Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΗΔΗ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ.

 Συνέχεια από Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026


«Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας: Πρόσωπο, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού σε ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική» 28-30 Οκτωβρίου 2011

4/7 Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου

4/7 «Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας»


Παραγωγή:intv.gr Σκηνοθεσία:Γιώργος Αρβανίτης Copyright:intv.gr Παρασκευή 28-10-2011: Δ΄ Συνεδρία

11.30-11.50: Αιδεσιμολογιώτατος Πρεσβύτερος Δημήτριος Μπαθρέλλος, Διδάσκων ΕΑΠ, Επισκέπτης Λέκτωρ Ορθοδόξου Ινστιτούτου του Cambridge, Μέλος του Δ. Σ. της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών: Η θέση του επισκόπου στην εκκλησιολογία του Ιωάννη Ζηζιούλα

11.50-12.10: Μέγας Αρχιδιάκονος Μάξιμος, Δρ. Θ. (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως): Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα και το ζήτημα του πρωτείου

12.10-12.30: Γεώργιος Μαρτζέλος, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εκκλησιολογική σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου στο πλαίσιο του οικουμενικού διαχριστιανικού διαλόγου

Για τη συμμετρία αυτή φρόντισαν οι δύο οργανωτές: μετά τους δύο πρώτους εισηγητές του πάνελ, οι οποίοι προέρχονται, τουλάχιστον ως προς τις σπουδές τους, από τον αγγλόφωνο χώρο της Ευρώπης —και οι δύο σπούδασαν στο Λονδίνο—, να περάσουμε στον γερμανόφωνο χώρο με τον τρίτο ομιλητή, τον κύριο Γεώργιο Μαρτζέλο.

Σας ευχαριστώ. Έχω τη χαρά να τον παρουσιάσω όχι μόνο ως καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, αλλά και ως τον πρώτο μου κατηχητή, μαζί με τον επίσης παρευρισκόμενο εδώ κύριο Πέτρο Βασιλειάδη, στα κατηχητικά της Νεάπολης Θεσσαλονίκης. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη για όλα όσα έμαθα κοντά του.

Του χρωστώ ευγνωμοσύνη και για κάτι άλλο. Το 1974 ξεκίνησε ως βοηθός στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, αν δεν κάνω λάθος. Το 1974 ξεκίνησα και εγώ τις σπουδές μου στη Θεσσαλονίκη.

Μου είπε: «Αν θέλεις να κάνεις κάτι περαιτέρω, να μάθεις γερμανικά». Γι’ αυτό του χρωστώ ευγνωμοσύνη. Βέβαια, τα γερμανικά σήμερα δεν βρίσκονται στην καλύτερη θέση της ημερήσιας διάταξης, νομίζω όμως ότι αποτελούν μια απαραίτητη συμπλήρωση, όχι μόνο στο πάνελ εδώ, αλλά και στις σχέσεις των Εκκλησιών.

Και ακριβώς αυτό θα είναι και το θέμα του κ. Μαρτζέλου: «Η εκκλησιολογική σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου στο πλαίσιο του Οικουμενικού Διαχριστιανικού Διαλόγου». Ο κ. Μαρτζέλος όχι μόνο έθεσε, με το διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό του έργο, τις βάσεις για μια νέα θεώρηση πολλών χριστολογικών προβλημάτων, από τη 2η έως και την 4η Οικουμενική Σύνοδο, αλλά έθεσε επίσης, με καίριο θεολογικό λόγο, γερά θεμέλια για την οικουμενική παρουσία της Ορθοδοξίας, συμμετέχοντας ο ίδιος σε πάρα πολλά συμβούλια τόσο του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου όσο και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Θα ήθελα να υπογραμμίσω, ανάμεσα στις πολλές οικουμενικές δραστηριότητές σας, την τελευταία συμμετοχή σας στην Κεντρική Επιτροπή του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Νομίζω ότι πρόκειται για έναν θαυμάσιο συνδυασμό, ο οποίος μας επιτρέπει να περιμένουμε πολλά από την εισήγησή σας. Έχετε τον λόγο.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε. Σεβασμιότατε Άγιε Περγάμου, Σεβασμιότατοι, Σεβαστοί Πατέρες, κύριοι συνάδελφοι, αγαπητές κυρίες και κύριοι. Λίγοι από τους νεοέλληνες θεολόγους που επιχείρησαν να προβάλουν διεθνώς την ορθόδοξη θεολογία επηρέασαν τόσο πολύ τη σύγχρονη θεολογική σκέψη των δυτικών Εκκλησιών και ομολογιών όσο ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας.[ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΚΑΘΟΙ ΑΝΗΚΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΩΣ ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΜΕ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ]

Ιδιαίτερα η εκκλησιολογία του, θεμελιωμένη στην ιστορική διερεύνηση των βιβλικών και πατερικών πηγών της αρχαίας Εκκλησίας, άσκησε τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση της εκκλησιολογικής προβληματικής και των σχετικών θέσεων που διατυπώθηκαν τόσο κατά τους διμερείς όσο και κατά τους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους. Συγκεκριμένα, τόσο οι διμερείς θεολογικοί διάλογοι με τους Παλαιοκαθολικούς και, κυρίως, με τους Ρωμαιοκαθολικούς όσο και οι πολυμερείς θεολογικοί διάλογοι στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών φέρουν έντονη τη σφραγίδα της εκκλησιολογικής σκέψης του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου. Καταρχάς, θα εξετάσουμε την εκκλησιολογική σκέψη του στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους και πρώτα, βέβαια, στον διάλογο Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών.

Παρά το γεγονός ότι ο Σεβασμιώτατος δεν μετείχε στον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών, το κοινό κείμενο που αναφέρεται στην εκκλησιολογία των δύο πλευρών φέρει εμφανώς τη σφραγίδα της εκκλησιολογικής σκέψης του. Ενδεικτικά και μόνο, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο σημεία. Πρώτον, στην παράγραφο που φέρει τον τίτλο «Η ενότητα της Εκκλησίας και οι τοπικές Εκκλησίες», το όλο θέμα αναπτύσσεται με βάση την ευχαριστιακή εκκλησιολογία, αξιοποιώντας ουσιαστικά τις εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου, οι οποίες ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισαν να γίνονται γνωστές και να εκτιμώνται όχι μόνο από Έλληνες αλλά και από ξένους θεολόγους.

Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά στην παράγραφο αυτή: «Η ύψιστη έκφραση και ταυτόχρονα η αστέρευτη πηγή της ενότητας των πιστών ως μελών του σώματος του Χριστού είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η κοινωνία με το σώμα και το αίμα του Χριστού, σύμφωνα με τους λόγους του Αποστόλου Παύλου: “Εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν”. Η μία Εκκλησία επί της γης υπάρχει μέσα στις πολλές τοπικές Εκκλησίες, με κέντρο της ζωής τους την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Κάθε τοπική Εκκλησία, ως κοινότητα των πιστών ενωμένη γύρω από τον επίσκοπο και το πρεσβυτέριο, είναι, ως σώμα Χριστού, η αποκάλυψη του όλου Χριστού σε έναν συγκεκριμένο τόπο.

Στον τόπο της φανερώνει τη μυστηριακή πραγματικότητα της καθόλου Εκκλησίας. Η ζωή των τοπικών Εκκλησιών, ανεξάρτητα από τις διαφορές που υπάρχουν στα ήθη και τα έθιμα, είναι στην ουσία της μία και η αυτή. Δεν πρόκειται για ένα πλήθος, αλλά για το ένα σώμα του Χριστού, το οποίο είναι αδιαίρετο και ολόκληρο σε κάθε τόπο.

Σε αυτή την ενότητα της ζωής των τοπικών Εκκλησιών απεικονίζεται η ίδια η ενότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος». Στις διατυπώσεις αυτές δεν μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει κάποια διαφορά από τις εκπεφρασμένες εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου. Τουναντίον, θα έλεγα ότι ουσιαστικά αναπαράγουν την εκκλησιολογική σκέψη του
.[ΜΟΝΑΣ Η ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙ ΝΕΙ ΠΟΤΕ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΡΙΑΔΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙ ΜΕ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ]

Δεύτερον, το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το σημείο που αναφέρεται στην παράγραφο με τίτλο «Η Σύνοδος της Εκκλησίας». Όπως σημειώνεται εν προκειμένω —παραθέτω—: «Το επισκοπικό και συνοδικό πολίτευμα της αρχαίας Εκκλησίας συνιστά έκφραση της ζωής της Εκκλησίας ως κοινωνίας όλων των μελών που βρίσκονται στην ενότητα του σώματος του Χριστού. Κατά συνέπεια, οι επίσκοποι, οι οποίοι προΐστανται της ευχαριστιακής και συνοδικής συνάξεως ως εκπρόσωποι της Κεφαλής της Εκκλησίας, που είναι ο Χριστός, είναι συνδεδεμένοι με ολόκληρο τον λαό του Θεού ως μέλη του ενός σώματος».[ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΥΝΙΣΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ Ο ΑΓΙΟΣ]

Τέλος του παραθέματος. Η θέση αυτή, κατά την άποψή μας, είναι σαφώς επηρεασμένη από τη βασική θέση του Σεβασμιωτάτου, η οποία αναπτύχθηκε, όπως θα δούμε εκτενέστερα παρακάτω, σε σχετική μελέτη του το 1968. Σύμφωνα με αυτήν, η ευχαριστιακή και η συνοδική σύναξη, στο πλαίσιο της τοπικής Εκκλησίας υπό τον επίσκοπο, είναι, για τη συνείδηση και την πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας, άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και δεν μπορεί η μία να νοηθεί ανεξάρτητα από την άλλη. Κυρίως, όμως, η σφραγίδα της εκκλησιολογικής σκέψης του Σεβασμιωτάτου είναι εμφανέστατη στον διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, στον οποίο μετείχε ως ενεργό μέλος της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής καθ’ όλη την πρώτη φάση του διαλόγου, από το 1980 μέχρι το 2000, ενώ σήμερα, ως γνωστόν, είναι συμπρόεδρός της κατά τη διανυόμενη δεύτερη φάση του διαλόγου, δηλαδή από το 2006 και εξής.

Και αυτή η συμβολή του Σεβασμιωτάτου πρέπει να τονίσουμε ότι οφείλεται στο γεγονός ότι, ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία της αρχαίας Εκκλησίας, κυρίως όπως αναπτύχθηκε και προβλήθηκε από τον Σεβασμιώτατο, άρχισε να βρίσκει πρόσφορο έδαφος μεταξύ σημαντικών Ρωμαιοκαθολικών θεολόγων, όπως ο Jean-Marie Tillard και ο Emmanuel Lanne, οι οποίοι υπήρξαν και μέλη της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής του διαλόγου, ή ακόμη ο Hervé Legrand, ο Jean Rigal και άλλοι. Γι’ αυτό ακριβώς και η εκκλησιολογική σκέψη του διατρέχει και τα τέσσερα, μέχρι στιγμής, κοινά κείμενα του θεολογικού αυτού διαλόγου, δηλαδή από το κείμενο του Μονάχου του 1982 μέχρι και το κείμενο της Ραβέννας του 2007. Προς τεκμηρίωση της θέσης μας αυτής θα αναφερθούμε, δειγματοληπτικά και μόνο, λόγω ελλείψεως χρόνου, στα βασικότερα σημεία των παραπάνω κειμένων.

Ήδη στο κείμενο του Μονάχου αναπαράγονται σχεδόν αυτολεξεί βασικές εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου, σύμφωνα με τις οποίες, όταν η Εκκλησία τελεί τη Θεία Ευχαριστία, πραγματώνει και αποκαλύπτει αυτό που είναι στην ουσία της, δηλαδή σώμα Χριστού και φανέρωση του μυστηρίου της τριαδικής κοινωνίας. Ως αποτέλεσμα, υπερβαίνονται μέσα σε αυτήν οι υπάρχουσες φυλετικές, πολιτιστικές, κοινωνικοπολιτικές ή εθνικές διακρίσεις μεταξύ των πιστών και αποκαθίσταται έτσι η μεταξύ τους κοινωνία. Η τοπική Εκκλησία, η οποία τελεί τη Θεία Ευχαριστία περί τον επίσκοπο, δεν αποτελεί μέρος του σώματος του Χριστού, γιατί η πολλαπλότητα των τοπικών ευχαριστιακών συνάξεων όχι μόνο δεν διαιρεί την Εκκλησία, αλλά, αντίθετα, εκδηλώνει μυστηριακά την ενότητά της, αφού, σύμφωνα με τη διάχυτη πατερική διδασκαλία των πρώτων αιώνων, η καθολική Εκκλησία εκφαίνεται διά της Θείας Ευχαριστίας στη σύναξη της τοπικής Εκκλησίας. Το ίδιο παρατηρείται και στο κείμενο του Μπάρι, σύμφωνα με το οποίο η ενότητα στην πίστη αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενότητα στα μυστήρια και, ειδικότερα, για την ενότητα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.[ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΟΛΟΙ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΥΜΕ ΑΝ ΤΟΝ ΕΛΑΒΕ ΠΟΤΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ]

Και αυτό γιατί η πίστη, όπως τονίζεται, είναι στην ουσία της εκκλησιαστικό γεγονός, το οποίο πραγματώνεται μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας, όπως αυτή βιώνεται μυστηριακά σε κάθε τοπική Εκκλησία. Εξάλλου, η μυστηριακή κοινωνία μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών επιβεβαιώνει και φανερώνει την υπάρχουσα μεταξύ τους κοινωνία της πίστεως. Εγγυητής της ενότητας της πίστεως στο πλαίσιο κάθε τοπικής Εκκλησίας είναι ο επίσκοπος, ο οποίος αποτελεί και τον μόνο εγγυητή της μυστηριακής κοινωνίας και της ενότητας του ποιμνίου του.[ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΧΡΙΣΤΟ. Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ

Σκοπός της ιεροσύνης του επισκόπου, όπως τονίζεται στο κείμενο του Νέου Βάλαμο, το οποίο αναπαράγει εν προκειμένω τη βασική θέση του Σεβασμιωτάτου, είναι η επίτευξη και η διατήρηση της ενότητας στο πλαίσιο της τοπικής Εκκλησίας. Και αυτό γιατί η ιεροσύνη του κορυφώνεται με την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, με την οποία γίνονται όλοι ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. Η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, εκτός του ότι καθιστά πραγματική την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας, φανερώνει ταυτόχρονα τόσο την ενότητα όλων των τοπικών Εκκλησιών που την τελούν εν αληθεία όσο και τη διαχρονική ενότητά τους, από την αποστολική εποχή μέχρι σήμερα.[ΣΚΟΠΟΣ ΑΣΚΟΠΟΣ. ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ]

Όσον αφορά, τέλος, το κείμενο της Ραβέννας, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια και προέκταση της εκκλησιολογικής προβληματικής και των θέσεων των τριών παραπάνω κειμένων, βασική θέση του είναι ότι ο συνοδικός χαρακτήρας της Εκκλησίας ανήκει στην ίδια τη φύση της και εκφράζεται διαχρονικά και καθολικά σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο. Η συνοδικότητα πραγματώνεται στο τοπικό επίπεδο με τη σύναξη της κοινότητας περί τον επίσκοπο για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, στο επαρχιακό επίπεδο με την κοινωνία μεταξύ των επισκόπων των τοπικών Εκκλησιών μιας επαρχίας και στο παγκόσμιο επίπεδο με την κοινωνία των επισκόπων όλων των τοπικών Εκκλησιών στο πλαίσιο της Οικουμενικής Συνόδου.[ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ; Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ;]

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η θέση του κειμένου ότι η Εκκλησία αποτελεί εικόνα και φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Αυτό σημαίνει ότι αποτυπώνει ουσιαστικά την ιεραρχική τάξη και δομή, αλλά και την ενότητα και κοινωνία μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος, αφήνοντας έτσι ανοιχτό χώρο για το πρωτείο στην Εκκλησία, με πρότυπο το πρωτείο στο πλαίσιο της τριαδικής κοινωνίας, το οποίο κατέχει ο Πατήρ ως πρώτος στην τάξη. Στις βασικές θέσεις του κειμένου ανήκει επίσης το ότι το πρωτείο αυτό εδράζεται στον 34ο Αποστολικό Κανόνα, όπως μας τόνισε και ο πατήρ Μάξιμος. Με βάση τις θέσεις αυτές δομείται και οικοδομείται ουσιαστικά ολόκληρο το κείμενο της Ραβέννας. Όλες συνδέονται στενότατα με τις εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου και τις αναπαράγουν.[Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΒΑΣΙΛΕΥΣΕΝ ΤΗΝ ΕΥΠΡΕΠΕΙΑΝ ΕΝΕΔΥΣΑΤΟ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ; ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ;]

Πρέπει, όμως, να τονίσουμε ότι, πέρα από αυτές τις βασικές δειγματοληπτικές αναφορές, όλες οι εκκλησιολογικές θέσεις των παραπάνω κειμένων συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκκλησιολογία του Σεβασμιωτάτου, για να μην πω απολύτως άμεσα. Ίσως δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η προσέγγιση Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στον μεταξύ τους θεολογικό διάλογο μέχρι σήμερα οφείλεται κατά βάση στην εκκλησιολογική σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα. Και ας έρθουμε στη δεύτερη ενότητα της σύντομης αυτής εισήγησης: η εκκλησιολογική σκέψη του Αγίου Περγάμου στους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους.[ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ]

Πέρα από τους παραπάνω διμερείς θεολογικούς διαλόγους, σημαντικότατη είναι η συμβολή των εκκλησιολογικών θέσεων του Σεβασμιωτάτου στη διαμόρφωση της εκκλησιολογικής προβληματικής και των επίσημων θέσεων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, στο πλαίσιο του οποίου η εκκλησιολογία αποτελεί εδώ και αρκετές δεκαετίες το υπ’ αριθμόν ένα θέμα στους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους. Ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιολογικά προβλήματα που τέθηκαν στην οικουμενική κίνηση, κυρίως από τη Γενική Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961 και εξής, υπήρξε το πρόβλημα της ενότητας της Εκκλησίας: όχι τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσω της συμμετοχής των διαφόρων Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο, όσο κυρίως ως αναζήτηση της ενότητας αυτής στο επίπεδο της τοπικής Εκκλησίας. Αυτό αποτέλεσε την αφετηρία του εκκλησιολογικού προβληματισμού στους επόμενους οικουμενικούς διαλόγους. Το πρόβλημα που προέκυψε από αυτή τη νέα εκκλησιολογική προοπτική στην οικουμενική κίνηση ήταν εκείνο της έννοιας της τοπικής Εκκλησίας και της σχέσης της με την παγκόσμια Εκκλησία.

Είναι κάθε τοπική Εκκλησία Εκκλησία με την πλήρη έννοια του όρου και, αν ναι, πώς εκφράζεται η καθολικότητά της σε σχέση με τις άλλες Εκκλησίες; Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεολογίας στο ζήτημα αυτό, όπως παρατηρεί ήδη ο αείμνηστος καθηγητής Lukas Vischer, ένας από τους βασικούς πρωτεργάτες και τους καλύτερους γνώστες της θεολογικής προβληματικής της οικουμενικής κίνησης, υπήρξε σημαντική. Και αυτό γιατί, όπως εξηγεί, οι Ορθόδοξοι θεολόγοι έχουν τονίσει επανειλημμένως ότι η Εκκλησία πρέπει να νοείται πρωτίστως ως ευχαριστιακή κοινότητα.

«Γιατί όπου τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας», λέει, «και γίνεται επίκληση της ενεργού παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, εκεί υπάρχει Εκκλησία». Τέλος του παραθέματος. Ακόμη μεγαλύτερη είναι, κατά τον ίδιο, η συμβολή της Ορθόδοξης θεολογίας στην καθιέρωση της αντίληψης ότι η Εκκλησία, ήδη από τις αρχές της συστάσεώς της, αποτελεί συνοδική κοινωνία.[ΕΠΕΙΔΗ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΕΡΓΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ. ΔΕΝ ΔΙΑΤΑΖΕΤΑΙ]

Ο σύγχρονος θεολογικός προβληματισμός σχετικά με το θέμα αυτό, στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης, οφείλεται αναμφίβολα, όπως σημειώνει, στην προσπάθεια των Ορθοδόξων θεολόγων να προβάλουν την ουσία και τη συνοδική δομή της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες. Βέβαια, δεν διευκρινίζει άμεσα σε ποιους Ορθόδοξους θεολόγους αναφέρεται. Ωστόσο, παραπέμποντας στο συλλογικό τομίδιο που εξέδωσε η Επιτροπή Πίστη και Τάξη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1968, με τον τίτλο Councils and the Ecumenical Movement —είναι το νούμερο 5 και έχω εδώ τη γερμανική μετάφραση αυτού του τομιδίου—, εννοεί προφανώς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου, λαϊκό τότε, ο οποίος, στο πλαίσιο του εν λόγω τομιδίου, αναφέρεται αναλυτικά και τεκμηριωμένα στο θέμα αυτό με τη μελέτη του The Development of Conciliar Structures to the Time of the First Ecumenical Council. Σε αυτήν αποδεικνύει ότι η συνοδικότητα αποτελούσε τρόπο ζωής για την αρχαία Εκκλησία και συνδεόταν στενά με την ουσία της Εκκλησίας ως ευχαριστιακής σύναξης, πρωτίστως σε τοπικό και κατόπιν σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.

Τόσο καθοριστική σημασία αποδίδει ο Lukas Vischer στη διάσταση αυτή της αρχέγονης συνοδικότητας, ώστε να θεωρεί την προσπάθεια προβολής του συνοδικού μοντέλου της αρχαίας Εκκλησίας στο θεολογικό προσκήνιο ως πολύ μεγάλη συμβολή της ορθόδοξης θεολογίας στην οικουμενική κίνηση. Και αυτό, πρέπει να τονίσουμε, δεν αποτελεί ούτε υπερβολή ούτε σχήμα λόγου, γιατί οι θέσεις αυτές του Σεβασμιωτάτου για την αρχέγονη συνοδικότητα προκάλεσαν μεγάλη συζήτηση στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης. Ως αποτέλεσμα, όχι μόνο επηρέασαν τις εργασίες της Επιτροπής Πίστης και Τάξης στη Λουβέν το 1971, αλλά και ώθησαν ορισμένους διακεκριμένους Προτεστάντες, όπως, λόγου χάρη, τον Konrad Raiser, ο οποίος διετέλεσε, ως γνωστόν, γενικός γραμματέας του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ή τον Wolfgang Huber και άλλους, να αναπτύξουν ακόμη περισσότερο, με βάση τις θέσεις του Σεβασμιωτάτου, την ευχαριστιακή και κοινωνιακή διάσταση της συνοδικότητας.

Πέρα, όμως, από τις παραπάνω θέσεις του Σεβασμιωτάτου, οι οποίες επηρέασαν σε βάθος τη θεολογική προβληματική και τις θέσεις Προτεσταντών θεολόγων στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης, ευρύτατη απήχηση στους προτεσταντικούς θεολογικούς κύκλους βρήκαν και οι θέσεις του για την ενότητα χριστολογίας και πνευματολογίας στην εκκλησιολογία —θέμα για το οποίο ακούσαμε πολλά σήμερα τόσο από τον κύριο Γιαγκάζογλου όσο και από τον πατέρα Μάξιμο Βγενόπουλο—, ώστε να αποκλείεται τόσο ο κίνδυνος του χριστομονισμού όσο και ο κίνδυνος του πνευματομονισμού. Το ίδιο ισχύει και για την προσπάθειά του να προβάλει το τριαδολογικό υπόβαθρο της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, σύμφωνα με το οποίο η Εκκλησία ως κοινωνία θεμελιώνεται στην κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδος, την οποία και αντικατοπτρίζει, όπως φάνηκε από το κείμενο της Ραβέννας που ανέφερα προηγουμένως.

Οι θέσεις αυτές επηρέασαν μάλιστα σημαντικά διακεκριμένα και υψηλόβαθμα στελέχη της οικουμενικής κίνησης, όπως, λόγου χάρη, τον Konrad Raiser, στον οποίο αναφέρθηκα ήδη και ο οποίος, σε σχετικό έργο του, αναπαράγει τις θέσεις αυτές του Σεβασμιωτάτου, υπογραμμίζοντας μάλιστα τη σημασία τους για το μέλλον της οικουμενικής κίνησης.

Το έργο αυτό του Raiser έχει μεταφραστεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Το μέλλον του οικουμενισμού» και τονίζει ακριβώς τη σημασία των θέσεων του Σεβασμιωτάτου για το μέλλον της οικουμενικής κίνησης. Αλλά η συμβολή της εκκλησιολογικής σκέψης του Σεβασμιωτάτου στο πλαίσιο των πολυμερών διαλόγων γίνεται ακόμη πιο εμφανής, όταν διαπιστώνει κανείς ότι οι παραπάνω εκκλησιολογικές θέσεις του αναπαράγονται και γίνονται αποδεκτές, παρατιθέμενες μάλιστα ορισμένες φορές κατά λέξη, σε επίσημα κείμενα της Επιτροπής Πίστης και Τάξης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Τόσο η θέση της Επιτροπής ότι η Παγκόσμια Εκκλησία δεν αποτελεί άθροισμα ή ομοσπονδία τοπικών Εκκλησιών ούτε απλή παράθεση της μιας Εκκλησίας δίπλα στην άλλη, αλλά ότι όλες μαζί αποτελούν την ίδια την Εκκλησία του Θεού, και ότι το θέμα αυτό είναι στην ουσία του εκκλησιολογικό και όχι ζήτημα διοικητικής οργάνωσης, όσο και η θέση ότι, από την Πεντηκοστή και εξής, η Εκκλησία τελεί τη Θεία Ευχαριστία ως μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, έτσι ώστε η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας να αγκαλιάζει ολόκληρη την Εκκλησία, τόσο στην τοπική όσο και στην παγκόσμια διάστασή της —θέσεις που περιέχονται και οι δύο στο κείμενο The Church, Local and Universal του 1990, το υπ’ αριθμόν 150 κείμενο της Επιτροπής Πίστης και Τάξης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών—, αναπαράγουν αντίστοιχες θέσεις του Σεβασμιωτάτου που απαντούν στο έργο του Being as Communion, στο οποίο γίνονται άλλωστε και οι σχετικές παραπομπές.

Στο κείμενο αυτό του Παγκοσμίου Συμβουλίου όχι μόνο παρατίθενται αυτολεξεί οι συγκεκριμένες θέσεις του Σεβασμιωτάτου, αλλά γίνεται και ρητή παραπομπή στο έργο του Being as Communion. Εξάλλου, στο κείμενο Church and World, επίσης του 1990 και υπ’ αριθμόν 151, προκειμένου να τονιστεί η προφητική μαρτυρία της Εκκλησίας ως τοπικής κοινότητας, στο πλαίσιο της οποίας υπερβαίνονται ποικίλες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, παρατίθεται προς τεκμηρίωση, μέσα σε πλαίσιο, χαρακτηριστικό απόσπασμα από μελέτη του Σεβασμιωτάτου. Σύμφωνα με το απόσπασμα αυτό, ό,τι συμβαίνει κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, όταν οι άνθρωποι, ως σώμα του Χριστού, προσφέρουν στον Θεό τα πάντα, τα οποία είναι δικά Του, όπως τους καρπούς της γης και τα προϊόντα της καθημερινής εργασίας τους, το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τη ζωή μιας τοπικής Εκκλησίας. Πρέπει, δηλαδή, και αυτή να προσλαμβάνει και να χρησιμοποιεί όλα τα ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία μιας δεδομένης τοπικής πραγματικότητας και να μην επιδιώκει να επιβάλει σε όσους ανήκουν σε αυτήν έναν ξένο πολιτισμό.

Πέρα, όμως, από τα κείμενα αυτά, στα οποία υπάρχει σαφής αναφορά στις μελέτες του Σεβασμιωτάτου, πρέπει να τονίσουμε ότι η εκκλησιολογική σκέψη του, κυρίως όσον αφορά τα σημεία που θίξαμε παραπάνω, επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση της προβληματικής, της θεματολογίας και των θέσεων και άλλων σημαντικότατων εκκλησιολογικών κειμένων της Επιτροπής Πίστης και Τάξης, όπως είναι το κείμενο της Λίμα, το γνωστό ως BEM, το κείμενο The Nature and Purpose of the Church του 1998, καθώς και το κείμενο The Nature and Mission of the Church του 2005. Δυστυχώς, η λεπτομερής εξέταση των κειμένων αυτών εκφεύγει από τα στενά όρια μιας ολιγόλεπτης εισήγησης. Παρ’ όλα αυτά, επαναλαμβάνω, όποιος διαβάζει αυτά τα κείμενα καταλαβαίνει ότι διαβάζει έργα ή αποσπάσματα έργων του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου.

Και ερχόμαστε στο συμπέρασμα. Όπως φάνηκε από όσα είπαμε, η εκκλησιολογική σκέψη του Σεβασμιωτάτου άφησε βαθιά και ανεξίτηλη τη σφραγίδα της όχι μόνο στους διμερείς αλλά και στους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους. Οι πρωτοποριακές μελέτες του στον χώρο της εκκλησιολογίας αποτέλεσαν τη γονιμότερη πρόκληση των τελευταίων δεκαετιών, με αποτέλεσμα να επηρεάσουν καθοριστικά όχι μόνο την εκκλησιολογική προβληματική και τον τρόπο έκφρασης των ετερόδοξων συνομιλητών μας στους διμερείς και πολυμερείς διαλόγους, αλλά και τις ίδιες τις εκκλησιολογικές θέσεις τους. Αυτό αποτυπώνεται είτε στα κοινά κείμενα των διμερών διαλόγων με τους Παλαιοκαθολικούς και τους Ρωμαιοκαθολικούς είτε σε επίσημα κείμενα συγκλίσεως και εκκλησιολογικού προβληματισμού του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Το σημαντικότερο, όμως, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι η εκκλησιολογική σκέψη του, λόγω της λειτουργικής ενότητας που παρουσιάζει με όλες τις επιμέρους πτυχές της ορθόδοξης δογματικής θεολογίας, όπως την τριαδολογία, τη χριστολογία, την πνευματολογία, την κοσμολογία, την ανθρωπολογία και την εσχατολογία, αποτελεί όχι μόνο το επίκεντρο αλλά και την αφετηρία για την αντιμετώπιση και άλλων θεολογικών προβλημάτων στους διαχριστιανικούς διαλόγους. Και αυτό είναι πάρα μα πάρα πολύ σημαντικό. Από την άποψη αυτή, πιστεύουμε ότι η συμβολή του στην επιτυχή προώθηση των διαχριστιανικών διαλόγων, με στόχο την ενότητα της Εκκλησίας, είναι καθοριστική και ανεκτίμητη.

Εναπόκειται, ωστόσο, στους μελετητές του μέλλοντος να αποτιμήσουν πλήρως τους καρπούς της. Ευχαριστώ πολύ.

Ευχαριστούμε και εμείς πάρα πολύ τον καθηγητή κ. Μαρτζέλο για την πραγματικά πολύ πειστική, νομίζω, απάντηση που δίνει στους επικριτές του Οικουμενικού Διαλόγου, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι όσοι συμμετέχουν στον Οικουμενικό Διάλογο προδίδουν την Ορθοδοξία

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΣΚΙΤΣΟΓΡΑΦΟΣ
"Σε αυτή την ενότητα της ζωής των τοπικών Εκκλησιών απεικονίζεται η ίδια η ενότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος"

ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΑΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΤΟ ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΑΛΛΑ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΟΥ.
ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ;

Δεν υπάρχουν σχόλια: