Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 1

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 1

Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.

Τόμος 1

1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)

Πες πρώτα, για τον Θεό επάνω ή τον άνθρωπο κάτω,
τι μπορούμε να συλλογιστούμε παρά μόνο από όσα γνωρίζουμε;
Για τον άνθρωπο, τι βλέπουμε εκτός από τη θέση του εδώ,
από την οποία συλλογιζόμαστε ή στην οποία αναφερόμαστε;
Μολονότι ο Θεός γνωρίζεται μέσα από αναρίθμητους κόσμους,
δικό μας έργο είναι να Τον αναζητήσουμε μόνο στον δικό μας.


Pope, Essay on Man, επιστολή 1, στ. 17 κ.ε.
(Μότο της πρώτης έκδοσης)

Πρόλογος στην πρώτη έκδοση[1]

Αντί όλων των παρακλήσεων με τις οποίες ένας συγγραφέας μπορεί να απευθυνθεί στους αναγνώστες και στους κριτές του, εδώ διατυπώνεται μόνο μία προς τους αναγνώστες και τους κριτές αυτού του έργου: είτε να μην το διαβάσουν καθόλου είτε να το διαβάσουν μέσα στη συνολική του συνάφεια· και είτε να απόσχουν από κάθε κρίση είτε να κρίνουν τον συγγραφέα μόνο βάσει του συνόλου και όχι βάσει μεμονωμένων χωρίων που έχουν αποσπαστεί από τα συμφραζόμενά τους.

Υπάρχουν αναγνώστες που ρίχνουν μόνο μια φευγαλέα ματιά σε κάθε έργο, για να εντοπίσουν γρήγορα κάτι που θα μπορούσαν να καταλογίσουν στον συγγραφέα ως έγκλημα ή για να βρουν ένα χωρίο που είναι αδύνατον να κατανοηθεί έξω από τα συμφραζόμενά του και με το οποίο θα μπορούσαν να αποδείξουν σε όποιον δεν έχει διαβάσει ο ίδιος το έργο ότι ο συγγραφέας έγραψε ανοησίες. Αναγνώστες αυτού του είδους θα μπορούσαν, παραδείγματος χάριν, να παρατηρήσουν ότι στο παρόν έργο γίνεται πολύ συχνά λόγος για τον Spinoza όχι σαν να επρόκειτο για «ψόφιο σκυλί» —για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Lessing— και, καθώς η λογική τέτοιων ανθρώπων είναι γνωστή, να συναγάγουν αμέσως ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να επαναφέρει σε ισχύ τις προ πολλού αναιρεθείσες σπινοζικές πλάνες.

Για τέτοιους αναγνώστες —εάν επιτρέπεται πράγματι να χρησιμοποιηθεί εδώ αυτή η ονομασία— παρατηρώ, αφενός, ότι το παρόν έργο έχει ακριβώς ως σκοπό να ανατρέψει στα θεμέλιά του το σπινοζικό σύστημα, το οποίο δεν έχει ήδη αναιρεθεί προ πολλού, ή μάλλον να το καταρρίψει μέσω των ίδιων του των αρχών. Αφετέρου, όμως, το σπινοζικό σύστημα, παρ’ όλες τις πλάνες του, μου φαίνεται, χάρη στην τολμηρή του συνέπεια, απείρως πιο αξιοσέβαστο από τα προσφιλή συστήματα συνασπισμού του μορφωμένου κόσμου μας, τα οποία, συρραμμένα από κουρέλια όλων των δυνατών συστημάτων, καταλήγουν να αποτελούν τον θάνατο κάθε αληθινής φιλοσοφίας.

Συγχρόνως παραδέχομαι ευχαρίστως απέναντι σε αυτούς τους αναγνώστες ότι όσα συστήματα αιωρούνται μονίμως μεταξύ ουρανού και γης και δεν διαθέτουν αρκετό θάρρος για να διεισδύσουν έως το έσχατο σημείο κάθε γνώσης είναι πολύ ασφαλέστερα απέναντι στις πιο επικίνδυνες πλάνες από το σύστημα εκείνου του μεγάλου στοχαστή, του οποίου η θεωρητική σκέψη πετά με απόλυτη ελευθερία, διακινδυνεύει τα πάντα και θέλει είτε ολόκληρη την αλήθεια σε όλο της το μεγαλείο είτε καμία αλήθεια. Τους παρακαλώ, όμως, από την πλευρά τους να αναλογιστούν ότι όποιος δεν είναι αρκετά τολμηρός ώστε να ακολουθήσει την αλήθεια έως ολόκληρο το ύψος της μπορεί βέβαια να αγγίξει εδώ κι εκεί το κράσπεδο του ενδύματός της, αλλά ποτέ δεν θα κατακτήσει την ίδια. Η δικαιότερη κρίση των μεταγενεστέρων θα τοποθετήσει εκείνον που, περιφρονώντας το προνόμιο των ανεκτών πλανών, είχε το θάρρος να πορευθεί ελεύθερα προς την αλήθεια πολύ ψηλότερα από τους δειλούς, οι οποίοι, για να μη συντριβούν πάνω σε βράχους και αμμώδεις υφάλους, θα προτιμούσαν να παραμένουν αιωνίως αγκυροβολημένοι.

Όσον αφορά το άλλο είδος αναγνωστών, οι οποίοι αποδεικνύουν μέσω αποσπασμένων χωρίων ότι ο συγγραφέας έγραψε ανοησίες, υπενθυμίζω ότι παραιτούμαι από την τιμή που απολαμβάνουν ορισμένοι συγγραφείς, στους οποίους κάθε λέξη σημαίνει ακριβώς το ίδιο είτε βρίσκεται μέσα είτε έξω από τα συμφραζόμενά της. Παρά όλη τη μετριοφροσύνη που μου αρμόζει, έχω εντούτοις επίγνωση ότι οφείλω τις ιδέες που εκτίθενται εδώ στη δική μου σκέψη· γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν διατυπώνω μια άδικη απαίτηση όταν ζητώ να κρίνομαι μόνο από αναγνώστες που σκέφτονται οι ίδιοι.

Επιπλέον, ολόκληρη η έρευνα αφορά τις αρχές και, επομένως, μόνο βάσει αρχών μπορεί να εξεταστεί. Επιχείρησα να παρουσιάσω τα αποτελέσματα της κριτικής φιλοσοφίας ανάγοντάς τα στις έσχατες αρχές κάθε γνώσης. Το μόνο ερώτημα, λοιπόν, στο οποίο πρέπει να απαντήσουν οι αναγνώστες αυτού του έργου είναι το εξής: εάν εκείνες οι αρχές είναι αληθείς ή ψευδείς και —είτε είναι αληθείς είτε ψευδείς— εάν μέσω αυτών θεμελιώνονται πράγματι τα αποτελέσματα της κριτικής φιλοσοφίας.

Μια τέτοια εξέταση, η οποία θα κατευθυνόταν προς τις ίδιες τις αρχές, θα ευχόμουν για το παρόν έργο. Δεν μπορώ, όμως, να την περιμένω από αναγνώστες για τους οποίους κάθε αλήθεια είναι αδιάφορη ή από εκείνους που προϋποθέτουν ότι μετά τον Kant δεν είναι πλέον δυνατή καμία νέα έρευνα των αρχών και ότι οι ύψιστες αρχές της φιλοσοφίας του έχουν ήδη διατυπωθεί από τον ίδιο. Κάθε άλλος αναγνώστης —όποιο και αν είναι το σύστημά του— πρέπει να ενδιαφέρεται για το ερώτημα των ύψιστων αρχών κάθε γνώσης, διότι ακόμη και το δικό του σύστημα, έστω και αν είναι το σύστημα του σκεπτικισμού, μπορεί να είναι αληθές μόνο μέσω των αρχών του.


Με ανθρώπους που έχουν χάσει κάθε ενδιαφέρον για την αλήθεια δεν μπορεί να γίνει τίποτε, επειδή μόνο μέσω της αλήθειας θα μπορούσε κανείς να τους προσεγγίσει. Αντιθέτως, απέναντι σε εκείνους τους οπαδούς του Kant οι οποίοι προϋποθέτουν ότι ο ίδιος έχει ήδη διατυπώσει τις αρχές κάθε γνώσης, πιστεύω ότι δικαιούμαι να παρατηρήσω πως έχουν συλλάβει βέβαια το γράμμα, όχι όμως και το πνεύμα του δασκάλου τους, εάν δεν έμαθαν να αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρη η πορεία της Κριτικής του καθαρού λόγου δεν μπορεί να αποτελεί την πορεία της φιλοσοφίας ως επιστήμης· ότι το πρώτο από το οποίο εκκινεί —η ύπαρξη πρωταρχικών παραστάσεων οι οποίες δεν είναι δυνατές μέσω της εμπειρίας— πρέπει και αυτό να μπορεί να εξηγηθεί μέσω ανώτερων αρχών· ότι, παραδείγματος χάριν, εκείνη η αναγκαιότητα και η καθολική εγκυρότητα που ο Kant προβάλλει ως διακριτικό γνώρισμα αυτών των παραστάσεων δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεμελιώνονται απλώς στο αίσθημά τους —πράγμα που θα έπρεπε αναγκαστικά να συμβαίνει εάν δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν μέσω ανώτερων θεμελιωδών αρχών, τις οποίες οφείλει να προϋποθέτει ακόμη και ο σκεπτικισμός, αφού δεν μπορεί να ανατραπεί από μια απλώς αισθητή αναγκαιότητα· ότι, επιπλέον, ο χώρος και ο χρόνος, οι οποίοι υποτίθεται ότι αποτελούν απλώς μορφές της εποπτείας, είναι αδύνατον να προηγούνται κάθε σύνθεσης και να μην προϋποθέτουν, επομένως, μια ανώτερη μορφή σύνθεσης· και, τέλος, ότι εξίσου αδύνατον είναι να νοηθεί η υποδεέστερη και παράγωγη σύνθεση μέσω των εννοιών της διάνοιας χωρίς μια πρωταρχική μορφή και ένα πρωταρχικό περιεχόμενο, τα οποία πρέπει να βρίσκονται στη βάση κάθε σύνθεσης, εφόσον αυτή πρόκειται πράγματι να είναι σύνθεση.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό, επειδή οι ίδιες οι καντιανές Παραγωγές αποκαλύπτουν ήδη από την πρώτη ματιά ότι προϋποθέτουν ανώτερες αρχές. Έτσι, ο Kant κατονομάζει ως τις μοναδικές δυνατές μορφές της αισθητηριακής εποπτείας τον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να έχει αποδείξει την πληρότητά τους βάσει κάποιας αρχής —όπως, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει με τις κατηγορίες βάσει της αρχής των λογικών λειτουργιών της κρίσης. Οι κατηγορίες είναι βέβαια διατεταγμένες σύμφωνα με τον πίνακα των λειτουργιών της κρίσης, οι ίδιες όμως αυτές οι λειτουργίες δεν είναι διατεταγμένες σύμφωνα με καμία αρχή.

Εάν εξετάσουμε το ζήτημα ακριβέστερα, διαπιστώνουμε ότι τόσο η σύνθεση που εμπεριέχεται στην κρίση όσο και εκείνη που εκφράζεται μέσω των κατηγοριών είναι απλώς παράγωγες· και οι δύο μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσω μιας πρωταρχικότερης σύνθεσης που βρίσκεται στη βάση τους —της σύνθεσης της πολλαπλότητας μέσα στην ενότητα της συνείδησης εν γένει—, ενώ η ίδια αυτή σύνθεση μπορεί με τη σειρά της να κατανοηθεί μόνο μέσω μιας ανώτερης απόλυτης ενότητας. Επομένως, η ενότητα της συνείδησης δεν μπορεί να προσδιοριστεί μέσω των μορφών των κρίσεων· αντιθέτως, οι μορφές των κρίσεων, μαζί με τις κατηγορίες, μπορούν να προσδιοριστούν μόνο μέσω της αρχής εκείνης της ενότητας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, οι πολλές φαινομενικές αντιφάσεις των καντιανών έργων —τις οποίες θα έπρεπε προ πολλού να είχαμε αναγνωρίσει απέναντι στους αντιπάλους της κριτικής φιλοσοφίας, ιδίως καθόσον αφορούν τα πράγματα καθ’ εαυτά— μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω ανώτερων αρχών, τις οποίες ο συγγραφέας της Κριτικής του καθαρού λόγου παντού απλώς προϋπέθετε. Τέλος, ακόμη και αν δεχθούμε ότι η θεωρητική φιλοσοφία του Kant διατηρεί παντού την αυστηρότερη συνοχή, η θεωρητική και η πρακτική φιλοσοφία του δεν συνδέονται μέσω καμίας κοινής αρχής. Η πρακτική φιλοσοφία δεν φαίνεται να αποτελεί μαζί με τη θεωρητική ένα και το αυτό οικοδόμημα, αλλά μόνο ένα παράρτημα του συνολικού οικοδομήματος της φιλοσοφίας, το οποίο μάλιστα παραμένει διαρκώς εκτεθειμένο σε επιθέσεις από το κύριο οικοδόμημα.

Αντιθέτως, εάν η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας είναι συγχρόνως και η έσχατη αρχή της· εάν εκείνο με το οποίο αρχίζει κάθε φιλοσοφία, ακόμη και η θεωρητική, είναι ταυτόχρονα το τελικό αποτέλεσμα της πρακτικής φιλοσοφίας, μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται κάθε γνώση, τότε ολόκληρη η επιστήμη καθίσταται δυνατή στην ύψιστη ολοκλήρωση και ενότητά της.

Πιστεύω ότι αρκεί να αναφερθούν όσα προηγήθηκαν, για να καταστεί κατανοητή η ανάγκη μιας παρουσίασης της καντιανής φιλοσοφίας η οποία θα καθοδηγείται από ανώτερες αρχές. Μάλιστα, πιστεύω ότι ακριβώς σε έναν συγγραφέα αυτού του είδους πρέπει να τον ερμηνεύουμε αποκλειστικά σύμφωνα με τις αρχές που αναγκαστικά προϋπέθετε και, ακόμη και ενάντια στο αρχικό νόημα των λέξεών του, να υποστηρίζουμε το ακόμη πρωταρχικότερο νόημα των σκέψεών του.

Το παρόν εγχείρημα αποσκοπεί στη διατύπωση αυτών των αρχών. Δεν θα μπορούσα να ευχηθώ μεγαλύτερη επιτυχία για αυτή την προσπάθεια από την εξέταση των αρχών που διατυπώνονται σε αυτήν. Ακόμη και την αυστηρότερη εξέταση —εφόσον πράγματι άξιζε αυτό το όνομα— θα τη δεχόμουν με ευγνωμοσύνη ανάλογη προς τη σημασία του αντικειμένου που θα όφειλε να εξετάζει.

Ο αξιότιμος κριτής της πραγματείας Über die Möglichkeit einer Form der Philosophie überhaupt, στις εδώ εκδιδόμενες Gelehrte Anzeigen του 1795 —τεύχος 12—, διατύπωσε σχετικά με την αρχή που παρουσιάζεται εκεί μια παρατήρηση η οποία αγγίζει ακριβώς το ουσιώδες κεντρικό σημείο ολόκληρης της έρευνας. Πιστεύω, ωστόσο, ότι στην πραγματεία που ακολουθεί έχω απαντήσει ικανοποιητικά στις αμφιβολίες του.

Εάν βέβαια η αρχή που διατυπώθηκε ήταν μια αντικειμενική αρχή, θα ήταν αδύνατον να κατανοήσουμε πώς θα μπορούσε να μην εξαρτάται από κάποια ανώτερη αρχή. Το διακριτικό γνώρισμα, όμως, της νέας αρχής βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν πρέπει να αποτελεί αντικειμενική αρχή. Συμφωνώ με τον κριτή ότι μια αντικειμενική αρχή δεν μπορεί να είναι η ύψιστη, διότι μια τέτοια αρχή θα έπρεπε με τη σειρά της να ανακαλυφθεί μέσω μιας άλλης αρχής. Το μοναδικό, επομένως, αμφισβητούμενο ζήτημα μεταξύ εκείνου και εμού είναι το εξής: μπορεί να υπάρχει μια αρχή η οποία να μην είναι απολύτως αντικειμενική και, παρ’ όλα αυτά, να θεμελιώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία;

Εάν ήμασταν πράγματι υποχρεωμένοι να θεωρούμε εκείνο που είναι έσχατο μέσα στη γνώση μας απλώς ως μια άφωνη εικόνα έξω από εμάς —σύμφωνα με την παρομοίωση του Spinoza—, τότε δεν θα γνωρίζαμε ποτέ ότι γνωρίζουμε. Εάν όμως αυτό αποτελεί το ίδιο την προϋπόθεση κάθε γνώσης, και μάλιστα την προϋπόθεση της δικής του γνώσης, επομένως το μοναδικό άμεσο στοιχείο μέσα στη γνώση μας, τότε ακριβώς μέσω αυτού γνωρίζουμε ότι γνωρίζουμε. Έχουμε ανακαλύψει την αρχή για την οποία ο Spinoza μπορούσε να πει ότι είναι το φως που φωτίζει τόσο τον εαυτό του όσο και το σκοτάδι.[1]

Σημειώσεις:

1 Στην αρχική έκδοση ακολουθούν εδώ ορισμένες παρατηρήσεις εναντίον μιας κριτικής της πραγματείας Über die Möglichkeit κ.λπ., η οποία είχε δημοσιευθεί στα Jacob’s Philosophische Annalen —Ιανουάριος 1794, τεύχος 4. Οι παρατηρήσεις αυτές αποδεικνύουν τους υπαινιγμούς και τις διαστρεβλώσεις που είχε επιτρέψει στον εαυτό του ο κριτικός και εναντίον των οποίων ο συγγραφέας είχε ήδη δημοσιεύσει μια προκαταρκτική δήλωση στο Intelligenzblatt der Allgemeinen Literatur-Zeitung, 1795, αρ. 31. D. H.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: