Συνέχεια από Δευτέρα 7. Σεπτεμβρίου 2026
PROVIDENTIA DIVINA — ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ 5
Το θέμα της θείας πρόνοιας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη
Εναρκτήρια διάλεξη προς τα Τμήματα Φιλολογίας και Φιλοσοφίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, η οποία εκφωνήθηκε την Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 1976, από τον Α. P. Bos
Το θέμα της θείας πρόνοιας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη
Εναρκτήρια διάλεξη προς τα Τμήματα Φιλολογίας και Φιλοσοφίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, η οποία εκφωνήθηκε την Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 1976, από τον Α. P. Bos
Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
II. Η κριτική του Αριστοτέλη στη λογικιστική φιλοσοφία της παραγωγής του Πλάτωνα
Ποια ήταν, λοιπόν, η θέση του Αριστοτέλη απέναντι στη θέση του διδασκάλου του; Αν αυτό μπορεί να εξακριβωθεί, θα καταστεί επίσης δυνατόν να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα σχετικά με το πρόβλημα από το οποίο ξεκίνησε η παρούσα μελέτη: το ερώτημα ποια ήταν η άποψη του Αριστοτέλη για τη σχέση μεταξύ της θείας και της μη θείας πραγματικότητας. Όταν η σχέση αυτή καταστεί σαφής, θα γίνει επίσης φανερό αν ο Αριστοτέλης, σε κάποια συγκεκριμένη φάση του έργου του, μπορούσε να αποδεχθεί μια θεία πρόνοια της οποίας η εμβέλεια περιοριζόταν στην ουράνια περιοχή.
Ο Αριστοτέλης, όπως δύσκολα μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς, άσκησε βαθιά κριτική στον σεβάσμιο προκάτοχό του. Ενίοτε, ίσως, διατύπωσε την κριτική του με κάπως σκληρό τρόπο,⁶⁴ αλλά ο Πλάτων θα είχε κατανοήσει ότι ο Αριστοτέλης επέλεγε την Αλήθεια αντί της φιλίας.⁶⁵ Δύο σημεία έχουν ιδιαίτερη σημασία στο παρόν πλαίσιο:
α) Πιθανότατα από την αρχή ο Αριστοτέλης απέρριψε τη θεωρία των Ιδεών.⁶⁶ Οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές του Αριστοτέλη συμφωνούν ως προς αυτό.
β) Μικρότερη προσοχή δίνεται στο γεγονός —το οποίο είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό— ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει επίσης ριζικά την αναλογική παραγωγή που είχε εισαγάγει ο Πλάτων στα ύστερα έργα του. Ο W. Leszl παρατηρεί ορθά ότι χάνεται το μισό περιεχόμενο της κριτικής του Αριστοτέλη, όταν παραβλέπεται αυτή η απόρριψη του παραγωγισμού.⁶⁷
Για τον Αριστοτέλη είναι προφανές ότι στερείται νοήματος η προσπάθεια να εξηγηθεί η ιδιαίτερη φύση των φυσικών στοιχείων μέσω γεωμετρικών δομών, όπως επιχείρησε ο Πλάτων στον Τίμαιο. Ο λογικός κανόνας του Αριστοτέλη, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η «μετάβασις εἰς ἄλλο γένος», θεμελιώνεται στην απόρριψη της οντολογικής παραγωγής μιας περιοχής της πραγματικότητας από κάποια άλλη.⁶⁸
