Psychoanalysis and Orthodox Anthropology [σελ. 51-60]
Περιοδικό Θεολογία, Τόμος ΟΔ’ (2003). Τεύχος 1
Του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά
Παρά τα πολλά και ποικίλα πολιτισμικά μειονεκτήματα που υπάρχουν σήμερα, πιστεύω ότι η εποχή μας απολαμβάνει ένα διπλό προνόμιο σε σύγκριση με τους αιώνες κατά τους οποίους ο εκκλησιαστικός θεολογικός λόγος έφτασε στη μεγάλη ακμή του. Αναφέρομαι ειδικότερα στη γνώση της φύσης την οποία μας έχει προσφέρει η σύγχρονη επιστήμη —ιδιαίτερα η κβαντική μηχανική— με τη γλώσσα και τη μέθοδο της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας, καθώς και στους ορίζοντες μελέτης του ανθρώπινου υποκειμένου που άνοιξε η επιστήμη της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης.[ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ.ΘΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΘΕΙΣ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΕ]
Έχω τη γνώμη ότι οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν αγνόησαν την επιστημονική γνώση της εποχής τους· αντίθετα, τη χρησιμοποίησαν για να φωτίσουν την ερμηνεία του πραγματικού και του υπαρκτού την οποία ευαγγελίζεται η εκκλησιαστική εμπειρία. Γι’ αυτό πείθεται κανείς και μόνο αν εξετάσει τα πατερικά υπομνήματα Εἰς τὴν Ἑξαήμερον ή την ορολογία και τη μεθοδολογία που οι Πατέρες προσλαμβάνουν από το αριστοτελικό Περὶ ψυχῆς. Η θεολογία της Εκκλησίας αποτελεί τη ζωοποιό συνέχιση του γεγονότος της ενανθρώπησης του Λόγου: προσλαμβάνει διαρκώς μια συγκεκριμένη ιστορική σάρκα και ζωοποιεί αυτό που προσέλαβε.
Θα επιχειρήσω να δείξω συνοπτικά πώς θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σήμερα αυτή η διαδικασία διανοητικής ενσωμάτωσης, με βάση τα συμπεράσματα της ψυχαναλυτικής έρευνας για την πρωταρχική συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Σε ποιον βαθμό μπορεί να υπάρξει αμοιβαία συμπληρωματικότητα ανάμεσα στην ψυχαναλυτική θεώρηση του ανθρώπινου υποκειμένου και στην εκκλησιαστική ερμηνεία του ανθρώπου ως προσώπου; [ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ: TA ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟΠΑΡΑΔΟΤΑ, Ο ΑΓΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΗΣΕΙ ΟΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ] Μπορώ να προσφέρω μόνο ορισμένες ενδείξεις, πιστεύω όμως ότι μπορούν να αποδειχθούν γόνιμες για περαιτέρω διερεύνηση. Είναι κοινώς γνωστό ότι στη σύγχρονη επιστήμη δεν υπάρχουν οριστικές βεβαιότητες. Μπορούν να υπάρχουν μόνο ερμηνευτικές προτάσεις, οι οποίες υπόκεινται σε διάψευση, γίνονται όμως αποδεκτές όσο δεν προτείνονται άλλες ερμηνείες με σαφώς μεγαλύτερη ερμηνευτική πληρότητα[ΟΙ ΓΝΩΜΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΙΔΩΛΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ].
Αντλώ αυτές τις παρατηρήσεις από τη γαλλική ψυχαναλυτική έρευνα της λεγόμενης σχολής του Jacques Lacan, η οποία αναδεικνύεται ως η πιστότερη στη λεγόμενη φροϋδική παράδοση. Τα κείμενα που με βοήθησαν είναι εκείνα του ίδιου του Lacan, καθώς και βιβλία των Françoise Dolto, Denis Vasse, Gérard Séverin και Daniel Lagache. Δεν είμαι ειδικός στον χώρο της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης· γι’ αυτό οποιεσδήποτε ανακρίβειες, παρανοήσεις ή σφάλματα πρέπει να αποδοθούν στη δική μου ανεπάρκεια και όχι στις πηγές μου.
Πώς θεωρείται το ανθρώπινο υποκείμενο από τη σύγχρονη ψυχολογία; Καταρχάς ως μια υπαρκτική πραγματικότητα διακριτή από το βιολογικό ον: όχι άσχετη προς αυτό, αλλά ούτε και ταυτόσημη με το βιολογικό άτομο. Αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε τη βασική ποιοτική διάκριση μεταξύ του υποκειμένου και του βιολογικού εαυτού, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «αναφορικότητα»: τη δυνατότητα υπαρκτικής αναφοράς. Το βρέφος έρχεται στον κόσμο χωρίς λόγο, φαντασία ή κρίση. Είναι εξοπλισμένο μόνο με την ικανότητα αναφοράς. Και αυτό που αναφέρεται —το περιεχόμενο της αναφοράς— είναι μια θεμελιώδης, πρωταρχική επιθυμία. Η αναφορικότητα της επιθυμίας —η επιθυμητική αναφορικότητα— αποτελεί τον αρχικό προσδιορισμό της ύπαρξης του υποκειμένου. Επιθυμώ, άρα υπάρχω: «Desidero είναι το φροϋδικό cogito. Εκεί ακριβώς [στην επιθυμία] συντελείται η ουσιώδης πλευρά της πρωταρχικής διαδικασίας συγκρότησης του υποκειμένου».[ΜΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ;]
Στη θετικιστική γλώσσα του ψυχαναλυτικού ρεαλισμού, η επιθυμία είναι δύσκολο να οριστεί. Είναι η libido, η ερωτική επιθυμία για μια σχέση πληρότητας. Αυτό που αναζητεί κάθε άνθρωπος από τη στιγμή του αποχωρισμού από τη μήτρα είναι η αμεσότητα και η πληρότητα μιας σχέσης-συνουσίας. Όχι να υπάρχει αρχικά ως βιολογικός εαυτός και κατόπιν να συνάπτει σχέσεις, αλλά να αντλεί την ύπαρξή του από τη σχέση — να υπάρχει ως γεγονός σχέσης.[Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΓΥΝΟΥ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ]
Η libido, ως ερωτική επιθυμία για μια σχέση πληρότητας, αποτελεί αποκλειστικά ανθρώπινο γνώρισμα. Υπερβαίνει, ως δεδομένη ορμή, τον βιολογικό σκοπό της αναπαραγωγής και συνιστά, κατά τον Lacan, «καθαρό ένστικτο ζωής· με άλλα λόγια, αθάνατη ζωή, απεριόριστη ζωή, ζωή που δεν χρειάζεται κανένα όργανο, ζωή απλή και ατέρμονη».²[ΓΙ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΕΚΛΕΙΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΡΟΜΦΑΙΑ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΝΕ ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΟΙ ΛΑΚΑΝΟΝΤΟΛΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΓΙΝΕΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΑΘΑΝΑΤΗ.]
Η επιθυμία για ζωή είναι η επιθυμία μιας σχέσης πληρότητας και η απάντηση στην επιθυμία αυτή είναι μόνο η δυνατότητα μιας σχέσης. Με μια αόριστη και υποθετική έννοια, όμως, η επιθυμία για ζωή διαμεσολαβείται αρχικά από τη συγκεκριμένη επιθυμία για τροφή, η οποία αποτελεί ζωοποιό προϋπόθεση για τη βιολογική επιβίωση του βρέφους. Το βρέφος επιθυμεί τη ζωοποιό σχέση-συνουσία που συνδέεται με την τροφή, και όχι απλώς την ικανοποίηση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης. Έτσι, ένα βρέφος που πάσχει από ψυχογενή ανορεξία πεθαίνει από μόνο του, αποδεικνύοντας ότι η «ψυχή» του είναι πολύ πιο ουσιώδης για την ύπαρξη από τον ρυθμιστικό μηχανισμό των βιολογικών λειτουργιών του.³
Η ζωοποιός επιθυμία του βρέφους για τροφή συναντά την πρώτη δυνατότητα ανταπόκρισης στο στήθος της μητέρας του. Το στήθος της σηματοδοτεί τη δυνατότητα ανταπόκρισης στη ζωοποιό επιθυμία· είναι το πρώτο σημαίνον, το ιδρυτικό γεγονός της σχέσης που συγκροτεί το υποκείμενο. Η εμφάνιση του σημαίνοντος αποτελεί προϋπόθεση της σχέσης, την αναγκαία απαρχή της «γέννησης» του υποκειμένου. Το υποκείμενο γεννιέται μόλις το σημαίνον εμφανιστεί στο πεδίο του Άλλου, όταν δηλαδή αναδύεται η δυνατότητα ανταπόκρισης στην επιθυμία.[ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΝΤΕΛΟ ΠΛΗΡΟΤΗΤΟΣ;]
Το γεγονός της σχέσης «γεννά» το υποκείμενο, προσδιορίζοντας με ακρίβεια την πρωταρχική αναφορικότητα του τρόπου της ύπαρξης, ενός τρόπου που εκφράζεται με τον λόγο. «Εάν το υποκείμενο ορίζεται από τη γλώσσα και τον λόγο, αυτό σημαίνει ότι το υποκείμενο, in initio, αρχίζει στον χώρο του Άλλου, εφόσον εκεί εμφανίζεται το πρώτο σημαίνον».⁵[ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΤΟ ΓΛΩΣΣΑ;]
Αυτή είναι η ριζικότερη απόρριψη τόσο της αντίληψης του υποκειμένου ως οντικού εαυτού όσο και της αντίληψής του ως ατομικής διάνοιας, ως μονάδας που διαθέτει την ικανότητα του λογίζεσθαι (animal rationale). Πριν από τη σκέψη βρίσκεται η επιθυμία, η οποία συγκροτεί το υποκείμενο και το θεμελιώνει ως λογική ύπαρξη. Οτιδήποτε και αν ονομάζουμε υποκείμενο, αυτό αποτελεί ένα ερωτικό γεγονός· και ακριβώς επειδή είναι ερωτικό γεγονός, είναι συγχρόνως και λογική ύπαρξη. Η ερωτική ορμή πραγματώνεται μέσω του λόγου και αυτή η πραγμάτωση συγκροτεί το υποκείμενο.[ΜΗΠΩΣ ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ;]
Το υποκείμενο γεννιέται μόλις εμφανιστεί το σημαίνον στον χώρο του Άλλου. Η εμφάνιση του σημαίνοντος συγκεκριμενοποιεί τη δυνατότητα ανταπόκρισης στην επιθυμία· την καθιστά «λόγο». Συγχρόνως όμως ο «λογικός» χαρακτήρας του σημαίνοντος συγκεκριμενοποιεί την επιθυμία ως λογικό αίτημα. Αυτό που σημαίνει το σημαίνον είναι εκείνο που δηλώνει στην επιφάνειά του: η δυνατότητα μιας σχέσης πληρότητας, η οποία είναι πληρότητα ζωής. Και η σημαινόμενη δυνατότητα παραπέμπει στο συγκεκριμένο υποκείμενο· αποτελεί τη λογική ανταπόκριση στην πρωταρχική επιθυμία του υποκειμένου, την αμοιβαία αναφορικότητα που συγκροτεί την επιθυμία ως «λόγο-λογικό αίτημα».
Αυτή η αμοιβαία αναφορικότητα συγκροτεί το υποκείμενο ως υπαρκτικό γεγονός σχέσης, ως λογική ύπαρξη, ως ύπαρξη ικανή να ενσωματώνει τον συλλογικό λόγο της ανθρώπινης κοινωνίας.
Το πρώτο σημαίνον μπορεί να είναι το στήθος της μητέρας, επειδή η ζωοποιός σχέση προς την οποία κατευθύνεται η πρωταρχική επιθυμία δεν είναι αφηρημένη. Είναι, αντίθετα, μια σχέση κοινωνίας της τροφής — μια πραγματική σχέση από την οποία εξαρτάται η ζωή. Η πρόσληψη της τροφής, ωστόσο, δεν εξαντλεί την επιθυμία· η επιθυμία δεν αποβλέπει μόνο στη βιολογική επιβίωση, αλλά σε μια ζωή χωρίς όρια, σε μια αθάνατη ζωή. «Εάν η πρόσληψη της τροφής δεν συνδέεται με την εμπειρία μιας παρουσίας που παραμένει ή εξαφανίζεται χωρίς να παύει να σημαίνεται, εάν ο Άλλος της επιθυμίας δεν διαμεσολαβείται από την εναλλαγή παρουσίας και απουσίας εκείνου που προσφέρει την τροφή, το βρέφος δεν θα εισέλθει ποτέ στον κόσμο των ανθρώπων, στον κόσμο της γλώσσας και των συμβόλων».
Επομένως, ο κεντρικός και αποφασιστικός συντελεστής για τη θεμελίωση και τη συγκρότηση του υποκειμένου δεν είναι το πρώτο σημαίνον αλλά το έσχατο σημαινόμενο, προς το οποίο κατευθύνεται η πρωταρχική επιθυμία για μια σχέση πληρότητας, που παραμένει πάντοτε ανεκπλήρωτη. Το σημαίνον της ανταπόκρισης στην επιθυμία εμφανίζεται πάντοτε στον χώρο του Άλλου και αυτή η εμφάνιση θεμελιώνει το λογικό υποκείμενο. Ο Άλλος, ωστόσο, παραμένει πάντοτε ο υπερβατικός στόχος της σχέσης πληρότητας, της αθάνατης ζωής. Γι’ αυτό ο Lacan —χωρίς μεταφυσικές προθέσεις και βασιζόμενος αποκλειστικά στον ρεαλισμό της κλινικής εμπειρίας— γράφει πάντοτε τον υπερβατικό Άλλο με κεφαλαίο «Α». Το υποκείμενο γεννιέται στον χώρο του Άλλου· δεν υπάρχει ανθρώπινο υποκείμενο παρά μόνο ως ανταπόκριση στην επιθυμία μιας σχέσης πληρότητας με τον υπερβατικό Άλλο, ο οποίος καλεί το υποκείμενο στην ύπαρξη.
Κατά τη διάρκεια της παροδικής ατομικής ζωής, ο Άλλος διαμεσολαβείται από το στήθος της μητέρας, από την παρουσία ή την απουσία της μητέρας, από την τροφή, από τη στοργή, από τη γλώσσα της επικοινωνίας, από την παρεμβολή της εικόνας του πατέρα — μια παρεμβολή που «κοινωνικοποιεί» τη ζωοποιό σχέση με τη μητέρα και συγκροτεί τη συνείδηση του εγώ ως αυτόνομου Τρίτου.
Όταν πλέον έχει επιτευχθεί η ωριμότητα, ο Άλλος διαμεσολαβείται από το σώμα της επιθυμητής ερωτικής συνουσίας, από την έκπληξη της οικείας ετερότητας των τέκνων και των απογόνων — μια έκπληξη που απελευθερώνει τη σωματική ύπαρξη από τη χωροχρονική ατομικότητα. Ο Άλλος διαμεσολαβείται επίσης με ποικίλους τρόπους από το κύρος του νόμου, την ερωτική ομορφιά της φύσης και την απεριόριστη δυναμική των σημαινόντων της σχέσης.
Το υποκείμενο καθίσταται υπαρκτικό γεγονός χάρη στη ζωοποιό επιθυμία για μια σχέση πληρότητας με τον υπερβατικό Άλλο. Και η επιθυμία διατηρείται ως υπαρκτική αναφορά, επειδή ο χώρος του Άλλου δεν ορίζεται ποτέ από μία δεδομένη παρουσία, αλλά είναι χώρος παρουσίας-απουσίας του πολύμορφου σημαινομένου. Ακόμη και τα διαμεσολαβητικά σημαίνοντα παραπέμπουν μόνο στην παρουσία-απουσία της ανταπόκρισης στη ζωοποιό επιθυμία: εάν η παρουσία της μητέρας ήταν μόνιμη, συνεχής και βρισκόταν στην κατοχή του βρέφους —εάν η μητέρα κρατούσε το βρέφος διαρκώς στην αγκαλιά της και του πρόσφερε το στήθος—, το βρέφος δεν θα συγκροτούνταν ποτέ ως λογικό υποκείμενο. Δεν θα εμφανιζόταν το σημαίνον της επιθυμίας στον χώρο της μητέρας και, επομένως, δεν θα υπήρχε συγκρότηση του υποκειμένου.
Εάν ο Άλλος της προϋποτιθέμενης λογικής έκκλησης για σχέση, ο Άλλος του επιθυμητού τέλους της σχέσης, αποτελούσε μια δεδομένη και οριστικά κατεχόμενη νευτώνεια παρουσία, θα ήταν αδύνατη η εμφάνιση των σημαινόντων της έκκλησης και των σημαινόντων της σχέσης· δεν θα υπήρχε ανθρώπινη λογική ύπαρξη. Εάν ο Θεός δεν ήταν παρουσία-απουσία, δεν θα υπήρχε ο άνθρωπος ως λογική ύπαρξη. Η πραγματική απόσταση μεταξύ φυσικής και μεταφυσικής, η άρνηση του Θεού να υποταχθεί σε οριστικές βεβαιότητες, αποτελεί την υπαρκτική προϋπόθεση του λογικού υποκειμένου.[Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΙΚΗ;]
Ο άνθρωπος εισέρχεται στον κόσμο ως φορέας επιθυμιών, ως φορέας της επιθυμίας για αιώνια ζωή και για πληρότητα ζωής. Και για την ανθρώπινη επιθυμία, η πληρότητα της ζωής είναι η πλήρωση της σχέσης, η ερωτική κοινωνία. Γι’ αυτό η δυνητική ανταπόκριση στην επιθυμία —τα σημαίνοντα της πλήρωσής της— εμφανίζεται μόνο στον χώρο του Άλλου. Οι δυνατότητες αυτές είναι πάντοτε παροδικές και αποσπασματικές σε σύγκριση με την επιθυμητή σχέση πληρότητας. Δεν παύουν όμως να σημαίνονται ως δυνατότητες σχέσης. Τα σημαίνοντα της σχέσης αποτελούν τα πρωταρχικά στοιχεία του λόγου. Η εμφάνιση των σημαινόντων γεννά το υποκείμενο και το συγκροτεί ως λογική ύπαρξη. Το υποκείμενο υπάρχει με τον τρόπο του λόγου, με τον τρόπο της αναφορικότητας. Η λογική αναφορικότητα αρθρώνεται και οικοδομείται μέσω της γλωσσικής σύνταξης και του συμβολισμού.
Η λογική αναφορικότητα είναι αναφορικότητα της επιθυμίας, αλλά η επιθυμία δεν εξαντλείται ποτέ στο σημαινόμενο των παροδικών και αποσπασματικών σημαινόντων. Η συγκεκριμενοποίηση της επιθυμίας σε αίτημα δεν εξαντλεί την επιθυμητική αναφορικότητα του υποκειμένου. Παραμένει πάντοτε ένα υπόλοιπο επιθυμίας, ένα υποκείμενο ρεύμα κάτω από το αίτημα για οποιαδήποτε σχέση, το οποίο αναδύεται και πάλι ως επιθυμία.
Αυτό το υπόλοιπο χαρακτηρίζεται από τη λογικότητα — με άλλα λόγια, από την αναφορικότητα της επιθυμίας: αποτελεί ένα υπόστρωμα επιθυμίας που διατηρεί τον τρόπο του λόγου, τον τρόπο ή τη δομή της ομιλίας. Είναι το ασυνείδητο. Με τον όρο «ασυνείδητο» εννοούμε εκείνο που παραμένει ως επιθυμία —με τον τρόπο του λόγου, με τον τρόπο της ομιλίας— όταν η αναφορικότητα της επιθυμίας έχει συγκεκριμενοποιηθεί σε αίτημα μέσω του σημαίνοντος.
Το ασυνείδητο συγκροτείται από τις συνέπειες των σημαινόντων, δηλαδή από τις συνέπειες του γεγονότος ότι το σημαίνον εκφράζει την επιθυμία που έχει συγκεκριμενοποιηθεί ως αίτημα, χωρίς να εξαντλεί την αναφορικότητα της επιθυμίας. Η επιθυμία παραμένει το καθολικό υπόστρωμα όλων των σημαινόμενων αιτημάτων, ένα υπόστρωμα που είναι και το ίδιο αναφορικό: παραπέμπει στην υπερβατική πλήρωση, η οποία αποτελεί τον σκοπό της επιθυμίας.
Η σημαντικότερη συμβολή του Lacan στην ψυχαναλυτική επιστήμη συνοψίζεται στον αφορισμό: «Το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα». Το συμπέρασμα αυτό δηλώνει πρωτίστως τον αναφορικό χαρακτήρα του ασυνείδητου υποστρώματος της υποκειμενικότητας. Δηλώνει τόσο τον αναφορικό τρόπο με τον οποίο συγκροτείται το ασυνείδητο όσο και το αναφερόμενό του, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε περιεχόμενο —ή υπόλοιπο— του ασυνειδήτου. Επομένως, τόσο η δομή όσο και αυτό που δομείται είναι ομόλογα προς τη γλώσσα: η γλώσσα είναι το σύνολο των σημαινόντων, καθώς και η σύνθεση των σημαινόντων. Η γλώσσα είναι ο τρόπος της αναφοράς και της σχέσης.[ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑΣ ΦΥΣΗΣ]
Το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα, επειδή αποτελεί ένα «υπόλοιπο» ή «υπόστρωμα» της επιθυμίας και η επιθυμία εκφράζεται αναφορικά μόνο μέσω του λόγου, της λογικής άρθρωσης και της δομής της γλώσσας. Το ασυνείδητο είναι η ανεξιχνίαστη αλλά πραγματική απόσταση μεταξύ της πάντοτε ελλιπούς πλήρωσης της επιθυμίας και της επιθυμητής πλήρωσης της ερωτικής συνουσίας με τον υπερβατικό Άλλο. Το ίδιο το ασυνείδητο παραμένει επιθυμία αρθρωμένη μέσω του λόγου, αποκαλύπτοντας τη θεμελιώδη και πρωταρχική λογική της αναφοράς που καθιστά το υποκείμενο υποκείμενο.
Ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται το ασυνείδητο —μέσω της ψυχαναλυτικής μεθόδου— εκφράζει την αναφορική φύση της συγκρότησης του υποκειμένου σε όλα τα επίπεδα. Προϋποθέτουμε κάποιον πυρήνα υποκειμενικότητας, ακόμη και το ασυνείδητο, ο οποίος όμως εκφράζεται και αναφέρεται μόνο μέσω του τρόπου του λόγου.
Ο υποστατικός «πυρήνας» της υποκειμενικότητας δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί μέσω της νοητικής σύλληψης, επειδή τότε αντικειμενοποιείται και συγχρόνως κατέχεται από το υποκείμενο, αντί να ταυτίζεται μαζί του. Ποια είναι, λοιπόν, η εναλλακτική δυνατότητα έναντι της νοητικής σύλληψης, όταν πρόκειται για τον αυτοπροσδιορισμό του υποκειμένου; Ο Lacan απαντά: «Το είναι του υποκειμένου, εκείνο που βρίσκεται κάτω από τη νοητική σύλληψη».
Εάν όμως η έννοια αντικειμενοποιεί το είναι, αφήνοντας έξω «εκείνο που βρίσκεται κάτω από τη νοητική σύλληψη», τότε η επιλογή του είναι ως αυτοπροσδιορισμού του πυρήνα της υποκειμενικότητας χάνεται μέσα στην αδυναμία προσδιορισμού της μη-σύλληψης. «Όποια και αν είναι η επιλογή, το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Επιλέγουμε το είναι: το υποκείμενο εξαφανίζεται, μας διαφεύγει και υποχωρεί στη μη-σύλληψη. Επιλέγουμε τη σύλληψη: και η σύλληψη επιβιώνει ακρωτηριασμένη από εκείνο το μέρος της μη-σύλληψης το οποίο είναι, σαφώς, αυτό που θεμελιώνει το ασυνείδητο μέσω της πραγμάτωσης του υποκειμένου».
Ούτε η σύλληψη ούτε το είναι. Υπάρχει άραγε κάποια τρίτη επιλογή ως προς τον αυτοπροσδιορισμό του υποκειμένου; Η Εκκλησία απαντά: «Αρχή και υπόστασή μου έγινε το δημιουργικό σου πρόσταγμα». Ο πυρήνας ή η υπόσταση του υποκειμένου είναι η κλήση από το μη ον στο είναι. Και η υπόσταση είναι προσωπική, όταν ο Θεός καλεί από το μη ον στο είναι όντα ικανά για λογική σχέση και κοινωνία μαζί Του. Η θέληση του Θεού να κοινωνήσει την άκτιστη ύπαρξή Του με την προσωπική κτιστή ύπαρξη είναι ενεργός θέληση, είναι έργο· και το έργο του Θεού είναι ο λόγος Του: «Στην περίπτωση του Θεού, έργο είναι ο λόγος».¹⁰
Ο άνθρωπος είναι προσωπική ύπαρξη, επειδή η δημιουργική κλήση του Θεού προϋποθέτει το πρόσωπο ως υποστατική απάντηση σε αυτή την κλήση. Με άλλα λόγια, το προϋποθέτει ως υπαρκτική δυνατότητα σχέσης με τον Θεό, ως ελευθερία κατάφασης ή άρνησης της υπαρκτικής κοινωνίας μαζί Του. Η κλήση «δημιουργεί» μια υπόσταση, η οποία προσδίδει πραγματική ταυτότητα στις υπαρκτικές δυνατότητες που απορρέουν από την κλήση: υποστασιάζει όχι μόνο τη δημιουργική αλλά και την κλητική δυναμική του προστάγματος, τη δυνατότητα της σχέσης.
Η κλήση του Θεού προϋποθέτει την ανθρώπινη απάντηση όχι απλώς ως έκφραση της θέλησης, αλλά ως τρόπο υπάρξεως, ως υπαρκτικό γεγονός. Επομένως, η αναφορικότητα, ο τρόπος της σχέσης, ο τρόπος του λόγου δεν αποτελεί ένα από τα «γνωρίσματα» ή τις «ικανότητες» του υποκειμένου, αλλά την καταστατική δυνατότητα θεμελίωσης και συγκρότησής του.
Έτσι, η ψυχαναλυτική ορολογία μάς επιτρέπει να επαναδιατυπώσουμε τον εκκλησιαστικό ορισμό του ανθρώπινου προσώπου: ο άνθρωπος είναι προσωπική ύπαρξη, επειδή θεμελιώνεται, συγκροτείται και ενεργεί ως γεγονός σχέσης. Δεν εντάσσεται απλώς, όπως κάθε βιολογικό ον, στο πλέγμα των αλληλεξαρτήσεων και των αλληλένδετων ανταλλαγών ενέργειας που συγκροτούν τη βιόσφαιρα. Αντίθετα, η ίδια του η ύπαρξη αποτελεί δυναμική πραγμάτωση σχέσεων, την ορμή της επιθυμίας για μια υπαρκτική σχέση πληρότητας.
Το ανθρώπινο πρόσωπο γεννιέται στον χώρο του Θεού. Η ορμή της επιθυμίας για μια σχέση πληρότητας μαζί Του είναι η ζωοποιός κλήση Του, η οποία θεμελιώνει και συγκροτεί το ανθρώπινο πρόσωπο ως υπαρκτικό γεγονός ερωτικής αναφοράς. Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού δεν είναι μια διανοητική απόφαση ή μια συνειδητή ηθική προσπάθεια. Είναι το γεγονός του προσωπικού τρόπου υπάρξεως, ενός τρόπου υπάρξεως που περιλαμβάνει τόσο τις συνειδητές όσο και τις ασυνείδητες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό η Εκκλησία απορρίπτει την ηθικολογία —η οποία αφορά μόνο τη συνειδητή θέληση— και επιμένει στην άσκηση, η οποία αποβλέπει στον συνολικό τρόπο υπάρξεως, συνειδητό και ασυνείδητο. Δεν είναι η λογική και συνειδητή θέληση εκείνη που διαμορφώνει το υπαρκτικό γεγονός της σχέσης. Η σχέση συγκροτεί τον λόγο, όχι ο λόγος τη σχέση. Ο τρόπος της σχέσης διαμορφώνει τόσο τη συνείδηση όσο και το ασυνείδητο του υποκειμένου.
Εάν το ανθρώπινο πρόσωπο αποτελεί την υποστατική απάντηση στη θεία κλήση για σχέση, εάν οφείλει την υπαρκτική του αρχή στην κλητική ενέργεια του Ακτίστου, τότε ο προσωπικός του χαρακτήρας στηρίζεται στην ελευθερία να πραγματώσει ή να απορρίψει την ύπαρξη ως αμοιβαία σχέση, ως αγαπητική κοινωνία του είναι. Εάν το ανθρώπινο πρόσωπο έρχεται στην ύπαρξη μόνο χάρη στην κλητική ενέργεια του Θεού, η οποία είναι αποκλειστικά αγαπητική, και εάν η υπαρκτική απάντηση στην κλήση δεν είναι κατάφαση αλλά άρνηση, τότε μπορούμε να οδηγηθούμε σε δύο συμπεράσματα: είτε ότι η ελεύθερη άρνηση του κτιστού αναιρεί και εκμηδενίζει την αγαπητική ενέργεια του Ακτίστου είτε ότι η αγαπητική και κλητική ενέργεια του Ακτίστου, η οποία είναι άχρονη, καθιστά άχρονη και την υπαρκτική άρνηση του κτιστού.
Η δεύτερη δυνατότητα παραπέμπει στην απολυτότητα της αγάπης, η οποία σέβεται την ελευθερία, ακόμη και όταν η ελευθερία υποστασιάζει την άρνηση της αγαπητικής αμοιβαιότητας. Μια τέτοια άρνηση σημαίνει περιορισμό, ακρωτηριασμό και συρρίκνωση των υπαρκτικών δυνατοτήτων της επιθυμίας, των δυνατοτήτων του είναι ως πλήρωσης αγαπητικής σχέσης. Δεν προέρχεται από κάποια ανεπαρκή «χάρη» —από κάποια ανεπάρκεια της δωρεάς της ζωοποιού και κλητικής ενέργειας του Θεού— αλλά από την ελεύθερη άρνηση του αποδέκτη να υποστασιάσει τη χάρη ως υπαρκτικό γεγονός σχέσης. Τότε ο κατακερματισμός της επιθυμίας σε ναρκισσιστικούς και εγωκεντρικούς στόχους αποτελεί μόνο αυτοτιμωρία: το μαρτύριο μιας ύπαρξης που αρνείται ενεργητικά τον εαυτό της, χωρίς ωστόσο να μπορεί να εκμηδενίσει την υποστατική της συγκρότηση.
Μια ακόμη αποφασιστική συμβολή της σύγχρονης ψυχολογίας-ψυχανάλυσης στον θεολογικό προβληματισμό είναι ότι φωτίζει τον αυτοβασανισμό του ναρκισσιστικού εγωκεντρισμού με τη ρεαλιστική γλώσσα της κλινικής εμπειρίας σχετικά με τη νεύρωση και την ψύχωση.
Σημειώσεις:
1. Jacques Lacan, Le Séminaire, vol. II: Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, texte établi par Jacques-Alain Miller (Paris: Editions du Seuil, 1973), 141.
2. Ibid., 180.
3. Cornelius Castoriadis, L' institution imaginaire de la société (Paris: Editions du Seuil, 1975), 392.
4. Lacan, Le Séminaire, vol. II, 181.
5. Ibid., 180.
6. Denis Vasse, Le Temps du désir (Paris: Editions du Seuil, 1969), 23.
7. Lacan, Le Séminaire, vol. II, 141.
8. Ibid., 23: «L' inconscient est structuré comme un langage».
9. Ibid., 191-192.
10. Gregory of Nyssa, On the Hexameron. P.G 44, 73A.
11. Igor Caruso, Psychoanalyse und Synthese der Existenz (Vienna: Herder Verlag, 1952), is representative and especially important for the connection of the clinical experience with ecclesiastical anthropology.
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΤΥΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΙΝ. Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΑΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΗΣΗ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου