Βασίλης Ξυδιάς
Καιρό το έχει παρακάνει, αλλά πλέον δεν αντέχεται. Η τελευταία του εμφάνιση, παραμονές πρωτοχρονιάς, στοmega, ξεπέρασε κάθε όριο. Δεν του έφτανε η υπεράσπιση του success story. Επιβεβαίωσε τα περί πρωτογενούς πλεονάσματος, μέχρι και τον Άδωνη κατάντησε να προβάλει ως πρότυπο πολιτικού και προάγγελο εθνικής ανάτασης. Όμως η κριτική απάντηση στον πρώην δάσκαλο Στέλιο Ράμφο, που πλέον έχει πάρει τον κατήφορο, παραμένει ζητούμενο.
Τα εξ αριστερών πυρά είναι εν πολλοίς άσφαιρα. Δύο νέες απόπειρες κριτικής στη βδομάδα που μας πέρασε ήταν αυτή του Γ. Ανανδρανιστάκη («Ο Ράμφος κάνει πόλεμο», Αυγή, 8.1.2014) και του Αθ. Μαρβάκη, αναπλ. καθηγητή Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ («Είναι η κρίση εθνική ψυχοπαθολογία;», Εφ.Συν., 8.1.2014). Όπως και άλλα προηγούμενα άρθρα αυτού του είδους, και αυτές οι προσπάθειες ήσαν ανεπαρκείς. Και δεν αγγίζουν το κοινό στο οποίο ο Ράμφος απευθύνεται. Στην καλύτερη περίπτωση δίνουν θάρρος σ’ αυτούς που είναι ήδη αντίθετοι.
Διότι το πρόβλημα με τον Ράμφο δεν είναι ότι υποστηρίζει τις πιο απίθανες και πιο ακραίες φιλομνημονιακές θέσεις (συλλογική ευθύνη, φταίει ο χαρακτήρας του Έλληνα κτό), ούτε ότι με όλα αυτά συγκαλύπτει τον ιδιαίτερο ρόλο της άρχουσας ελίτ, των μήντια και του πολιτικού συστήματος. Αυτό το κάνουν κι άλλοι πολλοί διανοούμενοι, καλλιτέχνες κλπ (που κάποτε τους αγαπήσαμε και τώρα αυτοί συνωστίζονται ποιος θα πρωτοσηνιάρει τον φιόγκο στο σκοινί που μας κρεμάνε σαν χώρα – αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας). Η ιδιαίτερη «αρετή» του Ράμφου σε σχέση με όλους αυτούς συνίσταται ακριβώς στο ότι υιοθετώντας επιχειρήματα του συρμού, το επίπεδο των οποίων είναι μεταξύ καφενείου και μονταζιέρας, καταφέρνει και τους προσδίδει υψηλό θεωρητικό κύρος. Κι αυτό το κάνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, που είναι βέβαια άτρωτος στη συνήθη εξ αριστερών κριτική. Μεταξύ άλλων και διότι το κοινό του είναι ήδη εχθρικό προς τον αυτοαναφορικό λόγο της αριστεράς των τριών-τεσσάρων προηγούμενων δεκαετιών.
Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για το άρθρο του Γ. Ανανδρανιστάκη στην Αυγή, που προσπαθεί να βγάλει τον Ράμφο «νεοφιλελεύθερο», ισχύει όμως και για την κριτική του Αθ. Μαρβάκη που αποδίδει στον Ράμφο το λάθος του ψυχολογισμού ή, όπως το λέει ο ίδιος, της «ψυχολογικοποίησης των κοινωνικών φαινομένων». Όμως ο Ράμφος δεν κάνει αυτό. Ή αν το κάνει το περνά μέσα από το φίλτρο της «φιλοσοφικής ανθρωπολογίας». Οι ψυχολογικοί όροι εκφράζουν εδώ μια ιδιαίτερη ανθρωπολογική θεώρηση, βασισμένη σε διάφορα ιστορικά και θεολογικά προαπαιτούμενα, και σ’ έναν πολύ κεκαλυμμένο, σχεδόν υποσυνείδητο, φιλοσοφικό πυρήνα. Δεν πρόκειται για μια απλή περίπτωση «ψυχολογικοποίησης», ούτε βέβαια για «βιολογισμό», όπως καταλήγει στο τέλος το άρθρο. (Αν έστεκαν αυτές οι κατηγορίες δεν θα έπρεπε να σωπάσει μόνο ο Ράμφος, θα έπρεπε να καταργηθεί γενικώς η κοινωνική και η φιλοσοφική ανθρωπολογία).
Ο Ράμφος είναι ευφυής και δυνατός στοχαστής. Όποιος θέλει να τον πολεμήσει πρέπει να το λάβει αυτό σοβαρά υπ’ όψη του. Το ιδιαίτερο θεωρητικό του μίγμα δεν πλήττεται με χτυπήματα στην περιφέρεια, ακόμα κι αν πολλοί απ’ τους περιφερειακούς ισχυρισμούς του φαίνονται πρόχειροι και επιπόλαιοι. Στην πραγματικότητα δεν είναι, διότι αντλούν δύναμη και συνοχή απ’ τον εσωτερικό πυρήνα της σκέψης του. Πολύ περισσότερο ο Ράμφος δεν πολεμιέται με καταγγελίες εναντίον του προσώπου του (προσωπικές ανακολουθίες, ιδιοτελή κίνητρα, ταξική θέση κτό). Χρειάζεται μια κριτική στον πυρήνα των θέσεών του και των ιστορικο-θεολογικών παραδοχών του. Κι αυτό είναι ακόμα στα ζητούμενα.
* * *
Στη συνέχεια παραθέτω μερικά παραδείγματα ενδιαφέρουσας κατά τη γνώμη μου κριτικής. Είναι εντυπωσιακό ότι κάποιες απ’ τις εργασίες αυτές, που γράφτηκαν πριν την κρίση και τα μνημόνια, προδιαγράφουν σε μεγάλο βαθμό την τωρινή εξέλιξη του Ράμφου.
Θεόδωρος Ζιάκας: «[Ο Ράμφος] συσκοτίζει πλήρως τη σημερινή πραγματικότητα και επαναλαμβάνει, ως “νέα πρόταση”, τον εκδυτικισμό, λες και βρισκόμαστε στον 10ο, τον 12ο, τον 14ο, ή έστω τον 18ο αιώνα». «Απάντηση στο Στέλιο Ράμφο», άρθρο στο περιοδικό ΑΡΔΗΝ, τ. 19-20, 1999.
Σωτήρης Γουνελάς: Αντίλογος στον Ράμφο «σημαίνει άρνηση προσχώρησης στο πνεύμα των καιρών, αντίσταση στην προέλαση της “παγκοσμιοποίησης” … εμμονή στο συγκεκριμένο, στο τοπικό, στο διάφανο, στο θεϊκό, στο ανθρώπινο και όχι σε αφηρημένες κατηγορίες σκέψης, στον ανύπαρκτο οικουμενικό άνθρωπο και στην άψυχη τεχνολογία του» και «στο βάθος η σκέψη που αναπτύσσει, παρά το “φλερτ” με την χριστιανική παράδοση, παραμένει ουμανιστική».»Αντίλογος στον Στέλιο Ράμφο«, βιβλίο στις εκδ. Καστανιώτης, 2001. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και ένα ακόμα βιβλίο του Σωτ. Γουνελά με τίτλο «Πρόταση λόγου και πολιτισμού«, εκδ. Αρμός, 2013,στο οποίο ο συγγραφέας μελετά και σχολιάζει επτά νεοέλληνες στοχαστές, ένας εκ των οποίων είναι ο Στ. Ράμφος).
Ευγένιος Αρανίτσης: Καταλογίζει στον Ράμφο ότι κατασκευάζει ένα σύμπαν όπου «δεν είναι δυνατόν να μετέχει κανείς παρά ψυχαναγκαστικά, ως ρόλος». «Η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου«, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, “Βιβλιοθήκη”, 3/11/2002. (Βλ. και σειρά τεσσάρων άρθρων στην «Ε»: «Τα άστρα σύμφωνα με τον Ράμφο«, 3/12/2004, «Ελευθερία και προσομοίωση«, 10/12/2004, «Ψυχική ανάγκη και ψυχαναγκασμός«, 30/12/2004, «Το τέλος της ανθρωπολογίας«, 7/1/2005).
Σπύρος Κουτρούλης: «Οι μεταμορφώσεις του Στέλιου Ράμφου«, ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, τ. 34, 2002, σ.182-188. (Βλ. και «Κριτική στο βιβλίο του Σ.Ράμφου «Το αδιανόητο τίποτα»«, ΡΗΞΗ, τ. 69-70-71, 2011. Επίσης «Για τη συζήτηση Ε. Στάη και Σ. Ράμφου«, ΡΗΞΗ, τ. 78, 2011).
π. Νικόλαος Λουδοβίκος: «Θεωρῶ τόν Στέλιο Ράμφο ὡς ἐπικεφαλής τή στιγμή αὐτή, στήν Ἑλλάδα, τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ». «Από τον καημό του ενός στον διευθυντικό ή συγκρουσιακό εκσυγχρονισμό», άρθρο στο περιοδικό ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τ. 17, 2003. (Βλ. και το βιβλίο του «Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα«, εκδ. Αρμός, 2010).
Άφησα τελευταίον τον Γιάννη Καλιόρη και το βιβλίο του «Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς«, εκδ. Αρμός, 2004 , που δεν έχω, δυστυχώς, ακόμα αξιωθεί να μελετήσω, αλλά όπως πληροφορούμαι είναι μια απ’ τις πιο ριζικές κριτικές του ολοκληρωτικού και αντινομικού χαρακτήρα του «αναρχοδυναμικού καπιταλισμού της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης», και μαζί μ’ αυτό είναι, λένε, και μια απ’ τις πιο καταλυτικές κριτικές του Στ. Ράμφου, προερχόμενη από έναν απ’ τους πιο στενούς του φίλους. (Βλ. και την εμπεριστατωμένη βιβλιοπαρουσίαση του Κώστα Κουτσουρέλη, «Ο καπιταλισμός ως ολοκληρωτισμός«, ΑΥΓΗ, 24-25/12/2005).
Προφανώς οι κριτικές αυτές προσεγγίσεις δεν έχουν τύχει της ανάλογης προβολής μ’ αυτήν που έχει ο Ράμφος μέσω των media. Παραμένει το ερώτημα αν και κατά πόσο έχουν πιάσει τον υποκρυπτόμενο φιλοσοφικό πυρήνα της σκέψης του Ράμφου, ενώ ένα άλλο ζήτημα είναι σε ποιο βαθμό βοηθούν στο διάλογο και τη συνεννόηση με ανθρώπους που είναι αδιάφοροι ή και αντίθετοι στα θεολογικά και δεν έχουν παρακολουθήσει τις διανοητικές περιπέτειές του. Κι εκεί ίσως είναι που χρειάζεται κάτι να γίνει.
πηγή: Aντίφωνο
Καιρό το έχει παρακάνει, αλλά πλέον δεν αντέχεται. Η τελευταία του εμφάνιση, παραμονές πρωτοχρονιάς, στοmega, ξεπέρασε κάθε όριο. Δεν του έφτανε η υπεράσπιση του success story. Επιβεβαίωσε τα περί πρωτογενούς πλεονάσματος, μέχρι και τον Άδωνη κατάντησε να προβάλει ως πρότυπο πολιτικού και προάγγελο εθνικής ανάτασης. Όμως η κριτική απάντηση στον πρώην δάσκαλο Στέλιο Ράμφο, που πλέον έχει πάρει τον κατήφορο, παραμένει ζητούμενο.
Τα εξ αριστερών πυρά είναι εν πολλοίς άσφαιρα. Δύο νέες απόπειρες κριτικής στη βδομάδα που μας πέρασε ήταν αυτή του Γ. Ανανδρανιστάκη («Ο Ράμφος κάνει πόλεμο», Αυγή, 8.1.2014) και του Αθ. Μαρβάκη, αναπλ. καθηγητή Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ («Είναι η κρίση εθνική ψυχοπαθολογία;», Εφ.Συν., 8.1.2014). Όπως και άλλα προηγούμενα άρθρα αυτού του είδους, και αυτές οι προσπάθειες ήσαν ανεπαρκείς. Και δεν αγγίζουν το κοινό στο οποίο ο Ράμφος απευθύνεται. Στην καλύτερη περίπτωση δίνουν θάρρος σ’ αυτούς που είναι ήδη αντίθετοι.
Διότι το πρόβλημα με τον Ράμφο δεν είναι ότι υποστηρίζει τις πιο απίθανες και πιο ακραίες φιλομνημονιακές θέσεις (συλλογική ευθύνη, φταίει ο χαρακτήρας του Έλληνα κτό), ούτε ότι με όλα αυτά συγκαλύπτει τον ιδιαίτερο ρόλο της άρχουσας ελίτ, των μήντια και του πολιτικού συστήματος. Αυτό το κάνουν κι άλλοι πολλοί διανοούμενοι, καλλιτέχνες κλπ (που κάποτε τους αγαπήσαμε και τώρα αυτοί συνωστίζονται ποιος θα πρωτοσηνιάρει τον φιόγκο στο σκοινί που μας κρεμάνε σαν χώρα – αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας). Η ιδιαίτερη «αρετή» του Ράμφου σε σχέση με όλους αυτούς συνίσταται ακριβώς στο ότι υιοθετώντας επιχειρήματα του συρμού, το επίπεδο των οποίων είναι μεταξύ καφενείου και μονταζιέρας, καταφέρνει και τους προσδίδει υψηλό θεωρητικό κύρος. Κι αυτό το κάνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, που είναι βέβαια άτρωτος στη συνήθη εξ αριστερών κριτική. Μεταξύ άλλων και διότι το κοινό του είναι ήδη εχθρικό προς τον αυτοαναφορικό λόγο της αριστεράς των τριών-τεσσάρων προηγούμενων δεκαετιών.
Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για το άρθρο του Γ. Ανανδρανιστάκη στην Αυγή, που προσπαθεί να βγάλει τον Ράμφο «νεοφιλελεύθερο», ισχύει όμως και για την κριτική του Αθ. Μαρβάκη που αποδίδει στον Ράμφο το λάθος του ψυχολογισμού ή, όπως το λέει ο ίδιος, της «ψυχολογικοποίησης των κοινωνικών φαινομένων». Όμως ο Ράμφος δεν κάνει αυτό. Ή αν το κάνει το περνά μέσα από το φίλτρο της «φιλοσοφικής ανθρωπολογίας». Οι ψυχολογικοί όροι εκφράζουν εδώ μια ιδιαίτερη ανθρωπολογική θεώρηση, βασισμένη σε διάφορα ιστορικά και θεολογικά προαπαιτούμενα, και σ’ έναν πολύ κεκαλυμμένο, σχεδόν υποσυνείδητο, φιλοσοφικό πυρήνα. Δεν πρόκειται για μια απλή περίπτωση «ψυχολογικοποίησης», ούτε βέβαια για «βιολογισμό», όπως καταλήγει στο τέλος το άρθρο. (Αν έστεκαν αυτές οι κατηγορίες δεν θα έπρεπε να σωπάσει μόνο ο Ράμφος, θα έπρεπε να καταργηθεί γενικώς η κοινωνική και η φιλοσοφική ανθρωπολογία).
Ο Ράμφος είναι ευφυής και δυνατός στοχαστής. Όποιος θέλει να τον πολεμήσει πρέπει να το λάβει αυτό σοβαρά υπ’ όψη του. Το ιδιαίτερο θεωρητικό του μίγμα δεν πλήττεται με χτυπήματα στην περιφέρεια, ακόμα κι αν πολλοί απ’ τους περιφερειακούς ισχυρισμούς του φαίνονται πρόχειροι και επιπόλαιοι. Στην πραγματικότητα δεν είναι, διότι αντλούν δύναμη και συνοχή απ’ τον εσωτερικό πυρήνα της σκέψης του. Πολύ περισσότερο ο Ράμφος δεν πολεμιέται με καταγγελίες εναντίον του προσώπου του (προσωπικές ανακολουθίες, ιδιοτελή κίνητρα, ταξική θέση κτό). Χρειάζεται μια κριτική στον πυρήνα των θέσεών του και των ιστορικο-θεολογικών παραδοχών του. Κι αυτό είναι ακόμα στα ζητούμενα.
* * *
Στη συνέχεια παραθέτω μερικά παραδείγματα ενδιαφέρουσας κατά τη γνώμη μου κριτικής. Είναι εντυπωσιακό ότι κάποιες απ’ τις εργασίες αυτές, που γράφτηκαν πριν την κρίση και τα μνημόνια, προδιαγράφουν σε μεγάλο βαθμό την τωρινή εξέλιξη του Ράμφου.
Θεόδωρος Ζιάκας: «[Ο Ράμφος] συσκοτίζει πλήρως τη σημερινή πραγματικότητα και επαναλαμβάνει, ως “νέα πρόταση”, τον εκδυτικισμό, λες και βρισκόμαστε στον 10ο, τον 12ο, τον 14ο, ή έστω τον 18ο αιώνα». «Απάντηση στο Στέλιο Ράμφο», άρθρο στο περιοδικό ΑΡΔΗΝ, τ. 19-20, 1999.
Σωτήρης Γουνελάς: Αντίλογος στον Ράμφο «σημαίνει άρνηση προσχώρησης στο πνεύμα των καιρών, αντίσταση στην προέλαση της “παγκοσμιοποίησης” … εμμονή στο συγκεκριμένο, στο τοπικό, στο διάφανο, στο θεϊκό, στο ανθρώπινο και όχι σε αφηρημένες κατηγορίες σκέψης, στον ανύπαρκτο οικουμενικό άνθρωπο και στην άψυχη τεχνολογία του» και «στο βάθος η σκέψη που αναπτύσσει, παρά το “φλερτ” με την χριστιανική παράδοση, παραμένει ουμανιστική».»Αντίλογος στον Στέλιο Ράμφο«, βιβλίο στις εκδ. Καστανιώτης, 2001. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και ένα ακόμα βιβλίο του Σωτ. Γουνελά με τίτλο «Πρόταση λόγου και πολιτισμού«, εκδ. Αρμός, 2013,στο οποίο ο συγγραφέας μελετά και σχολιάζει επτά νεοέλληνες στοχαστές, ένας εκ των οποίων είναι ο Στ. Ράμφος).
Ευγένιος Αρανίτσης: Καταλογίζει στον Ράμφο ότι κατασκευάζει ένα σύμπαν όπου «δεν είναι δυνατόν να μετέχει κανείς παρά ψυχαναγκαστικά, ως ρόλος». «Η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου«, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, “Βιβλιοθήκη”, 3/11/2002. (Βλ. και σειρά τεσσάρων άρθρων στην «Ε»: «Τα άστρα σύμφωνα με τον Ράμφο«, 3/12/2004, «Ελευθερία και προσομοίωση«, 10/12/2004, «Ψυχική ανάγκη και ψυχαναγκασμός«, 30/12/2004, «Το τέλος της ανθρωπολογίας«, 7/1/2005).
Σπύρος Κουτρούλης: «Οι μεταμορφώσεις του Στέλιου Ράμφου«, ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, τ. 34, 2002, σ.182-188. (Βλ. και «Κριτική στο βιβλίο του Σ.Ράμφου «Το αδιανόητο τίποτα»«, ΡΗΞΗ, τ. 69-70-71, 2011. Επίσης «Για τη συζήτηση Ε. Στάη και Σ. Ράμφου«, ΡΗΞΗ, τ. 78, 2011).
π. Νικόλαος Λουδοβίκος: «Θεωρῶ τόν Στέλιο Ράμφο ὡς ἐπικεφαλής τή στιγμή αὐτή, στήν Ἑλλάδα, τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ». «Από τον καημό του ενός στον διευθυντικό ή συγκρουσιακό εκσυγχρονισμό», άρθρο στο περιοδικό ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τ. 17, 2003. (Βλ. και το βιβλίο του «Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα«, εκδ. Αρμός, 2010).
Άφησα τελευταίον τον Γιάννη Καλιόρη και το βιβλίο του «Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς«, εκδ. Αρμός, 2004 , που δεν έχω, δυστυχώς, ακόμα αξιωθεί να μελετήσω, αλλά όπως πληροφορούμαι είναι μια απ’ τις πιο ριζικές κριτικές του ολοκληρωτικού και αντινομικού χαρακτήρα του «αναρχοδυναμικού καπιταλισμού της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης», και μαζί μ’ αυτό είναι, λένε, και μια απ’ τις πιο καταλυτικές κριτικές του Στ. Ράμφου, προερχόμενη από έναν απ’ τους πιο στενούς του φίλους. (Βλ. και την εμπεριστατωμένη βιβλιοπαρουσίαση του Κώστα Κουτσουρέλη, «Ο καπιταλισμός ως ολοκληρωτισμός«, ΑΥΓΗ, 24-25/12/2005).
Προφανώς οι κριτικές αυτές προσεγγίσεις δεν έχουν τύχει της ανάλογης προβολής μ’ αυτήν που έχει ο Ράμφος μέσω των media. Παραμένει το ερώτημα αν και κατά πόσο έχουν πιάσει τον υποκρυπτόμενο φιλοσοφικό πυρήνα της σκέψης του Ράμφου, ενώ ένα άλλο ζήτημα είναι σε ποιο βαθμό βοηθούν στο διάλογο και τη συνεννόηση με ανθρώπους που είναι αδιάφοροι ή και αντίθετοι στα θεολογικά και δεν έχουν παρακολουθήσει τις διανοητικές περιπέτειές του. Κι εκεί ίσως είναι που χρειάζεται κάτι να γίνει.
πηγή: Aντίφωνο
ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΡΑΜΦΟΣ..
Παραμένει το ερώτημα αν και κατά πόσο έχουν πιάσει τον υποκρυπτόμενο φιλοσοφικό πυρήνα της σκέψης του Ράμφου
ΝΕΟΚΑΝΤΙΑΝΟΣ, ΕΠΗΡΕΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΑΤΟΡΠ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΟΥ ΚΑΣΣΙΡΕΡ. ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΜΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ.ΟΤΑΝ ΕΞΑΝΤΛΗΣΕ ΤΗΝ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕ ΣΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ. Ο ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΕΙ Ο ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΗΤΑΝ ΑΚΟΥΡΑΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ. ΘΕΟΣ ΣΧΩΡΕΣΤΟΝ. ΑΣΤΟΧΗΣΕ ΣΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ.

1 σχόλιο:
Ο Στέλιος Ράμφος συνδέεται με τον Πάουλ Νάτορπ (Paul Natorp) και τον Ερνστ Κασίρερ (Ernst Cassirer) μέσω της Σχολής του Μαρβούργου, του κυριότερου ρεύματος του Νεοκαντιανισμού. Η σχολή αυτή μετατόπισε το κέντρο βάρους από την παραδοσιακή μεταφυσική στην κριτική ανάλυση του πολιτισμού, της επιστήμης και των συμβόλων, στοιχεία που αποτελούν τη βάση για τη μετέπειτα στροφή του Ράμφου προς την ερμηνεία του ελληνικού και χριστιανικού μύθου.
1. Πάουλ Νάτορπ: Η Λογική και η Παιδεία
Ο Νάτορπ υπήρξε από τους θεμελιωτές του Νεοκαντιανισμού του Μαρβούργου.
-Καθαρή Μέθοδος: Απέρριψε την ύπαρξη του «πράγματος καθεαυτό» (Ding an sich) του Καντ. Θεωρούσε ότι η πραγματικότητα δεν είναι κάτι που ανακαλύπτουμε έτοιμο, αλλά κάτι που κατασκευάζει η νόηση μέσω της επιστημονικής μεθόδου.
-Πλάτωνας: Επανερμήνευσε τον Πλάτωνα, υποστηρίζοντας ότι οι «Ιδέες» δεν είναι μεταφυσικές οντότητες σε κάποιον άλλον κόσμο, αλλά νόμοι και υποθέσεις της καθαρής σκέψης.
-Κοινωνική Παιδαγωγική: Συνέδεσε τη φιλοσοφία με την εκπαίδευση, θεωρώντας ότι η διαμόρφωση του ατόμου επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την κοινότητα.
2. Ερνστ Κασίρερ: Η Φιλοσοφία των Συμβολικών Μορφών
Ο Κασίρερ, μαθητής του Νάτορπ, επέκτεινε τον Νεοκαντιανισμό πέρα από την καθαρή επιστήμη, αγκαλιάζοντας ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Το μνημειώδες έργο του είναι η τρίτομη «Φιλοσοφία των Συμβολικών Μορφών» (Philosophie der symbolischen Formen).
-Animal Symbolicum: Ο άνθρωπος δεν ορίζεται απλώς ως «λογικό ον» (rational animal), αλλά ως «συμβολικό ον». Δεν έρχεται σε άμεση επαφή με την πραγματικότητα, αλλά μέσω μεσολαβητών: των συμβόλων.
-Οι Μορφές: Οι βασικές συμβολικές μορφές με τις οποίες ο άνθρωπος δίνει νόημα στο χάος του κόσμου είναι η Γλώσσα, ο Μύθος/Θρησκεία και η Επιστήμη.
-Η Αυτονομία του Μύθου: Ο Κασίρερ υποστήριξε ότι ο μύθος δεν είναι μια «πρωτόγονη πλάνη» ή μια ελαττωματική επιστήμη, αλλά μια αυτόνομη και έγκυρη μορφή αντίληψης της πραγματικότητας, με τη δική της εσωτερική λογική και δομή.
Πώς συνδέονται με τον Στέλιο Ράμφο;
Η επίδραση των δύο αυτών στοχαστών είναι εμφανής στον τρόπο με τον οποίο ο Ράμφος δομεί την κριτική του για την ελληνική ταυτότητα, την Ορθοδοξία και την ιστορία:
-Ο Μύθος ως Ερμηνευτικό Κλειδί: Αντλώντας από τον Κασίρερ, ο Ράμφος δεν αντιμετωπίζει τον μύθο (ή τα θεολογικά σχήματα της Βυζαντινής παράδοσης) ως απλά παραμύθια, αλλά ως τον βαθύτερο κώδικα (συμβολική μορφή) που καθορίζει την ψυχοσύνθεση και τη συμπεριφορά του νεοέλληνα.
-Η Μετατόπιση από τη Λογική στο Συναίσθημα: Ενώ ο Νάτορπ και ο πρώιμος Νεοκαντιανισμός εστίαζαν στη μαθηματική και επιστημονική λογική, ο Ράμφος χρησιμοποιεί το εργαλείο των «συμβολικών μορφών» για να αναλύσει το συλλογικό ασυνείδητο, το συναίσθημα και τον ψυχισμό (στοιχεία που κυριαρχούν στον μύθο και τη θρησκεία).
-Η Ύστερη Στροφή στη Φαινομενολογία: Όπως σωστά σημειώνετε, όταν το νεοκαντιανό πλαίσιο (που παραμένει έντονα ορθολογικό και γνωσιοθεωρητικό) φάνηκε ανεπαρκές για να εξηγήσει το βίωμα και την ύπαρξη, ο Ράμφος στράφηκε στη Φαινομενολογία (Χάιντεγκερ, Χούσερλ). Η φαινομενολογία του επέτρεψε να εξετάσει τα πράγματα «καθεαυτά» όπως εμφανίζονται στη συνείδηση, και να εμβαθύνει στην υπαρξιακή διάσταση της πίστης και της ιστορικής εμπειρίας.
Η κριτική παρατήρηση ότι «αστόχησε στα ουσιώδη» πιθανόν πηγάζει από το γεγονός ότι ο Ράμφος συχνά χρησιμοποιεί αυτά τα βαριά φιλοσοφικά εργαλεία όχι για να παράξει πρωτότυπη θεωρητική φιλοσοφία, αλλά για να κάνει μια ιδιότυπη πολιτισμική και ψυχαναλυτική διάγνωση του ελληνισμού, γεγονός που για τους καθαρούς ακαδημαϊκούς φιλοσόφους θεωρείται ενίοτε έκπτωση ή αστοχία από τον σκληρό πυρήνα της οντολογίας.
Δημοσίευση σχολίου