Οι αντιρρήσεις αυτές έχουν μεγάλη εμβέλεια· επομένως, θα μπορούσαμε να αναμένουμε ότι η φιλοσοφική αντίληψη του ίδιου του Αριστοτέλη θα ήταν εντελώς διαφορετική από την πλατωνική. Βρισκόμαστε όμως αντιμέτωποι με μια δυσκολία: σχεδόν ολόκληρη η φιλοσοφική παραγωγή του από την περίοδο της Ακαδημίας και από τον χρόνο που πέρασε στη Μικρά Ασία και στη βόρεια Ελλάδα —συνολικά περίπου τριάντα χρόνια— έχει χαθεί, εκτός από όσα ενσωματώθηκαν στα σωζόμενα συγγράμματα της τελευταίας περιόδου του.⁶⁹ Κάθε προσπάθεια ανασυγκροτήσεως των πρώιμων απόψεών του αντιμετωπίζει, επομένως, πολύ σοβαρά εμπόδια. Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια προσπάθεια πρέπει να γίνει και οφείλει να λάβει υπόψη τις συνέπειες των σημείων διαφωνίας μεταξύ του Πλάτωνα και του νεαρού συνεργάτη του.⁷⁰
Καταρχάς, ο Αριστοτέλης απορρίπτει τη νέα κατεύθυνση που έλαβε η ελληνική φιλοσοφία μετά τον Φαίδωνα του Πλάτωνα και πλησιάζει εκ νέου την παράδοση της φιλοσοφίας της φύσεως. Ίσως ο καλύτερος χαρακτηρισμός του να είναι «φιλόσοφος της Φύσεως μετά τον Πλάτωνα».⁷¹ Αναγνωρίζει ότι η πλατωνική σκέψη καθορίζεται από την ελεατική αφετηρία. Απορρίπτοντας αυτή την ελεατική τάση, ο Αριστοτέλης συνεχίζει την παράδοση των Ελλήνων φιλοσόφων της φύσεως, χωρίς όμως να παύει να αφιερώνει ιδιαίτερη προσοχή στην πλατωνική προβληματική. Ως βάση και αφετηρία της φιλοσοφικής του δραστηριότητας λαμβάνει την πραγματικότητα της Φύσεως.⁷²
Τα αποσπάσματα των χαμένων έργων του και οι σχετικές μαρτυρίες αποκαλύπτουν ότι άσκησε έντονη πολεμική εναντίον εκείνων που υποστήριζαν μια «γένεση» του κόσμου. Μου φαίνεται ότι αυτή η επίθεση δεν στρεφόταν μόνο εναντίον όσων αποδέχονταν μια χρονική αρχή του κόσμου, αλλά και εναντίον όλων όσοι επιχειρούσαν να παραγάγουν τη φυσική πραγματικότητα από μια ανώτερη, μεταφυσική πραγματικότητα.⁷³
Επιπλέον, ο Αριστοτέλης απομακρύνεται τόσο από τον Πλάτωνα όσο και από τους προγενέστερους φιλοσόφους της φύσεως, επειδή δεν αποδέχεται ως συστατικά της Φύσεως μόνο τέσσερα στοιχεία, αλλά εισάγει μια πέμπτη ουσία, το θείο στοιχείο, το οποίο, εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσεώς του, κινείται σε μια τέλεια κυκλική τροχιά. Οι ουράνιες σφαίρες, τα άστρα και οι πλανήτες αποτελούνται από αυτό το στοιχείο.⁷⁴
Επιπλέον, ο Κικέρων, ο οποίος πρέπει να γνώριζε καλά αρκετά από τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη, μας πληροφορεί ότι για τον Αριστοτέλη αυτή η εντελώς ιδιαίτερη, θεία πέμπτη ουσία αποτελούσε επίσης την ουσία των ανθρώπινων ψυχών.⁷⁵ Παρόμοιες πληροφορίες έχουν συχνά απορριφθεί ως επηρεασμένες από τον στωικό «υλισμό».⁷⁶ Δεν πιστεύω όμως ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να αμφισβητήσουμε την αξιοπιστία του Κικέρωνα ως προς αυτό το σημείο. Αντιθέτως, η πληροφορία του καθιστά απολύτως κατανοητή την εισαγωγή αυτού του πέμπτου στοιχείου: προφανώς αυτό αντικαθιστά στον Αριστοτέλη, αντιστοίχως, την άυλη Ψυχή του Κόσμου και τις ψυχές των φθαρτών όντων της πλατωνικής φιλοσοφίας.
Παράλληλα, εξακολουθεί να ισχύει ο παραλληλισμός μακρόκοσμου και μικρόκοσμου, ο οποίος είχε τόσο μεγάλη σημασία για τον Πλάτωνα. Στην πραγματικότητα, η επιστροφή σε μια «υλοζωιστική» ψυχολογία αποτελεί για τον Αριστοτέλη συνέπεια της απορρίψεως της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών. Ο Πλάτων ήταν ο πρώτος που χαρακτήρισε την ψυχή άυλη —στον Φαίδωνα—, επειδή έπρεπε να είναι ομοειδής προς τις άυλες Ιδέες. Για τον Αριστοτέλη το επιχείρημα αυτό δεν έχει κανένα κύρος.
Η εισαγωγή, λοιπόν, του πέμπτου στοιχείου με τη λειτουργία που αναφέρθηκε αποδεικνύει ότι ο Αριστοτέλης άρχισε τη σταδιοδρομία του θεωρώντας κάθε φαινόμενο που έπρεπε να εξηγηθεί ως κάτι που ανήκει στην ενιαία και περιεκτική Φύση ή ως μία από τις όψεις της. Η αντίληψη αυτή είναι, ωστόσο, χαρακτηριστικά μεταπλατωνική, επειδή ένα μέρος —η περιοχή των τεσσάρων «γήινων» στοιχείων— θεωρείται η περιοχή της γενέσεως και της φθοράς, ενώ απέναντί της η υπερσελήνια ουράνια περιοχή είναι θεία και προσδιορίζεται ψυχικά και νοητικά. Και για τον Αριστοτέλη, τα ουράνια σώματα δεν ήταν απλώς μάζες πυρακτωμένων πετρωμάτων, αλλά θεία όντα ανώτερης τάξεως από τον άνθρωπο, ο οποίος παρεμποδίζεται πάντοτε από το γήινο και φθαρτό σώμα του.
Η θεολογία του Αριστοτέλη στις πρώιμες και στις ύστερες μορφές της
II. Η κριτική του Αριστοτέλη στη λογικιστική φιλοσοφία της παραγωγής του Πλάτωνα
Ποια ήταν, λοιπόν, η θέση του Αριστοτέλη απέναντι στη θέση του διδασκάλου του; Αν αυτό μπορεί να εξακριβωθεί, θα καταστεί επίσης δυνατόν να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα σχετικά με το πρόβλημα από το οποίο ξεκίνησε η παρούσα μελέτη: το ερώτημα ποια ήταν η άποψη του Αριστοτέλη για τη σχέση μεταξύ της θείας και της μη θείας πραγματικότητας. Όταν η σχέση αυτή καταστεί σαφής, θα γίνει επίσης φανερό αν ο Αριστοτέλης, σε κάποια συγκεκριμένη φάση του έργου του, μπορούσε να αποδεχθεί μια θεία πρόνοια της οποίας η εμβέλεια περιοριζόταν στην ουράνια περιοχή.
Ο Αριστοτέλης, όπως δύσκολα μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς, άσκησε βαθιά κριτική στον σεβάσμιο προκάτοχό του. Ενίοτε, ίσως, διατύπωσε την κριτική του με κάπως σκληρό τρόπο,⁶⁴ αλλά ο Πλάτων θα είχε κατανοήσει ότι ο Αριστοτέλης επέλεγε την Αλήθεια αντί της φιλίας.⁶⁵ Δύο σημεία έχουν ιδιαίτερη σημασία στο παρόν πλαίσιο:
α) Πιθανότατα από την αρχή ο Αριστοτέλης απέρριψε τη θεωρία των Ιδεών.⁶⁶ Οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές του Αριστοτέλη συμφωνούν ως προς αυτό.
β) Μικρότερη προσοχή δίνεται στο γεγονός —το οποίο είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό— ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει επίσης ριζικά την αναλογική παραγωγή που είχε εισαγάγει ο Πλάτων στα ύστερα έργα του. Ο W. Leszl παρατηρεί ορθά ότι χάνεται το μισό περιεχόμενο της κριτικής του Αριστοτέλη, όταν παραβλέπεται αυτή η απόρριψη του παραγωγισμού.⁶⁷
Για τον Αριστοτέλη είναι προφανές ότι στερείται νοήματος η προσπάθεια να εξηγηθεί η ιδιαίτερη φύση των φυσικών στοιχείων μέσω γεωμετρικών δομών, όπως επιχείρησε ο Πλάτων στον Τίμαιο. Ο λογικός κανόνας του Αριστοτέλη, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η «μετάβασις εἰς ἄλλο γένος», θεμελιώνεται στην απόρριψη της οντολογικής παραγωγής μιας περιοχής της πραγματικότητας από κάποια άλλη.⁶⁸
Οι αντιρρήσεις αυτές έχουν μεγάλη εμβέλεια· επομένως, θα μπορούσαμε να αναμένουμε ότι η φιλοσοφική αντίληψη του ίδιου του Αριστοτέλη θα ήταν εντελώς διαφορετική από την πλατωνική. Βρισκόμαστε όμως αντιμέτωποι με μια δυσκολία: σχεδόν ολόκληρη η φιλοσοφική παραγωγή του από την περίοδο της Ακαδημίας και από τον χρόνο που πέρασε στη Μικρά Ασία και στη βόρεια Ελλάδα —συνολικά περίπου τριάντα χρόνια— έχει χαθεί, εκτός από όσα ενσωματώθηκαν στα σωζόμενα συγγράμματα της τελευταίας περιόδου του.⁶⁹ Κάθε προσπάθεια ανασυγκροτήσεως των πρώιμων απόψεών του αντιμετωπίζει, επομένως, πολύ σοβαρά εμπόδια. Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια προσπάθεια πρέπει να γίνει και οφείλει να λάβει υπόψη τις συνέπειες των σημείων διαφωνίας μεταξύ του Πλάτωνα και του νεαρού συνεργάτη του.⁷⁰
Καταρχάς, ο Αριστοτέλης απορρίπτει τη νέα κατεύθυνση που έλαβε η ελληνική φιλοσοφία μετά τον Φαίδωνα του Πλάτωνα και πλησιάζει εκ νέου την παράδοση της φιλοσοφίας της φύσεως. Ίσως ο καλύτερος χαρακτηρισμός του να είναι «φιλόσοφος της Φύσεως μετά τον Πλάτωνα».⁷¹ Αναγνωρίζει ότι η πλατωνική σκέψη καθορίζεται από την ελεατική αφετηρία. Απορρίπτοντας αυτή την ελεατική τάση, ο Αριστοτέλης συνεχίζει την παράδοση των Ελλήνων φιλοσόφων της φύσεως, χωρίς όμως να παύει να αφιερώνει ιδιαίτερη προσοχή στην πλατωνική προβληματική. Ως βάση και αφετηρία της φιλοσοφικής του δραστηριότητας λαμβάνει την πραγματικότητα της Φύσεως.⁷²
Τα αποσπάσματα των χαμένων έργων του και οι σχετικές μαρτυρίες αποκαλύπτουν ότι άσκησε έντονη πολεμική εναντίον εκείνων που υποστήριζαν μια «γένεση» του κόσμου. Μου φαίνεται ότι αυτή η επίθεση δεν στρεφόταν μόνο εναντίον όσων αποδέχονταν μια χρονική αρχή του κόσμου, αλλά και εναντίον όλων όσοι επιχειρούσαν να παραγάγουν τη φυσική πραγματικότητα από μια ανώτερη, μεταφυσική πραγματικότητα.⁷³
Επιπλέον, ο Αριστοτέλης απομακρύνεται τόσο από τον Πλάτωνα όσο και από τους προγενέστερους φιλοσόφους της φύσεως, επειδή δεν αποδέχεται ως συστατικά της Φύσεως μόνο τέσσερα στοιχεία, αλλά εισάγει μια πέμπτη ουσία, το θείο στοιχείο, το οποίο, εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσεώς του, κινείται σε μια τέλεια κυκλική τροχιά. Οι ουράνιες σφαίρες, τα άστρα και οι πλανήτες αποτελούνται από αυτό το στοιχείο.⁷⁴
Επιπλέον, ο Κικέρων, ο οποίος πρέπει να γνώριζε καλά αρκετά από τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη, μας πληροφορεί ότι για τον Αριστοτέλη αυτή η εντελώς ιδιαίτερη, θεία πέμπτη ουσία αποτελούσε επίσης την ουσία των ανθρώπινων ψυχών.⁷⁵ Παρόμοιες πληροφορίες έχουν συχνά απορριφθεί ως επηρεασμένες από τον στωικό «υλισμό».⁷⁶ Δεν πιστεύω όμως ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να αμφισβητήσουμε την αξιοπιστία του Κικέρωνα ως προς αυτό το σημείο. Αντιθέτως, η πληροφορία του καθιστά απολύτως κατανοητή την εισαγωγή αυτού του πέμπτου στοιχείου: προφανώς αυτό αντικαθιστά στον Αριστοτέλη, αντιστοίχως, την άυλη Ψυχή του Κόσμου και τις ψυχές των φθαρτών όντων της πλατωνικής φιλοσοφίας.
Παράλληλα, εξακολουθεί να ισχύει ο παραλληλισμός μακρόκοσμου και μικρόκοσμου, ο οποίος είχε τόσο μεγάλη σημασία για τον Πλάτωνα. Στην πραγματικότητα, η επιστροφή σε μια «υλοζωιστική» ψυχολογία αποτελεί για τον Αριστοτέλη συνέπεια της απορρίψεως της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών. Ο Πλάτων ήταν ο πρώτος που χαρακτήρισε την ψυχή άυλη —στον Φαίδωνα—, επειδή έπρεπε να είναι ομοειδής προς τις άυλες Ιδέες. Για τον Αριστοτέλη το επιχείρημα αυτό δεν έχει κανένα κύρος.
Η εισαγωγή, λοιπόν, του πέμπτου στοιχείου με τη λειτουργία που αναφέρθηκε αποδεικνύει ότι ο Αριστοτέλης άρχισε τη σταδιοδρομία του θεωρώντας κάθε φαινόμενο που έπρεπε να εξηγηθεί ως κάτι που ανήκει στην ενιαία και περιεκτική Φύση ή ως μία από τις όψεις της. Η αντίληψη αυτή είναι, ωστόσο, χαρακτηριστικά μεταπλατωνική, επειδή ένα μέρος —η περιοχή των τεσσάρων «γήινων» στοιχείων— θεωρείται η περιοχή της γενέσεως και της φθοράς, ενώ απέναντί της η υπερσελήνια ουράνια περιοχή είναι θεία και προσδιορίζεται ψυχικά και νοητικά. Και για τον Αριστοτέλη, τα ουράνια σώματα δεν ήταν απλώς μάζες πυρακτωμένων πετρωμάτων, αλλά θεία όντα ανώτερης τάξεως από τον άνθρωπο, ο οποίος παρεμποδίζεται πάντοτε από το γήινο και φθαρτό σώμα του.
Η θεολογία του Αριστοτέλη στις πρώιμες και στις ύστερες μορφές της
Σημειώσεις:
64 Πρβλ. τη διήγηση σύμφωνα με την οποία ο Πλάτων αποκαλούσε αστειευόμενος τον μαθητή του «πῶλον» —πουλάρι—, αναφερόμενος στην τάση του ζώου να απομακρύνεται κλοτσώντας αφού τραφεί. Αιλιανός, Varia Historia IV, 9. Βλ. I. Düring, Aristotle in the Ancient Biographical Tradition, Göteborg 1957, 320. Για τη σχέση του Πλάτωνα με τον Αριστοτέλη, βλ. ό.π., 315–332.
65 Βλ. το γνωστό χωρίο στα Ἠθικὰ Νικομάχεια I, 4, 1096a11–17.
66 Υπό την επίδραση του W. Jaeger, Aristotle: Fundamentals of the History of His Development, Oxford 1962, υποστηριζόταν συχνά ότι ο Αριστοτέλης κατά την πρωιμότερη περίοδό του αποδεχόταν τη θεωρία των Ιδεών. Αυτό δεν γίνεται πλέον πιστευτό. Βλ. D. J. Allan, The Philosophy of Aristotle, Oxford, 2η έκδοση (!), 1970, VI· J. Moreau, Aristote et son école, Paris 1962, 22· I. Düring, Aristoteles: Darstellung und Interpretation seines Denkens, Heidelberg 1966, 60· A. Jannone, Actes du VIIIe Congrès de l’Association Budé, Paris 1969, 345.
67 W. Leszl, Logic and Metaphysics in Aristotle, Padova 1970, 539, σημ. 93.
68 Πρβλ. Περὶ οὐρανοῦ III, 1, 298b33 κ.ε. Ο G. S. Claghorn, Aristotle’s Criticism of Plato’s “Timaeus”, The Hague 1954, 31–32, δεν εκτιμά το βάθος της συζητήσεως. Βλ. επίσης Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς II, 1, 329a21.
69 Περὶ οὐρανοῦ I, 1, 268a20–268b5. Για τη δική μου ερμηνεία, βλ. A. P. Bos, On the Elements: Aristotle’s Early Cosmology, Assen 1973, 34–44.
70 Ἀναλυτικὰ ὕστερα I, 7, 75a38.
71 Μεταφυσικά I, 9, 990a34–993a10, ιδίως 992a10 κ.ε.
72 Πρβλ. την «Einleitung» του Frühschriften des Aristoteles, επιμ. P. Moraux, σειρά Wege der Forschung 224, Darmstadt 1975, VII–XXVIII.
73 Βλ. Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 18 —έκδ. W. D. Ross— και 20b. Διαφωνώ με τον B. Effe, Studien zur Kosmologie und Theologie der Aristotelischen Schrift “Über die Philosophie”, München 1970, 8 κ.ε., ο οποίος υποστηρίζει ότι στο απόσπασμα 18 επικρίνονται οι ατομικοί. Η «ειρωνική οξύτητα» (ironische Schärfe) που επισημαίνει ο Effe φαίνεται να συνηγορεί εναντίον αυτής της ερμηνείας. Την άποψη του Effe συμμερίζεται ο A. H. Chroust, «A Tentative Outline for a Possible Reconstruction of Aristotle’s Lost Dialogue On Philosophy», L’Antiquité Classique 44 (1975), 559, τη μετριάζει όμως στη σ. 569. Εξίσου εσφαλμένη μου φαίνεται η άποψη του W. Scheffel, Aspekte der platonischen Kosmologie: Untersuchungen zum Dialog “Timaios”, Leiden 1976, XI, σύμφωνα με την οποία ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι ο Πλάτων εννοούσε μια χρονική γένεση του κόσμου.
74 Βλ. ειδικότερα Περὶ οὐρανοῦ I, 2–3.
75 Βλ. τα κείμενα που συγκέντρωσε ο W. D. Ross, Aristotelis Fragmenta Selecta, Oxford 1955, 94–96, ως ανήκοντα στο Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 27.
76 Αυτή είναι η άποψη του P. Moraux, «Quinta Essentia», P.W.R.E., 47ο ημίτομο, 1963, στ. 1172, 1215–1231. Εναντίον της απόψεώς του, βλ. Ch. Lefèvre, «Quinta Natura et la psychologie aristotélicienne», Revue philosophique de Louvain 69 (1971), 5–43.
64 Πρβλ. τη διήγηση σύμφωνα με την οποία ο Πλάτων αποκαλούσε αστειευόμενος τον μαθητή του «πῶλον» —πουλάρι—, αναφερόμενος στην τάση του ζώου να απομακρύνεται κλοτσώντας αφού τραφεί. Αιλιανός, Varia Historia IV, 9. Βλ. I. Düring, Aristotle in the Ancient Biographical Tradition, Göteborg 1957, 320. Για τη σχέση του Πλάτωνα με τον Αριστοτέλη, βλ. ό.π., 315–332.
65 Βλ. το γνωστό χωρίο στα Ἠθικὰ Νικομάχεια I, 4, 1096a11–17.
66 Υπό την επίδραση του W. Jaeger, Aristotle: Fundamentals of the History of His Development, Oxford 1962, υποστηριζόταν συχνά ότι ο Αριστοτέλης κατά την πρωιμότερη περίοδό του αποδεχόταν τη θεωρία των Ιδεών. Αυτό δεν γίνεται πλέον πιστευτό. Βλ. D. J. Allan, The Philosophy of Aristotle, Oxford, 2η έκδοση (!), 1970, VI· J. Moreau, Aristote et son école, Paris 1962, 22· I. Düring, Aristoteles: Darstellung und Interpretation seines Denkens, Heidelberg 1966, 60· A. Jannone, Actes du VIIIe Congrès de l’Association Budé, Paris 1969, 345.
67 W. Leszl, Logic and Metaphysics in Aristotle, Padova 1970, 539, σημ. 93.
68 Πρβλ. Περὶ οὐρανοῦ III, 1, 298b33 κ.ε. Ο G. S. Claghorn, Aristotle’s Criticism of Plato’s “Timaeus”, The Hague 1954, 31–32, δεν εκτιμά το βάθος της συζητήσεως. Βλ. επίσης Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς II, 1, 329a21.
69 Περὶ οὐρανοῦ I, 1, 268a20–268b5. Για τη δική μου ερμηνεία, βλ. A. P. Bos, On the Elements: Aristotle’s Early Cosmology, Assen 1973, 34–44.
70 Ἀναλυτικὰ ὕστερα I, 7, 75a38.
71 Μεταφυσικά I, 9, 990a34–993a10, ιδίως 992a10 κ.ε.
72 Πρβλ. την «Einleitung» του Frühschriften des Aristoteles, επιμ. P. Moraux, σειρά Wege der Forschung 224, Darmstadt 1975, VII–XXVIII.
73 Βλ. Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 18 —έκδ. W. D. Ross— και 20b. Διαφωνώ με τον B. Effe, Studien zur Kosmologie und Theologie der Aristotelischen Schrift “Über die Philosophie”, München 1970, 8 κ.ε., ο οποίος υποστηρίζει ότι στο απόσπασμα 18 επικρίνονται οι ατομικοί. Η «ειρωνική οξύτητα» (ironische Schärfe) που επισημαίνει ο Effe φαίνεται να συνηγορεί εναντίον αυτής της ερμηνείας. Την άποψη του Effe συμμερίζεται ο A. H. Chroust, «A Tentative Outline for a Possible Reconstruction of Aristotle’s Lost Dialogue On Philosophy», L’Antiquité Classique 44 (1975), 559, τη μετριάζει όμως στη σ. 569. Εξίσου εσφαλμένη μου φαίνεται η άποψη του W. Scheffel, Aspekte der platonischen Kosmologie: Untersuchungen zum Dialog “Timaios”, Leiden 1976, XI, σύμφωνα με την οποία ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι ο Πλάτων εννοούσε μια χρονική γένεση του κόσμου.
74 Βλ. ειδικότερα Περὶ οὐρανοῦ I, 2–3.
75 Βλ. τα κείμενα που συγκέντρωσε ο W. D. Ross, Aristotelis Fragmenta Selecta, Oxford 1955, 94–96, ως ανήκοντα στο Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 27.
76 Αυτή είναι η άποψη του P. Moraux, «Quinta Essentia», P.W.R.E., 47ο ημίτομο, 1963, στ. 1172, 1215–1231. Εναντίον της απόψεώς του, βλ. Ch. Lefèvre, «Quinta Natura et la psychologie aristotélicienne», Revue philosophique de Louvain 69 (1971), 5–43.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου