
Η Πεντηκοστή και η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα 2
Maksim Vasiljević*
Hellenic College Holy Cross, Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, Brookline
Ομιλία στο Ορθόδοξο Κέντρο Ambiorix, Βρυξέλλες, 25 Μαΐου 2023.
Εκδόθηκε στο: Sabornost 17, 2023
3. Η αποστολή της Εκκλησίας
Ενώ η Χριστολογία ασχολείται με την κατανόηση του Χριστού μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας, συνδέοντας το παρόν με το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος είναι, από την άλλη πλευρά, να εισάγει το μέλλον στο παρόν (Πράξ. 2, 18). [Το χωρίο Πράξεις 2:18 (Πραξ. 2, 18) αναφέρει: «Καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι» (Ακόμη δε στους δούλους μου και στις δούλες μου θα ξεχύσω από το πνεύμα μου τις ημέρες εκείνες, και θα προφητεύσουν)]ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ;]
Μέσω του Πνεύματος η ιστορία ερμηνεύεται υπό το φως των υπαρξιακών πραγματικοτήτων του σύγχρονου κόσμου. Όταν ένας θεολόγος μιλά, πρέπει πάντοτε να το κάνει έχοντας στραμμένο το βλέμμα του προς τις εσχατολογικές και πνευματολογικές διαστάσεις της Εκκλησίας. Αυτή η θεώρηση είναι ολιστική και βαθύτατα καταφατική. Ο Ζηζιούλας τονίζει τη σημασία της αναπτύξεως του θεολογικού λόγου μέσα στην καρδιά του σύγχρονου πολιτισμού και όχι σε αντιπαράθεση προς αυτόν. Υποστηρίζει ότι αυτή η προσέγγιση επιτρέπει έναν πιο εποικοδομητικό και ουσιαστικό διάλογο, αντί να οδηγεί σε άκαρπες συγκρούσεις.
Ήδη στην πρώιμη μελέτη του «Η ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου» (1966), ο Μητροπολίτης Ιωάννης δήλωνε ότι «η λειτουργία είναι η πιο θετική και ενεργός αποδοχή του κόσμου και της δημιουργίας».[16] Λίγα χρόνια αργότερα, ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωάννης υπογράμμισε την ακόλουθη διευκρίνιση: «Η Εκκλησία και ο κόσμος δεν είναι οντολογικά χωρισμένοι· τα προβλήματα του κόσμου είναι συγχρόνως προβλήματα της Εκκλησίας· η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι μια στάση απέναντι στον κόσμο, αλλά μια συμπονετική και αγιαστική παρουσία μέσα σε αυτόν. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της ενσαρκωτικής διαστάσεως του σώματος της Εκκλησίας και της σχεσιακής φύσεώς του εν Πνεύματι. Ενεργώντας όμως με αυτόν τον τρόπο, η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να ταυτίσει τα Έσχατα με την ιστορία, επιχειρώντας να οικοδομήσει τη Βασιλεία ως μέρος της ιστορικής διαδικασίας».[17]
Στις Παραδόσεις Χριστιανικής Δογματικής, ο Μητροπολίτης Ιωάννης υποστηρίζει ότι η ακρόαση και το κήρυγμα του Ευαγγελίου δεν αποτελούν την πρωταρχική αποστολή της Εκκλησίας. «Όταν ένας ορθόδοξος χριστιανός λέει ότι πηγαίνει στην Εκκλησία, δεν εννοεί ότι πηγαίνει να ακούσει το Ευαγγέλιο του Χριστού να κηρύττεται σαν να επρόκειτο να το ακούσει για πρώτη φορά. Εννοεί ότι πηγαίνει να λατρεύσει τον Θεό μέσα στην κοινότητα των πιστών και, ιδιαίτερα, να συμμετάσχει στη Θεία Ευχαριστία. Η Εκκλησία προσδιορίζεται θεμελιωδώς από τη συμμετοχή της στη λατρεία του Θεού».[18]
Από αυτό συνάγεται ότι η υπερβολική έμφαση των χριστιανών στην αποστολή και στο κήρυγμα αποτελεί νεότερο φαινόμενο. «Ωστόσο, υπό την επίδραση εκείνων των σύγχρονων χριστιανικών κινημάτων και οργανώσεων που δίνουν έμφαση στην αποστολή και στο κήρυγμα, μια περισσότερο ατομικιστική ευσέβεια έχει αρχίσει να επηρεάζει την ορθόδοξη κατανόηση της λειτουργίας. Ορισμένοι κληρικοί προτάσσουν το κήρυγμα έναντι της λατρείας, παραμελώντας την Ευχαριστία, πράγμα που μεταβάλλει θεμελιωδώς τον προσανατολισμό της Εκκλησίας. Πολλοί κληρικοί σήμερα διαβάζουν, αντί να ψάλλουν, το Ευαγγέλιο στη Θεία Λειτουργία, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται πιο προσιτό στους λαϊκούς».[19]
Το εξηγεί περαιτέρω, λέγοντας ότι ο ευαγγελισμός δεν συγκροτεί την Εκκλησία, αλλά ότι «είναι πρωτίστως η Θεία Λειτουργία εκείνη που προσδίδει στην ορθόδοξη παράδοση την ιδιαίτερη θεώρησή της για την Εκκλησία». «Στην Ορθόδοξη Θεολογία, η Εκκλησία δεν συγκροτείται από το έργο του ευαγγελισμού ή της ιεραποστολής, δηλαδή από την επιθυμία της να καταστήσει την πίστη της κατανοητή σε όσους βρίσκονται έξω από αυτήν. Η Θεία Λειτουργία δεν επιχειρεί να εξηγήσει την πίστη· μολονότι υπάρχουν πολλές διατυπώσεις της πίστεως, καμία από αυτές δεν βρίσκεται στο κέντρο της ζωής της Εκκλησίας. Στο κέντρο βρίσκεται η ευχαριστιακή λατρεία, και εδώ η μοναδική ρητή διατύπωση της πίστεως είναι το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο μοιραζόμαστε με όλες τις άλλες Εκκλησίες και ομολογίες».
Το τελευταίο αυτό σημείο φαίνεται τόσο θεμελιώδες, ώστε είναι αναγκαίο να τονιστεί περισσότερο. Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ιωάννη: «Ωστόσο, η Εκκλησία προσλαμβάνει επίσης από τον κόσμο την ιστορία του, τον πολιτισμό του, ακόμη και τις τραγικές και αμαρτωλές εμπειρίες και αποτυχίες του, διότι είναι το σώμα του Κυρίου, ο οποίος αναλαμβάνει επάνω Του τις αμαρτίες του κόσμου. Δεύτερον, η ίδια η Εκκλησία προσλαμβάνεται. Η Εκκλησία, ως διακριτή κοινότητα μέσα στον κόσμο, βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με οτιδήποτε συγκροτεί τον “μη εκκλησιαστικό” χώρο, επιχειρώντας να καταστήσει τον εαυτό της αποδεκτό από τον κόσμο. Εκείνο που συνηθίζαμε να αποκαλούμε “αποστολή” αποδίδεται καλύτερα με την έννοια της προσλήψεως, διότι η Εκκλησία πρέπει να προσφέρει τον εαυτό της στον κόσμο και όχι να επιβάλλεται σε αυτόν».[20]
Για τον Μητροπολίτη Ιωάννη, η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι τίποτε λιγότερο από μια έκ-σταση κοινωνίας, η οποία σημαίνει έξοδο· «χάρη σε αυτήν, η Εκκλησία δεν παραμένει πίσω για να γίνει μια άλλη πόλη απέναντι στον κόσμο, αλλά συμμετέχει με συμπάθεια στη ζωή του κόσμου, με αποτέλεσμα να εμπλέκεται ουσιαστικά σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, μαζί με όλα τα προβλήματά της».[21]
Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Μητροπολίτης Ιωάννης θεωρούσε την κατήχηση και το κήρυγμα ιεραποστολικές δραστηριότητες της Εκκλησίας, οι οποίες μπορούν να πραγματοποιούνται εκτός της ευχαριστιακής κοινότητας. «Είναι προφανές ότι η κατήχηση και το κήρυγμα, για να είναι αποτελεσματικά από ιεραποστολική άποψη, πρέπει να προσαρμόζονται στην ηλικία, στα χαρακτηριστικά κ.λπ. των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Επομένως, αυτές οι δραστηριότητες μπορούν και πρέπει να πραγματοποιούνται εκτός της ευχαριστιακής κοινότητας. Στην αρχαία Εκκλησία υπήρχαν παρόμοιες “συνάξεις χωρίς την τέλεση των μυστηρίων”, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, στην Αλεξάνδρεια και αλλού. Ωστόσο, ο τελικός σκοπός μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι να οδηγήσει τους πιστούς στην Ευχαριστία. Μόνο εκεί ενώνονται όλοι ως τοπική Εκκλησία».[22]
Όλα αυτά συνδέονται με το γεγονός ότι η αποστολή μέσα στην Εκκλησία είναι σχεσιακή. Η λογική στην οποία στηρίζεται η θεώρηση του Μητροπολίτη Ιωάννη για την αποστολή της Εκκλησίας είναι λεπτή. «Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, η χριστιανική αποστολή θεωρούνταν ένα είδος κηρύγματος που απευθυνόταν στον κόσμο. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι η Εκκλησία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου και ότι ο κόσμος μισεί τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Η σχέση όμως της Εκκλησίας με τον κόσμο δεν είναι μόνο αρνητική· είναι και θετική. Αυτό υποδηλώνεται από την Ενσάρκωση και από ιδέες όπως η ανακεφαλαίωση των πάντων εν Χριστώ, την οποία συναντούμε στη Βίβλο —στην προς Εφεσίους, στην προς Κολοσσαείς κ.λπ.— και στους Πατέρες —στον Ειρηναίο, στον Μάξιμο και σε άλλους.
Στην ορθόδοξη παράδοση, στην οποία η Ευχαριστία κατέχει κεντρική θέση, ο κόσμος εισάγεται στην Εκκλησία τόσο με τη μορφή των φυσικών στοιχείων όσο και μέσω των καθημερινών μεριμνών των μελών της Εκκλησίας. Εάν η κοινωνία καταστεί βασική έννοια της εκκλησιολογίας, τότε η αποστολή κατανοείται και υπηρετείται καλύτερα όχι με την αντιπαράθεση του Ευαγγελίου προς τον κόσμο, αλλά με την πολιτισμική ενσάρκωσή του μέσα σε αυτόν. Η θεολογία πρέπει να αναζητεί τρόπους συσχετίσεως του Ευαγγελίου με τις υπαρξιακές ανάγκες του κόσμου και με καθετί ανθρώπινο. Αντί να ρίχνουμε τη Βίβλο ή τα δόγματα της Εκκλησίας στο πρόσωπο του κόσμου, θα ήταν προτιμότερο να επιδιώξουμε πρώτα να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε αυτό που κάθε άνθρωπος ποθεί στα βάθη της υπάρξεώς του, και έπειτα να εξετάσουμε πώς το Ευαγγέλιο και η διδασκαλία μπορούν να προσδώσουν νόημα σε αυτόν τον πόθο».[23]
4. Η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα: μετάδοση ενός ήθους
Η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα αποτελεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα, επειδή η εποχή μας είναι εντελώς διαφορετική από την προνεωτερική περίοδο. Η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανείς προκλήσεις, μεταξύ των οποίων το οικολογικό πρόβλημα, η σύγχρονη τεχνολογία στην ψηφιακή και βιοτεχνολογική εκδοχή της κ.λπ. Πώς θα ανταποκριθεί η Εκκλησία μας και πώς θα αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις; Κάθε βίαιη αντίδραση αποκλείεται. Η Εκκλησία πρέπει να αξιοποιήσει τους ανεκτίμητους θησαυρούς της, όπως είναι η Ευχαριστία και η ασκητική της παράδοση. Για να προφυλαχθούν όμως αυτοί οι θησαυροί από την εκκοσμίκευση, πρέπει να υπογραμμιστούν δύο πράγματα.
Όταν, στις αρχές της τρίτης χιλιετίας, ρωτήθηκε ποια θέση μπορεί να καταλάβει ο Χριστός στη σύγχρονη ζωή μας, ο Ζηζιούλας απάντησε ως εξής: «Στη δική μας εποχή και σε εκείνη που έρχεται, ο Χριστός θα είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε “σημεῖον ἀντιλεγόμενον”. Οι ανακαλύψεις που αναφέραμε [στην τεχνολογία και στη βιοτεχνολογία], πιστεύω, δεν θα καταστήσουν τον Θεό “περιττό”, αλλά, αντιθέτως, αναγκαίο. Οι ανακαλύψεις αυτές θα απειλήσουν το ανθρώπινο πρόσωπο —την ελευθερία, τη μοναδικότητα και το αναντικατάστατο κάθε προσώπου—, καθώς και τη φύση —την ακεραιότητα και τους νόμους που τη διέπουν και οργανώνουν την ενότητά της μέσα στην ποικιλία των ειδών και των οικοσυστημάτων. Ο άνθρωπος θα αναγκαστεί να αντιδράσει σε μια τέτοια απειλή· διαφορετικά, θα πάψει να είναι άνθρωπος. Ο Χριστός, όπως ερμηνεύθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και όπως πρέπει να ερμηνεύεται ακόμη και σήμερα από τη θεολογία, θα είναι, μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, ο μόνος αυθεντικός “τέλειος άνθρωπος”, ο οποίος —και ως “τέλειος Θεός”— θα δείξει την οδό που οδηγεί έξω από το αδιέξοδο. Εάν η Εκκλησία και η θεολογία ερμηνεύσουν και τονίσουν υπαρξιακά την Ορθόδοξη Χριστολογία, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο των εξελίξεων που αναφέρατε, τότε ακόμη και ο σύγχρονος άνθρωπος θα δει ότι “οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία”».[24]
Όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα υποδηλώνουν όχι μόνο ότι η Εκκλησία πρέπει να υποδεικνύει τον Χριστό ως την οδό εξόδου από το αδιέξοδο, αλλά και ότι οφείλει να το πράττει με τον κατάλληλο τρόπο, μεταδίδοντας ένα συγκεκριμένο ήθος, ένα εκκλησιαστικό ήθος, το οποίο είναι τόσο επιτακτικά αναγκαίο σήμερα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της τεχνολογίας, της οικολογίας κ.λπ. Η πολιτισμική ενσάρκωση του Ευαγγελίου κατά την πατερική εποχή δεν προκάλεσε την απώλεια της ταυτότητας της Εκκλησίας· αντιθέτως, την έσωσε από την απόσυρση από τον κόσμο σε μια περιχαρακωμένη ύπαρξη τύπου γκέτο. Ασφαλώς, «από την άποψη της ορθόδοξης Παραδόσεώς μας, αυτό που συνέβη κατά την πατερική εποχή υπήρξε πράγματι μια επιτυχής πολιτισμική ενσάρκωση, αφού μέσα από αυτήν δεν χάθηκε η καθαρότητα του Ευαγγελίου». Όπως υποστηρίζει ο Μητροπολίτης Ιωάννης, «ζούμε στο τέλος ενός ιστορικού πολιτισμού που διαμορφώθηκε από τον Διαφωτισμό· το Ευαγγέλιο πρέπει να αποδεσμευθεί από αυτόν και να παρουσιαστεί ως εναλλακτική πρόταση απέναντι σε αυτόν τον πολιτισμό». Πώς όμως μπορεί κανείς να παρουσιάσει έναν εναλλακτικό πολιτισμό;
4.1. Η μαρτυρία του ήθους
Με αυτόν τον εναλλακτικό πολιτισμό ο Μητροπολίτης Ιωάννης εννοούσε τη μαρτυρία ενός ήθους, μιας προσεγγίσεως της ζωής και μιας νοοτροπίας. Έλεγε: «Ιδιαίτερα ενόψει της κρίσιμης περιόδου την οποία διέρχεται ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, η Ευρώπη έχει ιδιαίτερη ανάγκη από ένα ήθος και μια νοοτροπία που θα μπορούν να εξισορροπήσουν τον ανταγωνισμό των ατομικών διεκδικήσεων και να δώσουν προτεραιότητα στις προσωπικές σχέσεις».
α) Η μαρτυρία της ορθόδοξης γυναίκας. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι ο Μητροπολίτης αναφέρθηκε εδώ στη μαρτυρία της ορθόδοξης γυναίκας μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Παρατήρησε κάποτε ότι «εάν αυτή η κοινωνία δεν υιοθετήσει μια προσωποκεντρική νοοτροπία, όπως αυτή που καλλιεργεί η Ορθοδοξία, θα πεθάνει. Η γυναίκα, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον μέσα στην κοινωνία μας, μας διδάσκει να ζούμε ως πρόσωπα και όχι ως άτομα, δηλαδή ως όντα σχέσεων και όχι ως απομονωμένα και “ανεξάρτητα” όντα».[25] Οι γυναίκες μπορούν να μάθουν αυτού του είδους την ελευθερία ευκολότερα και φυσικότερα. Ο Ζηζιούλας πίστευε ότι η ορθόδοξη γυναίκα καλείται να αλλάξει και να μεταμορφώσει το ατομικιστικό ρεύμα του δυτικού πολιτισμού. Διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να το επιτύχει, εφόσον είναι αληθινά ορθόδοξη γυναίκα.
β) Η μαρτυρία των γυναικών στη δημόσια ζωή. Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, ο Ιωάννης Ζηζιούλας είχε μια διαφορετική άποψη για τον ρόλο της ορθόδοξης γυναίκας, επιμένοντας ότι δεν πρέπει να απουσιάζει από τη δημόσια ζωή. Σε μια εποχή κατά την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και οι γυναίκες ασκούν την ευθύνη τους κατά την επιλογή των πολιτικών και άλλων ηγετών, δεν υπάρχουν απολύτως βιολογικοί ή άλλοι λόγοι που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ορθόδοξη γυναίκα να αναλάβει έναν ουσιαστικά ενεργό ρόλο στη δημόσια ζωή.
Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η ορθόδοξη γυναίκα που δραστηριοποιείται ενεργά στη δημόσια ζωή της ευρωπαϊκής κοινωνίας οφείλει να έχει πλήρη συνείδηση των βασικών κοσμοθεωρητικών και κοινωνικών αρχών που αναφέρθηκαν παραπάνω και οι οποίες διαφέρουν από τη δυτική αντίληψη για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τον Θεό. Εάν, ως πολιτικός, τεχνοκράτισσα ή τεχνικός στους τομείς της επιστήμης ή της διοικήσεως μέσα στην ευρωπαϊκή κοινωνία, δεν μεταδίδει αυτές τις ορθόδοξες αρχές και αυτή τη θεώρηση, τότε θα αφομοιωθεί η ίδια από τη νοοτροπία την οποία καλείται να μεταμορφώσει. Τι νόημα θα είχε, για παράδειγμα, μια ορθόδοξη γυναίκα να είναι υπουργός Περιβάλλοντος, εάν δεν είχε συνείδηση της ευχαριστιακής, λειτουργικής και ασκητικής προσεγγίσεως της φύσεως και του φυσικού περιβάλλοντος και ενεργούσε απλώς σύμφωνα με δυτικά, στοχοκεντρικά κριτήρια και ωφελιμιστικές προσεγγίσεις;[26]
γ) Η οικολογική αποστολή. Το ήθος για το οποίο μιλήσαμε περιλαμβάνει επίσης την οικολογική συνείδηση. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο εισήγαγε στον ορθόδοξο χώρο ο Μητροπολίτης Ιωάννης. Θα πρέπει τώρα να είναι σαφές γιατί «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει» (Ρωμ. 8, 22), καθώς προσβλέπει στη συμφιλίωση του ανθρώπου με το άκτιστο. Η δημιουργία έχει ανάγκη από όντα που μπορούν να στραφούν ελεύθερα προς τον Θεό, να δεχθούν από Αυτόν την ύπαρξή τους και να εισέλθουν σε σχέση μαζί Του. Αυτή η τεράστια αποστολή ανήκει στον άνθρωπο. Η συμπερίληψη του οικολογικού προβλήματος επέτρεψε στον Μητροπολίτη Ιωάννη να διευρύνει την έννοια της αποστολής:
«Αυτός ο σχεσιακός χαρακτήρας της αποστολής δεν πρέπει να περιορίζεται στα ανθρώπινα όντα. Πρέπει να επεκτείνεται, ώστε να συμπεριλαμβάνει και τη δημιουργία στη μη ανθρώπινη μορφή της. Η ευαισθησία απέναντι στην ακεραιότητα της δημιουργίας δεν αποτελούσε κατά παράδοση μέρος της χριστιανικής αποστολής. Τώρα αντιλαμβανόμαστε ότι θα έπρεπε να αποτελεί. Η Εκκλησία ως κοινωνία σχετίζεται επίσης με τον ζωικό και τον υλικό κόσμο στο σύνολό του. Ίσως η πιο επείγουσα αποστολή της Εκκλησίας σήμερα είναι να αποκτήσει συνείδηση και να διακηρύξει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το γεγονός ότι υπάρχει μια εγγενής κοινωνία μεταξύ του ανθρώπου και του φυσικού του περιβάλλοντος· μια κοινωνία η οποία πρέπει να εισαχθεί στο ίδιο το είναι της Εκκλησίας, ώστε να λάβει την πληρότητά της».[27]
δ) Η αποστολή μέσω της τέχνης. Όταν το γεγονός της Πεντηκοστής και της Αναστάσεως του Χριστού προσδίδει το χρώμα του στην ανθρώπινη ζωή, τότε ο Χριστός συνδέεται με τα ουσιώδη και πολιτισμικά ζητήματα των ανθρώπων. Έτσι, η λαϊκή τέχνη αυτών των πολιτισμών θα εκφράσει αναπόφευκτα το αναστάσιμο ήθος. Αυτό ακριβώς συνέβη με τη χριστιανική εικονογραφία. Από την αρχή της απεικόνισε τον αναστημένο άνθρωπο, προσθέτοντας ένα φωτοστέφανο ως σημείο της υιοθεσίας και της αναστάσιμης σχέσεως με τον υπερβατικό Θεό.
Μια εκκλησιαστική εικόνα ή ένα σύμβολο αποτελεί παρουσία κρυμμένη πίσω από τα φθαρτά πράγματα· αποκαλύπτει την υποστατική παρουσία —δηλαδή την αληθινά προσωπική και όχι απλώς φαινομενική ή φυσική παρουσία— και η εικόνα συγκροτεί αυτή τη σχέση (συμβάλλειν) μαζί μας. Γι’ αυτόν τον λόγο, η εικονικότητα —τα σύμβολα, οι τύποι, η δημιουργία εικόνων κ.λπ.— είναι περισσότερο σύμφωνη με τη θεολογία από οποιαδήποτε «άυλη» προσέγγιση —τη νοερά προσευχή, το κήρυγμα, τη λογική επιχειρηματολογία κ.λπ.— η οποία ενυπάρχει στις διάφορες μορφές πνευματισμού, επειδή η προσέγγιση αυτή απαιτεί πάντοτε την υλική απεικόνιση, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει εκκλησιαστικός συμβολισμός.
Η ορθόδοξη Παράδοση προανήγγειλε όλα τα στοιχεία που χαρακτήρισαν τη νεωτερική και τη μετανεωτερική τέχνη. Μίλησε την οπτική γλώσσα της νεωτερικότητας και την περιέλαβε με ενοποιητικό τρόπο, όχι αναλυτικά και αποσπασματικά, όπως συμβαίνει στη σύγχρονη τέχνη. Η εικόνα υπήρξε αρχικά μια υπερρεαλιστική ζωγραφική. Οι θεολόγοι παραμέλησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την τέχνη ως τρόπο εκφράσεως της θεολογίας. Πρέπει να χρησιμοποιούμε την τέχνη ως μέσο θεολογήσεως, τόνιζε με έμφαση ο Μητροπολίτης Ιωάννης.
Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στην επιστήμη και στη λεγόμενη τεχνολογία, θα ολοκληρώσω την ευρεία και μάλλον εκτενή παρουσίασή μου με ορισμένες παρατηρήσεις για αυτά τα προβλήματα, όπως τις διατύπωσε ο αγαπητός μας Μητροπολίτης Ιωάννης.
5. Κίνδυνοι που πρέπει να αποφευχθούν: η πρόκληση της τεχνολογίας και της εκκοσμικεύσεως
ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΔΙΟΤΙ ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΛΩΝ. ΕΝΩ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ.ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΤΟ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ. ΖΗΖΙΟΥΛΑΚΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ.ΕΔΩ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΜΑΣ.
Ήδη στην πρώιμη μελέτη του «Η ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου» (1966), ο Μητροπολίτης Ιωάννης δήλωνε ότι «η λειτουργία είναι η πιο θετική και ενεργός αποδοχή του κόσμου και της δημιουργίας».[16] Λίγα χρόνια αργότερα, ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωάννης υπογράμμισε την ακόλουθη διευκρίνιση: «Η Εκκλησία και ο κόσμος δεν είναι οντολογικά χωρισμένοι· τα προβλήματα του κόσμου είναι συγχρόνως προβλήματα της Εκκλησίας· η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι μια στάση απέναντι στον κόσμο, αλλά μια συμπονετική και αγιαστική παρουσία μέσα σε αυτόν. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της ενσαρκωτικής διαστάσεως του σώματος της Εκκλησίας και της σχεσιακής φύσεώς του εν Πνεύματι. Ενεργώντας όμως με αυτόν τον τρόπο, η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να ταυτίσει τα Έσχατα με την ιστορία, επιχειρώντας να οικοδομήσει τη Βασιλεία ως μέρος της ιστορικής διαδικασίας».[17]
Στις Παραδόσεις Χριστιανικής Δογματικής, ο Μητροπολίτης Ιωάννης υποστηρίζει ότι η ακρόαση και το κήρυγμα του Ευαγγελίου δεν αποτελούν την πρωταρχική αποστολή της Εκκλησίας. «Όταν ένας ορθόδοξος χριστιανός λέει ότι πηγαίνει στην Εκκλησία, δεν εννοεί ότι πηγαίνει να ακούσει το Ευαγγέλιο του Χριστού να κηρύττεται σαν να επρόκειτο να το ακούσει για πρώτη φορά. Εννοεί ότι πηγαίνει να λατρεύσει τον Θεό μέσα στην κοινότητα των πιστών και, ιδιαίτερα, να συμμετάσχει στη Θεία Ευχαριστία. Η Εκκλησία προσδιορίζεται θεμελιωδώς από τη συμμετοχή της στη λατρεία του Θεού».[18]
Από αυτό συνάγεται ότι η υπερβολική έμφαση των χριστιανών στην αποστολή και στο κήρυγμα αποτελεί νεότερο φαινόμενο. «Ωστόσο, υπό την επίδραση εκείνων των σύγχρονων χριστιανικών κινημάτων και οργανώσεων που δίνουν έμφαση στην αποστολή και στο κήρυγμα, μια περισσότερο ατομικιστική ευσέβεια έχει αρχίσει να επηρεάζει την ορθόδοξη κατανόηση της λειτουργίας. Ορισμένοι κληρικοί προτάσσουν το κήρυγμα έναντι της λατρείας, παραμελώντας την Ευχαριστία, πράγμα που μεταβάλλει θεμελιωδώς τον προσανατολισμό της Εκκλησίας. Πολλοί κληρικοί σήμερα διαβάζουν, αντί να ψάλλουν, το Ευαγγέλιο στη Θεία Λειτουργία, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται πιο προσιτό στους λαϊκούς».[19]
Το εξηγεί περαιτέρω, λέγοντας ότι ο ευαγγελισμός δεν συγκροτεί την Εκκλησία, αλλά ότι «είναι πρωτίστως η Θεία Λειτουργία εκείνη που προσδίδει στην ορθόδοξη παράδοση την ιδιαίτερη θεώρησή της για την Εκκλησία». «Στην Ορθόδοξη Θεολογία, η Εκκλησία δεν συγκροτείται από το έργο του ευαγγελισμού ή της ιεραποστολής, δηλαδή από την επιθυμία της να καταστήσει την πίστη της κατανοητή σε όσους βρίσκονται έξω από αυτήν. Η Θεία Λειτουργία δεν επιχειρεί να εξηγήσει την πίστη· μολονότι υπάρχουν πολλές διατυπώσεις της πίστεως, καμία από αυτές δεν βρίσκεται στο κέντρο της ζωής της Εκκλησίας. Στο κέντρο βρίσκεται η ευχαριστιακή λατρεία, και εδώ η μοναδική ρητή διατύπωση της πίστεως είναι το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο μοιραζόμαστε με όλες τις άλλες Εκκλησίες και ομολογίες».
Το τελευταίο αυτό σημείο φαίνεται τόσο θεμελιώδες, ώστε είναι αναγκαίο να τονιστεί περισσότερο. Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ιωάννη: «Ωστόσο, η Εκκλησία προσλαμβάνει επίσης από τον κόσμο την ιστορία του, τον πολιτισμό του, ακόμη και τις τραγικές και αμαρτωλές εμπειρίες και αποτυχίες του, διότι είναι το σώμα του Κυρίου, ο οποίος αναλαμβάνει επάνω Του τις αμαρτίες του κόσμου. Δεύτερον, η ίδια η Εκκλησία προσλαμβάνεται. Η Εκκλησία, ως διακριτή κοινότητα μέσα στον κόσμο, βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με οτιδήποτε συγκροτεί τον “μη εκκλησιαστικό” χώρο, επιχειρώντας να καταστήσει τον εαυτό της αποδεκτό από τον κόσμο. Εκείνο που συνηθίζαμε να αποκαλούμε “αποστολή” αποδίδεται καλύτερα με την έννοια της προσλήψεως, διότι η Εκκλησία πρέπει να προσφέρει τον εαυτό της στον κόσμο και όχι να επιβάλλεται σε αυτόν».[20]
Για τον Μητροπολίτη Ιωάννη, η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι τίποτε λιγότερο από μια έκ-σταση κοινωνίας, η οποία σημαίνει έξοδο· «χάρη σε αυτήν, η Εκκλησία δεν παραμένει πίσω για να γίνει μια άλλη πόλη απέναντι στον κόσμο, αλλά συμμετέχει με συμπάθεια στη ζωή του κόσμου, με αποτέλεσμα να εμπλέκεται ουσιαστικά σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, μαζί με όλα τα προβλήματά της».[21]
Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Μητροπολίτης Ιωάννης θεωρούσε την κατήχηση και το κήρυγμα ιεραποστολικές δραστηριότητες της Εκκλησίας, οι οποίες μπορούν να πραγματοποιούνται εκτός της ευχαριστιακής κοινότητας. «Είναι προφανές ότι η κατήχηση και το κήρυγμα, για να είναι αποτελεσματικά από ιεραποστολική άποψη, πρέπει να προσαρμόζονται στην ηλικία, στα χαρακτηριστικά κ.λπ. των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Επομένως, αυτές οι δραστηριότητες μπορούν και πρέπει να πραγματοποιούνται εκτός της ευχαριστιακής κοινότητας. Στην αρχαία Εκκλησία υπήρχαν παρόμοιες “συνάξεις χωρίς την τέλεση των μυστηρίων”, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, στην Αλεξάνδρεια και αλλού. Ωστόσο, ο τελικός σκοπός μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι να οδηγήσει τους πιστούς στην Ευχαριστία. Μόνο εκεί ενώνονται όλοι ως τοπική Εκκλησία».[22]
Όλα αυτά συνδέονται με το γεγονός ότι η αποστολή μέσα στην Εκκλησία είναι σχεσιακή. Η λογική στην οποία στηρίζεται η θεώρηση του Μητροπολίτη Ιωάννη για την αποστολή της Εκκλησίας είναι λεπτή. «Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, η χριστιανική αποστολή θεωρούνταν ένα είδος κηρύγματος που απευθυνόταν στον κόσμο. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι η Εκκλησία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου και ότι ο κόσμος μισεί τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Η σχέση όμως της Εκκλησίας με τον κόσμο δεν είναι μόνο αρνητική· είναι και θετική. Αυτό υποδηλώνεται από την Ενσάρκωση και από ιδέες όπως η ανακεφαλαίωση των πάντων εν Χριστώ, την οποία συναντούμε στη Βίβλο —στην προς Εφεσίους, στην προς Κολοσσαείς κ.λπ.— και στους Πατέρες —στον Ειρηναίο, στον Μάξιμο και σε άλλους.
Στην ορθόδοξη παράδοση, στην οποία η Ευχαριστία κατέχει κεντρική θέση, ο κόσμος εισάγεται στην Εκκλησία τόσο με τη μορφή των φυσικών στοιχείων όσο και μέσω των καθημερινών μεριμνών των μελών της Εκκλησίας. Εάν η κοινωνία καταστεί βασική έννοια της εκκλησιολογίας, τότε η αποστολή κατανοείται και υπηρετείται καλύτερα όχι με την αντιπαράθεση του Ευαγγελίου προς τον κόσμο, αλλά με την πολιτισμική ενσάρκωσή του μέσα σε αυτόν. Η θεολογία πρέπει να αναζητεί τρόπους συσχετίσεως του Ευαγγελίου με τις υπαρξιακές ανάγκες του κόσμου και με καθετί ανθρώπινο. Αντί να ρίχνουμε τη Βίβλο ή τα δόγματα της Εκκλησίας στο πρόσωπο του κόσμου, θα ήταν προτιμότερο να επιδιώξουμε πρώτα να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε αυτό που κάθε άνθρωπος ποθεί στα βάθη της υπάρξεώς του, και έπειτα να εξετάσουμε πώς το Ευαγγέλιο και η διδασκαλία μπορούν να προσδώσουν νόημα σε αυτόν τον πόθο».[23]
4. Η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα: μετάδοση ενός ήθους
Η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα αποτελεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα, επειδή η εποχή μας είναι εντελώς διαφορετική από την προνεωτερική περίοδο. Η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανείς προκλήσεις, μεταξύ των οποίων το οικολογικό πρόβλημα, η σύγχρονη τεχνολογία στην ψηφιακή και βιοτεχνολογική εκδοχή της κ.λπ. Πώς θα ανταποκριθεί η Εκκλησία μας και πώς θα αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις; Κάθε βίαιη αντίδραση αποκλείεται. Η Εκκλησία πρέπει να αξιοποιήσει τους ανεκτίμητους θησαυρούς της, όπως είναι η Ευχαριστία και η ασκητική της παράδοση. Για να προφυλαχθούν όμως αυτοί οι θησαυροί από την εκκοσμίκευση, πρέπει να υπογραμμιστούν δύο πράγματα.
Όταν, στις αρχές της τρίτης χιλιετίας, ρωτήθηκε ποια θέση μπορεί να καταλάβει ο Χριστός στη σύγχρονη ζωή μας, ο Ζηζιούλας απάντησε ως εξής: «Στη δική μας εποχή και σε εκείνη που έρχεται, ο Χριστός θα είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε “σημεῖον ἀντιλεγόμενον”. Οι ανακαλύψεις που αναφέραμε [στην τεχνολογία και στη βιοτεχνολογία], πιστεύω, δεν θα καταστήσουν τον Θεό “περιττό”, αλλά, αντιθέτως, αναγκαίο. Οι ανακαλύψεις αυτές θα απειλήσουν το ανθρώπινο πρόσωπο —την ελευθερία, τη μοναδικότητα και το αναντικατάστατο κάθε προσώπου—, καθώς και τη φύση —την ακεραιότητα και τους νόμους που τη διέπουν και οργανώνουν την ενότητά της μέσα στην ποικιλία των ειδών και των οικοσυστημάτων. Ο άνθρωπος θα αναγκαστεί να αντιδράσει σε μια τέτοια απειλή· διαφορετικά, θα πάψει να είναι άνθρωπος. Ο Χριστός, όπως ερμηνεύθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και όπως πρέπει να ερμηνεύεται ακόμη και σήμερα από τη θεολογία, θα είναι, μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, ο μόνος αυθεντικός “τέλειος άνθρωπος”, ο οποίος —και ως “τέλειος Θεός”— θα δείξει την οδό που οδηγεί έξω από το αδιέξοδο. Εάν η Εκκλησία και η θεολογία ερμηνεύσουν και τονίσουν υπαρξιακά την Ορθόδοξη Χριστολογία, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο των εξελίξεων που αναφέρατε, τότε ακόμη και ο σύγχρονος άνθρωπος θα δει ότι “οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία”».[24]
Όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα υποδηλώνουν όχι μόνο ότι η Εκκλησία πρέπει να υποδεικνύει τον Χριστό ως την οδό εξόδου από το αδιέξοδο, αλλά και ότι οφείλει να το πράττει με τον κατάλληλο τρόπο, μεταδίδοντας ένα συγκεκριμένο ήθος, ένα εκκλησιαστικό ήθος, το οποίο είναι τόσο επιτακτικά αναγκαίο σήμερα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της τεχνολογίας, της οικολογίας κ.λπ. Η πολιτισμική ενσάρκωση του Ευαγγελίου κατά την πατερική εποχή δεν προκάλεσε την απώλεια της ταυτότητας της Εκκλησίας· αντιθέτως, την έσωσε από την απόσυρση από τον κόσμο σε μια περιχαρακωμένη ύπαρξη τύπου γκέτο. Ασφαλώς, «από την άποψη της ορθόδοξης Παραδόσεώς μας, αυτό που συνέβη κατά την πατερική εποχή υπήρξε πράγματι μια επιτυχής πολιτισμική ενσάρκωση, αφού μέσα από αυτήν δεν χάθηκε η καθαρότητα του Ευαγγελίου». Όπως υποστηρίζει ο Μητροπολίτης Ιωάννης, «ζούμε στο τέλος ενός ιστορικού πολιτισμού που διαμορφώθηκε από τον Διαφωτισμό· το Ευαγγέλιο πρέπει να αποδεσμευθεί από αυτόν και να παρουσιαστεί ως εναλλακτική πρόταση απέναντι σε αυτόν τον πολιτισμό». Πώς όμως μπορεί κανείς να παρουσιάσει έναν εναλλακτικό πολιτισμό;
4.1. Η μαρτυρία του ήθους
Με αυτόν τον εναλλακτικό πολιτισμό ο Μητροπολίτης Ιωάννης εννοούσε τη μαρτυρία ενός ήθους, μιας προσεγγίσεως της ζωής και μιας νοοτροπίας. Έλεγε: «Ιδιαίτερα ενόψει της κρίσιμης περιόδου την οποία διέρχεται ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, η Ευρώπη έχει ιδιαίτερη ανάγκη από ένα ήθος και μια νοοτροπία που θα μπορούν να εξισορροπήσουν τον ανταγωνισμό των ατομικών διεκδικήσεων και να δώσουν προτεραιότητα στις προσωπικές σχέσεις».
α) Η μαρτυρία της ορθόδοξης γυναίκας. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι ο Μητροπολίτης αναφέρθηκε εδώ στη μαρτυρία της ορθόδοξης γυναίκας μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Παρατήρησε κάποτε ότι «εάν αυτή η κοινωνία δεν υιοθετήσει μια προσωποκεντρική νοοτροπία, όπως αυτή που καλλιεργεί η Ορθοδοξία, θα πεθάνει. Η γυναίκα, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον μέσα στην κοινωνία μας, μας διδάσκει να ζούμε ως πρόσωπα και όχι ως άτομα, δηλαδή ως όντα σχέσεων και όχι ως απομονωμένα και “ανεξάρτητα” όντα».[25] Οι γυναίκες μπορούν να μάθουν αυτού του είδους την ελευθερία ευκολότερα και φυσικότερα. Ο Ζηζιούλας πίστευε ότι η ορθόδοξη γυναίκα καλείται να αλλάξει και να μεταμορφώσει το ατομικιστικό ρεύμα του δυτικού πολιτισμού. Διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να το επιτύχει, εφόσον είναι αληθινά ορθόδοξη γυναίκα.
β) Η μαρτυρία των γυναικών στη δημόσια ζωή. Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, ο Ιωάννης Ζηζιούλας είχε μια διαφορετική άποψη για τον ρόλο της ορθόδοξης γυναίκας, επιμένοντας ότι δεν πρέπει να απουσιάζει από τη δημόσια ζωή. Σε μια εποχή κατά την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και οι γυναίκες ασκούν την ευθύνη τους κατά την επιλογή των πολιτικών και άλλων ηγετών, δεν υπάρχουν απολύτως βιολογικοί ή άλλοι λόγοι που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ορθόδοξη γυναίκα να αναλάβει έναν ουσιαστικά ενεργό ρόλο στη δημόσια ζωή.
Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η ορθόδοξη γυναίκα που δραστηριοποιείται ενεργά στη δημόσια ζωή της ευρωπαϊκής κοινωνίας οφείλει να έχει πλήρη συνείδηση των βασικών κοσμοθεωρητικών και κοινωνικών αρχών που αναφέρθηκαν παραπάνω και οι οποίες διαφέρουν από τη δυτική αντίληψη για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τον Θεό. Εάν, ως πολιτικός, τεχνοκράτισσα ή τεχνικός στους τομείς της επιστήμης ή της διοικήσεως μέσα στην ευρωπαϊκή κοινωνία, δεν μεταδίδει αυτές τις ορθόδοξες αρχές και αυτή τη θεώρηση, τότε θα αφομοιωθεί η ίδια από τη νοοτροπία την οποία καλείται να μεταμορφώσει. Τι νόημα θα είχε, για παράδειγμα, μια ορθόδοξη γυναίκα να είναι υπουργός Περιβάλλοντος, εάν δεν είχε συνείδηση της ευχαριστιακής, λειτουργικής και ασκητικής προσεγγίσεως της φύσεως και του φυσικού περιβάλλοντος και ενεργούσε απλώς σύμφωνα με δυτικά, στοχοκεντρικά κριτήρια και ωφελιμιστικές προσεγγίσεις;[26]
γ) Η οικολογική αποστολή. Το ήθος για το οποίο μιλήσαμε περιλαμβάνει επίσης την οικολογική συνείδηση. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο εισήγαγε στον ορθόδοξο χώρο ο Μητροπολίτης Ιωάννης. Θα πρέπει τώρα να είναι σαφές γιατί «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει» (Ρωμ. 8, 22), καθώς προσβλέπει στη συμφιλίωση του ανθρώπου με το άκτιστο. Η δημιουργία έχει ανάγκη από όντα που μπορούν να στραφούν ελεύθερα προς τον Θεό, να δεχθούν από Αυτόν την ύπαρξή τους και να εισέλθουν σε σχέση μαζί Του. Αυτή η τεράστια αποστολή ανήκει στον άνθρωπο. Η συμπερίληψη του οικολογικού προβλήματος επέτρεψε στον Μητροπολίτη Ιωάννη να διευρύνει την έννοια της αποστολής:
«Αυτός ο σχεσιακός χαρακτήρας της αποστολής δεν πρέπει να περιορίζεται στα ανθρώπινα όντα. Πρέπει να επεκτείνεται, ώστε να συμπεριλαμβάνει και τη δημιουργία στη μη ανθρώπινη μορφή της. Η ευαισθησία απέναντι στην ακεραιότητα της δημιουργίας δεν αποτελούσε κατά παράδοση μέρος της χριστιανικής αποστολής. Τώρα αντιλαμβανόμαστε ότι θα έπρεπε να αποτελεί. Η Εκκλησία ως κοινωνία σχετίζεται επίσης με τον ζωικό και τον υλικό κόσμο στο σύνολό του. Ίσως η πιο επείγουσα αποστολή της Εκκλησίας σήμερα είναι να αποκτήσει συνείδηση και να διακηρύξει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το γεγονός ότι υπάρχει μια εγγενής κοινωνία μεταξύ του ανθρώπου και του φυσικού του περιβάλλοντος· μια κοινωνία η οποία πρέπει να εισαχθεί στο ίδιο το είναι της Εκκλησίας, ώστε να λάβει την πληρότητά της».[27]
δ) Η αποστολή μέσω της τέχνης. Όταν το γεγονός της Πεντηκοστής και της Αναστάσεως του Χριστού προσδίδει το χρώμα του στην ανθρώπινη ζωή, τότε ο Χριστός συνδέεται με τα ουσιώδη και πολιτισμικά ζητήματα των ανθρώπων. Έτσι, η λαϊκή τέχνη αυτών των πολιτισμών θα εκφράσει αναπόφευκτα το αναστάσιμο ήθος. Αυτό ακριβώς συνέβη με τη χριστιανική εικονογραφία. Από την αρχή της απεικόνισε τον αναστημένο άνθρωπο, προσθέτοντας ένα φωτοστέφανο ως σημείο της υιοθεσίας και της αναστάσιμης σχέσεως με τον υπερβατικό Θεό.
Μια εκκλησιαστική εικόνα ή ένα σύμβολο αποτελεί παρουσία κρυμμένη πίσω από τα φθαρτά πράγματα· αποκαλύπτει την υποστατική παρουσία —δηλαδή την αληθινά προσωπική και όχι απλώς φαινομενική ή φυσική παρουσία— και η εικόνα συγκροτεί αυτή τη σχέση (συμβάλλειν) μαζί μας. Γι’ αυτόν τον λόγο, η εικονικότητα —τα σύμβολα, οι τύποι, η δημιουργία εικόνων κ.λπ.— είναι περισσότερο σύμφωνη με τη θεολογία από οποιαδήποτε «άυλη» προσέγγιση —τη νοερά προσευχή, το κήρυγμα, τη λογική επιχειρηματολογία κ.λπ.— η οποία ενυπάρχει στις διάφορες μορφές πνευματισμού, επειδή η προσέγγιση αυτή απαιτεί πάντοτε την υλική απεικόνιση, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει εκκλησιαστικός συμβολισμός.
Η ορθόδοξη Παράδοση προανήγγειλε όλα τα στοιχεία που χαρακτήρισαν τη νεωτερική και τη μετανεωτερική τέχνη. Μίλησε την οπτική γλώσσα της νεωτερικότητας και την περιέλαβε με ενοποιητικό τρόπο, όχι αναλυτικά και αποσπασματικά, όπως συμβαίνει στη σύγχρονη τέχνη. Η εικόνα υπήρξε αρχικά μια υπερρεαλιστική ζωγραφική. Οι θεολόγοι παραμέλησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την τέχνη ως τρόπο εκφράσεως της θεολογίας. Πρέπει να χρησιμοποιούμε την τέχνη ως μέσο θεολογήσεως, τόνιζε με έμφαση ο Μητροπολίτης Ιωάννης.
Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στην επιστήμη και στη λεγόμενη τεχνολογία, θα ολοκληρώσω την ευρεία και μάλλον εκτενή παρουσίασή μου με ορισμένες παρατηρήσεις για αυτά τα προβλήματα, όπως τις διατύπωσε ο αγαπητός μας Μητροπολίτης Ιωάννης.
5. Κίνδυνοι που πρέπει να αποφευχθούν: η πρόκληση της τεχνολογίας και της εκκοσμικεύσεως
ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΔΙΟΤΙ ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΛΩΝ. ΕΝΩ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ.ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΤΟ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ. ΖΗΖΙΟΥΛΑΚΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ.ΕΔΩ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΜΑΣ.
Σημειώσεις:
16 Zizioulas, 2011, σ. 125.
17 Zizioulas, 2010, σ. 88.
18 Zizioulas, 2009, σ. 121.
19 Zizioulas, 2009, σ. 121.
20 Zizioulas, 2010, σ. 120.
21 Ζηζιούλας, 2016, σ. 543.
22 Ζηζιούλας, 2016, σ. 545.
23 Zizioulas, 2010, σ. 57.
24 Zizioulas, 1999, σ. 424–43.
25 Ζηζιούλας, 1997, σ. 12.
26 Ζηζιούλας, 1997, σ. 28–29.
27 Zizioulas, 2010, σ. 57.
16 Zizioulas, 2011, σ. 125.
17 Zizioulas, 2010, σ. 88.
18 Zizioulas, 2009, σ. 121.
19 Zizioulas, 2009, σ. 121.
20 Zizioulas, 2010, σ. 120.
21 Ζηζιούλας, 2016, σ. 543.
22 Ζηζιούλας, 2016, σ. 545.
23 Zizioulas, 2010, σ. 57.
24 Zizioulas, 1999, σ. 424–43.
25 Ζηζιούλας, 1997, σ. 12.
26 Ζηζιούλας, 1997, σ. 28–29.
27 Zizioulas, 2010, σ. 57.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου