Συνέχεια από: Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΒΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Κεφάλαιο Έ 1
Η ιδεατή εικόνα
Ὁ ταπεινός, ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος,
αὐτός πού λίγο-λίγο
θὰ ἀρχίσει να μπαίνει στον δρόμο τοῦ Θεοῦ,
θὰ ἀρχίσει να μπαίνει στον δρόμο τοῦ Θεοῦ,
καὶ θὰ ἀρχίσει λίγο-λίγο νὰ ἀναγεννᾶται,
ὅλους τούς βλέπει ὡς ἁγίους, γιατί βλέπει πράγματι μὲ ἄλλα μάτια.
Αὐτό συμβαίνει, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός προβάλλει
τον δικό του ἐσωτερικό κόσμο στούς ἄλλους.
Ταυτισμένος με μιά φαντασία
Μιά γενική ἀναφορά
Σήμερα θα μπούμε σε ἕνα καινούργιο κεφάλαιο, στό ὁποῖο δίνω ὅλως ἰδιαιτέρα σημασία. Θα μιλήσουμε γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Ἀπό τήν κάποια πείρα πού ἔχω, νομίζω ὅτι ἐδῶ τὴν παθαίνουμε ὅλοι, καί πιό πολύ ἐμεῖς οἱ «καλοί» χριστιανοί. Τί θὰ πεῖ ὅμως ἶδεατή εἰκόνα;
Κάθε ἄνθρωπος ἐκτός ἀπό αὐτό πού ὄντως εἶναι, ἐπιθυμεῖ κάτι ἀνώτερο νὰ εἶναι, ἐπιθυμεῖ κάπου να φθάσει. Ἔτσι, σχηματίζει μια καλή, μια ίδεώδη, μιά ἰδεατή, ὅπως λέγεται, εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Το κακό εἶναι ὅτι ὁ νευρωτικός τύπος -καί ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι λίγο πολύ το μικρόβιο αὐτὸ ὑπάρχει σε ὅλους μας, ὅτι λίγο πολύ ὅλοι ἀνήκουμε σ' αὐτόν τον τύπο- καθώς πιάνεται ἀπό αὐτή τήν εἰκόνα πού ἔφτιαξε γιὰ τὸν ἑαυτό του, νομίζει ὅτι εἶναι κιόλας ἡ εἰκόνα αὐτή. Καὶ ἔτσι, ἀφήνει την πραγματικότητα στην ὁποία βρίσκεται καί περνᾶ στη φανταστική αὐτή κατάσταση. Δηλαδή, κάτι ἄλλο εἶναι ὁ ἑαυτός του, καί ἄλλο νομίζει ὅτι εἶναι, ἐπειδή πιάστηκε ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα, καί νομίζει πλέον ὅτι ὁ ἑαυτός του εἶναι αὐτή ἡ φανταστική εἰκόνα. Καί μολονότι ἡ ἰδεατή εἰκόνα δὲν εἶναι ἡ πραγματικότητα, αὐτὴ ὑπάρχει μέσα του καί τὸν ἐπηρεάζει. Μάλιστα, τις πιο πολλές φορές ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔχει κολακευτικό χαρακτήρα. Ἀρέσκεται να κολακεύει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔφτιαξε καὶ νὰ θέλει νὰ τοῦ ἀρέσει.
Παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσετε γι' αὐτό ποὺ θὰ πῶ στή συνέχεια. Κάποια ἐφημερίδα εἶχε δημοσιεύσει μια γελοιογραφία. Παρουσίαζε μιά κυρία εύσωμη καί ἀρκετά ἡλικιωμένη να βλέπει μέσα σε ἕναν καθρέφτη. Καί μέσα στον καθρέφτη ἔφτιαξε ὁ σκιτσογράφος την κυρία ἔτσι ὅπως αὐτή φανταζόταν τὸν ἑαυτό της. Μέσα στον καθρέφτη ἦταν λεπτή καί νέα, ἡ εὔσωμη καί ἡλικιωμένη αὐτή κυρία. Ἔτσι ἔβλεπε τὸν ἑαυτό της. Αὐτή εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ἤθελε να εἶναι νέα και λεπτή. Δέν ἦταν ἀλλά τόσο πολύ ταυτίστηκε με αὐτό πού ἤθελε, ὥστε ἔβλεπε τὸν ἑαυτό της ἔτσι ὅπως τὸν ἤθελε.
Το περιεχόμενο τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας
Ἐξαρτᾶται ἀπό τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποιό θά εἶναι τὸ κύριο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς εἰκόνας. Στὸν ἕνα εἶναι ἡ δύναμη. Στόν ἄλλο –ἤ, ἴσως πιο πολύ, στὴν ἄλλη– ἡ όμορφιά. Δηλαδή, φτιάχνει κανείς μια ἰδεατή εἰκόνα ὀμορφιᾶς. Ὁ ἄλλος φτιάχνει γιὰ τὸν ἑαυτό του μια ἰδεατή εἰκόνα δυνάμεως. Ἄλλος ἔχει μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἁγιότητος. Ξέρετε πόσοι ἅγιοι εἴμαστε σήμερα; Πάρα πολλοί. Ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι «καλοί» χριστιανοί ἔχουμε λίγο πολύ ταυτίσει τὸν ἑαυτό μας μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἀγιότητος.
Γι' αὐτό μερικές φορές τόσο πολύ ἐπαναστατούμε ὑπὲρ τῆς ἁγιότητος. Ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι είμαστε χάλια, τάχα ἐπαναστατοῦμε ὑπὲρ τῆς ἁγιότητος.
Ἄλλοι εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό μιά ιδεατή εἰκόνα τιμιότητος. Πόσοι πατεράδες και πόσα ἀδέλφια δέν δέχονται ἴσως τρίχα στο σπαθί τους σχετικά με την τιμή τῆς κόρης τους ἤ τῆς ἀδελφῆς τους. Βέβαια, ὅταν μια κόρη δὲν φυλάει την τιμή της, αὐτό εἶναι πράγματι κάτι κακό καὶ γι' αὐτή τὴν ἴδια καὶ γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὰ ἀδέλφια της. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ ἀδελφός φθάνει μέχρι του σημείου να σκοτώσει τὴν ἀδελφή του ἢ ὁ σύζυγος τη σύζυγό του ἢ ὁ πατέρας την κόρη του, ή, ἂν δὲν φθάνουν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου, πάντως γίνονται πραγματικοί τύραννοι ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, συμβαίνει αὐτό, διότι ἔχουν ταυτίσει τὸν ἑαυτό τους μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα τιμιότητος.
Πῶς μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἐάν ἔχουμε ἰδεατή εἰκόνα μέσα μας
Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει ἰδεατή εἰκόνα μέσα του καί ἔχει ταυτιστεί τρόπον τινά μὲ αὐτήν, εἶναι ἐπηρμένος, ἀλαζών· εἶναι δηλαδή πέρα για πέρα ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ἐάν ἔχουμε ἰδεατή εἰκόνα μέσα μας καὶ ἐάν εἴμαστε ταυτισμένοι κατά κάποιον τρόπο μέ αὐτήν, ἀπὸ τὸ τί κάνουμε, ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν ἀναγνωρίζουν αὐτό πού νομίζουμε ὅτι εἴμαστε. Δηλαδή, ὁ πραγματικά ἅγιος ἄνθρωπος, κι ἂν ἀκόμη ὅλοι τὸν καταδικάσουν, ὅλοι τον φτύσουν, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, κι ἂν ὅλοι ἀμφισβητήσουν τὴν ἁγιότητά του, δὲν θὰ ταραχθεί καθόλου. Μήν τυχόν ὅμως καὶ βρεθεί κανένας ποὺ θὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἁγιότητα ἐκείνου ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πραγματικὰ ἅγιος, ἀλλά νομίζει ὅτι εἶναι καὶ ἔχει ταυτίσει τὸν ἑαυτό του μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἁγιότητος.
Βέβαια, μὲ αὐτό δέν ἐννοοῦμε ὅτι θὰ τοῦ ποῦν κατά πρόσωπο «δέν εἶσαι ἅγιος», καὶ αὐτό θὰ τὸν ταράξει. Ὄχι. Ἀλλά ὅταν τοῦ φερθοῦν κατὰ ἕναν τρόπο που δείχνει ὅτι δὲν τὸν ὑπολογίζουν, ὅτι δὲν τοῦ πολυδίνουν σημασία, τότε θα ταραχθεῖ, θὰ ἀνησυχήσει, θὰ νευριάσει καὶ ὁπωσδήποτε θα ἐνεργήσει κατά τέτοιον τρόπο, πού πέρα για πέρα θὰ ἀποδείξει –και στα μάτια τα δικά του και στα μάτια τῶν ἄλλων– ὅτι δὲν ἔχει αὐτή τήν πολυθρύλητη ἁγιότητα που νομίζει ὅτι ἔχει.
Τις πιο πολλές φορές αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πού, ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ, ἀκόμη κι ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς, οἱ ἱεροκήρυκες –ἀλλά καί καλοί χριστιανοί μὲ ἀξιώματα– ἐπαναστατούμε, ταρασσόμαστε, κάνουμε ἴσως φοβερό ἀγώνα καί χαλοῦμε τὸν κόσμο γιά τὴν ἀλήθεια, γιὰ τὴν ἁγιότητα. Κατά βάθος ἐνεργοῦμε ἔτσι, ὄχι βέβαια διότι θέλουμε να περισώσουμε ἐκείνη τὴν ὥρα τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁγιότητα ἀντικειμενικά, ἀλλά μᾶλλον διότι ἔχουμε ταυτίσει τον ἑαυτό μας μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἁγιότητος, τιμιότητος, ἀρετῆς, καὶ ἐπειδή οἱ ἄλλοι δὲν τὴν ἀναγνωρίζουν, θέλουμε νὰ ἐπιβληθοῦμε μὲ τὸν τρό πο αὐτό.
Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει κάτι, δέν περιμένει νὰ τοῦ τὸ ἀναγνωρίσουν. Αν τὸ ἀναγνωρίσουν, καλῶς. Δὲν τὸ ἀναγνωρίζουν; Ἂς μὴν τὸ ἀναγνωρίσουν. Δέν ταράσσεται, καθόλου δὲν ἐπηρεάζεται. Είδατε ἄνθρωπο πού, μόλις δὲν τοῦ ἀναγνωρίσουν κάτι, ταράσσεται καί τινάζεται σαν ἐλατήριο; Αὐτός ὁπωσδήποτε δὲν ἔχει τίποτε μέσα του ἀπό αὐτὰ που νομίζει ὅτι ἔχει, ἄσχετα ἂν ἔχει ὄνομα καὶ ἄν φημίζεται ὅτι εἶναι κάτι.
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα κατά κανόνα εἶναι ἀσυνείδητη
Ἡ ἰδεατή αὐτὴ εἰκόνα πάντοτε, ἡ μᾶλλον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι στὸ ἀσυνείδητο τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἔχει κανείς συνείδηση ὅτι εἶναι ταυτισμένος μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα, δηλαδή με μια φαντασία. Καί ἐνῶ ὅλοι τριγύρω του το καταλαβαίνουν ὅτι δὲν ἐνεργεῖ σωστά, καὶ ἐνῶ εἶναι φανερό πώς ἔχει πολύ ἐξογκωμένη, πολύ φανταχτερή καὶ ψεύτικη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὁ ἴδιος δὲν τὸ καταλαβαίνει.
Μπορεί κάπως να διαισθάνεται ὅτι ἔχει μια καλή ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλά κατά τέτοιον τρόπο που το θέμα είναι μπερδεμένο μέσα του. Γι' αὐτό, ὅταν ὑπερασπίζεται τὴν ἰδεατή του εἰκόνα, δηλαδή τη δική του φανταστική ἀρετή, νομίζει πώς ὑπερασπίζεται τὴν ἀντικειμενική ἀρετή, τὴν ἀντικειμενική ἁγιότητα, τὰ ὑψηλά ιδανικά καὶ ἴδε ώδη. Καί ἔτσι με συγχωρεῖτε γι' αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ βλέπετε ἕναν άνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶναι τενεκές ἀπό ἀπόψεως πραγματικῆς ἀρετῆς, καὶ μπορεί να χαλάει τον κόσμο γιὰ τὴν ἀρετή, γιὰ τὴν ἁγιότητα, γιὰ τὴν ἀλήθεια. Κινεῖται ἀπό εἰλικρινές ἐλατήριο; Κινεῖται ἀπὸ ἀγνό ἐλατήριο; Ἀποκλείεται. Ἁπλούστατα, ἔτσι ἀναπαύεται ὁ ἑαυτός του, ἔτσι εὐχαριστιέται, ἔτσι ξεθυμαίνει ὁ ἑαυτός του, καθώς ἔχει αὐτὴ τὴν ἰδεατή εἰκόνα μέσα του, καθώς εἶναι ταυτισμένος μὲ αὐτή τή φανταστική εἰκόνα, με τη φανταστική ἀρετή πού νομίζει ὅτι ἔχει ὁ ἴδιος. Καί αἰσθάνεται ὅτι, ἂν ὑπερασπιστεῖ τὴν ἀρετή, καθ' ὃν τρόπον τὴν ὑπερασπίζεται, περισώζει τη δική του ἀρετή καί τή δική του ἁγιότητα.
Τι προσέχουν οἱ προσβεβλημένοι ἀπὸ τὴν ἰδεατή εἰκόνα
Ἀπὸ αὐτούς οἱ ὁποῖοι εἶναι προσβεβλημένοι ἀπό αὐτὴ τὴν ἀσθένεια, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δηλαδή μια ἰδεατή εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἄλλοι προσέχουν αὐτὴν καθ' ἑαυτὴν τὴν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχουν, καθώς τὴν ταυτίζουν μὲ τὸν ἑαυτό τους. Καί βλέπετε, ἀκόμη καί τα λάθη τους, τα σφάλματά τους, ἀκόμη, θὰ ἔλεγα, καὶ τίς ἁμαρτίες τους -φθάνουν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου- τὰ θεωροῦν σαν τα καλύτερα πράγματα.
Ἄλλοι ἔχουν μέν μιὰ ἰδεατή εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτο τους, ἀλλά πιο πολύ προσέχουν αὐτό πού εἶναι οἱ ἴδιοι, πιασμένοι ὅμως ἀπὸ τὴν ἰδεατή εἰκόνα, ἀπό αὐτό δηλαδή που θέλουν νὰ εἶναι. Τὸ ἐνδιαφέρον τους το στρέφουν πρός την πραγματικότητα τη δική τους. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι, ὄχι κατά υγιή τρόπο, παρακαλῶ, ἀλλά κατά ἀρρωστημένο τρόπο, συνεχῶς τρώγονται μὲ τὰ ρούχα τους.
Ὁ ἀσκητής, ὁ μοναχός κτυπάει κάτω τὸν ἑαυτο του σαν χταπόδι, ἀλλὰ τὸν κτυπάει κατά ἕναν τέτοιο τρόπο πού ζωντανεύει. Αὐτός ὅμως πού θέλει νὰ εἶναι ἡ ἰδεατή του εἰκόνα, αὐτὸς ποὺ ἔχει μια φανταστική εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλά στην πραγματικότητα εἶναι κάτι ἄλλο, προσέχει αὐτὸ τὸ κάτι ἄλλο πού εἶναι καὶ αὐτοκατηγορείται, μέμφεται τὸν ἑαυτό του κατά άρρωστημένο τρόπο κυριολεκτικά τρώγεται μὲ τὰ ροῦχα του. Καί φυσικά, ἔχει συνεχῶς κόλαση μέσα του. Δὲν ζωντανεύει, δέν λυτρώνεται ὅπως ὁ ἀσκητής.
Ἄλλος προσέχει κατά ἀρρωστημένο τρόπο και τὰ δύο, το τί εἶναι καὶ τὸ τί θέλει νὰ εἶναι, και ἀρχίζει: «Πρέπει να κάνω αὐτό. Πρέπει να κάνω ἐκεῖνο. Πρέπει να γίνει τὸ ἄλλο». Γνωρίζω ἀρκετοὺς ἀνθρώπους που νομίζουν ὅτι, λίγο ἀκόμη ἂν ἀγωνιστοῦν, θὰ γίνουν ἅγιοι. Εἶναι αὐτοί ἀκριβῶς οἱ ὁποῖοι βλέπουν το τί εἶναι, βλέπουν καὶ τὸ τί θέλουν νὰ εἶναι, καί κόλλησαν σ' αὐτὸ τὸ τελευταῖο καὶ κινοῦνται ἀνάμεσα στα δύο. Ἔτσι, συνεχώς ζοῦν μὲ ἕνα «πρέπει», καὶ ὅλο κατηγοροῦν τὸν ἑαυτό τους ὅτι δὲν ἀγωνίστηκαν ἀκόμη ἅμα άγωνιστοῦν... Τι «ἂν ἀγωνιστεῖς», χριστιανέ μου; Τι «αν ἀγωνιστεῖς»; Ταπεινώσου, νὰ σὲ ἐλεήσει ὁ Θεός.
Ὅλα αὐτά δουλεύουν κατά άρρωστημένο τρόπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πιάνεται κατ᾿ αὐτόν τον τρόπο ἀπὸ τὴν ἰδεατὴ εἰκόνα, εἶναι ἐντελῶς ἀκίνητος πρὸς τὰ ἐμπρὸς δὲν κινεῖται καθόλου καὶ δὲν προοδεύει πνευματικά. Η ἰδεατή εἰκόνα εἶναι ἕνα φράγμα· εἶναι κάτι το ὁποῖο σταματᾶ τὴν ψυχή καὶ δὲν τὴν ἀφήνει να ἀναπτυχθεῖ εἶναι κάτι που κάνει τὸν ἄνθρωπο ὑπερήφανο, ἀλαζόνα, ἐπηρμένο, ἐγωιστή. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀληθινά βλέπει τί εἶναι ὁ ἑαυτός του καὶ ποθεῖ νὰ φθάσει κάπου, χωρίς να πιάνεται ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα, εἶναι ταπεινός και συνεχῶς προσπαθεῖ μὲ τὴν ἐλπίδα στον Θεό, ἔχοντας πάντοτε συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του καὶ τῆς ἀδυναμίας του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός διαρκῶς προχωρεῖ. Ἀντίθετα, ὁ ἄλλος διαρκῶς εἶναι σταματημένος.
Καί παρακαλῶ, ἐὰν δὲν μποροῦμε ἀλλιῶς νὰ τὰ καταλάβουμε ὅλα αὐτά πού λέμε, ἄς ἐξετάσουμε λίγο: Πῶς πάει ή πνευματική μας ζωή; Προχωροῦμε ἤ δὲν προχωρούμε; Εάν δέν προχωροῦμε, ἐὰν διαπιστώνουμε ὅτι σαν νὰ μή γίνεται τίποτε μ' ἐμᾶς, ἀσφαλῶς κάτι θὰ ὑπάρχει μέσα μας, το ὁποῖο σὰν νὰ μή μᾶς ἀφήνει νὰ πᾶμε ἕνα βῆμα πιο πέρα· καὶ αὐτό ὁπωσδήποτε εἶναι μια ίδεατή εἰκόνα, ποὺ ἔχει θρονιαστεί στην ψυχή μας. Εἶναι δηλαδή ὁλόκληρος διάβολος.
***
Ὁ Κύριος εἶδε ὅτι ὅλα αὐτά ὑπάρχουν στον ἄνθρωπο, καὶ ἦλθε καὶ ἔγινε ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, γιά νὰ μᾶς πεῖ ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός ἄνθρωπος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τα βλέπει τώρα αὐτὰ καὶ σ' ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε βαπτισμένοι καὶ ἀναγεννημένοι -δυνάμει βέβαια- καί θέλει πάρα πολύ νὰ μᾶς φτιάξει ἀληθινούς ἀνθρώπους. Καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς φτιάξει, φθάνει νὰ ἀποφασίσουμε νὰ ἀφήσουμε ὅλα αὐτά τὰ εἴδωλα ποὺ ἔφτιαξε το μυαλό μας -διότι ὁ Χρι στὸς ἦλθε να γκρεμίσει τὰ εἴδωλα- καὶ μὲ πολλή ταπείνωση, με πάρα πολλή ταπείνωση να τρέξουμε στον Χριστό.
Θὰ ἀκούσουμε αὐτές τις ἡμέρες: «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Ἀπὸ κεῖ ἀρχίζει το μάθημα. Ὁ Χριστός γεννήθηκε στη φάτνη, στο σπήλαιο· γεννήθηκε ταπεινός ὁ Χριστός. Μόνο κρυμμένος μέσα στην ταπείνωση μπόρεσε να φανερωθεῖ ὁ Θεός. Μόνο ὅταν ταπεινωθεί ὁ ἄνθρωπος, ἔρχεται ὁ Θεός καὶ τὸν ἐλεεῖ καὶ τὸν κάνει ἄνθρωπό του.
Εύχομαι, ἀδελφοί μου, φέτος, τις γιορτές αὐτές, ὁ Θεός νὰ μᾶς βοηθήσει να γίνουμε λίγο περισσότερο ἄνθρωποι, σύμφωνα με αὐτά πού λέμε ἐδῶ, καὶ νὰ φύγουν, ὅσο το δυνατόν περισσότερο, αὐτὰ ὅλα γιὰ τὰ ὁποῖα μιλοῦμε, καὶ νὰ ζήσει μέσα μας ὁ Χριστός.
12-12-1971
Αὐτό συμβαίνει, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός προβάλλει
τον δικό του ἐσωτερικό κόσμο στούς ἄλλους.
Ταυτισμένος με μιά φαντασία
Μιά γενική ἀναφορά
Σήμερα θα μπούμε σε ἕνα καινούργιο κεφάλαιο, στό ὁποῖο δίνω ὅλως ἰδιαιτέρα σημασία. Θα μιλήσουμε γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Ἀπό τήν κάποια πείρα πού ἔχω, νομίζω ὅτι ἐδῶ τὴν παθαίνουμε ὅλοι, καί πιό πολύ ἐμεῖς οἱ «καλοί» χριστιανοί. Τί θὰ πεῖ ὅμως ἶδεατή εἰκόνα;
Κάθε ἄνθρωπος ἐκτός ἀπό αὐτό πού ὄντως εἶναι, ἐπιθυμεῖ κάτι ἀνώτερο νὰ εἶναι, ἐπιθυμεῖ κάπου να φθάσει. Ἔτσι, σχηματίζει μια καλή, μια ίδεώδη, μιά ἰδεατή, ὅπως λέγεται, εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Το κακό εἶναι ὅτι ὁ νευρωτικός τύπος -καί ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι λίγο πολύ το μικρόβιο αὐτὸ ὑπάρχει σε ὅλους μας, ὅτι λίγο πολύ ὅλοι ἀνήκουμε σ' αὐτόν τον τύπο- καθώς πιάνεται ἀπό αὐτή τήν εἰκόνα πού ἔφτιαξε γιὰ τὸν ἑαυτό του, νομίζει ὅτι εἶναι κιόλας ἡ εἰκόνα αὐτή. Καὶ ἔτσι, ἀφήνει την πραγματικότητα στην ὁποία βρίσκεται καί περνᾶ στη φανταστική αὐτή κατάσταση. Δηλαδή, κάτι ἄλλο εἶναι ὁ ἑαυτός του, καί ἄλλο νομίζει ὅτι εἶναι, ἐπειδή πιάστηκε ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα, καί νομίζει πλέον ὅτι ὁ ἑαυτός του εἶναι αὐτή ἡ φανταστική εἰκόνα. Καί μολονότι ἡ ἰδεατή εἰκόνα δὲν εἶναι ἡ πραγματικότητα, αὐτὴ ὑπάρχει μέσα του καί τὸν ἐπηρεάζει. Μάλιστα, τις πιο πολλές φορές ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔχει κολακευτικό χαρακτήρα. Ἀρέσκεται να κολακεύει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔφτιαξε καὶ νὰ θέλει νὰ τοῦ ἀρέσει.
Παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσετε γι' αὐτό ποὺ θὰ πῶ στή συνέχεια. Κάποια ἐφημερίδα εἶχε δημοσιεύσει μια γελοιογραφία. Παρουσίαζε μιά κυρία εύσωμη καί ἀρκετά ἡλικιωμένη να βλέπει μέσα σε ἕναν καθρέφτη. Καί μέσα στον καθρέφτη ἔφτιαξε ὁ σκιτσογράφος την κυρία ἔτσι ὅπως αὐτή φανταζόταν τὸν ἑαυτό της. Μέσα στον καθρέφτη ἦταν λεπτή καί νέα, ἡ εὔσωμη καί ἡλικιωμένη αὐτή κυρία. Ἔτσι ἔβλεπε τὸν ἑαυτό της. Αὐτή εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ἤθελε να εἶναι νέα και λεπτή. Δέν ἦταν ἀλλά τόσο πολύ ταυτίστηκε με αὐτό πού ἤθελε, ὥστε ἔβλεπε τὸν ἑαυτό της ἔτσι ὅπως τὸν ἤθελε.
Το περιεχόμενο τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας
Ἐξαρτᾶται ἀπό τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποιό θά εἶναι τὸ κύριο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς εἰκόνας. Στὸν ἕνα εἶναι ἡ δύναμη. Στόν ἄλλο –ἤ, ἴσως πιο πολύ, στὴν ἄλλη– ἡ όμορφιά. Δηλαδή, φτιάχνει κανείς μια ἰδεατή εἰκόνα ὀμορφιᾶς. Ὁ ἄλλος φτιάχνει γιὰ τὸν ἑαυτό του μια ἰδεατή εἰκόνα δυνάμεως. Ἄλλος ἔχει μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἁγιότητος. Ξέρετε πόσοι ἅγιοι εἴμαστε σήμερα; Πάρα πολλοί. Ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι «καλοί» χριστιανοί ἔχουμε λίγο πολύ ταυτίσει τὸν ἑαυτό μας μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἀγιότητος.
Γι' αὐτό μερικές φορές τόσο πολύ ἐπαναστατούμε ὑπὲρ τῆς ἁγιότητος. Ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι είμαστε χάλια, τάχα ἐπαναστατοῦμε ὑπὲρ τῆς ἁγιότητος.
Ἄλλοι εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό μιά ιδεατή εἰκόνα τιμιότητος. Πόσοι πατεράδες και πόσα ἀδέλφια δέν δέχονται ἴσως τρίχα στο σπαθί τους σχετικά με την τιμή τῆς κόρης τους ἤ τῆς ἀδελφῆς τους. Βέβαια, ὅταν μια κόρη δὲν φυλάει την τιμή της, αὐτό εἶναι πράγματι κάτι κακό καὶ γι' αὐτή τὴν ἴδια καὶ γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὰ ἀδέλφια της. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ ἀδελφός φθάνει μέχρι του σημείου να σκοτώσει τὴν ἀδελφή του ἢ ὁ σύζυγος τη σύζυγό του ἢ ὁ πατέρας την κόρη του, ή, ἂν δὲν φθάνουν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου, πάντως γίνονται πραγματικοί τύραννοι ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, συμβαίνει αὐτό, διότι ἔχουν ταυτίσει τὸν ἑαυτό τους μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα τιμιότητος.
Πῶς μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἐάν ἔχουμε ἰδεατή εἰκόνα μέσα μας
Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει ἰδεατή εἰκόνα μέσα του καί ἔχει ταυτιστεί τρόπον τινά μὲ αὐτήν, εἶναι ἐπηρμένος, ἀλαζών· εἶναι δηλαδή πέρα για πέρα ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ἐάν ἔχουμε ἰδεατή εἰκόνα μέσα μας καὶ ἐάν εἴμαστε ταυτισμένοι κατά κάποιον τρόπο μέ αὐτήν, ἀπὸ τὸ τί κάνουμε, ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν ἀναγνωρίζουν αὐτό πού νομίζουμε ὅτι εἴμαστε. Δηλαδή, ὁ πραγματικά ἅγιος ἄνθρωπος, κι ἂν ἀκόμη ὅλοι τὸν καταδικάσουν, ὅλοι τον φτύσουν, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, κι ἂν ὅλοι ἀμφισβητήσουν τὴν ἁγιότητά του, δὲν θὰ ταραχθεί καθόλου. Μήν τυχόν ὅμως καὶ βρεθεί κανένας ποὺ θὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἁγιότητα ἐκείνου ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πραγματικὰ ἅγιος, ἀλλά νομίζει ὅτι εἶναι καὶ ἔχει ταυτίσει τὸν ἑαυτό του μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἁγιότητος.
Βέβαια, μὲ αὐτό δέν ἐννοοῦμε ὅτι θὰ τοῦ ποῦν κατά πρόσωπο «δέν εἶσαι ἅγιος», καὶ αὐτό θὰ τὸν ταράξει. Ὄχι. Ἀλλά ὅταν τοῦ φερθοῦν κατὰ ἕναν τρόπο που δείχνει ὅτι δὲν τὸν ὑπολογίζουν, ὅτι δὲν τοῦ πολυδίνουν σημασία, τότε θα ταραχθεῖ, θὰ ἀνησυχήσει, θὰ νευριάσει καὶ ὁπωσδήποτε θα ἐνεργήσει κατά τέτοιον τρόπο, πού πέρα για πέρα θὰ ἀποδείξει –και στα μάτια τα δικά του και στα μάτια τῶν ἄλλων– ὅτι δὲν ἔχει αὐτή τήν πολυθρύλητη ἁγιότητα που νομίζει ὅτι ἔχει.
Τις πιο πολλές φορές αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πού, ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ, ἀκόμη κι ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς, οἱ ἱεροκήρυκες –ἀλλά καί καλοί χριστιανοί μὲ ἀξιώματα– ἐπαναστατούμε, ταρασσόμαστε, κάνουμε ἴσως φοβερό ἀγώνα καί χαλοῦμε τὸν κόσμο γιά τὴν ἀλήθεια, γιὰ τὴν ἁγιότητα. Κατά βάθος ἐνεργοῦμε ἔτσι, ὄχι βέβαια διότι θέλουμε να περισώσουμε ἐκείνη τὴν ὥρα τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁγιότητα ἀντικειμενικά, ἀλλά μᾶλλον διότι ἔχουμε ταυτίσει τον ἑαυτό μας μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα ἁγιότητος, τιμιότητος, ἀρετῆς, καὶ ἐπειδή οἱ ἄλλοι δὲν τὴν ἀναγνωρίζουν, θέλουμε νὰ ἐπιβληθοῦμε μὲ τὸν τρό πο αὐτό.
Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει κάτι, δέν περιμένει νὰ τοῦ τὸ ἀναγνωρίσουν. Αν τὸ ἀναγνωρίσουν, καλῶς. Δὲν τὸ ἀναγνωρίζουν; Ἂς μὴν τὸ ἀναγνωρίσουν. Δέν ταράσσεται, καθόλου δὲν ἐπηρεάζεται. Είδατε ἄνθρωπο πού, μόλις δὲν τοῦ ἀναγνωρίσουν κάτι, ταράσσεται καί τινάζεται σαν ἐλατήριο; Αὐτός ὁπωσδήποτε δὲν ἔχει τίποτε μέσα του ἀπό αὐτὰ που νομίζει ὅτι ἔχει, ἄσχετα ἂν ἔχει ὄνομα καὶ ἄν φημίζεται ὅτι εἶναι κάτι.
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα κατά κανόνα εἶναι ἀσυνείδητη
Ἡ ἰδεατή αὐτὴ εἰκόνα πάντοτε, ἡ μᾶλλον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι στὸ ἀσυνείδητο τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἔχει κανείς συνείδηση ὅτι εἶναι ταυτισμένος μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα, δηλαδή με μια φαντασία. Καί ἐνῶ ὅλοι τριγύρω του το καταλαβαίνουν ὅτι δὲν ἐνεργεῖ σωστά, καὶ ἐνῶ εἶναι φανερό πώς ἔχει πολύ ἐξογκωμένη, πολύ φανταχτερή καὶ ψεύτικη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὁ ἴδιος δὲν τὸ καταλαβαίνει.
Μπορεί κάπως να διαισθάνεται ὅτι ἔχει μια καλή ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλά κατά τέτοιον τρόπο που το θέμα είναι μπερδεμένο μέσα του. Γι' αὐτό, ὅταν ὑπερασπίζεται τὴν ἰδεατή του εἰκόνα, δηλαδή τη δική του φανταστική ἀρετή, νομίζει πώς ὑπερασπίζεται τὴν ἀντικειμενική ἀρετή, τὴν ἀντικειμενική ἁγιότητα, τὰ ὑψηλά ιδανικά καὶ ἴδε ώδη. Καί ἔτσι με συγχωρεῖτε γι' αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ βλέπετε ἕναν άνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶναι τενεκές ἀπό ἀπόψεως πραγματικῆς ἀρετῆς, καὶ μπορεί να χαλάει τον κόσμο γιὰ τὴν ἀρετή, γιὰ τὴν ἁγιότητα, γιὰ τὴν ἀλήθεια. Κινεῖται ἀπό εἰλικρινές ἐλατήριο; Κινεῖται ἀπὸ ἀγνό ἐλατήριο; Ἀποκλείεται. Ἁπλούστατα, ἔτσι ἀναπαύεται ὁ ἑαυτός του, ἔτσι εὐχαριστιέται, ἔτσι ξεθυμαίνει ὁ ἑαυτός του, καθώς ἔχει αὐτὴ τὴν ἰδεατή εἰκόνα μέσα του, καθώς εἶναι ταυτισμένος μὲ αὐτή τή φανταστική εἰκόνα, με τη φανταστική ἀρετή πού νομίζει ὅτι ἔχει ὁ ἴδιος. Καί αἰσθάνεται ὅτι, ἂν ὑπερασπιστεῖ τὴν ἀρετή, καθ' ὃν τρόπον τὴν ὑπερασπίζεται, περισώζει τη δική του ἀρετή καί τή δική του ἁγιότητα.
Τι προσέχουν οἱ προσβεβλημένοι ἀπὸ τὴν ἰδεατή εἰκόνα
Ἀπὸ αὐτούς οἱ ὁποῖοι εἶναι προσβεβλημένοι ἀπό αὐτὴ τὴν ἀσθένεια, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δηλαδή μια ἰδεατή εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἄλλοι προσέχουν αὐτὴν καθ' ἑαυτὴν τὴν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχουν, καθώς τὴν ταυτίζουν μὲ τὸν ἑαυτό τους. Καί βλέπετε, ἀκόμη καί τα λάθη τους, τα σφάλματά τους, ἀκόμη, θὰ ἔλεγα, καὶ τίς ἁμαρτίες τους -φθάνουν μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου- τὰ θεωροῦν σαν τα καλύτερα πράγματα.
Ἄλλοι ἔχουν μέν μιὰ ἰδεατή εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτο τους, ἀλλά πιο πολύ προσέχουν αὐτό πού εἶναι οἱ ἴδιοι, πιασμένοι ὅμως ἀπὸ τὴν ἰδεατή εἰκόνα, ἀπό αὐτό δηλαδή που θέλουν νὰ εἶναι. Τὸ ἐνδιαφέρον τους το στρέφουν πρός την πραγματικότητα τη δική τους. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι, ὄχι κατά υγιή τρόπο, παρακαλῶ, ἀλλά κατά ἀρρωστημένο τρόπο, συνεχῶς τρώγονται μὲ τὰ ρούχα τους.
Ὁ ἀσκητής, ὁ μοναχός κτυπάει κάτω τὸν ἑαυτο του σαν χταπόδι, ἀλλὰ τὸν κτυπάει κατά ἕναν τέτοιο τρόπο πού ζωντανεύει. Αὐτός ὅμως πού θέλει νὰ εἶναι ἡ ἰδεατή του εἰκόνα, αὐτὸς ποὺ ἔχει μια φανταστική εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλά στην πραγματικότητα εἶναι κάτι ἄλλο, προσέχει αὐτὸ τὸ κάτι ἄλλο πού εἶναι καὶ αὐτοκατηγορείται, μέμφεται τὸν ἑαυτό του κατά άρρωστημένο τρόπο κυριολεκτικά τρώγεται μὲ τὰ ροῦχα του. Καί φυσικά, ἔχει συνεχῶς κόλαση μέσα του. Δὲν ζωντανεύει, δέν λυτρώνεται ὅπως ὁ ἀσκητής.
Ἄλλος προσέχει κατά ἀρρωστημένο τρόπο και τὰ δύο, το τί εἶναι καὶ τὸ τί θέλει νὰ εἶναι, και ἀρχίζει: «Πρέπει να κάνω αὐτό. Πρέπει να κάνω ἐκεῖνο. Πρέπει να γίνει τὸ ἄλλο». Γνωρίζω ἀρκετοὺς ἀνθρώπους που νομίζουν ὅτι, λίγο ἀκόμη ἂν ἀγωνιστοῦν, θὰ γίνουν ἅγιοι. Εἶναι αὐτοί ἀκριβῶς οἱ ὁποῖοι βλέπουν το τί εἶναι, βλέπουν καὶ τὸ τί θέλουν νὰ εἶναι, καί κόλλησαν σ' αὐτὸ τὸ τελευταῖο καὶ κινοῦνται ἀνάμεσα στα δύο. Ἔτσι, συνεχώς ζοῦν μὲ ἕνα «πρέπει», καὶ ὅλο κατηγοροῦν τὸν ἑαυτό τους ὅτι δὲν ἀγωνίστηκαν ἀκόμη ἅμα άγωνιστοῦν... Τι «ἂν ἀγωνιστεῖς», χριστιανέ μου; Τι «αν ἀγωνιστεῖς»; Ταπεινώσου, νὰ σὲ ἐλεήσει ὁ Θεός.
Ὅλα αὐτά δουλεύουν κατά άρρωστημένο τρόπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πιάνεται κατ᾿ αὐτόν τον τρόπο ἀπὸ τὴν ἰδεατὴ εἰκόνα, εἶναι ἐντελῶς ἀκίνητος πρὸς τὰ ἐμπρὸς δὲν κινεῖται καθόλου καὶ δὲν προοδεύει πνευματικά. Η ἰδεατή εἰκόνα εἶναι ἕνα φράγμα· εἶναι κάτι το ὁποῖο σταματᾶ τὴν ψυχή καὶ δὲν τὴν ἀφήνει να ἀναπτυχθεῖ εἶναι κάτι που κάνει τὸν ἄνθρωπο ὑπερήφανο, ἀλαζόνα, ἐπηρμένο, ἐγωιστή. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀληθινά βλέπει τί εἶναι ὁ ἑαυτός του καὶ ποθεῖ νὰ φθάσει κάπου, χωρίς να πιάνεται ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα, εἶναι ταπεινός και συνεχῶς προσπαθεῖ μὲ τὴν ἐλπίδα στον Θεό, ἔχοντας πάντοτε συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του καὶ τῆς ἀδυναμίας του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός διαρκῶς προχωρεῖ. Ἀντίθετα, ὁ ἄλλος διαρκῶς εἶναι σταματημένος.
Καί παρακαλῶ, ἐὰν δὲν μποροῦμε ἀλλιῶς νὰ τὰ καταλάβουμε ὅλα αὐτά πού λέμε, ἄς ἐξετάσουμε λίγο: Πῶς πάει ή πνευματική μας ζωή; Προχωροῦμε ἤ δὲν προχωρούμε; Εάν δέν προχωροῦμε, ἐὰν διαπιστώνουμε ὅτι σαν νὰ μή γίνεται τίποτε μ' ἐμᾶς, ἀσφαλῶς κάτι θὰ ὑπάρχει μέσα μας, το ὁποῖο σὰν νὰ μή μᾶς ἀφήνει νὰ πᾶμε ἕνα βῆμα πιο πέρα· καὶ αὐτό ὁπωσδήποτε εἶναι μια ίδεατή εἰκόνα, ποὺ ἔχει θρονιαστεί στην ψυχή μας. Εἶναι δηλαδή ὁλόκληρος διάβολος.
***
Ὁ Κύριος εἶδε ὅτι ὅλα αὐτά ὑπάρχουν στον ἄνθρωπο, καὶ ἦλθε καὶ ἔγινε ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, γιά νὰ μᾶς πεῖ ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός ἄνθρωπος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τα βλέπει τώρα αὐτὰ καὶ σ' ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε βαπτισμένοι καὶ ἀναγεννημένοι -δυνάμει βέβαια- καί θέλει πάρα πολύ νὰ μᾶς φτιάξει ἀληθινούς ἀνθρώπους. Καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς φτιάξει, φθάνει νὰ ἀποφασίσουμε νὰ ἀφήσουμε ὅλα αὐτά τὰ εἴδωλα ποὺ ἔφτιαξε το μυαλό μας -διότι ὁ Χρι στὸς ἦλθε να γκρεμίσει τὰ εἴδωλα- καὶ μὲ πολλή ταπείνωση, με πάρα πολλή ταπείνωση να τρέξουμε στον Χριστό.
Θὰ ἀκούσουμε αὐτές τις ἡμέρες: «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Ἀπὸ κεῖ ἀρχίζει το μάθημα. Ὁ Χριστός γεννήθηκε στη φάτνη, στο σπήλαιο· γεννήθηκε ταπεινός ὁ Χριστός. Μόνο κρυμμένος μέσα στην ταπείνωση μπόρεσε να φανερωθεῖ ὁ Θεός. Μόνο ὅταν ταπεινωθεί ὁ ἄνθρωπος, ἔρχεται ὁ Θεός καὶ τὸν ἐλεεῖ καὶ τὸν κάνει ἄνθρωπό του.
Εύχομαι, ἀδελφοί μου, φέτος, τις γιορτές αὐτές, ὁ Θεός νὰ μᾶς βοηθήσει να γίνουμε λίγο περισσότερο ἄνθρωποι, σύμφωνα με αὐτά πού λέμε ἐδῶ, καὶ νὰ φύγουν, ὅσο το δυνατόν περισσότερο, αὐτὰ ὅλα γιὰ τὰ ὁποῖα μιλοῦμε, καὶ νὰ ζήσει μέσα μας ὁ Χριστός.
12-12-1971
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου