ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ4
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα
Διάκριση μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθένειας
Στο βιβλίο ἀπό ὅπου διαβάζουμε, γίνεται λόγος στη συνέχεια περί τῆς διακρίσεως μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθένειας. Δηλαδή, ἄλλο εἶναι ἁμαρτία καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια. Ὅπως, π.χ., ἕνας μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι, μιὰ ὀργανική βλάβη στον ἐγκέφαλό του, καὶ οἱ ἐκδηλώσεις του νὰ εἶναι τέτοιες, ποὺ νὰ ὁμοιάζουν με τίς ἐκδηλώσεις ἑνός ἄλλου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τίποτε στον ἐγκέφαλό του, ἔχει ὅμως μια νευροψυχική διαταραχή. Τα συμπτώματα καὶ στις δύο περιπτώσεις φαίνονται νὰ εἶναι τὰ ἴδια.
Ἐκεῖνος ποὺ θὰ καταπιαστεῖ μὲ τὴ θεραπεία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων, θα πρέπει νὰ ἔχει ὑπ' ὄψιν του ἀπὸ ποὺ προέρχονται στην καθεμιά περί-πτωση αὐτὰ τὰ ἴδια συμπτώματα. Τοῦ μὲν πρώτου προέρχονται ἀπό μιά ὀργανική βλάβη τοῦ ἐγκεφά-λου, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ εἰδικά φάρμα-κα ἢ ἀκόμη καὶ ἀπό ἐγχείρηση. Στὸν ἄλλο τὰ συμ-πτώματα προέρχονται ἀπό μια νευροψυχική διαταραχή, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἄλλου εἴδους θεραπεία, ἄσχετα, ἐπαναλαμβάνω, ἂν τὰ συμπτώματά του εἶναι ἴδια μὲ ἐκεῖνα τοῦ πρώτου. Ἔτσι, πολλές φορές τα συμπτώματα μιᾶς ἀτόφιας ἁμαρτίας καὶ τὰ συμπτώματα μιᾶς ἠθικῆς ἀσθένειας ὁμοιάζουν, και νομίζει κανείς ὅτι κάποια συμπτώ-ματα εἶναι ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν εἶναι. Ἄλλα βέβαια εἶναι ἁμαρτία, ἄλλα ὅμως δέν εἶναι.
Ὁ ἄνθρωπος πού με πρόγραμμα ἐξαπατά, με-θύει, εἶναι ὀξύθυμος καὶ ἱκανοποιεῖ τὰ πάθη του, ἀνήκει εἰς διάφορον κατηγορίαν ἀπό τὸν κλεπτομανή, τὸν ἀλκοολικόν, τὸ παθολογικόν θύμα διεστραμμένου σεξουαλικού πάθους ἢ ἐκρήξεων τοῦ θυμικού.
Ἄλλο εἶναι μὲ πρόγραμμα νὰ ἐξαπατά κανείς, νὰ μεθάει, νὰ εἶναι ὀξύθυμος, καθώς τὰ κάνει αὐτά ἑκουσίως, καὶ ἄλλο εἶναι οἱ ἐκδηλώσεις, π.χ., τοῦ κλεπτομανούς. Αὐτός εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Κλέβει ὄχι ἐπειδή θέλει ἐκείνη τὴν ὥρα να κλέψει, οὔτε ἐπειδή θέλει να παραβεί κάποιον νόμο, ἀλλά διότι ἡ ἀρρώστια του εκδηλώνεται κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο. Είναι κλεπτομανής. Τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸν ἄλλο πού εἶναι ἀλκοολικός, ἡ γιά ἐκεῖνον ποὺ εἶναι παθολογικά θύμα διεστραμμένου σεξουαλικοῦ πάθους ἡ ἐκρήξεων τοῦ θυμικοῦ.
Καθώς δὲ αἱ ὀργανικαί καί νευρικαί νόσοι πα ρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα, ἂν καὶ γεννῶν-ται ἀπὸ πολύ διαφόρους αἰτίας, ἔτσι καὶ ἡ ἠθική ἀσθένεια καὶ ἡ ἁμαρτία ἡμπορεῖ νὰ ἐμφανίζουν πα ρομοίαν καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις διαγωγήν -κλοπήν, ψεῦδος κλπ.- ή προέλευσής των ὅμως να εἶναι τόσον διάφορος ὅσον καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ὀργανικῶν καὶ νευρικῶν νόσων
Νὰ ἐπαναλάβω αὐτὸ ποὺ εἴπαμε προηγουμένως. Ὅπως δηλαδή στις περιπτώσεις τῶν ὀργα νικῶν καὶ νευροψυχικῶν ἀσθενειῶν τὴν ἴδια ἐκδή λωση ἐμφανίζει καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει στο κε φάλι του, π.χ., μια σφαίρα, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ἔχει μέν τίποτε στο κεφάλι του, ἀλλὰ πάσχει ἀπό μια νευροψυχική διαταραχή, ἔτσι καί στις πε ριπτώσεις τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἠθικῆς ἀσθένειας κλέβει, π.χ., καὶ ὁ ἕνας, κλέβει καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ὁ ἕνας θέλει καὶ κλέβει, ἐνῶ ὁ ἄλλος κλέβει, ἐπειδὴ εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Ἡ, λέει ὁ ἕνας ψέματα, λέει καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ὁ ἕνας θέλει καὶ ψεύδε ται, ἐνῶ ὁ ἄλλος ψεύδεται, ἐπειδή εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Αὐτό –ἡ τάση να λέει κανείς ψέματα-συνήθως συναντᾶται στα μικρά παιδιά, ἀλλά μερι-καὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀκόμη μεγαλώσουν, κατά ἕναν παθολογικό τρόπο ψεύδονται ὁπότε αὐτό εἶναι πλέον ἐκδήλωση ἠθικῆς ἀσθένειας.
Ἡ ἀπλουστέρα ἴσως περίπτωσις που δύναται να χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα εἶναι ἡ τοῦ μεθύσου καὶ τοῦ ἀλκοολικοῦ. Διὰ τὸν ἀστυνόμον καί τον δικαστὴν εἶναι καὶ οἱ δύο ἁπλῶς «μέθυσοι», ἀμφότεροι δὲ πρέπει να τιμωρηθούν.
Γιὰ τὸν δικαστή, εἴτε ἕναν μέθυσο ἔχει μπρο-στα του εἴτε ἕναν ἀλκοολικό, τὸ ἴδιο πράγμα εἶναι, καὶ ἐπομένως καὶ οἱ δύο πρέπει να τιμωρηθοῦν.
Ἐν τούτοις ὁ πρῶτος ἡμπορεῖ νὰ μεθύῃ ἕνεκα τῆς διεφθαρμένης και κτηνώδους φύσεώς του...
Το φρόνημά του δηλαδή ἔχει πάρει ἐσφαλμέ-νη πορεία, καὶ ἀπό τὸ ἐσφαλμένο πλέον αὐτό φρό-νημα γεννώνται οἱ ἁμαρτίες του.
... ἐνῶ ὁ ἄλλος ἡμπορεῖ νὰ πίνῃ ἕνεκα μιᾶς ἰδιοσυστασίας τόσον εὐαισθήτου πού δέν δύναται να φέρῃ τάς προσβολάς τῆς ζωῆς...
Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σ' αὐτόν τον κόσμο τόσο ευαίσθητοι, ὥστε, ὅταν βγοῦν στη ζωή καί ἀναλάβουν εὐθύνες καὶ διάφορες φροντίδες, δὲν μποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα καὶ καταντοῦν στὸ πιοτό καί γίνονται ἔτσι ἀλκοολικοί. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προσπαθούν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι να ζήσουν καὶ νὰ περνοῦν τις ἡμέρες τους. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ ἀρρώστια.
Ἄλλο διεφθαρμένο φρόνημα καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια
Πρέπει ὅμως νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι μέγας ἀριθ μός διαταραχών, θεωρουμένων σήμερον ὡς ἁμαρ-τιῶν, εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἠθικῶν ἀσθενειῶν.
Βέβαια, αὐτό μὲ μιὰ ἐπιφύλαξη πρέπει να το δεχθούμε. Διότι ἂν τὸ πάρουμε ὅπως το λέει, κά-ποιοι μπορεῖ νὰ ποῦν: «Καλά ποὺ μᾶς τὰ εἶπε αὐτά, γιὰ νὰ χαρούμε λίγο τις ἁμαρτίες μας». Δὲν εἶναι καθόλου ἔτσι. Ἕνα ἔμπειρο μάτι καταλαβαίνει ποιό εἶναι ἀρρώστια καὶ ποιό εἶναι ἁμαρτία ποιό προ έρχεται δηλαδή ἀπὸ διεφθαρμένο φρόνημα. Άλλο διεφθαρμένο φρόνημα καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια. Ἡ μὲν ἠθικὴ ἀσθένεια προέρχεται ἀπό συμπλέγματα, ἀπό βιώματα δηλαδή μπερδεμένα καὶ ἀπωθημένα, ἀπὸ μιὰ ἀρρωστημένη κατάσταση που ξεκίνησε ἀπὸ τὰ παιδικά χρόνια, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία προέρχεται ἀπὸ διεφθαρμένο φρόνημα. Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος θεληματικά πῆρε ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ πορεία ἐσφαλ-μένη. Εἶναι ἕνας ἐπαναστάτης, ἕνας ἀντάρτης ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἄλλο τώρα ὅτι καὶ ὁ ἠθικά ἄρρωστος φαίνεται σαν ἐπαναστάτης καὶ ἀντάρτης. Βαθύτερα ὅμως ἡ ὅλη κατάστασή του καὶ οἱ ἐκδη λώσεις του προέρχονται ἀπὸ τὴν ἠθική ἀσθένεια.
Πράγματι, εἶναι δυνατόν πάρα πολλαί ἐκ τῶν κακῶν συνηθειῶν τῆς καθημερινῆς ζωῆς ματαιοδοξία, ἐπιθετικότης, κακαί καταληπτικαί σκέψεις, ἔμμονοι συνήθειαι- αἱ ὁποῖαι φέρουν εἰς ἀπόγνω σιν τοὺς πάσχοντας ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ἰατρούς που τούς θεραπεύουν, μερικῶς τουλάχιστον νὰ ὀφείλων-ται εἰς ἠθικὴν ἀσθένειαν, καί, ἄν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, αἱ μέθοδοι θεραπείας, εἴτε ἀπό τῆς θρη σκευτικῆς εἴτε ἀπό τῆς ἠθικῆς πλευρᾶς, εἴτε ἀπό τῆς νομικῆς τοιαύτης, να χρειάζωνται μίαν πολύ ριζικήν ἀναθεώρησιν.
Συνεπῶς καὶ μιὰ ματαιοδοξία, μιά ἐπιθετικότητα –εἶναι μερικοί ἄνθρωποι πού δέν δέχονται τρίχα στο σπαθί τους· διαρκῶς ἔχουν αὐτή τήν ἐπιθετικότητα καί εἶναι ἕτοιμοι νὰ φᾶνε τὸν ἄλλο-εἶναι δυνατόν να προέρχονται ἀπό μιά ἠθική ἀσθένεια. Διάφορες ἐπίσης σκέψεις πού κατακυριεύουν, τρόπον τινά, το μυαλό, ἔμμονες ἰδέες ἤ καί συνή-θειες, ὅλα αὐτά ὡς πράξεις φαίνονται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλά πράγματα, ἀλλά αἰτία αὐτῶν εἶναι κά-ποια ἠθική ἀσθένεια. Καί καθώς οἱ ἄνθρωποι πού τὰ ἔχουν αὐτά δέν ξέρουν ὅτι προέρχονται ἀπό μιά ἠθική ἀσθένεια, λένε: «Ἀφοῦ εἶμαι τέτοιος, ἀλί-μονό μου». Καί προσπαθοῦν νὰ διορθωθοῦν, ἀλλά εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον.
Οἱ ἐκδηλώσεις πού προέρχονται ἀπό ἀρρώ-στια, δηλαδή ἀπό συμπλέγματα, ἀπό ἀπωθημένα μπερδεμένα βιώματα, δὲν μποροῦν νὰ ἐκλείψουν, ὅ,τι και να κάνει κανείς· ἄλλο ἄν κάνει θαῦμα ὁ Θεὸς ἢ ἄν γιατρευτεῖ ἡ βαθύτερη αἰτία. Ἐπειδή ὅμως τή βαθύτερη αὐτή αἰτία, κατά κανόνα, δέν τή γνωρίζει ὁ ἀσθενής –καί ἑπομένως παραμένει ἀθεράπευτη- προσπαθεῖ νὰ διορθώσει ἁπλῶς τις ἐκδηλώσεις· καί, καθώς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίπο-τε, ἀπελπίζεται: «Πάει, ἐγώ θα χαθῶ!»
Φαινόμενα ἠθικῆς ἀσθένειας
Εἰς προηγούμενα κεφάλαια εἴδομεν μερικάς περιπτώσεις ἠθικῶν διαταραχῶν, τὰς ὁποίας ἀκρι-βολογοῦντες θὰ ἔπρεπε να περιγράψωμεν ὡς φαινό-μενα ἠθικῆς ἀσθενείας. Ἐὰν ἐπί παραδείγματι ὁ ὁμοερωτισμός εἶναι κληρονομικοῦ ἡ ὀργανικοῦ τύ-που, δέν πρέπει να μεμφώμεθα τὸ ἄτομον, εἰς τὸ ὁποῖον τοιαῦται ὁρμαί γίνονται ἰσχυρῶς αἰσθηταί
Ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος σ' αὐτὸν τὸν κόσμο καί κληρονομικῶς φέρει μια διαστροφή. Το φταίξι-μό του δέν εἶναι ὅτι τὸ ἔχει αὐτό. Αὐτὸ τὸ ἔχει. Τί νὰ γίνει: Ἀφοῦ τὸ κουβαλάει ὡς κληρονομικό βάρος ἢ καμιά φορά ἀπό μιά ὀργανική πάθηση, ἡ ὁποία γίνεται αἰτία νὰ ἀλλάξει καὶ ἡ λειτουργία τοῦ σώ-ματός του, τί φταίει; Φταίει, ὅταν δὲν ἀποφεύγει τίς ἀφορμές, τις κακοτοπιές καὶ φυτρώνει ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν σπέρνουν. Ἀπό αὐτῆς τῆς πλευρᾶς φταίει καί παραφταίει. Ἀλλά, γιὰ τὸ ὅτι ἔχει ὅ,τι ἔχει, δη-λαδή τὴν ἀσθένεια που φέρει, δέν φταίει, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν μέμφεται κανείς γι' αὐτό.
Ὀφείλει βεβαίως τὸ ἄτομον νὰ εἶναι εἰς θέσιν να διατηρήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ὁρμῶν αὐτῶν.
Καί ἐδῶ χρειάζεται, νομίζω, νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς: Ἐάν κάποιος διαπιστώσει στὸν ἑαυτό του ὅτι ὑπάρχει μια διαστροφή, ἂν μάλιστα αὐτὸ ὀφείλε ται σε κληρονομικότητα –πού κυρίως ἐκεῖ ὀφείλε ται- δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχήσει. Ἐκεῖνο που χρειά-ζεται εἶναι νὰ συγκρατήσει τήν ὁρμή του αὐτή. Καί με τη βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ τὸ πετύχει αὐτό. Ἂν διαπιστώσει κάτι τέτοιο σε κάποιον ἄλλον, ἀνάλογα να τον συμβουλεύσει.
Πολλάκις ὅμως ὁ νοῦς του βασανίζεται μὲ ἐνοχὴν διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν συναισθημάτων. Ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο ἐκεῖνο που τον τρώει
εἶναι τὸ γιατί. Καὶ σκέπτεται: «Ἐγώ, ἀφοῦ ἔχω αὐτὸ τὸ πράγμα, εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός». Ἐνῶ δὲν εἶναι ἔτσι δέν εἶναι καθόλου μεγάλος άμαρτω-λός. Ἁπλούστατα, ή κατασκευή του εἶναι ἔτσι. Ἡ ἁμαρτία ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού δέν θα κάνει ὅ,τι χρειάζεται ἀπό μέρους του καὶ δὲν θὰ ζητήσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅποιου ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει, για να ξεπεράσει τη δυσκολία.
Πρέπει νὰ τοῦ συστήσωμεν ὅτι δὲν πρέπει να αἰσθάνεται ἀξιόμεμπτος δι' αὐτά καί ὅτι, ἐφόσον ταῦτα δὲν εὑρίσκουν ὠμήν φυσικήν ἔκφρασιν, δέν ὑπάρχει τίποτε κακόν εἰς αὐτά, τίποτε ἐν πάσῃ πε-ριπτώσει διά τό ὁποῖον ὁ ἴδιος εἶναι ὑπεύθυνος.
***
Μία ἔτι σαφεστέρα περίπτωσις ἠθικῆς ἀσθενείας εἶναι ἡ τοῦ διψομανούς. Δοκιμάζει κατά καιρούς δί-ψαν διά το ποτόν, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνίκανος να συγ κρατήσῃ. Ὁ διεστραμμένος ὁμοερωτικός δύναται να θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον τὴν ὁρμήν του, ὥστε ἡ ἐπαίσχυντος πρᾶξις να μή συμβῆ. Ὁ διψομανής ὅμως δὲν δύναται ν' αντισταθη εἰς τὸν πειρασμόν του ποτού, ὅπως ἀκριβως καί ὁ ἐπιληπτικός δὲν δύναται ν' ἀντισταθῇ εἰς τὰς προσβολάς τῆς ἐπιληψίας.
Εἶναι ἀδύνατον ἕνας ἐπιληπτικός να μπορέσει νὰ ἀντισταθεῖ στις προσβολές τῆς ἐπιληψίας. Μόλις ἔλθει ἡ ὥρα, θὰ τὸν πιάσει. Ἔτσι λοιπόν καὶ ἕνας διψομανής δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεί στον πειρασμό τοῦ πιοτοῦ. "Ένας διψομανής που καταντὰ ἀλκοολικός, καὶ ὁ ὁποῖος στο βάθος εἶναι ἄρρωστος καί ὄχι μέθυσος, θέλει δέν θέλει, θὰ πιεῖ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει διαφορετικά. Ἄλλο τώρα ἄν ὑποβληθεῖ σε θεραπεία. Θεραπεία δηλαδή πνευμα-τική, μέσα στήν Ἐκκλησία διὰ τῶν μυστηρίων, μὲ τη χάρη τοῦ Χριστοῦ· καὶ θεραπεία ψυχολογική. Ἀλλά ἔτσι ὅπως ἔχουν τα πράγματα μὲ τὸν διψομα νή, δὲν μπορεῖς, μόλις τὸν δεῖς νὰ πίνει, νὰ τὸν μεμφθεῖς, ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ μεμφθεῖς καὶ τὸν ἐπιληπτικό πού πέφτει κάτω καὶ ἀρχίζει νὰ ἀφρίζει κτλ. Ὁ ἄλλος ὅμως, μὲ τὴ σεξουαλική διαστροφή, ναι μέν δέν μπορεῖ νὰ κάνει διαφορετικά ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι αὐτό πού εἶναι καὶ νὰ αἰσθάνεται ὅπως αἰσθάνεται -δέν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποφύγει αὐτό, ἐφόσον εἶναι κληρονομικό- ἀλλά να συγκρατήσει τὸν ἑαυτό του μπορεί.
***
Πολλάκις ἐπίσης μᾶς ζητοῦν νὰ κάμωμεν κάτι δι' ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἀκατανίκητον τάσιν «νά βλασφημήσουν τὸν Θεόν» ή να σκεφθούν «ἀκάθαρτα» ἡ ἱερόσυλα πράγματα.
Διάκριση μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθένειας
Στο βιβλίο ἀπό ὅπου διαβάζουμε, γίνεται λόγος στη συνέχεια περί τῆς διακρίσεως μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθένειας. Δηλαδή, ἄλλο εἶναι ἁμαρτία καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια. Ὅπως, π.χ., ἕνας μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι, μιὰ ὀργανική βλάβη στον ἐγκέφαλό του, καὶ οἱ ἐκδηλώσεις του νὰ εἶναι τέτοιες, ποὺ νὰ ὁμοιάζουν με τίς ἐκδηλώσεις ἑνός ἄλλου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τίποτε στον ἐγκέφαλό του, ἔχει ὅμως μια νευροψυχική διαταραχή. Τα συμπτώματα καὶ στις δύο περιπτώσεις φαίνονται νὰ εἶναι τὰ ἴδια.
Ἐκεῖνος ποὺ θὰ καταπιαστεῖ μὲ τὴ θεραπεία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων, θα πρέπει νὰ ἔχει ὑπ' ὄψιν του ἀπὸ ποὺ προέρχονται στην καθεμιά περί-πτωση αὐτὰ τὰ ἴδια συμπτώματα. Τοῦ μὲν πρώτου προέρχονται ἀπό μιά ὀργανική βλάβη τοῦ ἐγκεφά-λου, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ εἰδικά φάρμα-κα ἢ ἀκόμη καὶ ἀπό ἐγχείρηση. Στὸν ἄλλο τὰ συμ-πτώματα προέρχονται ἀπό μια νευροψυχική διαταραχή, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἄλλου εἴδους θεραπεία, ἄσχετα, ἐπαναλαμβάνω, ἂν τὰ συμπτώματά του εἶναι ἴδια μὲ ἐκεῖνα τοῦ πρώτου. Ἔτσι, πολλές φορές τα συμπτώματα μιᾶς ἀτόφιας ἁμαρτίας καὶ τὰ συμπτώματα μιᾶς ἠθικῆς ἀσθένειας ὁμοιάζουν, και νομίζει κανείς ὅτι κάποια συμπτώ-ματα εἶναι ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν εἶναι. Ἄλλα βέβαια εἶναι ἁμαρτία, ἄλλα ὅμως δέν εἶναι.
Ὁ ἄνθρωπος πού με πρόγραμμα ἐξαπατά, με-θύει, εἶναι ὀξύθυμος καὶ ἱκανοποιεῖ τὰ πάθη του, ἀνήκει εἰς διάφορον κατηγορίαν ἀπό τὸν κλεπτομανή, τὸν ἀλκοολικόν, τὸ παθολογικόν θύμα διεστραμμένου σεξουαλικού πάθους ἢ ἐκρήξεων τοῦ θυμικού.
Ἄλλο εἶναι μὲ πρόγραμμα νὰ ἐξαπατά κανείς, νὰ μεθάει, νὰ εἶναι ὀξύθυμος, καθώς τὰ κάνει αὐτά ἑκουσίως, καὶ ἄλλο εἶναι οἱ ἐκδηλώσεις, π.χ., τοῦ κλεπτομανούς. Αὐτός εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Κλέβει ὄχι ἐπειδή θέλει ἐκείνη τὴν ὥρα να κλέψει, οὔτε ἐπειδή θέλει να παραβεί κάποιον νόμο, ἀλλά διότι ἡ ἀρρώστια του εκδηλώνεται κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο. Είναι κλεπτομανής. Τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸν ἄλλο πού εἶναι ἀλκοολικός, ἡ γιά ἐκεῖνον ποὺ εἶναι παθολογικά θύμα διεστραμμένου σεξουαλικοῦ πάθους ἡ ἐκρήξεων τοῦ θυμικοῦ.
Καθώς δὲ αἱ ὀργανικαί καί νευρικαί νόσοι πα ρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα, ἂν καὶ γεννῶν-ται ἀπὸ πολύ διαφόρους αἰτίας, ἔτσι καὶ ἡ ἠθική ἀσθένεια καὶ ἡ ἁμαρτία ἡμπορεῖ νὰ ἐμφανίζουν πα ρομοίαν καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις διαγωγήν -κλοπήν, ψεῦδος κλπ.- ή προέλευσής των ὅμως να εἶναι τόσον διάφορος ὅσον καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ὀργανικῶν καὶ νευρικῶν νόσων
Νὰ ἐπαναλάβω αὐτὸ ποὺ εἴπαμε προηγουμένως. Ὅπως δηλαδή στις περιπτώσεις τῶν ὀργα νικῶν καὶ νευροψυχικῶν ἀσθενειῶν τὴν ἴδια ἐκδή λωση ἐμφανίζει καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει στο κε φάλι του, π.χ., μια σφαίρα, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ἔχει μέν τίποτε στο κεφάλι του, ἀλλὰ πάσχει ἀπό μια νευροψυχική διαταραχή, ἔτσι καί στις πε ριπτώσεις τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἠθικῆς ἀσθένειας κλέβει, π.χ., καὶ ὁ ἕνας, κλέβει καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ὁ ἕνας θέλει καὶ κλέβει, ἐνῶ ὁ ἄλλος κλέβει, ἐπειδὴ εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Ἡ, λέει ὁ ἕνας ψέματα, λέει καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ὁ ἕνας θέλει καὶ ψεύδε ται, ἐνῶ ὁ ἄλλος ψεύδεται, ἐπειδή εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Αὐτό –ἡ τάση να λέει κανείς ψέματα-συνήθως συναντᾶται στα μικρά παιδιά, ἀλλά μερι-καὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀκόμη μεγαλώσουν, κατά ἕναν παθολογικό τρόπο ψεύδονται ὁπότε αὐτό εἶναι πλέον ἐκδήλωση ἠθικῆς ἀσθένειας.
Ἡ ἀπλουστέρα ἴσως περίπτωσις που δύναται να χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα εἶναι ἡ τοῦ μεθύσου καὶ τοῦ ἀλκοολικοῦ. Διὰ τὸν ἀστυνόμον καί τον δικαστὴν εἶναι καὶ οἱ δύο ἁπλῶς «μέθυσοι», ἀμφότεροι δὲ πρέπει να τιμωρηθούν.
Γιὰ τὸν δικαστή, εἴτε ἕναν μέθυσο ἔχει μπρο-στα του εἴτε ἕναν ἀλκοολικό, τὸ ἴδιο πράγμα εἶναι, καὶ ἐπομένως καὶ οἱ δύο πρέπει να τιμωρηθοῦν.
Ἐν τούτοις ὁ πρῶτος ἡμπορεῖ νὰ μεθύῃ ἕνεκα τῆς διεφθαρμένης και κτηνώδους φύσεώς του...
Το φρόνημά του δηλαδή ἔχει πάρει ἐσφαλμέ-νη πορεία, καὶ ἀπό τὸ ἐσφαλμένο πλέον αὐτό φρό-νημα γεννώνται οἱ ἁμαρτίες του.
... ἐνῶ ὁ ἄλλος ἡμπορεῖ νὰ πίνῃ ἕνεκα μιᾶς ἰδιοσυστασίας τόσον εὐαισθήτου πού δέν δύναται να φέρῃ τάς προσβολάς τῆς ζωῆς...
Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σ' αὐτόν τον κόσμο τόσο ευαίσθητοι, ὥστε, ὅταν βγοῦν στη ζωή καί ἀναλάβουν εὐθύνες καὶ διάφορες φροντίδες, δὲν μποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα καὶ καταντοῦν στὸ πιοτό καί γίνονται ἔτσι ἀλκοολικοί. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προσπαθούν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι να ζήσουν καὶ νὰ περνοῦν τις ἡμέρες τους. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ ἀρρώστια.
Ἄλλο διεφθαρμένο φρόνημα καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια
Πρέπει ὅμως νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι μέγας ἀριθ μός διαταραχών, θεωρουμένων σήμερον ὡς ἁμαρ-τιῶν, εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἠθικῶν ἀσθενειῶν.
Βέβαια, αὐτό μὲ μιὰ ἐπιφύλαξη πρέπει να το δεχθούμε. Διότι ἂν τὸ πάρουμε ὅπως το λέει, κά-ποιοι μπορεῖ νὰ ποῦν: «Καλά ποὺ μᾶς τὰ εἶπε αὐτά, γιὰ νὰ χαρούμε λίγο τις ἁμαρτίες μας». Δὲν εἶναι καθόλου ἔτσι. Ἕνα ἔμπειρο μάτι καταλαβαίνει ποιό εἶναι ἀρρώστια καὶ ποιό εἶναι ἁμαρτία ποιό προ έρχεται δηλαδή ἀπὸ διεφθαρμένο φρόνημα. Άλλο διεφθαρμένο φρόνημα καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια. Ἡ μὲν ἠθικὴ ἀσθένεια προέρχεται ἀπό συμπλέγματα, ἀπό βιώματα δηλαδή μπερδεμένα καὶ ἀπωθημένα, ἀπὸ μιὰ ἀρρωστημένη κατάσταση που ξεκίνησε ἀπὸ τὰ παιδικά χρόνια, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία προέρχεται ἀπὸ διεφθαρμένο φρόνημα. Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος θεληματικά πῆρε ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ πορεία ἐσφαλ-μένη. Εἶναι ἕνας ἐπαναστάτης, ἕνας ἀντάρτης ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἄλλο τώρα ὅτι καὶ ὁ ἠθικά ἄρρωστος φαίνεται σαν ἐπαναστάτης καὶ ἀντάρτης. Βαθύτερα ὅμως ἡ ὅλη κατάστασή του καὶ οἱ ἐκδη λώσεις του προέρχονται ἀπὸ τὴν ἠθική ἀσθένεια.
Πράγματι, εἶναι δυνατόν πάρα πολλαί ἐκ τῶν κακῶν συνηθειῶν τῆς καθημερινῆς ζωῆς ματαιοδοξία, ἐπιθετικότης, κακαί καταληπτικαί σκέψεις, ἔμμονοι συνήθειαι- αἱ ὁποῖαι φέρουν εἰς ἀπόγνω σιν τοὺς πάσχοντας ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ἰατρούς που τούς θεραπεύουν, μερικῶς τουλάχιστον νὰ ὀφείλων-ται εἰς ἠθικὴν ἀσθένειαν, καί, ἄν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, αἱ μέθοδοι θεραπείας, εἴτε ἀπό τῆς θρη σκευτικῆς εἴτε ἀπό τῆς ἠθικῆς πλευρᾶς, εἴτε ἀπό τῆς νομικῆς τοιαύτης, να χρειάζωνται μίαν πολύ ριζικήν ἀναθεώρησιν.
Συνεπῶς καὶ μιὰ ματαιοδοξία, μιά ἐπιθετικότητα –εἶναι μερικοί ἄνθρωποι πού δέν δέχονται τρίχα στο σπαθί τους· διαρκῶς ἔχουν αὐτή τήν ἐπιθετικότητα καί εἶναι ἕτοιμοι νὰ φᾶνε τὸν ἄλλο-εἶναι δυνατόν να προέρχονται ἀπό μιά ἠθική ἀσθένεια. Διάφορες ἐπίσης σκέψεις πού κατακυριεύουν, τρόπον τινά, το μυαλό, ἔμμονες ἰδέες ἤ καί συνή-θειες, ὅλα αὐτά ὡς πράξεις φαίνονται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλά πράγματα, ἀλλά αἰτία αὐτῶν εἶναι κά-ποια ἠθική ἀσθένεια. Καί καθώς οἱ ἄνθρωποι πού τὰ ἔχουν αὐτά δέν ξέρουν ὅτι προέρχονται ἀπό μιά ἠθική ἀσθένεια, λένε: «Ἀφοῦ εἶμαι τέτοιος, ἀλί-μονό μου». Καί προσπαθοῦν νὰ διορθωθοῦν, ἀλλά εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον.
Οἱ ἐκδηλώσεις πού προέρχονται ἀπό ἀρρώ-στια, δηλαδή ἀπό συμπλέγματα, ἀπό ἀπωθημένα μπερδεμένα βιώματα, δὲν μποροῦν νὰ ἐκλείψουν, ὅ,τι και να κάνει κανείς· ἄλλο ἄν κάνει θαῦμα ὁ Θεὸς ἢ ἄν γιατρευτεῖ ἡ βαθύτερη αἰτία. Ἐπειδή ὅμως τή βαθύτερη αὐτή αἰτία, κατά κανόνα, δέν τή γνωρίζει ὁ ἀσθενής –καί ἑπομένως παραμένει ἀθεράπευτη- προσπαθεῖ νὰ διορθώσει ἁπλῶς τις ἐκδηλώσεις· καί, καθώς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίπο-τε, ἀπελπίζεται: «Πάει, ἐγώ θα χαθῶ!»
Φαινόμενα ἠθικῆς ἀσθένειας
Εἰς προηγούμενα κεφάλαια εἴδομεν μερικάς περιπτώσεις ἠθικῶν διαταραχῶν, τὰς ὁποίας ἀκρι-βολογοῦντες θὰ ἔπρεπε να περιγράψωμεν ὡς φαινό-μενα ἠθικῆς ἀσθενείας. Ἐὰν ἐπί παραδείγματι ὁ ὁμοερωτισμός εἶναι κληρονομικοῦ ἡ ὀργανικοῦ τύ-που, δέν πρέπει να μεμφώμεθα τὸ ἄτομον, εἰς τὸ ὁποῖον τοιαῦται ὁρμαί γίνονται ἰσχυρῶς αἰσθηταί
Ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος σ' αὐτὸν τὸν κόσμο καί κληρονομικῶς φέρει μια διαστροφή. Το φταίξι-μό του δέν εἶναι ὅτι τὸ ἔχει αὐτό. Αὐτὸ τὸ ἔχει. Τί νὰ γίνει: Ἀφοῦ τὸ κουβαλάει ὡς κληρονομικό βάρος ἢ καμιά φορά ἀπό μιά ὀργανική πάθηση, ἡ ὁποία γίνεται αἰτία νὰ ἀλλάξει καὶ ἡ λειτουργία τοῦ σώ-ματός του, τί φταίει; Φταίει, ὅταν δὲν ἀποφεύγει τίς ἀφορμές, τις κακοτοπιές καὶ φυτρώνει ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν σπέρνουν. Ἀπό αὐτῆς τῆς πλευρᾶς φταίει καί παραφταίει. Ἀλλά, γιὰ τὸ ὅτι ἔχει ὅ,τι ἔχει, δη-λαδή τὴν ἀσθένεια που φέρει, δέν φταίει, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν μέμφεται κανείς γι' αὐτό.
Ὀφείλει βεβαίως τὸ ἄτομον νὰ εἶναι εἰς θέσιν να διατηρήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ὁρμῶν αὐτῶν.
Καί ἐδῶ χρειάζεται, νομίζω, νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς: Ἐάν κάποιος διαπιστώσει στὸν ἑαυτό του ὅτι ὑπάρχει μια διαστροφή, ἂν μάλιστα αὐτὸ ὀφείλε ται σε κληρονομικότητα –πού κυρίως ἐκεῖ ὀφείλε ται- δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχήσει. Ἐκεῖνο που χρειά-ζεται εἶναι νὰ συγκρατήσει τήν ὁρμή του αὐτή. Καί με τη βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ τὸ πετύχει αὐτό. Ἂν διαπιστώσει κάτι τέτοιο σε κάποιον ἄλλον, ἀνάλογα να τον συμβουλεύσει.
Πολλάκις ὅμως ὁ νοῦς του βασανίζεται μὲ ἐνοχὴν διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν συναισθημάτων. Ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο ἐκεῖνο που τον τρώει
εἶναι τὸ γιατί. Καὶ σκέπτεται: «Ἐγώ, ἀφοῦ ἔχω αὐτὸ τὸ πράγμα, εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός». Ἐνῶ δὲν εἶναι ἔτσι δέν εἶναι καθόλου μεγάλος άμαρτω-λός. Ἁπλούστατα, ή κατασκευή του εἶναι ἔτσι. Ἡ ἁμαρτία ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού δέν θα κάνει ὅ,τι χρειάζεται ἀπό μέρους του καὶ δὲν θὰ ζητήσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅποιου ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει, για να ξεπεράσει τη δυσκολία.
Πρέπει νὰ τοῦ συστήσωμεν ὅτι δὲν πρέπει να αἰσθάνεται ἀξιόμεμπτος δι' αὐτά καί ὅτι, ἐφόσον ταῦτα δὲν εὑρίσκουν ὠμήν φυσικήν ἔκφρασιν, δέν ὑπάρχει τίποτε κακόν εἰς αὐτά, τίποτε ἐν πάσῃ πε-ριπτώσει διά τό ὁποῖον ὁ ἴδιος εἶναι ὑπεύθυνος.
***
Μία ἔτι σαφεστέρα περίπτωσις ἠθικῆς ἀσθενείας εἶναι ἡ τοῦ διψομανούς. Δοκιμάζει κατά καιρούς δί-ψαν διά το ποτόν, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνίκανος να συγ κρατήσῃ. Ὁ διεστραμμένος ὁμοερωτικός δύναται να θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον τὴν ὁρμήν του, ὥστε ἡ ἐπαίσχυντος πρᾶξις να μή συμβῆ. Ὁ διψομανής ὅμως δὲν δύναται ν' αντισταθη εἰς τὸν πειρασμόν του ποτού, ὅπως ἀκριβως καί ὁ ἐπιληπτικός δὲν δύναται ν' ἀντισταθῇ εἰς τὰς προσβολάς τῆς ἐπιληψίας.
Εἶναι ἀδύνατον ἕνας ἐπιληπτικός να μπορέσει νὰ ἀντισταθεῖ στις προσβολές τῆς ἐπιληψίας. Μόλις ἔλθει ἡ ὥρα, θὰ τὸν πιάσει. Ἔτσι λοιπόν καὶ ἕνας διψομανής δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεί στον πειρασμό τοῦ πιοτοῦ. "Ένας διψομανής που καταντὰ ἀλκοολικός, καὶ ὁ ὁποῖος στο βάθος εἶναι ἄρρωστος καί ὄχι μέθυσος, θέλει δέν θέλει, θὰ πιεῖ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει διαφορετικά. Ἄλλο τώρα ἄν ὑποβληθεῖ σε θεραπεία. Θεραπεία δηλαδή πνευμα-τική, μέσα στήν Ἐκκλησία διὰ τῶν μυστηρίων, μὲ τη χάρη τοῦ Χριστοῦ· καὶ θεραπεία ψυχολογική. Ἀλλά ἔτσι ὅπως ἔχουν τα πράγματα μὲ τὸν διψομα νή, δὲν μπορεῖς, μόλις τὸν δεῖς νὰ πίνει, νὰ τὸν μεμφθεῖς, ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ μεμφθεῖς καὶ τὸν ἐπιληπτικό πού πέφτει κάτω καὶ ἀρχίζει νὰ ἀφρίζει κτλ. Ὁ ἄλλος ὅμως, μὲ τὴ σεξουαλική διαστροφή, ναι μέν δέν μπορεῖ νὰ κάνει διαφορετικά ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι αὐτό πού εἶναι καὶ νὰ αἰσθάνεται ὅπως αἰσθάνεται -δέν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποφύγει αὐτό, ἐφόσον εἶναι κληρονομικό- ἀλλά να συγκρατήσει τὸν ἑαυτό του μπορεί.
***
Πολλάκις ἐπίσης μᾶς ζητοῦν νὰ κάμωμεν κάτι δι' ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἀκατανίκητον τάσιν «νά βλασφημήσουν τὸν Θεόν» ή να σκεφθούν «ἀκάθαρτα» ἡ ἱερόσυλα πράγματα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου