπεύουν την πολυτιμότερη κληρονομιά της αρχαίας σκέψεως.

Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι Ἐννεάδες αποτελούν πιστό καθρέφτη της εποχής τους, η οποία ήταν τόσο βαθιά κλονισμένη πολιτικά και κοινωνικά. Δεν γίνεται σε αυτές αισθητή η οσμή μιας κρίσεως, εκτός ίσως από την επιθυμία του Πλωτίνου, για την οποία μαρτυρεί ο Πορφύριος, να ιδρύσει στην Καμπανία την πόλη Πλατωνόπολη, η οποία θα πρόσφερε καταφύγιο και δυνατότητα φυγής σε φιλοσόφους αηδιασμένους από τις εγκόσμιες ταραχές.

Οι αναφορές σε πολιτικά ζητήματα είναι σπάνιες· ο πλωτινικός λόγος παραμένει σταθερά προσανατολισμένος προς τα προβλήματα της ηθικής και της μεταφυσικής, με την άγρυπνη μέριμνα να ελαχιστοποιεί τις αρνητικές όψεις της ζωής. Στο σύστημα του Πλωτίνου υπάρχει σαφής και ευρύς χώρος για το κακό, την αθλιότητα και τον πόνο, αυτά όμως εντάσσονται μέσα σε ένα οχύρωμα που επιδιώκει να προσφέρει εγγυήσεις, προσδοκίες και ελπίδες. Ο λόγος του δεν αποσκοπεί μόνο στο να διδάξει και να οικοδομήσει μπροστά στον νου μας ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, αλλά και να μας καθησυχάσει ως προς το ορθολογικό και σωτηριολογικό νόημα της πραγματικότητας μέσα στην οποία έχουμε ριχθεί.

Κατά την εποχή του Πλωτίνου, ο παγανισμός προχωρεί με μεγάλα βήματα προς μια θλιβερή παρακμή. Η παραδοσιακή θρησκεία έχει ήδη απολέσει την ταυτότητά της και ανοίγει τις πύλες στις ξένες θεότητες, δημιουργώντας έναν ολοένα πιο περίπλοκο συγκρητισμό, ο οποίος δείχνει πόσο αποπροσανατολισμένες είναι οι ψυχές στην αναζήτηση ενός ανώτερου σκοπού. Προπάντων όμως μετασχηματίζεται σε έναν πολυδαιμονισμό που αρέσκεται σε μαγικές και θεουργικές πρακτικές, στις οποίες εμπλέκονται αναρίθμητα πλήθη αγαθών και κακών δαιμόνων. Το θρησκευτικό κλίμα γίνεται δαιμονοπαθές και βαθιά ανορθολογικό.

Σε ανοικτή σύγκρουση με τον παγανισμό, η νέα χριστιανική πίστη αναζητεί μέσα στον χώρο της ελληνικής σοφίας τα πολιτισμικά στηρίγματα που χρειάζεται για την υπεράσπισή της απέναντι στις κατηγορίες των διανοουμένων ενός κόσμου που ψυχορραγεί· ταυτόχρονα εντείνει τον αγώνα της εναντίον του πολυθεϊσμού, ο οποίος στιγματίζεται ως λατρεία του Σατανά.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μέτωπα, η σκέψη του Πλωτίνου επιδιώκει να αποτελέσει τη διεκδίκηση μιας ορθολογικής και πνευματικής φιλοσοφίας, η οποία μπορεί να επικαλεστεί μια ιστορία αιώνων και φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στις πολλαπλές απαιτήσεις της εποχής της, από τις μεταφυσικές και θρησκευτικές έως τις ηθικές και αισθητικές. Απορρίπτει αποφασιστικά την πολυθεϊστική παράδοση, της οποίας μετασχηματίζει τις θεότητες σε σύμβολα, και περιορίζει τους μύθους και τους θρύλους στην περιοχή του φανταστικού.

Η σιωπή που τηρεί ο Πλωτίνος απέναντι στον χριστιανισμό —στη σχολή του η αντιχριστιανική εχθρότητα εκπροσωπείται από τον Πορφύριο— μαρτυρεί αναμφίβολα την ανθρώπινη και ανεκτική ισορροπία του.

Αντιθέτως, τόσο στη διδασκαλία του όσο και στις συζητήσεις με τους μαθητές του, είναι ζωηρή η πολεμική εναντίον των Γνωστικών, στους οποίους προσάπτει τη μυθοποιητική διάρθρωση της σκέψεως, τον ανορθολογισμό της αντιλήψεως περί του κόσμου και την αυθαίρετη συμπεριφορά των ψυχών, δηλαδή τις όψεις που αντιτίθενται στη μεταφυσική του. Δεν είναι, πάντως, δυνατόν να γίνεται λόγος για συγγένειες της πλωτινικής σκέψεως με τη χριστιανική διδασκαλία, μολονότι οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα αργήσουν να αντλήσουν από τις Ἐννεάδες τα ουσιώδη μοτίβα της Υπερβατικότητας και της πνευματικής φύσεως της ψυχής, ακόμη και τα θεωρητικά θεμέλια του αιώνιου Λόγου.

Αυτές όμως οι αόριστες, αν και αναμφισβήτητες συγγένειες, χάνονται μέσα σε μια μεταφυσική η οποία αρνείται σε έναν Σωτήρα το έργο της σωτηρίας των ανθρώπινων ψυχών και αποδίδει στην ελεύθερη και έλλογη άνοδο του ανθρώπου —και όχι στην πίστη, στη χάρη και στην προσευχή— τη δυνατότητα να «επιστρέψει» στο Αγαθό· μια μεταφυσική η οποία αρνείται επίσης στα ιστορικά γεγονότα τη λειτουργία της σωτηρίας του κόσμου. Πρόκειται ακριβώς για όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία ο Αυγουστίνος, αφού δεχθεί τις πλωτινικές επιδράσεις, θα θέσει στη βάση της χριστοκεντρικής του αντιλήψεως.

Οι τρεις υποστάσεις —το Ένα, ο Νους ή Διάνοια και η Ψυχή— συγκροτούν την πλωτινική τριάδα και αντιπροσωπεύουν τα επίπεδα του Αγαθού, της Αλήθειας και της Ζωής ή, με άλλους όρους, τις πολλαπλές όψεις του πραγματικού: του Αρρήτου και του Υπερλόγου, του αιώνιου Είναι, των σπερματικών λόγων, της διανοητικής αναπτύξεως και της κινήσεως· των ηθικομυστικών αξιών και των πρακτικοβιολογικών φαινομένων. Η ιεραρχία τους συνεπάγεται διάκριση, αλλά η «πρόοδός» τους εγγυάται την τάξη και τον συντονισμό τους.

Η Ζωή, η οποία αποτελεί το κατώτερο οντολογικό επίπεδο, είναι οργανική λειτουργικότητα που εκτυλίσσεται, μέσα σε μια δυναμική μεταμορφώσεων, στον χρόνο και στον χώρο. Το γίγνεσθαί της συνεπάγεται ρυθμούς ανταλλαγών και εγγενών αντιθέσεων, οι οποίοι εγγυώνται την ισορροπία και τη συνοχή των ζωντανών μορφών. Η θέση όμως που κατέχει η ζωή μέσα στο πλωτινικό πλαίσιο διασαφηνίζει ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις και τα όριά της· και ακριβώς εδώ η σκέψη του Πλωτίνου προσφέρει πολύτιμες υποδείξεις.


Η ψυχή απορρέει από τον Νου, δηλαδή από τις ουσιώδεις Ιδέες που συγκροτούν τον νοητό κόσμο. Καθόσον απορρέει από αυτόν, είναι κατώτερή του, αλλά συγχρόνως αποτελεί την εικόνα και τη φανέρωσή του. Αν η κίνηση και η ζωή συγκροτούν την ουσία της ψυχής, η οργανική ενότητα των βιολογικών μορφών δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντανάκλαση της Ιδέας από την οποία προέρχεται η ζωή. Εφόσον η ζωή λειτουργεί σε αναφορά προς την ουσία από την οποία απορρέει και προς την οποία τείνει, εκδηλώνεται μέσα στις δομές της ως σκοπιμότητα.

Ο Νους και η Ψυχή αποτελούν διακριτά ψυχολογικά επίπεδα· γι’ αυτό η Αλήθεια και η Ζωή, η Ιδέα και η Μορφή, δεν μπορούν να ταυτιστούν. Και όμως, η Ιδέα φαινομενοποιείται, πολλαπλασιαζόμενη μέσα στις ζωντανές μορφές· και οι ζωντανές μορφές αποκαλύπτουν, μέσα στην τελεολογική σταθερότητα των δομών τους, την εξαγγελία μιας Ιδέας, ενός Νου, ο οποίος δεν εξαντλείται μέσα σε αυτές.

Στις βιολογικές επιστήμες δεν επιτρέπεται ούτε να εγκλωβίζονται μέσα στα όρια του φαινομένου της Ζωής, σαν αυτά να αποτελούσαν τα σύνορα ενός ανυπέρβλητου απολύτου, ούτε, πολύ περισσότερο, να συνάγουν, δυνάμει μιας υποθετικής εξελίξεως, την πραγματικότητα του πνευματικού από το χημικοβιολογικό σύμπλεγμα.

Το έργο τους είναι να διατρέξουν ολόκληρο το πλέγμα των κυττάρων και των ιστών, έως ότου ανακαλύψουν την αντανάκλαση της ενιαίας αρχής που στηρίζει την εσωτερική σκοπιμότητά τους· να μην περιορίζονται στο ανορθολογικό υπόστρωμα και στον σκοτεινό αγώνα που υποκρύπτονται στα βιολογικά γεγονότα, σαν να αποτελούσαν το έσχατο νόημα της ζωής, αλλά να μπορούν να διακρίνουν μέσα σε αυτά ένα conatus προς τον λόγο και τη νοητότητα· να θεωρούν το ασυνείδητο όχι ως γεννήτορα των αξιών μέσα στη συνείδηση, αλλά ως αποκάλυψη, αποδυναμωμένη στο χωροχρονικό επίπεδο, μιας άπειρης ορθολογικότητας.

Το επίπεδο της Διανοίας, το οποίο προαναγγέλλει η ψυχή, δεν ταυτίζεται, επομένως, με το επίπεδο της Ζωής· η Αλήθεια της Ζωής βρίσκεται πέρα από τη ζωή, βρίσκεται στον Νου, στην Ιδέα, την οποία οι ζωντανές και εφήμερες μορφές μπορούν μόνο να υποδηλώσουν. Αλλά και ο Νους, με τη σειρά του, παρουσιάζει την ίδια δυναμική συσχετίσεων.

Ο Νους, η Διάνοια, είναι ο νοητικός κόσμος των καθαρών ουσιών, αιώνιος και αμετάβλητος· είναι η αξία της ιδεατότητας, η οποία φέρει μέσα της τους λόγους της αυτονομίας της.

Αλλά και αυτή η αυτονομία, μολονότι φαίνεται αυθεντική στο λογικό επίπεδο, αμφισβητείται από τον Πλωτίνο με μια επίμονη στάση που προκαλεί έκπληξη. Και ο Νους εντάσσεται στην πορεία της προόδου, η οποία καθορίζει τις λειτουργίες, τις σημασίες και τα όριά του. Τοποθετημένος μεταξύ του Ενός και της Ζωής, ο κόσμος της νοητής Αλήθειας αποκαλύπτει έναν εσωτερικό δυναμισμό, ο οποίος, παρά τη φαινομενική ακινησία, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας αυτάρκους και συγχρόνως ανήσυχης και ανικανοποίητης από τον εαυτό της.


Ο Νους απορρέει από το Ένα, δηλαδή από το απόλυτο Αγαθό· ως τέτοιος, αποτελεί φανέρωση της ενότητας, είναι όμως κατώτερός της και «εξαρτάται» από αυτήν —ἐξήρτηται. Εφόσον «κανένα ρήγμα δεν παρεμβάλλεται μεταξύ των υποστατικών επιπέδων», η ορθολογικότητα του αληθούς δεν αντιπροσωπεύει ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με το Ένα, αλλά αποτελεί την άμεση εικόνα του Ενός· και όμως, το έσχατο νόημά της πρέπει να αναζητηθεί πέρα από αυτήν, σε ένα επίπεδο που την υπερβαίνει.

Θεωρούμενη ως κάτι άλλο από το Ένα, η Διάνοια είναι πρωτίστως ετερότητα Σκέψεως και Είναι: μια ετερότητα συστατική και αναπόβλητη, η οποία υπονομεύει εκ των έσω τη μακάρια αυτάρκεια της νοήσεως και τοποθετεί μονίμως το σκεπτόμενο υποκείμενο, ως τέτοιο, απέναντι σε μια δεδομένη αντικειμενικότητα. Και η αντικειμενικότητα αρθρώνεται, με τη σειρά της, σε μια πολλαπλότητα ιδεατών ουσιών, των οποίων η ενότητα, μολονότι προϋποτίθεται δυνάμει του Ενός από το οποίο απορρέει και στο οποίο μετέχει, παραμένει εντούτοις, για τη σκέψη μας, μια ενότητα πάντοτε εκτεθειμένη στον κίνδυνο της διασποράς και στην ανάγκη μιας ενοποιητικής ανακτήσεως.

Αν η Αλήθεια, θεωρούμενη σε σχέση με τη Ζωή, εμφανίζεται ως το έλλογο νόημα της ζωής και ως ο τελεολογικός προσανατολισμός των βιολογικών γεγονότων, θεωρούμενη σε σχέση με το Ένα παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως μια άπειρη και ακίνητη, εσωτερικά αρθρωμένη ενότητα, η οποία ακινητοποιεί τη σκέψη μέσα σε μια απαθή και ανικανοποίητη θεωρία. Η ενότητά της δεν είναι αυθεντική· οι μέθοδοι που απαιτεί μας δεσμεύουν σε επαγωγικές και αποδεικτικές ενέργειες, οι οποίες ωθούν τη σκέψη σε μια αδιάκοπη υπέρβαση του εαυτού της.

Εκείνο που μας προσφέρουν οι επιστήμες, τα μαθηματικά και η διαλεκτική ως αλήθεια και ουσιώδες περιεχόμενο είτε παρουσιάζεται ως ένα σύνολο πρακτικών εργαλείων, κατάλληλων για την κατάκτηση και την αποϊεροποίηση των πραγμάτων —και, επομένως, για την απώλεια της συνειδήσεως της αλήθειάς τους— είτε διαγράφεται ενώπιον του νου μας ως μια ψυχρά καθολική αλήθεια, η οποία δεν κατευνάζει τον ἔρωτα της ψυχής. Η θεωρητικότητα, όσο και αν επιβάλλεται ως έλλογο και ακίνητο νόημα του ορατού και του συγκεκριμένου και ικανοποιεί, μέσα σε αυτή τη λειτουργία της, μια πρωταρχική και αναπόδραστη απαίτηση, αποκαλύπτει τελικά την αξία της ως «στιγμής» και, επομένως, σε τελευταία ανάλυση, την προσωρινότητά της.

Υπάρχει, επιπλέον, μέσα στον νοητό κόσμο μια διάσταση αδήριτης λογικής αναγκαιότητας, η οποία παραλύει την ορμή της ψυχής. Η μετάβαση από το επίπεδο της Ζωής στο επίπεδο της Αλήθειας, μολονότι κατορθώνει να μας αποδεσμεύσει από τη χωροχρονική ενδεχομενικότητα και από τον τρόμο του αναπόφευκτου θανάτου, μας φέρνει εντούτοις αντιμέτωπους με την υπόσχεση μιας ενότητας και μιας εσωτερικής ελευθερίας που δεν εκπληρώνεται. Έτσι, στο τέλος, η σκέψη, ακριβώς μέσα στην πληρότητα της δραστηριότητάς της, φθάνει να κατανοήσει ότι δεν αποτελεί την υψηλότερη αξία. Η σκέψη αισθάνεται την απαίτηση ενός «επέκεινα», το οποίο να την υπερβαίνει και συγχρόνως να την επανεντάσσει σε μια απόλυτη εσωτερική ελευθερία.

Αν το επίπεδο της Ζωής είναι σχετικό προς το επίπεδο της Αλήθειας και παραπέμπει αναγκαστικά σε αυτό, και αν το επίπεδο της Αλήθειας είναι σχετικό προς το Ένα και ανοίγεται προς αυτό μέσω της εσωτερικής του διαλεκτικότητας, το Ένα δεν έχει πέρα και υπεράνω του κάποιον όρο τον οποίο οφείλει να προαναγγείλει. Το Ένα δεν σχετίζεται με τίποτε άλλο και φανερώνει μόνο τον εαυτό του.

Με τη λέξη «Ένα» ο Πλωτίνος επιδιώκει να δηλώσει τόσο το ευρύ φάσμα των μυστικών αξιών όσο και την περιοχή του αρρήτου: το πρώτο προϋποθέτει ένα πνευματικό Erlebnis, ένα βίωμα· η δεύτερη απαιτεί από τη σκέψη τη δικαιολόγηση της αρρητότητάς της.


Συνεχίζεται

Ο ΚΟΣΜΟΣ, ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. Ο ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ. Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΨΥΧΗ, Η ΕΝΟΤΗΣ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΦΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. ΤΟ ΕΝΑ ΠΡΟΣΚΡΟΥΕΙ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΥΛΗ, ΤΟ ΝΟΗΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΜΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ. ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΟ ΤΟ ΝΟΗΤΟ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ. ΕΝΑ ΑΛΥΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΟΝΟ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΛΥΝΕΤΑΙ. ΜΟΝΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΙΑΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 1

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 1

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Βίος του Πλωτίνου


Μετάφραση με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, εισαγωγή, σημειώσεις και βιβλιογραφία του Giuseppe Faggin.

Παρουσίαση και πλωτινική εικονογραφία του Giovanni Reale.

Τελική αναθεώρηση των κειμένων, παραρτήματα και ευρετήρια του Roberto Radice.

Το έργο αυτό επιμελήθηκε το Κέντρο Μεταφυσικών Ερευνών του Καθολικού Πανεπιστημίου της Ιεράς Καρδίας του Μιλάνου.

RUSCONI


ΓΕΝΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ του Giovanni Reale VII
ΕΙΣΑΓΩΓΗ XVII
Σημείωμα. Χρονολογικά στοιχεία σχετικά με τη ζωή και το έργο του Πλωτίνου XXXV
Εκδοτικό σημείωμα XXXVI
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΟΥ 1
ΠΛΩΤΙΝΟΣ: ΕΝΝΕΑΔΕΣ 51
Εννεάδα I 53
Εννεάδα II 179
Εννεάδα III 331
Εννεάδα IV 543
Εννεάδα V 789
Εννεάδα VI 953
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1377
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ του Roberto Radice 1415
ΠΛΩΤΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ, με επιμέλεια του Giovanni Reale:
εκτός κειμένου, σε χαρτί ιλουστρασιόν.


«... ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀφεῖναι δεῖ καὶ μὴ βλέπειν, ἀλλ᾽ οἷον μύσαντα ὄψιν ἄλλην ἀλλάξασθαι καὶ ἀνεγεῖραι, ἣν ἔχει μὲν πᾶς, χρῶνται δὲ ὀλίγοι.»

«... είναι αναγκαίο να αποσπασθεί κανείς από όλα αυτά και να μη βλέπει πλέον· αλλά, σαν να έκλεινε τα μάτια, να αλλάξει την όρασή του με μια άλλη και να ξυπνήσει εκείνη τη δύναμη την οποία όλοι μεν κατέχουν, λίγοι όμως χρησιμοποιούν.»

Εννεάδες, I 6, 8, 24-25


«Φεύγωμεν δὴ φίλην ἐς πατρίδα... Πατρὶς δὴ ἡμῖν, ὅθεν παρήλθομεν, καὶ πατήρ ἐκεῖ.»


«Ας φύγουμε λοιπόν προς την αγαπημένη πατρίδα... Πατρίδα μας είναι εκεί απ’ όπου ήλθαμε, και εκεί βρίσκεται ο Πατέρας μας.»

Εννεάδες, I 6, 8, 16 κ.ε.

Ο Giuseppe Faggin γεννήθηκε στην Isola Vicentina το 1906. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή με καθηγητή τον Erminio Troilo το 1930, στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου από το 1951 υπήρξε υφηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας. Διατήρησε όμως πάντοτε τη δραστηριότητα του καθηγητή φιλοσοφίας στα Λύκεια, παράλληλα με τις επιστημονικές του έρευνες και τις συνεργασίες του με το Πανεπιστήμιο, όπως στο παρελθόν συνέβαινε συχνά. Δίδαξε από το 1930 στο Λύκειο του Bassano del Grappa, από το 1933 στο Λύκειο M. Pagano της Campobasso —κατείχε την έδρα που είχε κατέχει ούτε λίγο ούτε πολύ ο Giovanni Gentile— και από το 1935 έως το 1974 στο Κλασικό Λύκειο A. Pigafetta της Vicenza. Είναι μέλος διαφόρων Ακαδημιών και έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία και διακρίσεις, εθνικές και διεθνείς.

Η δραστηριότητά του ως μελετητή, κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να λεχθεί ότι έχει στο κέντρο της ακριβώς τον Πλωτίνο και τον Νεοπλατωνισμό, και εκτείνεται όχι μόνο σε διάφορα πεδία της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά και στην ιστορία της μυστικής, του αποκρυφισμού, της τέχνης και ακόμη και στην ποίηση.
Θέλουμε εδώ να στρέψουμε την προσοχή των αναγνωστών στα σημαντικότερα βιβλία του, τα οποία σκιαγραφούν πολύ καλά, ήδη και μόνο με τον ίδιο τον τίτλο τους, την εικόνα του μελετητή σε όλο το εύρος, την ποικιλία και τον πλούτο των πνευματικών του ενδιαφερόντων και του πολιτισμικού του υποβάθρου.

Ας αρχίσουμε από το ποιητικό του έργο, το οποίο ήταν και το πρώτο που εξέδωσε. Τιτλοφορείται I canti del mistero και δημοσιεύθηκε από τον εκδοτικό οίκο Carabba —Lanciano, 1934. Σε αυτό το πεδίο εντάσσεται, κατά κάποιον τρόπο, και η μετάφραση του Hölderlin, La morte di Empedocle —Carabba, Lanciano, 1936—, η οποία αποδίδει καλά την ποιητική πνοή του πρωτοτύπου.
Όσον αφορά την ιστορία της τέχνης, ο Faggin ασχολήθηκε κυρίως με τρεις δημιουργούς στα ακόλουθα τρία βιβλία: Van Gogh —Cedam, Πάδοβα, 1945—, Bruegel —Mondadori, Μιλάνο, 1955—, Van Eyck —Mondadori, Μιλάνο, 1961.
Σε σχέση με την ιστορία του αποκρυφισμού, ο Faggin έγραψε τον εκτενή τόμο με τίτλο Le streghe —Longanesi, Μιλάνο, 1959· 1975—, ο οποίος μεταφράστηκε και στα ισπανικά —1963—, και, επιπλέον, το Diabolicità del rospo —Neri Pozza, Vicenza, 1973. Επιμελήθηκε επίσης την πλούσια ανθολογία, με κατάλληλο σχολιασμό: Gli occultisti dell’età rinascimentale —περιλαμβάνεται στη Grande Antologia Filosofica, τ. VI, Marzorati, Μιλάνο, 1964, σ. 339-512.
Στο πεδίο της ιστορίας της μυστικής επιβλήθηκε με τον τόμο Meister Eckhart e la mistica tedesca protestante —Bocca, Μιλάνο, 1946—, ο οποίος μεταφράστηκε επίσης στην ισπανική γλώσσα —1953.
Σημαντική διάδοση γνώρισαν, επιπλέον, οι μεταφράσεις του στα ιταλικά ορισμένων κειμένων αυτού του συγγραφέα, τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα: M. Eckhart, La nascita eterna —Sansoni, Φλωρεντία, 1953· του ιδίου, Il natale dell’anima —La Locusta, Vicenza, 1976· του ιδίου, Trattati e prediche —Rusconi, Μιλάνο, 1982. Πρόσφατα επιμελήθηκε επίσης τη μετάφραση του Angelus Silesius, Il pellegrino cherubico —La Locusta, Vicenza, 1981, 1990. Συνδεδεμένη με τη μυστική πνευματικότητα μπορεί να θεωρηθεί και η μετάφρασή του των Ορφικών Ύμνων —Fussi-Sansoni, 1949· νέα αναθεωρημένη και διορθωμένη έκδοση, Asram Vidya, Ρώμη, 1986· η τελευταία πλήρης και πολύ καλά παρουσιασμένη έκδοση, με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, από τον ίδιο αυτό εκδότη, κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1992.
Σε σύνδεση με αυτού του είδους τις θεματικές μπορεί να τοποθετηθεί και η πλούσια ανθολογική επιλογή, με κατάλληλα σχόλια, που δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο Lo spiritualismo nella seconda metà dell’Ottocento —στη Grande Antologia Filosofica, τ. XXVI, Marzorati, Μιλάνο, 1976, σ. 339-445.
Όσον αφορά την ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης, ασχολήθηκε, εκτός από τον Πλατωνισμό, για τον οποίο θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω, και με νεότερους συγγραφείς, και ιδίως με τον Schopenhauer, με έναν τόμο αξιοσημείωτης πρωτοτυπίας: Schopenhauer, il mistico senza Dio —La Nuova Italia, Φλωρεντία, 1951—, του οποίου προηγήθηκαν και ακολούθησαν μεταφράσεις σελίδων του Schopenhauer: L’oggetto dell’arte —La Scaligera, Βερόνα, 1941—, Il significato dell’esistenza —Radar, Πάδοβα, 1968— και ιδίως της σημαντικής Etica —Boringhieri, Τορίνο, 1961.
Δημοσίευσε επίσης φιλοσοφικά έργα θεωρητικού χαρακτήρα: Idealismo classico e civiltà moderna —Accademia Olimpica, Vicenza, 1976· Spiritualità medievale e moderna —Accademia Olimpica, Vicenza, 1978· Perché filosofare? —Rumor, Vicenza, 1982· Alla ricerca dell’umano —Accademia Olimpica, Vicenza, 1982.
Έγραψε κατόπιν περίπου σαράντα δοκίμια σε περιοδικά, κριτικές, άρθρα σε εφημερίδες, καθώς και περίπου τριακόσια λήμματα για εγκυκλοπαίδειες και λεξικά· επιπλέον, ανθολογίες διαφόρων συγγραφέων και διδακτικά έργα, μεταξύ των οποίων πρέπει να μνημονευθεί η Storia della Filosofia per i Licei —Principato, Μιλάνο, 1963, 1983⁶.

Όμως, όπως λέγαμε παραπάνω, ως βασικοί φέροντες άξονες των φιλοσοφικών του ενδιαφερόντων τίθενται ακριβώς ο Πλωτίνος και ο Πλατωνισμός.

Φυσικά, στον Πλωτίνο δεν φθάνει κανείς παρά περνώντας μέσα από τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Και ο Faggin μετέφρασε και παρουσίασε δύο σημαντικούς πλατωνικούς διαλόγους: τον Πρωταγόρα —Cedam, Πάδοβα, 1937— και τον Φαίδρο —Cedam, Πάδοβα, 1938. Ήδη το 1938 ο Faggin δημοσίευσε μια ανθολογική επιλογή από τις Εννεάδες με τίτλο Le vie del ritorno —Carabba, Lanciano, 1938.
Το 1945, στη σειρά «I Filosofi» του εκδοτικού οίκου Garzanti, έδωσε στη δημοσιότητα τον ωραίο τόμο με τίτλο Plotino —αναμφίβολα έναν από τους πιο επιτυχημένους της σειράς—, με εισαγωγική μονογραφία και επιλεγμένα αποσπάσματα από τις Εννεάδες μεταφρασμένα από τον ίδιο. Ο Faggin αργότερα επανεξέδωσε την εισαγωγική μονογραφία, με ενημερωμένη βιβλιογραφία, το 1988 —στις εκδόσεις Asram Vidya, Ρώμη.
Το πιο απαιτητικό έργο του για τον Πλωτίνο εκδόθηκε το 1947-1948 από το Istituto Editoriale Italiano: Plotino, Le Enneadi, κριτικό κείμενο, μετάφραση και σημειώσεις, σε τρεις τόμους, που περιέχει τις τρεις πρώτες Εννεάδες. Δεν ολοκληρώθηκε, επειδή ο εκδότης δεν συνέχισε την υλοποίηση του σχεδίου της σειράς.
Ο Faggin επανήλθε ακόμη στον Πλωτίνο με τις ανθολογικές επιλογές La presenza divina —D’Anna, Φλωρεντία, 1962— και Dal Bello al Divino —La Locusta, Vicenza, 1986.
Καθώς μελετούσε τον Πλωτίνο, ως λογική συνέπεια, ασχολήθηκε και με τον Πορφύριο. Εκτός από τον πορφυριανό Βίο του Πλωτίνου, που προηγείται της έκδοσης των Εννεάδων, μετέφρασε την Επιστολή προς Ανεβώ και την Επιστολή προς Μαρκέλλα —Fussi-Sansoni, 1954—, και επανεξέδωσε τη δεύτερη, με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, υπό τον τίτλο: Lettera a Marcella. Il testamento morale dell’antichità —Il Basilisco, Γένοβα, 1982.
Πρέπει ακόμη να μνημονευθεί η εξαιρετικά πλούσια συλλ Basilisco, Γέογή κειμένων των πλατωνικών, με τη σχετική συστηματική παρουσίαση, που φέρει τον τίτλο: I precursori del neoplatonismo e i neoplatonici —στη Grande Antologia Filosofica, τ. I, Marzorati, Μιλάνο, 1954, σ. 655-803.
Συνήθως λέγεται ότι ο πρώτος μεταφραστής στη νεότερη ιταλική γλώσσα των Εννεάδων ήταν ο Vincenzo Cilento. Αλλά ο ισχυρισμός είναι ακριβής μόνο αν εννοεί κανείς την πρώτη πλήρη μετάφραση. Αν όμως μιλάμε για την πρώτη μετάφραση πλωτινικών κειμένων στη νεότερη ιταλική, τότε η προτεραιότητα ανήκει στον Faggin, και ιδίως στην ανθολογία του Le vie del ritorno, που αναφέρθηκε παραπάνω και είναι του 1938. Επιπλέον, η ανθολογία του Faggin που περιέχεται στον Plotino των εκδόσεων Garzanti του 1945 κυκλοφόρησε παράλληλα με την Antologia plotiniana που δημοσίευσε ο Cilento στον Laterza. Και η δημοσίευση της μετάφρασης των Εννεάδων του δικού μας μελετητή άρχισε επίσης παράλληλα με εκείνη του Cilento, το 1947.

Οι δύο τύποι μετάφρασης των Εννεάδων που προσφέρουν ο Cilento και ο Faggin αποδεικνύονται σε διάφορα σημεία πολύ διαφορετικοί και ακόμη και αντίθετοι. Η διαφορά που εντυπωσιάζει περισσότερο με την πρώτη ματιά συνίσταται στο γεγονός ότι ο Faggin μεταφράζει με τρόπο λιτό και ουσιώδη, αποβλέποντας στην έννοια· ο Cilento, αντιθέτως, μεταφράζει εξηγώντας με αφθονία όρων πολλά σημεία του κειμένου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, η μετάφραση του Cilento διπλασιάζει τις γραμμές του πρωτοτύπου, ενώ εκείνη του Faggin τείνει να εξισώνει —και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και να συμπυκνώνει— τις γραμμές του πρωτοτύπου. Αν αφαιρούνταν οι τίτλοι και οι αλλαγές παραγράφου, οι ελληνικές σελίδες θα συνέπιπταν, περίπου, με το πρωτότυπο. Προσωπικά, θα τείναμε και εμείς να διευρύνουμε το κείμενο της μετάφρασης όπως κάνει ο Cilento·
πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι ο Πορφύριος, στον Βίο του Πλωτίνου, 14, επισημαίνει τα εξής: «Όταν έγραφε, ο Πλωτίνος ήταν σύντομος, πυκνός σε σκέψη, βραχύλογος, πλουσιότερος σε ιδέες παρά σε λέξεις...»· και επομένως φαίνεται να δικαιώνει περισσότερο το ύφος που ακολούθησε ο Faggin.

Ο Cilento προκρίνει τη διάσταση του ποιητικού και σε ορισμένες στιγμές προσλαμβάνει σχεδόν λυρικούς τόνους. Σε όχι λίγες σελίδες η μετάφρασή του είναι ωραία, ακόμη κι αν ορισμένοι δικαίως επισημαίνουν κάποιες αποχρώσεις βυζαντινής χροιάς, ορισμένες κινήσεις και χρωματισμούς αρχαΐζουσας αισθητικής. Μερικές φορές απομακρύνεται αρκετά από το κείμενο και, όχι σπάνια, ενώ εκφράζει και εξυψώνει το πλωτινικό πνεύμα, δεν σέβεται το γράμμα. Ο μελετητής πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να έχει δίπλα του το ελληνικό κείμενο, αν θέλει να ανακτήσει το ακριβές νόημα του γράμματος και τους ακριβείς υφολογικούς τύπους της πλωτινικής σκέψης.

Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι η μετάφραση του Cilento —η οποία, άλλωστε, μας αρέσει— είναι η τυπική «ωραία άπιστη», ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, «η ωραία όχι πάντοτε πιστή». Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί το εξής: το πλωτινικό πνεύμα είναι πάντοτε παρόν και, σε ορισμένες στιγμές, αποδίδεται με πραγματικά εξαίρετο τρόπο.

Αντιθέτως, ο Cilento δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μια ερμηνεία του Πλωτίνου ούτε μια συστηματική ανασύνθεση της σκέψης του. Δημοσίευσε μόνο δοκίμια σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους, τα οποία αργότερα συγκέντρωσε σε έναν τόμο με τίτλο Saggi su Plotino —Mursia, Μιλάνο, 1973· αλλά ο τόμος, στο σύνολό του, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ραψωδικού χαρακτήρα.

Και η Antologia plotiniana του Cilento, που δημοσιεύθηκε από τις εκδόσεις Laterza, κατά τη γνώμη μας, απέχει πολύ από το να είναι πειστική και ικανοποιητική. Δεν αποδίδει τις κύριες γραμμές του πλωτινικού συστήματος με συνεκτικό τρόπο, αλλά παρουσιάζει μόνο, θα λέγαμε, ορισμένες σημαντικές μεταφυσικές τομές. Σε όλη του τη ζωή ο Cilento είχε θέσει ως σκοπό να γράψει μια συστηματική μονογραφία για τον Πλωτίνο, αλλά δεν το έκανε. Πράγματι, ακριβώς εκείνη η ικανότητά του να συλλαμβάνει το ποιητικό στοιχείο βρισκόταν σε αντίθεση με τις θεωρητικές και στοχαστικές απαιτήσεις και, πάντως, δεν υποστηριζόταν από μια επαρκή ικανότητα σύλληψης του συστηματικού.

Λοιπόν, μας φαίνεται ότι η μετάφραση του Faggin γνωρίζει αντιθέτως να συλλαμβάνει ακριβώς και αυτή την άλλη όψη του Πλωτίνου. Κατά κάποιον τρόπο, σε ορισμένα φιλοσοφικά λεπτότερα σημεία, βοηθά τον αναγνώστη καλύτερα από εκείνη του Cilento να παρακολουθήσει τις γραμμές της πλωτινικής σκέψης και τις αρθρώσεις της· και δεν είναι λίγες οι φορές που μένει πιο κοντά στο γράμμα, ενώ εκφράζει και το πνεύμα του.

Με λίγα λόγια, για τις δύο μεταφράσεις μπορεί να ειπωθεί ότι, κατά κάποιον τρόπο, αλληλοσυμπληρώνονται. Εκείνη του Faggin, σε ορισμένα σημεία, διευκολύνει τον μελετητή, επειδή βοηθά καλύτερα στην κατανόηση των εννοιών και της θεωρητικής πλοκής της πλωτινικής σκέψης· ενώ εκείνη του Cilento βοηθά περισσότερο στη σύλληψη και στην απόλαυση της διάστασης του ποιητικού. Ορισμένοι επισήμαναν κάποιες συγγένειες της μετάφρασης του Faggin με εκείνη του Bréhier. Αυτό όμως είναι ανακριβές, διότι, πέρα από τις εξωτερικές ομοιότητες, σε ορισμένα κρίσιμα περάσματα διαφοροποιείται καθαρά και μερικές φορές αντιτίθεται στον Bréhier. Αν μη τι άλλο, παρατηρούνται μερικές φορές μεγαλύτερες συγγένειες με τις μεταφράσεις του Harder και των Mac Kenna-Page. Φυσικά, ο Faggin έλαβε υπόψη και εκείνη του Armstrong, τουλάχιστον εν μέρει. Για τις δύο τελευταίες Εννεάδες, έπειτα, ο Faggin έλαβε δεόντως υπόψη τις συμβολές του Cilento, του οποίου τη μετάφραση εκτιμά πολύ. Η βασική όμως γραμμή που ακολουθεί έχει τη δική της πρωτοτυπία, μια ακριβή συνοχή και μια αναμφισβήτητη στερεότητα.

Στη δική μας Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας —τόμος IV, Vita e Pensiero, Μιλάνο, 1991⁸— χρησιμοποιήσαμε και παραθέσαμε τη μετάφραση του Cilento, διότι τότε ήταν η μόνη πλήρης, και ωραία για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Ωστόσο, επισημάναμε σαφώς τη χρησιμότητα εκείνης του Faggin, την οποία, άλλωστε, πολλές φορές κατά τη μελέτη των Εννεάδων αντιπαραβάλαμε με εκείνη του Cilento, δοκιμάζοντας και τις δύο πάνω στη βάση του ελληνικού κειμένου.

Όταν αποφασίστηκε να δημοσιευθεί σε αυτή τη σειρά των εκδόσεων Rusconi μια πλήρης μετάφραση των Εννεάδων και του Βίου του Πλωτίνου του Πορφυρίου, δεν είχαμε αμφιβολίες. Εκείνη τη στιγμή, στην Ιταλία, ο μόνος πραγματικά προετοιμασμένος μελετητής για να φέρει σε πέρας αυτό το εγχείρημα ήταν ο Faggin. Εκτός από τις τρεις πρώτες Εννεάδες, όπως διευκρινίσαμε παραπάνω, είχε ήδη έτοιμη τη μετάφραση της τέταρτης, η οποία είχε μείνει ανέκδοτη λόγω της διακοπής του σχεδίου του Istituto Editoriale Italiano, και είχε επίσης ήδη μεταφράσει αποσπάσματα της πέμπτης και της έκτης. Κατά την πενταετία 1986-1991 ολοκλήρωσε τη μετάφραση και την αναθεώρηση όλων των Εννεάδων, με την καινοτομία όλων των καλά αρθρωμένων τίτλων των διαφόρων παραγράφων· και κατά τους πρώτους μήνες του 1992 έκανε τις τελευταίες διορθώσεις και αναθεώρησε τα πρώτα δοκίμια.

Το εύρος και η ποικιλία της παραγωγής του Faggin αποδεικνύουν μια εξαιρετική ικανότητα εργασίας, η οποία δεν μειώθηκε με την πρόοδο της ηλικίας και η οποία του επέτρεψε να ολοκληρώσει με αξιοθαύμαστο τρόπο ένα εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα, όπως είναι αυτό που παρουσιάζουμε τώρα. Στα μέρη που είχαν μεταφραστεί προηγουμένως, ο Faggin έκανε αναθεώρηση, αλλά δεν επέφερε ουσιαστικές τροποποιήσεις.
Ανάμεσα στις πολλές παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν σχετικά με αυτό, μία επιβάλλεται.

Ένας από τους τεχνικούς όρους του Πλωτίνου που είναι δυσκολότερο να μεταφραστεί είναι ο όρος Νοῦς. Ο Cilento είχε μεταφράσει το Νοῦς με Spirito. Αλλά, λόγω των δεσμών του με τον Croce, αυτή η μετάφραση δεν άρεσε σε πολλούς, επειδή ερμηνεύθηκε ως αθέμιτη διείσδυση του κροτσιανού ιδεαλισμού στον Πλωτίνο. Και, πράγματι, ορισμένα πράγματα που λέει ο Πλωτίνος για τον Νοῦ μπορούν να συσχετιστούν με το Πνεύμα του κροτσιανού ιδεαλισμού, όμως πάνω σε άλλες βάσεις και σε πολύ διαφορετικά θεμέλια. Από την άλλη πλευρά, η μετάφραση του Νοῦ με Spirito δεν αποτελεί καθόλου επινόηση του Cilento, αλλά είναι χαρακτηριστική πολλών μελετητών σε διεθνές επίπεδο: οι Γάλλοι χρησιμοποιούν συχνά Esprit, οι Γερμανοί Geist, ορισμένοι Άγγλοι Spirit και οι Ολλανδοί Geest. Ωστόσο, η μετάφραση του Νοῦ με «Πνεύμα» συνεπάγεται ορισμένες δυσκολίες, ιδίως εκείνη του ότι δεν ανακαλεί, από λεξιλογική άποψη, το αρχικό νοῦς· το «Πνεύμα» θα ανακαλούσε λεξιλογικά μάλλον τον όρο πνεῦμα.
Ενώ το Ἕν, που είναι η πρώτη υπόσταση, κατά τον Πλωτίνο είναι «η δύναμη όλων των πραγμάτων», ο Νοῦς, που είναι η δεύτερη υπόσταση, είναι «όλα τα πράγματα» σε πνευματικό επίπεδο. Ο Νοῦς είναι, επομένως, αδιάσπαστη ένωση Είναι και Σκέψης, Νοητού και Νοήσεως. Είναι, λοιπόν, η σύνθεση του Κόσμου των Ιδεών του Πλάτωνα και της Νοήσεως νοήσεως του Αριστοτέλη, με όλες τις συνεπαγωγές που αυτό επιφέρει. Πώς να αποδοθεί λοιπόν ο όρος Νοῦς;
Δεν είναι ακατάλληλη η μετάφραση με «Intelligenza», αρκεί όμως να εννοηθεί ως συμπεριληπτική του νοητού. Αλλά και ο όρος «Intelligenza» δεν καλύπτει παρά μόνο κατά προσέγγιση το σημασιολογικό πεδίο του Νοῦ, το οποίο αγκαλιάζει το είναι, τη σκέψη και τη ζωή με τρόπο ιδιαίτερα αρθρωμένο και σύνθετο. Παραμένει, πάντως, η φιλολογικά πιο θεμελιωμένη μετάφραση, και ο Faggin από την αρχή μετέφραζε με αυτή την έννοια.
Για αυτή την οριστική του μετάφραση στοχάστηκε πολύ ξανά πάνω στο πρόβλημα και θα είχε μπει στον πειρασμό να υιοθετήσει τη μετάφραση του Νοῦ με Spirito, επειδή αυτή εξαλείφει ορισμένες παρεξηγήσεις, έστω κι αν δημιουργεί άλλες, και επειδή είναι διαδεδομένη στην Ευρώπη. Ύστερα όμως από εκτενείς συζητήσεις με τους διευθυντές της σειράς, επικράτησε η άποψη του Mathieu, ο οποίος κρίνει τη μετάφραση του Νοῦ με Spirito φιλολογικά πολύ επικρίσιμη, αν όχι και στην πραγματικότητα αβάσιμη.
Έτσι, ο Faggin επαναπροτείνει την αρχική του επιλογή, και εγώ ο ίδιος τη θεωρώ σήμερα πιο αξιόπιστη, παρόλο που στα έργα μου για τον Πλωτίνο, εφόσον χρησιμοποιούσα τη μετάφραση του Cilento, απέδιδα το Νοῦς με Spirito. Επομένως, ο Νοῦς ως υπόσταση θα μεταφράζεται με Intelligenza· ενώ ο νοῦς ως γνωστική ικανότητα θα αποδίδεται με intelletto, έτσι ώστε οι πλωτινικές εννοιολογικές διαβαθμίσεις να αντανακλώνται καλά με αυτή τη λεξιλογική διαφοροποίηση, η οποία εξειδικεύει τη διαφοροποίηση του εννοιολογικού πεδίου που καλύπτει ο όρος Νοῦς, διατηρώντας την ίδια φιλολογική ρίζα.
Όσον αφορά την ερμηνεία του Faggin, αυτή συνοψίζεται από τον ίδιο τον συγγραφέα στις σελίδες που ακολουθούν. Και όποιος επιθυμεί περαιτέρω διευκρινίσεις μπορεί να συμβουλευθεί την επανέκδοση του Plotino του —1988—, που αναφέρθηκε παραπάνω.
Όσον αφορά τη δική μας ερμηνεία του Πλωτίνου, ας γίνει παραπομπή στη δική μας Storia della filosofia antica, όπου παρουσιάζουμε, στον τόμο IV —σ. 457-616—, μια πραγματική συνθετική μονογραφία για όλες τις πλευρές της σκέψης του. Μόλις χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι πολλές σελίδες των Εννεάδων τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο με τις ωραιότερες σελίδες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Και η ιστορία των επιδράσεων των Εννεάδων δεν είναι κατώτερη από την ιστορία των επιδράσεων της σκέψης των δύο άλλων μεγάλων Ελλήνων.

Για να καταλήξουμε, η μετάφραση του Faggin που παρουσιάζουμε έχει, στο πλαίσιο της ιταλικής παιδείας, μια αξία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορική. Για τα μέρη που είχαν ήδη δημοσιευθεί, μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί ότι όχι λίγοι αναγνώστες φιλοσοφικών κειμένων μορφώθηκαν με αυτά, σε συνέργεια με τη μετάφραση του Cilento. Τα νέα μέρη, λοιπόν, συμπληρώνουν το πλαίσιο με κατάλληλο τρόπο, στη σωστή Stimmung.

Απέναντι στη μετάφραση θελήσαμε να τοποθετήσουμε και το ελληνικό κείμενο, στην ανασυγκροτημένη γραφή των P. Henry και H. R. Schwyzer, η οποία σήμερα αποτελεί το κείμενο αναφοράς.

Για την ωφέλεια του αναγνώστη αναπαράχθηκε η editio maior, διότι, αν είναι αλήθεια ότι η πιο διαδεδομένη έκδοση είναι η editio minor, την οποία επιμελήθηκαν οι ίδιοι συγγραφείς για τη γνωστή σειρά «Oxford Classical Texts», είναι επίσης αλήθεια ότι μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο να έχει κανείς στη διάθεσή του και το κείμενο της editio maior.

Όπως είπαμε παραπάνω, η μετάφραση των τριών πρώτων Εννεάδων, που δημοσιεύθηκαν από τον Faggin το 1947-1948, συνοδευόταν από μια κριτική έκδοση του κειμένου με λιτό υπόμνημα. Αυτή η έκδοση επικρίθηκε από ορισμένους και θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό επαναληπτική εκείνης του Bréhier. Αλλά η κριτική έκδοση δεν αποτελούσε τον ειδικό σκοπό του έργου του Faggin, ο οποίος στόχευε κυρίως στη μετάφραση, με αντικριστά ένα κείμενο αναθεωρημένο βάσει των πρωτοτύπων. Εξάλλου, οι ίδιοι οι Henry και Schwyzer, παρόλο που επικρίνουν αυτή την έκδοση ως επαναληπτική εκείνης του Bréhier, κατά κάποιον τρόπο αναθεωρούν τη στάση τους, και στο κριτικό υπόμνημα παραπέμπουν στον Faggin όχι λίγες φορές.

Όπως λέγαμε, παραμένει πάντως το γεγονός ότι η αξία της συμβολής του Faggin βρίσκεται στη μετάφραση, πολύ περισσότερο παρά στην έκδοση.

Ωστόσο, επειδή στις τρεις πρώτες Εννεάδες και στον Βίο του Πλωτίνου η μετάφραση του Faggin βασίζεται στη δική του κριτική έκδοση, στο παράρτημα παρατίθενται οι παραλλαγές που αυτή παρουσιάζει σε σχέση με την έκδοση Henry-Schwyzer. Επιπλέον, επειδή για τις άλλες τρεις Εννεάδες ο Faggin βασίστηκε κυρίως στην editio minor των Henry-Schwyzer, πάντοτε στο παράρτημα παρατίθενται και οι παραλλαγές που οι Henry και Schwyzer επέφεραν στην editio minor τους σε σχέση με την editio maior που αναπαράγουμε.
Οι σημειώσεις, για προφανείς λόγους χώρου, περιορίζονται στα καθαρά realia. Η βιβλιογραφία παρουσιάζει τις σημαντικές δημοσιεύσεις για τον Πλωτίνο από το 1949 έως σήμερα.
Ο αναγνώστης έχει λοιπόν στη διάθεσή του, σε αυτό το έργο που παρουσιάζουμε, το καλύτερο που, αυτή τη στιγμή, θα μπορούσε να ζητήσει κανείς για την ανάγνωση και την κατανόηση των Εννεάδων, συγκεντρωμένο σε έναν μόνο τόμο.
Ευχαριστούμε θερμά τον Faggin για το μεγάλο έργο που επιτέλεσε, το οποίο από πολλές απόψεις έχει εξαιρετική εμβέλεια.
Ευχαριστούμε επίσης τον Roberto Radice —τον οποίο οι αναγνώστες των έργων αυτής της σειράς γνωρίζουν καλά από τις εργασίες του σχετικά με τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα και ο οποίος αυτή την περίοδο εργάζεται ακριβώς πάνω στον Πλωτίνο— για τη μακρά και ουσιαστική εργασία της τελικής αναθεώρησης των κειμένων και της βιβλιογραφίας, καθώς και των γενικών ευρετηρίων και των παραρτημάτων.

Ευχαριστούμε, τέλος, τη Rusconi Libri, όχι μόνο για την τυπογραφική ομορφιά αυτής της έκδοσης, αλλά και για τις φωτογραφίες που φρόντισε να ληφθούν ειδικά για την πλωτινική εικονογραφία που επιμεληθήκαμε, καθώς και για τη γραφιστική διαμόρφωσή της. Με αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης έχει μπροστά του και όλα τα πρόσωπα και όλες τις μορφές στις οποίες θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αναγνωριστεί ο Πλωτίνος· και επομένως έχει επίσης τη θέαση εκείνης της φευγαλέας μορφής που ο ίδιος θα ήθελε να κρύψει —πρβλ. Πορφύριος, Βίος του Πλωτίνου, 1—, για να εμπιστευθεί ολόκληρο το μήνυμά του μόνο στην αιώνια διάσταση του πνευματικού.

Giovanni Reale