Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ignace de La Potterie - Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ignace de La Potterie - Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ – Ignace de la Potterie (46)

Συνέχεια από Τετάρτη, 26 Μαΐου 2021     

             IGNACE  DE LA POTTERIE, S. J.

           Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ

                            ΤΟΜΟΣ  1ος

   Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

                         ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

                ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

5ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ :  Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

ΙΙ. Οι πέντε υποσχέσεις

Ε. Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (συνέχεια 6η)

4. Συμπέρασμα: «η πᾶσα αλήθεια»

  Ολοκληρώνοντας αυτή την μακροσκελή ανάλυση θα χρειαστεί να ξαναθυμηθούμε την πολύπλοκη δομή του τελευταίου αποσπάσματος που περιγράψαμε στην αρχή και αναφέρεται στον Παράκλητο: ολόκληρη η περαιτέρω ανάπτυξη του Ευαγγελιστή – από το στ. 13β έως το τέλος του 15 – έχει αποκλειστικό σκοπό να ερμηνεύσει την ουσιαστική λειτουργία του Πνεύματος: οδηγήσει υμάς  ε ι ς  τ ην  α λ ή θ ε ι α ν  π σ α ν. Η έκταση αυτής της υποσχέσεως και οι διαφορετικές επεξηγήσεις του συγγραφέα της, αποδεικνύουν την σημασία που της αποδίδει. Αυτό είναι χωρίς αμφιβολία το τελειότερο θεολογικό κείμενο, από όλα τα γραπτά του Ιωάννη πάνω στην αλήθεια.

     α) Η πσα αλήθεια προς την οποία μάς οδηγεί το Πνεύμα της αλήθειας δεν είναι διαφορετική από την αλήθεια του Χριστού· δεν πρόκειται για νέα αποκάλυψη. Διότι το Πνεύμα θα μεταδώσει μόνο την αλήθεια που άκουσε από τον Χριστό. Η χρήση του ρήματος λαλεν, τόσο από τον Πνεύμα όσο και από τον Χριστό, υπογραμμίζει την απόλυτη συνέχεια ανάμεσα στα δύο στάδια της αποκαλύψεως: η ενέργεια του Πνεύματος αναφέρεται πάντοτε στον «λόγο» του Ιησού  (14, 26).

     β) Θα διδάξει όμως αυτόν τον λόγο, αυτή την αλήθεια, με μια νέα πληρότητα (πσαν): ο καθαυτό ρόλος του Πνεύματος θα είναι να μας μεταδώσει την αληθινή κατανόηση (αναγγελε)· να μας βοηθήσει να εισχωρήσουμε (εις) στην καρδιά αυτής της αλήθειας· να την κατανοήσουμε εσωτερικά· στην Επιστολή του ο Ιωάννης θα γράψει ότι ο λόγος της αλήθειας πρέπει να βρίσκεται «εν υμίν» (1η Επ. Ιωάν. 2, 27)· να αποτελέσει για μας «έλαιον χρίσματος» (1η Επ. Ιωάν. 2, 20.27). Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε ότι αποστολή του Πνεύματος, κατά τον Ιωάννη, είναι να μην αφήσει την αποκάλυψη του Ιησού να καταλήξει γράμμα νεκρό, αλλά να την καταστήσει μια νέα αποκάλυψη για τον πιστό, εσωτερική και καθαυτό προσωπική.

     γ) Αυτή η αλήθεια του Ιησού, φωτισμένη από το Πνεύμα, πρέπει να γίνει το φως και η δύναμη των μελλοντικών χρόνων, των έσχατων καιρών: η αλήθεια του Ιησού, που θα διατηρηθεί ζωντανή και παρούσα από το Πνεύμα, θα μείνει για πάντα ο κυρίαρχος κανόνας της Εκκλησίας.

     δ) Ποια είναι λοιπόν αυτή η «πσα αλήθεια» στην οποία μας οδηγεί το Πνεύμα; Οι πολλαπλές αναφορές σ’ αυτά τα χωρία (16, 13-14-15) στο πρόσωπο του Χριστού αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί παρά να είναι η αλήθεια του Ιησού. Αυτή η αλήθεια όμως δεν είναι απλώς ένα θείο μήνυμα που μεταφέρει ο Ιησούς και ως προς το οποίο παραμένει ο ίδιος ξένος: αυτή η αλήθεια «ανήκει σ’ αυτόν» (το εμόν). Την έννοια αυτή θα πρέπει να την εκλάβουμε με την ευρύτερη δυνατή σημασία της: το εμόν είναι ταυτόχρονα  το έργο του Ιησού και η ύπαρξή του (το πρόσωπό του)· είναι η αποστολή της αποκάλυψης και ολόκληρο το μήνυμά του· είναι το έργο του της σωτηρίας που οδεύει προς την κορύφωση όταν έλθει η Ώρα· είναι τέλος ο ίδιος ο Ιησούς, μέσα στο μυστήριο των σχέσεών του προς τον Πατέρα, ο Ιησούς ως Υιός του Θεού. Όλα αυτά που η πίστη μάς μαθαίνει για τον Ιησού, όλα αυτά – που αποκαλύπτονται και εσωτερικεύονται μέσω του Πνεύματος – αποτελούν «την πσα αλήθεια».

     Αυτή η τελευταία υπόσχεση του Παρακλήτου μάς αποκαλύπτει κάτι από το ίδιο το μυστήριο του Ιησού και από την τριαδική ζωή των θείων Προσώπων. Και έτσι επιστρέφουμε στα συμπεράσματα της ανάλυσης του αποσπάσματος 14, 6 στο οποίο ο Ιησούς δηλώνει ότι είναι η Αλήθεια. Τα δύο αυτά κείμενα φωτίζονται και επιβεβαιώνονται αμοιβαία: στο 14, 6, όπως είπαμε, ο Ιησούς μπορούσε να ταυτισθεί με την Αλήθεια, διότι έφερε στο πρόσωπό του την οριστική αποκάλυψη των έσχατων καιρών· αποκάλυψε δηλαδή το προσωπικό του μυστήριο και εμφανίσθηκε ως ο Λόγος του Πατρός και ο μονογενής Υιός. Στο 16, 13-15 η προοπτική διευρύνεται για να συμπεριλάβει ταυτόχρονα το έργο του Ιησού και την αποκάλυψη του προσώπου του. Και όπως ο λόγος του Ιησού για τον εαυτό του στο 14, 6, έτσι και η τελευταία του υπόσχεση για τον Παράκλητο, μας αναβιβάζει μέχρι τον Πατέρα.

      Επομένως, σ’ αυτό το απόσπασμα ιδιαιτέρως, η λέξη αλήθεια σημαίνει κυριολεκτικά την «αποκάλυψη». Ο σκοπός και το περιεχόμενο αυτής της αποκάλυψης καταδεικνύεται ξεκάθαρα. Αποστολή του Πνεύματος θα είναι στο εξής να εισάγει τους μαθητές σε αυτήν την πάσ αλήθεια· όχι συμπληρώνοντας την αλήθεια που έφερε ο Ιησούς, αλλά καθοδηγώντας τους πιστούς στην ίδια την καρδιά αυτής της αλήθειας, θα τους προσφέρει μια βαθύτερη κατανόηση του μυστηρίου του Ιησού και του έργου του της σωτηρίας, καθώς και μια δυνατότερη πίστη στην  αλήθεια αυτή.

     ε) Ας εξετάσουμε τέλος την διεύρυνση που προσφέρουν εδώ στην έννοια της αλήθειας η προσθήκη του προσδιορισμού «ολόκληρη» (πσα,) και της αναφορικής αντωνυμίας, στην δευτερεύουσα πρόταση που ακολουθεί:

 - ε ς  την αλήθειαν  π σ α ν

- σ α  κούσει λαλήσει

Αυτή η διπλή μορφή διευρυμένης αναφορικότητας (πσα – σα) προσφέρει μιαν απεριόριστη προοπτική στην ανακάλυψη της αλήθειας. Συναντάμε εδώ έναν απόηχο και μια νέα διευκρίνιση της πρώτης υποσχέσεως: το Πνεύμα της αλήθειας θα μείνει μεθ’  υμών «εις τον αιώνα» (14, 16). Η καθοδήγηση της Εκκλησίας προς την πληρότητα της αλήθειας είναι ένα έργο που θα ολοκληρώνεται καθ’ όλη την διάρκεια των χρόνων της σωτηρίας. Το χωρίο αυτό εκφράζει ακριβώς τον νόμο βάσει του οποίου αυξάνει ο περιπλανώμενος λαός του Θεού.

       Δικαίως, ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Τερτυλλιανός,    αποδίδουν σ’ αυτό το χωρίο καθοριστική σημασία στην μελέτη του ρόλου της αλήθειας στην Εκκλησία. Όπως έγραψε και ο Loisy (Alfred F. Loisy, 1857 – 1940, καθολικός κληρικός, καθηγητής και θεολόγος που εκπροσωπεί   τον Βιβλικό Μοντερνισμό. Τα βιβλία του καταγγέλθηκαν από το Βατικανό και ο ίδιος αφορίστηκε το 1908), σχολιάζοντας αυτό το χωρίο: « Κατ’ αυτόν τον τρόπο εδραιώνεται η αρχή της κινήσεως, της αναπτύξεως και της προόδου στην ζωή και το δόγμα της Εκκλησίας». Αυτός ο νόμος της ανάπτυξης, αυτή η ζωή της Εκκλησίας καθ’ οδόν προς τα έσχατα και την πληρότητα της αλήθειας, περιγράφεται με εξαιρετικό τρόπο στην 2η Σύνοδο του Βατικανού, σε μια θαυμαστή δήλωση, εμπνευσμένη από τον Άγιο Ιωάννη: “Ecclesia…, volventibus saeculis, ad plenitudinem divinae veritatis iugiter tendit, donec in ipsa consummentur verba Dei(«Η Εκκλησία… συντελουμένων των αιώνων, τείνει προς την πληρότητα της θείας αλήθειας, εφ’ όσον ανακεφαλαιώνει στον εαυτό της τον λόγο του Θεού» …) (Const. Dei Verbum, n. 8).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

     Το πρώτο μέρος αυτού του τόμου (Κεφ. Ι-ΙΙΙ) φώτισε κυρίως την χριστολογική πλευρά της αλήθειας κατά Ιωάννη. Τα κείμενα όμως που αναλύσαμε στο δεύτερο μέρος (Κεφαλ. IV-V) ανέδειξαν μία άλλη άποψη του ζητήματος, εξίσου σημαντική: η παρουσία της αλήθειας στην χριστιανική μας ζωή, είναι πάντοτε έργο του Πνεύματος. Πώς να συνταυτίσουμε αυτές τις δύο πλευρές; Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην αποκαλυπτική ενέργεια του Χριστού-Αλήθεια και σ’ αυτήν του Πνεύματος, που επίσης αποκαλείται Αλήθεια; Παρά την διαφορετική προσέγγιση των αντίστοιχων κειμένων, οι Επιστολές και το Ευαγγέλιο, δίνουν στο ερώτημα μια αντίστοιχη, αν όχι ταυτόσημη απάντηση. Την διατυπώνουμε ως εξής: η ενέργεια του Πνεύματος, κατά τον Ιωάννη, φανερώνεται πάντοτε στην αποκάλυψη του Ιησού, στην αλήθεια, που κηρύσσεται από αυτόν και που είναι παρούσα σε αυτόν.

1. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, αν θυμηθούμε ότι, κατά την θεολογία του Ιωάννη, ακόμη και όταν δεν τίθεται άμεσα το θέμα της αλήθειας, η ενέργεια του Πνεύματος στην χριστιανική ζωή έχει σκοπό σχεδόν πάντοτε να ενισχύσει την πίστη. Γι’  αυτό και ο ρόλος του είναι συνήθως παράλληλος με τους λόγους του Ιησού (δηλαδή της αλήθειας), σε βαθμό που να φαίνεται ότι ταυτίζονται. Τούτο είναι εμφανές από το πρώτο εδάφιο που αναφέρεται στο Πνεύμα σε σχέση με τους πιστούς: «γεννάται εκ του Πνεύματος», στο κατά Ιωάν. 3, 5-8, σημαίνει ότι γεννάται στην ζωή της πίστεως, υπό την επήρεια του Πνεύματος. Στον στ. 3, 34, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής μαρτυρεί περί του Χριστού: «ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα»: σύμφωνα με τον παραπάνω στίχο η μετάδοση των λόγων του Θεού και η μετάδοση του Πνεύματος φαίνεται να είναι ένα και το αυτό διότι ακριβώς το Πνεύμα ενεργεί δια και εντός των λόγων. Η αναλογία ανάμεσα στην ενέργεια των λόγων του Ιησού και σ’ αυτήν του Πνεύματος είναι εμφανέστερη στομ στ. 6, 63: «τὸ Πνεῦμά ἐστιν τὸ ζῳοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή ἐστιν».

2. Καμμία έκπληξη επίσης εφ’ όσον ξαναβρίσκουμε ακόμη καθαρότερη την ίδια αρχή στα αποσπάσματα που σχετίζουν άμεσα το Πνεύμα με την αλήθεια. Η ανάλυση των κειμένων της 1ης Επιστολής (κ. 4ο ) απέδειξε ότι η ενέργεια του Πνεύματος της αλήθειας αναφέρεται πάντοτε στην πίστη στον Ιησού ή στις εκδηλώσεις του μεταξύ των πιστών. Σε ότι αφορά τους αποστόλους, δηλαδή του μαθητές που «ήσαν μαζί του από την αρχή» (Ιωάν. 15, 27) η ενέργεια αυτή του Πνεύματος έχει τώρα σκοπό της να τους καταστήσει μάρτυρες στην κοινότητα, τους μάρτυρες της πίστεως στον Ιησού, Υιό του Θεού και Σωτήρα του κόσμου· στους απλούς πιστούς, που υπόκεινται στους κινδύνους αιρετικών δογμάτων, το Πνεύμα της αλήθειας εκπληρώνει έναν αντίστοιχο έργο: τους παροτρύνει να ομολογήσουν την πίστη τους στον Ιησού-Μεσσία, και να υιοθετήσουν απέναντι σ’ αυτούς που τους διδάσκουν μια υπάκουη στάση εμπνευσμένη από την πίστη. Το Πνεύμα, χωρίς αμφιβολία τους οδηγεί στην άσκηση της ελεημοσύνης, μέσα όμως από την σκοπιά της πίστεως: διότι η χριστιανική αποκάλυψη, η αλήθεια, είναι ουσιαστικά η αποκάλυψη της αγάπης του Πατρός, που εκφράζεται με την αποστολή και το έργο του Υιού του· η χριστιανική πίστη έχει ως αντικείμενο την αποκάλυψη της αγάπης· και έτσι καθίσταται, στους ίδιους τους πιστούς, πηγή ελεημοσύνης. Εάν το Πνεύμα εμπνέει σ’ αυτούς την ελεημοσύνη είναι διότι  τους έχει προηγουμένως εμπνεύσει την πίστη αποκαλύπτοντάς τους την αλήθεια στον Ιησού, και την αγάπη του Πατρός: για τον Ιωάννη, αγάπη στους χριστιανούς, είναι πάντοτε καρπός της παρουσίας σ’ αυτούς της αλήθειας.

     Το κείμενο της 1ης Επιστολής 5, 6 όπου ο Ιωάννης δηλώνει ότι το Πνεύμα είναι η αλήθεια είναι επίσης αφιερωμένο στην πίστη. Η επίκληση από τον συγγραφέα της μαρτυρίας –της μαρτυρίας του Πνεύματος – έχει σκοπό να ενισχύσει την πίστη των χριστιανών απέναντι στην άρνηση του κόσμου. Μόνο το Πνεύμα μπορεί να γίνει ο αυθεντικός και αποτελεσματικός μάρτυς «διότι το Πνεύμα είναι η Αλήθεια»: όλη του η ενέργεια, πράγματι, αποβλέπει στην εφαρμογή στην ζωή τους της αλήθειας του Ιησού, στην ανάδειξη της πίστης τους σ’ αυτόν. Βλέπουμε εδώ πως η Επιστολή λύνει το πρόβλημα: η ενέργεια του Πνεύματος αποβλέπει στην αποδοχή της αλήθειας του Ιησού, στον οποίο συντελέστηκε η μεγάλη αποκάλυψη της αγάπης του Πατέρα. Και επειδή καθιστά παρούσα και ενεργό στην χριστιανική ζωή αυτήν την αποκάλυψη, αυτή την αλήθεια, το Πνεύμα είναι επίσης για εμάς «η Αλήθεια».

3. Το αξίωμα των υποσχέσεων του Παρακλήτου, στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του 4ου  Ευαγγελίου, είναι ουσιαστικά το ίδιο. Η «εν ζωή καθέδρα» των πέντε αποσπασμάτων συνίσταται στην μεγάλη θεολογική διένεξη ανάμεσα στον Ιησού και τον κόσμο. Η Επιστολή αναφέρεται κυρίως στην περίπτωση των αιρετικών που εγκατέλειψαν την κοινότητα· αλλά για τον άγιο Ιωάννη αυτοί οι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν ήδη «τον κόσμο». Στις υποσχέσεις του Παρακλήτου αντιμετωπίζεται κυρίως αυτή η ανώνυμη πραγματικότητα του «κόσμου» που εχθρεύεται τον Ιησού. Η συγκεκριμένη αυτή περιγραφή του μίσους του κόσμου μας επιτρέπει να αντιληφθούμε το περιεχόμενο των πέντε υποσχέσεων στις οποίες αναμειγνύονται χαρακτηριστικά άλλοτε δικανικά και  ρητορικά, και άλλοτε αντίθετα κηρυγματικά και δογματικά: εδώ, όπως και αλλού, το Πνεύμα ενεργεί επί της πίστεως των μαθητών· εξ αιτίας όμως της αντίθεσης του κόσμου η πίστη αυτή χρειάζεται ενδυνάμωση εκ του Παρακλήτου, προκειμένου να νικήσει τον κόσμο (1η Επιστ. 5,6).

     Η αντίθεση αυτή εμφανίζεται ξεκάθαρα ήδη από την πρώτη υπόσχεση (14, 16-17): ο κόσμος, που αδυνατεί να διακρίνει την ενέργεια του Πνεύματος στο έργο του Ιησού, δεν θα είναι στη συνέχεια σε θέση να το δεχθεί· γι’ αυτό το Πνεύμα της αλήθειας προορίζεται για τους μαθητές: θα τους συντροφέψει και θα είναι παρόν μαζί τους στην διάρκεια των αγώνων τους κατά του κόσμου. Η δεύτερη υπόσχεση ( 14, 25-27) υπογραμμίζει με ένταση ότι αυτή η ενέργεια του Παρακλήτου αναφέρεται εξ ολοκλήρου στους λόγους του Ιησού: ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος θα συνίσταται σε μια πραγματική διδασκαλία με την έννοια όμως ότι θα διατηρεί ζωντανή στην ζωή τους της διδασκαλία του Ιησού· θα αποτελεί δηλαδή «ενθύμηση» των λόγων του Ιησού επειδή θα τους προσφέρει την κατανόηση των λόγων του δια της πίστεως. Στις δύο επόμενες υποσχέσεις (15, 26-27 και 16, 7-11), τονίζεται κυρίως η δικανική πλευρά: ο Παράκλητος εμφανίζεται ως  μάρτυρας του Ιησού και κατήγορος του κόσμου. Αυτή όμως η ενέργεια του Πνεύματος δεν αποβλέπει στο να οδηγήσει άμεσα τους μαθητές σε δημόσια μαρτυρία ενώπιον των δικαστηρίων ή σε ένα κατηγορητήριο  εναντίον του αμαρτωλού κόσμου· θα αποτελέσει μια εσωτερική φώτιση που θα παγιώσει την πίστη των μαθητών στον Ιησού, παρά τις διώξεις, και θα τους πείσει ότι η αμαρτία βρίσκεται στον κόσμο. Αυτή η πίστη εδώ έχει δικανική μορφή: αποτελεί απάντηση στις καταγγελίες και τις απειλές του κόσμου· είναι η πίστη που θριαμβεύει του κόσμου. Η πέμπτη υπόσχεση (16, 12-15) τέλος είναι αποκορύφωμα όλων των προηγουμένων: το Πνεύμα θα εισάγει του μαθητές στην πληρότητα της αλήθειας. Το Πνεύμα δεν φέρει μια καινούργια αλήθεια που συμπληρώνει την αποκάλυψη του Ιησού. Η αποκαλυπτική ενέργειά του προεκτείνει ασφαλώς αυτήν του Ιησού, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο, στην κατανόηση της πίστεως. Η ενέργειά του, όπως και αυτή του Ιησού αποκαλείται λαλεν, για να αναδείξει την συνέχεια του έργου των δύο αποκαλύψεων: έργο του Πνεύματος θα είναι να επαναλαμβάνει, πάντοτε μέσα στην Εκκλησία εκ νέου τον λόγο του Ιησού. Η «αλήθεια» αυτή που θα διατηρεί το Πνεύμα ζωντανή θα αποτελεί το «εμόν» του Ιησού, δηλαδή το σύνολο του μηνύματός του και του έργου του, το μυστήριο της ύπαρξης και της σχέσης του με τον Πατέρα. Έτσι αποδεικνύεται με ποια ακριβώς έννοια η ενέργεια του Πνεύματος μπορεί και πρέπει να καλείται επίσης, αποκαλυπτική: διότι το Πνεύμα της αλήθειας θα διερμηνεύει αυτήν την αλήθεια του Ιησού, εις τους αιώνας· θα αποκαλύπτει (ναγγέλλειν) όλο το περιεχόμενο και όλη την σημασία της για τους πιστούς και για ολόκληρη της Εκκλησία. Και έτσι θα οδηγεί την Εκκλησία στον Χριστό.

     Η ολοκληρωμένη αλήθεια στην οποία αποκτούμε πρόσβαση μέσω του Πνεύματος είναι λοιπόν, η αλήθεια του Ιησού που βρίσκεται μέσα στην πίστη. Έτσι λύνεται εύκολα το πρόβλημα που τέθηκε στην αρχή αυτού του επιλόγου, εάν λάβουμε υπ’ όψη την θεολογία του Ιωάννη περί της αποκαλύψεως σε δύο χρόνους, ή ακόμη την εκδοχή ότι η μεσσιανική αποκάλυψη συντελείται ολοκληρωτικά σε δύο διαδοχικά στάδια: τον ιστορικό καιρό της δια Χριστόν αποκαλύψεως, η οποία όμως παρέμεινε μερικώς ακατανόητη· και τον εκκλησιαστικό χρόνο της ερμηνείας και προοδευτικής διείσδυσής της, υπό την επήρεια του Πνεύματος.

4. Το Πνεύμα, επομένως, στα κείμενα του Ιωάννη, είναι κυρίως Πνεύμα της Αλήθειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση το πνεμα της ληθείας στην Κ. Δ. ανήκει στον Ιωάννη και ότι μπόρεσε ακόμη και να δηλώσει για το Άγιο Πνεύμα:  το πνεμα στίν η λήθεια (1η Επιστ. 5, 6). Διότι γι’ αυτόν, όπως αποδείξαμε, υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στην ενέργεια του λόγου του Ιησού (ή της αλήθειας) και την ενέργεια του Πνεύματος σ’ εμάς· γι’ αυτό μπορεί και να πει χωρίς διάκριση ότι ο πιστός γεννιέται από το Πνεύμα (Ιωάν. 3, 5-8) ή ότι γεννιέται από τον Θεό, από την σπορά του λόγου ( 1η Επιστ. 3,9).

     Ποια ακριβώς έννοια μπορεί να έχει τότε η έκφραση του Ιωάννη το πνεμα της ληθείας; Ο Barrett εύλογα δηλώνει ότι η λήθεια δεν είναι γενική επεξηγηματική, ούτε ένας απλός προσδιορισμός του Ιησού-Αλήθεια (το Πνεύμα της Αλήθειας = το Πνεύμα του Ιησού, που είναι η Αλήθεια). Για μερικούς σύγχρονους ερμηνευτές, που διακρίνουν στην λήθεια του Ιωάννη την έσχατη ουσία των πραγμάτων», την θεία πραγματικότητα, θα σήμαινε «το Πνεύμα της Αλήθειας», δηλαδή της θεότητας που εκδηλώνεται μ’ αυτόν τον τρόπο, ή ακόμη, την θεία και απόλυτη φύση του Πνεύματος, το ομοούσιο του Πατρός και του Υιού Πνεύμα. Οι ερμηνείες αυτές όμως αγνοούν απολύτως το γεγονός ότι το πνεμα της ληθείας είναι εβραϊκό, και ότι στην εβραϊκή παράδοση δεν υπάρχει η ελληνική έννοια σύμφωνα με την οποία «η Αλήθεια» είναι «θεία πραγματικότητα».

     Υπάρχει όμως και μια απλούστερη ερμηνεία. Τα κείμενα του Ιωάννη μας καλούν να θεωρήσουμε την έκφραση της ληθείας σαν ένα είδος γενικής αντικειμενικής ή καλύτερα γενικής ποιοτικής: η έννοια περιγράφει την χαρακτηριστική ιδιότητα του Πνεύματος, το αντικείμενο της ενέργειάς του. «Το Πνεύμα της αλήθειας, είναι λοιπόν το Πνεύμα που μας κοινοποιεί την αλήθεια του Ιησού, το Πνεύμα που έχει προορισμό να μας διδάξει την αλήθεια του Χριστού και να την ενσταλάξει μέσα μας. Κατ’ αυτήν την αντίληψη, η έκφραση «το Πνεύμα της Αλήθειας» εκφράζει ακριβώς αυτό που η εξηγητική ανάλυση των κειμένων μας οδήγησε να ανακαλύψουμε.

5. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τώρα πώς ο Ιωάννης χωρίς να αντιφάσκει μπορεί να δηλώνει αφ’ ενός ότι ο Ιησούς είναι η Αλήθεια (Ιωάν. 14,6)) και αφ’ ετέρου ότι το Πνεύμα είναι η Αλήθεια (1η Επιστ. 5,6). Θα πρέπει δηλαδή να λάβουμε από κοινού αυτά τα δύο εδάφια-ορισμούς για να εκφράσουμε την αλήθεια κατά Ιωάννη στην πληρότητα της. Ο ίδιος ο Ιησούς, με την απόλυτη έννοια, είναι αυτός που αποκαλύπτει την αλήθεια, αυτός ο ίδιος είναι η αλήθεια, η ολοκληρωτική αποκάλυψη. Αλλά μόνον το Πνεύμα μπορεί να προσφέρει την κατανόηση της πίστεως σ’ αυτήν την αλήθεια. Ο Ιησούς είναι η Αλήθεια, αντικειμενικά και ιστορικά· ενώ το Πνεύμα, μπορούμε να πούμε ότι είναι η Αλήθεια σε σχέση με εμάς. Η αλήθεια, κατά Ιωάννη, είναι λοιπόν ολόκληρη η αποκάλυψη των έσχατων καιρών: προερχόμενη (εκπορευόμενη) από τον Πατέρα, δια της Ενσαρκώσεως του Λόγου, ο οποίος κατέστη εξ αυτού ο Χριστός-Αλήθεια, φτάνει σ’  εμάς μόνο με την αποτελεσματική ενέργεια του Πνεύματος της Αληθείας. Ανάμεσα στην αποκαλυπτική ενέργεια του Ιησού και σ’ αυτήν του Πνεύματος υπάρχει μια στενή συνάφεια, μια απόλυτη συνέχεια: η αλήθεια, με την πλήρη έννοιά της, όπως την αντιλαμβάνεται ο Ιωάννης, είναι η αποκάλυψη του Ιησού, που ανανεώνεται συνέχεια στην καρδιά και την ζωής των πιστών από το Πνεύμα.

                           Τ Ε Λ Ο Σ

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΩΤΕΡΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΔΕΝ ΑΠΟΡΡΕΕΙ, ΔΕΝ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ.

 Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ, ΣΑΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ,ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΑΓΙΟΤΗΣ. ΕΤΣΙ Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΔΙΑΖΕΤΑΙ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ,Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ, Ο ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. Η ΘΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΕΩΣ, Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ. ΤΟ ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΚΑΙ Η ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ, ΠΟΥ ΕΠΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΔΕΝ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΤΟ ΙΔΙΟ ΙΣΧΥΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΖΗΛΩΤΕΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΥΣ.

ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΜΑΣ. Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ  ΤΟΥ Loisy, Η ΟΠΟΙΑ ΥΙΟΘΕΤΟΥΣΕ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ, ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟ, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΡΙΑΜΒΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ – Ignace de la Potterie (45)

Συνέχεια από Δευτέρα, 24 Μαΐου 2021     

             IGNACE  DE LA POTTERIE, S. J.

           Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ

                            ΤΟΜΟΣ  1ος

   Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

                         ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

                ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

5ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ :  Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

ΙΙ. Οι πέντε υποσχέσεις

Ε. Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (συνέχεια 5η)

3. Η αποκάλυψη του Πνεύματος της αληθείας (στ. 13γ-15)

δ. ὅσα ἂν ἀκούσει λαλήσει …ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται

Ένα τελευταίο στοιχείο της πέμπτης υπόσχεσης που θα πρέπει να ερμηνεύσουμε είναι το υπερβατικό στοιχείο των αποκαλύψεων του Πνεύματος. Η μορφή αυτή τής ενέργειας του Παρακλήτου αναδύεται και στους τρείς στίχους:

                           ὅ σ α  ἀ κ ο ύ σ ε ι   λαλήσει (στ.13)

                           ἐ κ  τ ο ῦ   ἐ μ ο ῦ   λήψεται (στ.14)

                           ἐ κ  τ ο ῦ   ἐ μ ο ῦ   λαμβάνει (στ.15)

     1. Οι «λόγοι» του Πνεύματος προς τους μαθητές διατυπώνονται σε δύο μέλη της πρότασης, το ένα αρνητικό, το άλλο θετικό: «οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' ὅσα ἂν ἀκούσει λαλήσει» (στ. 13)Σωστά οι σχολιαστές υπογραμμίζουν την στενή σχέση αυτού του κειμένου με τις εξαγγελίες του Χριστού περί της αποστολής που του ανέθεσε ο Πατήρ. Στους λόγους του Ιησού υπάρχει η ίδια αρνητική διατύπωση: «ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα, ἀλλ' ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί εἴπω καὶ τί λαλήσω» (12,49)· «τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ» (14,10): οι λόγοι επομένως του Ιησού δεν είναι ακριβώς δικοί του· δεν πρόκειται απλώς για έναν ανθρώπινο λόγο, αλλά για τον λόγο του ίδιου του Θεού· δηλαδή ουσιαστικά για την αποκάλυψη. Η ίδια διατύπωση επαναλαμβάνεται στο κείμενό μας σχετικά με το Πνεύμα: η φανέρωσή του δεν θα είναι αυτόνομη, διαφορετική και ανεξάρτητη, από την αποκάλυψη που έφερε στον κόσμο ο ίδιος ο Ιησούς, αποκάλυψη που προέρχεται από τον Πατέρα.

     Εξίσου αξιοπρόσεκτη είναι και η αναλογία του θετικού μέλους της πρότασης (ὅσα ἂν ἀκούσει λαλήσει), με τους λόγους του Ιησού: «ἃ ἤκουσα παρ' αὐτοῦ (εκείνου που με απέστειλε), ταῦτα λέγω εἰς τὸν κόσμον» (8,26). «τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα, ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ Θεοῦ» (8,40). Μπορούμε επίσης να αναγνωρίσουμε την προσέγγιση ανάμεσα σε αυτό το τελευταίο απόσπασμα και τον στ. 16,13, διότι και στα δύο αναφέρεται η αλήθεια σε σχέση με το ρήμα ακούειν, είτε του Χριστού, είτε του Πνεύματος. Στον στ. 8,40 η «αλήθεια» είναι αυτό που ο Χριστός «άκουσε» από τον Θεό και μετέδωσε στους ανθρώπους· με άλλα λόγια η αποκάλυψη: ο Χριστός εμφανίζεται ως ο φορέας της Αποκάλυψης του Θεού. Στον στ. 16,23  «η αλήθεια» θεωρείται από την πλευρά των πιστών, ως ο κυρίαρχος ρόλος της ενέργειας του Πνεύματος: θα οδηγήσει τους πιστούς εις πάσαν την αλήθεια· ρόλος του Πνεύματος είναι να καταστήσει επίκαιρη στους πιστούς αυτή την αλήθεια, αυτή την φανέρωση του Ιησού· και τούτο θα το επιτελέσει «λέγοντάς τους» όσα άκουσε: επομένως η πληρότητα της αλήθειας προέρχεται και αυτή από τον Θεό. Αυτά τα δύο κείμενα (8,40 και 16,13) μαζί αναδεικνύουν με σαφήνεια την υπερβατική προέλευση ολόκληρης της αποκαλύψεως, καθώς και τον τριαδικό της χαρακτήρα: προερχόμενη από τον Θεό, η αλήθεια μας δόθηκε δια του Ιησού (που την άκουσε από τον Θεό), αλλά μας κοινωνείται στην πληρότητά της από το Πνεύμα, το οποίο επίσης την έλαβε από τον Πατέρα.

      Τα ρήματα ἀκούσει και λαλήσει στην περίπτωση του Πνεύματος έχουν μεταφορική σημασία. Στον ορολογία της αποκάλυψης, από την οποία προέρχονται αυτοί οι όροι, «ακούειν» σημαίνει: λαμβάνειν μια ουράνια αποκάλυψη για να μεταδοθεί στους ανθρώπους. Η αποκάλυψη αυτή είναι η ἀλήθεια. Πολλοί είναι αυτοί, στα παλαιότερα χρόνια, που είχαν επισημάνει ότι ἀκούειν σημαίνει «λαμβάνειν τη γνώση». Από θεολογική δε άποψη, υπογράμμιζαν ορισμένοι, η επιστήμη δεν διαφέρει στον Θεό από την φύση· «ακούειν»  επομένως σημαίνει ταυτόχρονα «λαμβάνειν την γνώση» και «λαμβάνειν την ουσία»· ότι δηλαδή σε αυτό το κείμενο περιγράφεται η αιώνια εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Ίσως γι’ αυτό το λόγο σε ορισμένα χειρόγραφα το ἀκούσει αντικαταστάθηκε από το ἀκούει. Ασφαλώς το κείμενο δεν αναφέρεται άμεσα στην τριαδική εκπόρευση· υποδεικνύει μάλλον την θεία πηγή προέλευσης των αποκαλύψεων του Πνεύματος: το ἀκούειν εκφράζει εδώ την αποστολή του Πνεύματος στον χρόνο· η χρήση όμως αυτού του ρήματος αποβλέπει στο να αναγάγει την αποκάλυψη του Πνεύματος στην θεία προέλευσή της.

     Αντίθετα με ότι αναφέρει για τον Χριστό στους στ. 8,26 και 8,40 (παρ' αὐτοῦ, παρὰ τοῦ Θεοῦ), ο Ιωάννης δεν προσδιορίζει από ποιόν θα «ακούσει» το Πνεύμα. Ορισμένοι συγγραφείς λένε, από τον Πατέρα· κάποιοι άλλοι από τον Υιό· η πλειοψηφία των σχολιαστών πάντως αναφέρεται και στον Πατέρα και τον Υιό. Είναι όμως άραγε αναγκαίο να το προσδιορίσουμε ακριβώς; Είναι προτιμότερο να σεβαστούμε προς στιγμή την απροσδιοριστία του κειμένου: στον πρώτο από τους τρείς στίχους, ο συγγραφέας αρκείται στην εξαγγελία της δια του Πνεύματος αποκαλύψεως και την υπερβατικής της προέλευσης· στους δύο επόμενους στίχους γίνεται πιο συγκεκριμένος, μιλώντας πρώτα για τον δοξασμό του Υιού (στ.14), και στη συνέχεια για τον Πατέρα, με τον οποίο ο Υιός έχει τα πάντα κοινά (στ. 15). Εξ αιτίας αυτής της περιγραφής του στ. 15 θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ήδη από τον στ. 13 εννοείται ότι το Πνεύμα θα «ακούσει» τόσο από τον Πατέρα όσο και από τον Υιό. Μια τέτοια ερμηνεία όμως αποβαίνει εξαιρετικά στατική: αγνοεί εντελώς την εσωτερική κίνηση, τον δυναμισμό ολόκληρου του αποσπάσματος, την προοδευτική μετάβαση από τον ένα στίχο στον άλλο. Σεβόμενοι την κίνηση της πρότασης, που μας μεταφέρει από το Πνεύμα στον Υιό και από τον Υιό στον Πατέρα, θα πρέπει μάλλον να πούμε για το ρήμα ἀκούσει στον στ. 13 ότι: το Πνεύμα θα ακούσει απ’ ευθείας από τον Υιό, όπως και ο Υιός ακούει από τον Πατέρα· και επειδή ο Πατέρας και ο Υιός τα έχουν όλα από κοινού, το Πνεύμα ακούει επίσης από τον Πατέρα. Μπορούμε να υποθέσουμε, όπως και ο π.. Lagrange  ότι ο Ιωάννης αφήνει εδώ ανοιχτό το ζήτημα της προέλευσης του ἀκούσει, διότι δεν έχει ακόμη διευκρινίσει τις σχέσεις του Υιού με το Πνεύμα.

     Το αντικείμενο αυτής της αποκάλυψης του Πνεύματος, δηλαδή αυτό που θα «ακούσει» και αυτό που θα «πει», δεν προσδιορίζεται επίσης εδώ. Αλλά θα οριστεί στον επόμενο στίχο με τις λέξεις  ἐκ τοῦ εμοῦ   λήψεται τις οποίες θα πρέπει τώρα να ερμηνεύσουμε.

2. «Θα λάβει ἐκ τοῦ εμοῦ και θα σας το φανερώσει». Πώς πρέπει να καταλάβουμε το νόημα αυτής της «δωρεάς» του Χριστού, που επαναλαμβάνεται δύο φορές; (στ.14 και 15).

     α) Δύο είναι οι βασικές ερμηνείες που επεκράτησαν από την αρχαιότητα. Σύμφωνα με τους έλληνες σχολιαστές του αγ. Ιωάννη, τό εμόν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει την σοφία και την γνώση του Χριστού: το Πνεύμα δέχεται αυτή τη γνώση, την οποία ο ίδιος ο Χριστός έλαβε από τον Πατέρα, και την κοινωνεί στους ανθρώπους· μ’ αυτό τον τρόπο διατηρείται η απόλυτη αρμονία ανάμεσα στις δύο μεγάλες περιόδους της αποκάλυψης, η πλήρης αναλογία ανάμεσα στην διδασκαλία του Χριστού (που είναι ανάλογη με αυτήν του Πατρός), και την διδασκαλία του Πνεύματος. Η πλειοψηφία των ερμηνευτών στη σύγχρονη εποχή ακολουθούν αυτή την κατεύθυνση: η «δωρεά» αυτή του Χριστού, την οποία καρπώνεται το Πνεύμα, είναι «οι αλήθειες που έλαβε από αυτόν» (Lagrange), η διδασκαλία του ίδιου του Χριστού, την οποία το Πνεύμα μεταφέρει στους πιστούς. Θα αναρωτηθούμε όμως αν αυτή η καθαρά λειτουργική ερμηνεία είναι απόλυτα ικανοποιητική, διότι στον στ. 15 ο Χριστός εξηγεί τους όρους ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει λέγοντας πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι: δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι ο Ιησούς επικαλείται την πλήρη κοινωνία του με τον Πατέρα για να εξηγήσει απλώς (διά τοῦτο) ότι το Πνεύμα θα παραλάβει την διδασκαλία του και θα την μεταβιβάσει στους ανθρώπους.

     Μια άλλη, περισσότερο «θεολογική» ερμηνεία θεωρεί ότι τό ἐμόν περιλαμβάνει τόσο την σοφία του Χριστού, όσο και την θεία ουσία την οποία έχει από κοινού με τον Πατέρα· λαμβάνει θα σήμαινε τότε την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Αυτή την ερμηνεία την συναντήσαμε ήδη σε αναφορά με το ἀκούσει. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις παραμένει ελάχιστα πειστική. Η αναφορά στην θεία «ουσία» δεν ταιριάζει με τα κείμενα του Ιωάννη. Και δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι η φανέρωση της «δωρεάς» του Χριστού αναφέρεται εδώ για να εξηγήσει το γεγονός ότι το Πνεύμα εισάγει στην «πληρότητα της αλήθειας»· θα έπρεπε επομένως να υποθέσουμε ότι η ἀλήθεια προσδιορίζει εδώ την θεία φύση, κάτι που είναι ξένο προς την ορολογία του Ιωάννη σε όλα του τα κείμενα.

     β) Επειδή η έκφραση τό ἐμόν σε ενικό αριθμό, σε σχέση με τον Χριστό, δεν συναντάται σε άλλη παράλληλη διατύπωση, θα πρέπει να αναζητήσουμε την ερμηνεία της στο κείμενο που την περιβάλλει άμεσα. Το νόημα της μοιάζει να αναδύεται στην αιτιώδη σχέση της με τον στ. 14: « ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει,  ὅ τ ι  ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν». Δηλαδή, το Πνεύμα φανερώνοντας και αποκαλύπτοντας την «δωρεά» του Χριστού, ταυτόχρονα τον δοξάζει. Θα πρέπει επομένως να εξετάσουμε τί ακριβώς σημαίνει, όπου αναφέρεται στο 4ο Ευαγγέλιο, αυτός ο δοξασμός του Ιησού:  έτσι πιθανότατα θα κατανοήσουμε καλύτερα τι ακριβώς είναι η «δωρεά» του Χριστού, αφού η αποκάλυψη αυτής της «δωρεάς» δοξάζει τον Ιησού.

     γ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το δοξασθῆναι του Ιησού συνδέεται πάντοτε, είτε με την ονομασία του ως «Υιού του ανθρώπου», είτε ακόμη συχνότερα με την απλή ονομασία «Υιός (του Θεού)».

     Η πρώτη χρήση που αναφέρεται στον δοξασμό του Υιού του ανθρώπου, τοποθετεί αυτό τον δοξασμό χρονικά στην Ώρα· αναφέρεται σε δύο κείμενα:

     Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου (12,23)

      Νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου (13,31)

Η αναφορά τόσο στην Ώρα, όσο και στον «Υιό του ανθρώπου» έχει εδώ την σημασία της. Στον Ιωάννη, αυτός ο τίτλος δεν αποβλέπει όπως στα συνοπτικά Ευαγγέλια στην σύνθεση των δύο όψεων του μεσσιανισμού του Ιησού, την όψη του σωτηριώδους μαρτυρίου του και αυτήν των υπερβατικών προϋποθέσεων· στο 4ο Ευαγγέλιο εκφράζει μάλλον το ίδιο το γεγονός της Ενσάρκωσης (3,13· 6,62), και το σύνολο της αποστολής, του έργου του Ιησού, από την προΰπαρξη του μέχρι τον τελικό δοξασμό του. Η δε αναφορά στην « Ώρα» δείχνει ότι το έργο του Ιησού ολοκληρώνεται στα γεγονότα του τέλους της επίγειας ζωής του. Αυτή επομένως η πρώτη όψη του δοξασμού του Ιησού συνδέεται άμεσα με την αποστολή του, είναι ουσιαστικά σωτηριολογική: η ολοκλήρωση του έργου της σωτηρίας δοξάζει τον Υιό του ανθρώπου, όπως ακριβώς δοξάζει δι’ αυτού και τον Θεό (13,32).

     Το πρώτο από τα προαναφερθέντα δύο κείμενα (12,23) μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε πιο συγκεκριμένα αυτό τον δοξασμό του Ιησού: συνίσταται στην γονιμότητα της θυσίας του, στο γεγονός ότι δια του θανάτου του «πολὺν καρπὸν φέρει» (στ. 24): δια της υψώσεώς του, ο Υιός του ανθρώπου, θα αρχίσει να προσελκύει όλους του ανθρώπους (12,32). Γι’ αυτό ο Ιησούς, στην αρχιερατική προσευχή, θα πει ότι ο δοξασμός του συνίσταται στο γεγονός ότι έλαβε «ἐξουσίαν πάσης σαρκός» (17,2), μια εξουσία που θα ασκήσει με και διά του θανάτου του. Ο δοξασμός του Χριστού συνιστά την αποτελεσματικότητα του έργου του, το γεγονός ότι ο λόγος του αποκτά το νόημά του μέσα στην Εκκλησία, και ότι διαρκώς και περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν σ’ αυτόν. Ο δοξασμός αυτός συνιστά επίσης την αποκάλυψη, την φανέρωση αυτού που ο Ιησούς είναι πραγματικά για τους πιστούς.

     δ)  Αλλά το δοξασθῆναι του Ιησού δια της φανερώσεώς του αναδύεται καθαρότερα μέσα από μια δεύτερη σειρά κειμένων, στα οποία ο δοξασμός του συνδέεται άμεσα με τον τίτλο «Υιός (του Θεού)». Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το εμβληματικό κείμενο του προλόγου: ἐθεασάμεθα  τ η ν  δ ό ξ α ν  αὐτοῦ, δόξαν ὡς  μ ο ν ο γ ε ν ο ῦ ς  π α ρ ὰ π α τ ρ ό ς (1,14)· η δόξα του Ιησού προέρχεται από τον Πατέρα (17,24)· την κατέχει ως Μονογενής Υιός εις τον κόλπον του Πατρός (1,18). Γι’ αυτό στον στ. 8,54 αναγγέλλει ότι ο Πατήρ του είναι αυτός που τον δοξάζει· θα πει επίσης ότι η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να δοξασθεί ο Θεός, επειδή δι’ αυτής δοξάζεται ο Υιός του Θεού (11,4)· ο Ιησούς αιτείται μια προσευχή «εις το όνομά του», δηλαδή εμπνευσμένη από μια βαθειά πίστη στον Ιησού, Υιό του Θεού, διότι ο Πατήρ δοξάζεται δια του Υιού (14,13)· στην αρχιερατική προσευχή ο Ιησούς απευθύνεται στον Πατέρα του ως εξής: «Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ» (17,1).

     Είναι επομένως προφανές: η ανάλυση του δοξασθῆναι του Ιησού μας οδηγεί άμεσα στην ονομασία του ως Υιού. Η φιλολογική συνέπεια αυτών των δύο εκφράσεων δείχνει καθαρά ότι ο δοξασμός του Ιησού συνίσταται στην φανέρωσή του ως Υιού του Θεού: ο δοξασμός του Ιησού είναι η φανέρωση της υιότητάς του.

     ε)  Αυτές οι δύο προοπτικές του ζητήματος του δοξασμού του Ιησού – η προοπτική του δοξασθῆναι που συνδέεται με το έργο του και την ονομασία «Υιός του ανθρώπου», και αυτή στην οποία αναφέρεται απ’ ευθείας στο πρόσωπο του «Υιού του Θεού», – αυτές οι δύο προοπτικές δεν είναι ούτε εντελώς ανεξάρτητες μεταξύ τους, ούτε απλώς παράλληλες. Σε ένα κείμενο όπως το 1,1-2 συνδυάζονται και συμπίπτουν: ο δοξασμός του Ιησού, κατά τον χρόνο της Ώρας, δια του οποίου έλαβε «εξουσίαν πάσης σαρκός», δεν αποκαλείται πλέον δοξασμός του «Υιού του ανθρώπου» αλλά του «Υιού του Θεού» (δόξασόν σου τὸν υἱόν)· η εξουσία την οποία θα ασκήσει στο εξής θα είναι να προσφέρει την αιώνια ζωή στους ανθρώπους (17,2). Τούτο σημαίνει ότι ο Ιησούς δεν μπορεί να αποχωριστεί το έργο του, την αποστολή του: δια του έργου του φανερώνεται στους ανθρώπους, και αναγνωρίζεται από αυτούς ως Υιός του Θεού. Το όνομα αυτό του «Υιού (του Θεού)» συνδέεται και αυτό επομένως με την οικονομία της σωτηρίας· αλλά μας οδηγεί κυρίως στην ανακάλυψη των υπερβατικών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στον Υιό και το Πατέρα.

     Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε λέγοντας ότι  δοξασμός του Ιησού είναι η αναγνώριση από τους μαθητές του προσώπου και του έργου του· είναι επίσης το γεγονός ότι η πίστη των μαθητών του θα καρποφορήσει. Στον στ. 6,29 ο Ιησούς είχε συνοψίσει το έργο του Θεού ως εξής: «Τοῦτό ἐστι τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύητε εἰς ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος». Επομένως ο Ιησούς δοξάζεται δια της ενεργού πίστεως των μαθητών. Και αυτή η πίστη στον Ιησού είναι ουσιαστικά μια δωρεά του Πνεύματος (3,5.34· 6,63· 1η Επ. 5,6). Κατανοούμε τώρα γιατί στην τελευταία υπόσχεση του Παρακλήτου (16,14) ο δοξασμός του Χριστού μπορεί να αποδωθεί στο Πνεύμα. Το Πνεύμα δοξάζει τον Χριστό διότι τον γνωρίζει στους ανθρώπους· τον φανερώνει με την ιδιότητα του Υιού του Θεού, του σαρκωθέντος Λόγου, του Υιού του ανθρώπου που προσφέρει την σωτηρία δια του θανάτου και της αληθείας· είναι τέλος αυτό που αναδεικνύει στους μαθητές την πίστη τους σ’ αυτόν και συντελεί στο να καρποφορήσει.

     ζ)  Μπορούμε τώρα να επανέλθουμε στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε. Τί ακριβώς σημαίνει τό ἐμόν στον στ. 16,14, όταν ο Ιησούς, αναφερόμενος στο Πνεύμα, αναγγέλλει: «ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται»;

     Οι προηγούμενες αναλύσεις, και κυρίως η μελέτη του δοξασθῆναι του Ιησού μας οδηγούν με βεβαιότητα στο ακριβές νόημα της διατύπωσης. Αυτό «τό ἐμόν» του Χριστού, το οποίο θα «φανερώσει» (ἀναγγελεῖ) το Πνεύμα – φανέρωση δια της οποίας θα «δοξάσει» τον Ιησού – θα πρέπει να ληφθεί με το ακόλουθο γενικό νόημα: πρόκειται για όλα αυτά που ανήκουν στον Ιησού, (όπως υποδεικνύει το κτητικό ἐμόν), είναι όλα αυτά που τον χαρακτηρίζουν, τόσο ως προς το πρόσωπό του όσο και ως προς το έργο του· είναι στο σύνολό του το έργο της σωτηρίας, που ανέλαβε να ολοκληρώσει, η αποκάλυψη του προσώπου του, και παν ό,τι αντιπροσωπεύει το μυστήριο του προσώπου του: τον Ιησού, ως Υιό του Θεού. Είναι επομένως όλα όσα εμπεριέχονται στην πίστη των μαθητών στον Ιησού. Και «αποκαλύπτοντας» επομένως στους ανθρώπους αυτό το μυστήριο του Ιησού, το Πνεύμα θα τον «δοξάσει». 

     η)  Μένει να επανατοποθετήσουμε τον στ. 14 στο πλαίσιο της πέμπτης υπόσχεσης· θα πρέπει κυρίως να δούμε εάν ο στ. 15 επιβεβαιώνει την ερμηνεία που μόλις προτείναμε. Ο στίχος αυτός  εμφανίζεται κατ’ αρχήν ως επεξήγηση του προηγούμενου: το δεύτερο μέρος του επαναλαμβάνει αυτολεξεί το δεύτερο μέλος του στ. 14 μεταφέροντας όμως το πρώτο ρήμα (λήψεται) από τον μέλλοντα στον ενεστώτα: ἐκ τοῦ ἐμοῦ  λ α μ β ά ν ε ι  καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. Όσο για την διατύπωση που εισάγει στον στ. 15β (διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι), δείχνει ότι η πρόταση που προηγείται (πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι) εξηγεί το απόσπασμα των στίχων που επαναλαμβάνεται δύο φορές: «ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν». Πώς θα πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτό το μέλος του στίχου 15: «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι»;

     Ανήκουν σε ένα σύνολο από παρόμοιες εκφράσεις που αποδεικνύουν τόσο την παγία ένωση του Πατέρα με τον Υιό, όσο και την εξάρτηση του Υιού από τον Πατέρα. Ορισμένα από αυτά τα κείμενα αναφέρονται άμεσα στην αποστολή του Ιησού: ο Πατήρ έδωσε στον Υιό την εξουσία να κρίνει (5.22.27), καθώς και την εξουσία «πάσης σαρκός» (17,2),και του ανέθεσε την ολοκλήρωση έργων (5,36). Σε ορισμένα άλλα κείμενα στα οποία ο Ιωάννης επιμένει στον όρο πάντα, όπως και στους στ. 16,14-15, μαρτυρούνται επίσης οι σχέσεις Υιού και Πατρός: ο Πατήρ αγαπά τον Υιό του και του παρέδωσε τα πάντα (3,35· 13,3)· ο Πατήρ αγαπά τον Υιό και του δείχνει τα πάντα (5,20)· και κυρίως: «ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ» (5,26)· «καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα» (6,57). Συγκρίνοντας αυτά τα κείμενα καταλήγουμε στο συμπέρασμα, όπως και ο π. Lebreton, ότι  «στον αγ. Ιωάννη, … το κεντρικό αντικείμενο στοχασμού είναι η ενότητα του προσώπου του Χριστού».

     Το απόσπασμα 16,15 αποτελεί την σύνθεση όλων αυτών των κειμένων: «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι»· στην οποία θα πρέπει να προσθέσουμε τον στίχο της αρχιερατικής προσευχής: «καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά» (17,10). Σε σχέση με το πρώτο από αυτά τα δύο κείμενα ο π. Lagrange έχει γράψει: «Οι λόγοι αυτοί είναι οι πλέον αντιπροσωπευτικοί, σε όλη την Κ.Δ., της ενότητας της φύσεως και της διάκρισης των Προσώπων της Τριάδος»· προσθέτει όμως ότι ο στίχος αναφέρεται μόνο στις αλήθειες που θα φανερωθούν. Η ερμηνεία αυτή δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις του κειμένου, διότι εισάγει μια πλασματική απόσταση ανάμεσα στις «υπό φανέρωση αλήθειες» και την άμεση σχέση του Πατρός με τον Υιό. Σε τί άλλο θα μπορούσε να αναφέρεται η αποκάλυψη αν όχι στο μυστήριο ακριβώς της κατά Θεόν ζωής, και την κοινωνία της στους ανθρώπους; Για τον αγ. Ιωάννη, όπως παρατηρήσαμε σε πολλές περιπτώσεις, η αποκεκαλυμμένη «αλήθεια» του Ιησού, έχει την τάση να ταυτίζεται με το ίδιο του το πρόσωπο: η αποκάλυψη που φέρνει στον κόσμο είναι ουσιαστικά η φανέρωση αυτού που ο ίδιος είναι· και επομένως είναι επίσης η φανέρωση του Πατρός.

     Οι λόγοι «όλα όσα έχει ο Πατήρ είναι δικά μου» θα πρέπει να ερμηνεύονται με την ευρεία έννοια: τέλεια κοινωνία ζωής και τέλεια ενότητα έργου. Θα πρέπει όμως να υπογραμμίσουμε ότι εδώ το βάρος δεν δίνεται στην ενότητα και την κοινωνία καθαυτές: σε αντίθεση με την διατύπωση του στ. 17,10, ο στ. 16,15 δεν εκφράζει μια αμοιβαιότητα, αλλά μάλλον το γεγονός πως ότι ανήκει στον Πατέρα ανήκει επίσης και στον Υιό· πράγμα που σημαίνει ότι «τα πάντα προέρχονται από τον Πατέρα, και ο Υιός κατέχει επίσης την πληρότητα των πάντων». Η παρατήρηση αυτή αφορά τόσο την αποστολή του στον χρόνο, και το έργο της σωτηρίας που ολοκληρώνει ο Υιός, όσο και την αιώνια ενότητα και εξάρτησή του απέναντι στον Πατέρα, δηλαδή την θεία υιότητα.

     Ας θυμηθούμε ότι αναλύσαμε το μέλος της πρότασης (όλα όσα έχει ο Πατήρ είναι δικά μου), για να αντιληφθούμε πώς  το Πνεύμα θα λάβει    από «τό ἐμόν» του Ιησού για να το φανερώσει. Και ερμηνεύσαμε τον στ. 15α, για να δούμε αν επιβεβαιώνει την εξήγησαν που δώσαμε στό ἐμόν. Βλέπουμε τώρα ότι την επαληθεύει απόλυτα: εάν πάντα όσα έχει ο Πατήρ είναι του Ιησού, τούτο σημαίνει ότι η αποκάλυψη και η σωτηρία που θα μας κοινωνήσει το Πνεύμα, έλκουν την προέλευσή τους από τον Πατέρα, αλλά επίσης ότι και ο Ιησούς, στον ουράνιο βίο, έχει τα πάντα από τον Πατέρα, ότι είναι επομένως ο Υιός του Πατρός. Αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο του όρου τό ἐμόν, ήδη από τον στ. 14. Και όλα αυτά θα τα «λάβει» το Πνεύμα προκειμένου να τα φανερώσει στους ανθρώπους.

3.   Ας ρίξουμε ένα σύντομο βλέμμα στα προηγούμενα. Όταν ο Ιωάννης στον στ. 13 γράφει ότι το Πνεύμα « ὅσα ἂν ἀκούσει λαλήσει» επιθυμεί να υπογραμμίσει αφ’ ενός την συνέχεια ανάμεσα στις δύο περιόδους της αποκάλυψης, την εποχή του Ιησού και την εποχή του Παρακλήτου, και αφ’ ετέρου την υπερβατική προέλευση της φανέρωσης του Πνεύματος. Στον στ. 14 προσθέτει ένα ακόμη βήμα: το Πνεύμα θα δοξάσει τον Ιησού αποκαλύπτοντας «τό ἐμόν» που παρέλαβε: αυτό «τό ἐμόν» του Ιησού δεν είναι μόνο όλα όσα αποκάλυψε ο ίδιος ο Ιησούς, και το έργο του της σωτηρίας· είναι επίσης το καθαυτό πρόσωπό του στην σχέση του προς τον Πατέρα, είναι ο Ιησούς ως Υιός του Πατρός. Ο στ. 15 αποδεικνύει ότι αυτό είναι το πραγματικό νόημα της έκφρασης, ταυτίζοντας ρητά «τό ἐμόν» του Ιησού με όλα όσα ο Υιός έχει από τον Πατέρα.

     Από τον ένα στίχο στον άλλο αναδεικνύεται μια εμφανής πρόοδος. Εάν ο στ. 13 απηχεί ακόμη την χρονικότητα της οικονομίας της σωτηρίας, ο επόμενος στίχος, που αναφέρεται στο δοξασθῆναι του Ιησού και στο «ἐμόν» του, ανυψώνεται στο υπερβατικό επίπεδο της ζωής του Θεού· και στον στ. 15 αυτή η κίνηση ενισχύεται, διότι αναφέρεται ρητά τόσο στην απόλυτη κοινωνία ανάμεσα στο Υιό και τον Πατέρα, όσο και στον ίδιο τον Πατέρα εκ του οποίου προέρχονται τα πάντα. Οι δύο αυτοί στίχοι, εκτός από την θεότητα του Ιησού, πραγματεύονται επίσης την αποκάλυψη και το έργο του, τα οποία, και αυτά, προέρχονται από τον Πατέρα.

     Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτοί οι τρείς στίχοι, κατά την ιωάννεια θεολογία, αποτελούν μια σύντομη σύνθεση της αποκάλυψης. Παρουσιάζουν μια τριαδική δομή: η ενέργεια της φανέρωσης του Πνεύματος μας αποκαλύπτει το έργο και το πρόσωπο του Υιού· και δια του Υιού μας φανερώνει και τον Πατέρα. Αποστολή του Πνεύματος είναι να «φανερώσει» στους μαθητές τις διάφορες όψεις του μυστηρίου της κατά Θεόν ζωής και του μυστηρίου της σωτηρίας· και επομένως να μας εισάγει «στην πληρότητα της αληθείας».

(συνεχίζεται)

  Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ.

Ιω. 21,24                  Αυτός είναι ο μαθητής εκείνος, που δίδει την μαρτυρίαν δι' όλα αυτά και που τα έγραψεν στο Ευγγέλιόν του. Και γνωρίζομεν καλά ότι είναι αληθινή η μαρτυρία του.

Ιω. 21,25           ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν.

Ιω. 21,25                   Υπάρχουν δε και πολλά άλλα, όσα έκαμεν ο Ιησούς, τα οποία εάν ήθελαν γραφή ένα προς ένα, νομίζω ότι ολόκληρος ο κόσμος με τας βιβλιοθήκας του δε θα εχωρούσε τα βιβλία, που θα εγράφοντο. Πράγματι”.

ΣΗΜΕΡΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ. ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΟΤΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΤΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΕΔΑΦΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΤΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΙΔΙΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ.
ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΕΩΣ ΝΑ ΜΑΣ ΔΩΣΟΥΝ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ – Ignace de la Potterie (44)

Συνέχεια από Δευτέρα, 3 Μαΐου  2021     

             IGNACE  DE LA POTTERIE, S. J.

           Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ

                            ΤΟΜΟΣ  1ος

   Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

                         ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

                ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

5ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ :  Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

ΙΙ. Οι πέντε υποσχέσεις

Ε. Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (συνέχεια 4η)

3. Η αποκάλυψη του Πνεύματος της αληθείας (στ. 13γ-15)

γ. ἀναγγελεῖ

Η νέα αυτή μορφή με την οποία το Πνεύμα θα «ομιλήσει» περιγράφεται στην συνέχεια της υπόσχεσης με τις λέξεις (τα ερχόμενα) ἀ ν α γ γ ε λ ε ῖ  ὑ μ ῖ ν (στ. 13γ,14γ, 15γ). Ας θυμηθούμε ότι στην δομή του κειμένου, το ρήμα ἀναγγελεῖ ερμηνεύει το πραγματικό νόημα του λαλήσει του Πνεύματος, και συνιστά, πέρα από το λαλήσει, την ουσιαστική ερμηνεία της διατύπωσης ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.

     1. Θα πρέπει επομένως να ερευνήσουμε το ακριβές νόημα του ρήματος ἀναγγέλλειν. Οι περισσότεροι σχολιαστές δεν αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και το μεταφράζουν «θα ανακοινώσει», σαν να αποτελεί περιεχόμενο της κηρυγματικής ορολογίας, ή σαν να έχει το ίδιο ακριβώς νόημα με το απλό ρήμα ἀγγέλλειν ή τα σύνθετα ἀπαγγέλλειν και καταγγέλλειν. Δεν πρόκειται όμως γι’ αυτό ακριβώς το νόημα.

     Το πρώτο νόημα του ἀν-αγγέλλειν είναι σαφές: «αγγέλλειν εκ νέου (ἀν), εκτελώντας μιαν αποστολή», «επανέρχεται για να αναγγείλει». Συχνά όμως έχει ένα ευρύτερο νόημα: «αναγγέλλω ή αποκαλύπτω κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστο ή μυστικό· εν συντομία: «ξεσκεπάζω», «αποκαλύπτω». Για παράδειγμα στις Πράξεις 19,18:  ἤρχοντο… ἀ ν α γ γ έ λ λ ο ν τ ε ς  τὰς πράξεις αὐτῶν, που σημαίνει  «αποκαλύπτοντες τα έργα τους».

     Η απόχρωση αυτή του αποκαλύπτω συναντάται κυρίως σε κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου· σε πολλές περιπτώσεις προστίθεται το νόημα της «διακήρυξης», όταν αυτό που φανερώνεται, αποκαλύπτεται, έχει το νόημα επίσημης αναγγελίας, δημόσιας ανακοίνωσης (οπότε τα δύο σκέλη του ρήματος ἀνα- και αγγέλλειν αποκτούν πλήρες νόημα). Στην ελληνική μετάφραση της Βίβλου το ρήμα αναγγέλλειν συναντάται συχνά στον Ησαΐα και στον Ιερεμία: τις περισσότερες φορές μπορεί να μεταφραστεί ως «αποκαλύπτω» (π.χ. Ησ., 40,21): πρόκειται συνήθως για την αποκάλυψη και την αναγγελία εσχατολογικών συμβάντων. Το ρήμα αυτό αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Δανιήλ, και γενικότερα σε ό,τι έχει σχέση με αποκάλυψη: στις περιπτώσεις αυτές έχει αποκλειστικά το νόημα του «φανερώνω». Το ρήμα αναγγέλλειν, στις δύο του μορφές επανέρχεται στην Κ. Δ.· καθώς επίσης και στα κείμενα αποκαλυπτικής εμπνεύσεως των πρώτων χριστιανικών χρόνων: σε αυτά τα κείμενα σύνηθες νόημα του ρήματος είναι «αποκαλύπτω το κεκαλυμμένο νόημα ενός οράματος ή ενός μυστηρίου».

     2. Στο 4ο Ευαγγέλιο ο όρος φαίνεται να έχει επίσης το νόημα της αποκαλυπτικής παράδοσης. Εκτός από τον στ. 16,13 τον συναντάμε δύο ακόμη φορές (4,25 και 16,25): είναι χαρακτηριστικό το ότι, ακριβώς όπως και στον εν λόγω στίχο, κοντά στο ρήμα ἀναγγέλλειν βρίσκεται το ρήμα λαλεῖν με το νόημα του αποκαλυπτικού λόγου. Στον στ. 4,25, όταν ο Ιησούς αναγγέλλει την έλευση του Πνεύματος, η Σαμαρείτιδα απαντά: «Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται…· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα», που συνήθως μεταφράζεται «θα μας ανακοινώσει όλα τα πράγματα». Αλλά ο Χριστός εδώ έχει μεσσιανική παρουσία, είναι αυτός που «αποκαλύπτει» τα θεία πράγματα· σωστότερη απόδοση είναι «θα μας γνωρίσει τα πάντα», ή, ακόμη καλύτερα « θα μας αποκαλύψει τα πάντα».

     Το δεύτερο απόσπασμα βρίσκεται στο τέλος της δεύτερης αποχαιρετιστήριας ομιλίας, και το συναντήσαμε προ ολίγου: «Ταῦτα ἐν παροιμίαις λελάληκα ὑμῖν· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν, ἀλλὰ παρρησίᾳ περὶ τοῦ πατρὸς ἀπαγγελῶ ὑμῖν» (16,25). Η αντίθεση ανάμεσα στην διδασκαλία με παραβολές και την καθαρή αποκάλυψη που θα ακολουθήσει, αποδεικνύει ότι ο Ιωάννης εδώ χρησιμοποιεί το θέμα των παραβολών που προκύπτει από την αποκαλυπτική παράδοση. Θα πρέπει επομένως να  μεταφράσουμε: «Αλλά θα σας παραδώσω την πραγματική αποκάλυψη περί του Πατρός». Για να μεταφράσουμε σωστά το ρήμα ἀναγγέλλειν είναι απαραίτητο να λάβουμε υπ’ όψη το αποκαλυπτικό υπόβαθρο του νοήματος: δεν υποδεικνύει μια εντελώς νέα αποκάλυψη, όπως αυτές που παραδόθηκαν σε πολλούς προφήτες· προσδιορίζει, θα μπορούσαμε να πούμε, τον δεύτερο χρόνο της αποκάλυψης, αυτόν που αποτελεί το δεύτερο σκέλος του παραβολικού θέματος. Όντως, η φανέρωση με την μορφή της αποκάλυψης, παραδόθηκε σε δύο χρόνους: πρώτα παραδόθηκε ή μεταδόθηκε με έναν μυστηριώδη τρόπο, ένα όραμα, ή μια αινιγματική παραβολή· και μόνο αργότερα ακολούθησε η ερμηνεία, η καθαυτό επεξήγηση. Το ἀναγγέλλειν υπήρξε ο όρος που προσδιόρισε αυτήν την «ερμηνεία», αυτή την αποκάλυψη του δεύτερου χρόνου. Το ίδιο ισχύσει ασφαλώς και για το κείμενο του στ. 16,25: ο Χριστός ομίλησε ἐν παροιμίας, με λόγους αινιγματικούς και μυστηριώδεις· το Πνεύμα στο εξής θα αναλάβει το ἀναγγέλλειν. Αυτή είναι η ορολογία της αποκαλυπτικής παράδοσης. Επομένως το Πνεύμα δεν είναι αυτό που θα προσφέρει νέες αποκαλύψεις, οι οποίες θα είχαν προορισμό να επεκτείνουν και να διευρύνουν τις αποκαλύψεις του Ιησού, αλλά θα ερμηνεύσει το μυστηριακό περιεχόμενο της αποκάλυψης του Ιησού, θα φανερώσει το πλήρες νόημα.

     3. Τίποτε δεν δικαιολογεί μια διαφορετική ερμηνεία του ἀναγγέλλειν στο απόσπασμα 16,13-15 που εξετάζουμε. Ποια είναι όμως ακριβώς η πραγματικότητα, ή ο μυστηριακός λόγος που το Πνεύμα έχει την αποστολή να «φανερώσει»; Στους στίχους 14-15 το ρήμα έχει ένα νόημα απόλυτο· αλλά η κατασκευή της πρότασης δείχνει ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα του στο μέρος την πρότασης που προηγείται: ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται. Το Πνεύμα θα φανερώσει «αυτά που παρέλαβε από τον Χριστό», «αυτά που ήκουσε» από αυτόν· το Πνεύμα θα μεταφέρει κατ’ αρχήν στους μαθητές την «ερμηνεία» των λόγων του Ιησού. Στον στ. 13 το ρήμα ἀναγγελεῖ συνοδεύεται από τα ερχόμενα: «θα σας φανερώσει τα ερχόμενα». Η χρήση του όρου τα ερχόμενα προσδίδει ένα καθαρά εσχατολογικό χαρακτήρα σε ολόκληρο τον στίχο. Αλλά θα επανέλθουμε σύντομα στην ακριβή σημασία αυτής της έκφρασης.

     Στη βάση αυτής της ερμηνείας του τριπλού ἀναγγελεῖ μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Ιωάννης χρησιμοποίησε δύο διαφορετικά ρήματα για να προσδιορίσει τις δύο σημαντικές φάσεις της εσχατολογικής αποκάλυψης. Στην πρώτη περίοδο τοποθετείται η οριστικοποίηση της καθαυτό αποκάλυψης, η αποστολή του Χριστού ως Αποκαλύπτοντος: στα κείμενά μας προσδιορίζεται από το ρήμα λαλεῖν· η αποκάλυψη αυτή του Χριστού είναι ήδη η ἀλήθεια. Θα ακολουθήσει όμως η εποχή της ερμηνείας, ο χρόνος της επεξήγησης της αποκάλυψης του Ιησού: αυτή είναι η εποχή του ἀναγγέλλειν του Πνεύματος· και θα συνεχιστεί σε όλη την διάρκεια των έσχατων χρόνων, δηλαδή ε ἰ ς τὸν αἰῶνα (14,16). Ο δε όρος λαλήσει χρησιμοποιείται επίσης σε σχέση με την μελλοντική διδασκαλία του Πνεύματος, για να αναδείξει το γεγονός ότι το έργο του Πνεύματος αναφέρεται εξ ολοκλήρου σε αυτό του Ιησού, του οποίου επαναλαμβάνει και επαναφέρει μεταξύ μας τον λόγο της αληθείας. Μόνο η σύνθεση των δύο φάσεων της αποκάλυψης, η ένωση του λαλεῖν και του ἀναγγέλειν, της αποκαλύψεως του Ιησού και της αποκαλύψεως του Πνεύματος, συνιστά τήν πᾶσαν  ἀλήθειαν· ο λόγος της αληθείας ελέχθη από τον Χριστό και θα ερμηνεύεται στο εξής από το Πνεύμα. Μόνο το Πνεύμα μπορεί επομένως να μας εισάγει την «πλήρη αλήθεια».

     4. Θα πρέπει τώρα να προσδιορίσουμε το νόημα της έκφρασης τά ἐρχόμενα του στ. 13. Ορισμένοι συγγραφείς υποστήριξαν ότι ο Ιησούς εδώ υπόσχεται στους μαθητές του το χάρισμα της προφητείας· και σπεύδουν να συμπεριλάβουν σε αυτή την υπόσχεση τις μελλοντικές αναγγελίες που περιλαμβάνονται στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Είναι όμως προφανές ότι ο Ευαγγελιστής δεν έχει κατά νου το χάρισμα της προφητείας με την στενή έννοια, δηλαδή της δυνατότητας να προλέγει κανείς το μέλλον. Η ορολογία του στίχου το αποκλείει. Επιπλέον, πώς ο Ιωάννης θα αναδείκνυε ξαφνικά εδώ ένα ιδιαίτερο χάρισμα το οποίο δεν αναφέρεται σε κανένα άλλο σημείο του κειμένου; Είναι απαραίτητο να θυμηθούμε ότι η φράση τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν ερμηνεύουν το ρόλο του Πνεύματος «να οδηγήσει (τους μαθητές) στην πληρότητα της αλήθειας»: δεν είναι δυνατόν να υποθέσουμε ότι «η γνώση της πληρότητας της αλήθειας», (που είναι η αλήθεια του Ιησού), συνίσταται στο χάρισμα της προφητείας, το οποίο είναι επιπλέον προνόμιο μόνο των ολίγων.

     Οι Barrett και Lightfoot προτείνουν μια διαφορετική ερμηνεία: σύμφωνα με τους λόγους του Ιησού στον Μυστικό Δείπνο τὰ ἐρχόμενα σήμαιναν τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν δηλαδή το πάθος, και είχαν ήδη έναν εσχατολογικό χαρακτήρα. Η ερμηνεία αυτή μας φαίνεται εξαιρετικά περιοριστική. Ακριβώς όπως ξεχωρίζουμε, στον Ιωάννη, ανάμεσα «στην ώρα του Ιησού» και την «ώρα» γενικώς, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε  επίσης τὰ ἐρχόμενα ἐπ' αὐτὸν (=Ιησοῦν), (18,4), που αναφέρονται ασφαλώς στο πάθος του Ιησού, από την γενική διατύπωση τὰ ἐρχόμενα.

      Θα πρέπει μάλλον να δεχτούμε ότι αυτή η έκφραση προσδιορίζει την εσχατολογική τάξη στο σύνολό της, δηλαδή «την νέα τάξη πραγμάτων που θα προέλθει από τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού». Αλλά για να στηρίξουμε αυτή την ερμηνεία θα πρέπει να ανατρέξουμε στην φιλολογική της προέλευση. Σε γενικές γραμμές αγνοείται το γεγονός ότι η έκφραση ἀναγγελεῖν τὰ ἐρχόμενα προέρχεται από την ελληνική Βίβλο. Στον Ησαΐα τὰ ἔσχατα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα (41,22) χρησιμεύουν στην περιγραφή των μεγάλων γεγονότων των μεσσιανικών χρόνων. Και σε πολλές περιπτώσεις, η έκφραση αυτή, ή κάποια παρεμφερής, σχετίζεται άμεσα με το ρήμα ἀναγγέλειν, όπως ακριβώς και στον Ιωάννη (16,13). Στη μεγάλη κρίση κατά των εθνών ο Γιαχβέ λέει στους ψεύτικους θεούς: «ἀναγγείλατε ἡμῖν τὰ ἐπερχόμενα ἐπ᾿ ἐσχάτου, καὶ γνωσόμεθα ὅτι θεοί ἐστε» (41,23). Μόνο ο Γιαχβέ είναι αυτός που μπορεί να αποκαλύψει τα μελλοντικά γεγονότα, διότι αυτός είναι ο δημιουργός τους: ὁ ποιήσας τὰ ἐπερχόμενα (45,11).

     Η διατύπωση του Ιωάννη τοποθετείται στην προέκταση αυτής της προφητείας, παρότι το νόημα της είναι περισσότερο αποκαλυπτικό. Στον στ. 4,25, στον οποίο ομιλεί η Σαμαρείτιδα, το ἀναγγελεῖν των μελλόντων έχει ακόμη το αδιαφοροποίητο νόημα μιας προϋπόθεσης της έλευσης του Μεσσία. Αλλά στους αποχαιρετιστήριους λόγους, αφού ολοκληρώσει το δικού του λαλεῖν στον κόσμο (12,50), ο Ιησούς αναφέρεται στην λειτουργία του ἀναγγέλειν στο μέλλον, και την αναθέτει στον Πνεύμα της αληθείας. Πώς αντιλαμβανόμαστε σ’ αυτό το πλαίσιο «τα ερχόμενα»; Το νόημα της έκφρασης δεν μπορεί να είναι πλέον μεσσιανικό όπως στον Ησαΐα, αφού αναφέρεται στην εποχή του Πνεύματος. Το περιεχόμενό της γίνεται εσχατολογικό: προσδιορίζει την δεύτερη φάση των έσχατων χρόνων, αυτή που αρχίζει με την αναχώρηση του Ιησού, δηλαδή την νέα οικονομία της σωτηρίας, που εγκαινιάζεται με τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού και την δωρεά του Πνεύματος· με μια λέξη τους χρόνους της Εκκλησίας.

     5. Ένα τελευταίο σημείο μένει να διευκρινιστεί: η αλλαγή του αντικειμένου του ρήματος ἀναγγέλειν περνώντας από τον στ.13 στους στ.14-15· στον πρώτο απ’ αυτούς τους στίχους το Πνεύμα θα φανερώσει «τα ερχόμενα»· στους δύο επόμενους, ο Ιησούς λέγει ότι το Πνεύμα θα αποκαλύψει «αυτό που έλαβε από εκείνον». Πρόκειται για δύο διαφορετικά αντικείμενα: στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για την ερμηνεία των έσχατων χρόνων· στην δεύτερη αφορά μάλλον την ερμηνεία του μυστηρίου του Ιησού. Γιατί αυτή η διαφοροποίηση; Και αν υπάρχει κάποια ομοιότητα ανάμεσα στα δύο αντικείμενα του ρήματος σε τι συνίσταται;

     Όπως παρατηρήσαμε ήδη κατά την ανάλυση της δομής του αποσπάσματος, ο παραλληλισμός των τριών στίχων μοιάζει να υποδεικνύει ότι η σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο αντικείμενα είναι ιδιαίτερα στενή. Τὰ ἐρχόμενα στον στ. 13 υποδεικνύουν ρητά τους έσχατους χρόνους: το Πνεύμα θα φανερώσει στους μαθητές σε τί συνίσταται η νέα οικονομία της σωτηρίας. Αλλά αυτό το τελευταίο μέλος του στίχου συνδέεται οργανικά με τα λόγια που προηγούνται,  ὅσα ἂν ἀκούσει λαλήσει· και τούτα με τη σειρά τους είναι παράλληλα με την διατύπωση ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται που αποτελεί αντικείμενο του ἀναγγελεῖ στους δύο ακόλουθους στίχους. Τούτο σημαίνει ότι η κατανόηση των έσχατων χρόνων, την οποία το Πνεύμα θα παραδώσει στους πιστούς, θα προέλθει από αυτά που το Πνεύμα θα «ακούσει» και θα «λάβει» από τον Ιησού· δηλαδή η κατανόηση της χριστιανικής οικονομίας, το βλέμμα της πίστεως απέναντι στην πραγματικότητα της σωτηρίας που θα δωρίσει το Πνεύμα στους μαθητές του Ιησού, θα αποτελεί την ερμηνεία των όσων προέρχονται από τον ίδιο τον Ιησού· το Πνεύμα θα διδάξει στους μαθητές την διάκριση στους μέλλοντες χρόνους. Υπό το φως της αποκαλύψεως του Ιησού.

     Στους στ. 14-15 το αντικείμενο του ἀναγγελεῖ είναι διαφορετικό: εδώ πρόκειται γι΄αυτό που το Πνεύμα θα λάβει άμεσα από τον Ιησού (ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται). Οι φράση αυτή αντιστοιχεί στο ὅσα ἀκούσει του προηγούμενου στίχου. Αλλά στον στ. 13, η σχέση με τον Ιησού, η γνώση που λαμβάνει το Πνεύμα, σχετίζεται άμεσα με τον ρόλο του «της ερμηνείας των μελλόντων». Αντίθετα, στους στ. 14-15 δεν διακρίνουμε καμιά προβολή στους έσχατους χρόνους: το κείμενο αναφέρεται σε μια άμεση σχέση του Πνεύματος με τον Χριστό: «ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται». Θα αναλύσουμε αυτή την διατύπωση στην επόμενη παράγραφο. Αλλά μπορούμε ήδη να παρατηρήσουμε το είδος της κίνησης που διαγράφεται σε αυτή την μακροσκελή πρόταση: πρόκειται για μια κίνηση ανοδική. Στον πρώτο από τους τρείς στίχους, άμεσο αντικείμενο του ἀναγγελεῖ του Πνεύματος είναι μια πραγματικότητα γήινη, «οριζόντια», δηλαδή οι έσχατοι χρόνοι που θα ξεκινήσουν με την ανάσταση του Ιησού. Η πηγή όμως αυτού του ἀναγγελεῖ του Πνεύματος είχε ήδη υποδειχθεί στην αρχή της πρότασης: «θα λαλήσει όσα ακούσει».  Εδώ όμως προδιαγράφεται επίσης μια διάσταση  «κάθετη», ή υπερβατική, η διάσταση της σχέσης ανάμεσα στο Πνεύμα, που ενεργεί εδώ-κάτω, μέσα στην Εκκλησία, και τον Χριστό που βρίσκεται στην δόξα του. Αυτή η διάσταση είναι η μόνη που διατηρείται στους δύο επομένους στίχους (14-15). Και ενισχύεται, ή μάλλον διευρύνεται: αφού αναγγείλει, στον στ. 14 ότι το Πνεύμα θα τον δοξάσει αποκαλύπτοντας στους μαθητές αυτό που έλαβε από αυτόν, ο Ιησούς προσθέτει στον στ. 15 ποιο είναι αυτό το «αγαθό» που θα λάβει το Πνεύμα: πρόκειται για όλα όσα ο ίδιος ο Ιησούς και ο Πατέρας έχουν από κοινού.

     Πρόκειται λοιπόν γι’ αυτό ακριβώς που είπαμε στην αρχή: η δομή του αποσπάσματος είναι καθαρά τριαδική· το Πνεύμα αποκαλύπτει στους μαθητές αυτά που άκουσε, αυτά που δέχτηκε από τον Ιησού· αυτά όμως είναι ομοίως όσα έχει και ο Πατήρ.

     Βλέπουμε τώρα καθαρά την οργανική σχέση που συνδέει τα δύο αντικείμενα του ἀναγγέλειν του Πνεύματος: αφ’ ενός τὰ ἐρχόμενα και αφ’ ετέρου ἐκ τοῦ ἐμοῦ. Το πρώτο αντικείμενο τοποθετείται στην οριζόντια γραμμή της Εκκλησίας· το δεύτερο στην κάθετη γραμμή των σχέσεων των πιστών με τα θεία Πρόσωπα. Δεν πρόκειται όμως για δύο εντελώς διαφορετικά αντικείμενα, δύο πραγματικότητες ανεξάρτητες, ξένες μεταξύ τους: αντίθετα, το ἀναγγέλειν του Πνεύματος αποβλέπει ακριβώς στο να αποκαλύψει στους μαθητές την στενή σχέση που συνδέει αυτές τις δύο πραγματικότητες, να καταδείξει την πανταχού παρούσα «στους μέλλοντες χρόνους» υπερβατική σχέση του Υιού με τον Πατέρα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και με αυτό το νόημα, το ἀναγγέλειν των έσχατων χρόνων από το Πνεύμα μπορεί να έχει τον χαρακτήρα της «αποκάλυψης»: διότι προβάλλει διαρκώς στους χρόνους της Εκκλησίας το φως του μυστηρίου του Ιησού.

(συνεχίζεται)

Η ΜΕΛΕΤΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΔΕΙΓΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΝΗΨΗ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, Α-ΝΗΦΤΗΣ. ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ. ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΤΙ Η ΔΥΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ  ΜΕ ΠΡΟ-ΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΥΠΟΤΑΣΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥΣ ΕΝΩ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΜΙΜΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΧΘΡΙΚΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΡΟΘΕΣΗ ΑΔΙΑΚΡΙΤΑ.