Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

π. Νικόλαος Λουδοβίκος – Ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μένα;

                                
π. Νικόλαος Λουδοβίκος – Ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μένα;

https://www.youtube.com/watch?v=ySTnfXjWQBU


Ο Ντήτριχ Μπονόφερ: ο κόσμος ωρίμασε, ενηλικιώθηκε.

Εκπλήσσει η αποδοχή εκ μέρους του Μπονόφερ εκείνης της μορφής της ανθρώπινης υπάρξεως την οποία καταδεικνύει με τους όρους ενηλικίωση και γήινο, εθνικό. Κάτω από αυτήν την άποψη οι σκέψεις του βρίσκονται σε καθαρή αντίθεση με την τάση της «από-κοσμικεύσεως» των χρόνων του 30. Κάτω από αυτήν την άποψη εγκαταλείπει όλα όσα ο οικουμενικός στοχασμός είχε κατακτήσει αξιολογώντας θετικά την εκκοσμικευμένη κοινωνία. Αυτή η αποδοχή είναι εντελώς καινούρια, διότι δεν είναι μια δύσκολη παραχώρηση ή πολύ εύκολη, χωρίς να προηγηθεί ο υπολογισμός όλων των τάσεων. Δεν είναι ούτε συνέχεια μιας ιστορικιστικής αξιολογήσεως, όπως την συναντήσαμε στον Troeltsch, αλλά είναι βασικό μέρος εκείνης της αλλαγής πορείας της θεολογίας, ενός νέου οράματος της πραγματικότητος , το οποίο δεν αρνείται ούτε για ένα λεπτό τον Χριστοκεντρικό του χαρακτήρα: «Αυτό που με κινεί ακατάπαυστα είναι το ερώτημα… ποιος ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΣ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;» ! [ πρόκειται για την ουσιαστική σωτηρία της εκκοσμικεύσεως.] Και εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στους στοχασμούς του, γράφει: « Η ώριμη κατάσταση του κόσμου δεν είναι πλέον αιτία πολέμου ή απολογητικής, αλλά σήμερα κατανοείται καλύτερα από ότι κατανοεί τον εαυτό του, ξεκινώντας δηλαδή από το Ευαγγέλιο, από τον Χριστό»

Σας είχα πει το περιστατικό μιας μητέρας η οποία έχει βαριά άρρωστο το παιδί της. Πολύ βαριά άρρωστο. Και ήρθε σ’ εμένα και μου λέει: «Το παιδί μου πάσχει αδίκως». Ήταν μια ψυχοσωματική ασθένεια.

«Και πώς θα γίνει; Το παιδί αυτό δεν φταίει γι’ αυτό που έχει. Γιατί να υποφέρει;» Και το παιδί υπέφερε και συνέχιζε να υποφέρει. Και κάποια στιγμή λέει: «Δεν θα επέμβει ο Θεός σ’ αυτό; Προσεύχομαι».

Της λέω: «Θα επέμβει ο Θεός σ’ αυτό. Θα επέμβει υπό έναν όρο: εάν έρθεις μπροστά Του και Του πεις: “Θεέ μου, αυτό το παιδί, που μου το έδωσες Εσύ και εγώ το θεωρώ δικό Σου, Σου το χαρίζω εξ ολοκλήρου· μόνο κάνε το καλά”».

Και αμέσως πάγωσε αυτή η μητέρα. Λέει: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό».

Φοβήθηκε το θέλημα του Θεού. Δεν σημαίνει ότι θα γίνει καλά και γερό — γι’ αυτό μην το νομίζεις. Μπορεί να γίνει, βέβαια, οτιδήποτε· μπορεί να γίνει και Απόστολος, μπορεί να γίνει ό,τι θέλει.

Δώσε το παιδί στον Θεό, σ’ Αυτόν που σου το έδωσε. Δώσε το παιδί στον Θεό· το παιδί αυτό θα γίνει καλά. Δεν μπόρεσε να το κάνει.

Και το παιδί είναι άρρωστο, αλλά και αυτή, με έναν τρόπο, νοσεί, διότι δεν κατάλαβε ότι το θέλημα του Θεού είναι άγιο. Το θέλημα του Θεού είναι αυτό που θέλω εγώ στο βάθος μου και δεν το ήξερα. Αυτό είναι το πιο μεγαλειώδες.

Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους του Θεού: «Βίασε ποτέ ο Θεός το θέλημά σου;», θα σου πουν: «Όχι. Ο Θεός έκανε αυτό που βαθύτερα ήθελα, αλλά δεν το ήξερα». Και αυτό ακριβώς είναι το μεγαλείο: ότι σου αποκαλύπτει τη δική σου ευτυχία, όχι τη δική Του ευτυχία. Δεν έχει ο Θεός ανάγκη να είναι ευτυχισμένος εις βάρος μου.

Δεν είναι φθονερός ο Θεός. Προσέξτε, γιατί ο κόσμος νομίζει ότι είναι φθονερός ο Θεός. Δυστυχώς, φταίμε κι εμείς οι παπάδες γι’ αυτό.

Ανεβαίνουμε στον άμβωνα και λέμε: «Πρέπει, πρέπει, πρέπει· πρέπει να κάνεις εκείνο και πρέπει…». Και ο καημένος από κάτω αναρωτιέται: «Όμως, γιατί πρέπει, ρε παιδάκι μου; Αφήστε με στην ησυχία μου! Όλοι μου λένε και μου ζητάνε. Εγώ δεν μπορώ άλλο να ακούω. Αλλά κάποιος που να με αγαπάει υπάρχει εδώ μέσα;». Ε, λοιπόν, αυτός είναι ο Θεός.

Ο Θεός είναι Αυτός που σε αγαπάει και δεν λέει «πρέπει». Γι’ αυτό και στους δικούς μου μαθητές λέω πάντοτε —στους παπάδες που έχουν περάσει από τα χέρια μου, εκατοντάδες—: «Μη λέτε τη λέξη “πρέπει”».

Δεν υπάρχει η λέξη «πρέπει». Στον έρωτα δεν υπάρχει «πρέπει». Όταν πάτε σ’ έναν ερωτευμένο και του πείτε: «Πρέπει να φέρεσαι καλά», ξέρω εγώ, θα σου πει: «Τι εννοείτε, ευλογημένε; Αυτό είναι η ζωή μου! Καλά θα φέρομαι και, αν τυχόν κάνω κανένα λάθος, στα πόδια της θα πέσω».

Όσο είναι ερωτευμένος, τουλάχιστον, γιατί μετά, άμα αλλάξει αυτό, θα πέφτει αυτή στα πόδια του. Ο Θεός, όμως, δεν αλλάζει. Δεν αλλάζει ο Θεός τις διαθέσεις Του.

Είναι το πιο συγκλονιστικό από όλα τα πράγματα. Είμαι ένα χαμένο κορμί και γυρίζω στον Θεό, και με περιμένει. Και αφού πέσω μπροστά Του αληθινά, ξαφνικά ανοίγει μια αγκαλιά.

«Μα εγώ δεν αξίζω την αγκαλιά αυτή», όπως ο άσωτος. «Θέλω να φύγω. Τι γίνεται εδώ πέρα; Εγώ ζήτησα να με βάλεις, να με κάνεις δούλο, και Εσύ μου βγάζεις δακτυλίδια και στολές και θυσιάζεις βόδια! Δεν είμαι έτοιμος γι’ αυτό. Δεν είμαι έτοιμος!».

Αυτή είναι η αγάπη που συντρίβει τον άνθρωπο. Αυτή την αγάπη είδαν οι Άγιοι και γι’ αυτό αγίασαν. Δεν αγιάζει κανείς με το «πρέπει», ποτέ. Κανέναν δεν γνώρισα εγώ που να έγινε άγιος με το «πρέπει».

Με το «πρέπει», το πολύ πολύ να νιώσει κανείς ενοχές, να πάει τελικά στον ψυχίατρο και να πάρει κανένα φάρμακο από την πολλή ενοχή που θα νιώσει. Καταλάβατε;

Και τα παιδιά θέλουν προσοχή. Μη λέτε στα παιδιά πολύ το «πρέπει». Θα πεις και το «πρέπει», βέβαια, όταν είναι μικρό ειδικά. Δεν θα το αφήσεις να παίξει με τη φωτιά. Αλλά το σημαντικό είναι η διδασκαλία να γίνεται με το δικό μας άνοιγμα της καρδιάς μας στον Θεό. Και να αφήνουμε και μια μικρή χαραμάδα, για να βλέπει το παιδί.

Γιατί, κοίτα να δεις: «Εγώ Εκείνον αγαπώ. Αυτό θέλω. Αυτό θέλω εγώ. Αυτό με τρέφει εμένα. Εμένα αυτό με έχει, κατά κάποιον τρόπο, απορροφήσει· με έχει συνεπάρει».

Αν δει αυτό το πράγμα το παιδί, παιδαγωγείται, νομίζω, καλύτερα από το να λέμε: «Κοίταξε να δεις, θα κάνεις εκείνο, θα κάνεις το άλλο. Θα κάνεις εκείνο, θα κάνεις το άλλο».

Ήμουν προχθές σε μια εκκλησία και ένας παπάς —γιατί κι εμείς οι παπάδες τα κάνουμε αυτά— είχε το παιδί, τον γιο του, και τον κατεύθυνε έτσι, με τα χέρια του. Δεν καταλάβαινε το καημένο. Λοιπόν, όταν το καημένο πήγαινε δεξιά και αριστερά… Βρε, άφησέ το να πάει!

Αυτό το παιδί, όταν μεγαλώσει λίγο, θα πει: «Δεν θέλω να σηκώνομαι και να κάθομαι. Όχι, θα μου κάνεις εσύ νόημα;». Και κάποια στιγμή θα πει: «Δεν σηκώνομαι και δεν κάθομαι πλέον. Και, για να μη μου κάνεις και αυτό, δεν πηγαίνω ούτε στην εκκλησία». Και μετά: «Δεν κάνω κι αυτό και δεν κάνω και το άλλο». Και στο τέλος πάει το παιδί.

Γιατί ο άνθρωπος έχει πρόβλημα με την ελευθερία; Διότι η εικόνα του Θεού επάνω του είναι, όπως λένε οι Πατέρες, η ελευθερία, το αυτεξούσιο. Εάν του ταλαιπωρείς την ελευθερία, έχασες τον άνθρωπο. Προσέξτε τι σας λέω.

Μπορεί το παιδί να κάνει παλαβομάρες, αλλά, εάν δεν έχει τραυματιστεί η ελευθερία του, θα βρει τον δρόμο του. Εάν του τραυματίσεις την ελευθερία, δεν θα μπορέσει αυτό το παιδί εύκολα να σταθεί στα πόδια του.

Το βλέπουμε αυτό στα περιβάλλοντα όπου ζούμε. Το βλέπω στους φοιτητές, στα παιδιά που έχουν τέτοια αγωγή. Και βλέπεις μερικά παιδιά που είναι ελευθερωμένα, γιατί βρήκαν τον Θεό μόνα τους.

Βοήθησαν και άλλοι: γονείς, παππούδες, γιαγιάδες. Ξέρετε, μια γιαγιά που στέκεται μπροστά στο εικονοστάσι χωρίς να λέει τίποτε και προσεύχεται, και είναι μόνο μια αγκαλιά και καμία κρίση, είναι πολύ μεγαλύτερη θεολογία.

Μεγαλύτερη από τον μπαμπά και τη μαμά που τρέχουν συνέχεια και λένε: «Κοίταξε, πρόσεξε! Θα με διαψεύσεις και θα πουν για μένα». Δεν το λες, αλλά το εννοείς: «Κοίταξε να με βγάλεις ασπροπρόσωπο».

«Γιατί, εσύ δεν μπορείς να βγάλεις το πρόσωπό σου άσπρο; Να το κάνω εγώ; Γιατί να αναλάβω εγώ, δηλαδή; Γιατί να αναλάβω να εκπληρώσω τα όνειρα του πατέρα;», λέει το παιδί. Και έχει κάπου δίκιο, ιδίως όταν ο πατέρας δεν είναι και τόσο ειλικρινής σε αυτά που λέει και σε αυτά που κάνει.

Εντάξει, όχι αδύναμος· ειλικρινής. Έχει διαφορά. Ειλικρινής είναι αυτός που δεν παραδέχεται ότι είναι αδύναμος… Ψεύτης! Συγγνώμη. Ψεύτης είναι αυτός που δεν παραδέχεται ότι είναι αδύναμος.

Άλλο πράγμα να έχω ένα ιδεώδες και, από αδυναμία, κάποια στιγμή να γονατίζω και να μην μπορώ να το εκπληρώσω. Αυτό το καταλαβαίνει και το παιδί και ο Θεός και όλοι. Το κακό είναι να λέω ότι έχω το ιδεώδες, αλλά να μην το έχω μέσα μου· να έχω ένα άλλο, δικό μου ιδεώδες, το οποίο ακολουθώ παραλλήλως, και να καλύπτω το δεύτερο με το πρώτο.

Καταλάβατε; Το καλύπτω. Το καλύπτω.

Καλύπτω διάφορα πάθη και διάφορες αποφάσεις που έχω λάβει μέσα μου, αλλά απ’ έξω είναι ο Χριστός και η Παναγία. Σαν να έχει κάποιος πορνείο και απ’ έξω να βάζει τους Αγίους, για να νομίζουν ότι μέσα είναι εκκλησία. Αλλά από μέσα είναι πορνείο.

Αυτό είναι το φοβερό. Αυτό είναι το μεγάλο πράγμα, το οποίο δεν συγχωρούν ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι. Είναι η υποκρισία.

Γι’ αυτό βλέπετε ότι ο Χριστός, όταν μίλησε έντονα εναντίον κάποιων, δεν είπε ποτέ κανένα «ουαί» στις πόρνες και στους τελώνες. Δεν τους είπε ποτέ: «Φύγετε παραπέρα». Είπε: «Ελάτε εσείς. Ελάτε όλοι εσείς εδώ· οι κακόμοιροι, οι δυστυχισμένοι, όλοι οι αμαρτωλοί, ελάτε σ’ Εμένα, γιατί ξέρω ότι γνωρίζετε πως είστε αμαρτωλοί, και αυτό Εμένα μου αρκεί».

Το «ουαί» το είπε μόνο στους υποκριτές: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί». Όχι γιατί είναι γραμματείς και Φαρισαίοι, αλλά γιατί είναι υποκριτές. Καταλάβατε;

Αυτό το πράγμα είναι το φοβερό. Κατά τα άλλα, ο Θεός σκεπάζει τον άνθρωπο. Και αυτό είναι το μεγαλείο. Τον σκεπάζει τόσο πολύ, ώστε οι Άγιοι, οι οποίοι είναι πιο ευαίσθητοι από εμάς, στο τέλος αισθάνονται καταχρεωμένοι. Καταχρεωμένοι στην αγάπη του Θεού. Και γι’ αυτήν μιλούν συνέχεια.

Αλλά, όπως ξέρουμε, λόγου χάριν από τον πατέρα Παΐσιο, δεν μιλούν πολύ. Παρόλο που μιλούν γι’ αυτήν, έχουν κρύψει τα μεγάλα, διότι θα μας έβλαπτε αν μαθαίναμε πόσο μας αγαπάει ο Θεός. Ακούτε τι λέει;

Θα μας έβλαπτε. Γι’ αυτό καλύτερα να μην το ξέρουμε. Αυτό είναι το ένα.

Και άλλο είναι να ανεβαίνεις επάνω, να φωνάζεις και να λες: «Θα σας κάψει ο Θεός, θα σας φτιάξει ο Θεός». Δεν σε καίει ο Θεός. Μόνος σου καίγεσαι.

Μόνος σου καίγεσαι. Ο Θεός παίρνει την απόφαση να κάνεις πόλεμο; Ο Θεός παίρνει την απόφαση να κλέψεις και να αφανίσεις τον άλλον; Ο Θεός πήρε αυτή την απόφαση; Εγώ την πήρα. Όταν, λοιπόν, εισπράττω μετά τα ίδια από τον άλλον, ο Θεός φταίει;

Δεν φταίει ο Θεός. Ο Θεός εφηύρε τα όπλα, τον όλεθρο, τα βασανιστήρια, τις φυλακές και τους θανάτους; Αυτός τα εφηύρε;

Τα είδατε πουθενά στα κείμενα αυτά να τα έχει εφεύρει και να λέει: «Κοιτάξτε, θα πάρετε ένα τέτοιο μακρύ σπαθί, θα βρείτε τον άλλον και θα τον διαπεράσετε από τη μια πλευρά ως την άλλη»; Πού τα είδατε αυτά; Εμείς τα φτιάξαμε αυτά.

Πώς, λοιπόν, έρχονται μερικοί άθεοι και λένε: «Ο Θεός φταίει για τον πόλεμο»; Μα ο Θεός κάνει τον πόλεμο; Έλεος πια! Έλεος πια!

Τα λέω αυτά για να υποστηρίξω ότι το θέλημα του Θεού είναι αυτό που εγώ θέλω στο βάθος μου και δεν το ξέρω.

Γιατί δεν το ξέρω; Επειδή είμαι βουλιαγμένος μέσα σε αυτό που είναι η σημερινή ζωή. Και μου λέει η ζωή: «Κοίταξε να δεις· θα πάρεις τέτοιο αυτοκίνητο, για να κάνεις τέτοια εντύπωση. Θα πάρεις τέτοια ρούχα, για να κάνεις τέτοια εντύπωση. Θα πάρεις τέτοιο άρωμα, για να τους ρίξεις όλους στον δρόμο νεκρούς. Θα κάνεις τόσα χρήματα, θα αποκτήσεις τόσα πράγματα».

«Πάρτε, πιείτε, φάτε, κάντε, δείξτε». Μας βομβαρδίζουν συνεχώς, συνεχώς, και μάλιστα από τη μικρότερη ηλικία. Και ο άνθρωπος, αν δεν έχει δίπλα του μια διδασκαλία, έναν άνθρωπο, δεν μπορεί να αντισταθεί.

Και γινόμαστε όλοι αυτό που θέλει το σύγχρονο lifestyle, για να το πούμε έτσι. Και άντε μετά να βρεις τι θέλεις.

Ποιος ξέρει τι θέλει; Ξεκινάμε στα κουτουρού και λέμε: «Μου ταιριάζει αυτό; Μου ταιριάζει εκείνο; Να τον πάρω αυτόν; Να την πάρω αυτήν; Να φτιάξω αυτή τη δουλειά ή να μην τη φτιάξω; Να πάω από εδώ;». Και βλέπεις ότι οι άνθρωποι είναι αβέβαιοι.

Αν ξέραμε τι θέλαμε, πόσο πιο εύκολη θα ήταν η ζωή! Αλλά δεν το ξέρουμε. Γιατί δεν το ξέρουμε; Γιατί δεν έχουμε ξεκαθαρίσει ποιοι είμαστε.

Ο Θεός σού ξεκαθαρίζει ποιος είσαι, πώς σε έφτιαξε και για ποιο πράγμα σε προορίζει. Και σου το δείχνει αυτό. Και το βλέπεις. Και μόλις το δεις, προχωράς με αυτό.

Με αδυναμίες, βέβαια. Με τον παλαιό άνθρωπο ζωντανό ακόμη, μέχρι να βαρεθούμε το χάλι μας και να γίνουμε καλύτεροι. Αλλά τα δώρα τα δίνει ο Θεός στο μεταξύ. Σου δίνει τα δώρα για να γίνεις καλύτερος. Σε προετοιμάζει. Δεν περιμένει να γίνεις καλός για να σου δώσει. Σου τα δίνει πρώτος Εκείνος: τις δωρεές αυτής της ζωής, τις πνευματικές και τις υλικές δωρεές, την παρηγοριά και πολλά άλλα πράγματα.

Λοιπόν, το θέλημα του Θεού να το αγαπήσουμε. «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», όπως έλεγαν οι Πατέρες.

Τρία είναι τα επίπεδα, λένε οι Πατέρες. Το πρώτο, το ανώριμο επίπεδο, είναι όταν ο άνθρωπος λέει: «Γενηθήτω το θέλημά μου, Κύριε! Ευλόγησον!». Δηλαδή: «Ό,τι θέλω εγώ».

Βλέπετε τώρα που έχουμε το ποδόσφαιρο, το Μουντιάλ; Όλοι προσεύχονται να νικήσουν. Πολύ απλή προσευχή. Και κανένας δεν αναρωτιέται: «Δεν κατάλαβα· ο άλλος θα προσεύχεται να νικήσει. Εγώ γιατί πρέπει να νικήσω; Έχω πνευματικές αιτίες;».

Τουλάχιστον να παρουσιάζω μια πνευματική αιτία για την οποία θέλω τη νίκη. Αλλά συνήθως δεν υπάρχει πνευματική αιτία.

Λοιπόν, αυτή είναι η πρώτη προσευχή: «Ας γίνει το θέλημά μου, Κύριε. Να ’σαι ευλογημένος! Έλα, κάνε μου εδώ το θέλημα».

Το δεύτερο σκαλί είναι όταν αρχίσεις να καταλαβαίνεις ότι αυτά που θέλεις δεν είναι πάντοτε και τόσο όμορφα. Είναι το: «Ας γίνει το θέλημά μου, Κύριε, αν είναι θέλημά Σου».

Αυτό είναι πολύ ανώτερο στάδιο. «Να γίνει το θέλημά μου». Ας φτάσουμε τουλάχιστον σ’ αυτό: «Να γίνει το θέλημά μου, αν το θέλεις και Εσύ· αν βλέπεις ότι αυτό το πράγμα είναι σωτήριο για μένα και για τους άλλους δίπλα μου».

Είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Ειδικά στην αρχή της ζωής, όταν ο άνθρωπος είναι νέος, να το πει. Να κάνει ένα μυστικό συμβόλαιο: «Θεέ μου, εγώ θα κάνω αυτό που κάνω. Εσύ, όμως, οδήγησέ με, ώστε να βγει τελικά αυτό που Εσύ θεωρείς καλύτερο».

Μεγάλο πράγμα αυτό. Πολύ ανώτερο στάδιο.

Και υπάρχει και το τρίτο στάδιο, που είναι το στάδιο της τελειότητας, το στάδιο των Αγίων: «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου. Άσε τα δικά μου θελήματα και Εσύ οδήγα. Εσύ οδήγα. Δεν θέλω εγώ να ξέρω».

Σκεφτείτε το: «Δεν θέλω εγώ να ξέρω. Αμάν πια! Έκανα ό,τι ήταν να κάνω. Τι έκανα; Και αυτά που χάρηκα και έκανα, τι ήτανε; Άντε, πες ότι έγινα σπουδαίος δεσπότης. Άντε, έγινα πλούσιος. Τώρα κάνε Εσύ από εδώ και πέρα».

Αυτό το πράγμα ανήκει στην ωριμότητα. Όσο πιο γρήγορα έρθει, όμως, τόσο πιο ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος.
Τουλάχιστον να βρισκόμαστε στο δεύτερο σκαλί. Από το «γενηθήτω το θέλημά μου», ας φτάσουμε τουλάχιστον στο: «Ας γίνει το θέλημά μου, αν είναι θέλημά Σου».

Να μπαίνει το θέλημα του Θεού κάπως μέσα. Να ρωτάμε και τον Θεό, δηλαδή. Είναι μεγάλη υπόθεση.
«Ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς»

ΕΡΧΟΥ ΚΥΡΙΕ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΚΟΜΑ.

ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ ΡΩΤΗΣΕ ΤΟΝ ΜΟΤΟΒΙΛΩΦ ΠΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΒΟΗΘΕΙΑ. ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ; ΠΙΣΤΕΥΩ. ΤΟΤΕ ΟΛΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ.  Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΛΗ Η ΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΧΟΥΝ ΣΑΝ ΣΤΟΧΟ ΤΗΝ ΔΥΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ. ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ. ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ. ΠΡΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΕΡΓΑΣΤΗΚΕ Ο ΡΑΜΦΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ. ΚΟΙΝΟΣ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ.  ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗ ΗΤΑΝ ΝΑ ΔΥΣΦΗΜΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΔΙΑ ΤΟΥ  ΜΕΓΕΝΤΟΡΦ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑΠΟΘΕΣΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΚΕ Ο ΙΩΑΚΕΙΜ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ. ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΑΝ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΡΟΣΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΠΟΥ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ Η ΕΝΝΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ, ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. ΟΜΩΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΑΝΕΛΥΣΕ ΟΣΟ ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΞΕΛΙΧΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ. Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΤΗ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. ΠΟΛΛΑ ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΕΝΤΟΠΙΣΤΕΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΘΑ ΑΝΑΠΥΧΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: