1/7 «Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας» α1
Παρασκευή 28-10-2011:
Α΄ Συνεδρία
17.30-17.50: Νικόλαος Ασπρούλης Master Θεολογίας, Επιστημονικός Συνεργάτης Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών:
Η νεο-πατερική μεθοδολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα: από τον π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ στη θεολογική γενιά του '60
17.50-18.10: Κωνσταντίνος Αγόρας, Επίκουρος Καθηγητής Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ): Η θεολογική γνωσιολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Δόξα σοι ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.
Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Αγιον, καὶ δι’ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας· Φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
Ξεκινάμε αμέσως το συνέδριο. Υπάρχει μια μικρή τροποποίηση του αρχικού προγράμματος.
Οι χαιρετισμοί θα μεταφερθούν για αύριο, κατά την τελετή υποδοχής του Σεβασμιωτάτου Περγάμου ως εταίρου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Θα διαβάσω απλώς τώρα έναν πολύ σύντομο χαιρετισμό υποδοχής, για να ξεκινήσουμε το συνέδριο.
Σεβασμιώτατε Άγιε Περγάμου, Πανοσιολογιώτατε εκπρόσωπε του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου, Σεβασμιώτατοι, Θεοφιλέστατοι, σεβαστοί Πατέρες, ελλογιμότατοι κύριοι καθηγητές, φίλες και φίλοι,
Όπως είχε ήδη αναγγείλει κατά την πρόσφατη επίσκεψή της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο Φανάρι, η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών σκόπευε να τιμήσει σε ειδική εκδήλωση τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, μια εξέχουσα θεολογική και εκκλησιαστική προσωπικότητα του καιρού μας, με οικουμενική και πανορθόδοξη αναγνώριση και αποδοχή, η οποία τιμά την Ορθοδοξία και το ελληνικό όνομα στον διεθνή ακαδημαϊκό στίβο και έχει ποικιλοτρόπως στηρίξει το έργο και το όραμα της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ακαδημίας, υπό την προεδρία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, αποφάσισε, λοιπόν, να υποδεχθεί τον Σεβασμιώτατο Περγάμου κ. Ιωάννη ως εταίρο και επίτιμο μέλος της και να διοργανώσει προς τιμήν του διεθνές συνέδριο στην ελληνική γλώσσα και άλλες συναφείς εκδηλώσεις κατά το τριήμερο από τις 28 έως τις 30 Οκτωβρίου 2011. Είμαστε βαθύτατα ευγνώμονες προς τον Άγιο Περγάμου για την άμεση ανταπόκρισή του και την αποδοχή της προτάσεώς μας, και ιδιαίτερα χαρούμενοι που έχουμε την τιμή της παρουσίας και της συμμετοχής μιας πλειάδας διακεκριμένων ιεραρχών και λαμπρών θεολόγων από ολόκληρο τον κόσμο.
Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών είναι πλέον γνωστή ανά την οικουμένη για τη σημασία και τη σπουδαιότητα που αποδίδει στη μελέτη και τη συζήτηση των σύγχρονων προβλημάτων και προκλήσεων που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει η Ορθοδοξία.
Στο πλαίσιο αυτό έχει κατ’ επανάληψη διοργανώσει συνέδρια και ημερίδες με θέμα τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία, με κορυφαίο στο είδος του το συνέδριο για τη θεολογική γενιά του 1960 και πιο πρόσφατο το πρώτο συνέδριο της σειράς «Θεολογικές Προσωπογραφίες», το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Παναγιώτη Τρεμπέλα και θα ακολουθηθεί φέτος από ένα δεύτερο, αφιερωμένο στον Νίκο Νησιώτη.
Αν εκείνα ήταν περισσότερο συνέδρια κριτικής αποτίμησης, το παρόν συνέδριο, χωρίς να απεμπολεί την κριτική λειτουργία που είναι σύμφυτη με το θεολογείν, αναδεικνύει περισσότερο το στοιχείο της οφειλής, τιμώντας, για πρώτη μάλλον φορά στον ελληνικό χώρο και σε αυτό το επίπεδο, τον λαμπρότερο ίσως εκπρόσωπο της σύγχρονης ελληνικής και ορθόδοξης θεολογίας. Γι’ αυτό και ήταν πολλά τα θετικά μηνύματα ανταπόκρισης που λάβαμε από διάφορα μέρη του κόσμου, μόλις ανακοινώθηκε και έγινε ευρύτερα γνωστή η είδηση της τιμητικής εκδήλωσης και του συνεδρίου για τον Άγιο Περγάμου.
Δεν θα ήθελα να μακρύνω άλλο τον λόγο μου, καθώς αύριο, στον ακαδημαϊκό έπαινο, θα έχω την ευκαιρία να πω περισσότερα για το πρόσωπο και το έργο του. Θα μου επιτρέψετε, όμως, προτού κλείσω αυτόν τον σύντομο χαιρετισμό υποδοχής, να ευχαριστήσω όλους όσοι συνέβαλαν στην προετοιμασία και τη διοργάνωση αυτού του σημαντικού γεγονότος:
Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη, εν πρώτοις, για την αποδοχή της προτάσεώς μας, καθώς και για την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση με τις οποίες περιβάλλει το έργο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών από την πρώτη στιγμή.
Τους διακεκριμένους εισηγητές αυτού του συνεδρίου, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με χαρά και προθυμία στην πρόσκλησή μας.
Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ακαδημίας για την αποδοχή της προτάσεώς μας και την πολύπλευρη στήριξη αυτής της προσπάθειας.
Τους κληρικούς και το προσωπικό της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και ιδιαιτέρως τον Πρωτοσύγκελλο, πατέρα Δαμασκηνό, για την πολύτιμη βοήθεια και τη συμπαράστασή τους σε πλείστα όσα ζητήματα.
Τους υπευθύνους του Συνεδριακού Κέντρου Θεσσαλίας και ιδιαιτέρως την κυρία Τράγιτσα Τσίπαλο και τον τεχνικό, κύριο Ηλία Κατήκο, για την υλικοτεχνική και τεχνική υποστήριξη του συνεδρίου.
Τους οδηγούς, οι οποίοι διευκολύνουν τις μετακινήσεις μας.
Τους συνεργάτες της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, Νικόλαο Ασπρούλη, Κλαίρη Νικολάου, Βαλίλα Γιαννουτάκη και Φιλοκτήμονα Σταμόπουλο-Σαμαρά, για την άριστη και υποδειγματική συνεργασία τους, καθώς και για την αγόγγυστη συνδρομή και παρουσία τους, πολλές φορές μάλιστα πέραν ή και εκτός ωραρίου.
Χωρίς τη δική τους, πολλές φορές αφανή, εργασία δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ. Σας καλωσορίζουμε, λοιπόν, στην πόλη του Βόλου, στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος και στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, ευχόμενοι καλή διαμονή και γόνιμες και ουσιαστικές συζητήσεις, εν πνεύματι και αληθεία. Να είστε καλά.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η πρώτη αυτή συνεδρία, στην οποία έχω την τιμή να προεδρεύω, θα περιλαμβάνει δύο εισηγήσεις. Η πρώτη θα παρουσιαστεί από τον κ. Νικόλαο Ασπρούλη, ο οποίος βρίσκεται στα αριστερά μου και είναι κάτοχος Master Θεολογίας από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, υποψήφιος διδάκτωρ Θεολογίας και επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών και του περιοδικού Θεολογία. Θα μιλήσει με θέμα «Η νεοπατερική μεθοδολογία του Μητροπολίτη Περγάμου: από τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ στη θεολογική γενιά του ’60».
Ο κ. Ασπρούλης συνέγραψε μεταπτυχιακή εργασία με θέμα το έργο του Αγίου Περγάμου και νομίζω ότι θα έχει πολλά να μας πει στην εισήγησή του.
Κύριε Ασπρούλη, έχετε τον λόγο.
Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Σεβασμιώτατοι και σεβαστοί Πατέρες, κύριοι καθηγητές, κυρίες και κύριοι.
Η συμμετοχή μου στο πρώτο διεθνές συνέδριο για την προσωπικότητα και το έργο του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα αποτελεί για μένα μεγάλη τιμή και ανείπωτη χαρά. Αποτελεί μια πρόκληση-πρόσκληση να ενσκήψουμε με σεβασμό στο έργο του διεθνώς πλέον αναγνωρισμένου σύγχρονου Ορθόδοξου θεολόγου. Δεν είναι σχήμα υπερβολής να σημειωθεί εδώ ότι για το έργο του Μητροπολίτη Περγάμου έχουν συγγραφεί εκτός Ελλάδας περισσότερες από εβδομήντα διδακτορικές και μεταπτυχιακές διατριβές, δεκάδες άρθρα σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, ακόμη και στην κινεζική, καθώς και πλήθος σχετικών εγκυκλοπαιδικών λημμάτων και επιμέρους κεφαλαίων σε θεολογικές και φιλοσοφικές μελέτες. Είναι απορίας άξιο ότι στη χώρα μας το έργο αυτό εξακολουθεί να είναι σχεδόν παντελώς άγνωστο.[ΚΑΘΟΤΙ ΜΗ-ΟΡΘΟΔΟΞΟ]
Αν επιχειρήσει κάποιος να αναζητήσει κάποια μελέτη σε επίπεδο διδακτορικής ή μεταπτυχιακής διατριβής ή ακόμη και σχετική αρθρογραφία, σύντομα θα απογοητευτεί. Οι ελάχιστες σποραδικές αναφορές εκφράζουν συχνά είτε την άγνοια του έργου του κρινόμενου θεολόγου είτε μια καθολική απαξίωση, η οποία αποτυπώνει τα ιδεοληπτικά συμπλέγματα του κρίνοντος. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν κάποιες, ελάχιστες έστω, εξαιρέσεις, στις οποίες η θεολογική σκέψη του τιμώμενου στο συνέδριο αυτό Ιεράρχη έγινε αντικείμενο σοβαρού και ειλικρινού διαλόγου.
Παρά την κυρίαρχη θεολογική αφασία, η οποία φαίνεται ότι εξακολουθεί να χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό —παρά την αναγέννηση της δεκαετίας του 1960— τη σύγχρονη ελληνόφωνη, ιδίως, Ορθόδοξη θεολογία, το πρωτοποριακό έργο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών προσφέρει για μία ακόμη φορά την κατάλληλη αφορμή για να συζητήσουμε και να προβληματιστούμε πάνω στα ουσιώδη θεολογικά ζητήματα. Και εξάπαντος το πρωτότυπο και δημιουργικό έργο του Μητροπολίτη Περγάμου μάς προτρέπει προς αυτήν την κατεύθυνση.
Το να μελετήσει κάποιος τη μεθοδολογία ενός έργου δεν συνιστά εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται μια προσεκτική, ψύχραιμη και βαθιά απόπειρα ανατομής του συνολικού έργου, ώστε να έρθουν στην επιφάνεια οι άξονες πάνω στους οποίους αυτό δομείται. Όταν στο κείμενό μας μιλάμε για μεθοδολογία, δεν αναφερόμαστε σε τίποτε περισσότερο από τη μέθοδο, τον τρόπο δηλαδή που χρησιμοποιεί ο θεολόγος στην προσπάθειά του να θεολογήσει.
Ακολουθώντας εδώ την παρακαταθήκη του ίδιου του τιμώμενου διδασκάλου, αλλά και του δικού μας μέντορα και καθηγητή, πρέπει να επισημανθεί ότι η θεολογική συζήτηση δεν πρέπει να επικεντρώνεται πρωτίστως στις επιμέρους θέσεις ενός στοχαστή ή στις συγκρίσεις μεταξύ διαφορετικών στοχαστών ή ρευμάτων, αλλά εξάπαντος στις προϋποθέσεις επάνω στις οποίες θεμελιώνεται η εκδίπλωση ενός θεωρητικού συστήματος.
Η παρούσα εισήγησή μας δεν φιλοδοξεί σε καμία περίπτωση να είναι εξαντλητική, αλλά θα επιδιώξει μια κριτική προσέγγιση και αποτύπωση, με απόλυτο σεβασμό στο τιμώμενο πρόσωπο και στο έργο του, ορισμένων βασικών, κατά τη γνώμη μας, αξόνων της μεθοδολογίας του θεολογικού προγράμματος του Μητροπολίτη Περγάμου. Στην προοπτική αυτή, η προσπάθειά μας θα έχει κυρίως ιστορικό αλλά και συστηματικό χαρακτήρα, επιδιώκοντας, προτού αναδείξει τα μεθοδολογικά εργαλεία του θεολόγου μας, να ανιχνεύσει καταρχάς τη μεθοδολογική προϊστορία του θεολογικού τρόπου του Μητροπολίτη Περγάμου.
Οι απαρχές: Paul Tillich και π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ
Είναι γνωστό σε όλους ότι, στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών σπουδών του στην Αμερική, ο Μητροπολίτης Περγάμου, λαϊκός τότε, ευτύχησε να έχει ως καθηγητές του στο Πανεπιστήμιο Harvard τον Paul Tillich και τον περισσότερο γνωστό σ’ εμάς π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ.
Αν και η σχέση του Ζηζιούλα —χρησιμοποιώ, λόγω χρόνου, διάφορες εκφράσεις για το πρόσωπο του τιμώμενου Ιεράρχη— με τον δεύτερο έχει συχνά υπογραμμιστεί, δεν έχει συμβεί το ίδιο με την εξίσου σημαντική σχέση του προς τον Γερμανοαμερικανό θεολόγο και στοχαστή Paul Tillich.
Ο Tillich κατέστη ιδιαίτερα γνωστός για τη λεγόμενη «μέθοδο της συσχέτισης». Βασικό του μέλημα υπήρξε εξαρχής να βρει έναν τρόπο να συσχετίσει τη χριστιανική πίστη με τον κοσμικό πολιτισμό, θεωρώντας τη θρησκεία βασική διάσταση της ζωής, βασικό και αναλλοίωτο στοιχείο της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης και, όπως αναφέρει ο ίδιος, ουσία του πολιτισμού.
Όπως θα καταστήσει σαφές από πολύ νωρίς, η θρησκεία είναι η εμπειρία του απολύτου· με άλλα λόγια, πρόκειται για τον προσανατολισμό ολόκληρης της ύπαρξης προς αυτό το απόλυτο. Το απόλυτο θα αποτελέσει στο εξής μια έννοια-κλειδί για την προσέγγιση του Θεού.[ΚΑΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ;]
Την ίδια στιγμή, εφόσον η θρησκεία αποτελεί την εμπειρία του απολύτου, θα χαρακτηριστεί ως το γεγονός της συναρπαγής μας από ένα έσχατο ενδιαφέρον, το οποίο αφορά τόσο στο έσχατο ενδιαφέρον του υποκειμένου σε σχέση με το έσχατο νόημα της ίδιας του της ύπαρξης όσο και στο απόλυτο, ολοκληρωτικό ενδιαφέρον καθαυτό, καθώς αυτό συναρπάζει το υποκείμενο στην ολότητά του. Καθίσταται, λοιπόν, προφανής εδώ ο υπαρξιακός χαρακτήρας της θρησκευτικής εμπειρίας σε σχέση με το ενδιαφέρον αυτό.
Επί τη βάσει της έννοιας του απολύτου και του έσχατου ενδιαφέροντος, ο Tillich επιχείρησε ήδη, πριν από τη Συστηματική Θεολογία του, να αποδείξει ότι η αξίωση του απολύτου, παρά τη φαινομενική αντίθεση, είναι τελικά κοινή τόσο στη βιβλική θρησκεία όσο και στην οντολογία.
Φαίνεται έτσι ότι η οντολογία και η θεολογία δεν είναι παρά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, οι οποίες επιδιώκουν την ανάδειξη του έσχατου νοήματος του Είναι. Στην προοπτική αυτή, ο Tillich θα κατανοήσει τη θεολογία ως στενά και άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φιλοσοφία, κεντρικό έργο της οποίας είναι να θέτει το ερώτημα που αφορά στο ίδιο το Είναι.
Θεωρώντας οργανική τη διασύνδεση φιλοσοφίας και θεολογίας επί τη βάσει της σχέσης Θεού, ανθρώπου και κόσμου στον ορίζοντα του Είναι, θα διατυπώσει με ευκολία ότι το ερώτημα περί του όντος είναι το κοντινότερο σ’ εμάς ερώτημα, καθώς είμαστε τα μόνα όντα που μπορούν να αναρωτηθούν για την ίδια τους την ύπαρξη.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα για τον Γερμανοαμερικανό θεολόγο, έργο της θεολογίας είναι να ερωτά για το ον, στον βαθμό που αυτό αποτελεί για εμάς έσχατη μέριμνα, εννοώντας δηλαδή καθετί που μας αφορά και σχετίζεται με ριζικό και απόλυτο τρόπο με την ίδια την ύπαρξή μας και το βαθύτερο νόημά της. Θα καταλήξει, μάλιστα, με αφοπλιστικό τρόπο: «Όταν η θεολογία ερωτά για το νόημα του Είναι-όντος, ερωτά για τον Θεό. Αυτό το υπαρξιακώς σκέπτεσθαι, αυτό είναι θεολογία».
Ο Tillich της περιόδου της Συστηματικής Θεολογίας θα διακρίνει μεταξύ δύο ειδών θεολογίας, της κηρυγματικής και της απολογητικής. Η μεν πρώτη απλώς επαναλαμβάνει και επαναδιατυπώνει το βιβλικό μήνυμα, ενώ η δεύτερη επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στην υπαρξιακή μέριμνα του ανθρώπου και στα υπαρξιακά ερωτήματα που εκείνος θέτει. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία της μεθόδου της συσχέτισης. Σύμφωνα με τον θεολόγο, αυτή φαίνεται να διακρίνεται από τρεις παραμέτρους: πρώτον, την αλήθεια του χριστιανικού μηνύματος· δεύτερον, την αναγκαία ερμηνεία αυτού του μηνύματος· και, τρίτον, την υπαρξιακή και πολιτισμική κατάσταση του εκάστοτε παραλήπτη του.
Για τον Tillich, η οργανική συσχέτιση μεταξύ, αφενός, των υπαρξιακών ερωτημάτων που τίθενται από την πλευρά του ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση αλλοτρίωσης και κατακερματισμού —την ιδανική περιγραφή της οποίας αντλεί από τη φιλοσοφία του υπαρξισμού—, και, αφετέρου, των θεολογικών απαντήσεων που προέρχονται από την αποκάλυψη της πληρότητας και της ενότητας του Θεού, ενεργοποιεί έναν αναγκαίο θεολογικό κύκλο. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν ερμηνευτικό κύκλο, μόνο μέσα από τον οποίο είναι δυνατόν να λειτουργήσει αυτός ο σύνδεσμος.
Προκειμένου, ωστόσο, να υπάρξει συσχέτιση, είναι ανάγκη να υφίσταται ένας κοινός ορίζοντας μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού. Ο Tillich θα εντοπίσει αυτή την κοινή βάση στην από κοινού εμπλοκή τους στη δομή του Είναι. Την ίδια στιγμή είναι προσεκτικός και επιμένει ότι, αν και η φιλοσοφία αποπειράται να προσεγγίσει και να περιγράψει τη δομή του Είναι, βασικό έργο της θεολογίας είναι η ενασχόληση με το βάθος ή το θεμέλιο αυτής της δομής.
Τα υπαρξιακά ερωτήματα και οι αναζητήσεις δεν θα μπορούσαν να απαντηθούν από τη διασαλευμένη, λόγω της αλλοτρίωσης, δομή του Είναι, αλλά μόνο από το ίδιο το θεμέλιό της, το οποίο κατανοείται ως το Είναι καθαυτό. Αυτό βρίσκει τη φανέρωσή του στην Αποκάλυψη του Θεού, η οποία αποτελεί τη φανέρωση του έσχατου θεμελίου και νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί ο Θεός αναγνωρίζεται ως το Είναι καθαυτό.
Ο θεολόγος μας αντιτάσσεται σε κάθε φυσική ή υπερφυσική θεολογία που τείνει να τοποθετεί τον Θεό εκτός ή εντός του κόσμου, προκειμένου να κάνει λόγο για τον αυθυπερβατικό ρεαλισμό της θεολογίας. Ποια είναι, επομένως, τα υπαρξιακά ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει αυτό το είδος θεολογίας, όπως το περιγράφει ο Tillich;
Πρώτον, η Αποκάλυψη αποτελεί την απάντηση στο ερώτημα της λογικής. Δεύτερον, ο Θεός αποτελεί την απάντηση στο ερώτημα του Είναι. Τρίτον, ο Χριστός αποτελεί την απάντηση στο ερώτημα της αλλοτριωμένης ύπαρξης.
Διακινδυνεύοντας, με βάση τα παραπάνω, μια περιεκτική και συνοπτική περιγραφή των αξόνων της θεολογίας του Tillich, νομίζουμε ότι αυτή συγκεφαλαιώνεται, αφενός, στο οντολογικό ενδιαφέρον και στην υπαρξιακή έγνοια για την κατάσταση του ανθρώπου και, αφετέρου, στις δυνατότητες της θεολογίας να απολογηθεί, να προσφέρει δηλαδή απαντήσεις στα ερωτήματα που της θέτει ο εκάστοτε άνθρωπος και πολιτισμός, στον βαθμό που ως υπόβαθρο για μια τέτοια δυνατότητα εκλαμβάνεται η συνέχεια μεταξύ Θεού και ανθρώπου στον οντολογικό ορίζοντα.
Είναι προφανής, επομένως, ο φιλοσοφικός χαρακτήρας αυτού του τύπου θεολογίας, αλλά και ο έντονος ανθρωποκεντρικός χρωματισμός της. Επιμείναμε λίγο περισσότερο στον Tillich, όχι μόνο διότι και αυτός είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό, αλλά και διότι πιστεύουμε ότι συνδέεται περισσότερο απ’ όσο έχει ενδεχομένως προσεχθεί με τη διαμόρφωση της θεολογικής μεθοδολογίας του Μητροπολίτη Περγάμου.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο Μητροπολίτης Περγάμου αισθάνεται εξίσου κοντά και στον π. Georges Florovsky, υπό την καθοδήγηση του οποίου θα αναλάβει τη μελέτη της Χριστολογίας του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Μελετώντας προσεκτικά το συνολικό έργο του Ρώσου θεολόγου, αλλά κυρίως ορισμένα επιμέρους κείμενά του, όπως το Patristic Theology and the Ethos of the Orthodox Church, μεταξύ άλλων, όπου γίνεται έμμεσα ή άμεσα λόγος για τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί το θεολογικό του πρόγραμμα, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε τα εξής για τον Florovsky.
Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Florovsky διατυπώνει δημόσια και με σαφήνεια την πρότασή του για τη «νεοπατερική σύνθεση» το 1949, όταν βρίσκεται ήδη στο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδιμήρου στη Νέα Υόρκη. Βεβαίως, είχε ήδη από πολύ νωρίς, κατά τη δεκαετία του 1930, αλλά και ενδεχομένως νωρίτερα, προδιαγράψει ορισμένες πτυχές του προγράμματός του. Έτσι, ήδη σε κείμενό του από το 1931-1932, στο οποίο ασκεί κριτική στον ιδεαλισμό, θα μιλήσει για τον «χριστιανικό Ελληνισμό», ενώ από το βήμα του περίφημου Α΄ Συνεδρίου Ορθόδοξης Θεολογίας, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1936, θα διακηρύξει την ανάγκη η σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία να απαλλαγεί από τη θλιβερή κατάσταση των δυτικών επιδράσεων, την οποία αποκαλούσε «βαβυλώνια αιχμαλωσία» και «ψευδομόρφωση». Με τους όρους αυτούς περιέγραφε την κατάσταση στην οποία ήταν εγκλωβισμένη η Ορθόδοξη θεολογία μετά την πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την εποχή εκείνη, κάνοντας έτσι λόγο για την ανάγκη «επιστροφής στους Πατέρες».
Ο «χριστιανικός Ελληνισμός», από τη μία πλευρά, θα ερμηνευθεί ως η με συστηματικό τρόπο έλλογη διατύπωση του βιβλικού μηνύματος στη μορφή του δόγματος, αλλά και ως έκφραση της ιστορικότητας της θείας οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η «βαβυλώνια αιχμαλωσία», μαζί με τα αναγεννητικά θεολογικά κινήματα της εποχής εκείνης στον χώρο της δυτικής θεολογίας —τη βιβλική, την πατερική και τη λειτουργική αναγέννηση—, θα αποτελέσουν την κατάλληλη αφορμή για τη διατύπωση του θεολογικού προγράμματος του Georges Florovsky. Επιπλέον, η «επιστροφή στους Πατέρες» θα προταθεί ως η οδός, το εργαλείο πραγμάτωσης του ανωτέρω στόχου.
Όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία θα αποτελέσουν το πλαίσιο εντός του οποίου αναδεικνύεται και αναπτύσσεται από τον Florovsky, έστω και αποσπασματικά, η νεοπατερική μεθοδολογική του πρόταση. Εάν αυτές είναι οι βασικές παράμετροι, οι άξονες που θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά ολόκληρου του προγράμματος θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής.
Πρώτον, η εν Χριστώ αυτοαποκάλυψη του Θεού και Πατρός, το πρόσωπο και το έργο του Χριστού· με άλλα λόγια, ολόκληρο το πασχάλιο μυστήριο —η Ενσάρκωση, το Πάθος, η Ανάσταση και η Ανάληψη του Υιού και Λόγου του Θεού— ως σημείο εκκίνησης, τόπος διαλόγου και τρόπος, επί τη βάσει του οποίου μπορεί να επιτελείται η θεολογία που επιθυμεί να λέγεται και να είναι χριστιανική.
Δεύτερον, ο αναγκαίος παράγοντας που απαιτείται προκειμένου να εκδιπλωθεί η εν Χριστώ αυτοαποκάλυψη του Θεού και Πατρός δεν μπορεί να είναι παρά η Ιστορία: το «μονοπάτι του Θεού στον κόσμο», ο τόπος όπου ο Θεός, με τις συνεχείς πράξεις και τα μεγαλειώδη έργα Του, συνήψε αρχικά Διαθήκη με τον Αδάμ και τον λαό Του, ενώ με την Ενσάρκωση και το όλο μυστήριο της «πατρικής ευδοκίας» ανανέωσε τη Διαθήκη αυτή με τον καινό άνθρωπο, πραγματώνοντας στο πρόσωπο του Χριστού και μέσω της Εκκλησίας τα σωτηριώδη έργα Του, στην προοπτική της ιστορίας της σωτηρίας.
Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις, ο Florovsky φαίνεται ότι κατανοεί τη νεοπατερική σύνθεση ως μια πρωτίστως θεολογική επανερμηνεία της σύνολης ιστορίας της αποστολικής και πατερικής θεολογίας και Παράδοσης. Για παράδειγμα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι χρησιμοποιεί Πατέρες τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση, χωρίς περιορισμούς και επιφυλάξεις, ακόμη και από τη σχολαστική περίοδο. Ακολουθώντας στη συνέχεια το πνεύμα και όχι το νεκρό γράμμα της παράδοσης των Πατέρων, επιχειρεί να δώσει μια απάντηση, μια σύνθεση, ανταποκρινόμενος στις απαιτήσεις και στις σύγχρονες ανάγκες της εποχής του.
Προς τούτο απαιτείται προσοχή, ώστε το νεοπατερικό παράδειγμα του Ρώσου θεολόγου να μη θεωρηθεί ως μια στενά ιδεολογική ή ομολογιακή ερμηνευτική προσέγγιση. Αντιθέτως, συνδυάζοντας την εν χρόνω και χώρω εκκλησιαστική οικουμενικότητα, οφείλει να κατανοηθεί, στην πρώιμη τουλάχιστον μορφή του, ως πρόταση ανατροφοδότησης και αυτοσυνειδησίας στο πλαίσιο της καθολικής Παράδοσης της Εκκλησίας.
Συνεχίζεται
Ξεκινάμε αμέσως το συνέδριο. Υπάρχει μια μικρή τροποποίηση του αρχικού προγράμματος.
Οι χαιρετισμοί θα μεταφερθούν για αύριο, κατά την τελετή υποδοχής του Σεβασμιωτάτου Περγάμου ως εταίρου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Θα διαβάσω απλώς τώρα έναν πολύ σύντομο χαιρετισμό υποδοχής, για να ξεκινήσουμε το συνέδριο.
Σεβασμιώτατε Άγιε Περγάμου, Πανοσιολογιώτατε εκπρόσωπε του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου, Σεβασμιώτατοι, Θεοφιλέστατοι, σεβαστοί Πατέρες, ελλογιμότατοι κύριοι καθηγητές, φίλες και φίλοι,
Όπως είχε ήδη αναγγείλει κατά την πρόσφατη επίσκεψή της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο Φανάρι, η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών σκόπευε να τιμήσει σε ειδική εκδήλωση τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, μια εξέχουσα θεολογική και εκκλησιαστική προσωπικότητα του καιρού μας, με οικουμενική και πανορθόδοξη αναγνώριση και αποδοχή, η οποία τιμά την Ορθοδοξία και το ελληνικό όνομα στον διεθνή ακαδημαϊκό στίβο και έχει ποικιλοτρόπως στηρίξει το έργο και το όραμα της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ακαδημίας, υπό την προεδρία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, αποφάσισε, λοιπόν, να υποδεχθεί τον Σεβασμιώτατο Περγάμου κ. Ιωάννη ως εταίρο και επίτιμο μέλος της και να διοργανώσει προς τιμήν του διεθνές συνέδριο στην ελληνική γλώσσα και άλλες συναφείς εκδηλώσεις κατά το τριήμερο από τις 28 έως τις 30 Οκτωβρίου 2011. Είμαστε βαθύτατα ευγνώμονες προς τον Άγιο Περγάμου για την άμεση ανταπόκρισή του και την αποδοχή της προτάσεώς μας, και ιδιαίτερα χαρούμενοι που έχουμε την τιμή της παρουσίας και της συμμετοχής μιας πλειάδας διακεκριμένων ιεραρχών και λαμπρών θεολόγων από ολόκληρο τον κόσμο.
Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών είναι πλέον γνωστή ανά την οικουμένη για τη σημασία και τη σπουδαιότητα που αποδίδει στη μελέτη και τη συζήτηση των σύγχρονων προβλημάτων και προκλήσεων που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει η Ορθοδοξία.
Στο πλαίσιο αυτό έχει κατ’ επανάληψη διοργανώσει συνέδρια και ημερίδες με θέμα τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία, με κορυφαίο στο είδος του το συνέδριο για τη θεολογική γενιά του 1960 και πιο πρόσφατο το πρώτο συνέδριο της σειράς «Θεολογικές Προσωπογραφίες», το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Παναγιώτη Τρεμπέλα και θα ακολουθηθεί φέτος από ένα δεύτερο, αφιερωμένο στον Νίκο Νησιώτη.
Αν εκείνα ήταν περισσότερο συνέδρια κριτικής αποτίμησης, το παρόν συνέδριο, χωρίς να απεμπολεί την κριτική λειτουργία που είναι σύμφυτη με το θεολογείν, αναδεικνύει περισσότερο το στοιχείο της οφειλής, τιμώντας, για πρώτη μάλλον φορά στον ελληνικό χώρο και σε αυτό το επίπεδο, τον λαμπρότερο ίσως εκπρόσωπο της σύγχρονης ελληνικής και ορθόδοξης θεολογίας. Γι’ αυτό και ήταν πολλά τα θετικά μηνύματα ανταπόκρισης που λάβαμε από διάφορα μέρη του κόσμου, μόλις ανακοινώθηκε και έγινε ευρύτερα γνωστή η είδηση της τιμητικής εκδήλωσης και του συνεδρίου για τον Άγιο Περγάμου.
Δεν θα ήθελα να μακρύνω άλλο τον λόγο μου, καθώς αύριο, στον ακαδημαϊκό έπαινο, θα έχω την ευκαιρία να πω περισσότερα για το πρόσωπο και το έργο του. Θα μου επιτρέψετε, όμως, προτού κλείσω αυτόν τον σύντομο χαιρετισμό υποδοχής, να ευχαριστήσω όλους όσοι συνέβαλαν στην προετοιμασία και τη διοργάνωση αυτού του σημαντικού γεγονότος:
Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη, εν πρώτοις, για την αποδοχή της προτάσεώς μας, καθώς και για την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση με τις οποίες περιβάλλει το έργο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών από την πρώτη στιγμή.
Τους διακεκριμένους εισηγητές αυτού του συνεδρίου, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με χαρά και προθυμία στην πρόσκλησή μας.
Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ακαδημίας για την αποδοχή της προτάσεώς μας και την πολύπλευρη στήριξη αυτής της προσπάθειας.
Τους κληρικούς και το προσωπικό της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και ιδιαιτέρως τον Πρωτοσύγκελλο, πατέρα Δαμασκηνό, για την πολύτιμη βοήθεια και τη συμπαράστασή τους σε πλείστα όσα ζητήματα.
Τους υπευθύνους του Συνεδριακού Κέντρου Θεσσαλίας και ιδιαιτέρως την κυρία Τράγιτσα Τσίπαλο και τον τεχνικό, κύριο Ηλία Κατήκο, για την υλικοτεχνική και τεχνική υποστήριξη του συνεδρίου.
Τους οδηγούς, οι οποίοι διευκολύνουν τις μετακινήσεις μας.
Τους συνεργάτες της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, Νικόλαο Ασπρούλη, Κλαίρη Νικολάου, Βαλίλα Γιαννουτάκη και Φιλοκτήμονα Σταμόπουλο-Σαμαρά, για την άριστη και υποδειγματική συνεργασία τους, καθώς και για την αγόγγυστη συνδρομή και παρουσία τους, πολλές φορές μάλιστα πέραν ή και εκτός ωραρίου.
Χωρίς τη δική τους, πολλές φορές αφανή, εργασία δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ. Σας καλωσορίζουμε, λοιπόν, στην πόλη του Βόλου, στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος και στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, ευχόμενοι καλή διαμονή και γόνιμες και ουσιαστικές συζητήσεις, εν πνεύματι και αληθεία. Να είστε καλά.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η πρώτη αυτή συνεδρία, στην οποία έχω την τιμή να προεδρεύω, θα περιλαμβάνει δύο εισηγήσεις. Η πρώτη θα παρουσιαστεί από τον κ. Νικόλαο Ασπρούλη, ο οποίος βρίσκεται στα αριστερά μου και είναι κάτοχος Master Θεολογίας από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, υποψήφιος διδάκτωρ Θεολογίας και επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών και του περιοδικού Θεολογία. Θα μιλήσει με θέμα «Η νεοπατερική μεθοδολογία του Μητροπολίτη Περγάμου: από τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ στη θεολογική γενιά του ’60».
Ο κ. Ασπρούλης συνέγραψε μεταπτυχιακή εργασία με θέμα το έργο του Αγίου Περγάμου και νομίζω ότι θα έχει πολλά να μας πει στην εισήγησή του.
Κύριε Ασπρούλη, έχετε τον λόγο.
Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Σεβασμιώτατοι και σεβαστοί Πατέρες, κύριοι καθηγητές, κυρίες και κύριοι.
Η συμμετοχή μου στο πρώτο διεθνές συνέδριο για την προσωπικότητα και το έργο του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα αποτελεί για μένα μεγάλη τιμή και ανείπωτη χαρά. Αποτελεί μια πρόκληση-πρόσκληση να ενσκήψουμε με σεβασμό στο έργο του διεθνώς πλέον αναγνωρισμένου σύγχρονου Ορθόδοξου θεολόγου. Δεν είναι σχήμα υπερβολής να σημειωθεί εδώ ότι για το έργο του Μητροπολίτη Περγάμου έχουν συγγραφεί εκτός Ελλάδας περισσότερες από εβδομήντα διδακτορικές και μεταπτυχιακές διατριβές, δεκάδες άρθρα σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, ακόμη και στην κινεζική, καθώς και πλήθος σχετικών εγκυκλοπαιδικών λημμάτων και επιμέρους κεφαλαίων σε θεολογικές και φιλοσοφικές μελέτες. Είναι απορίας άξιο ότι στη χώρα μας το έργο αυτό εξακολουθεί να είναι σχεδόν παντελώς άγνωστο.[ΚΑΘΟΤΙ ΜΗ-ΟΡΘΟΔΟΞΟ]
Αν επιχειρήσει κάποιος να αναζητήσει κάποια μελέτη σε επίπεδο διδακτορικής ή μεταπτυχιακής διατριβής ή ακόμη και σχετική αρθρογραφία, σύντομα θα απογοητευτεί. Οι ελάχιστες σποραδικές αναφορές εκφράζουν συχνά είτε την άγνοια του έργου του κρινόμενου θεολόγου είτε μια καθολική απαξίωση, η οποία αποτυπώνει τα ιδεοληπτικά συμπλέγματα του κρίνοντος. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν κάποιες, ελάχιστες έστω, εξαιρέσεις, στις οποίες η θεολογική σκέψη του τιμώμενου στο συνέδριο αυτό Ιεράρχη έγινε αντικείμενο σοβαρού και ειλικρινού διαλόγου.
Παρά την κυρίαρχη θεολογική αφασία, η οποία φαίνεται ότι εξακολουθεί να χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό —παρά την αναγέννηση της δεκαετίας του 1960— τη σύγχρονη ελληνόφωνη, ιδίως, Ορθόδοξη θεολογία, το πρωτοποριακό έργο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών προσφέρει για μία ακόμη φορά την κατάλληλη αφορμή για να συζητήσουμε και να προβληματιστούμε πάνω στα ουσιώδη θεολογικά ζητήματα. Και εξάπαντος το πρωτότυπο και δημιουργικό έργο του Μητροπολίτη Περγάμου μάς προτρέπει προς αυτήν την κατεύθυνση.
Το να μελετήσει κάποιος τη μεθοδολογία ενός έργου δεν συνιστά εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται μια προσεκτική, ψύχραιμη και βαθιά απόπειρα ανατομής του συνολικού έργου, ώστε να έρθουν στην επιφάνεια οι άξονες πάνω στους οποίους αυτό δομείται. Όταν στο κείμενό μας μιλάμε για μεθοδολογία, δεν αναφερόμαστε σε τίποτε περισσότερο από τη μέθοδο, τον τρόπο δηλαδή που χρησιμοποιεί ο θεολόγος στην προσπάθειά του να θεολογήσει.
Ακολουθώντας εδώ την παρακαταθήκη του ίδιου του τιμώμενου διδασκάλου, αλλά και του δικού μας μέντορα και καθηγητή, πρέπει να επισημανθεί ότι η θεολογική συζήτηση δεν πρέπει να επικεντρώνεται πρωτίστως στις επιμέρους θέσεις ενός στοχαστή ή στις συγκρίσεις μεταξύ διαφορετικών στοχαστών ή ρευμάτων, αλλά εξάπαντος στις προϋποθέσεις επάνω στις οποίες θεμελιώνεται η εκδίπλωση ενός θεωρητικού συστήματος.
Η παρούσα εισήγησή μας δεν φιλοδοξεί σε καμία περίπτωση να είναι εξαντλητική, αλλά θα επιδιώξει μια κριτική προσέγγιση και αποτύπωση, με απόλυτο σεβασμό στο τιμώμενο πρόσωπο και στο έργο του, ορισμένων βασικών, κατά τη γνώμη μας, αξόνων της μεθοδολογίας του θεολογικού προγράμματος του Μητροπολίτη Περγάμου. Στην προοπτική αυτή, η προσπάθειά μας θα έχει κυρίως ιστορικό αλλά και συστηματικό χαρακτήρα, επιδιώκοντας, προτού αναδείξει τα μεθοδολογικά εργαλεία του θεολόγου μας, να ανιχνεύσει καταρχάς τη μεθοδολογική προϊστορία του θεολογικού τρόπου του Μητροπολίτη Περγάμου.
Οι απαρχές: Paul Tillich και π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ
Είναι γνωστό σε όλους ότι, στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών σπουδών του στην Αμερική, ο Μητροπολίτης Περγάμου, λαϊκός τότε, ευτύχησε να έχει ως καθηγητές του στο Πανεπιστήμιο Harvard τον Paul Tillich και τον περισσότερο γνωστό σ’ εμάς π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ.
Αν και η σχέση του Ζηζιούλα —χρησιμοποιώ, λόγω χρόνου, διάφορες εκφράσεις για το πρόσωπο του τιμώμενου Ιεράρχη— με τον δεύτερο έχει συχνά υπογραμμιστεί, δεν έχει συμβεί το ίδιο με την εξίσου σημαντική σχέση του προς τον Γερμανοαμερικανό θεολόγο και στοχαστή Paul Tillich.
Ο Tillich κατέστη ιδιαίτερα γνωστός για τη λεγόμενη «μέθοδο της συσχέτισης». Βασικό του μέλημα υπήρξε εξαρχής να βρει έναν τρόπο να συσχετίσει τη χριστιανική πίστη με τον κοσμικό πολιτισμό, θεωρώντας τη θρησκεία βασική διάσταση της ζωής, βασικό και αναλλοίωτο στοιχείο της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης και, όπως αναφέρει ο ίδιος, ουσία του πολιτισμού.
Όπως θα καταστήσει σαφές από πολύ νωρίς, η θρησκεία είναι η εμπειρία του απολύτου· με άλλα λόγια, πρόκειται για τον προσανατολισμό ολόκληρης της ύπαρξης προς αυτό το απόλυτο. Το απόλυτο θα αποτελέσει στο εξής μια έννοια-κλειδί για την προσέγγιση του Θεού.[ΚΑΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ;]
Την ίδια στιγμή, εφόσον η θρησκεία αποτελεί την εμπειρία του απολύτου, θα χαρακτηριστεί ως το γεγονός της συναρπαγής μας από ένα έσχατο ενδιαφέρον, το οποίο αφορά τόσο στο έσχατο ενδιαφέρον του υποκειμένου σε σχέση με το έσχατο νόημα της ίδιας του της ύπαρξης όσο και στο απόλυτο, ολοκληρωτικό ενδιαφέρον καθαυτό, καθώς αυτό συναρπάζει το υποκείμενο στην ολότητά του. Καθίσταται, λοιπόν, προφανής εδώ ο υπαρξιακός χαρακτήρας της θρησκευτικής εμπειρίας σε σχέση με το ενδιαφέρον αυτό.
Επί τη βάσει της έννοιας του απολύτου και του έσχατου ενδιαφέροντος, ο Tillich επιχείρησε ήδη, πριν από τη Συστηματική Θεολογία του, να αποδείξει ότι η αξίωση του απολύτου, παρά τη φαινομενική αντίθεση, είναι τελικά κοινή τόσο στη βιβλική θρησκεία όσο και στην οντολογία.
Φαίνεται έτσι ότι η οντολογία και η θεολογία δεν είναι παρά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, οι οποίες επιδιώκουν την ανάδειξη του έσχατου νοήματος του Είναι. Στην προοπτική αυτή, ο Tillich θα κατανοήσει τη θεολογία ως στενά και άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φιλοσοφία, κεντρικό έργο της οποίας είναι να θέτει το ερώτημα που αφορά στο ίδιο το Είναι.
Θεωρώντας οργανική τη διασύνδεση φιλοσοφίας και θεολογίας επί τη βάσει της σχέσης Θεού, ανθρώπου και κόσμου στον ορίζοντα του Είναι, θα διατυπώσει με ευκολία ότι το ερώτημα περί του όντος είναι το κοντινότερο σ’ εμάς ερώτημα, καθώς είμαστε τα μόνα όντα που μπορούν να αναρωτηθούν για την ίδια τους την ύπαρξη.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα για τον Γερμανοαμερικανό θεολόγο, έργο της θεολογίας είναι να ερωτά για το ον, στον βαθμό που αυτό αποτελεί για εμάς έσχατη μέριμνα, εννοώντας δηλαδή καθετί που μας αφορά και σχετίζεται με ριζικό και απόλυτο τρόπο με την ίδια την ύπαρξή μας και το βαθύτερο νόημά της. Θα καταλήξει, μάλιστα, με αφοπλιστικό τρόπο: «Όταν η θεολογία ερωτά για το νόημα του Είναι-όντος, ερωτά για τον Θεό. Αυτό το υπαρξιακώς σκέπτεσθαι, αυτό είναι θεολογία».
Ο Tillich της περιόδου της Συστηματικής Θεολογίας θα διακρίνει μεταξύ δύο ειδών θεολογίας, της κηρυγματικής και της απολογητικής. Η μεν πρώτη απλώς επαναλαμβάνει και επαναδιατυπώνει το βιβλικό μήνυμα, ενώ η δεύτερη επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στην υπαρξιακή μέριμνα του ανθρώπου και στα υπαρξιακά ερωτήματα που εκείνος θέτει. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία της μεθόδου της συσχέτισης. Σύμφωνα με τον θεολόγο, αυτή φαίνεται να διακρίνεται από τρεις παραμέτρους: πρώτον, την αλήθεια του χριστιανικού μηνύματος· δεύτερον, την αναγκαία ερμηνεία αυτού του μηνύματος· και, τρίτον, την υπαρξιακή και πολιτισμική κατάσταση του εκάστοτε παραλήπτη του.
Για τον Tillich, η οργανική συσχέτιση μεταξύ, αφενός, των υπαρξιακών ερωτημάτων που τίθενται από την πλευρά του ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση αλλοτρίωσης και κατακερματισμού —την ιδανική περιγραφή της οποίας αντλεί από τη φιλοσοφία του υπαρξισμού—, και, αφετέρου, των θεολογικών απαντήσεων που προέρχονται από την αποκάλυψη της πληρότητας και της ενότητας του Θεού, ενεργοποιεί έναν αναγκαίο θεολογικό κύκλο. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν ερμηνευτικό κύκλο, μόνο μέσα από τον οποίο είναι δυνατόν να λειτουργήσει αυτός ο σύνδεσμος.
Προκειμένου, ωστόσο, να υπάρξει συσχέτιση, είναι ανάγκη να υφίσταται ένας κοινός ορίζοντας μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού. Ο Tillich θα εντοπίσει αυτή την κοινή βάση στην από κοινού εμπλοκή τους στη δομή του Είναι. Την ίδια στιγμή είναι προσεκτικός και επιμένει ότι, αν και η φιλοσοφία αποπειράται να προσεγγίσει και να περιγράψει τη δομή του Είναι, βασικό έργο της θεολογίας είναι η ενασχόληση με το βάθος ή το θεμέλιο αυτής της δομής.
Τα υπαρξιακά ερωτήματα και οι αναζητήσεις δεν θα μπορούσαν να απαντηθούν από τη διασαλευμένη, λόγω της αλλοτρίωσης, δομή του Είναι, αλλά μόνο από το ίδιο το θεμέλιό της, το οποίο κατανοείται ως το Είναι καθαυτό. Αυτό βρίσκει τη φανέρωσή του στην Αποκάλυψη του Θεού, η οποία αποτελεί τη φανέρωση του έσχατου θεμελίου και νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί ο Θεός αναγνωρίζεται ως το Είναι καθαυτό.
Ο θεολόγος μας αντιτάσσεται σε κάθε φυσική ή υπερφυσική θεολογία που τείνει να τοποθετεί τον Θεό εκτός ή εντός του κόσμου, προκειμένου να κάνει λόγο για τον αυθυπερβατικό ρεαλισμό της θεολογίας. Ποια είναι, επομένως, τα υπαρξιακά ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει αυτό το είδος θεολογίας, όπως το περιγράφει ο Tillich;
Πρώτον, η Αποκάλυψη αποτελεί την απάντηση στο ερώτημα της λογικής. Δεύτερον, ο Θεός αποτελεί την απάντηση στο ερώτημα του Είναι. Τρίτον, ο Χριστός αποτελεί την απάντηση στο ερώτημα της αλλοτριωμένης ύπαρξης.
Διακινδυνεύοντας, με βάση τα παραπάνω, μια περιεκτική και συνοπτική περιγραφή των αξόνων της θεολογίας του Tillich, νομίζουμε ότι αυτή συγκεφαλαιώνεται, αφενός, στο οντολογικό ενδιαφέρον και στην υπαρξιακή έγνοια για την κατάσταση του ανθρώπου και, αφετέρου, στις δυνατότητες της θεολογίας να απολογηθεί, να προσφέρει δηλαδή απαντήσεις στα ερωτήματα που της θέτει ο εκάστοτε άνθρωπος και πολιτισμός, στον βαθμό που ως υπόβαθρο για μια τέτοια δυνατότητα εκλαμβάνεται η συνέχεια μεταξύ Θεού και ανθρώπου στον οντολογικό ορίζοντα.
Είναι προφανής, επομένως, ο φιλοσοφικός χαρακτήρας αυτού του τύπου θεολογίας, αλλά και ο έντονος ανθρωποκεντρικός χρωματισμός της. Επιμείναμε λίγο περισσότερο στον Tillich, όχι μόνο διότι και αυτός είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό, αλλά και διότι πιστεύουμε ότι συνδέεται περισσότερο απ’ όσο έχει ενδεχομένως προσεχθεί με τη διαμόρφωση της θεολογικής μεθοδολογίας του Μητροπολίτη Περγάμου.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο Μητροπολίτης Περγάμου αισθάνεται εξίσου κοντά και στον π. Georges Florovsky, υπό την καθοδήγηση του οποίου θα αναλάβει τη μελέτη της Χριστολογίας του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Μελετώντας προσεκτικά το συνολικό έργο του Ρώσου θεολόγου, αλλά κυρίως ορισμένα επιμέρους κείμενά του, όπως το Patristic Theology and the Ethos of the Orthodox Church, μεταξύ άλλων, όπου γίνεται έμμεσα ή άμεσα λόγος για τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί το θεολογικό του πρόγραμμα, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε τα εξής για τον Florovsky.
Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Florovsky διατυπώνει δημόσια και με σαφήνεια την πρότασή του για τη «νεοπατερική σύνθεση» το 1949, όταν βρίσκεται ήδη στο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδιμήρου στη Νέα Υόρκη. Βεβαίως, είχε ήδη από πολύ νωρίς, κατά τη δεκαετία του 1930, αλλά και ενδεχομένως νωρίτερα, προδιαγράψει ορισμένες πτυχές του προγράμματός του. Έτσι, ήδη σε κείμενό του από το 1931-1932, στο οποίο ασκεί κριτική στον ιδεαλισμό, θα μιλήσει για τον «χριστιανικό Ελληνισμό», ενώ από το βήμα του περίφημου Α΄ Συνεδρίου Ορθόδοξης Θεολογίας, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1936, θα διακηρύξει την ανάγκη η σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία να απαλλαγεί από τη θλιβερή κατάσταση των δυτικών επιδράσεων, την οποία αποκαλούσε «βαβυλώνια αιχμαλωσία» και «ψευδομόρφωση». Με τους όρους αυτούς περιέγραφε την κατάσταση στην οποία ήταν εγκλωβισμένη η Ορθόδοξη θεολογία μετά την πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την εποχή εκείνη, κάνοντας έτσι λόγο για την ανάγκη «επιστροφής στους Πατέρες».
Ο «χριστιανικός Ελληνισμός», από τη μία πλευρά, θα ερμηνευθεί ως η με συστηματικό τρόπο έλλογη διατύπωση του βιβλικού μηνύματος στη μορφή του δόγματος, αλλά και ως έκφραση της ιστορικότητας της θείας οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η «βαβυλώνια αιχμαλωσία», μαζί με τα αναγεννητικά θεολογικά κινήματα της εποχής εκείνης στον χώρο της δυτικής θεολογίας —τη βιβλική, την πατερική και τη λειτουργική αναγέννηση—, θα αποτελέσουν την κατάλληλη αφορμή για τη διατύπωση του θεολογικού προγράμματος του Georges Florovsky. Επιπλέον, η «επιστροφή στους Πατέρες» θα προταθεί ως η οδός, το εργαλείο πραγμάτωσης του ανωτέρω στόχου.
Όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία θα αποτελέσουν το πλαίσιο εντός του οποίου αναδεικνύεται και αναπτύσσεται από τον Florovsky, έστω και αποσπασματικά, η νεοπατερική μεθοδολογική του πρόταση. Εάν αυτές είναι οι βασικές παράμετροι, οι άξονες που θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά ολόκληρου του προγράμματος θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής.
Πρώτον, η εν Χριστώ αυτοαποκάλυψη του Θεού και Πατρός, το πρόσωπο και το έργο του Χριστού· με άλλα λόγια, ολόκληρο το πασχάλιο μυστήριο —η Ενσάρκωση, το Πάθος, η Ανάσταση και η Ανάληψη του Υιού και Λόγου του Θεού— ως σημείο εκκίνησης, τόπος διαλόγου και τρόπος, επί τη βάσει του οποίου μπορεί να επιτελείται η θεολογία που επιθυμεί να λέγεται και να είναι χριστιανική.
Δεύτερον, ο αναγκαίος παράγοντας που απαιτείται προκειμένου να εκδιπλωθεί η εν Χριστώ αυτοαποκάλυψη του Θεού και Πατρός δεν μπορεί να είναι παρά η Ιστορία: το «μονοπάτι του Θεού στον κόσμο», ο τόπος όπου ο Θεός, με τις συνεχείς πράξεις και τα μεγαλειώδη έργα Του, συνήψε αρχικά Διαθήκη με τον Αδάμ και τον λαό Του, ενώ με την Ενσάρκωση και το όλο μυστήριο της «πατρικής ευδοκίας» ανανέωσε τη Διαθήκη αυτή με τον καινό άνθρωπο, πραγματώνοντας στο πρόσωπο του Χριστού και μέσω της Εκκλησίας τα σωτηριώδη έργα Του, στην προοπτική της ιστορίας της σωτηρίας.
Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις, ο Florovsky φαίνεται ότι κατανοεί τη νεοπατερική σύνθεση ως μια πρωτίστως θεολογική επανερμηνεία της σύνολης ιστορίας της αποστολικής και πατερικής θεολογίας και Παράδοσης. Για παράδειγμα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι χρησιμοποιεί Πατέρες τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση, χωρίς περιορισμούς και επιφυλάξεις, ακόμη και από τη σχολαστική περίοδο. Ακολουθώντας στη συνέχεια το πνεύμα και όχι το νεκρό γράμμα της παράδοσης των Πατέρων, επιχειρεί να δώσει μια απάντηση, μια σύνθεση, ανταποκρινόμενος στις απαιτήσεις και στις σύγχρονες ανάγκες της εποχής του.
Προς τούτο απαιτείται προσοχή, ώστε το νεοπατερικό παράδειγμα του Ρώσου θεολόγου να μη θεωρηθεί ως μια στενά ιδεολογική ή ομολογιακή ερμηνευτική προσέγγιση. Αντιθέτως, συνδυάζοντας την εν χρόνω και χώρω εκκλησιαστική οικουμενικότητα, οφείλει να κατανοηθεί, στην πρώιμη τουλάχιστον μορφή του, ως πρόταση ανατροφοδότησης και αυτοσυνειδησίας στο πλαίσιο της καθολικής Παράδοσης της Εκκλησίας.
Συνεχίζεται
ΒΑΛΑΜΕ ΑΡΧΗ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΜΕΣΣΙΑΣ. ΘΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΟΥΜΕ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ.ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΥΛΜΑΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου