Συνέχεια από Κυριακή 20. Σεπτεμβρίου 2026
Ιστορία και Πνεύμα 12
Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη
Του Henri de Lubac
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)
4. Η σοφία και ο σταυρός (συνέχεια)
Του Henri de Lubac
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)
4. Η σοφία και ο σταυρός (συνέχεια)
.....Είναι απολύτως αληθές ότι ο Ωριγένης προβάλλει τον ρόλο του σαρκωμένου Λόγου ως παιδαγωγού και φωτιστή των ψυχών· αυτό όμως το χαρακτηριστικό, αντί να τον συγγενεύει με τους «γνωστικούς» θεολόγους, τον αντιπαραθέτει προς αυτούς. Είναι επίσης απολύτως αληθές ότι, για μία ακόμη φορά ακολουθώντας τον άγιο Παύλο, θέλει να κηρύξει μια σοφία που υπερβαίνει «την απλή πίστη» και ότι ο «τέλειός» του πρέπει να προχωρήσει πέρα από το γράμμα, το οποίο του αφηγείται το Πάθος και τον θάνατο του Σωτήρος.
Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι, για τον Ωριγένη, αυτή η σοφία είναι χάρη, εντελώς διαφορετική από εκείνη την υπερήφανη και αξιοθρήνητη γνώση με την οποία «οι απλούστεροι μεταξύ των Χριστιανών τη συγχέουν! 262». Αυτή είναι η «αληθινή σοφία» που δόθηκε άλλοτε σε ανθρώπους όπως ο Ησαΐας ή ο Ιερεμίας και την οποία σήμερα συμμερίζονται εκείνοι που έχουν γεννηθεί κατά Πνεύμα 263.
«Κάθε φορά που κατανοούμε, κατανοούμε διά της πίστεώς μας», και για να «ελευθερωθούμε διά της αληθείας», πρέπει να «παραμένουμε στην πίστη 264».
Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι, για τον Ωριγένη, αυτή η σοφία είναι χάρη, εντελώς διαφορετική από εκείνη την υπερήφανη και αξιοθρήνητη γνώση με την οποία «οι απλούστεροι μεταξύ των Χριστιανών τη συγχέουν! 262». Αυτή είναι η «αληθινή σοφία» που δόθηκε άλλοτε σε ανθρώπους όπως ο Ησαΐας ή ο Ιερεμίας και την οποία σήμερα συμμερίζονται εκείνοι που έχουν γεννηθεί κατά Πνεύμα 263.
«Κάθε φορά που κατανοούμε, κατανοούμε διά της πίστεώς μας», και για να «ελευθερωθούμε διά της αληθείας», πρέπει να «παραμένουμε στην πίστη 264».
Η «απλή πίστη» ή η πίστη στο «απλό γράμμα» δεν είναι γι’ αυτόν συνώνυμη με την πίστη των απλών ή των ταπεινών, εκείνων δηλαδή «που θεωρούνται κατώτεροι σύμφωνα με την κρίση των ανθρώπων»²⁶⁵. Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κηρύγματος του Ιησού, όπως επισημαίνει επανειλημμένα, είναι ότι απευθύνεται σε όλους: τόσο στους βαρβάρους όσο και στους Έλληνες, τόσο στους αγράμματους όσο και στους μορφωμένους²⁶⁶. Κατά τον ίδιο τρόπο, θεωρεί ότι ο αληθινός απόστολος του Ιησού αναγνωρίζεται από το ότι «δεν περιφρονεί τους απλούς»²⁶⁷.
Αντίθετα, εκείνος που φαντάζεται ότι είναι πιστός και σοφός βρίσκεται πολύ κοντά στην απιστία, αν περιφρονεί αυτό που ο κόσμος θεωρεί ανόητο, αλλά το οποίο ο Θεός επέλεξε²⁶⁸· όπως οι Φαρισαίοι, οι οποίοι, θεωρώντας τον εαυτό τους ανώτερο, αποχωρίζονταν από το πλήθος²⁶⁹.
Ο Ωριγένης, επίσης, δεν συγχέει τη μία σοφία με την άλλη. Ας παραθέσουμε και πάλι την απολύτως σαφή δήλωση που αντιτάσσει στις περιφρονητικές σκέψεις του Κέλσου:
«Υπάρχει μια ανθρώπινη σοφία, την οποία ονομάζουμε σοφία του κόσμου και η οποία είναι μωρία στα μάτια του Θεού· και υπάρχει μια άλλη, η σοφία του Θεού, την οποία ο Θεός παρέχει κατά χάριν σε όσους καθιστούν τον εαυτό τους ικανό να τη δεχθεί. Ο Κέλσος αποκαλεί δούλους και αμαθείς εκείνους που δεν έχουν μορφωθεί σύμφωνα με τις επιστήμες των Ελλήνων, και όχι εκείνους που δεν ντρέπονται να λατρεύουν άψυχα είδωλα!»²⁷⁰
Ωστόσο, η συγκεκριμένη παρανόηση έχει κάποια δικαιολογία²⁷¹. Προέρχεται κυρίως από την ερμηνεία που δίνει συνήθως ο Ωριγένης σε ένα χωρίο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής:
«Δεν θέλησα να γνωρίζω ανάμεσά σας τίποτε άλλο παρά μόνο τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο».
Στη γνώση για την οποία μιλά εδώ ο Απόστολος, ο Ωριγένης βλέπει μόνο μια κατώτερη ακόμη γνώση, δηλαδή μια άγνοια του προσώπου του Χριστού και του έργου Του. Ενώ ο Παύλος εννοούσε το «μυστήριο του Σταυρού», το οποίο είχε «κηρύξει σε όλη του τη γυμνότητα»²⁷², ο Ωριγένης θεωρεί ότι πρόκειται μόνο για το κήρυγμα του εξωτερικού γεγονότος της σταυρώσεως, χωρίς την αποκάλυψη του μυστηρίου της.
Εκείνοι που δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο παρά μόνο τον σταυρωμένο Ιησού είναι, κατά τη γνώμη του, όσοι, «θεωρώντας ότι ο ενσαρκωμένος Λόγος είναι ολόκληρος ο Λόγος»²⁷³, δεν γνωρίζουν τίποτε για τη «δόξα» ή τη θεότητά Του. Είναι, επομένως, ανίκανοι να κατανοήσουν το νόημα του Σταυρού· αγνοούν δηλαδή το μυστήριο της λυτρώσεώς μας. Δεν έχουν ακόμη διαβεί τον Ιορδάνη μαζί με τις στρατιές του αληθινού Ιησού και δεν έχουν εισέλθει στο εσωτερικό της γης της Επαγγελίας, ώστε να δώσουν εκεί τις τελευταίες μάχες²⁷⁴.
Ο Ωριγένης διακρίνει στο κείμενο του Παύλου μια περιοριστική πρόθεση ισχυρότερη από εκείνη που πράγματι υπάρχει. Γι’ αυτόν, οι χριστιανοί που περιορίζονται σε αυτό το πρώτο κήρυγμα δεν διαθέτουν πραγματικά «μια στοιχειώδη κατήχηση»· διαθέτουν, το πολύ, μια προπαρασκευαστική κατήχηση²⁷⁵. Δεν είναι αναγκαστικά άνθρωποι περιορισμένης διάνοιας· μπορεί να είναι σοφοί σύμφωνα με τον κόσμο, αλλά παραμένουν ακόμη σαρκικοί άνθρωποι.
Γνωρίζουν ακόμη τον Χριστό μόνο «κατά σάρκα» και, αν ήθελαν να παραμείνουν σε αυτό το επίπεδο, θα άξιζαν την επίκριση του Αποστόλου. Εκείνος αρχικά δεν θέλησε να γνωρίζει τίποτε άλλο ανάμεσά τους, επειδή τότε δεν μπορούσαν να αντέξουν κάτι περισσότερο. Η ψυχή τους δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένη. Όταν όμως τους γράφει αργότερα, δηλώνει με έμφαση ότι διαθέτει και αυτός μια σοφία: όχι τη σοφία αυτού του αιώνα, αλλά τη σοφία του Θεού, τη «μυστηριώδη και κρυμμένη σοφία», την οποία «κηρύττει μεταξύ των τελείων»²⁷⁶.
Αυτή η σοφία δεν καταργεί την πρώτη γνώση, αλλά τη συμπληρώνει και τη μεταμορφώνει. Είναι η βαθύτερη διδασκαλία που συνιστά την κατανόηση του αρχικού δεδομένου. Είναι η στερεά τροφή που διαδέχεται το γάλα των παιδιών· όχι, και πάλι, των «ταπεινών» ή των απλών κατά κόσμον, αλλά των νηπίων με την παύλεια έννοια: εκείνων «που απέχουν ακόμη πολύ από την τέλεια κάθαρση των ηθών τους»²⁷⁷.
Δεν υπάρχουν, επομένως, δύο κατηγορίες χριστιανών που χωρίζονται ανάλογα με τη δύναμη της διάνοιάς τους. Δεν υπάρχει ένα λαϊκό κήρυγμα και μια διαφορετική, περισσότερο εκλεπτυσμένη διδασκαλία για τους διανοουμένους. Η θρησκεία μας «είναι ταυτόχρονα πνευματική και ενσαρκωμένη». Και αν σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να αρχίσουμε κηρύττοντας μόνο το «σωματικό Ευαγγέλιο», αυτό πρέπει να γίνεται πάντοτε με την επιθυμία να φανερωθεί κάτω από τη «μορφή δούλου» η «δόξα του Μονογενούς Υιού».
Όταν θα έχει αφυπνιστεί στις ψυχές η επιθυμία για «τη σοφία του ουρανού», θα μπορέσουμε «να τους μεταδώσουμε τη γνώση η οποία, ξεκινώντας από την Ενανθρώπηση, θα τους οδηγήσει μέχρι Εκείνον που ήταν εν ἀρχῇ προς τον Θεό»²⁷⁸.
Το κήρυγμα του σταυρωμένου Ιησού παραμένει, ωστόσο, ουσιώδες. Διότι «η οικονομία του Πάθους»²⁷⁹ έχει κεφαλαιώδη σημασία. Είναι κατεξοχήν «η Οικονομία»²⁸⁰. Ο Ωριγένης γνωρίζει ότι χωρίς το ξύλο του Σταυρού δεν μπορεί να θεραπευθεί η λέπρα της αμαρτίας. Γνωρίζει ότι με το αίμα του Χριστού σώζεται ολόκληρη η Εκκλησία, χωρίς διάκριση κατηγοριών²⁸¹. Γνωρίζει ότι ο θάνατος του Χριστού είναι για όλους μας το Δέντρο της Ζωής²⁸²· ότι κάθε καρποφορία προέρχεται από αυτόν τον θάνατο, όπως από τον κόκκο του σιταριού, ο οποίος πρέπει να ταφεί στη γη και να φανεί ότι πεθαίνει²⁸³. Διακηρύσσει ότι όλη η δόξα και όλος ο πλούτος της Εκκλησίας βρίσκονται στο Πάθος του Χριστού²⁸⁴.
Γι’ αυτόν, μεταστρέφομαι σημαίνει «έρχομαι στον Σταυρό του Χριστού». Και η σοφία του τελείου δεν συνίσταται στο να γνωρίζει κάτι διαφορετικό, αλλά στο να θεωρεί επάνω στον Σταυρό «τα βαθιά μυστήρια που μας αποκαλύπτει εκεί ο Παύλος»²⁸⁵· και κατόπιν να απορρίπτει με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη τη σοφία του κόσμου και να είναι σταυρωμένος ως προς αυτήν²⁸⁶.
Διότι υπάρχει απόλυτη αντίθεση μεταξύ της στενής οδού της σωτηρίας, την οποία μας δείχνει ο Σταυρός του Χριστού, και της πλατιάς και εύκολης οδού στην οποία θα ήθελε να μας οδηγήσει η φιλοσοφία που διδάσκουν οι σοφοί αυτού του αιώνα²⁸⁷. Η «θέα του Λόγου» μπορεί να αποκτηθεί μόνο με τίμημα τον θάνατο ως προς τον κόσμο και μέσα από μεγάλες θλίψεις²⁸⁸. Και όσο υψηλή κι αν είναι, δεν θα μας κάνει να χάσουμε από τα μάτια μας τον σταυρωμένο Ιησού²⁸⁹, ο οποίος είναι συγχρόνως ιερέας και θύμα²⁹⁰. Δεν υπάρχει σοφία που να απαλλάσσει τον άνθρωπο από το να Τον ακολουθεί σηκώνοντας τον σταυρό του²⁹¹.
Και ακόμη περισσότερο: ακόμη κι αν κάποιος αρπάχθηκε, όπως ο Παύλος, μέχρι τον τρίτο ουρανό, υπάρχει ένας μόνο τρόπος να μην κατεβεί ξανά από εκεί· ακριβώς το «να πάρει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Ιησού, στον οποίο έχουμε τον μεγάλο Αρχηγό που διέσχισε τους ουρανούς»²⁹².
Αργότερα θα έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τον κεφαλαιώδη ρόλο που αναγνωρίζει ο Ωριγένης στον Σταυρό για την κατανόηση ολόκληρης της Γραφής, καθώς και την επινοητικότητα με την οποία αναζητεί παντού στην Παλαιά Διαθήκη τα σύμβολά του, όπως τον παρότρυνε να κάνει η παράδοση. Ας παρατηρήσουμε μόνο εδώ ότι τον εξυμνεί με τόνους των οποίων η γνησιότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί:
«Για να κηρύξει κανείς σωστά τον Ιησού», διακηρύσσει, «πρέπει να Τον κηρύξει σταυρωμένο. Κάτι θα λείπει αν, ενώ κηρύττουμε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, αποσιωπούμε κάποιο από τα θαύματά Του· αλλά θα λείπει πολύ περισσότερο αν παραλείψουμε να πούμε ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε»²⁹³.
Αυτό ακριβώς λείπει από τη διδασκαλία των υποτιθέμενων γνωστικών²⁹⁴. Αυτό λείπει και από εκείνους οι οποίοι, με μια judaica gloriatio, μια ιουδαϊκή καύχηση, στηρίζουν την εμπιστοσύνη τους στα έργα του Νόμου²⁹⁵. Και οι μεν και οι δε βρίσκονται έξω από τον Χριστιανισμό, επειδή δεν κατανόησαν το λυτρωτικό μυστήριο, το μυστήριο του Αμνού²⁹⁶.
Ίσως δεν υπάρχει άλλη δογματική αλήθεια στην οποία να επιμένει ο Ωριγένης περισσότερο απ’ ό,τι στη λύτρωση διά του αίματος του Ιησού²⁹⁷. Τη βλέπει να διδάσκεται παντού μέσα στη Γραφή²⁹⁸. Παρατηρώντας ότι οι δήμιοι, οι οποίοι αφαίρεσαν από τον Ιησού τον χιτώνα Του, Του άφησαν το ακάνθινο στεφάνι, προτείνει την ακόλουθη ερμηνεία, γεμάτη από βαθύ αίσθημα:
«Νομίζω ότι αυτό το ακάνθινο στεφάνι απορροφήθηκε, κατά κάποιον τρόπο, από την κεφαλή του Ιησού, ώστε τα παλαιά μας αγκάθια να μην υπάρχουν πλέον, αφού ο Ιησούς τα πήρε από εμάς και τα τοποθέτησε στην τίμια κεφαλή Του»²⁹⁹.
Του αρέσει να ερμηνεύει τα κείμενα του Προφήτη για τον πάσχοντα Δούλο του Γιαχβέ³⁰⁰. Θαυμάζει επίσης τη βαθιά «φιλοσοφία» που εξάγει ο Απόστολος από το Πάθος³⁰¹. Προσηλώνεται στον λόγο του Παύλου:
«Ο Ιησούς ταπείνωσε τον εαυτό Του μέχρι θανάτου και έγινε υπάκουος μέχρι Σταυρού».
Διαπιστώνει με πόνο ότι πολλοί «δεν κατανοούν αυτό το πράγμα, επειδή φαντάζονται έναν Ιησού απρόσιτο στο πάθος και πολύ ανώτερο, όπως τους φαίνεται, από ολόκληρη αυτή την ταπείνωση»³⁰². «Με το πρόσχημα της ευσέβειας προς τον Ιησού», όταν φθάνουν σε εκείνη τη σπαρακτική κραυγή, Quare me dereliquisti? —«Γιατί με εγκατέλειψες;»— δεν θέλουν να δουν σε αυτήν παρά μόνο έναν λόγο ταπεινοφροσύνης³⁰³.
Ο ίδιος ο Ωριγένης, βέβαια, αισθάνθηκε έντονα το σκάνδαλο του mysterium crucis, του μυστηρίου του Σταυρού. Όταν λέγεται ότι σταυρώθηκε ο Κύριος της δόξης, Εκείνος που κατέβηκε από τον ουρανό, πόσο «παράδοξη» φαίνεται μια τέτοια διακήρυξη! Πόσο δύσκολο είναι να γίνει πιστευτή!³⁰⁴ Και όμως, δεν θα ντραπεί για τον Σταυρό του Κυρίου του³⁰⁵.
Από αυτή την έσχατη ταπείνωση του Υιού του Ανθρώπου, την οποία χλευάζουν οι φιλόσοφοι, ο πιστός αντλεί ακριβώς τη δύναμη να περιφρονεί τα γέλια και τους σαρκασμούς³⁰⁶. «Η χριστιανική πίστη δεν φοβάται το σκάνδαλο». Το σκάνδαλο αυτό μεταβάλλεται σε θρίαμβο της πίστεως· και εκείνο που φαινόταν «μωρία» μεταμορφώνεται σε σοφία, «σε μια τόσο μεγάλη σοφία, ώστε καταβροχθίζει ολόκληρη τη σοφία των Αιγυπτίων, δηλαδή αυτού του κόσμου».
Το φως του Σταυρού, εισχωρώντας στη διάνοια του χριστιανού, αποδιώκει από αυτήν όλο το σκοτάδι που είχαν συσσωρεύσει εκεί οι πλάνες των φιλοσόφων³⁰⁷. Αυτό το φως του Σταυρού, ακτινοβολώντας μέσα από τη ζωή των αγίων, καθιστά όλους τους αγίους μάρτυρες, δηλαδή μάρτυρες και ομολογητές του Σωτήρα.
Η δύναμη του Σταυρού εκμηδενίζει όλες τις κακές επιθυμίες. Με αυτήν «τρέπεται σε φυγή ολόκληρο το στράτευμα της σάρκας και της αμαρτίας»³⁰⁸. Η δύναμή του είναι τόσο μεγάλη, ώστε προσφέρει θεραπεία και σωτηρία όχι μόνο στις παρούσες και στις μελλοντικές γενεές, αλλά ακόμη και στις γενεές των προηγούμενων αιώνων. Και ακόμη περισσότερο: επαρκεί για τη σωτηρία όχι μόνο ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, αλλά και των ουράνιων τάξεων και δυνάμεων.
Με την ένωση προς τον Σταυρό πραγματοποιείται η αμοιβαία ένωσή μας μέσα στον Πατέρα και στον Υιό. Και κανένας άνθρωπος δεν βρέθηκε ποτέ σε καταλληλότερη θέση για να ακούσει μια τέτοια υπόσχεση από εκείνον που κρεμάστηκε στον σταυρό μαζί με τον Ιησού· «διότι ήταν φυτό άξιο του Παραδείσου εκείνος που συνδέθηκε με αυτόν τον τρόπο με το Δέντρο της Ζωής»³⁰⁹.
«Ο θάνατος του Χριστού εκμηδένισε τις εχθρικές προς το ανθρώπινο γένος δυνάμεις»³¹⁰. Αν οι δαίμονες φοβούνται και τρέμουν, η αιτία δεν είναι άλλη από τον Σταυρό: το αίμα που ρέει από αυτόν δεν κατευνάζει τη δίψα τους, αλλά καταστρέφει τη δύναμή τους³¹¹. Ο Σταυρός τούς νίκησε, και μέσω αυτού θα τους νικήσουμε κι εμείς με τη σειρά μας.
«Η δύναμη του Σταυρού» είναι ακατανίκητη³¹². Γι’ αυτό πρέπει να φέρουμε πιστά επάνω μας το σημείο του, να σηκώσουμε «το λάβαρο του Σταυρού» για να αντιμετωπίσουμε τους αγώνες και τους διωγμούς³¹³, ώστε να μπορέσουμε κι εμείς να πούμε μαζί με τον απόστολο Παύλο:
«Δεν θέλω να καυχηθώ για τίποτε άλλο παρά μόνο για τον Σταυρό του Κυρίου μου Ιησού Χριστού!»³¹⁴
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ένα είδος διπλής έλευσης του Λόγου στην ψυχή. Κατά την πρώτη έλευση, ο Χριστός μόλις αρχίζει να γίνεται γνωστός. Η ψυχή, παραμένοντας ακόμη «τραχιά», δεν βλέπει την ομορφιά Του· διακρίνει μόνο τη σαρκική γέννηση και σταύρωσή Του.
Η δεύτερη έλευση, όμως, αντιστοιχεί κατά κάποιον τρόπο μέσα στην ψυχή προς ό,τι θα είναι η συντέλεια του αιώνα. Σε εκείνον που φθάνει στην τελειότητα ή απλώς στη χριστιανική ωριμότητα, ο Χριστός εμφανίζεται μεταμορφωμένος, μέσα στην ομορφιά και στη δόξα Του. Τότε η ψυχή, αντί να απορρίψει το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως ή του Σταυρού, το κατανοεί επιτέλους. Η πίστη της γίνεται φωτεινή. Η ίδια καυχάται μέσα σε αυτό το μυστήριο, «διά του οποίου ο κόσμος έχει σταυρωθεί γι’ αυτήν και αυτή για τον κόσμο»³¹⁵.
Βλέπει πλέον με απόλυτη καθαρότητα ότι αυτός ο θάνατος ως προς τον κόσμο μέσα στον Χριστό είναι ένας «μακάριος θάνατος»³¹⁶. Αυτή δεν είναι μια εξωτερική και προσωρινή διδασκαλία προορισμένη για τους «απλούς», ούτε η πρώτη βαθμίδα των αρχαρίων· είναι η ολοκληρωμένη κατάσταση των τελείων, η οποία αποτελεί η ίδια σημείο και πρόγευση μέσα στην ψυχή της τελικής συντέλειας.
Διότι για εκείνον για τον οποίο ο κόσμος έχει σταυρωθεί και ο οποίος δεν καυχάται πλέον παρά μόνο για τον Σταυρό, η συντέλεια του αιώνα έχει, κατά κάποιον τρόπο, ήδη φθάσει³¹⁷. Ο Ωριγένης θα μπορούσε να πει μαζί με τον Romano Guardini:
«Ο Σταυρός είναι το απόλυτο σύμβολο»³¹⁸.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΤΟ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ
1. Η επιβεβαίωση της ιστορίας
ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΣΤΑΥΡΩΘΕΙ Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΦΤΑΣΕΙ. ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΥΠΕΣΧΕΘΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ.
Αντίθετα, εκείνος που φαντάζεται ότι είναι πιστός και σοφός βρίσκεται πολύ κοντά στην απιστία, αν περιφρονεί αυτό που ο κόσμος θεωρεί ανόητο, αλλά το οποίο ο Θεός επέλεξε²⁶⁸· όπως οι Φαρισαίοι, οι οποίοι, θεωρώντας τον εαυτό τους ανώτερο, αποχωρίζονταν από το πλήθος²⁶⁹.
Ο Ωριγένης, επίσης, δεν συγχέει τη μία σοφία με την άλλη. Ας παραθέσουμε και πάλι την απολύτως σαφή δήλωση που αντιτάσσει στις περιφρονητικές σκέψεις του Κέλσου:
«Υπάρχει μια ανθρώπινη σοφία, την οποία ονομάζουμε σοφία του κόσμου και η οποία είναι μωρία στα μάτια του Θεού· και υπάρχει μια άλλη, η σοφία του Θεού, την οποία ο Θεός παρέχει κατά χάριν σε όσους καθιστούν τον εαυτό τους ικανό να τη δεχθεί. Ο Κέλσος αποκαλεί δούλους και αμαθείς εκείνους που δεν έχουν μορφωθεί σύμφωνα με τις επιστήμες των Ελλήνων, και όχι εκείνους που δεν ντρέπονται να λατρεύουν άψυχα είδωλα!»²⁷⁰
Ωστόσο, η συγκεκριμένη παρανόηση έχει κάποια δικαιολογία²⁷¹. Προέρχεται κυρίως από την ερμηνεία που δίνει συνήθως ο Ωριγένης σε ένα χωρίο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής:
«Δεν θέλησα να γνωρίζω ανάμεσά σας τίποτε άλλο παρά μόνο τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο».
Στη γνώση για την οποία μιλά εδώ ο Απόστολος, ο Ωριγένης βλέπει μόνο μια κατώτερη ακόμη γνώση, δηλαδή μια άγνοια του προσώπου του Χριστού και του έργου Του. Ενώ ο Παύλος εννοούσε το «μυστήριο του Σταυρού», το οποίο είχε «κηρύξει σε όλη του τη γυμνότητα»²⁷², ο Ωριγένης θεωρεί ότι πρόκειται μόνο για το κήρυγμα του εξωτερικού γεγονότος της σταυρώσεως, χωρίς την αποκάλυψη του μυστηρίου της.
Εκείνοι που δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο παρά μόνο τον σταυρωμένο Ιησού είναι, κατά τη γνώμη του, όσοι, «θεωρώντας ότι ο ενσαρκωμένος Λόγος είναι ολόκληρος ο Λόγος»²⁷³, δεν γνωρίζουν τίποτε για τη «δόξα» ή τη θεότητά Του. Είναι, επομένως, ανίκανοι να κατανοήσουν το νόημα του Σταυρού· αγνοούν δηλαδή το μυστήριο της λυτρώσεώς μας. Δεν έχουν ακόμη διαβεί τον Ιορδάνη μαζί με τις στρατιές του αληθινού Ιησού και δεν έχουν εισέλθει στο εσωτερικό της γης της Επαγγελίας, ώστε να δώσουν εκεί τις τελευταίες μάχες²⁷⁴.
Ο Ωριγένης διακρίνει στο κείμενο του Παύλου μια περιοριστική πρόθεση ισχυρότερη από εκείνη που πράγματι υπάρχει. Γι’ αυτόν, οι χριστιανοί που περιορίζονται σε αυτό το πρώτο κήρυγμα δεν διαθέτουν πραγματικά «μια στοιχειώδη κατήχηση»· διαθέτουν, το πολύ, μια προπαρασκευαστική κατήχηση²⁷⁵. Δεν είναι αναγκαστικά άνθρωποι περιορισμένης διάνοιας· μπορεί να είναι σοφοί σύμφωνα με τον κόσμο, αλλά παραμένουν ακόμη σαρκικοί άνθρωποι.
Γνωρίζουν ακόμη τον Χριστό μόνο «κατά σάρκα» και, αν ήθελαν να παραμείνουν σε αυτό το επίπεδο, θα άξιζαν την επίκριση του Αποστόλου. Εκείνος αρχικά δεν θέλησε να γνωρίζει τίποτε άλλο ανάμεσά τους, επειδή τότε δεν μπορούσαν να αντέξουν κάτι περισσότερο. Η ψυχή τους δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένη. Όταν όμως τους γράφει αργότερα, δηλώνει με έμφαση ότι διαθέτει και αυτός μια σοφία: όχι τη σοφία αυτού του αιώνα, αλλά τη σοφία του Θεού, τη «μυστηριώδη και κρυμμένη σοφία», την οποία «κηρύττει μεταξύ των τελείων»²⁷⁶.
Αυτή η σοφία δεν καταργεί την πρώτη γνώση, αλλά τη συμπληρώνει και τη μεταμορφώνει. Είναι η βαθύτερη διδασκαλία που συνιστά την κατανόηση του αρχικού δεδομένου. Είναι η στερεά τροφή που διαδέχεται το γάλα των παιδιών· όχι, και πάλι, των «ταπεινών» ή των απλών κατά κόσμον, αλλά των νηπίων με την παύλεια έννοια: εκείνων «που απέχουν ακόμη πολύ από την τέλεια κάθαρση των ηθών τους»²⁷⁷.
Δεν υπάρχουν, επομένως, δύο κατηγορίες χριστιανών που χωρίζονται ανάλογα με τη δύναμη της διάνοιάς τους. Δεν υπάρχει ένα λαϊκό κήρυγμα και μια διαφορετική, περισσότερο εκλεπτυσμένη διδασκαλία για τους διανοουμένους. Η θρησκεία μας «είναι ταυτόχρονα πνευματική και ενσαρκωμένη». Και αν σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να αρχίσουμε κηρύττοντας μόνο το «σωματικό Ευαγγέλιο», αυτό πρέπει να γίνεται πάντοτε με την επιθυμία να φανερωθεί κάτω από τη «μορφή δούλου» η «δόξα του Μονογενούς Υιού».
Όταν θα έχει αφυπνιστεί στις ψυχές η επιθυμία για «τη σοφία του ουρανού», θα μπορέσουμε «να τους μεταδώσουμε τη γνώση η οποία, ξεκινώντας από την Ενανθρώπηση, θα τους οδηγήσει μέχρι Εκείνον που ήταν εν ἀρχῇ προς τον Θεό»²⁷⁸.
Το κήρυγμα του σταυρωμένου Ιησού παραμένει, ωστόσο, ουσιώδες. Διότι «η οικονομία του Πάθους»²⁷⁹ έχει κεφαλαιώδη σημασία. Είναι κατεξοχήν «η Οικονομία»²⁸⁰. Ο Ωριγένης γνωρίζει ότι χωρίς το ξύλο του Σταυρού δεν μπορεί να θεραπευθεί η λέπρα της αμαρτίας. Γνωρίζει ότι με το αίμα του Χριστού σώζεται ολόκληρη η Εκκλησία, χωρίς διάκριση κατηγοριών²⁸¹. Γνωρίζει ότι ο θάνατος του Χριστού είναι για όλους μας το Δέντρο της Ζωής²⁸²· ότι κάθε καρποφορία προέρχεται από αυτόν τον θάνατο, όπως από τον κόκκο του σιταριού, ο οποίος πρέπει να ταφεί στη γη και να φανεί ότι πεθαίνει²⁸³. Διακηρύσσει ότι όλη η δόξα και όλος ο πλούτος της Εκκλησίας βρίσκονται στο Πάθος του Χριστού²⁸⁴.
Γι’ αυτόν, μεταστρέφομαι σημαίνει «έρχομαι στον Σταυρό του Χριστού». Και η σοφία του τελείου δεν συνίσταται στο να γνωρίζει κάτι διαφορετικό, αλλά στο να θεωρεί επάνω στον Σταυρό «τα βαθιά μυστήρια που μας αποκαλύπτει εκεί ο Παύλος»²⁸⁵· και κατόπιν να απορρίπτει με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη τη σοφία του κόσμου και να είναι σταυρωμένος ως προς αυτήν²⁸⁶.
Διότι υπάρχει απόλυτη αντίθεση μεταξύ της στενής οδού της σωτηρίας, την οποία μας δείχνει ο Σταυρός του Χριστού, και της πλατιάς και εύκολης οδού στην οποία θα ήθελε να μας οδηγήσει η φιλοσοφία που διδάσκουν οι σοφοί αυτού του αιώνα²⁸⁷. Η «θέα του Λόγου» μπορεί να αποκτηθεί μόνο με τίμημα τον θάνατο ως προς τον κόσμο και μέσα από μεγάλες θλίψεις²⁸⁸. Και όσο υψηλή κι αν είναι, δεν θα μας κάνει να χάσουμε από τα μάτια μας τον σταυρωμένο Ιησού²⁸⁹, ο οποίος είναι συγχρόνως ιερέας και θύμα²⁹⁰. Δεν υπάρχει σοφία που να απαλλάσσει τον άνθρωπο από το να Τον ακολουθεί σηκώνοντας τον σταυρό του²⁹¹.
Και ακόμη περισσότερο: ακόμη κι αν κάποιος αρπάχθηκε, όπως ο Παύλος, μέχρι τον τρίτο ουρανό, υπάρχει ένας μόνο τρόπος να μην κατεβεί ξανά από εκεί· ακριβώς το «να πάρει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Ιησού, στον οποίο έχουμε τον μεγάλο Αρχηγό που διέσχισε τους ουρανούς»²⁹².
Αργότερα θα έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τον κεφαλαιώδη ρόλο που αναγνωρίζει ο Ωριγένης στον Σταυρό για την κατανόηση ολόκληρης της Γραφής, καθώς και την επινοητικότητα με την οποία αναζητεί παντού στην Παλαιά Διαθήκη τα σύμβολά του, όπως τον παρότρυνε να κάνει η παράδοση. Ας παρατηρήσουμε μόνο εδώ ότι τον εξυμνεί με τόνους των οποίων η γνησιότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί:
«Για να κηρύξει κανείς σωστά τον Ιησού», διακηρύσσει, «πρέπει να Τον κηρύξει σταυρωμένο. Κάτι θα λείπει αν, ενώ κηρύττουμε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, αποσιωπούμε κάποιο από τα θαύματά Του· αλλά θα λείπει πολύ περισσότερο αν παραλείψουμε να πούμε ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε»²⁹³.
Αυτό ακριβώς λείπει από τη διδασκαλία των υποτιθέμενων γνωστικών²⁹⁴. Αυτό λείπει και από εκείνους οι οποίοι, με μια judaica gloriatio, μια ιουδαϊκή καύχηση, στηρίζουν την εμπιστοσύνη τους στα έργα του Νόμου²⁹⁵. Και οι μεν και οι δε βρίσκονται έξω από τον Χριστιανισμό, επειδή δεν κατανόησαν το λυτρωτικό μυστήριο, το μυστήριο του Αμνού²⁹⁶.
Ίσως δεν υπάρχει άλλη δογματική αλήθεια στην οποία να επιμένει ο Ωριγένης περισσότερο απ’ ό,τι στη λύτρωση διά του αίματος του Ιησού²⁹⁷. Τη βλέπει να διδάσκεται παντού μέσα στη Γραφή²⁹⁸. Παρατηρώντας ότι οι δήμιοι, οι οποίοι αφαίρεσαν από τον Ιησού τον χιτώνα Του, Του άφησαν το ακάνθινο στεφάνι, προτείνει την ακόλουθη ερμηνεία, γεμάτη από βαθύ αίσθημα:
«Νομίζω ότι αυτό το ακάνθινο στεφάνι απορροφήθηκε, κατά κάποιον τρόπο, από την κεφαλή του Ιησού, ώστε τα παλαιά μας αγκάθια να μην υπάρχουν πλέον, αφού ο Ιησούς τα πήρε από εμάς και τα τοποθέτησε στην τίμια κεφαλή Του»²⁹⁹.
Του αρέσει να ερμηνεύει τα κείμενα του Προφήτη για τον πάσχοντα Δούλο του Γιαχβέ³⁰⁰. Θαυμάζει επίσης τη βαθιά «φιλοσοφία» που εξάγει ο Απόστολος από το Πάθος³⁰¹. Προσηλώνεται στον λόγο του Παύλου:
«Ο Ιησούς ταπείνωσε τον εαυτό Του μέχρι θανάτου και έγινε υπάκουος μέχρι Σταυρού».
Διαπιστώνει με πόνο ότι πολλοί «δεν κατανοούν αυτό το πράγμα, επειδή φαντάζονται έναν Ιησού απρόσιτο στο πάθος και πολύ ανώτερο, όπως τους φαίνεται, από ολόκληρη αυτή την ταπείνωση»³⁰². «Με το πρόσχημα της ευσέβειας προς τον Ιησού», όταν φθάνουν σε εκείνη τη σπαρακτική κραυγή, Quare me dereliquisti? —«Γιατί με εγκατέλειψες;»— δεν θέλουν να δουν σε αυτήν παρά μόνο έναν λόγο ταπεινοφροσύνης³⁰³.
Ο ίδιος ο Ωριγένης, βέβαια, αισθάνθηκε έντονα το σκάνδαλο του mysterium crucis, του μυστηρίου του Σταυρού. Όταν λέγεται ότι σταυρώθηκε ο Κύριος της δόξης, Εκείνος που κατέβηκε από τον ουρανό, πόσο «παράδοξη» φαίνεται μια τέτοια διακήρυξη! Πόσο δύσκολο είναι να γίνει πιστευτή!³⁰⁴ Και όμως, δεν θα ντραπεί για τον Σταυρό του Κυρίου του³⁰⁵.
Από αυτή την έσχατη ταπείνωση του Υιού του Ανθρώπου, την οποία χλευάζουν οι φιλόσοφοι, ο πιστός αντλεί ακριβώς τη δύναμη να περιφρονεί τα γέλια και τους σαρκασμούς³⁰⁶. «Η χριστιανική πίστη δεν φοβάται το σκάνδαλο». Το σκάνδαλο αυτό μεταβάλλεται σε θρίαμβο της πίστεως· και εκείνο που φαινόταν «μωρία» μεταμορφώνεται σε σοφία, «σε μια τόσο μεγάλη σοφία, ώστε καταβροχθίζει ολόκληρη τη σοφία των Αιγυπτίων, δηλαδή αυτού του κόσμου».
Το φως του Σταυρού, εισχωρώντας στη διάνοια του χριστιανού, αποδιώκει από αυτήν όλο το σκοτάδι που είχαν συσσωρεύσει εκεί οι πλάνες των φιλοσόφων³⁰⁷. Αυτό το φως του Σταυρού, ακτινοβολώντας μέσα από τη ζωή των αγίων, καθιστά όλους τους αγίους μάρτυρες, δηλαδή μάρτυρες και ομολογητές του Σωτήρα.
Η δύναμη του Σταυρού εκμηδενίζει όλες τις κακές επιθυμίες. Με αυτήν «τρέπεται σε φυγή ολόκληρο το στράτευμα της σάρκας και της αμαρτίας»³⁰⁸. Η δύναμή του είναι τόσο μεγάλη, ώστε προσφέρει θεραπεία και σωτηρία όχι μόνο στις παρούσες και στις μελλοντικές γενεές, αλλά ακόμη και στις γενεές των προηγούμενων αιώνων. Και ακόμη περισσότερο: επαρκεί για τη σωτηρία όχι μόνο ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, αλλά και των ουράνιων τάξεων και δυνάμεων.
Με την ένωση προς τον Σταυρό πραγματοποιείται η αμοιβαία ένωσή μας μέσα στον Πατέρα και στον Υιό. Και κανένας άνθρωπος δεν βρέθηκε ποτέ σε καταλληλότερη θέση για να ακούσει μια τέτοια υπόσχεση από εκείνον που κρεμάστηκε στον σταυρό μαζί με τον Ιησού· «διότι ήταν φυτό άξιο του Παραδείσου εκείνος που συνδέθηκε με αυτόν τον τρόπο με το Δέντρο της Ζωής»³⁰⁹.
«Ο θάνατος του Χριστού εκμηδένισε τις εχθρικές προς το ανθρώπινο γένος δυνάμεις»³¹⁰. Αν οι δαίμονες φοβούνται και τρέμουν, η αιτία δεν είναι άλλη από τον Σταυρό: το αίμα που ρέει από αυτόν δεν κατευνάζει τη δίψα τους, αλλά καταστρέφει τη δύναμή τους³¹¹. Ο Σταυρός τούς νίκησε, και μέσω αυτού θα τους νικήσουμε κι εμείς με τη σειρά μας.
«Η δύναμη του Σταυρού» είναι ακατανίκητη³¹². Γι’ αυτό πρέπει να φέρουμε πιστά επάνω μας το σημείο του, να σηκώσουμε «το λάβαρο του Σταυρού» για να αντιμετωπίσουμε τους αγώνες και τους διωγμούς³¹³, ώστε να μπορέσουμε κι εμείς να πούμε μαζί με τον απόστολο Παύλο:
«Δεν θέλω να καυχηθώ για τίποτε άλλο παρά μόνο για τον Σταυρό του Κυρίου μου Ιησού Χριστού!»³¹⁴
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ένα είδος διπλής έλευσης του Λόγου στην ψυχή. Κατά την πρώτη έλευση, ο Χριστός μόλις αρχίζει να γίνεται γνωστός. Η ψυχή, παραμένοντας ακόμη «τραχιά», δεν βλέπει την ομορφιά Του· διακρίνει μόνο τη σαρκική γέννηση και σταύρωσή Του.
Η δεύτερη έλευση, όμως, αντιστοιχεί κατά κάποιον τρόπο μέσα στην ψυχή προς ό,τι θα είναι η συντέλεια του αιώνα. Σε εκείνον που φθάνει στην τελειότητα ή απλώς στη χριστιανική ωριμότητα, ο Χριστός εμφανίζεται μεταμορφωμένος, μέσα στην ομορφιά και στη δόξα Του. Τότε η ψυχή, αντί να απορρίψει το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως ή του Σταυρού, το κατανοεί επιτέλους. Η πίστη της γίνεται φωτεινή. Η ίδια καυχάται μέσα σε αυτό το μυστήριο, «διά του οποίου ο κόσμος έχει σταυρωθεί γι’ αυτήν και αυτή για τον κόσμο»³¹⁵.
Βλέπει πλέον με απόλυτη καθαρότητα ότι αυτός ο θάνατος ως προς τον κόσμο μέσα στον Χριστό είναι ένας «μακάριος θάνατος»³¹⁶. Αυτή δεν είναι μια εξωτερική και προσωρινή διδασκαλία προορισμένη για τους «απλούς», ούτε η πρώτη βαθμίδα των αρχαρίων· είναι η ολοκληρωμένη κατάσταση των τελείων, η οποία αποτελεί η ίδια σημείο και πρόγευση μέσα στην ψυχή της τελικής συντέλειας.
Διότι για εκείνον για τον οποίο ο κόσμος έχει σταυρωθεί και ο οποίος δεν καυχάται πλέον παρά μόνο για τον Σταυρό, η συντέλεια του αιώνα έχει, κατά κάποιον τρόπο, ήδη φθάσει³¹⁷. Ο Ωριγένης θα μπορούσε να πει μαζί με τον Romano Guardini:
«Ο Σταυρός είναι το απόλυτο σύμβολο»³¹⁸.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΤΟ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ
1. Η επιβεβαίωση της ιστορίας
ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΣΤΑΥΡΩΘΕΙ Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΦΤΑΣΕΙ. ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΥΠΕΣΧΕΘΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ.
Σημειώσεις:
265. Jo., 19, 8-9 (σ. 307-308): «…κατὰ τῶν ὡς πρὸς ἀνθρώπων κρίσιν ὑποδεεστέρων…».
266. Per., 4, 1, 2: «ὥστε Ἕλληνας καὶ βαρβάρους, σοφούς τε καὶ ἀνοήτους προσθέσθαι τῇ διὰ Ἰησοῦ θεοσεβείᾳ» (σ. 295). Jo., 1, 8 (σ. 13), 10 (σ. 16), 12: «καὶ πτωχοὺς εὐαγγελίζεται» (σ. 17).
267. CC., πρόλ. 6 (σ. 54-55)· 6, 1-2 (σ. 70-71), 13-14 (σ. 83-85)· 7, 44 (σ. 195), 49 (σ. 200) κ.ά.
268. Mat. ser., 61:
«Και θα δει πάλι άλλους, οι οποίοι θεωρούνται πιστοί, να είναι βέβαια οξείς και σοφοί, αλλά ολιγόπιστοι· και, αν δεν είναι άπιστοι, πάντως είναι λιγότερο πιστοί, επειδή περιφρονούν τα μωρά του κόσμου, τα οποία επέλεξε ο Θεός» (σ. 141).
269. Mat. ser., 9:
«Εκείνοι που… χωρίζουν τον εαυτό τους από τους πολλούς, σαν να ήταν καλύτεροι, ονομάζονται ως προς αυτό Φαρισαίοι, όνομα που ερμηνεύεται “διαιρεμένοι και αποχωρισμένοι”» (σ. 16).
270. CC., 6, 13 (σ. 83). Jo., 20, 32, σχολιάζοντας Α΄ Κορ. 12,9 (σ. 369).
271. Αυτή ήταν, για παράδειγμα, η άποψη του Harnack, Dogmengeschichte, τόμ. I (1909), σ. 684:
«Ο Χριστός, ο σταυρωμένος Χριστός, δεν έχει πλέον αξία για τον τέλειο χριστιανό».
272. Joseph Huby, Saint Paul, Ire épître aux Corinthiens, σ. 71. Δυστυχώς, το σχόλιο του Ωριγένη στο Α΄ Κορ. 2,2 έχει χαθεί.
273. Jo., 2, 3 (σ. 56-57).
274. Num., ομιλ. 26, 7 (σ. 254).
275. Mat., 12, 30:
«Αν μπορείς να διακρίνεις τις διαφορετικές μορφές του Λόγου, ο οποίος κηρύσσεται σε εκείνους που πιστεύουν μέσω της μωρίας του κηρύγματος και αναγγέλλεται με σοφία στους τελείους, θα δεις με ποιον τρόπο ο Λόγος, για εκείνους που μόλις εισάγονται —τοῖς μὲν εἰσαγομένοις, qui noviter inducuntur ad finem— έχει μορφή δούλου κ.λπ.» (σ. 133).
Πρβλ. J. Lebreton, Recherches, τόμ. XXII (1932), σ. 279, σημ. 1:
«Στο πνεύμα του σχηματίστηκε ένας συνειρμός ιδεών μεταξύ του κειμένου του αγίου Παύλου για τον σταυρωμένο Ιησού Χριστό και της στοιχειώδους κατηχήσεως».
Έχουμε ήδη εξηγήσει γιατί αυτή η κρίση δεν μας φαίνεται απολύτως ακριβής. Πρβλ. I Cor., όπου διακρίνονται οι τοῖς εἰσαγομένοις και οι τοῖς ἀρχομένοις (τόμ. IX, σ. 238).
276. Rom., 1, 13:
«Σε άλλους, ως τελείους, μιλά για τη σοφία· σε άλλους, ως ασύνετους, λέει ότι δεν γνωρίζει τίποτε άλλο παρά μόνο τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο…» (859 AB).
2, 14:
«Εκείνος που δεν είναι ακόμη πραγματικά κατάλληλος γι’ αυτήν τη σοφία, ας δεχθεί τα λόγια του Θεού, μέσα στα οποία δεν θα αναγνωρίσει τίποτε περισσότερο από τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο κ.λπ.» (917 C).
277. CC., 3, 52-53 (σ. 248-249). I Cor., σχολιάζοντας Α΄ Κορ. 12,1-3 (τόμ. IX, σ. 241-242) κ.ά. Πρβλ. Εβρ. 5,12-14.
Για τους «κοινούς χριστιανούς» του Ωριγένη διατυπώθηκε συχνά η ίδια περίπου παρανόηση που διατυπωνόταν και για τους rudes του αγίου Αυγουστίνου (De catechizandis rudibus). Ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση πρόκειται για χονδροειδή πνεύματα ή «ακαλλιέργητες» διάνοιες.
Η ίδια η λέξη rudes εμφανίζεται, ακριβώς σε σχέση με το Α΄ Κορ. 2,2, στο Mat. ser., 32, στη μετάφραση του Ρουφίνου:
«Στην αρχή βέβαια, ακατήχητοι και τότε μόλις αρχίζοντας να γνωρίζουν τον Χριστό· επειδή δεν μπορούν να δουν τη λαμπρότητα της ομορφιάς Του, λένε…» (σ. 58).
Εμφανίζεται επίσης, πάντοτε με την ίδια σημασία, στη μετάφραση των ομιλιών στον Ιεζεκιήλ από τον άγιο Ιερώνυμο· Ez., ομιλ. 8, 2:
«Εκείνος που εισέρχεται για πρώτη φορά στην Εκκλησία, που δέχθηκε τα στοιχεία της πίστεως, που είναι ακόμη αμύητος στα μυστήρια» (σ. 403).
Πρβλ. Γαυδέντιο της Brescia —ο οποίος υπήρξε φίλος του Ρουφίνου—, πραγματεία 5, De lectione Exodi:
«Ώστε οι νεοφώτιστοι, που ήταν ακόμη ακατήχητοι, να διδαχθούν την τάξη της βρώσεως της πασχάλιας θυσίας, ενώ οι ήδη διδαγμένοι πιστοί να την αναγνωρίσουν» (Glueck, σ. 43).
278. Jo., 1, 7 (σ. 11-13). «Τέτοιες διατυπώσεις», γράφει ορθά ο M. Bardy («Origène», στο Dictionnaire de théologie catholique, τόμ. II, στ. 1540), «μπορούν να γίνουν κατανοητές με μια αποδεκτή σημασία». Εμείς πιστεύουμε μάλιστα ότι πρέπει να κατανοηθούν έτσι.
279. Mat. ser., 47 (σ. 95)· 50 (σ. 109-110) κ.ά. Πρβλ. Ψαλμ. 44,9 (Pitra, σ. 42).
280. Jo., 32, 3 (σ. 429-430), 8 (σ. 437), 28 (σ. 474).
281. Jos., ομιλ. 6, 4:
«Και διά του αίματος του Χριστού σώζεται ολόκληρη αυτή η Εκκλησία» (σ. 327).
Mart., 30:
«Το βάπτισμα του μαρτυρίου, το οποίο δέχθηκε ο Σωτήρας, έγινε καθαρμός για τον κόσμο» (σ. 26· μετάφραση Bardy, σ. 247).
282. Rom., 5, 9:
«Ο Χριστός, λοιπόν, η δύναμη και η σοφία του Θεού, είναι ο ίδιος το Δέντρο της Ζωής, στο οποίο πρέπει να συμφυτευθούμε· και με ένα νέο και αγαπητό δώρο του Θεού, ο θάνατός Του γίνεται για εμάς Δέντρο της Ζωής» (1043 C).
Πρβλ. Mat. ser., 95:
«Διότι, όπως πέθανε για όλους εμάς, έτσι ώστε να παρέλθει και από εμάς ο θάνατος, ο εχθρός του Χριστού…» (σ. 314).
283. Jer., ομιλ. 10, 3 (σ. 73).
284. Cant., 3 (σ. 196).
285. CC., 2, 16 (σ. 145). Για το βάθος του μυστηρίου του Σταυρού κατά τον άγιο Παύλο, βλ. Gen., ομιλ. 2, 5 (σ. 33-35).
286. Ex., ομιλ. 4, 6. Η θύραθεν φιλοσοφία, τα άσματα των ποιητών, η διαλεκτική, οι κυνικές διδασκαλίες, η ειδωλολατρία και τα πάθη της υπερηφάνειας και της οργής: ο Ωριγένης τα συγκεντρώνει όλα εδώ μαζί, τρόπον τινά στο ίδιο στρατόπεδο, απέναντι στο οποίο υψώνει τον Σταυρό (σ. 177-179). Πρβλ. Lev., ομιλ. 8, 10 (σ. 409-411).
287. Jud., ομιλ. 5, 5 (σ. 495).
288. Mat. ser., 39 (σ. 77).
289. Jo., 2, 8:
«Ο Λόγος του Θεού, τον οποίο ο Ιωάννης θεωρεί έφιππο, δεν είναι γυμνός· είναι ντυμένος με ιμάτιο βαμμένο στο αίμα. Αυτό σημαίνει ότι ο Λόγος που έγινε σάρκα και, ως εκ τούτου, πέθανε, παραμένει περιβεβλημένος με τα ίχνη της σάρκας, ώστε χύνει το αίμα Του στη γη όταν ο στρατιώτης λογχίζει την πλευρά Του. Αυτό το Πάθος, ακόμη και όταν θα έχουμε φθάσει στην υψηλότερη θεωρία του Λόγου και της αλήθειας, δεν θα το λησμονήσουμε εύκολα· δεν θα λησμονήσουμε ολοκληρωτικά τη σωματική πραγματικότητα που μας εισήγαγε μέσω Αυτού στο μυστήριο» (σ. 62).
Συνδέουμε το ἐκείνου τοῦ πάθους με τη δεύτερη πρόταση, όπως ο de la Rue, και όχι με την πρώτη, όπως ο Preuschen· άλλωστε, το γενικό νόημα παραμένει το ίδιο.
Πρβλ. Camelot, Foi et gnose chez Clément d’Alexandrie, σ. 64, σημ. 2. Και εδώ θεωρούμε υπερβολική την ακόλουθη διατύπωση του π. Lebreton, ό.π., σ. 288:
«…ο ωριγενισμός, ένας απερίσκεπτος ιδεαλισμός που πιστεύει ότι πλησιάζει τον Θεό χάνοντας από τα μάτια του την ανθρώπινη φύση του Χριστού».
290. Rom., 7, 10 (1131 A).
291. Mart., 12:
«Ότι πρέπει να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του, να σηκώσει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Ιησού, δεν το έγραψε μόνο ο Ματθαίος… αλλά επίσης ο Λουκάς και ο Μάρκος…» (σ. 12· μετάφραση Bardy, σ. 220).
292. Mart., 13 (σ. 13-14)· πρβλ. 29 (σ. 26).
293. Mat., 12, 19 (σ. 111-112).
294. Πρβλ. Ez., ομιλ. 3, 4 (σ. 353).
295. Rom., 3, 9 (954 AC).
296. Πρβλ. Num., ομιλ. 24, 1 (σ. 225-227).
297. Ο E. de Faye παραμέριζε αυτή την προφανή αλήθεια με ένα επιχείρημα του οποίου η αφέλεια αποθαρρύνει την κριτική:
«Αν αυτά τα βιβλικά κείμενα», έλεγε, «δεν υπήρχαν και αν ο Ωριγένης δεν ήταν υποχρεωμένος να τα ερμηνεύσει, πιθανότατα δεν θα είχε διατυπώσει ούτε καν το σχεδίασμα της διδασκαλίας που του αποδίδεται»: Origène, τόμ. II, σ. 232.
Και τόμ. III, σ. 320:
«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν ο Ωριγένης θα σκεφτόταν να συμπεριλάβει σε αυτήν τον Σταυρό, αν δεν ήταν υποχρεωμένος να λάβει υπόψη τα βιβλικά κείμενα τα οποία δεν μπορούσε να παραμερίσει» κ.λπ.
Οι ίδιες μεροληπτικές εξηγήσεις εμφανίζονται και στο Esquisse de la pensée d’Origène, σ. 125.
Ο Harnack αναγνώριζε, στο Dogmengeschichte, τόμ. I, σ. 635, σημ. 1, ότι ο Ωριγένης «αναπτύσσει τη σωτηριώδη αξία του θανάτου του Χριστού με αφθονία και λεπτομέρεια που δεν συναντώνται σε κανέναν θεολόγο πριν από αυτόν».
Στην ιστορική μελέτη του για το δόγμα της λυτρώσεως, ο J. Rivière παραθέτει πολλά κείμενα προς υποστήριξη αυτής της θέσης και συμπεραίνει:
«Ενώ ο άγιος Ειρηναίος αντιπροσωπεύει εκείνη τη θεολογική σκέψη στην οποία ο θάνατος του Χριστού, χωρίς να εξαφανίζεται, υποχωρεί μέσα σε μια ευρύτερη προοπτική, ο Ωριγένης, συγκρατούμενος από την εξήγηση των Γραφών πάνω στο σταθερό έδαφος του ρεαλισμού, προϋποθέτει τη συνήθη διδασκαλία περί λυτρώσεως διά του θανάτου του Χριστού και επιχειρεί την αρχική διατύπωση μιας ερμηνείας της» (σ. 141).
Βλ. επίσης Bettencourt, σ. 17-20.
298. Rom., 6, 12 (1094-1095).
299. Mat. ser., 125 (σ. 261-262).
300. CC., 1, 54-55 (σ. 105-106) κ.ά.
301. CC., 2, 16 (σ. 145).
302. Jo., 10, 6 (σ. 176). Πρβλ. Rom., 5, 9:
«Μερικοί αιρετικοί, επειδή δεν κατανόησαν αυτό το πράγμα, επιχείρησαν, με αφετηρία αυτό το χωρίο του Αποστόλου, να υποστηρίξουν ότι ο Χριστός δεν πέθανε πραγματικά, αλλά είχε μόνο την ομοιότητα του θανάτου και περισσότερο φάνηκε ότι πέθανε παρά πέθανε αληθινά» (1044 A).
303. Mat. ser., 135 (σ. 279).
304. Πρβλ. Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό, 3, 46:
«Οι άνθρωποι των νεότερων χρόνων, των οποίων η διάνοια έχει αμβλυνθεί τόσο ώστε να μην κατανοεί πλέον το νόημα της χριστιανικής γλώσσας, δεν αισθάνονται ούτε καν πόσο φρικτό ήταν για ένα αρχαίο πνεύμα το παράδοξο σχήμα: “ο Θεός σταυρωμένος”. Ποτέ σε μια μεταστροφή δεν υπήρξε τίποτε τόσο τολμηρό, τίποτε τόσο τρομερό, τίποτε που να έθετε τα πάντα τόσο ριζικά υπό αμφισβήτηση και να γεννούσε τόσα ερωτήματα. Αυτό το σχήμα ανήγγελλε μια μεταστοιχείωση όλων των αρχαίων αξιών».
305. Per., 4, 3, 13 (σ. 345).
306. CC., 2, 34 (σ. 161). Πρβλ. Jer., ομιλ. 14, 14: οι προσβολές που υπομένει κανείς για τον Χριστό (σ. 119-120).
307. Ex., ομιλ. 4, 6 (σ. 177-178). Rom., 8, 6:
«Και ποιος λαός θα συναχθεί διά του κηρύγματος του Σταυρού του Χριστού, το οποίο είναι μωρία για τα έθνη, ώστε να γίνει μωρός μέσα σε αυτόν τον κόσμο και να είναι σοφός ενώπιον του Θεού;» (1173 C).
308. Rom., 6, 1 (1056 C). Ας θυμηθούμε την παρατήρηση του π. d’Alès, Recherches, τόμ. XX (1930), σ. 259:
«Το σημαντικότερο έργο του Ωριγένη σχετικά με τη λύτρωση διά του Χριστού είναι το υπόμνημά του στην προς Ρωμαίους επιστολή».
Πρβλ. Reg., ομιλ. 1, 10 (σ. 18).
309. Rom., 5, 10 (1053 AB)· 5, 9 (1045 AB).
310. Jo., 1, 32 (σ. 41)· πρβλ. 2, 26 (σ. 83) και 6, 56-57, σχετικά με τον θρίαμβο του Αμνού του Θεού, ο οποίος προχωρεί «νικητής και φορτωμένος με τα τρόπαιά του», με «τα ενδύματά του καλυμμένα από το αίμα του» (σ. 165-166). Mat., 10, 17 (σ. 22).
311. Rom., 4, 11 (1000 C). Πρβλ. Mat., 16, 5 (σ. 478)· Jo., 1, 32 (σ. 41-42). Jer., ομιλ. 10, 2: το ξύλο του Πάθους εξασφάλισε την επιτυχία του κηρύγματος σε ολόκληρο τον κόσμο, καθιστώντας γλυκό τον νόμο του Θεού (σ. 72-73).
312. I Cor.: «τῷ ἐγνωκότι τὴν δύναμιν τοῦ σταυροῦ» (τόμ. IX, σ. 235).
313. Jud., ομιλ. 9, 1 (σ. 519)· Ex., ομιλ. 3, 3 (σ. 170)· Mat., 12, 24: να σηκώνει κανείς τον σταυρό του ακολουθώντας τον Ιησού (σ. 123-124).
314. Ex., ομιλ. 6, 8 (σ. 199)· Jud., ομιλ. 4, 2 (σ. 489)· Jos., ομιλ. 8, 3 (σ. 338)· Rom., 3, 9 (954 A). Πρβλ. Jo., 2, 34 (σ. 92-93)· I Cor. (τόμ. IX, σ. 235).
315. Mat. ser., 32 (σ. 58-59)· Jos., ομιλ. 12, 3 (σ. 370)· Jo., 19, 21 (σ. 322)· CC., 6, 77 (σ. 147)· Jer., 4, 18, 2 (σ. 153)· Num., ομιλ. 16, 8 (σ. 150-151).
«Εκείνο που παύει», γράφει ο René Cadiou σχολιάζοντας το Mat., 12, 19-20, «δεν είναι το μυστήριο του Σταυρού, αλλά η προσπάθεια της φαντασίας, όταν αυτή έχει οδηγήσει μέχρι την κατανόηση και η κατανόηση πραγματοποιεί τη μυστική ένωση»: «Le développement d’une théologie», στο Recherches, τόμ. XXIII (1933), σ. 423.
316. Num., ομιλ. 12, 3 (σ. 103). Jud., ομιλ. 7, 2:
«Μακάριες, λοιπόν, είναι οι ψυχές που ακολουθούν τον Χριστό όπως ακριβώς προπορεύθηκε ο Χριστός μπροστά από αυτές»,
δηλαδή μέχρι τον αιματηρό θάνατο (σ. 508).
Πρβλ. Cant., 2: αφού ανεβεί κανείς από βαθμίδα σε βαθμίδα, η τελειότητα συνίσταται στο «να πιει το ποτήριο της Καινής Διαθήκης που δέχθηκε ο Ιησούς» (σ. 171).
317. Mat. ser., 56:
«Γνωρίζω και μια άλλη συντέλεια του δικαίου ανθρώπου, ο οποίος, έχοντας προοδεύσει κατά τον Απόστολο, μπορεί να πει: “Μη γένοιτο σε μένα…” κ.λπ. Διότι για εκείνον για τον οποίο ο κόσμος έχει σταυρωθεί, η συντέλεια του κόσμου έχει ήδη, κατά κάποιον τρόπο, πραγματοποιηθεί…» (σ. 131).
318. Romano Guardini, «Le sérieux de l’amour divin», στο Dieu vivant, τεύχ. 11 (1948), σ. 26.
266. Per., 4, 1, 2: «ὥστε Ἕλληνας καὶ βαρβάρους, σοφούς τε καὶ ἀνοήτους προσθέσθαι τῇ διὰ Ἰησοῦ θεοσεβείᾳ» (σ. 295). Jo., 1, 8 (σ. 13), 10 (σ. 16), 12: «καὶ πτωχοὺς εὐαγγελίζεται» (σ. 17).
267. CC., πρόλ. 6 (σ. 54-55)· 6, 1-2 (σ. 70-71), 13-14 (σ. 83-85)· 7, 44 (σ. 195), 49 (σ. 200) κ.ά.
268. Mat. ser., 61:
«Και θα δει πάλι άλλους, οι οποίοι θεωρούνται πιστοί, να είναι βέβαια οξείς και σοφοί, αλλά ολιγόπιστοι· και, αν δεν είναι άπιστοι, πάντως είναι λιγότερο πιστοί, επειδή περιφρονούν τα μωρά του κόσμου, τα οποία επέλεξε ο Θεός» (σ. 141).
269. Mat. ser., 9:
«Εκείνοι που… χωρίζουν τον εαυτό τους από τους πολλούς, σαν να ήταν καλύτεροι, ονομάζονται ως προς αυτό Φαρισαίοι, όνομα που ερμηνεύεται “διαιρεμένοι και αποχωρισμένοι”» (σ. 16).
270. CC., 6, 13 (σ. 83). Jo., 20, 32, σχολιάζοντας Α΄ Κορ. 12,9 (σ. 369).
271. Αυτή ήταν, για παράδειγμα, η άποψη του Harnack, Dogmengeschichte, τόμ. I (1909), σ. 684:
«Ο Χριστός, ο σταυρωμένος Χριστός, δεν έχει πλέον αξία για τον τέλειο χριστιανό».
272. Joseph Huby, Saint Paul, Ire épître aux Corinthiens, σ. 71. Δυστυχώς, το σχόλιο του Ωριγένη στο Α΄ Κορ. 2,2 έχει χαθεί.
273. Jo., 2, 3 (σ. 56-57).
274. Num., ομιλ. 26, 7 (σ. 254).
275. Mat., 12, 30:
«Αν μπορείς να διακρίνεις τις διαφορετικές μορφές του Λόγου, ο οποίος κηρύσσεται σε εκείνους που πιστεύουν μέσω της μωρίας του κηρύγματος και αναγγέλλεται με σοφία στους τελείους, θα δεις με ποιον τρόπο ο Λόγος, για εκείνους που μόλις εισάγονται —τοῖς μὲν εἰσαγομένοις, qui noviter inducuntur ad finem— έχει μορφή δούλου κ.λπ.» (σ. 133).
Πρβλ. J. Lebreton, Recherches, τόμ. XXII (1932), σ. 279, σημ. 1:
«Στο πνεύμα του σχηματίστηκε ένας συνειρμός ιδεών μεταξύ του κειμένου του αγίου Παύλου για τον σταυρωμένο Ιησού Χριστό και της στοιχειώδους κατηχήσεως».
Έχουμε ήδη εξηγήσει γιατί αυτή η κρίση δεν μας φαίνεται απολύτως ακριβής. Πρβλ. I Cor., όπου διακρίνονται οι τοῖς εἰσαγομένοις και οι τοῖς ἀρχομένοις (τόμ. IX, σ. 238).
276. Rom., 1, 13:
«Σε άλλους, ως τελείους, μιλά για τη σοφία· σε άλλους, ως ασύνετους, λέει ότι δεν γνωρίζει τίποτε άλλο παρά μόνο τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο…» (859 AB).
2, 14:
«Εκείνος που δεν είναι ακόμη πραγματικά κατάλληλος γι’ αυτήν τη σοφία, ας δεχθεί τα λόγια του Θεού, μέσα στα οποία δεν θα αναγνωρίσει τίποτε περισσότερο από τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο κ.λπ.» (917 C).
277. CC., 3, 52-53 (σ. 248-249). I Cor., σχολιάζοντας Α΄ Κορ. 12,1-3 (τόμ. IX, σ. 241-242) κ.ά. Πρβλ. Εβρ. 5,12-14.
Για τους «κοινούς χριστιανούς» του Ωριγένη διατυπώθηκε συχνά η ίδια περίπου παρανόηση που διατυπωνόταν και για τους rudes του αγίου Αυγουστίνου (De catechizandis rudibus). Ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση πρόκειται για χονδροειδή πνεύματα ή «ακαλλιέργητες» διάνοιες.
Η ίδια η λέξη rudes εμφανίζεται, ακριβώς σε σχέση με το Α΄ Κορ. 2,2, στο Mat. ser., 32, στη μετάφραση του Ρουφίνου:
«Στην αρχή βέβαια, ακατήχητοι και τότε μόλις αρχίζοντας να γνωρίζουν τον Χριστό· επειδή δεν μπορούν να δουν τη λαμπρότητα της ομορφιάς Του, λένε…» (σ. 58).
Εμφανίζεται επίσης, πάντοτε με την ίδια σημασία, στη μετάφραση των ομιλιών στον Ιεζεκιήλ από τον άγιο Ιερώνυμο· Ez., ομιλ. 8, 2:
«Εκείνος που εισέρχεται για πρώτη φορά στην Εκκλησία, που δέχθηκε τα στοιχεία της πίστεως, που είναι ακόμη αμύητος στα μυστήρια» (σ. 403).
Πρβλ. Γαυδέντιο της Brescia —ο οποίος υπήρξε φίλος του Ρουφίνου—, πραγματεία 5, De lectione Exodi:
«Ώστε οι νεοφώτιστοι, που ήταν ακόμη ακατήχητοι, να διδαχθούν την τάξη της βρώσεως της πασχάλιας θυσίας, ενώ οι ήδη διδαγμένοι πιστοί να την αναγνωρίσουν» (Glueck, σ. 43).
278. Jo., 1, 7 (σ. 11-13). «Τέτοιες διατυπώσεις», γράφει ορθά ο M. Bardy («Origène», στο Dictionnaire de théologie catholique, τόμ. II, στ. 1540), «μπορούν να γίνουν κατανοητές με μια αποδεκτή σημασία». Εμείς πιστεύουμε μάλιστα ότι πρέπει να κατανοηθούν έτσι.
279. Mat. ser., 47 (σ. 95)· 50 (σ. 109-110) κ.ά. Πρβλ. Ψαλμ. 44,9 (Pitra, σ. 42).
280. Jo., 32, 3 (σ. 429-430), 8 (σ. 437), 28 (σ. 474).
281. Jos., ομιλ. 6, 4:
«Και διά του αίματος του Χριστού σώζεται ολόκληρη αυτή η Εκκλησία» (σ. 327).
Mart., 30:
«Το βάπτισμα του μαρτυρίου, το οποίο δέχθηκε ο Σωτήρας, έγινε καθαρμός για τον κόσμο» (σ. 26· μετάφραση Bardy, σ. 247).
282. Rom., 5, 9:
«Ο Χριστός, λοιπόν, η δύναμη και η σοφία του Θεού, είναι ο ίδιος το Δέντρο της Ζωής, στο οποίο πρέπει να συμφυτευθούμε· και με ένα νέο και αγαπητό δώρο του Θεού, ο θάνατός Του γίνεται για εμάς Δέντρο της Ζωής» (1043 C).
Πρβλ. Mat. ser., 95:
«Διότι, όπως πέθανε για όλους εμάς, έτσι ώστε να παρέλθει και από εμάς ο θάνατος, ο εχθρός του Χριστού…» (σ. 314).
283. Jer., ομιλ. 10, 3 (σ. 73).
284. Cant., 3 (σ. 196).
285. CC., 2, 16 (σ. 145). Για το βάθος του μυστηρίου του Σταυρού κατά τον άγιο Παύλο, βλ. Gen., ομιλ. 2, 5 (σ. 33-35).
286. Ex., ομιλ. 4, 6. Η θύραθεν φιλοσοφία, τα άσματα των ποιητών, η διαλεκτική, οι κυνικές διδασκαλίες, η ειδωλολατρία και τα πάθη της υπερηφάνειας και της οργής: ο Ωριγένης τα συγκεντρώνει όλα εδώ μαζί, τρόπον τινά στο ίδιο στρατόπεδο, απέναντι στο οποίο υψώνει τον Σταυρό (σ. 177-179). Πρβλ. Lev., ομιλ. 8, 10 (σ. 409-411).
287. Jud., ομιλ. 5, 5 (σ. 495).
288. Mat. ser., 39 (σ. 77).
289. Jo., 2, 8:
«Ο Λόγος του Θεού, τον οποίο ο Ιωάννης θεωρεί έφιππο, δεν είναι γυμνός· είναι ντυμένος με ιμάτιο βαμμένο στο αίμα. Αυτό σημαίνει ότι ο Λόγος που έγινε σάρκα και, ως εκ τούτου, πέθανε, παραμένει περιβεβλημένος με τα ίχνη της σάρκας, ώστε χύνει το αίμα Του στη γη όταν ο στρατιώτης λογχίζει την πλευρά Του. Αυτό το Πάθος, ακόμη και όταν θα έχουμε φθάσει στην υψηλότερη θεωρία του Λόγου και της αλήθειας, δεν θα το λησμονήσουμε εύκολα· δεν θα λησμονήσουμε ολοκληρωτικά τη σωματική πραγματικότητα που μας εισήγαγε μέσω Αυτού στο μυστήριο» (σ. 62).
Συνδέουμε το ἐκείνου τοῦ πάθους με τη δεύτερη πρόταση, όπως ο de la Rue, και όχι με την πρώτη, όπως ο Preuschen· άλλωστε, το γενικό νόημα παραμένει το ίδιο.
Πρβλ. Camelot, Foi et gnose chez Clément d’Alexandrie, σ. 64, σημ. 2. Και εδώ θεωρούμε υπερβολική την ακόλουθη διατύπωση του π. Lebreton, ό.π., σ. 288:
«…ο ωριγενισμός, ένας απερίσκεπτος ιδεαλισμός που πιστεύει ότι πλησιάζει τον Θεό χάνοντας από τα μάτια του την ανθρώπινη φύση του Χριστού».
290. Rom., 7, 10 (1131 A).
291. Mart., 12:
«Ότι πρέπει να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του, να σηκώσει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Ιησού, δεν το έγραψε μόνο ο Ματθαίος… αλλά επίσης ο Λουκάς και ο Μάρκος…» (σ. 12· μετάφραση Bardy, σ. 220).
292. Mart., 13 (σ. 13-14)· πρβλ. 29 (σ. 26).
293. Mat., 12, 19 (σ. 111-112).
294. Πρβλ. Ez., ομιλ. 3, 4 (σ. 353).
295. Rom., 3, 9 (954 AC).
296. Πρβλ. Num., ομιλ. 24, 1 (σ. 225-227).
297. Ο E. de Faye παραμέριζε αυτή την προφανή αλήθεια με ένα επιχείρημα του οποίου η αφέλεια αποθαρρύνει την κριτική:
«Αν αυτά τα βιβλικά κείμενα», έλεγε, «δεν υπήρχαν και αν ο Ωριγένης δεν ήταν υποχρεωμένος να τα ερμηνεύσει, πιθανότατα δεν θα είχε διατυπώσει ούτε καν το σχεδίασμα της διδασκαλίας που του αποδίδεται»: Origène, τόμ. II, σ. 232.
Και τόμ. III, σ. 320:
«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν ο Ωριγένης θα σκεφτόταν να συμπεριλάβει σε αυτήν τον Σταυρό, αν δεν ήταν υποχρεωμένος να λάβει υπόψη τα βιβλικά κείμενα τα οποία δεν μπορούσε να παραμερίσει» κ.λπ.
Οι ίδιες μεροληπτικές εξηγήσεις εμφανίζονται και στο Esquisse de la pensée d’Origène, σ. 125.
Ο Harnack αναγνώριζε, στο Dogmengeschichte, τόμ. I, σ. 635, σημ. 1, ότι ο Ωριγένης «αναπτύσσει τη σωτηριώδη αξία του θανάτου του Χριστού με αφθονία και λεπτομέρεια που δεν συναντώνται σε κανέναν θεολόγο πριν από αυτόν».
Στην ιστορική μελέτη του για το δόγμα της λυτρώσεως, ο J. Rivière παραθέτει πολλά κείμενα προς υποστήριξη αυτής της θέσης και συμπεραίνει:
«Ενώ ο άγιος Ειρηναίος αντιπροσωπεύει εκείνη τη θεολογική σκέψη στην οποία ο θάνατος του Χριστού, χωρίς να εξαφανίζεται, υποχωρεί μέσα σε μια ευρύτερη προοπτική, ο Ωριγένης, συγκρατούμενος από την εξήγηση των Γραφών πάνω στο σταθερό έδαφος του ρεαλισμού, προϋποθέτει τη συνήθη διδασκαλία περί λυτρώσεως διά του θανάτου του Χριστού και επιχειρεί την αρχική διατύπωση μιας ερμηνείας της» (σ. 141).
Βλ. επίσης Bettencourt, σ. 17-20.
298. Rom., 6, 12 (1094-1095).
299. Mat. ser., 125 (σ. 261-262).
300. CC., 1, 54-55 (σ. 105-106) κ.ά.
301. CC., 2, 16 (σ. 145).
302. Jo., 10, 6 (σ. 176). Πρβλ. Rom., 5, 9:
«Μερικοί αιρετικοί, επειδή δεν κατανόησαν αυτό το πράγμα, επιχείρησαν, με αφετηρία αυτό το χωρίο του Αποστόλου, να υποστηρίξουν ότι ο Χριστός δεν πέθανε πραγματικά, αλλά είχε μόνο την ομοιότητα του θανάτου και περισσότερο φάνηκε ότι πέθανε παρά πέθανε αληθινά» (1044 A).
303. Mat. ser., 135 (σ. 279).
304. Πρβλ. Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό, 3, 46:
«Οι άνθρωποι των νεότερων χρόνων, των οποίων η διάνοια έχει αμβλυνθεί τόσο ώστε να μην κατανοεί πλέον το νόημα της χριστιανικής γλώσσας, δεν αισθάνονται ούτε καν πόσο φρικτό ήταν για ένα αρχαίο πνεύμα το παράδοξο σχήμα: “ο Θεός σταυρωμένος”. Ποτέ σε μια μεταστροφή δεν υπήρξε τίποτε τόσο τολμηρό, τίποτε τόσο τρομερό, τίποτε που να έθετε τα πάντα τόσο ριζικά υπό αμφισβήτηση και να γεννούσε τόσα ερωτήματα. Αυτό το σχήμα ανήγγελλε μια μεταστοιχείωση όλων των αρχαίων αξιών».
305. Per., 4, 3, 13 (σ. 345).
306. CC., 2, 34 (σ. 161). Πρβλ. Jer., ομιλ. 14, 14: οι προσβολές που υπομένει κανείς για τον Χριστό (σ. 119-120).
307. Ex., ομιλ. 4, 6 (σ. 177-178). Rom., 8, 6:
«Και ποιος λαός θα συναχθεί διά του κηρύγματος του Σταυρού του Χριστού, το οποίο είναι μωρία για τα έθνη, ώστε να γίνει μωρός μέσα σε αυτόν τον κόσμο και να είναι σοφός ενώπιον του Θεού;» (1173 C).
308. Rom., 6, 1 (1056 C). Ας θυμηθούμε την παρατήρηση του π. d’Alès, Recherches, τόμ. XX (1930), σ. 259:
«Το σημαντικότερο έργο του Ωριγένη σχετικά με τη λύτρωση διά του Χριστού είναι το υπόμνημά του στην προς Ρωμαίους επιστολή».
Πρβλ. Reg., ομιλ. 1, 10 (σ. 18).
309. Rom., 5, 10 (1053 AB)· 5, 9 (1045 AB).
310. Jo., 1, 32 (σ. 41)· πρβλ. 2, 26 (σ. 83) και 6, 56-57, σχετικά με τον θρίαμβο του Αμνού του Θεού, ο οποίος προχωρεί «νικητής και φορτωμένος με τα τρόπαιά του», με «τα ενδύματά του καλυμμένα από το αίμα του» (σ. 165-166). Mat., 10, 17 (σ. 22).
311. Rom., 4, 11 (1000 C). Πρβλ. Mat., 16, 5 (σ. 478)· Jo., 1, 32 (σ. 41-42). Jer., ομιλ. 10, 2: το ξύλο του Πάθους εξασφάλισε την επιτυχία του κηρύγματος σε ολόκληρο τον κόσμο, καθιστώντας γλυκό τον νόμο του Θεού (σ. 72-73).
312. I Cor.: «τῷ ἐγνωκότι τὴν δύναμιν τοῦ σταυροῦ» (τόμ. IX, σ. 235).
313. Jud., ομιλ. 9, 1 (σ. 519)· Ex., ομιλ. 3, 3 (σ. 170)· Mat., 12, 24: να σηκώνει κανείς τον σταυρό του ακολουθώντας τον Ιησού (σ. 123-124).
314. Ex., ομιλ. 6, 8 (σ. 199)· Jud., ομιλ. 4, 2 (σ. 489)· Jos., ομιλ. 8, 3 (σ. 338)· Rom., 3, 9 (954 A). Πρβλ. Jo., 2, 34 (σ. 92-93)· I Cor. (τόμ. IX, σ. 235).
315. Mat. ser., 32 (σ. 58-59)· Jos., ομιλ. 12, 3 (σ. 370)· Jo., 19, 21 (σ. 322)· CC., 6, 77 (σ. 147)· Jer., 4, 18, 2 (σ. 153)· Num., ομιλ. 16, 8 (σ. 150-151).
«Εκείνο που παύει», γράφει ο René Cadiou σχολιάζοντας το Mat., 12, 19-20, «δεν είναι το μυστήριο του Σταυρού, αλλά η προσπάθεια της φαντασίας, όταν αυτή έχει οδηγήσει μέχρι την κατανόηση και η κατανόηση πραγματοποιεί τη μυστική ένωση»: «Le développement d’une théologie», στο Recherches, τόμ. XXIII (1933), σ. 423.
316. Num., ομιλ. 12, 3 (σ. 103). Jud., ομιλ. 7, 2:
«Μακάριες, λοιπόν, είναι οι ψυχές που ακολουθούν τον Χριστό όπως ακριβώς προπορεύθηκε ο Χριστός μπροστά από αυτές»,
δηλαδή μέχρι τον αιματηρό θάνατο (σ. 508).
Πρβλ. Cant., 2: αφού ανεβεί κανείς από βαθμίδα σε βαθμίδα, η τελειότητα συνίσταται στο «να πιει το ποτήριο της Καινής Διαθήκης που δέχθηκε ο Ιησούς» (σ. 171).
317. Mat. ser., 56:
«Γνωρίζω και μια άλλη συντέλεια του δικαίου ανθρώπου, ο οποίος, έχοντας προοδεύσει κατά τον Απόστολο, μπορεί να πει: “Μη γένοιτο σε μένα…” κ.λπ. Διότι για εκείνον για τον οποίο ο κόσμος έχει σταυρωθεί, η συντέλεια του κόσμου έχει ήδη, κατά κάποιον τρόπο, πραγματοποιηθεί…» (σ. 131).
318. Romano Guardini, «Le sérieux de l’amour divin», στο Dieu vivant, τεύχ. 11 (1948), σ. 26.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου