Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Ἐπιθυμία καὶ πίστι - Στέλιος Ράμφος

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ


Ἡ Ἑλλάδα τῶν ὀνείρων μᾶς προτείνει νὰ διαβάσουμε τὴν συλλογικὴ ψυχική μας ζωὴ μὲ ἀναφορὰ τοὺς συμβολισμοὺς καὶ τὶς νοοτροπίες, ὅπως ἀναδύονται στὰ ὄνειρα καὶ διαμορφώνονται ἀπὸ τὰ συναισθήματα. Ὡς παραστάσεις ἐπιθυμίας καὶ ἀγωνίας, τὰ ὄνειρα δανείζονται μορφὲς ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα γιὰ νὰ τὶς δέσουν, μέσῳ τῆς φαντασίας, σὲ δικές τους ἱστορίες καὶ συμπεριφορές. Γι’ αὐτό, πολὺ συχνά, ὀνειρευόμαστε τὴν πραγματικότητα ἀντὶ νὰ τὴν βιώνουμε χειροπιαστά. Δημιουργοῦνται ἔτσι οἱ προϋποθέσεις μιᾶς ὑπερπαραγωγῆς ὀνείρων καὶ ὀνειροπολήσεων, ποὺ οἱ μηχανισμοὶ τῆς κοινωνικῆς ἀδράνειας (ἀλλὰ καὶ τῶν ὁλοκληρωτισμῶν) ἀξιοποιοῦν ἐντατικὰ πρὸς ὄφελός τους. Ξετυλίγοντας ὅμως τὸ συνδετικὸ νῆμα τῶν ὀνειρικῶν μορφῶν καὶ τῆς φαντασίας, μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὴν μακροχρόνια ἐπικράτησι τῆς ἀκινησίας σὲ μιὰ κοινωνία ὅπως ἡ δική μας καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἰχνηλατήσουμε σημάδια τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν στὸ ξέφωτο τῆς ἀλλαγῆς.

Ἐπιθυμία καὶ πίστι

Μὲ τὴν δίκη καὶ καταδίκη ὡς αἱρετικοῦ (1082) τοῦ φιλοσόφου Ἰωάννου Ἰταλοῦ, μαθητῆ τοῦ Ψελλοῦ, ἡ ἀνθρωπιστικὴ κίνησι τοῦ 11ου αἰῶνος στὸ Βυζάντιο κλείνει τὸν κύκλο της. Ο Ίταλὸς δὲν ἀρνιόταν τὴν ὀρθόδοξη πίστι, ἀλλὰ στὴν διδασκαλία του ἀποτολμοῦσε ὑποθέσεις καὶ συλλογισμοὺς ποὺ ἀπέκλιναν, γιὰ νὰ ὁδηγηθῇ ἐν συνεχείᾳ σὲ συμπεράσματα σχετικὰ πρὸς τὸ συμβατὸ ἢ ἀσύμβατο τοῦ ἐπιχειρήματος μὲ τὸ δόγμα. Μαζί ὑποχώρησε καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα, γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔλαβε πιὸ ἀκίνδυνες καὶ λαϊκὲς μορφές, καθὼς τὰ προνόμια στοὺς ἐμπόρους τῆς Βενετίας, τῆς Γένουας καὶ τῆς Πίζας ἀλλὰ καὶ τὸ διάβα τῶν Σταυροφόρων ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ἔφερναν γιὰ πρώτη φορὰ σὲ οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν Δύσι. Τότε, στὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνος, ἔκαναν τὴν ἐμφάνισί τους, σὰν στοιχεῖα μιᾶς ἀπαλώτερης ἀναβιώσεως τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ παρελθόντος, οἱ μυθιστορίες καὶ ἡ σάτιρα, εἴδη ποὺ εἶχαν ἐγκαταλειφθῆ ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα (γιὰ ὅλα αὐτὰ παράβαλε τὴν έργασία τοῦ Roderick Beaton, Ἡ ἐρωτική μυθιστορία τοῦ ἑλληνικοῦ Μεσαίωνα, Αθήνα 1996, σελ. 27-42). Σημειωτέον ὅτι τοὺς ὅρους «μυθιστορία» καὶ «πολιτισμός», ὅπως καὶ πολλοὺς ἄλλους, εἰσέφερε στὰ νέα ἑλληνικὰ ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μυθιστορήματα –τὸ τελευταῖο ἴσως– τοῦ 12ου αἰῶνα εἶναι καὶ Τὸ κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν δρᾶμα τοῦ Εὐσταθίου Μακρεμβολίτου, γραμμένο, αὐτὸ μόνο ἀπὸ τὰ ἄλλα τοῦ εἴδους του, στὸν πεζὸ λόγο τῶν ἑλληνιστικῶν μυθιστορημάτων. Ἡ ὑπόθεσι τοῦ ἔργου (χρησιμοποιῶ τὴν ἔκδοσι τοῦ Μίροσλαβ Μάρκοβιτς, Λειψία 2001) ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Ὑσμινίας, ἥρωας καὶ ἀφηγητὴς τῆς ἱστορίας σὲ πρῶτο πρόσωπο, μεταβαίνει ὡς ἀντιπρόσωπος ἀπὸ τὴν πατρίδα του Εύρύκωμη στην γειτονική πόλι Αὐλίκωμη ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ μιᾶς θρησκευτικῆς ἑορτῆς. Ἐκεῖ φιλοξενεῖται στὴν ἐντυπωσιακή κατοικία ἑνὸς διακεκριμένου προεστοῦ. Ἡ κόρη τοῦ οἰκοδεσπότη Ὑσμίνη τὸν προκαλεῖ διακριτικά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρχικὰ τὴν ἀποκρούει.

Ωστόσο μεταξὺ ὀνειρικῶν καὶ πραγματικών τους συναντήσεων, ὁ Ὑσμινίας ἐρωτεύεται παράφορα τὴν κόρη. Οἱ δύο νέοι βεβαίως δὲν χάνονται μετὰ τὸ τέλος τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ὑσμινία καθὼς τὰ Διάσια, ἡ γιορτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Διός, συγκεντρώνουν ἐκ νέου ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἔργου (βιβλία 1-5) στὴν Εὐρύκωμη. Στὰ ἑπόμενα τρία βιβλία ἡ πλοκὴ δένει ὡς «περιπέτεια». Ὁ πατέρας τῆς Ὑσμίνης εἶχε συμφωνήσει νὰ τὴν παντρέψῃ στὴν Αὐλίκωμη, ὁπότε πιεζόμενοι οἱ δύο πλέον ἐραστὲς ἀποφασίζουν νὰ κλεφτοῦν καὶ τὸ πράττουν. Ὅμως τὸ πλοῖο ποὺ παίρνουν συναντᾷ στὸ ταξίδι μεγάλη τρικυμία καὶ γιὰ νὰ ἐξευμενισθῇ ὁ Ποσειδῶνας οἱ ναῦτες ῥίχνουν μὲ κλῆρο τὴν Ὑσμίνη στὴν θάλασσα. Ἡ θάλασσα ἀμέσως ἠρεμεῖ, ἐνῷ ἕνα δελφίνι τὴν σῴζει καὶ τὴν βρίσκουμε σκλάβα στὴν πόλη Αρτίκωμη. Ταυτόχρονα ὁ Ὑσμινίας αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ πειρατές, τοὺς ὁποίους νικᾷ ἐν συνεχείᾳ κάποιο ἑλληνικὸ στράτευμα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταλήξῃ κι ἐκεῖνος σκλάβος στὴν γειτονική Δαφνήπολι. Ἐν τῷ μεταξὺ στὴν Ἀρτίκωμη ἑτοιμάζονται γιὰ μία θρησκευτικὴ ἑορτὴ καὶ ὁ κύριός του ἐκλέγεται ἀντιπρόσωπος τῆς Δαφνηπόλεως στὴν τελετή. Ἐδῶ τελειώνει τὸ δεύτερο μέρος καὶ τὸ 8ο βιβλίο τοῦ ἔργου.

Τὸ τρίτο μέρος τοῦ ἔργου (βιβλία 9-11) ἀφιερώνεται στὴν «ἀναγνώρισι» καὶ τὴν «λύσι». Ὁ Ὑσμινίας ἀκολουθεῖ τὸν κύριό του στὴν Ἀρτίκωμη. Θὰ φιλοξενηθοῦν στὸ ἀρχοντικὸ ὅπου κατοικεῖ σκλάβα ἡ Υσμίνη. Ὁ Υσμινίας δυσκολεύεται νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ, ἀλλὰ ἐκείνη τοῦ στέλνει γράμμα μὲ τὸ ὁποῖο καὶ τοῦ ἀποκαλύπτεται. Μάλιστα βρίσκεται στὴν πολὺ δύσκολη θέσι νὰ παίξῃ τὸν ῥόλο ἐνδιαμέσου τῆς κυρίας της πρὸς τὸν Ὑσμινία, τὸν ὁποῖο ἡ οἰκοδέσποινα εἶχε ἐρωτευθῆ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς σχέσεως τῶν δύο νέων. Ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ πόθος τῆς κυρίας δὲν γίνεται νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο βοηθοῦν καὶ οἱ περιστάσεις, ὥστε τὸ ἀδιέξοδο νὰ μὴν ἔχῃ κακές συνέπειες, καθώς φθάνουν στὴν Ἀρτίκωμη ὡς συνεορτασταὶ οἱ γονεῖς τῆς Ἰσμίνης καὶ τοῦ Ὑσμινία, ὁπότε τὸ δρᾶμα βρίσκει τὸ τέλος του. Οἱ ἐραστὲς ἀπελευθερώνονται, ἡ Ὑσμίνη ἀποδεικνύει τὴν ἀγνότητά της καὶ ὅλοι μαζὶ ἐπιστρέφουν στὴν Αὐλίκωμη γιὰ τὸν γάμο τῶν δύο πρωταγωνιστῶν.

Κατὰ τὸν Ῥόντρικ Μπῆτον Τὸ κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν δρᾶμα θὰ πρέπῃ νὰ χρονολογῆται περὶ τὸ 1180 καὶ νὰ ἀνήκῃ ἐπομένως στὶς μυθιστορίες τῆς ἐποχῆς, εἴδους ποὺ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνος ἐμφανίζεται στὸ προσκήνιο. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀνάρρησι στὸν θρόνο τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081), δέκα χρόνια μετὰ τὴν μοιραία ἧττα στὸ Ματζικέρτ, ἀρχίζει μία περίοδος ἀντιδράσεως στὴν ἀναγέννησι τῶν γραμμάτων τοῦ 11ου αἰῶνος. Ὁλόκληρη ἡ κεντρική Μικρὰ Ἀσία ἔχει περάσει στὰ χέρια τῶν Σελτζούκων Τούρκων, ἐνῷ στὴν βυζαντινὴ ἐπικράτεια μένουν κάποιες περιοχὲς τῶν μικρασιατικῶν παραλίων. Τὸ 1071 ἐπὶ πλέον χάνεται ὁριστικὰ ἡ Σικελία γιὰ τὸ Βυζάντιο μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Νορμανδῶν καὶ μαζὶ τὸ τελευταῖο του προγεφύρωμα στὴν Δύσι. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐδαφικῆς τούτης συρρικνώσεως εἶναι ἕνας ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξελληνισμὸς τῆς ἄλλοτε οἰκουμενικῆς ἀνατολικῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ κόσμος ἀλλάζει καὶ οἱ Κομνηνοὶ προσπαθοῦν νὰ ἀντιδράσουν ἐφαρμόζοντας πολιτική στρατιωτικῆς καὶ διπλωματικῆς ἰσχυροποιήσεως τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλὰ καὶ καθαρτικῆς τονώσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, καταπολεμῶντας σκληρὰ αἱρετικές διδασκαλίες ὅπως τῶν Παυλικιανῶν. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ δύσκολο, καθὼς τὸ αἴσθημα τῆς ἀδυναμίας ἐντείνεται μὲ τὰ προνόμια ποὺ παραχωροῦνται στὴν Πίζα, τὴν Γένοβα καὶ τὴν Βενετία, παίρνει μάλιστα τὸ 1182 μορφὴ ἐκδικητικοῦ πογκρόμ ἐναντίον τῆς παροικίας τῶν Λατίνων ἐκ μέρους τοῦ ὄχλου τῆς Βασιλεύουσας.

Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ κανεὶς ὅτι ἡ συγκυρία εἶχε βάθος τὸ ὁποῖο ἐπηρέαζε μονιμώτερα τὰ συναισθήματα, καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἄδικο. Ἐννοῶ τρία στοιχεῖα: Τὸ αἴσθημα τῆς μειονεξίας· τὸν παράγοντα τοῦ ἐξελληνισμοῦ· τὸ σκίρτημα μιᾶς ἐξατομικεύσεως ἡ ὁποία ἐν τέλει παρέμεινε ἄπρακτη. Πιθανὸν ἕνας συνδυασμὸς τῶν τριῶν αὐτῶν παραγόντων νὰ ἔφερε στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο τὴν μυθιστορία καὶ τὴν σάτιρα, λογοτεχνικὰ εἴδη εγκαταλελειμμένα ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Ὕστερης ἀρχαιότητος, πρὸ ὀκτακοσίων δηλαδὴ χρόνων. Τὸ φαινόμενο δὲν εἶναι ἀσύνηθες.

Ἡ ἀβεβαιότης τοῦ μέλλοντος ἐπαναφέρει συχνὰ τὸ παρελθόν ὡς ὁρίζοντα προσδοκιῶν καὶ ἐκφράσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπει νὰ ἐντοπισθοῦν καὶ νὰ ἐνεργοποιηθοῦν κοιτάσματα τοῦ ἱστορικοῦ παρόντος ποὺ δὲν ἀπαντῶνται ὡστόσο στὸ παρελθόν.

Ὑπ' αὐτὸ τὸ πρῖσμα τὸ ἐν λόγῳ «παρελθόν» δίνει ἐνεργὰ τὸ «παρών» στὶς ἐξελίξεις. Τέτοιο κοίτασμα εἶναι ἡ ἑλληνική ταυτότητα στὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα καὶ τὶς παραλλαγές του, ὅπως υἱοθετεῖται ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς καὶ διαπερνᾷ τὴν παιδεία, συνδυάζεται δὲ μὲ τὴν σιωπηρὴ κατὰ μόνας ἀνάγνωσι καὶ τὴν μικρογράμματη γραφὴ ἢ ἐκφράζεται μὲ τὸν μυθικὸ ἥρωα Διγενῆ καὶ τὸν ἐξελληνισμὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου τὸ ἄτομο ὡς τέτοιο παραμένει σταθερὰ ἐκτὸς τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητος καὶ τοῦ μυστηριακοῦ της τυποτελετουργικοῦ.

Τὸ παρελθὸν μπορεῖ νὰ ἐπανέρχεται ὡς ἀνάμνησι, ἐφ' ὅσον δὲν εἶναι ἀπωθημένο καὶ κατέχει, ἔστω περιφερειακά, θέσι στὶς συνειδήσεις, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ Ψελλοῦ· μπορεῖ ὅμως νὰ ἐπανέρχεται –ἰδίως στὴν λογοτεχνία– σὰν ἀπωθημένο στὸν λησμονημένο πλέον χρόνο καὶ κατ' αὐτὴ τὴν ἔννοια νὰ ἀποτελῇ ἐνεργοποιὸ δύναμι ἡ ὁποία ἀξίζει νὰ ἐρευνηθῇ, ἀφοῦ προηγουμένως περιγράψουμε τὴν θέσι καὶ τὸν ῥόλο τῶν ὀνείρων στὴν συγκρότησι τοῦ ἔργου καὶ στὴν ἐξέλιξι τῆς ἀφηγήσεως. Μόνο μετὰ ἀπὸ τὴν προκριματικὴ τούτη προσέγγισι εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ κανεὶς στὰ ἴδια τὰ ὄνειρα γιὰ νὰ τὰ μελετήσῃ καθ' ἑαυτά. Μὲ προσοχὴ βέβαια, καθὼς ἡ μηχανιστική ἐφαρμογὴ μιᾶς ψυχαναλυτικῆς ἑρμηνευτικῆς θὰ συνέχεε τὸ λογοτέχνημα μὲ τὶς ἐσωτερικὲς περιπλοκές κάποιου ὁ ὁποῖος χρειάζεται θεραπευτική μέριμνα. Ἐννοεῖται, αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει νὰ εἶναι ἀνθρωπολογικῶς πολύτιμα τὰ ὄνειρα ἑνὸς ἔργου ὅπως τὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας.

Νὰ πῶ κατ᾿ ἀρχὰς ὅτι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Πλέπελιτς στὴν σχολιασμένη μετάφρασι τοῦ ἔργου τὸ 1989, μὲ τὴν ὀρθογραφία τῶν ὀνομάτων Ὑσμίνη/Υσμινίας ὁ Μακρεμβολίτης θέλει νὰ ὑποδηλώσῃ κάτι σὰν μοῖρα τῶν ἡρώων – τὴν ἀγωνιζομένη ἐναγωνίως ὕπαρξι καὶ συνύπαρξι τῶν δύο ἡρώων. Ἐξ οὗ καὶ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν ὁμηρική λέξι «ὑσμίνη», ὁμόηχη μὲ τὸ ἀρχαιοελλη νικὸ «ἰσμήνη» (σύνεσις), ἀλλὰ μὲ διαφορετικὴ ἔννοια καθὼς τὸ ὁμηρικό σημαίνει «διαπάλη», «ἀγῶνας», «μάχη» καὶ κατ' ἐπέκτασιν, στὸ ἔργο, σύγκρουσι δύο ἀντιπάλων δυνάμεων. Σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόθεσι τοῦ ἔργου αὐτὲς οἱ δυνάμεις μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ Ἔρως καὶ ἡ Τύχη, ὅπως μπορεῖ, σὲ βαθύτερο ἐπίπεδο, νὰ εἶναι ἡ Φαντασία καὶ ἡ Πραγματικότητα. Τὸ τελευταῖο διαπιστώνει κανεὶς στὸ ὄνειρο τοῦ τρίτου βιβλίου, ὅπου ἡ φαντασία ξεδιπλώνεται σὰν πραγματικότητα, μὲ πολὺ ἄμεσο τὸ αἴσθημα συμμετοχῆς τοῦ ὀνειρευομένου Ὑσμινία στὰ δρώμενα. Σύνολη ἡ οἰκονομία τοῦ ἔργου ἐνισχύει μιὰ τέτοια προσέγγισι. Τὰ πέντε πρῶτα βιβλία εἶναι τόποι φαντασίας πλήρεις ἐκφράσεων καὶ ὀνείρων, τὸ ἕκτο μὲ τὸ ταξίδι ποὺ χωρίζει τοὺς ἥρωες εἶναι μεταβατικό, ἐνῷ τὰ ὑπόλοιπα πέντε περιγράφουν τὸ πεδίο τῆς τύχης καὶ ἀναδεικνύουν τὸν ψυχολογικὸ παράγοντα τῆς πίστεως τῶν δύο ἐραστῶν σὲ γέφυρα μεταξὺ τῶν ὀνείρων τους καὶ τῆς σκληρῆς, ἀντίξοης πραγματικότητος. Ἡ χριστιανική τους πίστι ἐκβιάζει τὴν τύχη καὶ φέρνει τὸ αἴσιο τέλος.

Ἀπέχομε πλέον ἀπὸ τὶς μυθιστορίες τῆς Ὕστερης ἀρχαιότητος, οἱ ὁποῖες ἐγκαταλείπουν τοὺς ἱδρυτικοὺς μύθους τῆς κοινωνίας, γιὰ νὰ ἀντλήσουν περιεχόμενο ἀπὸ συμβάντα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, πράξεις συνυφασμένες μὲ ἀτομικές καταστάσεις καὶ αἰσθήματα. Συνήθως πρόκειται γιὰ ἔρωτα ἑνὸς ἀγοριοῦ καὶ μιᾶς κόρης, ἀμφοτέρων ἐκπάγλου καλλονῆς καὶ ἀριστοκρατικῆς γενιᾶς, τὴν χαρὰ τῶν ὁποίων ἀνατρέπει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ τύχη, ἐκθέτοντάς τους σὲ σκληρές δοκιμασίες καὶ περιπέτειες, ἀλλὰ διασῴζει ἡ ἀνάδοχος τῆς ἀγάπης των θεότητα ἐπανενώνοντάς τους μὲ ἕνα αἴσιο τέλος, κάτι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἔλεο καὶ τὸν φόβο τοῦ ἀρχαίου δράματος. Ζητούμενο τώρα δὲν εἶναι ἡ ἐπανένταξι τοῦ ἀτόμου στὴν κοινότητα, ἡ ἀναγνώρισι τῆς θείας τάξεως καὶ ἡ κάθαρσι τῆς ὕβρεως· εἶναι ἡ ἐσωτερική του ἰσορροπία στὴν ταραγμένη τούτη ἐποχή, ὅπου χριστιανοὶ καὶ ἐθνικοὶ ἀνέθεταν τὴν συνοχὴ τοῦ κόσμου στὴν πρόνοια ἑνὸς θεοῦ ἢ τῶν θεῶν. Ὄχι ἐκείνων τοῦ δωδεκαθέου μὲ τὴν ἀμεσότητα τῆς παρουσίας τους, ἀλλὰ θεῶν οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονταν μέσῳ χρησμῶν, οἰωνῶν, ὀνείρων, μηνυμάτων ἢ σημείων, ἐξέφραζαν δὲ μία τάξι ἀόρατη, μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι ἔρμαιο τῆς τύχης. Κατ' αὐτὸ τὸν τρόπο στὴν ζωή τὰ ὄνειρα προοικονομοῦσαν τὸ μέλλον, ἐνῷ στὰ ἔργα, ὅταν τὰ γεγονότα τρέπονταν σὲ ἀδιέξοδα, βοηθοῦσαν τὴν πλοκὴ νὰ ξετυλίγεται, δίκην ἐμβρυουλκῶν, προλέγοντας ἐξελίξεις καὶ ἐπιβραβεύοντας ἐνέργειες. Οἱ θεοὶ ἦσαν σταθερὰ παρόντες στὴν ζωὴ τῶν τότε ἀνθρώπων, ποὺ τοὺς ἔβλεπαν στὸν ὕπνο (ὄναρ) σὰν στὸν ξύπνο (ὕπαρ). Κοσμοπολῖτες, οἱ ἄνθρωποι βίωναν μιὰ ἀνασφάλεια τῆς βουλήσεως ἡ ὁποία ἔκανε τὴν πρᾶξι χαοτική καὶ τὴν τύχη πρωταγωνίστρια, μὲ ἀντίβαρο τὴν εὔνοια τῆς θεότητος. Τί τὸ παράξενο, ἂν τὸν ὑλικὸ κόσμο διέσχιζαν ἀκατάπαυστα θεοὶ καὶ δαίμονες σὰν βαθύτερό του νόημα προσιτὸ μόνο στὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο, ἂν τὸ «θαυμαστὸ» ἔπαιζε ῥόλο «φυσικότητος» τοῦ ὑπερφυσικοῦ τους;

Μπορεῖ τὸ Κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν τοῦ Μακρεμβολίτη νὰ εἶναι γραμμένο σὲ πρῶτο πρόσωπο, κατὰ τὸ προηγούμενο τοῦ Κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα, ἔργου τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ὅμως οἱ ἐσωτερικοὶ λόγοι ποὺ τὸ ὑπαγορεύουν στὰ δύο ἔργα, ὡς γνωστόν, διαφέρουν. Ἐνῷ τὸ πρῶτο πρόσωπο στὸ ἔργο τοῦ Ἀχιλλέως Τατίου ὑπηρετεῖ συγγραφικὲς ἀνάγκες πα-ρακολουθήσεως τῶν παραλλήλων δράσεων (ὅ,τι συμβαίνει ἢ ὅ,τι βλέπει ὁ Κλειτοφῶν περιλαμβάνει καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς ἄλλους), στὴν περίπτωσι τοῦ Ὑσμινία τὸ πρῶτο πρόσωπο φωτίζει τὴν ψυχολογικὴ συνύπαρξι ὀνειρικοῦ ἢ γενικώτερα φανταστικοῦ καὶ πραγματικοῦ στὸ πεδίο τῆς ἐπιθυμίας, διασφαλίζει μάλιστα προσωπικὴ μετοχὴ τοῦ ἥρωα συγχρόνως καὶ στὰ δύο ἐπίπεδα. Στὴν πρώτη περίπτωσι ὁ ἀφηγητὴς ἀνακαλεῖ στὴν σκέψι καὶ θυμᾶται στὴν δεύτερη ταυτίζεται μὲ τὴν σκέψι του. Ἔχει βιώσει ὅσα λέει καὶ μιλεῖ σὰν νὰ τὰ βλέπῃ. Βρισκόμαστε δηλαδὴ μακριὰ ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ ἀριστοτελικοῦ Περὶ ποιητικῆς, τὸν ἐξωτερικὰ καθωρισμένο χαρακτῆρα τῶν ἡρώων τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας: ἀπέναντί μας ἔχομε ἀνθρώπους τῶν ὁποίων ἡ ψυχολογία μεταβάλλεται ἀναλόγως τῶν συνθηκών εἴτε προετοιμάζεται μὲ τὴν συμβολικὴ χρῆσι τῶν «ἐκφράσεων» – κάτι περισσότερο πιὰ ἀπὸ τὶς παραδόσιμες ῥητορικές περιγραφές τοπίων ἢ εἰκόνων. Δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο πὼς ὁ Μακρεμβολίτης εἰσάγει τὸ ἔργο του μὲ «ἐκφράσεις» οἱ ὁποῖες ἀποτυπώνουν συμβολικὰ τὸν ἔρωτα ὡς θέμα τοῦ ἔργου καὶ προνομιακὸ πεδίο ὠσμώσεως τῆς φαντασίας καὶ τοῦ ὀνείρου στὴν ψυχολογική πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ δείχνει εὔστοχα ἡ Ἀλεξίου (πρβλ. Margaret Alexiou, «A critical reappraisal of Eustathios Makrembolites' Hysmine and Hysminias», στὸ Byzantine and Modern Greek Studies 3, σελ. 23-43). Οἱ ἀρχικὲς «ἐκφράσεις» τοῦ ἔργου ἀναδεικνύουν τὸ θέμα «χρόνος καὶ ἔρως» καὶ συμπληρώνονται ἀπὸ ψυχικὲς «ἐκφράσεις» τῶν ὀνείρων, οἱ φαντασίες τῆς τέχνης συμπληρώνονται ἀπὸ φαντασίες τῆς ψυχῆς ποὺ μπολιάζουν ὡς πίστι τὴν ἀντοχὴ τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους στὸν χρόνο. Αντίθετα οἱ ἑλληνιστικές μυθιστορίες προετοιμάζουν κυρίως τὴν δρᾶσι προαναγγέλλοντας τὸ μέλλον ἀσχέτως ἑτοιμότητος τῶν ψυχῶν.

Στὰ μυθιστορήματα τοῦ 11ου καὶ τοῦ 12ου αἰῶνος τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο παρουσιάζει ἀξιοσημείωτη δυναμική, τέτοια ὥστε ἡ ἀντίδρασι τοῦ θρησκευτικοῦ παράγοντα νὰ εἶναι κατ' οὐσίαν ἀνύπαρκτη. Ἀρκοῦσε ἡ γυναῖκα νὰ μένῃ πρὸ τοῦ γάμου ἀνέγγιχτη, κάτι τὸ ὁποῖο σέβονταν οἱ συγγραφεῖς. Ὁ ἐρωτισμὸς τώρα βλέπει μᾶλλον πρὸς τὴν φύσι, συνδέεται μὲ ἔξοδο ἀπὸ τὸ ἐντὸς πρὸς τὸ ἐκεῖ καὶ συνυφαίνεται μὲ ἰσχυρὴ θέλησι τῶν ἡρώων. Πρόκειται γιὰ σκίρτημα οὑμανιστικὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθῃ ὡς στροφὴ πρὸς τὸν κλασικισμὸ μὲ τοὺς Παλαιολόγους. Μιλοῦμε βέβαια γιὰ ἕνα ὑποκείμενο αὐτοῦ τοῦ οὐμανισμοῦ μὲ ἀτροφικὴ ἀκόμη ψυχολογία καθὼς τὴν ἐμποδίζει ἀποφασιστικὰ ὁ συλλογικὸς τρόπος καὶ μῦθος τὸν ὁποῖο διαφεντεύει ἡ Ἐκκλησία. Μὲ τοὺς Κομνηνοὺς γίνονται κάποια ἀνοίγματα πρὸς τὴν Δύσι, ὅμως προκαλοῦν περισσότερο ἀνασφάλεια καὶ ἀβεβαιότητα μαζὶ μὲ μελαγχολία, ἐλλείψει ἐλπιδοφόρου ἱστορικῆς προοπτικῆς. Αὐτὰ ὅταν ἀκριβῶς τότε στὴν Δύσι εἴχαμε ἀντὶ ἀνακυκλώσεως ἐξέλιξι, μὲ ἐρωτήματα καὶ ἐπιλογὲς ποὺ στοχευαν τὴν ἴδια τὴν ζωὴ μὲ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά της.

Ὅσο ἔφευγαν τὰ χρόνια τόσο τὸ αἰώνιο ὑπνώτιζε τὶς συνειδήσεις, τόσο γινόταν πιὸ ἐπίμονη ἡ ἀνάγκη καταφυγῆς στὸ παραμύθι καὶ στὸ παρελθόν, ὡς ἀνασφαλὴς ἀντίδρασι στὴν ἱστορική μεταβολή. «Παραμύθι» ὀνομάζω μία παρηγορητική σκηνοθεσία ἡ ὁποία ἐνεργοποιεῖ τὴν νοσταλγία γιὰ νὰ πολεμήσῃ τὴν κατάθλιψι ποὺ προκαλεῖ ὁ ἐγκλεισμὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ διατεταγμένα αἰσθήματα, ἡ ἡττημένη ἐπιθυμία τους γιὰ διέξοδο σὲ προσωπικώτερά τους συναισθήματα. Αὐτὴ τὴν ἦττα συγκαλύπτει ἡ νοσταλγία. Νὰ σημειώσω ὅτι ἤδη στὴν χριστιανικὴ Δύσι τὰ ἐρωτικὰ ἱπποτικὰ μυθιστορήματα κεντοῦν στὸν καμβὰ τοῦ ἀτομικοῦ συναισθήματος, ἐξ οὗ καὶ ἀντικαθιστοῦν τὴν νοσταλγία μὲ ἱστορήσεις κατορθωμάτων στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἠθικὰ ὑψηλοῦ. Ὁ ἔρως ἔχει θέσει τὴν ὁρμή του στὴν ὑπηρεσία τοῦ ψυχικοῦ, ποὺ τείνει νὰ ἐπιβεβαιώνῃ ἡρωικὰ τὸ ὑποκείμενό του. Ἐκεῖ οἱ ἡρωικὲς περιπέτειες καὶ ἡ ἀτομικὴ ἐπιβεβαίωσι πρωταγωνιστοῦν καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο, ἐνῷ στὰ βυζαντινὰ μυθιστορήματα τῆς ἴδιας ἐποχῆς προβάδισμα ἔχει ἡ καρτερικὴ ὑπομονὴ τῶν ἐραστῶν καὶ ἡ θεία πρόνοια, καθὼς οἱ ἥρωες παλεύουν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὶς ἀναποδιὲς καὶ νὰ ζήσουν αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα. Ὅμως ἄλλο ἡ ἐπιβίωσι στὶς ἀναποδιὲς καὶ ἄλλο ἡ ἐσωτερικὴ ἐξέλιξι τῶν χαρακτήρων. Ἡ κυριαρχία τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου στὰ βυζαντινὰ μυθιστορήματα, ὡς μεταφορὰ τῆς σχέσεως μὲ τὴν μητέρα ἢ τὸν πατέρα ποὺ καθησυχάζει τὴν ψυχικὴ ταραχὴ τῶν ἐραστῶν, δὲν ἀνοίγει γι' αὐτοὺς νέους ὁρίζοντες, δὲν ἔχει ἄλλη συνέπεια ἀπὸ τὸ εὐτυχὲς τέλος τῆς δοκιμασίας των, ἀπὸ τὴν ἔνταξι στὴν καθιερωμένη τάξι ἡ ὁποία καὶ ἀσφαλίζει ψυχικά. Ἀντίθετα, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μπέκ (πρβλ Hans-Georg Beck, Βυζαντινὸν ἐρωτικόν, σελ. 269), ὁ δυτικὸς ἥρωας ἀγωνίζεται νὰ πραγματοποιήσῃ προθέσεις διακινδυνεύοντας τὴν ζωή του. Δηλαδὴ ἡ θέλησί του ξεπερνᾷ τὸν θάνατο· ὁ ἴδιος στὴν ἐμπρόθετη αὐτοβεβαίωσί του τίθεται ὑπεράνω τῆς ζωῆς. Ἠθικὰ τὸ θάρρος ὑπερτερεῖ τῆς ἐπιβιώσεως. Ὁ βυζαντινός ἥρωας θέλει νὰ νικήσῃ χωρὶς νὰ πεθάνῃ, ὁπότε τὸ θαῦμα, ὡς ἄνωθεν παρέμβασι, λειτουργεῖ εἰς βάρος τόσο τῆς ψυχολογίας ὅσο καὶ τοῦ ῥεαλισμοῦ.

Καρφωμένα στὸ παρελθόν, ἡ βυζαντινὴ κοινωνία ὅπως καὶ τὸ ἐρωτικό της μυθιστόρημα κράτησαν τὶς ψυχὲς καὶ τοὺς χαρακτῆρες ἀνεξέλικτους, ἀρκούμενα σὲ σχηματισμένους ἀνθρώπους καὶ σὲ εὐθύγραμμους ἔρωτες χωρὶς ἐνοχές, μετάνοιες, πλάνες, συγχύσεις, δράματα. Ὅταν θέλῃς μόνο ἁγίους κυνηγᾷς μιὰ τελειότητα ἀμετάστατη καὶ ὅταν θέλῃς νὰ κατανικήσῃς τὸ ἐρωτικὸ παλεύεις ἐναντίον τῆς πραγματικότητος.

Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὡρίμανσι ἀποτυπώνεται χαρακτηριστικὰ στοὺς ἀνεξέλικτους χαρακτῆρες τῶν βυζαντινῶν μυθιστορημάτων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἑσπέριο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ὑποκειμενικότητα, ποὺ πάει –τὸ εἴδαμε– μὲ νίκη ἐπάνω στὸν θάνατο καὶ ἀποδοχὴ τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους τὸ ὁποῖο κοιτάζει μπροστά, ἐνῷ ἡ νοσταλγία ἔχει τὴν ἐπιθυμία της πίσω. Ἐξηγεῖται συνεπῶς γιατί στὴν ἀνατολικὴ ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία δὲν ἔγινε κανένα ἀξιοσημείωτο βῆμα πέρα τῆς «φυσικῆς» πνευματικότητος ποὺ ἔφερε μαζί της ἡ κλασική κληρονομιὰ καὶ ποὺ ἡ θρησκεία ἐνδιαφερόταν νὰ «ἐξανθρωπίζῃ» μὲ κατ' ἐξοχὴν μέσο τὸ μυστηριακό τελετουργικό, διότι ἀντιστάθμισμα στὴν ἀκινησία τῆς προσευχῆς ἦταν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ὁ κύκλος τῆς λατρείας. Αὐτὸς δίνει πάντοτε κῦρος συμβόλου στὸν μῦθο, αὐτὸς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἁγιότητος τὴν ψυχολογία καὶ τὴν ἐσωτερικότητα, γιὰ νὰ τὶς ἀντικαταστήσῃ μὲ ἀποπετρωμένα στερεότυπα, ἀσάλευτες τελειότητες ποὺ ματαιώνουν κάθε ἔγνοια γιὰ κίνησι πρὸς τὸ ἀλλιῶς.

(Συνεχίζεται)

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: