Συνέχεια από Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2026
PAUL FRIEDLȀNDERΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
31. Νόμοι
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
31. Νόμοι
O αγώνας, που πληροί την αρχή τού Πρώτου Βιβλίου, και κορυφώνεται σε μια νίκη της νέας θεμελίωσης επάνω στη δωρική ιδέα περί πόλεως, διαπερνά σε διάφορα επεισόδια και τη συνέχεια. Πρέπει να ασκηθή κριτική στην Κρήτη και τη Σπάρτη. Αναλαμβάνει λοιπόν ο Αθηναίος το εγκωμιο ενός δωρικού νόμου, που απαγορεύει στη νεότητα αλλά και στους ηλικιωμένους μπροστά στους νέους, κάθε κρίση των υφιστάμενων νόμων, και διεκδικεί με τη συμφωνία τού Κρητός για τον εαυτό του και τους άλλους δύο το δικαίωμα μιας φιλικής και προσεχτικής, ταυτόχρονα όμως και ωφέλιμης κριτικής. Εκεί όπου αποβάλλεται κατηγορηματικά η ζήλεια και ο φθόνος («μή φθόνω»), και η στάση δεν είναι επικριτική («επιτιμών») αλλά ερευνητική και απορητική («απορών»), η κριτική δεν είναι καταστροφική, αλλά προσπάθεια να προχωρήση κανείς, πέρα απ’ το κρινόμενο, προς τη δική του κατεύθυνση, σε κάτι το υψηλότερο.
Ο Αθηναίος μέμφεται στη δωρική νομοθεσία, που θέτει ωστόσο τον αγώνα ενάντια στην οδύνη και τον φόβο στο κέντρο τής παιδαγωγίας της, ότι έχει παραβλέψει να κάνη κάτι παρόμοιο και με τον αγώνα ενάντια στην ηδονή. Πριν όμως προχωρήσει στη δική του, ιδιαίτερα ασυνήθιστη πρόταση, τη θέσπιση δηλ. της οινοποσίας ως παιδαγωγικού μέσου, αναφύεται ξανά ένας αγώνας για τα υφιστάμενα έθιμα. Ο Αθηναίος εφιστά την προσοχή στους κινδύνους ακόμα και τόσο προβεβλημένων ιδρυμάτων όπως τα παλαιστικά σχολεία και οι σιτιστηκές κοινότητες της Σπάρτης, που μπορούν να καταστούν έδρα επαναστατικών ραδιουργιών και παιδεραστίας. Ο Σπαρτιάτης το παρεξηγεί αυτό και «εκδικείται», χλευάζοντας το αχαλίνωτο των αττικών συμποσίων και τις γιορτές προς τιμήν τού Διονύσου. Ο Αθηναίος το αποκρούει ωστόσο με υπέρτερη ηρεμία: Θα μπορούσε να αναφερθή πάλι κανείς στα χαλαρά έθιμα των γυναικών τής Σπάρτης. Δεν θα προχωρούσε όμως τίποτα με όλη αυτή την κριτική στα ήδη υφιστάμενα. Γιατί το ερώτημα δεν αναφέρεται στις πράξεις οιωνδήποτε ανθρώπων, αλλά στο αν ο ίδιος ο νομοθέτης είναι ή όχι άξιος. Το οποίο σημαίνει βέβαια ότι η κριτική δεν πρέπει να επικεντρωθή στην επιτυχία ή την αποτυχία μεμονωμένων θεσπίσεων, αλλά στην ίδια την «αρχή» τής νομοθεσίας.
Εδώ εμφανιζεται για τρίτη φορά μια «ελαφριά» σύγκρουση. Ο Αθηναίος φαίνεται να θέλη να διδάξη στους λαούς, στους οποίους δεν υπάρχει η μέθη, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε κανείς να το διδάξη στους Σπαρτιάτες. Γι’ αυτό επαίρεται άλλωστε η σπαρτιατική υπερηφάνεια: εμείς τους καταβάλλουμε όλους με τα όπλα. Πρόκειται όμως πάλι για εκείνον τον «ανδρισμό», που τον είδαμε περιορισμένο στα όριά του στην αρχή τού όλου έργου. Προειδοποιεί λοιπόν κι εδώ ο Αθηναίος για την υπερτίμηση της νίκης, κι ύστερα από λίγο (641 C) για τους κινδύνους μάλιστα μιας νίκης: η νίκη συνεπάγεται συχνά μιαν αμορφωσιά. Είναι όμως η μόρφωση, που ταυτίζεται τελικά με την ισορροπία τών αρετών. Πρόκειται λοιπόν για μια καινούργια μόρφωση απέναντι στη δύναμη, και θα μπορούσαμε να πούμε: για την αττική απέναντι στη σπαρτιατική ύπαρξη.
Και καθώς έχει ήδη αποδυναμωθή εδώ η δωρική αντίσταση, ο Σπαρτιάτης υποτάσσεται σύντομα εντελώς στον Αθηναίο. Είναι μια εντυπωσιακή στιγμή στη δραματική πορεία τού όλου έργου, η στιγμή που ο Αθηναίος διευρύνει το παράξενο διαλογικό ζήτημα τής μέθης ως παιδαγωγικού μέσου σε «γενική μόρφωση» («παιδείας τής πάσης»). Γιατί να δειλιάσουμε μπροστά σ’ αυτήν την έκταση του αντικειμένου μας; Τότε, ο Μέγιλλος και ο Κλεινίας, ενώ μιλούσε μέχρι τότε ο ένας και για τους δυό, συνενώνονται σ’ ένα αποφασιστικό Όχι. Η Σπάρτη και η Κρήτη υποκλίνονται με σεβασμό μπροστά στην Αθήνα, και είναι ιδιαίτερα σημαντικά εδώ τα λόγια του Μέγιλλου: «Αυτοί που υπερέχουν («αγαθοί») ανάμεσα στους Αθηναίους, υπερέχουν σε εξαιρετικό βαθμό. Γιατί μόνον αυτοί υπερέχουν (είναι «αγαθοί»...) χωρίς εξαναγκασμό και με τη δική τους “ανάπτυξη”, μέσω θεϊκής μοιροδοσίας, αληθινά («αληθώς») και όχι μόνο φαινομενικά («πλαστώς»)». Μπορούμε να σκεφτούμε το τέλος τού όλου έργου (ΧΙΙ 968 Ε κ.ε.), όπου οι δυό Δωριείς συμφωνούν στο εξής: όλη η θεμελιώδης πολιτειακή δύναμη της Κρήτης θα ήταν, όσο πολύ και να την εγκωμιάζη ακόμα ο Αθηναίος, καταδικασμένη να αποτύχη χωρίς τη δική του πνευματική συμμετοχή.
Τί σημαίνουν όλα αυτά; Μόνο στις δωρικές πόλεις υπάρχουν πραγματικά διαμορφωτικές τής πόλεως δυνάμεις, κι ένα σημείο αναφοράς για κάθε πολιτειακή πράξη. Στην Κρήτη και τη Σπάρτη πρέπει λοιπόν να επιτελεσθή η νέα θεμελίωση. Υπερβαίνοντάς τις όμως ταυτόχρονα, αφαιρώντας τη μονομέρεια της παιδαγωγίας, όπως εκεί επιδιώκεται, δημιουργώντας έτσι μιαν κατ’ αρχάς γνήσια μόρφωση. Κι αυτή την υπέρβαση μπορεί να την προσφέρη μόνον ένας Αθηναίος, ένας πολίτης εκείνης της πόλης, που είναι πολύ κατώτερη μεν ως πόλη απ’ την Κρήτη και τη Σπάρτη, η ικανότητά της όμως για πνευματική δημιουργία δεν έχει πουθενά αλλού κατακτήσει την ύψιστη μοναδικότητά της. Και μόνον ένας Αθηναίος μπορεί να «διαπεράση» το πνευματικό περιεχόμενο των δωρικών πόλεων, να το καθάρη, και να το ανυψώση. Κάτι που συμβαίνει στο Πρώτο Βιβλίο τών «Νόμων», ενώ στο τέλος τού Δωδέκατου Βιβλίου η ιδια αυτή η αρχή αντηχεί ακόμα. Ολόκληρο λοιπόν το παρόν έργο κυριαρχείται από αυτήν την άποψη.
Στην «Πολιτεία» τού Πλάτωνα, αφού περατωθή η ανοικοδόμηση της αληθινής πόλης, ακολουθούν τα εσφαλμένα πολιτεύματα, επειδή κατανοούνται μόνον ως ολισθήματα εκείνης τής πόλης˙ η ίδια όμως η (πλατωνική...) πόλη δεν νοείται ως μια ανυψωμένη βαθμίδα πάνω απ’ αυτά, ακόμα κι αν πρόκειται για τα καλύτερα πολιτεύματα που γνωρίζουμε: η πλατωνική πόλη είναι εντελώς ιδιαίτερη και μοναδική. Εδώ στους «Νόμους» δεν έχουμε όμως να κάνουμε με τη γνήσια και «καθαρή» πόλη, αλλά με μια πόλη που είναι η προτιμώτερη σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι επειδή πρόκειται γι’ αυτήν ακριβώς την πόλη, μπορεί και πρέπει να αναπτυχθή πέρα και μέσα απ’ τις ιστορικές πόλεις. Γι’ αυτό και αυτή η ανάπτυξη κι αυτή η υπέρβαση βεβαιώνονται απ’ αρχής.
(συνεχίζεται )
Ο Αθηναίος μέμφεται στη δωρική νομοθεσία, που θέτει ωστόσο τον αγώνα ενάντια στην οδύνη και τον φόβο στο κέντρο τής παιδαγωγίας της, ότι έχει παραβλέψει να κάνη κάτι παρόμοιο και με τον αγώνα ενάντια στην ηδονή. Πριν όμως προχωρήσει στη δική του, ιδιαίτερα ασυνήθιστη πρόταση, τη θέσπιση δηλ. της οινοποσίας ως παιδαγωγικού μέσου, αναφύεται ξανά ένας αγώνας για τα υφιστάμενα έθιμα. Ο Αθηναίος εφιστά την προσοχή στους κινδύνους ακόμα και τόσο προβεβλημένων ιδρυμάτων όπως τα παλαιστικά σχολεία και οι σιτιστηκές κοινότητες της Σπάρτης, που μπορούν να καταστούν έδρα επαναστατικών ραδιουργιών και παιδεραστίας. Ο Σπαρτιάτης το παρεξηγεί αυτό και «εκδικείται», χλευάζοντας το αχαλίνωτο των αττικών συμποσίων και τις γιορτές προς τιμήν τού Διονύσου. Ο Αθηναίος το αποκρούει ωστόσο με υπέρτερη ηρεμία: Θα μπορούσε να αναφερθή πάλι κανείς στα χαλαρά έθιμα των γυναικών τής Σπάρτης. Δεν θα προχωρούσε όμως τίποτα με όλη αυτή την κριτική στα ήδη υφιστάμενα. Γιατί το ερώτημα δεν αναφέρεται στις πράξεις οιωνδήποτε ανθρώπων, αλλά στο αν ο ίδιος ο νομοθέτης είναι ή όχι άξιος. Το οποίο σημαίνει βέβαια ότι η κριτική δεν πρέπει να επικεντρωθή στην επιτυχία ή την αποτυχία μεμονωμένων θεσπίσεων, αλλά στην ίδια την «αρχή» τής νομοθεσίας.
Εδώ εμφανιζεται για τρίτη φορά μια «ελαφριά» σύγκρουση. Ο Αθηναίος φαίνεται να θέλη να διδάξη στους λαούς, στους οποίους δεν υπάρχει η μέθη, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε κανείς να το διδάξη στους Σπαρτιάτες. Γι’ αυτό επαίρεται άλλωστε η σπαρτιατική υπερηφάνεια: εμείς τους καταβάλλουμε όλους με τα όπλα. Πρόκειται όμως πάλι για εκείνον τον «ανδρισμό», που τον είδαμε περιορισμένο στα όριά του στην αρχή τού όλου έργου. Προειδοποιεί λοιπόν κι εδώ ο Αθηναίος για την υπερτίμηση της νίκης, κι ύστερα από λίγο (641 C) για τους κινδύνους μάλιστα μιας νίκης: η νίκη συνεπάγεται συχνά μιαν αμορφωσιά. Είναι όμως η μόρφωση, που ταυτίζεται τελικά με την ισορροπία τών αρετών. Πρόκειται λοιπόν για μια καινούργια μόρφωση απέναντι στη δύναμη, και θα μπορούσαμε να πούμε: για την αττική απέναντι στη σπαρτιατική ύπαρξη.
Και καθώς έχει ήδη αποδυναμωθή εδώ η δωρική αντίσταση, ο Σπαρτιάτης υποτάσσεται σύντομα εντελώς στον Αθηναίο. Είναι μια εντυπωσιακή στιγμή στη δραματική πορεία τού όλου έργου, η στιγμή που ο Αθηναίος διευρύνει το παράξενο διαλογικό ζήτημα τής μέθης ως παιδαγωγικού μέσου σε «γενική μόρφωση» («παιδείας τής πάσης»). Γιατί να δειλιάσουμε μπροστά σ’ αυτήν την έκταση του αντικειμένου μας; Τότε, ο Μέγιλλος και ο Κλεινίας, ενώ μιλούσε μέχρι τότε ο ένας και για τους δυό, συνενώνονται σ’ ένα αποφασιστικό Όχι. Η Σπάρτη και η Κρήτη υποκλίνονται με σεβασμό μπροστά στην Αθήνα, και είναι ιδιαίτερα σημαντικά εδώ τα λόγια του Μέγιλλου: «Αυτοί που υπερέχουν («αγαθοί») ανάμεσα στους Αθηναίους, υπερέχουν σε εξαιρετικό βαθμό. Γιατί μόνον αυτοί υπερέχουν (είναι «αγαθοί»...) χωρίς εξαναγκασμό και με τη δική τους “ανάπτυξη”, μέσω θεϊκής μοιροδοσίας, αληθινά («αληθώς») και όχι μόνο φαινομενικά («πλαστώς»)». Μπορούμε να σκεφτούμε το τέλος τού όλου έργου (ΧΙΙ 968 Ε κ.ε.), όπου οι δυό Δωριείς συμφωνούν στο εξής: όλη η θεμελιώδης πολιτειακή δύναμη της Κρήτης θα ήταν, όσο πολύ και να την εγκωμιάζη ακόμα ο Αθηναίος, καταδικασμένη να αποτύχη χωρίς τη δική του πνευματική συμμετοχή.
Τί σημαίνουν όλα αυτά; Μόνο στις δωρικές πόλεις υπάρχουν πραγματικά διαμορφωτικές τής πόλεως δυνάμεις, κι ένα σημείο αναφοράς για κάθε πολιτειακή πράξη. Στην Κρήτη και τη Σπάρτη πρέπει λοιπόν να επιτελεσθή η νέα θεμελίωση. Υπερβαίνοντάς τις όμως ταυτόχρονα, αφαιρώντας τη μονομέρεια της παιδαγωγίας, όπως εκεί επιδιώκεται, δημιουργώντας έτσι μιαν κατ’ αρχάς γνήσια μόρφωση. Κι αυτή την υπέρβαση μπορεί να την προσφέρη μόνον ένας Αθηναίος, ένας πολίτης εκείνης της πόλης, που είναι πολύ κατώτερη μεν ως πόλη απ’ την Κρήτη και τη Σπάρτη, η ικανότητά της όμως για πνευματική δημιουργία δεν έχει πουθενά αλλού κατακτήσει την ύψιστη μοναδικότητά της. Και μόνον ένας Αθηναίος μπορεί να «διαπεράση» το πνευματικό περιεχόμενο των δωρικών πόλεων, να το καθάρη, και να το ανυψώση. Κάτι που συμβαίνει στο Πρώτο Βιβλίο τών «Νόμων», ενώ στο τέλος τού Δωδέκατου Βιβλίου η ιδια αυτή η αρχή αντηχεί ακόμα. Ολόκληρο λοιπόν το παρόν έργο κυριαρχείται από αυτήν την άποψη.
Στην «Πολιτεία» τού Πλάτωνα, αφού περατωθή η ανοικοδόμηση της αληθινής πόλης, ακολουθούν τα εσφαλμένα πολιτεύματα, επειδή κατανοούνται μόνον ως ολισθήματα εκείνης τής πόλης˙ η ίδια όμως η (πλατωνική...) πόλη δεν νοείται ως μια ανυψωμένη βαθμίδα πάνω απ’ αυτά, ακόμα κι αν πρόκειται για τα καλύτερα πολιτεύματα που γνωρίζουμε: η πλατωνική πόλη είναι εντελώς ιδιαίτερη και μοναδική. Εδώ στους «Νόμους» δεν έχουμε όμως να κάνουμε με τη γνήσια και «καθαρή» πόλη, αλλά με μια πόλη που είναι η προτιμώτερη σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι επειδή πρόκειται γι’ αυτήν ακριβώς την πόλη, μπορεί και πρέπει να αναπτυχθή πέρα και μέσα απ’ τις ιστορικές πόλεις. Γι’ αυτό και αυτή η ανάπτυξη κι αυτή η υπέρβαση βεβαιώνονται απ’ αρχής.
(συνεχίζεται )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου