Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 6 Του George Prestige

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 6

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977


Διάλεξη 2 Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα γ

… Όσο οι χριστιανοί κατείχαν τη θέση ηρωικών λεγεωνάριων, που αγωνίζονταν για τη ζωή τους με ανεπαρκή προστασία κάτω από καυτούς ουρανούς, απέναντι σε έναν κόσμο άγριων αντιπάλων, η αντίθεση ανάμεσα στην Εκκλησία και την κοσμική κοινωνία ήταν τόσο απόλυτη ώστε μια πράξη ηθικής προδοσίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί χωρίς τον έσχατο τρόμο. Το να μπορούσε ένας γνήσιος στρατιώτης του Χριστού να διαπράξει μια τέτοια πράξη προδοσίας δύο φορές ήταν απολύτως αδιανόητο.

Ωστόσο, για τρεις κατηγορίες πνευματικής προδοσίας δεν μπορούσε να απονεμηθεί ούτε μία άφεση. Το μετανοητικό σύστημα δεν επεκτάθηκε, κατά τον δεύτερο αιώνα, στη συμφιλίωση όσων θα μπορούσαν να διαπράξουν το αμάρτημα της αποστασίας από τον Χριστό, του φόνου ή της σαρκικότητας. Ούτε καν η τρομακτική αυστηρότητα της δημόσιας εκκλησιαστικής πειθαρχίας, εκούσια και ειλικρινά αποδεκτής, δεν επαρκούσε για να εξιλεώσει αυτά τα αμαρτήματα ή να εξασφαλίσει γι’ αυτά συγχωρητική χάρη.

Αλλά ως την εποχή του Καλλίστου η Εκκλησία στη Ρώμη και αλλού δεν έμοιαζε πλέον με ένα μικροσκοπικό φυλάκιο μέσα στην έρημο. Οι διωγμοί ήταν διαλείποντες, και ανάμεσά τους οι Χριστιανοί απολάμβαναν περιόδους σχετικής γαλήνης και προστασίας. Υπήρχαν ακόμη, βέβαια, στρατιώτες εφόδου και μονομάχοι της πίστεως, αλλά πλάι τους και πίσω τους υπήρχαν και άλλοι — αρκετά καλοί Χριστιανοί σε καιρούς δημόσιας ή πνευματικής ειρήνης, όχι όμως ακόμη ασκημένοι στον ηρωικό τόνο. Η Εκκλησία εξοικειώθηκε με το θέαμα μελών για τα οποία ο Χριστιανισμός σήμαινε προς το παρόν όχι τόσο τον θριαμβευτικό καταπατημό του δράκοντος της αμαρτίας, όσο την απελπισμένη πάλη μέσα στους σπειροειδείς του εναγκαλισμούς.

Κατά συνέπεια, ο Κάλλιστος, όταν έγινε επίσκοπος, τροποποίησε σε τέτοιο βαθμό το μετανοητικό σύστημα ώστε να δέχεται μοιχούς και πόρνους μία φορά — και μόνο μία — στα ευεργετήματά του. Ως αληθινός ποιμένας ενδιαφερόταν να σκεφθεί όχι μόνο την καθαρότητα των χριστιανικών ιδανικών αλλά και την πρακτική εφαρμογή του θησαυρού της χάριτος. Φαίνεται ότι τόσο αυτή η τελευταία και κορυφαία «υπερβολή» όσο και οι δικές του απογοητευμένες φιλοδοξίες θεολογικής ηγεσίας ώθησαν τον πουριτανικώς σκεπτόμενο Ιππόλυτο να ιδρύσει αντιπολιτευόμενο συναθροισμό εναντίον του νέου του επισκόπου.

Κι όμως, κανένας σύγχρονος χριστιανός στοχαστής δεν μπορεί να αμφιβάλει ούτε στιγμή ότι ο Κάλλιστος είχε δίκιο — τόσο επιμένοντας σε μια διδασκαλία περί Χριστού που καθιστούσε το κήρυγμα της σωτηρίας πραγματικότητα, όσο και μετριάζοντας ένα υπερβολικά αυστηρό σύστημα πειθαρχίας, ώστε να ενθαρρύνει και όχι να απωθεί τη μετάνοια, και έτσι να αναπτύσσει μάλλον παρά να αναστέλλει την ενέργεια της χάριτος.

Το θρησκευτικό υπόβαθρο του λατινικού Χριστιανισμού στη γενεά του Καλλίστου δεν πρέπει, ωστόσο, να εκτιμηθεί μόνο από τις θεολογικές του διαμάχες και τους απεγνωσμένους ηθικούς του αγώνες. Αυτά ήταν περιστασιακά και συμπτωματικά. Υπήρχε επίσης μια πολύ πιο ισόρροπη και στερεή πλευρά, που μπορεί κάλλιστα να εικονογραφηθεί από τη διδασκαλία του Ειρηναίου περί απολυτρώσεως. Μέσα σε ένα τέτοιο πνευματικό κλίμα — όπως εκείνο που διέδιδε — θα είχε ανατραφεί ένας Ρωμαίος Χριστιανός όπως ο Καλλίστος.
Η «Απόδειξις τοῦ Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος», που γράφτηκε από τον Ειρηναίο προς το τέλος του δευτέρου αιώνα ως δογματικό εγχειρίδιο για μορφωμένους Χριστιανούς, χάθηκε από τη δυτική θέαση επί ενάμιση χιλιετία· μόνον το 1904 ανακαλύφθηκε εκ νέου, σε αρμενική μετάφραση. Ακολουθεί σύνοψη μέρους του περιεχομένου της.


Ο Λόγος έγινε σάρκα ώστε η αμαρτία να στερηθεί την εξουσία της επάνω μας μέσω της ίδιας της σάρκας την οποία είχε εξουσιάσει και κυριαρχήσει· ο Κύριος «ενίκησε δια του Αδάμ εκείνο που δια του Αδάμ μας είχε καταβάλει» (31). Το παράπτωμα που ήλθε μέσω του δένδρου της γνώσεως στον κήπο της Εδέμ αναιρέθηκε από το δένδρο της υπακοής στον Γολγοθά, στο οποίο ο Υιός του Ανθρώπου καρφώθηκε, καταργώντας έτσι τη γνώση του κακού και θεμελιώνοντας τη γνώση του αγαθού (34). Έτσι ο Χριστός επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας.

Ο Υιός του Θεού έγινε Υιός του Δαβίδ και Υιός του Αβραάμ, τελειοποιώντας και ανακεφαλαιώνοντας την ανθρώπινη φύση μέσα Του, ώστε να μας καταστήσει μετόχους της ζωής. Διότι ήμασταν φυλακισμένοι από την αμαρτία, γεννημένοι μέσα στην αμαρτωλότητα και ζώντας υπό τον θάνατο. Αλλά ο Θεός Πατήρ ήταν πλήρης ελέους. Έστειλε τον δημιουργικό Του Λόγο, ο οποίος όχι μόνο ήλθε να μας ελευθερώσει αλλά ήλθε στον ίδιο τον τόπο όπου είχαμε χάσει τη ζωή και έσπασε τα δεσμά των αλύσεών μας.

Το φως Του εμφανίστηκε και έκανε να εξαφανιστεί το σκοτάδι της φυλακής· αγίασε τη γέννησή μας και κατέστρεψε τον θάνατο, λύνοντας τα δεσμά στα οποία ήμασταν δεμένοι. Φανέρωσε την ανάσταση, ο Ίδιος γινόμενος πρωτότοκος εκ των νεκρών, και μέσα Του ανήγειρε τον πεσμένο άνθρωπο, υψώνοντάς τον πολύ πάνω από τους ουρανούς, στα δεξιά της δόξας του Πατρός. Αυτά τα εκπλήρωσε αληθινά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όταν επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας, ώστε να μας αναστήσει αληθινά και να μας ελευθερώσει προς τον Πατέρα (37, 38).

Επέλεξε τους αποστόλους ως μάρτυρες όλων των αγαθών έργων Του, της διδασκαλίας Του, των παθημάτων, του θανάτου, της αναστάσεως και της αναλήψεώς Του· και τους απέστειλε σε όλο τον κόσμο, δείχνοντας στην ανθρωπότητα την οδό της ζωής, για να την αποστρέψουν από τα είδωλα (δεισιδαιμονία), την πορνεία (σαρκικότητα) και την πλεονεξία (εγωισμό), καθαρίζοντας ψυχές και σώματα με το βάπτισμα του ύδατος και του Αγίου Πνεύματος. Με την πίστη και την αγάπη και την ελπίδα θεμελίωσαν όσα είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, την κλήση των εθνών σύμφωνα με το έλεος που ο Θεός τους επέκτεινε. Τους προέτρεπαν με τον λόγο της αληθείας να διατηρούν τη σάρκα τους αμόλυντη έως την ανάσταση και την ψυχή τους ακηλίδωτη. «Διότι τέτοια είναι η κατάσταση εκείνων που έχουν πιστεύσει, αφού μέσα τους κατοικεί διαρκώς το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δόθηκε από [τον Χριστό] στο βάπτισμα και διατηρείται από τον δεχόμενο, εάν βαδίζει μέσα στην αλήθεια και την αγιότητα και τη δικαιοσύνη και την υπομονετική καρτερία» (41, 42).

Ο Χριστιανισμός οδηγεί προς και ανυψώνει σε μια τελική ανάσταση στον μέλλοντα κόσμο, αλλά είναι απολύτως σαφές ότι οι καρποί της αναστάσεως αρχίζουν ήδη να παράγονται από τα δένδρα της θείας φυτείας μέσα σε αυτόν τον παρόντα κόσμο. Έτσι μπορεί να συναχθεί μια ευγενής αντίθεση ανάμεσα στον Νόμο του Μωυσή και στη ζωή της χριστιανικής αγάπης. Οι Χριστιανοί δεν χρειάζονται πλέον τον Νόμο για να τους παιδαγωγεί. Στέκονται ενώπιον του Πατρός, έχοντας γίνει ισχυροί σε κάθε δικαιοσύνη και σωφροσύνη. Δεν έχουν πια καμία επιθυμία να παραβούν τις εντολές, ούτε παίρνοντας τη γυναίκα άλλου, ούτε ενδίδοντας σε οργή και έχθρα· δεν επιθυμούν τα αγαθά των άλλων, διότι δεν φροντίζουν καθόλου για τα επίγεια αλλά αποταμιεύουν ουράνιους καρπούς· δεν θεωρούν κανέναν εχθρό αλλά όλους πλησίον· δεν έχουν ανάγκη να τηρούν το σάββατο με αργία, διότι κάθε ημέρα υπηρετούν τον Θεό με τα σώματά τους, που είναι ναός Του, και σε κάθε ώρα εργάζονται τη δικαιοσύνη (96).

Αυτό ήταν το είδος της καταστάσεως σωτηρίας που κατανοούσε ο πρώιμος Χριστιανός· το ιδεώδες του ήταν γι’ αυτόν μια βαθιά πραγματικότητα, και από πολλές απόψεις ζούσε εκπληκτικά κοντά στην πραγμάτωσή του. Μπορούσε να ελπίζει να το επιτύχει μόνο με τη δύναμη της θείας χάριτος, και αυτό ο Ειρηναίος το γνώριζε πολύ καλά.

«Με την επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, που σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, επέρχεται διαχωρισμός και διάκριση μεταξύ των ανθρώπων· και όπου κι αν κάποιος από εκείνους που πιστεύουν σε Αυτόν Τον επικαλεστεί και Τον προσκαλέσει και πράξει το θέλημά Του, Εκείνος είναι πλησίον και παρών, εκπληρώνοντας τα αιτήματα εκείνων που με καθαρές καρδιές Τον επικαλούνται. Έτσι, λαμβάνοντας τη σωτηρία, αποδίδουμε διαρκώς ευχαριστία στον Θεό, ο οποίος με τη μεγάλη, ανεξιχνίαστη και ανερεύνητη σοφία Του μας λύτρωσε και ανήγγειλε από τον ουρανό τη σωτηρία» (97).

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτή την πρακτική και αισιόδοξη χριστιανική αντίληψη της σωτηρίας και στις ιδέες περί σωτηρίας που επικρατούσαν στους ειδωλολατρικούς ελληνιστικούς κύκλους. Η κυρίαρχη ελληνιστική σκέψη απείχε πολύ από το να είναι άθρησκη. Είχε αντλήσει έναν παθιασμένο πόθο για γνώση από τις μεγάλες ελληνικές σχολές, αλλά ο διανοητισμός της Ελλάδας είχε βαθιά μεταβληθεί, όχι μόνο μέσω των πιο λαϊκών επιδιώξεων των απλών ψυχών, αλλά και μέσω της συνεχούς διείσδυσης της ανατολικής μυστικιστικής παράδοσης.

Τα προκύψαντα ρεύματα, εν μέρει φιλοσοφικά και εν μέρει μυστικιστικά, έλαβαν ποικίλες μορφές, στις οποίες το κοινό στοιχείο ήταν η πίστη σε μια βεβαιότητα αθανασίας που αποκτάται μέσω του φωτός μιας προσωπικής ελλάμψεως — αυτό που έχει ονομαστεί «σωτηρία διά της γνώσεως» (Dr. C. H. Dodd, The Study of Theology, σ. 236). Στο ένα άκρο της κλίμακας, μια τέτοια γνώση μπορούσε να μην περιλαμβάνει τίποτε περισσότερο από εξοικείωση με τα κατάλληλα τελετουργικά και ξόρκια μιας απροκάλυπτης μαγείας.

Στο άλλο άκρο, σήμαινε προσωπική κοινωνία με τον Θεό, βιούμενη σε ορισμένο μέτρο εδώ στη γη, αλλά με τελική κατάληξη μια κατάσταση απελευθέρωσης και — ή τουλάχιστον — μια μυστική απορρόφηση μέσα στη θεία ύπαρξη. Η σωτηρία που εξασφαλιζόταν έτσι δεν ήταν, όπως στο χριστιανικό Ευαγγέλιο, μια πνευματική κατάσταση προγεύσεως ήδη από την παρούσα ζωή, αλλά μάλλον μια εκπλήρωση για την ψυχή μετά τον θάνατο, όταν θα είχε απελευθερωθεί από τις δοκιμασίες και τα βάρη της σάρκας.

Μια τέτοια αντίληψη βρισκόταν στη ρίζα της διδασκαλίας του Βαλεντίνου, καθώς και όλων των γνωστικών συστημάτων. Η δύναμή της, ωστόσο, συσκοτιζόταν σε όλα αυτά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από την ενασχόλησή τους όχι μόνο με τη σωτηρία αλλά και με το πρόβλημα της δημιουργίας. Συνολικά δεν είναι άδικο να ειπωθεί ότι όλοι οι Γνωστικοί ενδιαφέρονταν τόσο βαθιά για την κοσμολογία όσο και για τη σωτηριολογία, και για τους περισσότερους το πρώτο ενδιαφέρον ήταν μακράν το πιο απορροφητικό.

Ο Χριστιανισμός συμφωνούσε με τις υψηλότερες ειδωλολατρικές πίστεις στο ότι απαιτούσε μια θέση στη θρησκευτική πράξη όχι μόνο για τη νόηση αλλά και για το συναίσθημα, στο ότι υποστήριζε την επιθυμία του απλού ανθρώπου για μελλοντική ζωή, στο ότι του πρόσφερε σωτηρία από τα πάθη αλλά και από την αμαρτία — σημείο στο οποίο η ελληνιστική θρησκεία ήταν κάπως ελλιπής — και στο ότι τον δίδασκε, αν και με ασύγκριτα σαφέστερη έμφαση, να λατρεύει έναν Θεό, ο οποίος ήταν το έσχατο θεμέλιο κάθε υπάρξεως, τον Παντοκράτορα Πατέρα και Δημιουργό του ουρανού και της γης.

Οι διαφορές όμως ανάμεσα στις αντίπαλες πίστεις δεν ήταν λιγότερο εκτεταμένες. Το χριστιανικό συναίσθημα κατευθυνόταν προς το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού, αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου. Η έκφρασή του ελεγχόταν αυστηρά με αναφορά στις ιστορικές αφηγήσεις, συγχρόνως τρυφερές και συγκρατημένες, των τεσσάρων Ευαγγελίων. Υπερβολές, όπως εκείνες στις οποίες επιδίδονταν οι Φρύγες ιερείς και οι οπαδοί τους, αποδοκιμάζονταν αυστηρά. Ούτε καν στις χειρότερες εκτροπές τους οι χριστιανοί ασκητές δεν καταξεσχίζονταν με μαχαίρια· το μόνο αίμα για το οποίο καυχώνταν ήταν το πολύτιμο αίμα του Χριστού, που χύθηκε άπαξ διά παντός, και το αίμα του μαρτυρίου, το οποίο οι Χριστιανοί απαγορευόταν αυστηρά από την Εκκλησία να επιδιώκουν με εκούσια αυτοπροβολή· και οι τυπικές χριστιανικές αρετές δεν ήταν η έκσταση και ο πνευματικός ή σαρκικός ενθουσιασμός, αλλά οι ειρηνικοί καρποί μιας τακτοποιημένης και πειθαρχημένης ζωής.

Όσον αφορά τη μελλοντική επιβίωση, η ειδωλολατρία θεμελίωνε όλες τις προσδοκίες της για αιωνιότητα στην απαξίωση της επίγειας υπάρξεως. Ο κόσμος των αισθήσεων — και όχι το κακό μέσα σε αυτόν — ήταν ο εχθρός. Οι παγανιστές μυστικιστές, ως επί το πλείστον, είχαν ελάχιστη ιδέα περί εξυψώσεως αυτής της θνητής ζωής ή περί χαλιναγωγήσεώς της μέσα σε πνευματικό ζυγό. Προσεύχονταν να ελευθερωθούν από τη σάρκα μάλλον παρά από την αμαρτία. Το σώμα ήταν φυλακή ή τάφος, από τον οποίο η αποδέσμευση αποτελούσε τη μοναδική ελπίδα της ψυχής. Η σωτηρία, συνεπώς, σήμαινε ανακούφιση, αν ήταν δυνατόν, από τα βάσανα της παρούσας ζωής και απελευθέρωση από την ατίμωση και τον περιορισμό του σώματος στη μέλλουσα.

Οι Χριστιανοί, αντίθετα, θεωρούσαν το σώμα ως υπηρέτη και όχημα της ψυχής, ως όργανο μιας πλήρους προσωπικότητας. Η σωτηρία για αυτούς σήμαινε χαρμόσυνη υπομονή απέναντι στα αναπόφευκτα βάσανα της γης και, στο μέλλον, όχι απελευθέρωση από τη σωματική συνθήκη της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά διεύρυνση και τελείωσή της. Η αρνητική ιδέα της σωτηρίας που δεχόταν η ειδωλολατρία αντικαταστάθηκε από μια χριστιανική θετική.

Τέλος, οι αναρίθμητες εκδηλώσεις της θεότητας, τις οποίες ανεχόταν η ειδωλολατρία, υπηρετούσαν να συσκοτίζουν τουλάχιστον όσο και να αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα και τη δράση της μίας υπάρξεως, απομακρυσμένης πίσω από όλες, την οποία ακόμη και οι καλύτεροι παγανιστές ψηλαφούσαν μάλλον αμυδρά. Επιπλέον, παρήγαγαν τόσο ισχυρή αίσθηση της απομακρύνσεως του αληθινού Θεού, ώστε κατέστη αδιανόητο να φανταστεί κανείς ότι Εκείνος ενδιαφερόταν βαθιά για τη βοή και τη μοχθηρή καθημερινότητα της ανθρώπινης μυρμηγκοφωλιάς.

Υπήρξε τεράστια διάδοση μοιρολατρίας, βασισμένης στις αδιάσειστες δεισιδαιμονίες της αστρολογίας. Και αν ο φυσικός κόσμος, θεμελιωμένος στην ύλη, ήταν πράγματι δημιούργημα μιας θείας υπάρξεως και όχι το αυθυπόστατο όργανο μιας μηχανικής μοίρας, ο παγανιστικός νους δίσταζε να αποδώσει μια τόσο ατελή κατασκευή στο δημιουργικό χέρι της τελειότητας· θα πρέπει να είχε δημιουργηθεί είτε από κάποιον κατώτερο άγγελο, πολύ απομακρυσμένο από τον Παντοκράτορα Πατέρα, είτε από τον διαβολικό εχθρό· ο κόσμος ήταν είτε σφάλμα είτε προσβολή.

Σε αντίθεση με όλες αυτές τις εικασίες, το χριστιανικό Ευαγγέλιο πρόσφερε ένα μήνυμα σωτηρίας από τον έναν Θεό και Πατέρα της ανθρωπότητας, ο οποίος, παρά την άρνηση του Μαρκίωνα, ήταν ο άμεσος Δημιουργός του σύμπαντος και ο οποίος, αντί για πολυάριθμες εκφυλισμένες εκπορεύσεις ή για πολλαπλότητα ελαττωματικών τοπικών θεών και θεαινών, είχε έναν και μόνο θείο Υιό ή Εικόνα ως πλήρη έκφραση της υπάρξεώς Του μέσα στην αιωνιότητα και ως πλήρη αποκάλυψη της θεότητάς Του με όρους ανθρώπινης ζωής.

Αυτή ήταν μια εντελώς διαφορετική ιδέα περί Θεού από οτιδήποτε είχε προταθεί στις εικασίες της ανώτερης ειδωλολατρίας. Ήταν σαφής και καθορισμένη εκεί όπου εκείνες ήταν αόριστες· ήταν ριζωμένη στην ιστορία, ενώ εκείνες αιωρούνταν μέσα σε φαντασιακή αφαίρεση. Ενώ εκείνες απέρριπταν τον κόσμο, αυτή αποδεχόταν τον κόσμο και προέβλεπε την εκπλήρωση του σκοπού του ακόμη και μέσα στην πράξη της μεταμορφώσεώς του σε «καινούς ουρανούς και καινή γη».

Συνεχίζεται
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: