Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 9

Συνέχεια από Tρίτη 8. Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 9

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

Γ΄

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (συνέχεια)

Λίγο καιρό μετά από αυτή τη συνομιλία, ο Πατήρ Στρατόνικος έφυγε από το Παλαιό Ρωσικό και πήγε στον ερημίτη Βενιαμίν. Εκείνος ήταν άνθρωπος με σπάνια ευγένεια χαρακτήρα, πνευματική σύνεση και λεπτή διάκριση. Σε ολόκληρη την εξωτερική του όψη, στο πρόσωπο και στο λεπτό, ψηλό και ισχνό παράστημά του, διαφαινόταν κάποια ανείπωτη εσωτερική τραγωδία. Επί δεκαετίες είχε ασκητεύσει σε έναν έρημο τόπο, την «Καλλιάγρα», και θα είχαμε πολλά να πούμε για αυτόν τον θαυμάσιο ασκητή, αλλά αυτό θα αποτελούσε παρέκκλιση από το κύριο θέμα μας.

Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε επισκεφθεί πολλές φορές τον Πατέρα Βενιαμίν και είχαν συνομιλήσει για πολλά θέματα. Τώρα όμως, εντελώς ασυνήθιστα, ήταν σιωπηλός και σκεπτικός. Ο Πατήρ Βενιαμίν τον ρωτά για ένα θέμα· καμία απάντηση. Τον ρωτά για ένα άλλο· και πάλι σιωπή. Στο τέλος, ανοίγοντας τα χέρια του με έκπληξη, τον ρώτησε με εκείνη τη χαρακτηριστική θεατρική χάρη που διέθετε:

– Πάτερ Στρατόνικε, τι συμβαίνει; Δεν σας αναγνωρίζω. Πάντοτε ήσασταν ζωηρός· τώρα κάθεστε σκεπτικός και το εμπνευσμένο στόμα σας έχει κλείσει... Τι συμβαίνει;

– Τι να απαντήσω στις ερωτήσεις σας; αποκρίθηκε ο Πατήρ Στρατόνικος. Ο λόγος δεν ανήκει σε μένα. Έχετε τον Γέροντα Σιλουανό· ρωτήστε εκείνον.
Ο Πατήρ Βενιαμίν εξεπλάγη. Γνώριζε από παλιά τον Σιλουανό, τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε, αλλά δεν τον θεωρούσε τόσο μεγάλο, ώστε να απευθύνεται σε αυτόν για συμβουλές.
Δεν αποκλείεται εκείνον τον καιρό ο Πατήρ Στρατόνικος να βίωνε μια σύνθετη εσωτερική κατάσταση. Από τη μία είχε έρθει στον Άθωνα αναζητώντας για τον εαυτό του «ωφέλεια», από την άλλη, ύστερα από τις πολλές προηγούμενες συναντήσεις, είχε ήδη συνηθίσει να υπερέχει. Η εξαιρετική του αντοχή στην άσκηση και το σπάνιο χάρισμα της προσευχής με δάκρυα μπορούσαν να δώσουν αφορμή σε λογισμούς ότι είχε ήδη φτάσει στην τελειότητα. Ξαφνικά όμως, κατά τη συνάντησή του με έναν απλό μοναχό, του αποκαλύφθηκε καθαρά και έντονα η ανεπάρκειά του· και μάλιστα με έναν μοναχό που, κατά τα φαινόμενα, δεν διέθετε εκείνα τα λαμπρά χαρίσματα με τα οποία ο ίδιος ήταν προικισμένος.

Σε κάποια εορτή ο Πατήρ Βενιαμίν, ενώ περπατούσε στα δάση της Μονής μαζί με τον Πατέρα Σιλουανό, του πρότεινε να επισκεφθούν τον σπουδαίο και τότε περίφημο στον Άθωνα Γέροντα Αμβρόσιο, τον πνευματικό της Μονής Ζωγράφου. Ο Σιλουανός συμφώνησε αμέσως και ξεκίνησαν. Ο Πατήρ Βενιαμίν ενδιαφέρθηκε να μάθει τι σκόπευε να ρωτήσει ο Σιλουανός τον Γέροντα Αμβρόσιο.
– Δεν σκέφτομαι να ρωτήσω τίποτε τον Γέροντα, απάντησε ο Σιλουανός. Προς το παρόν δεν έχω καμία απορία.
– Τότε γιατί πηγαίνεις;
– Πηγαίνω επειδή εσύ το θέλεις.
– Ναι, αλλά στους γέροντες πηγαίνει κανείς για ωφέλεια. Δεν συμφωνείς;


Κόβω το θέλημά μου μπροστά σου, και σε αυτό βρίσκεται η μεγάλη ωφέλεια, μεγαλύτερη από όση θα μπορούσε να μου προσφέρει η συμβουλή του Γέροντα.
Ο Πατήρ Βενιαμίν εξεπλάγη, αλλά ούτε και τότε εισχώρησε στο βάθος του λόγου του Σιλουανού.

Λίγο πριν από το τέλος του, ο Πατήρ Βενιαμίν ήρθε από την έρημο στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Είχε αρρωστήσει από υδρωπικία και έμενε στο νοσοκομείο που διατηρούσε η Μονή για τους ερημίτες και γενικά για τους άστεγους οδοιπόρους. Το νοσοκομείο αυτό ονομαζόταν «Ανάπαυσις» και στεγαζόταν σε πολυώροφο κτίριο στην παραλία, έξω από τις πύλες της Μονής.
Δίπλα σε αυτό το κτίριο βρισκόταν ένα άλλο, μικρότερο, όπου ήταν οι αποθήκες τροφίμων, τις οποίες εκείνον τον καιρό διηύθυνε ο Πατήρ Σιλουανός. Επειδή η «Ανάπαυσις» βρισκόταν κοντά στην αποθήκη, ο Σιλουανός μπορούσε να επισκέπτεται συχνά τον Πατέρα Βενιαμίν και να τον βοηθά. Αλλά και ο ίδιος ο Πατήρ Βενιαμίν, τον πρώτο καιρό, μπορούσε ακόμη, αν και με δυσκολία, να περπατά και έτσι επισκεπτόταν τον φίλο του.
Μια μέρα επισκεφθήκαμε τον Πατέρα Βενιαμίν στο νοσοκομείο. Κατά σύμπτωση, την προηγούμενη ημέρα είχε μια μακρά και σπουδαία συνομιλία με τον Γέροντα Σιλουανό. Βρισκόταν ολόκληρος ακόμη κάτω από την εντύπωση εκείνης της συνομιλίας και πολλές φορές, με απροκάλυπτο αίσθημα θαυμασμού και ευγνωμοσύνης, επαναλάμβανε:


Τι φίλο μού έδωσε ο Κύριος!... Μου φανέρωσε ό,τι έχω μέσα μου... Ύστερα μου έδωσε τρεις συμβουλές και, αφού τις επανέλαβε πολλές φορές για να τις θυμάμαι, πρόσθεσε στο τέλος με επισημότητα, σαν να κάρφωνε ένα μεγάλο καρφί: «Αν δεν κάνεις έτσι όπως σου λέω, δεν σώζεσαι».

Ήταν φανερό ότι αυτή η συνάντηση με τον Σιλουανό υπήρξε για τον Βενιαμίν μεγάλη αποκάλυψη. Αυτό συνέβη τη Δευτέρα, την πρώτη ημέρα της νηστείας των Αγίων Αποστόλων. Αν και σύμφωνα με το τυπικό της Μονής εκείνη την ημέρα δεν επιτρεπόταν καμία κατάλυση μέχρι το βράδυ, ο Πατήρ Σιλουανός τού πρόσφερε τσάι και ήπιε και ο ίδιος. Ο Πατήρ Βενιαμίν πρόσεξε πολύ ακόμη και αυτή την ασήμαντη λεπτομέρεια, ως ένδειξη της ελευθερίας του Πατέρα Σιλουανού από τους τύπους· ελευθερίας όχι από περιφρόνηση, αλλά από υπέρβασή τους, επειδή γνώριζε τη μεγάλη του εγκράτεια.
Μείναμε με τον Πατέρα Βενιαμίν περίπου μία ώρα. Σε όλο αυτό το διάστημα βρισκόταν σε βαθιά περισυλλογή και δεν μπορούσε να σκεφθεί ή να μιλήσει για τίποτε άλλο· μόνο επαναλάμβανε:
«Τι φίλο μού έδωσε ο Κύριος!»


Έτσι, μόνο προς το τέλος της ζωής του γνώρισε ποιος πραγματικά ήταν ο Σιλουανός. Πριν από αυτό συμπεριφερόταν απέναντί του, αν και πολύ φιλικά, με κάποια συγκατάβαση, σαν προς έναν καλό μεν αλλά νεότερο μοναχό. Το ίδιο συνέβη και με μερικούς άλλους Πατέρες στο Άγιον Όρος, οι οποίοι μόνο μετά τον θάνατο του Γέροντα Σιλουανού κατάλαβαν την αξία του.
Η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος είναι τεράστια και η διοίκησή της πολύπλοκη. Οι διάφοροι κλάδοι της διοίκησης είχαν τους υπευθύνους τους, που ονομάζονταν οικονόμοι. Οι οικονόμοι, εξαιτίας των καθηκόντων τους, δεν μπορούσαν πάντοτε να ακολουθούν τη γενική τάξη της Μονής και γι’ αυτό στη μεγάλη τράπεζα των αδελφών υπήρχε ιδιαίτερη τράπεζα, το «οικονομικό», όπου έτρωγαν, ο καθένας όταν του το επέτρεπε η εργασία του. Για πολλά χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Πατήρ Σιλουανός ήταν οικονόμος και τις εργάσιμες ημέρες έτρωγε σε αυτή την τράπεζα.
Ανάμεσα στους οικονόμους ήταν και ένας μοναχός, ο Πατήρ Π., άνθρωπος ομολογουμένως ικανότερος από πολλούς άλλους αδελφούς, αλλά κατά παράδοξο τρόπο συχνά «άτυχος». Η πλούσια πρωτοβουλία του Πατέρα Π. συνήθως δεν γινόταν δεκτή από τους Πατέρες και όσα αναλάμβανε κατέληγαν συχνά σε προβλήματα.
Μια μέρα, εξαιτίας μιας νέας αποτυχίας σε κάποιο εγχείρημά του, στο «οικονομικό» ξέσπασε εναντίον του σφοδρή κριτική. Ο Πατήρ Σιλουανός ήταν μαζί με τους άλλους, αλλά δεν έπαιρνε μέρος στη «δίκη». Τότε ένας οικονόμος, ο Πατήρ Μ., στράφηκε προς αυτόν και του είπε:
– Σιωπάς, Πάτερ Σιλουανέ· άρα υποστηρίζεις τον Πατέρα Π. Είσαι αδιάφορος για τα συμφέροντα της Μονής... Τι ζημιά προκάλεσε στη Μονή!


Ο Πατήρ Σιλουανός σιωπούσε. Τελείωσε γρήγορα το γεύμα του και πήγε να συναντήσει τον Πατέρα Μ., ο οποίος στο μεταξύ είχε επίσης τελειώσει και είχε φύγει από την τράπεζα.
– Πάτερ Μ., του είπε, πόσα χρόνια είσαι στη Μονή;
– Τριάντα πέντε.
– Με άκουσες ποτέ να κατακρίνω κανέναν;
– Όχι, δεν σε άκουσα.
– Τότε γιατί θέλεις να αρχίσω από τον Πατέρα Π.;
Ο Πατήρ Μ. ήρθε σε αμηχανία και απάντησε με ντροπή:
– Συγχώρεσέ με.
– Ο Θεός να συγχωρήσει.

Όταν ο Πατήρ Σιλουανός διορίστηκε οικονόμος, επιστρέφοντας από το ηγουμενείο στο κελλί του, προσευχόταν θερμά να τον βοηθήσει ο Κύριος, ώστε να εκτελεί όπως πρέπει το υπεύθυνο διακόνημά του. Ύστερα από εκτενή προσευχή έλαβε μέσα στην ψυχή του την απάντηση: «Φύλαττε τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν σοι». Τότε κατάλαβε ότι το να φυλάει κανείς τη χάρη είναι σπουδαίο και πολυτιμότερο από κάθε άλλο έργο και γι’ αυτό, αναλαμβάνοντας το νέο του διακόνημα, αγρυπνούσε ώστε να μη δώσει κανένα πρόσκομμα στην προσευχή του.
Είχε υπό τις διαταγές του έως και διακόσιους εργάτες. Το πρωί, περνώντας από τα εργαστήρια, έδινε γενικές οδηγίες στους αρχιεργάτες και κατόπιν επέστρεφε στο κελλί του για να κλάψει «για τον λαό του Θεού». Η καρδιά του υπέφερε για τους εργάτες και έχυνε δάκρυα για τον καθένα ξεχωριστά:
«Να ο Μιχάλης. Άφησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο χωριό και εργάζεται σε εμάς για λίγα χρήματα. Πώς να αισθάνεται τόσο μακριά από το σπίτι του, χωρίς να βλέπει ούτε τη γυναίκα ούτε τα αγαπημένα του παιδιά... Να ο Νικήτας. Μόλις παντρεύτηκε και άφησε τη νεαρή έγκυο γυναίκα του και τη γηραιά μητέρα του... Τι να αισθάνθηκαν άραγε όταν χωρίζονταν από αυτόν τον αγαπημένο υιό και σύζυγο;... Να ο Γρηγόριος. Άφησε γέροντες γονείς, νεαρή γυναίκα και δύο μικρά βρέφη και ήρθε να εργάζεται για ένα κομμάτι ψωμί. Τι θα μπορέσει να εξοικονομήσει εδώ κοντά μας... Σε τι φτώχεια θα βρίσκονταν, για να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν όλους τους δικούς τους... Μέσα σε τι φοβερή στέρηση και θλίψη ζει όλος αυτός ο λαός... Να ο Νικόλαος. Είναι ακόμη παιδί... Με πόση θλίψη θα τον έστειλαν οι γονείς του τόσο μακριά, ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους, για να παίρνει ένα πενιχρό ημερομίσθιο... Πόσο θα πονά η καρδιά των γονιών του... Ω, μέσα σε τι φτώχεια και σε πόσα βάσανα ζει ο λαός!... Και όλοι είναι σαν χαμένα πρόβατα. Μαθαίνουν κάθε είδους διαστροφές, γίνονται άγριοι, σκληροί...».
Έτσι μιλούσε ο μακάριος Γέροντας και η καρδιά του υπέφερε για όλους τους φτωχούς. Αναμφίβολα υπέφερε περισσότερο από όσο εκείνοι για τον ίδιο τους τον εαυτό, επειδή έβλεπε στη ζωή τους και πράγματα που οι ίδιοι αγνοούσαν.

«Η καρδιά μιλά στην καρδιά», λέει η παροιμία. Μυστικά προσευχόταν ο Γέροντας για «τον λαό του Θεού». Οι εργάτες το αισθάνονταν αυτό και τον αγαπούσαν. Ποτέ δεν τους επιβάρυνε με την παρουσία και την επίβλεψή του κατά την εργασία· εκείνοι όμως, επειδή ένιωθαν τη φροντίδα του, εργάζονταν με περισσότερη χαρά και ακόμη μεγαλύτερη προθυμία απ’ ό,τι για τους άλλους οικονόμους, οι οποίοι «αγρυπνούσαν για τα συμφέροντα» της Μονής.
Αλλά ποιος δεν γνωρίζει ότι, όταν υπεισέρχεται η μέριμνα για το «συμφέρον», τότε ο άνθρωπος παραμερίζεται; Το συμφέρον, το πραγματικό συμφέρον της Μονής, ο Γέροντας το έβλεπε πάνω απ’ όλα στην τήρηση των εντολών του Χριστού.

«Ο Κύριος σπλαχνίζεται όλους», έλεγε· και όχι μόνο το έλεγε, αλλά και ο ίδιος, γεμάτος από το Πνεύμα του Χριστού, συνέπασχε με όλους. Από όσα έβλεπε στη ζωή γύρω του, από την ανάμνηση του παρελθόντος και από τη βαθύτατη προσωπική του πείρα, βίωνε τον πόνο του λαού, ολόκληρου του κόσμου, και η προσευχή του δεν είχε τέλος. Προσευχόταν «με μεγάλη προσευχή» για ολόκληρο τον κόσμο. Λησμονούσε τον εαυτό του· από ευσπλαχνία προς τον λαό ήθελε να πάσχει γι’ αυτόν. Για την ειρήνη και τη σωτηρία του ποθούσε να χύσει το αίμα του και πράγματι το έχυνε μέσα στις προσευχές του.

«Να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα», έλεγε ο Γέροντας.

Χρειάζεται άραγε να πούμε πόσο μεγάλη ένταση προσευχής και πένθους φανερώνουν αυτά τα λόγια;

Κάποτε ρωτήσαμε τον Γέροντα αν το πολυμέριμνο διακόνημα του οικονόμου, το οποίο αναγκαστικά τον έφερνε σε επικοινωνία με πλήθος ανθρώπων, τάραζε την εσωτερική του νήψη. Σε αυτό ο Γέροντας απάντησε:

– Τι είναι η ασκητική νήψη; Είναι αδιάλειπτη προσευχή και παραμονή του νου στον Θεό. Ο Πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης ήταν πάντοτε μαζί με τον λαό, αλλά βρισκόταν περισσότερο στον Θεό από πολλούς ερημίτες. Έγινα οικονόμος από υπακοή και, με την ευλογία του Ηγουμένου, η προσευχή μου ήταν θερμότερη απ’ ό,τι στο Παλαιό Ρωσικό, όπου εγώ, με το δικό μου θέλημα, ζήτησα να πάω για χάρη της ησυχίας... Αν η ψυχή αγαπά τον λαό και τον σπλαχνίζεται, τότε η προσευχή δεν μπορεί να σταματήσει.
Είναι αδύνατο να αποσιωπήσουμε ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του Γέροντα: τη στάση του απέναντι σε κάθε άνθρωπο που διαφωνούσε μαζί του. Η ειλικρινής και σταθερή επιθυμία του ήταν να κατανοήσει έναν τέτοιο άνθρωπο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να μην προσβάλει ό,τι ήταν ιερό γι’ αυτόν.
Παρέμενε πάντοτε ο ίδιος, πεπεισμένος μέχρι τέλους ότι «η σωτηρία βρίσκεται στην κατά Χριστόν ταπείνωση» και, εξαιτίας αυτής της ταπείνωσης, ήθελε με όλη του την ψυχή να κατανοεί κάθε άνθρωπο με τον καλύτερο τρόπο. Σε κάθε άνθρωπο διαισθανόταν με λεπτότητα την παρουσία μιας ζωντανής ψυχής, ικανής να αγαπήσει τον Χριστό.
Γνωρίζουμε τη συνομιλία του Γέροντα με έναν Αρχιμανδρίτη, ο οποίος ασκούσε ιεραποστολικό έργο ανάμεσα στους ετεροδόξους. Ο Αρχιμανδρίτης αυτός σεβόταν πολύ τον Γέροντα και, όταν επισκεπτόταν το Άγιον Όρος, ερχόταν επανειλημμένα για να συνομιλήσει μαζί του. Ο Γέροντας τον ρώτησε πώς κηρύττει. Ο Αρχιμανδρίτης, ακόμη νέος και άπειρος, χειρονομώντας μάλλον υπερβολικά, απάντησε με έξαψη:

– Τους λέω: Η πίστη σας είναι αμαρτωλή. Σε εσάς τα πάντα είναι διεστραμμένα, τα πάντα ψεύτικα, και αν δεν μετανοήσετε, δεν θα σωθείτε.
Ακούγοντας αυτά, ο Γέροντας τον ρώτησε:
– Αλλά πείτε μας, Άγιε Αρχιμανδρίτα, πιστεύουν αυτοί στον Κύριο Ιησού Χριστό ότι είναι ο αληθινός Θεός;
– Πιστεύουν.
– Και τιμούν την Παναγία;
– Την τιμούν, αλλά διδάσκουν εσφαλμένα γι’ Αυτήν.
– Παραδέχονται τους Αγίους;
– Ναι, τους παραδέχονται, αλλά από τότε που αποσχίστηκαν από την Εκκλησία, τι αγίους μπορούν να έχουν;
– Τελούν ακολουθίες, διαβάζουν τον λόγο του Θεού;
– Ναι, έχουν και ναούς και ακολουθίες· αλλά αν μπορούσατε να δείτε πόσο οι ακολουθίες τους υστερούν από τις δικές μας, πόσο ψυχρές, πόσο άψυχες είναι!
– Αλλά όμως, Άγιε Αρχιμανδρίτα, η ψυχή τους γνωρίζει ότι πράττουν σωστά όταν πιστεύουν στον Ιησού Χριστό, τιμούν τη Θεομήτορα και τους Αγίους και τους επικαλούνται στις προσευχές τους. Γι’ αυτό, όταν τους λέτε ότι η πίστη τους είναι αμαρτωλή, δεν θα σας ακούσουν...

Αν όμως λέτε στον λαό ότι πράττουν σωστά όταν πιστεύουν στον Θεό, τιμούν την Παναγία και τους Αγίους, πηγαίνουν στον ναό για τις ακολουθίες και προσεύχονται στα σπίτια τους, διαβάζουν τον λόγο του Θεού και τα παρόμοια, αλλά ότι σε ορισμένα σημεία υπάρχουν σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν, τότε όλα θα είναι καλά και θεάρεστα, και ο Κύριος θα χαίρεται γι’ αυτούς και, με τη χάρη του Θεού, όλοι θα σωθούμε...
«Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί», και γι’ αυτό και το κήρυγμα πρέπει πάντοτε να προέρχεται από αγάπη· τότε θα ωφεληθεί και εκείνος που κηρύττει και εκείνος που τον ακούει. Αν όμως τους κατηγορείτε, τότε η ψυχή του λαού δεν θα σας ακούσει και δεν θα υπάρξει ωφέλεια.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: