Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί ακηδίας». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί ακηδίας». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

… τί είναι αυτό που ξαφνικά αδειάζει την ψυχή ; – ΑΚΗΔΙΑ – Γιατί υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμία δύναμη να προσευχηθεί, καμία διάθεση να εργασθεί πνευματικά, καμία εσωτερική κίνηση προς τον Θεό;

 

Γιατί υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμία δύναμη να προσευχηθεί, καμία διάθεση να εργασθεί πνευματικά, καμία εσωτερική κίνηση προς τον Θεό;
Πώς γίνεται ο νους, που πριν από λίγο στεκόταν σε εγρήγορση, να βυθίζεται ξαφνικά σε μια βαριά νάρκη;
Και γιατί, ενώ όλα γύρω παραμένουν τα ίδια, η καρδιά αισθάνεται ότι ο κόσμος έχει χάσει το νόημά του;

Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ψυχολογικά. Είναι βαθιά θεολογικά.

Οι πατέρες της ερήμου τα γνώριζαν πολύ πριν τα ονομάσουν οι μεταγενέστεροι. Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, στον δέκατο τρίτο λόγο του έργου του, δίνει σε αυτή την παράξενη κατάσταση ένα όνομα που οι παλαιοί μοναχοί γνώριζαν καλά: ακηδία.
Η λέξη φαίνεται απλή, αλλά περιγράφει μια από τις πιο βαριές πνευματικές εμπειρίες.

Ο άγιος την ονομάζει παράλυση της ψυχής και έκλυση του νου.
Δεν πρόκειται απλώς για τεμπελιά ή για ψυχική κόπωση.


Είναι μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος χάνει τη γεύση των πνευματικών πραγμάτων. Η προσευχή γίνεται βάρος, η ψαλμωδία φαίνεται μακρά και ανυπόφορη, οι μοναχικές υποσχέσεις μοιάζουν παράλογες.

Και τότε η ψυχή αρχίζει να μακαρίζει τον κόσμο.
Εκείνοι που ζουν έξω από την ασκητική ζωή φαίνονται ξαφνικά ευτυχισμένοι.

Ο κόσμος μοιάζει εύκολος, ενώ η πνευματική πορεία παρουσιάζεται σαν άσκοπη αυστηρότητα.
Η ακηδία, λέει ο άγιος, φτάνει στο σημείο να κατηγορεί ακόμη και τον Θεό ότι δεν είναι ευσπλαχνικός.
Βλέπεις λοιπόν πόσο βαθιά είναι αυτή η ασθένεια. Δεν αγγίζει μόνο την πράξη αλλά την ίδια την αντίληψη του Θεού.

Στην εμπειρία των μοναχών η ακηδία εμφανίζεται συχνά με έναν ιδιαίτερα ειρωνικό τρόπο.
Ο άγιος γράφει ότι ο ιατρός επισκέπτεται τους ασθενείς το πρωί, ενώ η ακηδία επισκέπτεται τους μοναχούς το μεσημέρι.
Την ώρα δηλαδή που η ημέρα φαίνεται ακίνητη και η ψυχή κουρασμένη.
Τότε αρχίζει μια παράξενη κινητικότητα της σκέψης.

Η ακηδία προτείνει ξαφνικά έργα φιλανθρωπίας, επισκέψεις σε ασθενείς, διακονίες, μετακινήσεις. Υπενθυμίζει λόγια της Γραφής και παρουσιάζει την εξωτερική δραστηριότητα ως ανώτερη από τη σιωπή της προσευχής.
Όλα αυτά φαίνονται ευσεβή. Και όμως, πίσω τους κρύβεται η ίδια δύναμη που θέλει να αποσπάσει τον άνθρωπο από την παρουσία του Θεού.


Η λεπτότητα αυτής της πάλης είναι εντυπωσιακή.
Η ακηδία δεν εμφανίζεται ως αμαρτία. Εμφανίζεται ως λογική.
Γι’ αυτό και είναι τόσο επικίνδυνη.

Ο άγιος μάλιστα περιγράφει με σχεδόν σωματικό τρόπο τις επιδράσεις της. Πονοκέφαλος, βαρύτητα στο σώμα, νύστα την ώρα της προσευχής, ανησυχία στο κελί, συνεχείς ματιές προς το παράθυρο, φανταστικοί ήχοι και βήματα.
Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι πρέπει να φύγει από τον τόπο όπου βρίσκεται.
Η ακηδία γεννά έτσι τη μετακίνηση.

Ο μοναχός αρχίζει να πιστεύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μέσα του αλλά στον τόπο όπου ζει . Αν αλλάξει κελί , αν αλλάξει μοναστήρι , αν αλλάξει τρόπο ζωής , όλα θα διορθωθούν.Έτσι ο άγιος την ονομάζει μητέρα των μετακινήσεων.

Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα πιο βαθιά σημεία της πατερικής σοφίας.
Η ακηδία δεν είναι απλώς ένα πάθος μεταξύ άλλων.
Είναι, κατά τον άγιο, ένας ψυχικός θάνατος που περιέχει μέσα του όλα τα κακά.
Γιατί όταν η ψυχή χάσει την ελπίδα της , όλα τα άλλα πάθη εισέρχονται εύκολα.
Ο νους που παραλύει γίνεται εύκολο θήραμα.
Και όμως, ο ίδιος ο άγιος τονίζει κάτι παράδοξο.


Ακριβώς επειδή η ακηδία είναι τόσο βαριά, γίνεται και πηγή μεγάλων στεφάνων.
Την ώρα της ακηδίας φαίνονται οι βιαστές της βασιλείας.
Εκείνοι που επιμένουν στην προσευχή ενώ η ψυχή αντιστέκεται, εκείνοι που μένουν στο κελί τους ενώ όλα μέσα τους θέλουν να φύγουν, εκείνοι που συνεχίζουν την ψαλμωδία ενώ η καρδιά είναι ξηρή , αυτοί είναι που αποκτούν πραγματική πνευματική δύναμη.

Ο άγιος μάλιστα προτείνει μια σχεδόν δραματική εικόνα.
Πρέπει, λέει, να φέρουμε μπροστά μας την ακηδία σαν έναν κατηγορούμενο και να την ανακρίνουμε.
« Πες μας », να της πούμε, « ποιος είναι ο πατέρας σου και ποια είναι τα τέκνα σου ».
Και η ίδια , αν μπορούσε να μιλήσει, θα απαντούσε ότι γεννήθηκε από πολλές μητέρες : από την αναισθησία της ψυχής, από τη λήθη των ουρανίων, από την υπερβολική κόπωση.

Τα παιδιά της είναι η παρακοή, η περιπλάνηση, η εγκατάλειψη της πνευματικής ζωής.
Οι εχθροί της όμως είναι επίσης σαφείς : η ψαλμωδία, το εργόχειρο, η μνήμη του θανάτου.
Και πάνω απ’ όλα η προσευχή ενωμένη με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.
Εδώ βρίσκεται το κέντρο της θεραπείας.

Η ακηδία νικιέται όταν η ψυχή θυμηθεί ότι η ζωή της δεν τελειώνει στον ορίζοντα αυτού του κόσμου.
Η ελπίδα της βασιλείας γίνεται δύναμη που ανασταίνει τον νου.

Και τότε ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η μεγαλύτερη μάχη της πνευματικής ζωής δεν είναι εναντίον των εξωτερικών πειρασμών αλλά εναντίον αυτής της σιωπηλής παράλυσης που επιχειρεί να νεκρώσει την καρδιά.
Όποιος νίκησε την ακηδία, λέει ο άγιος, είναι δόκιμος για κάθε καλό έργο.


Γιατί έχει ήδη περάσει μέσα από το πιο σκοτεινό σημείο της πνευματικής οδού και έχει μάθει να ελπίζει ακόμη και όταν η ψυχή δεν αισθάνεται τίποτε. Χαίρε !


Manos Lambrakis

… τί είναι αυτό που ξαφνικά αδειάζει την ψυχή ; – “ΑΚΗΔΙΑ – Γιατί υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμία δύναμη να προσευχηθεί, καμία διάθεση να εργασθεί πνευματικά, καμία εσωτερική κίνηση προς τον Θεό ; ” | Οδοιπορούντες Αγίου Συμεών Του Νέου Θεολόγου

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ: Συνομιλία ψυχής και νου.

ΨΥΧΗ: Θλίψη ανυπόφορη αισθάνομαι. Πουθενά δεν βρίσκω χαρά και παρηγοριά, ούτε μέσα μου, ούτε γύρω μου. Δεν μπορώ να βλέπω συνέχεια στον κόσμο την πλάνη, την απάτη, την ψυχοκτονία. Το αφηρημένο κοίταγμα του κόσμου, οι λίγες απρόσεκτες ματιές στους πειρασμούς του και η παιδιάστικη, από έλλειψη πείρας, εμπιστοσύνη μου σ’ αυτόν, τράβηξαν επάνω μου τα φαρμακερά του βέλη, που με γέμισαν θανάσιμες πληγές.

Γιατί να κοιτάζω τον κόσμο; Γιατί να τον περιεργάζομαι, γιατί να μαθαίνω κάθε λεπτομέρεια του, γιατί να αφοσιώνομαι σ’ αυτόν, αφού είμαι μια φευγαλέα σελίδα στο πελώριο βιβλίο του; Οπωσδήποτε θα τον αφήσω κάποτε, μόνο που δεν γνωρίζω το πότε. Κάθε μέρα και κάθε ώρα πρέπει να είμαι έτοιμη για τη μετάβαση μου στην αιωνιότητα. Όσο κι αν παραταθεί η περιπλάνηση μου στην έρημο του κόσμου τούτου, αυτή δεν είναι τίποτα μπροστά στην ατέλειωτη αιωνιότητα, όπου δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια και τις εκατονταετίες.

Ο ίδιος ο κόσμος με όλα τα τεράστια κατασκευάσματα του θα πάψει να υπάρχει: «Η γη, όπως και όλα όσα θα έχουν γίνει πάνω σ’ αυτήν, θα κατακαούν» (Β΄ Πέτρ. 3:10). Θα κατακαούν, γιατί είναι καρποί της πτώσεως και της αποδοκιμασίας των ανθρώπων.

Οι πληγές, που μου προξένησε ο κόσμος, μ’ έκαναν να τον αποστραφώ. Αυτή η αποστροφή, ωστόσο, δεν με φύλαξε από νέες πληγές. Δεν θέλω να βρίσκομαι μέσα στον κόσμο! Δεν θέλω να υποτάσσομαι στον κόσμο! Δεν θέλω να τον υπηρετώ! Δεν θέλω ούτε να τον βλέπω! Αλλά αυτός από παντού με παρακολουθεί. Βίαια με κυριεύει. Παρουσιάζεται μπροστά μου με ομορφιά σαγηνευτική. Με παραλύει, με σημαδεύει, με χτυπά, με σκοτώνει. Κι εγώ, έχοντας πάντα μέσα μου την τάση προς την αυταπάτη, την πλάνη και την αμαρτία, συνεχίζω να εξαπατώμαι από τον κόσμο. Χωρίς να τον βλέπω, ελκύομαι αθέλητα απ’ αυτόν. Με βουλιμία πίνω το φαρμάκι του. Βαθιά καρφώνονται μέσα μου τα βέλη που μου πετά.

Παίρνω το βλέμμα μου από τον κόσμο και το στρέφω βαρύθυμο και ερευνητικό στον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν βρίσκω τίποτα το παρήγορο μέσα μου, όπου κοχλάζουν αναρίθμητα αμαρτωλά πάθη! Συνέχεια μολύνομαι με διάφορα αμαρτήματα Άλλοτε βασανίζομαι από τη μνησικακία και την οργή, άλλοτε καίγομαι από τη σαρκική επιθυμία και τη σαρκική πύρωση. Η φαντασία μου κινητοποιείται από κάποιαν ενέργεια ξένη, εχθρική. Σκανδαλιστικές μορφές παρουσιάζονται μπροστά μου και με παρακινούν νοερά να αμαρτήσω, να γευθώ την ολέθρια ηδονή. Δεν έχω τη δύναμη να τρέξω μακριά από τις προκλητικές εικόνες. Αυθόρμητα και αναπότρεπτα κολλάνε πάνω τους τα αρρωστημένο μου μάτια. Και να τρέξω που;! Έτρεξα κάποτε στην έρημο. Με ακολούθησαν κι εκεί οι παραστάσεις της αμαρτίας. Κι έπεσαν πάνω μου με ζωντάνια μεγαλύτερη, με διάθεση φονική.

Ανύπαρκτες είναι όλες αυτές οι εικόνες. Απάτη και πλάνη είναι και οι ίδιες και η αίσθηση τους και η ομορφιά τους. Είναι, ωστόσο, τόσο ζωντανές, που τίποτα, μήτε ο χρόνος μήτε τα γεράματα, δεν μπορεί να τις νεκρώσει. Βέβαια, τα δάκρυα της μετάνοιας τις σβήνουν από τη φαντασία, μα τέτοια δάκρυα δεν έχω. Και η ταπεινή προσευχή, επίσης, ενωμένη με το εγκάρδιο πένθος, τις εξαφανίζει, μα τέτοια προσευχή δεν έχω. Η καρδιά μου στερείται την κατάνυξη, στερείται το σωτήριο κλάμα, είναι σαν μια αναίσθητη πέτρα.

Τη φρικτή μου αμαρτωλότητα σπάνια τη συναισθάνομαι. Αν υπάρχει μέσα μου κάτι καλό, αυτό έχει αναμειχθεί με το κακό και έχει γίνει κακό, όπως γίνεται δηλητήριο ακόμα κι η πιο εκλεκτή τροφή, όταν αναμειχθεί με δηλητήριο. Λησμονώ, ωστόσο, τη δεινή μου κατάσταση, λησμονώ ότι το καλό, που μου δόθηκε κατά την πλάση μου, εξασθένησε και αλλοιώθηκε κατά την πτώση. Βλέπω μέσα μου το καλό και πιστεύω πως είναι ακέραιο και άσπιλο. Γι’ αυτό και αρχίζω να κυριεύομαι από τον αυτοθαυμασμό.

Η υπερηφάνεια μου με αρπάζει από τον εύφορο αγρό της μετάνοιας και με μεταφέρει σε χώρα μακρινή, σε χώρα άγονη και άκαρπη, σε χώρα γεμάτη αγκάθια και τριβόλια τη χώρα του ψεύδους, της αυταπάτης, της καταστροφής. Σταματώ, λοιπόν, να τηρώ τις εντολές του Χριστού και αρχίζω να υπακούω στις υποβολές της καρδιάς μου, να ακολουθώ τα αισθήματα της, να εκτελώ το θέλημα της. Τολμώ να αποκαλώ καλά τα αισθήματα της πεσμένης μου φύσεως και αρετή τη διαγωγή της. Τολμώ να πιστεύω ότι γι’ αυτά τα καλά και γι’ αυτή την αρετή είμαι άξια βραβείων επίγειων και επουράνιων, ανθρώπινων και θείων.

Αντίθετα, όταν αγωνιζόμουν να τηρώ τις εντολές του Χριστού, όταν ασκούσα βία στην καρδιά μου και δεν έδινα καμιά σημασία στις υποβολές και το θέλημα της, τότε ένιωθα οφειλέτρια προς τον Θεό και τους ανθρώπους, δούλη άπιστη και άχρηστη!

Όταν πιάστηκα στα δίχτυα της αυταπάτης, εμφανίστηκαν μέσα μου η λύπη, η ακηδία κι ένα ζοφερό σκοτάδι. Η λύπη με εμποδίζει από κάθε αγαθή πράξη. Η ακηδία μου αφαιρεί τη δύναμη να παλεύω με την αμαρτία. Και το σκοτάδι – συνέπεια της λύπης και της ακηδίας – μού κρύβει τον Θεό.

Η κρίση Του είναι αδέκαστη και τρομερή. Υποσχέθηκε να βραβεύσει τη χριστιανική αρετή. Υποσχέθηκε και να τιμωρήσει την περιφρόνηση του Χριστιανισμού και των αγίων νόμων Του. Εγώ, ωστόσο, αμαρτάνω άφοβα, και η συνείδηση μου σωπαίνει, σαν να είναι νεκρωμένη ή κοιμισμένη. Σπάνια, πολύ σπάνια έρχεται κάποια στιγμή κατανύξεως, φωτός και ελπίδας. Τότε νιώθω διαφορετικά. Αλλά η φωτεινή αυτή στιγμή είναι φευγαλέα. Ο ουρανός μου δεν είναι συχνά καθαρός. Σαν μαύρα σύννεφα με πλησιάζουν πάλι τα πάθη και με ρίχνουν στο σκοτάδι, στη σύγχυση, στην αμηχανία, στην άβυσσο της καταστροφής.

Νου μου! Εσύ είσαι χειραγωγός της ψυχής. Νουθέτησε με, λοιπόν! Βάλε μέσα μου την ευλογημένη ειρήνη! Δίδαξε με πως να κλείσω την πόρτα μου στις εντυπώσεις του κόσμου και πως να χαλιναγωγήσω, πως να καταστείλω τα πάθη που ξεσηκώνονται μέσα μου. Ο κόσμος και τα πάθη πόσο μ’ έχουν ταλαιπωρήσει, πόσο μ’ έχουν βασανίσει!…

ΝΟΥΣ: Η απάντηση μου δεν θα σε παρηγορήσει. Κι εγώ, όπως κι εσύ, ψυχή, πολεμούμαι από την αμαρτία Επομένως, όσα είπες μου είναι γνωστά Πώς, λοιπόν, μπορώ να σε βοηθήσω, όταν και σ’ εμένα έχουν καταφερθεί θανάσιμα χτυπήματα, όταν κι εγώ έχω στερηθεί τη δύναμη να ενεργώ αυτεξούσια; Κατά την αεικινησία μου, δηλαδή την αδιάκοπη κίνηση μου δίχως περιορισμούς, η οποία μου δόθηκε από τον Πλάστη ως φυσικό ιδίωμα*, δέχομαι διαρκώς την επίδραση της αμαρτίας, που με τραυματίζει και με συνταράζει. Η επίδραση αυτή με από μακρύνει από τον Θεό και την αιωνιότητα με τραβά στην απάτη του μάταιου και περαστικού κόσμου, στην απάτη του εαυτού μου, στην απάτη σου, ψυχή, στην απάτη της αμαρτίας, στην απάτη των δαιμόνων.

* βλ. Οσίου Καλλίστου Καταφυγιώτη, Περί θείας ενώσεως και βίου θεωρητικού, γ΄.

Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου είναι η ακατάπαυστη βία που ασκεί πάνω μου ο περισπασμός. Μόλις με χτυπήσει, αρχίζω να περιπλανιέμαι σ’ όλη την οικουμένη, δίχως ανάγκη και ωφέλεια, σαν τα πονηρά πνεύματα. Θέλω να σταματήσω, μα δεν μπορώ. Ο περισπασμός με αρπάζει και με παρασύρει τόσο βίαια, που δεν δίνω προσοχή, όπως πρέπει, ούτε σ’ εσένα, ψυχή, ούτε στον εαυτό μου ούτε στον λόγο του Θεού. Εξωτερικά εμφανίζομαι προσεκτικός, αλλά την ίδια ώρα, προσπαθώντας να αυτοσυγκεντρωθώ, αθέλητα ξεφεύγω, παρασύρομαι πολύ μακριά και ασχολούμαι με θέματα όχι απλώς ασήμαντα ή ανώφελα, αλλά και βλαβερά.

Έτσι, δεν μπορώ να προσφέρω στον Θεό προσευχή δυνατή και αληθινή, προσευχή σφραγισμένη με τον φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού θα εξαφάνιζε τον περισπασμό και θα έκανε τους λογισμούς μου να υποταχθούν σ’ εμένα. Και όταν οι λογισμοί υποτάσσονται στον νου με τον φόβο του Θεού, τότε έρχονται σ’ εσένα, ψυχή, η καρδιακή συντριβή και η κατάνυξη. Εξαιτίας, λοιπόν, του δικού μου περισπασμού παραμένεις εσύ σκληρή και αναίσθητη. Η σκληρότητα και η αναισθησία σου, πάλι, αυξάνουν τον δικό μου περισπασμό, κι έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Ο περισπασμός είναι η αιτία της αδυναμίας μου στον αγώνα εναντίον των αμαρτωλών λογισμών, καθώς μου φέρνει σκοτισμό και βάρος. Έτσι, όταν με πλησιάζει ένας αμαρτωλός λογισμός, δεν τον αντιλαμβάνομαι έγκαιρα, αν μάλιστα καλύπτεται πίσω από κάποια δικαιολογία. Αν πάλι είναι απροκάλυπτος, αντιστέκομαι και τον αντιμάχομαι, αλλά δίχως αποφασιστικότητα και απέχθεια. Αρχίζω να μιλώ μ’ αυτόν, τον φονιά μου. Ευφραίνομαι με το θανάσιμο δηλητήριο που με πονηριά ρίχνει μέσα μου. Σπάνια αναδεικνύομαι νικητής. Συνήθως είμαι ο νικημένος.

Από τον συνεχή περισπασμό, με κυριεύει η λήθη. Λησμονώ τον Θεό. Λησμονώ την αιωνιότητα Λησμονώ πόσο μάταιος, πόσο εφήμερος, πόσο απατηλός είναι ο κόσμος, και ελκύομαι απ’ αυτόν, παρασύροντας, ψυχή, κι εσένα. Λησμονώ τα αμαρτήματα μου. Λησμονώ τις πτώσεις μου. Λησμονώ την οικτρή κατάστασή μου.

Μέσα στον σκοτισμό μου και την αυταπάτη μου, αρχίζω να αποδίδω στον εαυτό μου αξία. Συνάμα αρχίζω να ζητώ αναγνώριση αυτής της αξίας από τον ψεύτικο κόσμο, τον κόσμο που είναι πρόθυμος να συμφωνήσει μαζί μου στιγμιαία, για να με χλευάσει έπειτα με περισσή κακότητα. Αξία, όμως, δεν υπάρχει σε κανέναν μας. Η αξία μας εξανεμίστηκε με την προπατορική πτώση. Δίκαια, λοιπόν, θα αξιολογήσει κάθε άνθρωπος τον εαυτό του, αν, όπως συμβουλεύει κάποιος μεγάλος ασκητής, τον θεωρήσει ένα σίχαμα*.

* Κάποιος γέροντας ρώτησε τον όσιο Σισώη τον Μέγα: “Πώς λέει ένας ψαλμός ότι είναι τα είδωλα;”.

Και ο γέροντας απάντησε: “Η Γραφή λέει για τα είδωλα ότι στόμα έχουν αλλά δεν μιλούν, μάτια έχουν αλλά δεν βλέπουν, αυτιά έχουν αλλά δεν ακούνε (βλ. Ψαλμ. 134:16-17). Έτσι οφείλει να είναι και ο μοναχός. Λέει, επίσης, η Γραφή ότι τα είδωλα είναι σιχαμερά (βλ. Δευτ. 27:15). Έτσι και ο μοναχός ας θεωρεί τον εαυτό του ένα σίχαμα”. (Βλ. Το Μέγα Γεροντικόν, τ. Δ΄, κεφ. ΙΕ΄, 164).

Και πως να μην είναι ένα σίχαμα αυτό το αδύναμο και ασήμαντο πλάσμα, που, μολονότι από την ανυπαρξία το έφερε στην ύπαρξη ο Θεός, πολεμάει τον παντοδύναμο Πλάστη του και Δημιουργό όλου του κόσμου, ορατού και αόρατου; Πώς να μην είναι ένα σίχαμα αυτό το πλάσμα, που, μολονότι δεν είχε τίποτα δικό του, μολονότι όλα τα πήρε από τον Θεό, επαναστάτησε εναντίον Του; Πώς να μην είναι ένα σίχαμα αυτό το πλάσμα, που τόλμησε μέσα στην παραδείσια μακαριότητα, όχι μόνο ν’ ακούσει πρόθυμα τη φοβερή και βλάσφημη συκοφαντία του διαβόλου εναντίον του Θεού, αλλά και ν’ αποδείξει χωρίς χρονοτριβή τη συγκατάνευση του στη βλάσφημη συκοφαντία με την καταπάτηση της εντολής Του;

Πώς να μην είναι ένα σίχαμα ο νους που έγινε δοχείο και γεννήτορας αλλεπάλληλων κακών λογισμών, λογισμών αισχρών και μοχθηρών, λογισμών αντίθεων; Πώς να μην είναι ένα σίχαμα η ψυχή στην οποία μόνιμα φωλιάζουν βίαια και τερατώδη πάθη σαν φαρμακερά ερπετά, σαν φίδια και σκορπιοί σε βαθιά τάφρο; Πώς να μην είναι ένα σίχαμα το σώμα που γεννήθηκε μέσα στην αμαρτία, το σώμα που έγινε όργανο αμαρτίας στη διάρκεια της σύντομης επίγειας ζωής του, το σώμα που έγινε πηγή της δυσοσμίας του θανάτου στο τέλος της ζωής αυτής;

Εσύ κι εγώ, ψυχή, αποτελούμε ενιαία πνευματική ύπαρξη. Η αμαρτία, όμως, όχι μόνο έφθειρε αυτή την ύπαρξη, αλλά και τη διχοτόμησε σε μέρη αυτόνομα, που βρίσκονται σχεδόν πάντοτε σε αντίθεση. Χωριστήκαμε, λοιπόν, και αποκτήσαμε αμοιβαία εχθρότητα. Μα χωριστήκαμε κι από τον Θεό! Η αμαρτία, που ζει μέσα μας, μας έφερε σε αντίθεση με τον ίδιο τον πανάγιο και πανυπερτέλειο Θεό!

ΨΥΧΗ: Θλιβερή η απάντηση σου αλλά σωστή. Είναι, πάντως, και μερικώς παρήγορη, καθώς, διαπιστώνοντας την πλήρη ομοιότητα και την κοινή αιτία της δεινής μας κατάστασης, μπορούμε να μοιραστούμε τη θλίψη μας αλλά και να αλληλοβοηθηθούμε. Πες μου, πως θα βγούμε από τη σύγχυση μας; Παρατήρησα ότι τα δικά μου αισθήματα αντιστοιχούν πάντοτε στους δικούς σου λογισμούς. Η καρδιά δεν μπορεί να παλεύει για πολύ με τον λογισμό. Αργά ή γρήγορα υποτάσσεται σ’ αυτόν. Αντιστέκεται καμιά φορά, αλλά μόνο για λίγο. Νου, γίνε οδηγός στην κοινή μας σωτηρία!

ΝΟΥΣ: Πράγματι, η καρδιά δεν αντιστέκεται για πολύ στον λογισμό. Στον καλό και θεάρεστο λογισμό, Ωστόσο, υποτάσσεται για μια στιγμή και μετά επαναστατεί. Επαναστατεί με τόση δύναμη, με τόση ορμητικότητα, με τόση βιαιότητα, που σχεδόν πάντοτε με νικά. Και αφού με νικήσει, αρχίζει να γεννά μέσα μου τις πιο άπρεπες παραστάσεις, που αποκαλύπτουν τα κρυμμένα πάθη.

Τι να πω για τους λογισμούς μου; Η σύγχυση και η φθορά, που μου προξένησε η αμαρτία, είχαν ως συνέπεια τη μεγάλη αστάθεια των λογισμών. Έτσι, για παράδειγμα, το πρωί γεννιούνται μέσα μου οι γνωστοί καλοί λογισμοί για την πνευματική ζωή, για τον επίπονο ασκητικό αγώνα, για τις συνθήκες του επίγειου βίου, για την αιωνιότητα. Αυτοί οι λογισμοί φαίνονται τότε ουσιώδεις, σημαντικοί.

Αλλά ξαφνικά, το μεσημέρι ή και νωρίτερα, εξαφανίζονται από κάποιαν απροσδόκητη συνάντηση και δίνουν τη θέση τους σε άλλους, που γίνονται κι αυτοί με τη σειρά τους δεκτοί ως αξιοπρόσεκτοι. Το βράδυ, από νέες αφορμές και με νέες δικαιολογίες, εμφανίζονται και κυριαρχούν άλλοι λογισμοί. Άλλοι, πάλι, που με παραμόνευαν καλά κρυμμένοι στη διάρκεια της ημέρας, παρουσιάζονται ξαφνικά μπροστά μου, μέσα στη σιωπή της νύχτας, και με συνταράζουν με τη σαγηνευτική και συνάμα θανάσιμη απεικόνιση της αμαρτίας.

Μάταια διδάχθηκα από τον λόγο του Θεού να δέχομαι ως ορθούς εκείνους μόνο τους λογισμούς στους οποίους εσύ, ψυχή, ανταποκρίνεσαι με βαθιά ειρήνη, ταπεινοφροσύνη και αγάπη προς τον πλησίον. Μάταια γνωρίζω καλά πως όλοι οι λογισμοί, μ’ οποιοδήποτε προσωπείο δικαιοσύνης κι αν εμφανίζονται, όταν σου προξενούν δυσφορία, ταραχή ή σύγχυση, όταν ακολουθούνται από την εκδήλωση της παραμικρής σκληρότητας μέσα σου, είναι ξένοι προς την αλήθεια, είναι εντελώς απατηλοί και ολέθριοι. Ναι, μάταιη είναι η γνώση μου, μάταια κατέχω αυτό το ασφαλές κριτήριο της αλάθητης διακρίσεως του καλού από το κακό στον κόσμο των πνευμάτων!

Εξαιτίας της ασύλληπτης ασθένειας μου, που την αντιλαμβάνομαι μόνο εμπειρικά, δεν μπορώ να απαλλαγώ από τους θανατηφόρους λογισμούς της αμαρτίας. Δεν μπορώ να τους πνίξω, δεν μπορώ να τους διώξω, όταν αρχίζουν να βράζουν μέσα μου σαν τα σκουλήκια, δεν μπορώ να τους αποκρούσω, όταν ρίχνονται πάνω μου σαν τους ληστές, σαν τα άγρια κι αιμοβόρα θηρία. Με αιχμαλωτίζουν, με κρατούν σε σκληρή δουλεία, με ταλαιπωρούν, με βασανίζουν. Κάθε ώρα είναι έτοιμοι να με εξοντώσουν, να προκαλέσουν τον αιώνιο θάνατο μου.

Για το μαρτύριο, στο οποίο μας υποβάλλουν οι λογισμοί, δεν είμαι μόνο εγώ που σε πληροφορώ, ψυχή. Σε πληροφορεί ακόμα και το σώμα μας, που είναι ασθενικό και αδύναμο, επειδή ακριβώς πληγώθηκε επανειλημμένα από τα βέλη και τα ξίφη της αμαρτίας.

Κι εσύ, ψυχή, φαρμακωμένη με το φαρμάκι του αιώνιου θανάτου, καταθλίβεσαι. Ζητάς παρηγοριά, μα πουθενά δεν τη βρίσκεις. Μάταια ελπίζεις να παρηγορηθείς από μένα. Γιατί κι εγώ θάφτηκα μαζί μ’ εσένα στον στενόχωρο και σκοτεινό τάφο της αγνωσίας, της άγνοιας του Θεού. Η σχέση μας με τον αληθινό Θεό, σχέση σαν με ένα νεκρό και ανύπαρκτο ον, αποτελεί αδιάψευστη απόδειξη της δικής μας νεκρώσεως.

ΨΥΧΗ: Μ΄ έκανες ν’ απελπιστώ! Αν εσύ, νου, που είσαι η ανώτερη πνευματική μου δύναμη, το μάτι μου και ο οδηγός μου, αν εσύ, που είσαι το φως μου, ομολογείς πως έχεις βυθιστεί στο σκοτάδι, τότε τι να περιμένω από τις άλλες δυνάμεις μου, τις δυνάμεις που υπάρχουν και στα άλογα ζώα; Τι να περιμένω από τη βούληση και την επιθυμία μου ή από τον φυσικό θυμό και τον ζήλο μου, που, για να ενεργήσουν διαφορετικά από τις αντίστοιχες δυνάμεις των κτηνών και των δαιμόνων, πρέπει να βρίσκονται κάτω από τη δική σου καθοδήγηση;

Μου είπες ότι, παρ’ όλη την αδυναμία σου, παρ’ όλη τη ζόφωση σου, παρ’ όλη τη νέκρωση σου, ο λόγος του Θεού ενεργεί ακόμα πάνω σου και σε κάθε περίπτωση σου παρέχει τη δυνατότητα να ξεχωρίζεις, μολονότι πολύ δύσκολα, το καλό από το κακό. Συμμετέχω κι εγώ σ’ αυτή τη δυνατότητα! Έτσι, όταν αρχίζω να αισθάνομαι ταραχή και σύγχυση, αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι σε λάθος δρόμο. Αντιμετωπίζω, λοιπόν, με δυσπιστία την εσωτερική μου αυτή κατάσταση την απεχθάνομαι και αγωνίζομαι να την αποδιώξω ως αφύσικη και εχθρική.

Απεναντίας, όταν εσύ στέκεσαι έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, σαν σε γνώριμη και στοργική αγκαλιά, σε λογισμούς καλούς, σε λογισμούς που προέρχονται από τον λόγο του Θεού, ω, τι παρηγοριά αισθάνομαι τότε! Πώς δοξολογώ τον Θεό από τα βάθη του είναι μου, από τους θησαυρούς της καρδιάς μου!

Τι ευλάβεια με κυριεύει μπροστά στο μεγαλείο του Θεού, όταν Εκείνος αποκαλύπτεται σ’ εμένα, έναν τιποτένιο κόκκο σκόνης μέσα στο τεράστιο και ποικιλόμορφο σύμπαν! Τι μακάρια ειρήνη, σαν αύρα του παραδείσου, αρχίζει να φυσά μέσα μου και να με δροσίζει μέσα στον καύσωνα! Τι γλυκά και ιαματικά δάκρυα γεννιούνται στην καρδιά, ανεβαίνουν στο κεφάλι και τρέχουν στ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλα από τα μάτια! Τι βλέμμα ταπεινό και πράο αγκαλιάζει όλους και όλα με ηρεμία και αγάπη!

Τότε εξαφανίζεται ο εσωτερικός πόλεμος!
Τότε νιώθω πως η φύση μου θεραπεύεται! Τότε οι δυνάμεις μου, που είχαν διασπαστεί από την αμαρτία, ενώνονται πάλι μεταξύ τους, αλλά και μ’ εσένα και με το σώμα σ’ ένα ενιαίο σύνολο. Τότε αισθάνομαι το έλεος του Πλάστη προς το πεσμένο πλάσμα Του. Τότε κατανοώ απόλυτα τη σημασία της λυτρώσεως και τη δύναμη του Λυτρωτή, που με θεράπευσε με τον παντοδύναμο και ζωογόνο λόγο Του.

Πιστεύω και ομολογώ τον Κύριο! Βλέπω και την ενέργεια του προσκυνητού Παναγίου Πνεύματος, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και στέλνεται από τον Υιό! Βλέπω την ενέργεια τού Θεού-Πνεύματος, δια τού Θεού-Λόγου, να φανερώνει τη θεότητα Του με τη δημιουργική του δύναμη, με την οποία αποκαθιστά το συντριμμένο σκεύος στην αρχική του ολοκληρία και ωραιότητα, σαν να μην είχε ποτέ συντριβεί.

Νου μου, στρέψου στον λόγο του Θεού, από τον οποίο λάβαμε αναρίθμητα αγαθά, αλλά τα χάσαμε από ραθυμία και ψυχρότητα. Από τα ανεκτίμητα πνευματικά δώρα του Θεού προτιμήσαμε τα απατηλά, τα ψεύτικα δώρα της αμαρτίας και του κόσμου, που ήταν γεμάτα φαρμάκι. Νου μου, στρέψου στον λόγο του Θεού! Εκεί ψάξε την παρηγοριά που σου ζητώ! Αβάσταχτη είναι η θλίψη μου την ώρα τούτη. Φοβάμαι μην πέσω στην τελειωτική καταστροφή, την απελπισία.

ΝΟΥΣ: Ο λόγος του Θεού, ψυχή, λύνει την απορία μας με τον πιο ικανοποιητικό ορισμό. Πολλοί άνθρωποι, ωστόσο, όταν άκουσαν τον λόγο του Πνεύματος, τον παρανόησαν με τον σαρκικό τους λογισμό και είπαν: «Σκληρός είναι αυτός ο λόγος ποιος μπορεί να τον ακούει;» (Ιω. 6, 60).

Άκου, λοιπόν, ψυχή μου, τι είπε ο Κύριος: «Όποιος θελήσει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει κι όποιος χάσει τη ζωή του για μένα, θα τη σώσει» (Ματθ. 10:39). «Αυτός που αγαπά τη ζωή του, θα τη χάσει αυτός, όμως, που δεν λογαριάζει τη ζωή του στον κόσμο αυτό, θα τη φυλάξει για την αιώνια ζωή» (Ιω. 12:25).

ΨΥΧΗ: Πρόθυμη είμαι να χάσω τη ζωή μου, αν το προστάζει ο Θεός. Αλλά πως να πεθάνω, αφού είμαι αθάνατη; Δεν γνωρίζω κάτι που θα μπορούσε να μου στερήσει τη ζωή.

ΝΟΥΣ: Μη νομίζεις, ψυχή, πως ο Χριστός παραγγέλλει να πεθάνεις μόνο εσύ. Όχι! Το ποτήρι τού θανάτου πρέπει να το μοιραστώ μαζί σου, πίνοντας μάλιστα πρώτος ως κύριος αίτιος της κοινής μας πτώσεως. Η αποφυγή του ποτηριού αυτού συνεπάγεται όλεθρο, θάνατο πρόσκαιρο και αιώνιο.

Ο θάνατος, που μας ζητάει ο Κύριος, δεν συνίσταται στην εξόντωση της υπάρξεως μας, αλλά στην εξόντωση του εγωισμού, που τον ταυτίσαμε με τη ζωή μας. Ο εγωισμός είναι στρεβλή αγάπη του πεσμένου ανθρώπου προς τον ίδιο του τον εαυτό. Ο εγωισμός θεοποιεί τη μεταπτωτική ψευδώνυμη σοφία του και προσπαθεί πάντοτε να ικανοποιεί το μεταπτωτικό θέλημα του, που κατευθύνεται από το ψεύδος. Ως προς τη σχέση του με τον πλησίον, ο εγωισμός εκδηλώνεται, είτε με αντιπάθεια, είτε με ανθρωπαρέσκεια, δηλαδή με κάποιο πάθος.

Αλλά και τα εγκόσμια πράγματα τα κακομεταχειρίζεται, τα χρησιμοποιεί με εμπάθεια. Όπως η αγάπη δένει σε τέλειο σύνολο όλες τις αρετές (βλ. Κολ. 3:14) και αποτελεί την τέλεια εκπλήρωση τους, έτσι κι ο εγωισμός δένει όλα τα πάθη και αποτελεί την τέλεια εκπλήρωση τους.

Για να θανατώσω τον εγωισμό μου, πρέπει ν’ απαρνηθώ όλους «τους απατηλούς και κούφιους συλλογισμούς της ανθρώπινης σοφίας, που στηρίζονται σε ανθρώπινες παραδόσεις και σε μια εσφαλμένη πίστη στα στοιχεία του κόσμου» (Κολ. 2:8). Πρέπει ν’ αποκτήσω βαθιά συναίσθηση της πνευματικής μου φτώχειας. Και, γυμνός μέσα σ’ αυτή τη φτώχεια, λουσμένος στα δάκρυα του πένθους, μαλακωμένος με την πραότητα, την καθαρότητα και το έλεος, να δεχθώ τον τρόπο σκέψης που ευδόκησε να χαράξει πάνω μου το δεξί χέρι του Λυτρωτή μου. Κι αυτό το χέρι είναι το Ευαγγέλιο.

Όσο για σένα, ψυχή, πρέπει ν’ απαρνηθείς το θέλημα σου, έστω κι αν αυτή η απάρνηση σου φαίνεται βαριά, έστω κι αν στα αισθήματα και τις τάσεις της καρδιάς σου δεν βρίσκεις κανένα σφάλμα, κανένα κακό. Αντί για το δικό σου θέλημα, να κάνεις το θέλημα του Χριστού, του Θεού και Σωτήρα μας, κι ας είναι αυτό σκληρό για την εγωιστική σου καρδιά!

Να, λοιπόν, ποιο θάνατο ζητάει από μας ο Θεός: Μας ζητάει να θανατώσουμε εκούσια τον θάνατο που ζει μέσα μας, και να λάβουμε ως δώρο την ανάσταση και τη ζωή που ξεχύνεται από τον Κύριο Ιησού.

ΨΥΧΗ: Αποφασίζω ν’ αποκτήσω αυταπάρνηση! Και μόνο από τα λόγια σου γι’ αυτήν, άρχισα κιόλας να αισθάνομαι χαρά και παρηγοριά. Ας αφήσουμε τη ζωή που γεννά την απελπισία. Ας δεχθούμε τον θάνατο που εγγυάται τη σωτηρία.

Οδήγησε με, νου, στα ίχνη των θελημάτων του Θεού. Κι εσύ μείνε σταθερά προσκολλημένος στον Λόγο εκείνο που είπε για τον εαυτό του: «Όποιος μένει ενωμένος μαζί μου κι εγώ μαζί του, αυτός δίνει πολύ καρπό, γιατί χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα» (Ιω. 15:5). Αμήν.


Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ. Έργα 3 – Ασκητικές εμπειρίες Γ΄
εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2010


https://greekdownloads.wordpress.com

Πατερικός: Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ: Συνομιλία ψυχής και νου.

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ!!!

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Το αντίδοτο στον πειρασμό του νεωτερισμού

 Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του δυναμικό ον. Ως εκ τούτου, ανέκαθεν αντιμετώπιζε τον πειρασμό του νεωτερισμού. Η ψυχή του ανθρώπου φέρει  έμφυτη την έφεση αναζητήσεως καινοφανών πραγμάτων, ενώ το πνεύμα του δεν μπορεί να παραμείνει στάσιμο. Χωρίς τη δυναμική της εν Θεώ ζωής χάνει την έμπνευση και πνίγεται στην ακηδία, «καθήμενος εν χώρα και σκιά θανάτου»[1]. Γι’ αυτό χρειάζεται συνεχώς να αναπτύσσεται και να αποκτά νέες γνώσεις. Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο ο άνθρωπος έχει ως προορισμό να αυξάνει «την αύξησιν του Θεού»[2], και οφείλει «εν καινότητι ζωής περιπατείν»[3]. Και ο τρόπος να αυξηθεί κάποιος εν Θεώ είναι να βάζει διαρκώς καινή αρχή στην πνευματική του ζωή.

Η καινή αρχή στη ζωή του Χριστιανού δεν είναι κάποια αφηρημένη ιδέα, αλλά πολύ συγκεκριμένο γεγονός. Συνίσταται στην τήρηση της εντολής που έδωσε ο Χριστός, όταν άρχισε το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών»[4]. Είναι δηλαδή αρχή μετανοίας. Η μετάνοια είναι το κατεξοχήν έργο του ανθρώπου, που ποθεί τον ανακαινισμό και τον αγιασμό του. Και ο αγιασμός του είναι ο αληθινός πλουτισμός, με τον οποίο αποκτά την όραση του μέλλοντος αιώνος και το αντίκρισμα στην αιωνιότητα.

Ο άνθρωπος μετά την πτώση, μολονότι φέρει μέσα του τη δυνατότητα της δυναμικής αυξήσεως, επειδή στην προσπάθειά του να την πραγματοποιήσει, δεν έχει τον σωστό προσανατολισμό, υπόκειται στον πειρασμό να εκδαπανάται, αναζητώντας διαρκώς ψευδή υποκατάστατα. Αναζητά ολοένα κάτι πρωτόφαντο, αλλά το γυρεύει στη σφαίρα των κτιστών, σε τομείς όπως η τεχνολογία, η φιλοσοφία, οι καλές τέχνες ή εν γένει οι ενασχολήσεις του κόσμου τούτου. Οι τομείς όμως αυτοί ούτως ή άλλως καταλήγουν στο μνήμα, και βεβαίως αδυνατούν να του μεταδώσουν τη μόνη αληθινή γνώση, τη γνώση του Θεού. Στον αντίποδά τους η γνώση του Θεού είναι παρεκτική της αιώνιας ζωής, σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου: «Αύτη δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν»[5].

Συνέχεια ο άνθρωπος στον κόσμο αγωνίζεται να αποκτήσει κάποια σταθερότητα και όταν την κατορθώνει, αισθάνεται ικανοποίηση. Κατ’ ουσίαν όμως η ικανοποίηση αυτή είναι δουλεία στην ακηδία. Ενώ η αύξηση του Θεού παρέχει ατελεύτητη έμπνευση και αληθινή γνώση: «Ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα και νυξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν»[6]. Η σταθερότητα έρχεται καθόσον ο άνθρωπος πλησιάζει τον στόχο του, «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου»[7], τον Χριστό, που είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»[8].

Η μοναδική περίπτωση που η συνεχής ανανέωση της ζωής στον κόσμο αποβαίνει χρήσιμη και είναι ευλογημένη, είναι όταν κάθε φορά που ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο στην επιστήμη ή στην τέχνη, παριστάμεθα ενώπιον του Θεού παρουσιάζοντας σε Αυτόν την επίτευξή μας και λέγοντας: «Σε ευχαριστούμε, Κύριε, που μας παρέχεις τα μέσα, τα οποία καθιστούν δυνατή και πιο άνετη την επί γης παροίκησή μας». Αν κάθε φορά που κατακτούμε κάποιον καινούργιο τομέα ζωής μέσω της επιστήμης, ή της τέχνης, ή χρησιμοποιώντας την κτιστή διάνοια του ανθρώπου, αποδίδουμε ευχαριστία στον Θεό, τότε είμαστε μακάριοι και σίγουρα οι καρποί της επιτεύξεως θα είναι προς ωφέλεια όλων. Δυστυχώς όμως, ως επί το πλείστον, αντί να ευλογούμε τον Θεό, Τον αποδιώχνουμε από αυτόν τον τομέα της ζωής μας με τη σκέψη ότι τώρα είμαστε σπουδαίοι, είμαστε μεγάλοι· τώρα γνωρίζουμε καλύτερα· τώρα μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον Θεό. Συνεπώς, ο νεωτερισμός αυτός μετατρέπεται σε κατάρα.

Είναι απολύτως αναγκαίο να κατανοήσουμε την αληθινή δυναμική της ζωής, διότι περισσότερο από ποτέ άλλοτε ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από τον πειρασμό της καινοθηρίας, ενώ την πίστη την περιφρονεί ως φαινόμενο στατικό, ανιαρό, οπισθοδρομικό, παρωχημένο, αμετάβλητο, παλιομοδίτικο. Οικοδομεί τη δήθεν «υπόστασή» του συσσωρεύοντας κτιστή γνώση, ποικίλες εντυπώσεις και εμπειρίες με πρόσκαιρη αξία. Στην κατανόηση αυτής της αληθινής δυναμικής έγκειται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ακηδία των πολιτών του κόσμου τούτου και στον ζήλο των τέκνων του Θεού.

Το έργο της μετανοίας που αναλαμβάνει ο Χριστιανός αθλητής έχει παράδοξο χαρακτήρα. Στα μάτια του κόσμου ο άνθρωπος που μετανοεί φαίνεται να αυτοεκμηδενίζεται. Ωστόσο, στην πραγματικότητα μέσα από αυτήν την εργασία αυξάνει συνεχώς κατά Θεόν. Θεωρεί τα πολύτιμα αυτού του κόσμου ως «σκύβαλα», «διά το υπερέχον της γνώσεως Χριστού Ιησού»[9].

Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και έβαλε τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο, δίνοντάς τους την εντολή, «εργάζεσθαι αυτόν και φυλάττειν»[10]. Επομένως, αν διαρκώς αγωνιζόμαστε να προσεγγίσουμε τον Κύριο, εργαζόμενοι στην καρδιά μας, δηλαδή καλλιεργώντας την, ξεριζώνοντας από εκεί όλα τα ζιζάνια, συσσωρεύοντας και φυλάσσοντας μέσα της τα ίχνη της χάριτος, τότε η ζωή μας έχει δυναμικό χαρακτήρα. Όσο πιο επιμελώς εργαζόμαστε και φυλάσσουμε τον Παράδεισο με τη μετάνοια και το πένθος, τόσο περισσότερο αυξάνει και η εν Πνεύματι ζωή. «Ος γαρ έχει, δοθήσεται αυτώ· και ος ουκ έχει, και ο νομίζει έχειν αρθήσεται απ’ αυτού»[11].

Το θέμα της δυναμικής εν Θεώ αυξήσεως, της αυξήσεως δηλαδή του ανθρώπου στη δικαιοσύνη και στην αγιότητά Του, ήταν πάντοτε παρόν στην Παλαιά Διαθήκη, όπου δίκαιη και πνευματική ζωή σήμαινε την πορεία στην οδό των εντολών, σύμφωνα με τον μεγάλο ψαλμό: «Οδόν εντολών Σου έδραμον, όταν επλάτυνας την καρδίαν μου»[12]. Στον Παράδεισο πριν την πτώση ο Θεός πρόβαλλε τον Εαυτό Του στον άνθρωπο προς μίμηση. Και για τον άνθρωπο αρκούσε να βλέπει το Πρόσωπο του Θεού, για να επιτελέσει το έργο του, διότι αντίκριζε την τελειότητα· γνώριζε ποιος ήταν ο σκοπός του ερχομού του στον κόσμο ως δημιούργημα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού· εννοούσε τι είναι πρωτεύον, τι έχει αιώνιο αντίκρισμα και μόνον αυτό μάθαινε να θεωρεί προορισμό της ζωής του.

Μετά την πτώση, ωστόσο, χάνοντας τη θεωρία του Ζώντος Θεού, ο άνθρωπος υπέστη φοβερή στέρηση και ερήμωση· έχασε τον προσανατολισμό του. Τότε άρχισε να φοβάται την παρουσία του Θεού, διότι είχε τη διαίσθηση ότι ήταν αδύνατον να δει κάποιος τον Θεό και να παραμείνει ζωντανός. Ήταν ασύμμετρη και ασύμβατη η εναρμόνισή τους.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ

Το αντίδοτο στον πειρασμό του νεωτερισμού | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Π. Κουφογιάννη-Καρκανιά: Είναι η Kατάθλιψη Aκηδία;




Είναι η κατάθλιψη ακηδία;



[…Ἡ παρουσίαση αὐτή ἀποσκοπεῖ στό νά βοηθήσει στήν ἀπαραίτητη διάκριση τῶν παθῶν τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης-ἀθυμίας ἀπό τήν κλινική κατάθλιψη, ἔτσι ὥστε τά μέν προαναφερθέντα πάθη νά καταπολεμῶνται στό πλαίσιο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τοῦ πιστοῦ μέ τά πνευματικά θεραπευτικά μέσα τά προβλεπόμενα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἀσκητική, ἡ δέ κλινική κατάθλιψη νά διαγιγνώσκεται ἔγκαιρα ἀπό τόν εἰδικό γιατρό καί νά ἀντιμετωπίζεται σύμφωνα μέ τά σύγχρονα ἐπιστημονικά δεδομένα τῆς ψυχιατρικῆς…]
Συνάντηση με την Πανωραία Κουφογιάννη-Καρκανιά (αναπλ. καθηγήτρια του ΕΚΠΑ στην θεολογική Σχολή) με θέμα: «Είναι η κατάθλιψη ακηδία;», Απρίλιος 2019, Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Ραγκαβά.
ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΒΑΡΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ.
Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΧΑΡΑΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΟΣ. ΚΑΘΕ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΟΥ ΕΡΩΤΟΣ. Η ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ , ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΠΟΥ ΟΡΕΓΕΤΑΙ ΤΟΥ ΕΙΔΕΝΑΙ.
ΑΔΙΑΓΝΩΣΤΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΘΕΟΠΟΙΗΘΗΚΕ.
«Δέν ἐλπίζω τίποτα, δέν φοβᾶμαι τίποτα, εἶμαι λεύτερος». ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΤΗΤΑ ΜΟΥ.
ΕΝΑΣ ΚΑΘΑΡΟΣ ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ- Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ. 
Ο ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ, ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΚΡΟΝΟΥ. ΚΑΙ Ο ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ, Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΥ, ΝΙΚΑ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ. ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΝΟΥ.
Η ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. ΕΑΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΛΙΓΟ -ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ;;;- ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΟΙ ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑΣ ΝΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ.

Αμέθυστος

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Γέροντα, τί διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην ακηδία και την ραθυμία;

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα στέκονται και γένι

– Ακηδία είναι η πνευματική τεμπελιά,
ενώ η ραθυμία αναφέρεται και στην ψυχή και στο σώμα. Καλύτερα όμως να λείψουν και τα δύο.
Η ακηδία και η ραθυμία μερικές φορές κολλούν και σε ψυχές που έχουν πολλές προϋποθέσεις για πνευματική ζωή, που έχουν ευαισθησία, φιλότιμο. Σε έναν αδιάφορο ο πειρασμός δεν κάνει τόσο κακό.
Ένας ευαίσθητ
ος όμως άνθρωπος, αν στενοχωρηθή, νιώθει μετά ακηδία. Πρέπει να βρη τί τον στενοχώρησε και να το αντιμετωπίση πνευματικά, για να ξαναβρή το κουράγιο και να πάρη μπρός η μηχανή του.
Να προσέχη να μην αφήνη αθεράπευτες πληγές, γιατί μετά κάμπτεται από τα τραύματά του. Το ψυχικό τσάκισμα, το οποίο στην συνέχεια φέρνει και το σωματικό, τον αχρηστεύει.
Ο γιατρός δεν βρίσκει τίποτε, γιατί την βλάβη την έχει προκαλέσει ο πειρασμός. Πόσες ψυχές που έχουν φιλότιμο, ευαισθησία, τις βλέπω αχρηστευμ
ένες!

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής».



Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

Από τα πιο συμπυκνωμένα πρακτικά βοηθητικά πνευματικά κείμενα


http://optikonet.com

Αθυμία και μελαγχολία. Τα αίτιά τους.

Ο Θεός, με την πανάγαθη και πάνσοφη βουλή Του, τα οικονομεί όλα για το συμφέρον μας. Όσο για την αθυμία που σας κυριεύει καμιά φορά, αυτή οφείλεται στη σωματική σας αδυναμία. Η αδυναμία, όταν διαρκεί για πολύ, δημιουργεί στη ψυχή μια αίσθηση εγκαταλείψεως απ’ όλους, αίσθηση που γεννάει στη καρδιά φόβο και μελαγχολία.
Αλλά μην ξεχνάτε ποτέ πως ο Θεός είναι κοντά σας. Όλοι είμαστε παιδιά Του. Αποπαίδια δεν έχει. Και κανέναν δεν αφήνει. Όλα για το καλό μας τα παραχωρεί, ακόμα και τις πιο μεγάλες συμφορές. Νομίζω πως το έχετε αντιληφθεί, γι’ αυτό παραδώσατε ήδη με εμπιστοσύνη τον εαυτό σας και τη ζωή σας στα χέρια Του. Όποιος ελπίζει στο Θεό, αξιώνεται να λάβει το έλεός Του.
Να επικαλείστε τη μεσιτεία της Κυρίας Θεοτόκου. Και όταν μελαγχολείτε, να ψάλλετε τα δυό τούτα τροπάρια της:
«Μακαρίζομέν σε πάσαι αι γενεαί, Θεοτόκε Παρθένε· εν σοι γαρ ο αχώρητος Χριστός ο Θεός ημών χωρηθήναι ηυδόκησε. Μακάριοι εσμεν και ημείς προστασίαν σε έχοντες· ημέρας γαρ και νυκτός πρεσβεύεις υπέρ ημών και τα σκήπτρα της βασιλείας ταις σαις ικεσίαις κρατύνονταν διό ανυμνούντες βοώμέν σοι· Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου».
«Σε το απόρθητον τείχος, το της σωτηρίας οχύρωμα, Θεοτόκε Παρθένε, ικετεύομεν τας των εναντίων βουλάς διασκέδασον του λαού σου την λύπην εις χαράν μετάβαλε· υπέρ ειρήνης του κόσμου πρέ­σβευε· ότι συ ει, Θεοτόκε, η ελπίς ημών».


Πώς να νικάμε την ακηδία 
Σας κυριεύει η ακηδία. Τι να κάνετε; Να επινοήσετε τρόπους αναθερμάνσεως του ζήλου και της φιλοπονίας σας. Ποιος δεν έχει βασανιστεί απ’ αυτή την ψυχική ατονία; Τσακιζόμαστε για να τη νικήσουμε. Αλλά βλέπουμε ότι ματαιοπονούμε. Έτσι δεν μας απομένει τίποτ’ άλλο από το να την υπομείνουμε καρτερικά, περιμένοντας την επέμβαση του Κυρίου. Όταν Εκείνος ευδοκήσει,, θα μας δώσει νέα ζωή, θα μας παρηγορήσει και θα μας δυναμώσει. Δοκιμάστε, πάντως, και τούτον τον τρόπο: Καταπιαστείτε με μια δουλειά που απαιτεί κόπο και θυσία. Ίσως έτσι να κινητοποιηθεί η ψυχή σας. Διαφορετικά, δεν έχετε παρά να κάνετε υπομονή, όπως σας είπα. Αυτό το αίσθημα της ακηδίας και της ατονίας είναι παροδικό. Καμιά φορά προέρχεται από σωματική κόπωση ή αδυναμία. Άλλοτε πάλι οφείλεται σε κάποια κατάσταση αναμονής.
Η Κυρία Θεοτόκος ας μεσιτεύει στον Υιό της για την ενίσχυσή μας… Αλήθεια, πώς οι παλαιοί ασκητές, που ζούσαν κλεισμένοι σ’ ένα κελί, που κανέναν δεν έβλεπαν, που τίποτα δεν άκουγαν, που καμιά παρηγοριά δεν είχαν, ήταν πάντοτε «τη σπουδή μη οκνηροί, τω πνεύματι ζέοντες» (Ρωμ. 12:11); Με τη χάρη του Κυρίου. Και πώς κατόρθωναν να ελκύουν τη χάρη; Με την αδιάλειπτη προσευχή. Να το πιο αποτελεσματικό όπλο εναντίον της ακηδίας. Εμείς όχι μόνο αδιάλειπτα δεν προσευχόμαστε, μα ούτε καν συχνά. Και η προσευχή μας, όποτε γίνεται, είναι απρόσεκτη, ψυχρή, τυπική. Πώς να κρατήσουμε, λοιπόν, τη θεία χάρη;



Πώς να διατηρούμε την καρδιακή θερμότητα 
Η καρδιακή θερμότητα, που αισθάνεστε, είναι μια καλή κατάσταση, γι’ αυτό πρέπει να τη συντηρείτε και να την ενισχύετε. Όταν βλέπετε πως φεύγει, να την επαναφέρετε με τον τρόπο που ήδη γνωρίζετε: Συγκεντρώνοντας την προσοχή στην καρδιά με αδιάλειπτη επίκληση του Κυρίου. Για να μην απομακρύνεται η προσοχή από την καρδιά, πρέπει ν’ αποφεύγετε τους περισπασμούς και ν’ αποδιώχνετε όλους τους λογισμούς, όλες τις φαντασιώσεις, όλα τα αισθήματα που σας επισκέπτονται, δημιουργώντας μέσα σας εντυπώσεις άσχετες με την προσευχητική σας κατάσταση και φυγαδεύοντας την καρδιακή σας θέρμη. Καμιά εικόνα ας μη σχηματίζεται στην καρδιά. Και καμιά φροντίδα ας μην τραβάει την προσοχή. Νους και καρδιά ας είναι αδιάσπαστα στραμμένα στο Θεό. Και το σώμα, με διαρκή άσκηση βίας, υποταγμένο στην ψυχή. Έτσι θα διατηρήσετε την καρδιακή θέρμη. Επειδή, πάντως, κι αυτή είναι δώρο του θείου ελέους, το κυριότερο που έχετε να κάνετε είναι να ικετεύετε τον Κύριο για τη διατήρηση της.
Καλά και κακά έργα. Η στάση μας απέναντι τους

Αν μας έσωζαν τα καλά μας έργα, τότε θα ήμασταν σαν τους μαθητές του σχολείου, που βαθμολογούνται ανάλογα με την απόδοσή τους. Η σωτηρία, όμως, δεν είναι ανταμοιβή έργων. Ο Θεός μας σώζει δωρεάν, με τη χάρη Του. Γιατί, λοιπόν, να σημειώνουμε και να θυμόμαστε τα έργα μας; Κάναμε ή έχουμε κάτι καλό; Ας είναι κανόνας της ζωής μας να το λησμονούμε.
Θυμάται κανένας μας ότι αναπνέει; Όχι, βέβαια. Γιατί, στα πλαίσια της βιολογικής ζωής, είναι κάτι τόσο φυσικό, ώστε έχει γίνει αυτονόητο.
Το ίδιο φυσικό και αυτονόητο, στα πλαίσια της πνευματικής ζωής, είναι -πρέπει να είναι- κάθε καλό έργο, ό,τι δηλαδή συμφωνεί με το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει λόγος να το θυμόμαστε. Ας το αφήνουμε να περνάει απαρατήρητο.

Απεναντίας, ένα έργο κακό, ασύμφωνο δηλαδή με το θέλημα του Θεού, οφείλουμε να το παρατηρούμε, για να ευαισθητοποιούμε και να ισχυροποιούμε τη συνείδησή μας, για να μετανοούμε και να διορθωνόμαστε το συντομότερο.
Βέβαια, για θανάσιμα αμαρτήματα δεν χρειάζεται να πω τίποτα. Αυτά δεν έχουν θέση στη ζωή των συνειδητών χριστιανών, εκείνων που με ζήλο αγωνίζονται για τη σωτηρία τους. Συχνά είναι, πάντως, στη ζωή όλων μας τα συγγνωστά αμαρτήματα -κάποιος κακός λογισμός σχηματίζεται στο νου μας, κάποιος άπρεπος λόγος ξεφεύγει από το στόμα μας, κάποια ταραχή αναστατώνει την καρδιά μας… Για όλα αυτά η συνείδηση μας ελέγχει. Τι θα κάνουμε;
Μόλις αντιληφθούμε ότι νικηθήκαμε από ένα πάθος, την ίδια κιόλας στιγμή να μετανοούμε εσωτερικά ενώπιον του Κυρίου. Και κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούμε, να κάνουμε έναν απολογισμό των πτώσεων της ημέρας και να ζητάμε συγχώρηση από τον Πλάστη μας. Τέλος, με την πρώτη ευκαιρία, να καταφεύγουμε στον πνευματικό και να παίρνουμε τη μυστηριακή άφεση.
Βιοτικά έργα και βιοτικές μέριμνες Οι κοσμικοί ασχολούνται με τα κοσμικά έργα. Οι αρνητές του κόσμου με τα ουράνια. Εσείς είστε μισοκοσμική. Πώς να βαδίσει κανείς κάπου ανάμεσα;… Ο φίλος του κόσμου είναι εχθρός του Θεού. Φαίνεται να μην υπάρχει μέση κατάσταση. Ωστόσο, χωρίς κοσμικά και βιοτικά έργα, χωρίς κοσμικές και βιοτικές ασχολίες, δεν μπορούμε να ζήσουμε. Τι θα κάνουμε, λοιπόν; Απλούστατα, εξωτερικά μεν θα εκτελούμε κάθε αναγκαίο βιοτικό έργο, εσωτερικά όμως θα μένουμε μακριά του, δεν θ’ αφήνουμε δηλαδή την καρδιά μας να αιχμαλωτίζεται απ’ αυτό.
Όλα τα βιοτικά έργα απαιτούν φροντίδες και μέριμνες. Αλλά μπορούμε σχεδόν πάντοτε να τα μεταποιήσουμε σε έργα αγάπης, υπομονής και υποταγής στη βουλή του Θεού. Άλλωστε, κατά την εκτέλεση ακόμα και των πιο πολυμέριμνων εργασιών, έχουμε τη δυνατότητα να διατηρούμε μέσα μας την προσευχή.
Ο πιο μεγάλος κίνδυνος από τις αδιάκοπες μέριμνες είναι η λήθη του Θεού και η υποβάθμιση της πνευματικής ζωής. Νομίζω πως έχετε σχετική εμπειρία. Και θα είναι πολύ θλιβερό να φτάσετε ως την τέλεια ψύχρανση του θείου ζήλου, όπως φοβάστε.
Αυτό, πάντως, δέν προκαλείται από τα ίδια τα βιοτικά έργα, αλλ’ από τη δική μας αμέλεια. Εμείς αφήνουμε τον εαυτό μας να «λασπωθεί» και με τις σκέψεις και με τα αισθήματα και με τα θελήματα και με τις κοσμικές φροντίδες.
Μπορείτε ν’ αποφύγετε το «λάσπωμα» τούτο της ψυχής; Ναι. Αρχίζοντάς τα όλα με την προσευχή, συνεχίζοντας με την ελπίδα και τελειώνοντας με την ευχαριστία. Έτσι κάθε έργο σας θα είναι τυλιγμένο με θεϊκό ένδυμα και δεν θα εκτοπίζει τον Κύριο από την ψυχή.
Όταν, πάλι, τελειώσετε μια δουλειά και πριν καταπιαστείτε με άλλη, διώξτε για λίγο από το νου και την καρδιά σας καθετί βιοτικό. Μείνετε μόνο με το Θεό. Δώστε σ’ Αυτόν την προσοχή σας, κάθε σκέψη και κάθε αίσθημά σας. Επαναλάβετε, αν θέλετε, κάποιους αγαπημένους σας στίχους από το Ψαλτήρι.
Όσο εργάζεστε, να προσεύχεστε νοερά. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνεστε ότι η προσευχή μέσα σας διακόπηκε, να ξαναρχίζετε τον νοερό αγώνα χωρίς καθυστέρηση. Να μελετήσετε και βιβλία σχετικά με την προσευχή. Έτσι, σιγά-σιγά, θα φουντώσει ο πόθος σας και θα επιταχυνθεί η πορεία σας προς το Θεό. Αυτή ας είναι η κύρια φροντίδα της ζωής σας. Ικετεύετε τον Κύριο να μη σας στερήσει τις προσευχητικές παρηγοριές. Από τ’ ανθρώπινα έργα κανένα δεν πραγματοποιείται δίχως κόπο. Τά πνευματικά έργα απαιτούν κι αυτά κόπο πολύ αλλά και ασταμάτητο.
Η ζωή μας είναι γεμάτη φροντίδες. Αν θελήσουμε ν’ απαλλαγούμε απ’ όλες, δεν θα μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Άλλωστε, δεν μας επιβάλλει κάτι τέτοιο ο θείος νόμος. Ακόμα και οι ερημίτες καλλιεργούσαν μικρούς κήπους με λαχανικά και φρόντιζαν, φυσικά, γι’ αυτούς. Πρέπει, όμως, να εργαζόμαστε έτσι ώστε οι φροντίδες να μη μας καταβροχθίσουν. Να τις θεωρούμε όχι ως το κύριο έργο μας, που είναι η ψυχική σωτηρία, αλλά ως πάρεργο.


Φωτο από εδώ

Πώς μπορώ νά διατηρήσω τη νήψη μέσα στις φροντίδες;” 
Με ό,τι κι αν ασχολείστε, κάντε το εγκάρδια, προσεκτικά, συστηματικά, χωρίς βιασύνη. Σας αναθέτουν κάποια εργασία; Δεχθείτε την όπως αν σας την είχε αναθέσει ο ίδιος ο Θεός και εκτελέστε την σαν έργο δικό Του. Έτσι η σκέψη σας θα είναι κοντά στο Θεό. Αγωνιστείτε γι’ αυτό, κι Εκείνος θα σας βοηθήσει.
Οι βιοτικές μέριμνες σας πνίγουν τόσο, ώστε δεν ευκαιρείτε ούτε να προσευχηθείτε. Του εχθρού κατόρθωμα είναι τούτο. Το σπίτι, τα ενδύματα, η τροφή και πολλά άλλα πράγματα είναι απαραίτητα για την καλή διαβίωση του ανθρώπου. Χρειάζεται, λοιπόν, να φροντίζουμε για την απόκτησή τους. Αυτό δεν είναι εφάμαρτο. Έτσι θέλησε ο Θεός να ρυθμίσει τη ζωή μας. Ο πανούργος διάβολος, όμως, καθώς πασχίζει ακατάπαυστα να μεταποιεί καθετί καλό σε κακό, διαστρέφει την εύλογη, μετρημένη και υγιή φροντίδα σε άλογη, συνεχή και αγχώδη μέριμνα, που σκοτίζει το νου και στενοχωρεί την καρδιά. Αυτή η κατάσταση καταντάει, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε ψυχική ασθένεια, στη θεραπεία της οποίας στοχεύουν οι νουθεσίες του Κυρίου για την εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια: «Μή μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ή τί πίωμεν ή τί περιβαλώμεθα;… οίδε γάρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων… μη ουν μεριμνήσατε εις την αύριον η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής» (Ματθ. 6: 31-34).
Αυτό δεν σημαίνει να μην κάνουμε τίποτε, αλλά, φροντίζοντας για ό,τι είναι αναγκαίο, να μη φορτωνόμαστε με περιττές μέριμνες, που συνεπάγονται κόπο σωματικό και ψυχικό.
Το εφάμαρτο στοιχείο της πολυμεριμνίας είναι τούτο, ότι επιδιώκει εγωιστικά την αυτάρκεια. Όλα θέλει να τα κάνει μόνη της, όλα θέλει να τα κατορθώσει χωρίς το Θεό. Στηρίζοντας κάθε ελπίδα στον εαυτό της, στις ικανότητές της και στα όποια υλικά μέσα διαθέτει, αγνοεί ή και περιφρονεί τη θεία πρόνοια. Ως κύριο σκοπό της ζωής έχει την απόκτηση εγκόσμιων αγαθών. Και την ίδια την επίγεια ζωή τη θεωρεί ως αυτοσκοπό. Για τη μελλοντική και αιώνια ζωή αδιαφορεί.
Βλέπετε, τι θεομάχο πνεύμα βρίσκεται μέσα στην πολυμεριμνία! Παλέψτε, λοιπόν, μ’ αυτό το κακό! Αντισταθείτε στον εχθρό, όπως αν σας παρακινούσε να διαπράξετε φόνο!
“Πώς ν’ αγωνιστώ;“, θα με ρωτήσετε. Αρχίστε και θα μάθετε… Αρχίστε πρώτα-πρώτα από την προσευχή. Απαλλάξτε την από κάθε βιοτική μέριμνα. Το ίδιο να κάνετε στη συνέχεια και μ’ όλες τις άλλες πράξεις και ασχολίες σας. Ο τρόπος είναι απλός: Την ώρα της προσευχής, μόλις εμφανίζεται στο νου σας κάποιος λογισμός, να τον διώχνετε χωρίς καθυστέρηση. Κι αν πάλι έρχεται, πάλι να τον διώχνετε. Έτσι νά κάνετε συνέχεια και ακούραστα. Μην επιτρέπετε στις μέριμνες να σταθούν ούτε για μια στιγμή στο νου σας, όταν προσεύχεστε. Αυτός είναι ο αγώνας! Και θα δείτε καρπούς. Φτάνει να επιμείνετε.

Ποιά είναι τα μάταια έργα 
Θέλατε να ετοιμαστείτε για τη θεία Κοινωνία, αλλά δεν τα καταφέρατε ν’ αποφύγετε τους περισπασμούς.
Πολλοί είναι εκείνοι, λέτε, που έρχονται και ζητούν να τους εξυπηρετήσετε. Η εξυπηρέτηση των συνανθρώπων, πάντως, δεν είναι έργο μάταιο. Είναι έργο Θεού. Μόνο να το κάνετε πάντα για την αγάπη Εκείνου και του πλησίον, για τίποτ’ άλλο.
Τα βάρη της οικογένειας πέφτουν κι αυτά στους ώμους σας. Όμως, ούτε οι οικογενειακές υποθέσεις είναι μάταια έργα, φτάνει ν’ ασχολείστε μ’ αυτές ευσυνείδητα, δίχως να παραβαίνετε τον θείο νόμο.
Μάταια έργα είναι εκείνα που αποσκοπούν στην ικανοποίηση των παθών, τα εφάμαρτα, καθώς επίσης τα άχρηστα και ανώφελα. Ξεχωριστέ, λοιπόν, στη ζωή σας τις μάταιες από τις μη μάταιες ενασχολήσεις. Οι δεύτερες πάντα μπορούν να γίνονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Κάτι περισσότερο: Μπορούν να γίνονται για τη δόξα του Θεού.

Απαλλαγή απ’ όλα τα γήινα. Είναι δυνατή; 

Η απαλλαγή απ’ όλα τα πράγματα και όλες τις εξαρτήσεις του κόσμου τούτου, η απαλλαγή δηλαδή από καθετί γήινο, είναι πρακτικά αδύνατη σε τούτη τη ζωή, τουλάχιστο για τους περισσότερους ανθρώπους. Αποτελεί κατόρθωμα μόνο των μοναχών, και μάλιστα των ερημιτών. Όλοι, όμως, είναι δυνατόν, όπως φαίνεται από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου, ν’ απαλλάξουν την καρδιά τους από την εμπαθή προσκόλληση στα γήινα. Εσείς, λοιπόν, έχετε πλούτο. Αν δεν στηρίζετε τις ελπίδες σας σ’ αυτόν, αν είστε έτοιμος να τον στερηθείτε αγόγγυστα όποτε θελήσει ο Κύριος, αν αδιάκοπα και πρόθυμα βοηθάτε όσους έχουν ανάγκη, βρίσκεστε στο σωστό δρόμο.

Προσαρμογή στις συνθήκες της ζωής Ως προς τη ροή των πραγμάτων στη ζωή μας, ας το πάρουμε απόφαση ότι δεν είναι στο χέρι μας να την αλλάξουμε. Ας έχουμε, λοιπόν, τη σοφία της προσαρμογής στις όποιες συνθήκες παραχωρεί ο Θεός. Μόνο έτσι θα είμαστε ειρηνικοί σε κάθε περίσταση.
Τώρα, λοιπόν, που αντιμετωπίζετε ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα, δεν έχετε παρά να κάνετε πρώτα-πρώτα υπομονή. Χωρίς υπομονή δεν μπορούμε να ζήσουμε. Δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο που να μην υπέμεινε κάτι. Να το θυμάστε πάντα και να το επαναλαμβάνετε μέσα σας: “Και όσοι φαίνονται τρισευτυχισμένοι, ακόμα κι αυτοί υπομένουν, καμιά φορά μάλιστα βάρη δυσβάσταχτα. Γιατί, λοιπόν, να μην υπομένω κι εγώ;”.
Παράλληλα ψάξτε να βρείτε κάποιες απασχολήσεις, που θα σας προξενούν ψυχική ανάπαυση και ικανοποίηση. “Με τι ν’ ασχοληθώ;”, θα με ρωτήσετε. Με οτιδήποτε, φτάνει να έχετε πάντα δουλειά. Και όταν δεν έχετε δουλειά, να διαβάζετε καλά βιβλία. Ν’ αγαπήσετε, επίσης, τη φύση. Σε κάθε εποχή, η φύση έχει τις ομορφιές της. Να τις βρίσκετε και να τις απολαμβάνετε. Σ’ αυτό κρύβεται ξεχωριστή σοφία. Θέλετε να είστε σοφή; Κάντε το!
Θα μπορούσατε ακόμα να γίνετε ένας “καλός άγγελος” για όλο το χωριό: Όπου υπάρχει φτώχεια, αρρώστια, συμφορά, εκεί να τρέχετε πρόθυμα, βοηθώντας όσο και όπως μπορείτε τους συνανθρώπους σας. Αυτή η απασχόληση δίνει στην ψυχή μεγάλη παρηγοριά. Εκτός κι αν είστε μια σκληρή εγωίστρια. Αν, όμως, είστε τέτοια, τότε μην περιμένετε ποτέ ευτυχία, έστω κι αν αποκτήσετε όλο το χρυσάφι του κόσμου. Τόν εγωισμό, αυτόν τον κακοποιό, πρέπει να τον θανατώσουμε. Κι αν δεν τον θανατώσετε εσείς, μόνη σας, τότε θα το κάνει ο Κύριος, στέλνοντας το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Και θα το κάνει όχι από σκληρότητα, μα από αγάπη. Γιατί θέλει να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών, όπου μόνο οι ταπεινοί χωράνε.
Αποφυγή του περισπασμού 
Ο καθένας μας πρέπει να ρυθμίσει έτσι τη ζωή του, ώστε να εργάζεται καθημερινά μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του, χωρίς περισπασμούς και άγχος. Όταν καταγίνεστε σε μια δουλειά, μη βάζετε στο κεφάλι σας άλλες δέκα. Αφοσιωθείτε σ’ αυτήν, ώσπου να τελειώσετε. Και σαν τελειώσετε, σκεφθείτε τι πρέπει να κάνετε στη συνέχεια. Το σκεφθήκατε καλά; Αρχίστε να εργάζεστε ήρεμα, συγκεντρώνοντας πάλι την προσοχή σας στο συγκεκριμένο έργο ως την ολοκλήρωσή του.
Σηκωθήκατε το πρωί από το κρεβάτι και σταθήκατε στην ορθρινή προσευχή; Ας είναι ο νούς σας προσηλωμένος σ’ αυτήν. Μην τον αφήνετε να τριγυρίζει εδώ κι εκεί. Μετά την προσευχή έχει σειρά το πρωινό ρόφημα. Ετοιμάστε το και, μόλις το πάρετε, ξεκινήστε για τη δουλειά σας. Έτσι να ενεργείτε πάντα.
Τον περισπασμό τον προκαλούν όχι οι πολλές ασχολίες, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τις αντιμετωπίζουμε και τις μεθοδεύουμε -κάνουμε μια δουλειά και στο κεφάλι μας στριμώχνονται αναρίθμητες άλλες. Όλες εκείνες, λοιπόν, να τις διώχνετε και με τη μία ν’ ασχολούνται τόσο τα χέρια σας όσο και ο νους σας.

Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου «Χειραγωγία στην Πνευματική ζωή», εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου


ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Σώμα προς σώμα (Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ († 1993))

«Ακηδία», ετυμολογικά σημαίνει απουσία φροντίδας για τη σωτηρία. Εκτός από σπάνιες σχεδόν περιπτώσεις, όλη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ακηδίας. Οι άνθρωποι έγιναν αδιάφοροι για τη σωτηρία τους. Δεν αναζητούν τη θεία ζωή. Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει, η απουσία της μέριμνας για τη σωτηρία δεν είναι άλλο παρά ο θάνατος του προσώπου. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.
Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Η αμέλεια, ο ακοίμητος κίνδυνος του πιστού (Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής )


Σε σχετικές ερωτήσεις μας, απαντούσε ότι η αμέλεια είναι η κύρια αιτία της αποτυχίας του ανθρώπου στον πνευματικό σκοπό του. Τον ρώτησα κάποτε. πώς οι Πατέρες προβάλλουν ως αφορμή την κενοδοξία;
Και απάντησε «ναι και αυτή μας επιβουλεύεται, αλλά όχι όλους παρά μόνο όσους ξεγελάσει. και πάλι λίγους, γιατί η κενοδοξία φθείρει τους συγκεντρωμένους θησαυρούς, ενώ η αμέλεια δεν αφήνει να τους συνάξεις…
Η αμέλεια μοιάζει με ανομβρία, που δεν αφήνει να φυτρώσει τίποτε. Η κενοδοξία βλάπτει όσους έχουν καρπό, όσους έχουν προχωρήσει, ενώ η αμέλεια ζημιώνει όλους. Εμποδίζει αυτούς που θέλουν να ξεκινήσουν και σταματά αυτούς που προχώρησαν. Δεν επιτρέπει την μάθηση σε αυτούς που αγνοούν και εμποδίζει την επιστροφή σε αυτούς που πλανήθηκαν. Δεν αφήνει να σηκωθούν όσοι έπεσαν και γενικά είναι όλεθρος για όσους αιχμαλωτίζονται από αυτήν.
Με πρόφαση τις φυσικές ανάγκες και τον κόπο που προέρχεται από τον αγώνα, γίνεται η απατηλή πιστευτή και ως καλός αγωγός -η ακηδία- μας μεταφέρει και μας παραδίνει στην φιλαυτία, τον γενικότερο εχθρό. Μόνο η ανδρεία ψυχή, με βάση την πίστη και την ελπίδα προς τον Θεό, ανατρέπει αυτήν την επιβουλή. διαφορετικά, γλυτώνει δύσκολα όποιος έχει άγνοια από αυτά τα δίχτυα. Ταλαιπωρεί πολύ αυτούς που μένουν μόνοι και όσους αποφεύγουν την προγραμματισμένη ζωή, ενώ αδυνατεί να βλάψει τους υποτακτικούς και αυτούς που διακονούν. 


Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής
πηγή

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Ακηδία και Λιποψυχία

Διδαχές Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ
 
Αχώριστος σύντροφος του πνεύματος της λύπης είναι η ακηδία. Όπως παρατηρούν οι πατέρες, η ακηδία προ­σβάλλει το μοναχό περίπου το καταμεσήμερο και του προκαλεί τέτοια ακαταστασία, ώστε τόσο ο τόπος όπου ζει όσο και οι αδελφοί πού ζουν μαζί του, του γίνονται ανυπόφοροι. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης εγείρεται μέσα του ένα είδος αηδίας και μεγάλης πείνας και χασμουριέται πολύ συχνά. Μόλις ή κοιλιά του ικανοποιηθεί, ο δαίμονας της ακηδίας προτείνει στο μοναχό την ιδέα να βγει από το κελί του και να μιλήσει σε κάποιον αδελφό, υποστηρίζοντας ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να σωθεί από την ακηδία είναι ή συνεχής συζήτηση με τους άλλους. Ό μοναχός πού έχει κυριευθεί από την ακηδία είναι σαν ένα λεπτό ζιζάνιο πού δε σταματά ούτε λεπτό, άλλα βρίσκεται πάντα στη διάθεση του άνεμου. Είναι σαν ένα μικρό σύννεφο πού καταδιώκεται από τον άνεμο.

Ό δαίμονας αυτός, αν δεν μπορέσει να παραπλανήσει το μοναχό να βγει από το κελί του, αρχίζει να αποσπά το νου του κατά τη διάρκεια της προσευχής και της ανάγνωσης. Αρχίζει να του υποβάλει τις σκέψεις ότι αυτό δεν έπρεπε να είναι έτσι, εκείνο δεν ανήκει έδώ, θα πρέπει κανείς να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Και ο δαίμονας κάνει όλα αυτά για να καταστήσει το πνεύμα του μοναχού αργό και στείρο.
Ή ακηδία θεραπεύεται με την προσευχή, την αποχή από τον αργό λόγο, χειρωνακτική εργασία ανάλογα με τη δύναμη του άνθρωπου, ανάγνωση του λόγου του θεού και υπομονή. Γιατί γεννιέται από τη λιποψυχία, την αργία και τον αργό λόγο (άγιος Ισαάκ ο Σύρος).

Γι’ αυτόν πού αρχίζει τη μοναχική ζωή είναι δύσκολο να αποφύγει την ακηδία. Είναι το πρώτο πράγμα πού προσβάλλει το μοναχό. Γι’ αυτό πάνω απ’ όλα θα πρέπει να την καταπολεμήσει κανείς με αυστηρή και απόλυτη εφαρμογή όλων των διακονημάτων πού του έχουν ανατεθεί. Όταν όλες σου οι δραστηριότητες βρίσκονται σε πραγματική τάξη, τότε ή ακηδία δε θα βρει χώρο στην καρδιά σου. Μόνο εκείνοι πού δεν έχουν ρυθμίσει τις υποθέσεις τους και δεν τις έχουν βάλει σε σωστή τάξη δοκιμάζονται από την ακηδία. Ή υπακοή είναι ή καλύτε­ρη θεραπεία για τον επικίνδυνο αυτό πειρασμό.

Όταν σε κατακυριεύσει ή ακηδία, λέγε στον εαυτό σου, σύμφωνα με τις οδηγίες του αγίου Ισαάκ του Σύ­ρου: «Πάλι επιθυμείς μια ακάθαρτη και επονείδιστη ζωή. Και αν τύχει να σκεφτείς ότι είναι μεγάλη αμαρτία να αυ­τοκτονήσει κανείς (με ασκητικούς αγώνες), τότε απάν­τησε στον εαυτό σου: σκοτώνω τον εαυτό μου επειδή δεν μπορώ να ζω στην αμαρτία, θα πεθάνω εδώ, ώστε να μη δώ τον πραγματικό θάνατο, το θάνατο της ψυχής μου, το χωρισμό της από το θεό. Είναι καλύτερα για μένα να πεθάνω με αγνότητα παρά να ζήσω μια αμαρτω­λή ζωή στον κόσμο. Προτίμησα έναν τέτοιο θάνατο για τις αμαρτίες μου. Σκοτώνω τον εαυτό μου, γιατί έχω αμαρτήσει ενώπιον του θεού και δε θέλω να Τον παροργίσω άλλο. Τι αξίζει ή ζωή μου μακριά από το θεό; θα υποφέρω κάθε δοκιμασία, ώστε να μη στερηθώ την ελπίδα των ουρανών. Γιατί να φροντίσει ό θεός για μένα, αν ζω πονηρά και τον παροργίζω;»
Άλλο πράγμα είναι ή ακηδία και άλλο είναι ή ανησυχία τού πνεύματος πού καλείται λιποψυχία. Συμβαίνει μερικές φορές ό άνθρωπος να βρίσκεται σε τέτοια πνευματική κατάσταση, ώστε θα προτιμούσε να σκοτωθεί ή να μείνει αναίσθητος παρά να παραμείνει ακόμα σ' αυτή τη φοβε­ρά οδυνηρή κατάσταση. Πρέπει κανείς να φύγει από αυτή γρήγορα. Φύλαξε τον εαυτό σου από το πνεύμα της λιποψυχίας, γιατί από αυτή προέρχεται κάθε είδος δυστυχίας (άγιος Βαρσανούφιος ο Μέγας).

«Υπάρχει μια φυσική λιποψυχία, διδάσκει ο άγιος Βαρσανούφιος, πού προέρχεται από αδυναμία. Και υπάρχει λιποψυ­χία πού προκαλείται από το δαίμονα. Μπορούν να διακριθούν κατ' αυτό τον τρόπο: Ή διαβολική λιποψυχία έρχεται πριν την ώρα πού πρέπει να δώσει κανείς στον εαυτό του κάποια ανά­παυση. Ή όταν κάποιος προγραμματίζει να κάνει κάτι, πριν τε­λειώσει το ένα τρίτο ή το ένα τέταρτο από αυτό, ο δαίμονας τον πιέζει να το εγκαταλείψει. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν πρέπει κανείς να τον ακούσει, άλλα να κάνει προσευχή και να συνεχίσει με υπομονή την εργασία του. Και ο εχθρός, βλέποντας ότι ό άνθρωπος προσεύχεται λόγω αυτής της λιποψυχίας, αποσύρεται, αφού δε θέλει να δώσει καμιά ευκαιρία στον άνθρωπο να προσευχηθεί».

Ό άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι, όταν ο θεός θέλει να ρίξει τον άνθρωπο σε μεγαλύτερες δοκιμασίες, του επι­τρέπει να πέσει στα χέρια της ακηδίας. Ή ακηδία του φέρνει μια μεγάλη απελπισία στην όποια δοκιμάζει τέ­τοια ψυχική στενοχώρια, πού είναι σαν να προγεύεται την κόλαση. Σαν συνέπεια αυτού εγείρεται μέσα του το πνεύμα της έξαψης και απ' αυτό πηγάζουν χιλιάδες πει­ρασμοί: ανησυχία, οργή, βλασφημία, παράπονα για την τύχη του, διεφθαρμένες σκέψεις, μετακίνηση από μια τοποθεσία σε άλλη και τα όμοια.

"Αν ρωτήσεις από τι προέρχεται αυτό, τότε θα σού απαντήσω: από την αμέλεια σου. Γιατί δεν έλαβες την πρόνοια να αναζητήσεις μια θεραπεία γι' αυτά. Γιατί για όλα αυτά υπάρχει μόνο μια θεραπεία και με τη βοήθεια αυτής ο άνθρωπος βρίσκει εύκολα παρηγοριά στη ψυχή του. Και τι είδους θεραπεία είναι αυτή; Ή ταπείνωση της καρδιάς. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, έκτος απ' αυτόν, για να μπορέσει ο άνθρωπος να καταρρίψει τους τοί­χους αυτών των κακιών. Διαφορετικά, θα διαπιστώσει ότι οι κακίες αυτές θα τον κατανικήσουν. Ή ακηδία μερικές φορές καλείται από τους άγιους πατέρες αργία, οκνηρία ή νωθρότητα.

http://agiosdimitrioskouvaras.blogspot.gr/2016/04/blog-post_96.html
Πηγή: (Φιλοκαλία των ρώσων νηπτικών Α. διδαχές Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ), Έως εσχάτου της γης