Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 1

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 1

ABRAHAM P. BOS*

Rivista di Filosofia Neo-Scolastica, Vol. 85, No. 2/4 (aprile-dicembre 1993), pp. 425-454 Vita e Pensiero

A. P. Bos, „La Metafisica di Aristotele alla luce del trattato De mundo“, in: A. Bausola – G. Reale (Hg.), Aristotele. Perché la metafisica, Vita e Pensiero, Milano 1994, S. 289–318

I. Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ

Η πατρότητα της πραγματείας Περὶ κόσμου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαμάχης. Ωστόσο, το υπόμνημα του καθηγητή Reale, που δημοσιεύθηκε το 1974, λειτούργησε ως καταλύτης για τη δημιουργία σημαντικών μεταβολών στις απόψεις των μελετητών. Και το αποτέλεσμα ήταν μια έντονη αύξηση του αριθμού των δημοσιεύσεων σχετικά με αυτό το έργο³.

Ορισμένοι μελετητές εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να τοποθετούν τη χρονολόγηση του Περὶ κόσμου γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ.⁴. Ωστόσο, ο αριθμός εκείνων που τοποθετούν το έργο σε πολύ προγενέστερη περίοδο, ακόμη και αν δεν αποδέχονται την απόδοσή του στον Αριστοτέλη, αυξάνεται αναμφίβολα.

1. Για μια χρονολόγηση πριν από το 200 π.Χ.

Ισχυρή υποστήριξη σε μια πρώιμη χρονολόγηση παρέχει η έρευνα σχετικά με τη γλώσσα και το ύφος του Περὶ κόσμου, την οποία πραγματοποίησε ο Ολλανδός συνάδελφός μου D.M. Schenkeveld⁵. Τα συμπεράσματά του ήταν τα εξής:

«… λαμβάνοντας υπόψη τις μάλλον περιορισμένες γνώσεις που διαθέτουμε για την πεζογραφία του πρώιμου ελληνιστικού κόσμου, δεν είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα. Ωστόσο, θεωρώ αρκετά βέβαιο ότι, αν λάβουμε υπόψη τη γλώσσα και το ύφος, δεν θα βρισκόμασταν μακριά από την αλήθεια αν θεωρούσαμε το Περὶ κόσμου ως σύγγραμμα της περιόδου μεταξύ 350 και 200 π.Χ., και όχι της δεύτερης περιόδου της ελληνιστικής εποχής ή ακόμη μεταγενέστερα».

Ο Schenkeveld έρχεται έτσι να επιβεβαιώσει τη θέση του J. Barnes, ο οποίος υποστήριζε ότι δεν υπήρχαν δεσμευτικοί φιλοσοφικοί λόγοι για να αρνηθούμε την αριστοτελική πατρότητα του Περὶ κόσμου και ότι, αντιθέτως, ήταν βέβαιο πως ο Χρύσιππος είχε αντλήσει τον ορισμό του «κόσμου» από το Περὶ κόσμου και όχι το αντίστροφο⁷.

Επιπλέον, κατά τον D.J. Furley, ο συγγραφέας του Περὶ κόσμου αποσκοπούσε συνειδητά να μιμηθεί τον Αριστοτέλη. Και ο Furley προσθέτει:

«Αν πράγματι ο συγγραφέας μιμείται τον Αριστοτέλη, πρόκειται ασφαλώς για τον Αριστοτέλη του Προτρεπτικοῦ και του Περὶ φιλοσοφίας —τον Αριστοτέλη του οποίου ο Κικέρων θαύμαζε το flumen orationis aureum— και όχι για εκείνον των σχολικών πραγματειών που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα»⁸.

Όπως και να έχει, πρόκειται για μια προσέγγιση του έργου διαμετρικά αντίθετη προς εκείνη του A.J. Festugière, ο οποίος υποβάθμισε το Περὶ κόσμου ως ένα επιφανειακό κείμενο ενός άγνωστου συγγραφέα της ύστερης ελληνιστικής περιόδου.

Εάν οι Barnes, Schenkeveld και Furley έχουν δίκιο όσον αφορά το Περὶ κόσμου, τότε θα βρισκόμασταν ενώπιον ενός συγγράμματος το οποίο, με τον δικό του τρόπο, φανερώνει τη φιλοσοφική αντίληψη του Αριστοτέλη όπως αυτή ήταν γνωστή κατά τους πρώτους αιώνες μετά τον θάνατό του, πριν οι αντιλήψεις για τη φιλοσοφία του επηρεαστούν καθοριστικά από τα συγγράμματα του αριστοτελικού Corpus, ύστερα από την έκδοση του Ανδρόνικου του Ρόδιου.

Τώρα, δεδομένου ότι από τον Στράβωνα διαθέτουμε λεπτομερείς πληροφορίες για την άθλια κατάσταση στην οποία οι κληρονόμοι του Θεοφράστου διατήρησαν τα χειρόγραφα του κειμένου του αριστοτελικού Corpus, για την πρόχειρη έκδοση που πραγματοποίησε ο Απελλικών, καθώς και για την κατά προσέγγιση αντιγραφή των κειμένων που έκαναν οι γραφείς στην υπηρεσία του Τυραννίωνος¹⁰, μια τέτοια μαρτυρία πρέπει να αξιολογηθεί όπως της αρμόζει.


2. Μια νέα θεώρηση του «Περὶ κόσμου» σε σχέση με τη «Μεταφυσική»


Στο μέρος που ακολουθεί, προκειμένου να πραγματοποιήσω μια σύγκριση με τη Μεταφυσική του Αριστοτέλη όπως την έχουμε σήμερα, σκοπεύω να εξετάσω έναν ορισμένο αριθμό θεμάτων που πραγματεύεται το Περὶ κόσμου, χωρίς να αναφερθώ ιδιαίτερα στη συζήτηση σχετικά με τη γνησιότητα αυτού του συγγράμματος. Τα θέματα είναι: α) η έννοια της φιλοσοφίας ως απελευθερώσεως· β) η έννοια της θείας δυνάμεως· και γ) η εξάρτηση της φύσεως από τον Θεό. Ένας σημαντικός λόγος για την πραγματοποίηση αυτής της συγκρίσεως έγκειται στην πεποίθηση ότι το παράδειγμα του Jaeger —το οποίο θέτει μια σαφή διάκριση ανάμεσα στις θέσεις των χαμένων έργων του Αριστοτέλη και στις πραγματείες του αριστοτελικού Corpus— φαίνεται να στηρίζεται ολοένα και λιγότερο επαρκώς11.

Ως αφετηρία λαμβάνω τη θέση του O. Gigon, σύμφωνα με την οποία το έργο του Αριστοτέλη συγκροτεί, σε τελική ανάλυση, μια ενότητα, και μάλιστα με διπλή έννοια: «Ακόμη και αν όλοι οι διάλογοι έπρεπε να θεωρηθούν “νεανικά έργα” —πράγμα που ούτε μπορεί να αποδειχθεί ούτε είναι καν πιθανό—, θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι ο Αριστοτέλης, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία και μάλιστα λίγο πριν από τον θάνατό του, εξακολουθούσε να αναγνωρίζει αξία στους διαλόγους του και θεωρούσε το περιεχόμενό τους ως επαρκή έκφραση του φιλοσοφείν του»12.

Σε αυτή την περίπτωση, οι πραγματείες του Corpus δεν γράφτηκαν για να πάρουν τη θέση των διαλόγων που είχε δημοσιεύσει ο Αριστοτέλης κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά ως συμπλήρωμα και περαιτέρω επεξεργασία τους.

II. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ» ΩΣ «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ»

1. Το encomium philosophiae στο κεφάλαιο I του «Περὶ κόσμου»

Η εισαγωγή στο Περὶ κόσμου αποτελείται από το πρώτο κεφάλαιο, το οποίο περιέχει ένα αξιοσημείωτο encomium philosophiae. Σε αυτό η φιλοσοφία χαρακτηρίζεται ως «πράγμα αληθινά θεῖον και ὑπεράνθρωπον» και ως η μόνη επιστήμη που γνωρίζει να ανυψώνεται μέχρι τη θεωρία του συνόλου της πραγματικότητας, με σκοπό την κατάκτηση της Αλήθειας13. Μέσω της φιλοσοφίας, η ψυχή, καθοδηγούμενη από τον νου, κατορθώνει να υπερβεί τα όρια της θνητής της καταστάσεως και να αφήσει πίσω της τον οικείο της κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται ικανή να συλλάβει τη θεία πραγματικότητα με το θείο μάτι της ψυχής —τον νου— και να την αποκαλύψει στους άλλους ανθρώπους14. Τέλος, ο αποδέκτης του έργου, ο Αλέξανδρος, προτρέπεται θερμά να μην περιφρονεί τη φιλοσοφία15.

Τώρα, αυτό το πρώτο κεφάλαιο συχνά υποβαθμίζεται ως ένα ακατάστατο συνονθύλευμα —ένα pastiche— ιδεών δανεισμένων από τον Πλάτωνα, χωρίς στενή σύνδεση με το υπόλοιπο έργο16.

Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι τελευταίες γραμμές αυτού του κεφαλαίου εκφράζουν το πρόγραμμα του υπόλοιπου έργου, δηλαδή μια ανάπτυξη των δύο όψεων της φιλοσοφικής δραστηριότητας: ο συγγραφέας σκοπεύει «να μιλήσει και, όσο είναι δυνατόν, να μιλήσει από θεία προοπτική» για τον κόσμο και για όσα μέσα σε αυτόν έχουν ιδιαίτερη σημασία17.

Ο λόγος αυτός αναπτύσσεται με γραμμικό τρόπο από το δεύτερο έως το πέμπτο κεφάλαιο, σε ένα είδος φαινομενολογίας του κόσμου. Αντίθετα, ο λόγος «από θεία προοπτική» βρίσκεται στα κεφάλαια VI και VII. Ο διπλός ορισμός του κόσμου στην αρχή του κεφαλαίου II αποτελεί έκφραση αυτής της θεμελιώδους διαφοράς προοπτικής, δεδομένου ότι ο πρώτος ορισμός ονομάζει τον κόσμο «σύνολο που αποτελείται από τον ουρανό και τη γη και από όλες τις πραγματικότητες που περιέχονται σε αυτά», ενώ ο δεύτερος ορισμός προϋποθέτει σαφώς μια θεολογική προοπτική: «ο κόσμος —λέγεται εκεί— είναι η διάταξη και η τάξη του συνόλου των συστατικών της πραγματικότητας, η οποία διατηρείται από τον Θεό και διά του Θεού»18.

2. Το βιβλίο Α της «Μεταφυσικής» σχετικά με την έλλειψη ελευθερίας της ανθρώπινης φύσεως

Μπορεί πράγματι να υποστηριχθεί ότι το περιεχόμενο του εισαγωγικού κεφαλαίου του Περὶ κόσμου δεν είναι αριστοτελικό; Κατά την κρίση μου, το μέρος αυτό αποδεικνύεται προβληματικό μόνο για εκείνους τους σύγχρονους ερμηνευτές οι οποίοι συνηθίζουν να ερμηνεύουν —κατά τρόπο, άλλωστε, αναχρονιστικό— το έργο του Αριστοτέλη με θετικιστική και εμπειριστική έννοια.

Χωρίς να θέλω εδώ να επιμείνω στα κείμενα που συνδέονται με τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη και τα οποία συχνά μιλούν για την ψυχή ως «φυλακισμένη», «υπόδουλη», «ποθούσα την απελευθέρωση»19, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι και στη Μεταφυσική η κατάκτηση της σοφίας λέγεται ότι υπερβαίνει τις πραγματικές ανθρώπινες δυνατότητες20. Ίσως μόνο ο Θεός —ή οι θεοί—, όπως είχε ρητώς υποστηρίξει ο Πλάτων, θα ήταν ικανός να την κατέχει21.

Στο ίδιο συμφραζόμενο της Μεταφυσικής Α 2, και πάντοτε σε αντιδιαστολή προς τους θεούς —ή προς τον Θεό—, ο άνθρωπος περιγράφεται ως ον που διαθέτει μια φύση «κατά πολλούς τρόπους δούλη»22. Και αν πράγματι η απόκτηση της σοφίας πρέπει να θεωρηθεί δυνατή, τότε ο άνθρωπος που διψά για γνώση πρέπει προφανώς να υποστεί σημαντικές μεταβολές.

3. Η παρομοίωση με τις νυχτερίδες


Το ίδιο θέμα επανέρχεται με πραγματικά εντυπωσιακό τρόπο στο περίφημο χωρίο από τη Μεταφυσική α 1, όπου λέγεται ότι «για να συλλάβει ό,τι από τη φύση του είναι απολύτως σαφές, ο νοῦς της ψυχής μας είναι, ως προς την ικανότητά του, όμοιος με τα μάτια των νυχτερίδων όταν εκτίθενται στο φως της ημέρας»23. Το χωρίο αυτό έχει συχνά συσχετισθεί με την πλατωνική παρομοίωση της επίγειας καταστάσεως του ανθρώπου με τη ζωή «μέσα στο σπήλαιο»24.

Κατά τη γνώμη μου, το χωρίο για τις νυχτερίδες μπορεί να συνδεθεί γόνιμα με το περίφημο κείμενο της Οδύσσειας25, στο οποίο οι ψυχές των μνηστήρων της Πηνελόπης παρομοιάζονται με ένα σύμπλεγμα από νυχτερίδες που κρέμονται η μία από την άλλη πάνω στον τοίχο ενός μεγάλου βράχου και τσιρίζουν και πετούν άτακτα όταν μία από αυτές αποκολληθεί. Οι νυχτερίδες, που συμβολίζουν τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων, ενδέχεται να ενέπνευσαν τον Αριστοτέλη να συλλάβει την εικόνα του ανθρώπου που στερείται της αληθινής γνώσεως ως μιας «νεκρής ψυχής», μιας «κοιμώμενης ψυχής» που χρειάζεται να επανέλθει στη ζωή. Αυτό μπορεί επίσης να υποδηλώνεται από το γεγονός ότι το ομηρικό αυτό χωρίο έγινε κείμενο αναφοράς για μια γνωστική παράδοση26.

Αν εκείνος που δεν κατορθώνει να φθάσει στη φιλοσοφία κατηγορείται στο Περὶ κόσμου για μικροψυχία27, το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό δηλώνει και τον άνθρωπο που δεν κατόρθωσε να κατανοήσει την αλήθεια σχετικά με την πραγματικότητα, ακριβώς όπως μια «νεκρή ψυχή».

4. Η φυγή από την άγνοια


Σημειώσεις:



*Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.
** Μετάφραση Roberto Radice, Καθολικό Πανεπιστήμιο του Μιλάνου.

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Trattato sul cosmo per Alessandro. Μετάφραση με ελληνικό κείμενο, εισαγωγή, σχόλια και ευρετήρια του G. REALE, Napoli 1974.

2 Βλ., μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες βιβλιοκρισίες: «Rassegna di letteratura tomistica», 9, 1974, σ. 135–136· E. Berti, «Bollettino filosofico», 9, 1975, σ. 100–103· J. Moreau, «Revue des Études Anciennes», 77, 1975, σ. 272–273· H.J. Blumenthal, «Review of Metaphysics», 30, 1976, σ. 519–521· C. Natali, «Giornale di Metafisica» 31, 1976, σ. 159–162· A. Preus, «Journal of the History of Philosophy», 14, 1976, σ. 479–480· A. Sodano, «Maia» 28, 1976, σ. 268–269· J. Barnes, «Classical Review», 27, 1977, σ. 40–43· H.G. Ingenkamp, «Archiv für Geschichte der Philosophie», 59, 1977, σ. 76–78· G.L. Koniaris, «American Journal of Philology», 98, 1977, σ. 181–184· A. Marastani, «Aevum», 50, 1977, σ. 169–172· M. Migliori, «Rivista di Filosofia neo-scolastica», 69, 1977, σ. 366–369· A.P. Bos, «Vigiliae Christianae», 32, 1978, σ. 66–69· J. den Boeft, «Mnemosyne» 32, 1979, σ. 187–189· J.L. Poirier, «Revue philosophique de la France et de l’Étranger», 104, 1979, σ. 130–131· ιδίως τις βιβλιοκρισίες των A. Preus, M. Migliori, G.L. Koniaris και J. Barnes.

3 Πρβλ. A.P. Bos, The theological conception in «De mundo» and the relation between this writing and the work of Plato and Aristotle, «Tijdschrift voor Filosofie», 39, 1977, σ. 314–330· Notes on the «De mundo» concerning the discussion of its authenticity, «Philosophical Inquiry», 1, 1979, σ. 141–153· P. MORAUX, Der Aristotelismus bei den Griechen von Andronikos bis Alexander von Aphrodisias, τ. II, Berlin 1984, σ. 5–82· A.P. Bos, Greek philosophical theology and the «De mundo», στο TH. G. SINNIGE (επιμ.), On and off the beaten track: studies in Platonism, Centrale interfaculteit, Nijmegen 1986, σ. 1–30· R. VALDEVIT, Note sulla teologia dello scritto pseudo-aristotelico «De mundo», «Studi Italiani di Filologia classica», 3, 1986, σ. 29–41· H.B. GOTTSCHALK, Aristotelian philosophy in the Roman world from the time of Cicero to the end of the second century, στο A.N.R.W., τ. 36.2, Berlin 1987, σ. 1132–1139· Aristoteles, Over de kosmos, εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις A.P. Bos, Meppel 1989· ID., Considerazioni sul De mundo e analisi critica delle tesi di Paul Moraux, «Rivista di Filosofia neo-scolastica», 82, 1990, σ. 587–606· J.J. DUHOT, Aristotélisme et Stoïcisme dans le Περὶ κόσμου pseudo-Aristotélicien, «Revue de Philosophie Ancienne», 8, 1990, σ. 191–228· A.P. Bos, Supplementary notes on the «De mundo», «Hermes», 119, 1991, σ. 312–332· Aristoteles, Über die Welt, μετάφραση και σχόλια O. SCHÖNBERGER, Stuttgart 1991· D.M. SCHENKEVELD, Language and style of the Aristotelian «De mundo» in relation to the question of its inauthenticity, «Elenchos», 12, 1991, σ. 221–255· J. MANSFELD, Two attributions, «Classical Quarterly», 41, 1991, σ. 541–543· Περὶ κόσμου. A note on the history of a title, «Vigiliae Christianae», 46 (1992), σ. 391–411· A.P. Bos, Clement of Alexandria on Aristotle’s (cosmo-)theology, «Classical Quarterly», 43, 1993, σ. 177–188· Over de kosmos. De herontdekking van een bewaard gebleven geschrift van Aristoteles?, «Algemeen Nederlands Tijdschrift voor Wijsbegeerte», 85, 1993, σ. 169–180· D. HOLWERDA, Textkritisches und Exegetisches zur pseudo-Aristotelischen Schrift Περὶ τοῦ κόσμου, «Mnemosyne», 46, 1993, σ. 46–55. Στο σημείο αυτό πρέπει να μνημονεύσουμε και δύο ακόμη συμβολές στην ιστορία της συζητήσεως για το De mundo: J. KRAYE, Daniel Heinsius and the author of «De mundo», στο A.C. DIONISOTTI κ.ά. (επιμ.), The uses of Greek and Latin. Historical essays, London 1988, σ. 171–197· ID., Aristotle’s God and the authenticity of «De mundo»: an early modern controversy, «Journal of the History of Philosophy», 28, 1990, σ. 339–358.

4 Πρβλ. P. Moraux (Der Aristotelismus..., ό.π., σ. 82): «περίπου στις τελευταίες δεκαετίες του 1ου αιώνα π.Χ. ή στο πρώτο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ.»· H.B. Gottschalk (1987), σ. 1138: «μετά τη δημοσίευση της εκδόσεως του Ανδρονίκου»· J. Mansfeld (1992), σ. 400: «δύσκολα νωρίτερα από τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ.»· O. Schönberger (1991), σ. 51: 80 μ.Χ.

5 D.M. SCHENKEVELD, Language and style..., ό.π.

6 Ό.π., σ. 252–253.

7 J. Barnes (1977), σ. 41.

8 Aristotle, On sophistical refutations; On coming-to-be and passing away, μτφρ. E.S. Forster· Pseudo-Aristotle, On the cosmos, μτφρ. D.J. Furley, London (L.C.L.), 1955, σ. 338–339.

9 A.J. FESTUGIÈRE, La révélation d’Hermès Trismégiste, τ. II: Le Dieu cosmique, Paris 1949, σ. 460–518.

10 ΣΤΡΑΒΩΝ, XIII, 1, 54· I. DÜRING, Aristotle in the ancient biographical tradition, Göteborg 1957, T. 66b.

11 Πρβλ. I. DÜRING, Aristoteles. Darstellung und Interpretation seines Denkens, Heidelberg 1966, σ. vii–viii· H. FLASHAR, Die Philosophie der Antike, τ. 3, Basel–Stuttgart 1983, σ. 177. Πρβλ. A.P. Bos, Cosmic and meta-cosmic theology in Aristotle’s lost dialogues, Leiden 1989, σ. 97–113· ιταλ. μτφρ., Milano 1991, σ. 188–209.

12 O. GIGON, Aristotelis Opera, III: Librorum deperditorum fragmenta, Berlin 1987, σ. 230.

13 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, De mundo, 1, 391a1–2: πολλάκις μὲν ἔμοιγε θεῖόν τι καὶ δαιμόνιον ὄντως χρῆμα, ὦ Ἀλέξανδρε, ἡ φιλοσοφία ἔδοξεν εἶναι.

14 De mundo, 1, 391a3–15, ιδίως a11–12: ἡ γοῦν ψυχὴ διὰ φιλοσοφίας, λαβοῦσα ἡγεμόνα τὸν νοῦν, ἐπεραιώθη καὶ ἐξεδήμησεν.

15 De mundo, 1, 391b5–8: πρέπειν δέ γε οἶμαι καὶ σοί, ὄντι ἡγεμόνων ἀρίστῳ, ... φιλοσοφίᾳ τε μηδὲν μικρὸν ἐπινοεῖν. Πρβλ. A.P. Bos (1991), σ. 314–315 και D. Holwerda (1993), σ. 46–48.

16 Ο P. MORAUX, Der Aristotelismus..., ό.π., σ. 8, δεν βρίσκει τίποτε το αριστοτελικό στο πρώτο κεφάλαιο και το θεωρεί σαν να κινείται στην ίδια γραμμή με τη θεολογική προοπτική του πλατωνικού Τιμαίου (σ. 10). Ο J. MANSFELD, Περὶ κόσμου..., ό.π., σ. 394, κάνει λόγο για το «πλατωνίζον προοίμιο» (Platonizing proem) του De mundo· πρβλ. σ. 400.

17 De mundo, 1, 391b3–5: Λέγωμεν δὴ ἡμεῖς καὶ, καθ’ ὅσον ἐφικτόν, θεολογῶμεν περὶ τούτων συμπάντων...

18 De mundo, 2, 391b9–12: Κόσμος μὲν οὖν ἐστι σύστημα ἐξ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ τῶν ἐν τούτοις περιεχομένων φύσεων. Λέγεται δὲ καὶ ἑτέρως κόσμος ἡ τῶν ὅλων τάξις τε καὶ διακόσμησις, ὑπὸ θεοῦ τε καὶ διὰ θεὸν φυλαττομένη.

19 Βλ. πάντως ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Moralia (Consol. ad Apoll.) 115b–e = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Eudemus, απ. 6 Ross· απ. 65 O. Gigon· ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ, Προτρεπτικός, 8 (47.21–48.9 Pistelli) = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Protrepticus 10b Ross· 73 Gigon· ΚΙΚΕΡΩΝ, De Natura Deorum, II 37, 95–97 = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, De philosophia, απ. 13a Ross· 18 M. Untersteiner· 838 Gigon.

20 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Α 2, 982b2–8: διὸ καὶ δικαίως ἂν οὐκ ἀνθρωπίνη νομίζοιτο αὐτῆς ἡ κτῆσις.

21 Πρβλ. ΠΛΑΤΩΝ, Συμπόσιον, 204A1, και ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Α 2, 982b30–32.

22 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, Α 2, 982b29: πολλαχῇ γὰρ ἡ φύσις δούλη τῶν ἀνθρώπων ἐστίν.

23 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μεταφυσικά, α 1, 993b9–11: ὥσπερ γὰρ τὰ τῶν νυκτερίδων ὄμματα πρὸς τὸ φέγγος ἔχει τὸ μεθ᾽ ἡμέραν, οὕτω καὶ τῆς ἡμετέρας ψυχῆς ὁ νοῦς πρὸς τῇ φύσει φανερώτατα πάντων.

24 Πρβλ. ΠΛΑΤΩΝ, Πολιτεία, VII, 514A κ.ε. Πρβλ. O. GIGON, Versuch einer Interpretation von Metaphysik Alpha Elatton, στο P. MORAUX–J. WIESNER (επιμ.), Zweifelhaftes im Corpus Aristotelicum. Studien zu einigen Dubia, Berlin 1983, σ. 197. Για τα Μεταφυσικά α βλ. επίσης τις σημαντικές συμβολές των G. Vuillemin-Diem, Th. A. Szlezák και E. Berti στον ίδιο τόμο. Πρβλ. ακόμη J. OWENS, The present status of Alpha Elatton in the Aristotelian Metaphysics, «Archiv für Geschichte der Philosophie», 66, 1984, σ. 148–169.

25 Οδύσσεια, 24, 1–10:

Ἑρμῆς δὲ ψυχὰς Κυλλήνιος ἐξεκαλεῖτο
ἀνδρῶν μνηστήρων· ἔχε δὲ ῥάβδον μετὰ χερσί,
καλὴν, χρυσείην, τῇ τ᾿ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει,
ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει...
ὡς δ᾽ ὅτε νυκτερίδες μυχῷ ἄντρου θεσπεσίοιο
τρίζουσαι ποτέονται, ἐπεί κέ τις ἀποπέσῃσιν
ὁρμαθοῦ ἐκ πέτρης — ἀνὰ τ᾽ ἀλλήλῃσιν ἔχονται —
ὡς αἱ τετριγυῖαι ἅμ᾽ ἤισαν,...

Ο παραστατικός όρος ὁρμαθός χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα για να δηλώσει μια «αλυσίδα από σιδερένιους κρίκους που κρέμονται από έναν μαγνήτη», Ίων 533E1–5· 536A4.

26 Πρβλ. ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ, Refutatio, V, 33. Η ερμηνεία των Μεταφυσικών α 1, 993b9–11 με τη βοήθεια ομηρικών θεμάτων μπορεί επίσης να υποδεικνύεται από τον ΦΙΛΟΠΟΝΟ, In Nicomachi Isagogen, 1.1 = ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, De Philosophia, απ. 8 Ross· M. UNTERSTEINER, Aristotele, Della filosofia, Roma 1963. (Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται επίσης στη συλλογή του K. GAISER, Platons ungeschriebene Lehre, Stuttgart 1963, σ. 457–458, ο οποίος θεωρεί ότι προέρχεται από τον ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, Προτρεπτικόν· πρβλ. σ. 397 σημ. 197.)

Εδώ η ανθρώπινη αδυναμία να φθάσει σε εκείνες τις γνώσεις που είναι εκ φύσεως απολύτως σαφείς εξηγείται με αναφορά στην τὴν ἐπικειμένην τοῦ σώματος ἀχλύν. Η «ἀχλύς» που δημιουργεί το σώμα σε σχέση με την ψυχή παραπέμπει σε ομηρικό κείμενο όπως εκείνο της Ιλιάδος XVI, 344 και V, 696, όπου μνημονεύεται η απώλεια της συνειδήσεως εξαιτίας του θανάτου ή της λιποθυμίας. Και στον Πλάτωνα ο όρος ἀχλύς απαντά αποκλειστικά σε συνάφεια με παραθέματα από τον ΟΜΗΡΟ: Ίων 539B1 (= Οδύσσεια XX, 357) και Αλκιβιάδης II, 150D–E (πρβλ. Ιλιάδα V, 127–128).

Για το κείμενο του Φιλοπόνου βλ. W. Haase, Ein vermeintliches Aristotelisches Fragment bei Joh. Philoponos, στο Synusia. Festgabe für W. Schadewaldt, Pfullingen 1965, σ. 323–354, ιδίως σ. 329–336. Ο συγγραφέας αυτός δέχεται ως αριστοτελικό μόνο το χωρίο που ακολουθεί αμέσως μετά τη μνεία του ονόματος του Αριστοτέλη, αν και το θεωρεί απλώς ως ελεύθερη παράφραση των Μεταφυσικών α 1, κειμένου το οποίο ο Φιλόπονος παραθέτει ρητώς λίγο παρακάτω (I, 1γ). Βλ. όμως A.P. Bos, Cosmic and meta-cosmic theology in Aristotle’s lost dialogues, Leiden 1989, σ. 101 σημ. 13 και, παρακάτω, §8.

Προσθέτω ότι στο κείμενο αυτό ο Φιλόπονος παραθέτει τον Αριστοκλή, ο οποίος στο έργο του De philosophia, σε ένα είδος οντογενέσεως του όρου σοφία σε δέκα βιβλία, απαριθμεί πέντε διαφορετικές σημασίες που απέδιδαν στον όρο οι «αρχαίοι». Το περιεχόμενο αυτής της συζητήσεως ταιριάζει απολύτως με όσα γνωρίζουμε για τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη. Στο χωρίο αυτό βρίσκουμε τρεις παραθέσεις από τον Όμηρο. Στην παράθεση της Ιλιάδος XXIII, 712 ο Αριστοκλής διαβάζει σοφὸς ἤραρε τέκτων, ενώ το παραδεδομένο κείμενο του Ομήρου έχει κλυτός. Ο M. UNTERSTEINER, Aristotele..., ό.π., σ. 128, σημειώνει ότι αυτή η παραλλαγή μπορεί να ανάγεται στην έκδοση του Ομήρου από τον Αριστοτέλη!

27 De mundo, 1, 391a22.

Δεν υπάρχουν σχόλια: