Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 7 Του George Prestige

 Συνέχεια από Δευτέρα  16. Φεβρουαρίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 7

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977

Διάλεξη 2 Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα δ

… Σε αντίθεση με όλες αυτές τις εικασίες, το χριστιανικό Ευαγγέλιο πρόσφερε ένα μήνυμα σωτηρίας από τον έναν Θεό και Πατέρα της ανθρωπότητας, ο οποίος, παρά την άρνηση του Μαρκίωνα, ήταν ο άμεσος Δημιουργός του σύμπαντος και ο οποίος, αντί για πολυάριθμες εκφυλισμένες εκπορεύσεις ή για πολλαπλότητα ελαττωματικών τοπικών θεών και θεαινών, είχε έναν και μόνο θείο Υιό ή Εικόνα ως πλήρη έκφραση της υπάρξεώς Του μέσα στην αιωνιότητα και ως πλήρη αποκάλυψη της θεότητάς Του με όρους ανθρώπινης ζωής.

Αυτή ήταν μια εντελώς διαφορετική ιδέα περί Θεού από οτιδήποτε είχε προταθεί στις εικασίες της ανώτερης ειδωλολατρίας. Ήταν σαφής και καθορισμένη εκεί όπου εκείνες ήταν αόριστες· ήταν ριζωμένη στην ιστορία, ενώ εκείνες αιωρούνταν μέσα σε φαντασιακή αφαίρεση. Ενώ εκείνες απέρριπταν τον κόσμο, αυτή αποδεχόταν τον κόσμο και προέβλεπε την εκπλήρωση του σκοπού του ακόμη και μέσα στην πράξη της μεταμορφώσεώς του σε «καινούς ουρανούς και καινή γη».

Τόσα μπορούν να λεχθούν χωρίς να επιχειρείται να αποκρυβεί το γεγονός ότι στις επόμενες γενεές ελληνιστικές, και ιδίως νεοπλατωνικές, ιδέες άσκησαν πολύ ισχυρή επιρροή στη σκέψη της Εκκλησίας, πάνω απ’ όλα στις διανοητικές και μυστικές σχολές της Αλεξάνδρειας και της Συρίας. Όμως ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του Χριστιανισμού, που τον διέκρινε από όλα τα συνήθη εκλεκτικά συστήματα της αρχαιότητας, ήταν η ικανότητά του να απορροφά ξένες επιρροές και να τις εφαρμόζει προς στήριξη και υπεράσπιση της δικής του πίστεως. Τις προσλάμβανε, τις δοκίμαζε, τις αποσυναρμολογούσε, τις έκοβε, τις πελεκούσε και τις αναδιαμόρφωνε. Ακόμη και όταν φαινόταν ότι πρόσκαιρα είχε επικαλυφθεί από αυτές, ουδέποτε μετασχηματίσθηκε από αυτές. Στο τέλος, ο στιβαρός σκελετός του Χριστιανισμού διαμόρφωνε το σχήμα όλων των ενδυμάτων που τον περιέβαλλαν.

Υπήρξε πάντοτε μέσα στον Χριστιανισμό μια θεμελιώδης συνοχή και μια δύναμη αυτομεταρρυθμίσεως, βασισμένη στη διατήρηση ενός σκληρού πυρήνα κεντρικών πεποιθήσεων, που του επέτρεψαν όχι μόνο να επιτρέψει την είσοδο νέας σκέψεως, αλλά, μακροπρόθεσμα, να αφομοιώσει το νέο και να του αποδώσει τη δέουσα θέση στο γενικό σχήμα. Ο Κλήμης και ο Ωριγένης μπορεί, κατά τη γνώμη ορισμένων, να ενασχολήθηκαν υπέρ το δέον με την ιδέα του ηθικού και πνευματικού φωτισμού. Όμως ο Αθανάσιος, χωρίς να εγκαταλείψει αυτή την ιδέα, την εμβαθύνει, καθιστώντας την έκφραση μιας βαθύτερα θρησκευτικής συνειδήσεως της σχέσεως Θεού και ανθρώπου και της δυνάμεως της χάριτος. Μπόρεσε να το πράξει αυτό διότι στηριζόταν όχι μόνο στη νεότερη θεολογική εξέλιξη των άμεσων προκατόχων του, αλλά σε ολόκληρη την θρησκευτική παρακαταθήκη που μεταβιβάσθηκε δια μέσου των διαδοχικών αιώνων και η οποία, όσο κι αν ερμηνεύθηκε ποικιλοτρόπως από διαφορετικούς διδασκάλους, διέθετε οριστική καταγραφή και κριτήριο στη Βίβλο. Η ύψιστη αξία του έργου που επιτελέσθηκε από έναν άνθρωπο όπως ο Κάλλιστος οφειλόταν στο ότι στάθηκε ακλόνητος, εν μέσω του κυματισμού των θεωρητικών εικασιών και των ασφυκτικών εμπλοκών των πουριτανών αυστηριστών, στο απρόσβλητο έδαφος μιας ευαγγελικής πίστεως.

Ο δρ. Burkitt, ο οποίος έφθασε όσο κανείς πρόσφατος κριτικός σε μια συμπαθητική κατανόηση — από αυστηρά χριστιανική σκοπιά — του Βαλεντίνου και των άλλων Γνωστικών, επισημαίνει μια ζωηρή αντίθεση μεταξύ της χριστιανικής και της κατεξοχήν γνωστικής οπτικής. Στον Γνωστικισμό, που ήταν ουσιαστικά προϊόν ελληνιστικό, «έχουμε τελικώς να κάνουμε με προϊόντα της ανθρώπινης φαντασίας, με έναν φαντασιακό κόσμο, διαμορφωμένο σύμφωνα με την επιθυμία της καρδιάς, όπου η θρησκευτική φαντασία δεν ήταν δεσμευμένη από ιστορικά γεγονότα διαφυλαγμένα σε ένα αυθεντικό Βιβλίο. Στις ημέρες μας τολμώ να σκεφθώ ότι συχνά δεν είμαστε αρκετά ευγνώμονες προς τους ορθοδόξους καθολικούς θεολόγους που προσκολλήθηκαν τόσο πεισματικά στην κυριολεκτική αλήθεια των Γραφών…. Η εναλλακτική στη Βίβλο ήταν απλώς μια φανταστική εικόνα του κόσμου στον οποίο ζούμε, ενώ η Βίβλος, τελικά, παρείχε υλικά για την οικοδόμηση της ακολουθίας των γεγονότων που οδήγησαν στη ιουδαϊκή θρησκεία και στις θρησκευτικές ιδέες που αποτέλεσαν την πνευματική ατμόσφαιρα του κόσμου μέσα στον οποίο κινήθηκαν ο Χριστός και οι Απόστολοι» (Church and Gnosis, σ. 63 κ.ε.).

Η πραγματικά σημαντική αντίθεση δεν είναι μεταξύ της επιστημονικής γνώσεως του ηλιακού συστήματος ή της γεωλογίας, ή των λαμπρών ιστορικών οριζόντων που αποκαλύφθηκαν από τις ανασκαφές στην Κοιλάδα των Βασιλέων ή στην Ουρ των Χαλδαίων, και των περιορισμένων ιδεών των Πατέρων της Εκκλησίας· αλλά μεταξύ εκείνων των ιδεών, οι οποίες, παρά τους περιορισμούς τους, προέρχονταν από την ιστορία, και της αυθαίρετης ανακατασκευής της πραγματικότητας που αναδυόταν σαν παραμυθένιο παλάτι, νεφελοστεφές αλλά ασύστατο, από τη φαντασία της ελληνιστικής μυθολογίας. Η αντίθεση μεταξύ των χριστιανικών και των ελληνιστικών ιδεών περί σωτηρίας δεν είναι λιγότερο βαθιά από εκείνη μεταξύ των αντιστοίχων αντιλήψεών τους περί Σωτήρος. Οι κλασικοί Έλληνες φιλόσοφοι, στο σύνολό τους, είχαν παραμείνει ευτυχώς ασυνείδητοι της ανάγκης τους για έναν τέτοιο.

Ήταν ικανοποιημένοι να παραμελούν την κραυγή της καρδιάς για μεταστροφή και να αφιερώνουν τις δυνάμεις τους στην αναζήτηση της διανοίας για την αλήθεια. Ιδίως ο Αριστοτέλης απολάμβανε μια αυτάρκη εμπιστοσύνη στη νηφαλιότητα αυτής της παρούσας ζωής και επέδειξε μια μάλλον αυτάρεσκη πίστη στην αβοήθητη δύναμη της ανθρώπινης προσπάθειας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ούτε αγαπούσαν ούτε φοβούνταν τους θεούς του Ολύμπου. Δύσκολα θα μπορούσαν να είναι γεμάτοι δέος· αλλά δεν φαίνεται καν να καταλαμβάνονταν από θαυμασμό μπροστά στην εκπληκτικά αστική συμπεριφορά των θεοτήτων τις οποίες ονομαστικά λάτρευαν.

Όταν όμως ο κόσμος τους γέρασε, βίωσαν εκείνο που ο δρ. Gilbert Murray περιέγραψε ως «κάμψη του θάρρους» (failure of nerve) (Five Stages of Greek Religion, κεφ. IV), η οποία ώθησε τους ύστερους Έλληνες να στραφούν προς τις ίδιες τους τις ψυχές, «προς την επιδίωξη της προσωπικής αγιότητας, προς τα συναισθήματα, τα μυστήρια και τις αποκαλύψεις, προς τη συγκριτική παραμέληση αυτού του παροδικού και ατελούς κόσμου χάριν κάποιου ονειρικού κόσμου μακρινού, που θα υφίσταται χωρίς αμαρτία ή φθορά» (ό.π., κεφ. I).

Αυτό το αίσθημα για μια δύναμη έξω από τους ίδιους και ανώτερη από την ανθρώπινη καρδιά ήταν κοινό τόσο στις ύστερες σχολές των Στωικών και των Επικουρείων όσο και στις αιρέσεις που είχαν περιέλθει, άμεσα ή έμμεσα, υπό σημιτικές επιρροές. Όμως το είδος του σωτήρα του οποίου ζητούσαν τη βοηθητική χείρα ήταν πολύ διαφορετικό από τον υπερβατικό Κύριο Θεό της Εβραϊκής Βίβλου. Ελλείψει καλύτερου, αναζητούσαν σωτήρα στη θεότητα που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Οι «νηφαλιότεροι φιλόσοφοι», συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Αριστοτέλη, είχαν αναγνωρίσει ένα θείο στοιχείο στην ανθρώπινη ψυχή. Ο απλός λαός εξέφραζε την ίδια ιδέα όταν περιέβαλλε άνδρες μεγάλων επιτευγμάτων — ιδρυτές πόλεων ή νομικών θεσμών ή φιλοσοφικών σχολών — με μια εξευγενισμένη αύρα θεότητας και τους απέδιδε εξασθενημένη λατρεία υπό τον τίτλο των «ηρώων».

Όταν το λαμπρό πνεύμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου έλαμψε σαν κατακτητικός κομήτης στον ανατολικό κόσμο, για να σβήσει πρόωρα σαν εξαντλημένος μετεωρίτης στο σκοτεινό άγνωστο από όπου είχε αναδυθεί, ένα φυσικό ένστικτο — ιδίως μεταξύ των ανατολικών υπηκόων του — οδήγησε την ανθρωπότητα να θεωρήσει την πορεία του ως θεϊκή εισβολή μέσα στα πιο κοινότοπα γεγονότα της ιστορίας. Οι διάδοχοί του στα βασίλεια που ίδρυσε έτειναν όλο και περισσότερο να διεκδικούν τίτλους και να απαιτούν τη λατρεία που αρμόζει σε θεότητα. Στην αφελή Ανατολή, η πρωτόγονη αντίληψη των βασιλέων ως ενσαρκώσεων των θείων κυβερνητών του έθνους είχε από παλιά διατηρήσει ισχυρή επιρροή στις μεγάλες αυτοκρατορίες που ο Αλέξανδρος ανέτρεψε. Οι απόλυτες εξουσίες που ασκούσαν — και ασκούσαν αποτελεσματικά — οι αρχαίοι ανατολικοί, όπως και οι νεότεροι γερμανικοί, μονάρχες οδηγούσαν φυσικά στην πρακτική θεοποίησή τους από προληπτικά πνεύματα που εξαρτώνταν από αυτούς για τα πάντα.

Όταν οι Ρωμαίοι ήλθαν και κατέλαβαν τη θέση των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών, ακόμη και η συγκρατημένη φαντασία των δυτικών χωρών οδηγήθηκε να αναγνωρίσει την επίδραση μιας θείας προνοίας στην τύχη της αυτοκρατορικής Ρώμης και την παρουσία μιας θείας ιδιοφυΐας στο πρόσωπο του Καίσαρα. Είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς τον Βιργίλιο να θεωρεί σοβαρά τον Αύγουστο θεό· πάντως πίστευε ότι μέσω του Αυγούστου η ειρήνη είχε θεϊκά φερθεί σε έναν ταραγμένο κόσμο και ήλπιζε ότι, μέσω της συνεχιζόμενης δράσης του εκλεκτού τους, «όποιοι θεοί κι αν υπάρχουν» θα εγγυώνταν τη μελλοντική ασφάλεια του πολιτισμού.

Σωτήρες όπως αυτοί είχαν πράγματι επιτελέσει μεγάλα έργα, τέτοια που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε εύλογα να αναμένει να συμβούν χωρίς βοήθεια και καθοδήγηση από τον ουρανό. Είχαν επίσης το πλεονέκτημα ότι ήταν αυστηρά ιστορικοί· ήταν τόσο πραγματικά όντα όσο και τα οφέλη που προσέφεραν ήταν ουσιαστικά. Ωστόσο το ανθρώπινο πνεύμα συνέχιζε να στοιχειώνεται από την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνο με άρτο, ότι πρέπει να βρεθεί μια πνευματική βάση για τον πολιτισμό.

Έτσι οι άνθρωποι στράφηκαν στα ανατολικά μυστήρια και στις γνωστικές λατρείες, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ικανοποιήσουν τις ψυχές τους. Η Ρώμη και ο Καίσαρας τους είχαν προσφέρει υλική σωτηρία· για τη σωτηρία της επιστημονικής τους διανοίας είχαν σχεδόν πάψει να ενδιαφέρονται· αλλά εξακολουθούσαν να έχουν ψυχές προς σωτηρία. Και εδώ οι ανατολικές μυστηριακές θρησκείες έφεραν κάποια ανακούφιση, έστω μερική και προσωρινή. Προσέφεραν τροφή στη φαντασία και στα συναισθήματα των μυημένων τους. Αλλά η μόνη ελπίδα σωτηρίας τους βρισκόταν σε ένα αβέβαιο μέλλον μετά θάνατον, και στο βάθος οι μόνοι σωτήρες των οποίων μπορούσαν να εξασφαλίσουν το ενδιαφέρον και την εύνοια ήταν μη πραγματικότητες.

Σε αντίθεση με τους δημιουργούς του πολιτισμού, αυτοί οι πνευματικοί σωτήρες ήταν ανιστορικοί, προϊόν όχι θεολογίας αλλά μυθολογίας. Δεν είχαν πραγματική ίαση να προσφέρουν σε ασθενείς ψυχές που χρειάζονταν θετική και άμεση αποκατάσταση. Υπήρχε κάποια ανακούφιση πνεύματος για τον δεισιδαίμονα λαό, αλλά ο Μάρκος Αυρήλιος απελπιζόταν για την επιβίωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, ο Βεσπασιανός πέθανε εκφέροντας ένα πικρά κυνικό αστείο για την επικείμενη θεοποίησή του, και ο Αδριανός με έναν ωραίο, σκεπτικιστικό, μελαγχολικό στίχο προς την αναχωρούσα ψυχή του:

«Φτωχή ψυχή, μικρή περιπλανώμενη, τρυφερότατη,
Σύντροφε και φιλοξενούμενη του σώματός μου,
Σε ποια χώρα τώρα θα κατευθυνθείς,
Ω χλωμή, γυμνή και άκαμπτη μικρή ψυχή,
Χωρίς πια να παίζεις, χωρίς πια να αστειεύεσαι!»


Ύστερα ήλθε ο Χριστιανισμός. Ο Θεός του είχε βαδίσει ενσαρκωμένος στους λόφους και στους δρόμους της Παλαιστίνης. Άφησε πίσω Του εκατοντάδες που Τον είχαν δει και αγγίξει, που Τον είχαν μελετήσει και πίστευαν ότι είχαν φθάσει να Τον κατανοήσουν. Κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την ιστορικότητά Του. Από Αυτόν οι ακόλουθοί Του είχαν μάθει να υπερνικούν το κακό, τον πόνο και την απογοήτευση όχι αγνοώντας τα, αλλά υψωνόμενοι πάνω από αυτά. Το μυστικό της δύναμής τους ήταν ότι είχαν γνωρίσει τον Ιησού και συνέχιζαν, μετά την απόσυρσή Του από την επίγεια σκηνή, σε μια πνευματική και ακόμη πιο οικεία κοινωνία μαζί Του.

Το αίμα Του ήταν προσφορά ζωντανής και ενεργού θυσίας — ζωντανής, επειδή Αυτός ήταν η πηγή κάθε αληθινής ζωής· ενεργού, επειδή λύτρωνε τους μαθητές Του από την κυριαρχία δευτερευόντων αντικειμένων και αφιέρωνε αυτούς και όλες τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία του επουρανίου Πατέρα και Δημιουργού τους· θυσίας, επειδή αυτό το αίμα, και όσοι οι ψυχές τους λούστηκαν μέσα σε αυτό και τράφηκαν από αυτό, ήταν συνειδητά αφιερωμένοι στον Θεό. Στον Ιησού Χριστό βρήκαν έναν Σωτήρα που ήταν ταυτόχρονα ιστορικός και θείος.

Υπάρχει ένα περίφημο γκράφιτι, στο οποίο είχε επιστήσει την προσοχή ο δρ. Liddon στις Bampton Lectures του 1866, όπου απεικονίζεται μια ανθρώπινη μορφή με κεφάλι όνου επάνω σε σταυρό. Στη μία πλευρά στέκεται μια άλλη μορφή, κάνοντας με υψωμένο το χέρι μια χειρονομία ευλαβικής προσκύνησης. Από κάτω αναγράφεται η επιγραφή: «Ο Αλεξάμενος λατρεύει τον θεό του». Η εικόνα φαίνεται να παριστάνει τον χλευασμό, από κάποιον ειδωλολάτρη δούλο, της θρησκείας ενός χριστιανού συντρόφου. Αλλά το κεντρί της γελοιογραφίας έγκειται στην υπόθεση όχι μόνο ότι ο θεός, αλλά και ο λατρευτής του, ήταν όνος.

Ο σταυρός, που για τον Ιουδαίο ήταν σκάνδαλο, για τον ελληνορωμαϊκό εθνικό ήταν απλή μωρία. Σε μια εποχή εύκολης θεοποίησης, όπου η πλειονότητα των ανθρώπων ήταν υπερβολικά πρόθυμη να ανυψώσει στα θυσιαστήριά της τους κατόχους πλούτου και εξουσίας, οι Χριστιανοί επιτέλεσαν το δυσκολότερο και τολμηρότερο έργο: να θεοποιήσουν έναν που, σύμφωνα με όλα τα υλικά και χρονικά κριτήρια, υπήρξε αποτυχημένος. Αυτό ήταν έργο ούτε ελαφρά αναληφθέν ούτε εύκολα πραγματοποιηθέν.

Αν και οι Χριστιανοί Τον αποκαλούσαν εξαρχής με το θείο όνομα του Κυρίου, χρειάστηκε χρόνος ώσπου το ένστικτο της ευλάβειας — που αναγνώριζε στον Χριστό τη Σοφία του Θεού και τη Δύναμη του Θεού, τον Πρωτότοκο της κτίσεως και τον επουράνιο Αρχιερέα — να συμφιλιώσει τον θεμελιώδη μονοθεϊσμό των μαθητών Του με το σκίρτημα των καρδιών τους που τους καλούσε να Τον προσφωνούν ως Θεό τους. Ακόμη περισσότερος χρόνος χρειάστηκε ώσπου η θεολογία να κατορθώσει να διατυπώσει λογικά όλες τις συνεπαγωγές της θεότητάς Του· ορισμένες πλευρές αυτού του έργου αναμένουν ακόμη ικανοποιητική εκπλήρωση. Αλλά ότι η ιστορική μορφή του Ιησού από τη Ναζαρέτ, αν και σταυρωμένη, ήταν ο Σωτήρας τους από τον ουρανό, κανένας Χριστιανός δεν διανοήθηκε ποτέ να το αμφισβητήσει.

Είναι λοιπόν ακόμη πιο αξιοσημείωτο ότι, όταν ο «βάκιλλος της θεοποίησης», όπως έχει ονομαστεί, μόλυνε τη σκέψη των πρώτων χριστιανών ευσεβών, τόσο λίγα συμπτώματα πνευματικού πυρετού συνόδευσαν την προσεκτική πρόοδο της «νόσου», και ότι ο Σωτήρας που επέλεξαν να θεοποιήσουν ήταν τόσο ανόμοιος προς τις λοιπές σύγχρονες θεότητές τους. Ήταν κάποιος που δεν προσποιήθηκε ότι θα έσωζε τις περιουσίες ή τις ανέσεις τους — λίγοι από αυτούς διέθεταν τέτοιες· ούτε τις ζωές τους — διότι ήταν υπερήφανοι να τις καταθέτουν στο μαρτύριο για χάρη Του. Εκείνο που έσωζε ήταν η ηθική τους ακεραιότητα, η θρησκευτική τους πεποίθηση, η πνευματική τους ζωτικότητα.

Ήταν ένας Σωτήρας εντελώς διαφορετικός από όλους τους άλλους· αλλά ακόμη και μέσα στη φτώχεια και στα παθήματά Του, οι ακόλουθοί Του ασφαλώς Τον θεωρούσαν περισσότερο θεοειδή. Με τον πολύτιμο θάνατό Του και διά της πίστεως στο αίμα Του, είθε όλοι όσοι τώρα με ακούν να βρουν τη δική τους σωτηρία. Και δι’ Αυτού, προς τον Θεό Πατέρα, μαζί με το Άγιο Πνεύμα, ας είναι κάθε δόξα και προσκύνηση, τώρα και εις τους αιώνας των αιώνων.

Συνεχίζεται με: 3. Ωριγένης…

ΕΝΑ  ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΚΑΤΑΣΤΑΛΛΑΓΜΕΝΗΣ ΣΟΦΙΑΣ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: