Κοινωνία Θεώσεως
Γιαγκάζογλου Σταύρος![]() |
| ΝΑΙ ΔΑΣΚΑΛΕ!!! |
Φανέρωση του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος
β) Ὁ ἐνυπόστατος χαρακτήρας τῶν θείων ἐνεργειῶν 1
β) Ὁ ἐνυπόστατος χαρακτήρας τῶν θείων ἐνεργειῶν 1
Περί θείας ενώσεως και διακρίσεως(3) - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς
Και ότι ως προς τον Θεόν διδαχθήκαμε ότι υπάρχει διάκρισις, όχι μόνον κατά τις υποστάσεις, αλλά και κατά τις κοινές προόδους και ενέργειες, και ότι παραλάβαμε να φρονούμε αυτόν άκτιστον τόσο κατά την ένωσιν όσον και κατά την διάκρισιν, έστω και αν τούτο δεν αρέσει στον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο.
Συνέχεια από: Σάββατο 22 Μαρτίου 2025
14. Ας μαρτυρήσει δε με εμάς ο θείος Μάξιμος, ο οποίος γράφει στα Σχόλια ότι η ποιητική πρόνοια των όντων είναι οι πρόοδοι αυτές του Θεού˙ «είναι δε κοινές της τρισυποστάτου διακεκριμένης ενάδος οι δημιουργικές πρόνοιες και αγαθότητες», δηλαδή οι ουσιώσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις. Με το να βεβαιώσει ότι αυτές είναι πολλές και διακεκριμένες έδειξε ότι αυτές δεν είναι η ουσία του Θεού διότι αυτή είναι μία και εντελώς αδιαίρετος. Επειδή δε επιβεβαίωσε και ότι είναι κοινές τής τρισυποστάτου διακεκριμένης ενάδος, παρέστησε σε εμάς ότι δεν είναι ούτε ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα˙ διότι κανένα από αυτά δεν είναι κοινή ενέργεια των τριών. Με το ότι δε δεν ονόμασε αυτές μόνον πρόνοιες και αγαθότητες, αλλά και δημιουργικές, έδειξε ότι είναι άκτιστες. Αλλιώς, το δημιουργικό θα είναι δημιουργημένο, επομένως θα είναι δημιουργημένο από άλλο δημιουργικό και εκείνο πάλι από άλλο, και τούτο προχωρούν στο έσχατο σημείο ουτοπίας δεν θα σταματήσει να βαδίζει προς το άπειρον.[Εδώ βρίσκεται φωτισμένη η νέα αίρεση τού spiritus creator]
15. Αρά οι πρόνοιες και ενέργειες και μεταδόσεις του Θεού, οι ουσιώσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις και τα παραπλήσια με αυτά είναι άκτιστες πρόνοιες και αγαθότητες του Θεού, και αυτές είναι αυτός ο Θεός, αν και όχι κατ' ουσίαν˙ διότι κατ' εκείνην είναι αμέριστος και αμέθεκτος, εφ’ όσον είναι τελείως απολελυμένος από όλα, ώστε κάνεις ποτέ από τους κατά την ευσέβεια επιγνώμονες της ακρίβειας να μην επιχειρήσει να εννοήσει ή να εκφράσει τον Θεόν, να επιχειρούν δε πάντοτε όλοι οι ιεροφάντες να νοούν και λέγουν περί της προνοίας και αγαθότητος αυτού, κατά την οποίαν είναι αίτιος όλων των όντων, διότι αυτή είναι απεργαστική των έξωθεν όντων˙ επειδή δε υπάρχει αυτή, έλαβε ύπαρξιν η παραγωγή και υπόστασις των όλων. Διότι η θεία πρόνοια δεν είναι τίποτε άλλο παρά στροφή του Θεού προς τα υποδεέστερα και αγαθή θέλησις. Και αυτή υπήρξε προ των πάντων, ως κοινή πρόνοια των μελλόντων, και εξ αίτιας αυτής όλα παρήχθησαν στον καιρόν τους ως από δημιουργική θέληση και ενέργεια, και εν αυτή συνεκροτήθη το παν ως εις συνεκτική φρουρά και περιληπτική εστία του παντός. Δια ταύτα λοιπόν η μία πρόνοια και αγαθότης, δια την οποία ο Θεός επιμελείται των υποδεεστέρων, δεν είναι μία μόνον, αλλά και πολλές πρόνοιες και αγαθότητες λέγονται από τους θεολόγους.
15. Αρά οι πρόνοιες και ενέργειες και μεταδόσεις του Θεού, οι ουσιώσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις και τα παραπλήσια με αυτά είναι άκτιστες πρόνοιες και αγαθότητες του Θεού, και αυτές είναι αυτός ο Θεός, αν και όχι κατ' ουσίαν˙ διότι κατ' εκείνην είναι αμέριστος και αμέθεκτος, εφ’ όσον είναι τελείως απολελυμένος από όλα, ώστε κάνεις ποτέ από τους κατά την ευσέβεια επιγνώμονες της ακρίβειας να μην επιχειρήσει να εννοήσει ή να εκφράσει τον Θεόν, να επιχειρούν δε πάντοτε όλοι οι ιεροφάντες να νοούν και λέγουν περί της προνοίας και αγαθότητος αυτού, κατά την οποίαν είναι αίτιος όλων των όντων, διότι αυτή είναι απεργαστική των έξωθεν όντων˙ επειδή δε υπάρχει αυτή, έλαβε ύπαρξιν η παραγωγή και υπόστασις των όλων. Διότι η θεία πρόνοια δεν είναι τίποτε άλλο παρά στροφή του Θεού προς τα υποδεέστερα και αγαθή θέλησις. Και αυτή υπήρξε προ των πάντων, ως κοινή πρόνοια των μελλόντων, και εξ αίτιας αυτής όλα παρήχθησαν στον καιρόν τους ως από δημιουργική θέληση και ενέργεια, και εν αυτή συνεκροτήθη το παν ως εις συνεκτική φρουρά και περιληπτική εστία του παντός. Δια ταύτα λοιπόν η μία πρόνοια και αγαθότης, δια την οποία ο Θεός επιμελείται των υποδεεστέρων, δεν είναι μία μόνον, αλλά και πολλές πρόνοιες και αγαθότητες λέγονται από τους θεολόγους.
Άραγε η ουσία του Θεού καθοράται νοούμενη διά των ποιημάτων; Όχι βεβαίως˙ διότι τούτο αποτελεί δείγμα τής παραφροσύνης του Βαρλαάμ και του Ακίνδυνου και πριν από αυτούς τής παραφοράς του Ευνομίου˙ πράγματι και αυτός πριν από αυτούς και σύμφωνα με αυτούς γράφει ότι εκ των ποιημάτων δεν νοείται τίποτε άλλο παρά η ίδια η ουσία του Θεού.
10. Αλλά οι πατέρες λέγουν και φυσικά ιδιώματα τις ενέργειες. Διότι κατά τον εκ Δαμασκού θεολόγο ομολογούμε ότι ό Χριστός έχει κατάλληλα στις δύο φύσεις ιδιώματα, «διπλά τα φυσικά ιδιώματα των δύο φύσεων, και δύο φυσικές θελήσεις, την θεία και την ανθρώπινη, και δύο φυσικές ενέργειες, την θεία και την ανθρώπινη, και δύο αυτεξούσια φυσικά, το θείο και το ανθρώπινο, και σοφία και γνώση επίσης θεία και ανθρώπινη». Δεν θα ήταν ποτέ δυνατό λοιπόν να λεχθούν φύσεις τα φυσικά ιδιώματα, όπως ούτε υποστάσεις τα υποστατικά, τα οποία είναι πολλά περί εκάστην υπόστασιν. Ακόμη εκ της ουσίας προέρχεται η ενέργεια, αλλά όχι εκ της ενεργείας η ουσία. Και η μία μεν είναι αιτία, η δε άλλη αιτιατή, η μία αυθυπόστατος, η δε άλλη καθ' εαυτήν ανυπόστατος· διότι όλες οι ενέργειες είναι περί (γύρω από) την υπερουσιότητα εκείνη. Πράγματι ό,τι λέγεται περί Θεού, τονίζει ο θείος Γρηγόριος Νύσσης, είτε από ανθρώπινη συνήθεια είτε από την αγία Γραφή, υποδηλώνει κάτι γύρω από αυτήν την υπερουσιότητα. Γύρω δε από αυτήν είναι τα πάντα, όχι μόνον τα υπό χρόνον, άλλα και τα υπεραιωνίως νοούμενα θεοπρεπώς επί του Θεού, των οποίων, λέγει ο μέγας Αθανάσιος, «μη γένοιτο να είπω κάτι επίκτητον επί του Πνεύματος». Και πάλιν, «επί του Θεού το Ών και το Θεός και το υπερούσιος και το άπειρος και τα τοιαύτα καλούμε προσηγορίες (ονομασίες), οι οποίες είναι μεν εμφαντικές μερικών από τα θεωρούμενα (παρατηρούμενα) γύρω από αυτόν, δεν είναι όμως δηλωτικά κανενός από τα κατά την ουσίαν και φύσιν αυτού». Ακόμη, «κατ’ ουσίαν μεν ο Θεός είναι αμέθεκτος, κατά δε την θεοποιόν χάριν και ενέργειαν, η οποία και δόξα Θεού καλείται και μετέχεται και βλέπεται από τους αξίους».
Τὸ μυστήριο τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ συνίσταται σε μία ἀΐδια ἔκφανση;;; ἑνότητας καὶ διάκρισης. Ὁ Ἕνας Θεὸς εἶναι τρισυπό στατος καὶ ὁμοούσιος. Ἡ ἑτερότητα τῶν θείων προσώπων εἶναι ἀλληλένδετη μὲ τὴν ὁμοουσιότητά τους. Τὸ ὅτι καθεμία ἀπὸ τὶς θεῖες ὑποστάσεις περιέχει ὁλόκληρη τὴν ἄκτιστη φύση, τὴν ὁμότιμη κοινωνία τῆς θείας οὐσίας, ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ αἰτία ἑνότητας στὴ θεότητα δὲν εἶναι ἀπρόσωπη. Ἐπειδὴ εἶναι προ-σωπική ἡ οὐσία, κατά συνέπεια, καὶ ἡ ὁμοουσιότητα τῶν προ-σώπων εἶναι τρισυπόστατη.
*Αν σὲ ἕνα καθαρῶς ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο, «ἤ γε μὴν οὐσία παρ' ὅσων ἐστὶ μετεχομένη, τοσαύτας καὶ τὰς ὑποστάσεις ἔχει» 366, στη θεολογία τῆς ῾Αγίας Τριάδος τὰ πρόσωπα δὲν μετέχουν, ἀλλὰ κοινωνοῦν στὴ μοναδική θεία οὐσία. Ἡ φυσικὴ ἕνωση τῆς θεότητας ἀνήκει ἀποκλειστικά στις τρεῖς ὑποστάσεις, στο μέτρο ποὺ ἡ τρισυπόστατη οὐσία κοινωνεῖται μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ "Αγιο Πνεῦμα, ἐνῶ παραμένει «παντάπασιν ἀνώ-νυμος καὶ ἀνέκφαντος καὶ ἀμέθεκτος, ὡς ὑπὲρ πᾶσαν ἐπωνυμίαν οὖσαν καὶ ἔκφανσιν καὶ μετοχήν» 367. Η τριαδική καὶ κοινωνική θεότητα δὲν ταυτίζεται ἀποκλειστικά μὲ τὴν τρισυπόστατη θεία οὐσία οὔτε ἐγκλωβίζεται στὰ ὅρια τῆς ἀοριστίας καὶ ἀμεθεξίας της ἀπὸ κάποια ἐσωτερικὴ ἀνάγκη. ᾿Αντίθετα, ὁ ἀπόλυτος καὶ ὑπερβατικὸς κατὰ τὴν οὐσία του Θεός, δίχως καμία φυσικὴ ἢ ἄλ λη τροπή στὸ εἶναι του, ὀνομάζεται, ἐκφαίνεται καὶ μετέχεται ἀπὸ τὰ κτίσματα κατὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς φυσικῆς του ἐνέργειας. "Αλλωστε, ὅπως τονίσθηκε στα προηγούμενα, ἡ κτίση ολόκληρη προέρχεται στὴν ὕπαρξη ἐξ αἰτίας τῆς θείας δημιουργικῆς ἐνέρ γειας. Η πατερική θεολογία καὶ ὁ ἔξοχος ἑρμηνευτὴς καὶ ἀνατό μος της ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, βιώνοντας τὴ ζῶσα ἐμπειρία τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας, τις θεοσημεῖες τοῦ ἄσαρκου Λόγου στην Παλ. Διαθήκη, ποὺ ἐκβάλλουν στὴν κατ' ἐξοχὴν θεοφάνεια τοῦ ἔνσαρκου Λόγου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν ἀδιάκοπη ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐκκλησιαστική κοινότητα καὶ στὴ χαρισματική φωτο-φάνειά του στοὺς ἁγίους, ἀρνοῦνται νὰ ταυτίσουν τὸν ἐνεργοῦν τα στην κτίση καὶ τὴν ἱστορία τρισυπόστατο Θεό ἀποκλειστικά μὲ τὴν οὐσία του.
᾿Απὸ τὴν ἰδιοπροσωπία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ τὴν ταυτότητα τῆς κοινῆς οὐσίας (διά-κριση οὐσίας καὶ ὑποστάσεων) ή θεολογία τῆς ὀρθόδοξης᾿Ανα-τολῆς προχώρησε στὴν καίρια διάκριση τῆς ἀμέθεκτης θείας οὐσίας καὶ τῶν ἀκτίστων ἀλλὰ μεθεκτῶν ἐνεργειών της, έρμη-νεύοντας καὶ διασφαλίζοντας τὴν ἐμπειρία τῆς πραγματικής σχέσεως καὶ θεώσεως τοῦ κτιστοῦ στὸ ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ οἶκο-νομίας. Σχεδόν ὅλος ὁ θεολογικός ἀγώνας τοῦ ἡσυχαστῆ ἁγίου στρέφεται γύρω ἀπὸ τὴν παραπάνω διάκριση καὶ τὶς θεμελιώ-δεις προϋποθέσεις ποὺ τὴν πλαισιώνουν κατὰ τὴν ὀρθόδοξη θεώρηση.
«Τριῶν ὄντων τοῦ Θεοῦ, οὐσίας, ἐνεργείας, τριάδος ὑποστά-σεων θείων» 368. Ο ὢν Θεὸς τῆς βιβλικῆς πίστεως δὲν εἶναι μόνον οὐσία καὶ ὑποστάσεις. «Έχει ὁ Θεὸς καὶ ὁ μὴ ἔστιν οὐσία» 369, τονίζει ὁ Παλαμᾶς ἀναφερόμενος στις ἄκτιστες ἐνέργειες ποὺ ἐκφαίνουν τὴ ζωή τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Κατὰ τὴν παράδοση τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, «ἐνέργειά ἐστιν ἡ δηλωτική πάσης οὐσίας δύναμις ἧς μόνον ἐστέρηται τὸ μὴ ὄν» 370, Ὕπαρξη σημαίνει ἐνεργητικὴ ἔκφανση, κίνηση καὶ ζωή. «Τὸ δὲ ἀνενέργητον καὶ ἀνύπαρκτον» 371. Ἕνας ἀνούσιος, ἀνυπόστατος ἀλλὰ καὶ ἀνενέρ-γητος Θεὸς εἶναι στὴν πραγματικότητα ἕνας ἀνύπαρκτος Θεός. Οἱ ἐνέργειες προέρχονται ἐκ τῆς θείας οὐσίας τὴν ὁποία ἀφο-ροῦν καὶ χαρακτηρίζουν. Ἡ τελευταία, ἐφ' ὅσον συνιστᾶ πηγὴ τῆς ὕπαρξής τους, προηγεῖται ὀντολογικά τῶν θείων ἐνεργειῶν:
*Αν σὲ ἕνα καθαρῶς ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο, «ἤ γε μὴν οὐσία παρ' ὅσων ἐστὶ μετεχομένη, τοσαύτας καὶ τὰς ὑποστάσεις ἔχει» 366, στη θεολογία τῆς ῾Αγίας Τριάδος τὰ πρόσωπα δὲν μετέχουν, ἀλλὰ κοινωνοῦν στὴ μοναδική θεία οὐσία. Ἡ φυσικὴ ἕνωση τῆς θεότητας ἀνήκει ἀποκλειστικά στις τρεῖς ὑποστάσεις, στο μέτρο ποὺ ἡ τρισυπόστατη οὐσία κοινωνεῖται μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ "Αγιο Πνεῦμα, ἐνῶ παραμένει «παντάπασιν ἀνώ-νυμος καὶ ἀνέκφαντος καὶ ἀμέθεκτος, ὡς ὑπὲρ πᾶσαν ἐπωνυμίαν οὖσαν καὶ ἔκφανσιν καὶ μετοχήν» 367. Η τριαδική καὶ κοινωνική θεότητα δὲν ταυτίζεται ἀποκλειστικά μὲ τὴν τρισυπόστατη θεία οὐσία οὔτε ἐγκλωβίζεται στὰ ὅρια τῆς ἀοριστίας καὶ ἀμεθεξίας της ἀπὸ κάποια ἐσωτερικὴ ἀνάγκη. ᾿Αντίθετα, ὁ ἀπόλυτος καὶ ὑπερβατικὸς κατὰ τὴν οὐσία του Θεός, δίχως καμία φυσικὴ ἢ ἄλ λη τροπή στὸ εἶναι του, ὀνομάζεται, ἐκφαίνεται καὶ μετέχεται ἀπὸ τὰ κτίσματα κατὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς φυσικῆς του ἐνέργειας. "Αλλωστε, ὅπως τονίσθηκε στα προηγούμενα, ἡ κτίση ολόκληρη προέρχεται στὴν ὕπαρξη ἐξ αἰτίας τῆς θείας δημιουργικῆς ἐνέρ γειας. Η πατερική θεολογία καὶ ὁ ἔξοχος ἑρμηνευτὴς καὶ ἀνατό μος της ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, βιώνοντας τὴ ζῶσα ἐμπειρία τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας, τις θεοσημεῖες τοῦ ἄσαρκου Λόγου στην Παλ. Διαθήκη, ποὺ ἐκβάλλουν στὴν κατ' ἐξοχὴν θεοφάνεια τοῦ ἔνσαρκου Λόγου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν ἀδιάκοπη ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐκκλησιαστική κοινότητα καὶ στὴ χαρισματική φωτο-φάνειά του στοὺς ἁγίους, ἀρνοῦνται νὰ ταυτίσουν τὸν ἐνεργοῦν τα στην κτίση καὶ τὴν ἱστορία τρισυπόστατο Θεό ἀποκλειστικά μὲ τὴν οὐσία του.
᾿Απὸ τὴν ἰδιοπροσωπία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ τὴν ταυτότητα τῆς κοινῆς οὐσίας (διά-κριση οὐσίας καὶ ὑποστάσεων) ή θεολογία τῆς ὀρθόδοξης᾿Ανα-τολῆς προχώρησε στὴν καίρια διάκριση τῆς ἀμέθεκτης θείας οὐσίας καὶ τῶν ἀκτίστων ἀλλὰ μεθεκτῶν ἐνεργειών της, έρμη-νεύοντας καὶ διασφαλίζοντας τὴν ἐμπειρία τῆς πραγματικής σχέσεως καὶ θεώσεως τοῦ κτιστοῦ στὸ ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ οἶκο-νομίας. Σχεδόν ὅλος ὁ θεολογικός ἀγώνας τοῦ ἡσυχαστῆ ἁγίου στρέφεται γύρω ἀπὸ τὴν παραπάνω διάκριση καὶ τὶς θεμελιώ-δεις προϋποθέσεις ποὺ τὴν πλαισιώνουν κατὰ τὴν ὀρθόδοξη θεώρηση.
«Τριῶν ὄντων τοῦ Θεοῦ, οὐσίας, ἐνεργείας, τριάδος ὑποστά-σεων θείων» 368. Ο ὢν Θεὸς τῆς βιβλικῆς πίστεως δὲν εἶναι μόνον οὐσία καὶ ὑποστάσεις. «Έχει ὁ Θεὸς καὶ ὁ μὴ ἔστιν οὐσία» 369, τονίζει ὁ Παλαμᾶς ἀναφερόμενος στις ἄκτιστες ἐνέργειες ποὺ ἐκφαίνουν τὴ ζωή τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Κατὰ τὴν παράδοση τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, «ἐνέργειά ἐστιν ἡ δηλωτική πάσης οὐσίας δύναμις ἧς μόνον ἐστέρηται τὸ μὴ ὄν» 370, Ὕπαρξη σημαίνει ἐνεργητικὴ ἔκφανση, κίνηση καὶ ζωή. «Τὸ δὲ ἀνενέργητον καὶ ἀνύπαρκτον» 371. Ἕνας ἀνούσιος, ἀνυπόστατος ἀλλὰ καὶ ἀνενέρ-γητος Θεὸς εἶναι στὴν πραγματικότητα ἕνας ἀνύπαρκτος Θεός. Οἱ ἐνέργειες προέρχονται ἐκ τῆς θείας οὐσίας τὴν ὁποία ἀφο-ροῦν καὶ χαρακτηρίζουν. Ἡ τελευταία, ἐφ' ὅσον συνιστᾶ πηγὴ τῆς ὕπαρξής τους, προηγεῖται ὀντολογικά τῶν θείων ἐνεργειῶν:
Γιατί ο Θεός έγινε Άνθρωπος; (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)
"Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος"
«᾿Αλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε σὰν ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, κι ἦταν βέβαια προορισμένος πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φανερώθηκε γιὰ χάρη μας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια»1.
Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς τὸ ὀνόμασε Χριστὸ καὶ τὸ βεβαιώνει μὲ σαφήνεια ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «τὸ μυστικὸ σχέδιο, ποὺ ἦταν κρυμμένο ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, φανερώθηκε τώρα»2, ἐννοώντας δηλαδὴ ὡς τὸν Χριστό, τὸ μυστικὸ σχέδιο μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καὶ ἀκατάληπτη ὑποστασιακὴ ἕνωση τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ταυτότητα πλήρη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ θεότητα ἐξαιτίας τῆς ὑπόστασης καί, κάνοντας μία τὴν ὑπόσταση τὴ σύνθετη ἀπὸ τὰ δύο, χωρὶς ἡ φυσικὴ διαφορὰ τῆς οὐσίας τους νὰ προκαλέσει σ᾿ αὐτὴν καμμιὰ μείωση σὲ ὁτιδήποτε.
Τὸ μυστήριο τοῦτο [τοῦ Χριστοῦ] προγνώριζε ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.
῾Ο Πατέρας γιατὶ ἔτσι εὐδόκησε, ὁ Υἱὸς γιατὶ ἦταν ὁ αὐτουργός, καὶ τὸ Πνεῦμα γιατὶ συνεργαζόταν σ᾿ αὐτό. Γιατὶ εἶναι μία ἡ γνώση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ εἶναι μία καὶ ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμη. Δὲν ἀγνοοῦσε δηλαδὴ ὁ Πατέρας ἢ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, γιατὶ ὑπῆρχε σὲ ὁλόκληρο τὸν Υἱό, ποὺ αὐτουργοῦσε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας μὲ τὴ σάρκωσή Του, ὅλος κατὰ τὴν οὐσία Του ὁ Πατέρας, ὄχι βέβαια μὲ σάρκωσή Του, ἀλλὰ εὐδοκώντας γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν οὐσία Του ὑπῆρχε στὸν Υἱό, ὄχι λαμβάνοντας σάρκα, ἀλλὰ συνεργώντας μὲ τὸν Υἱὸ στὴν ἀπόρρητη γιὰ μᾶς σάρκωσή Του.
Εἴτε λοιπὸν πεῖ κάποιος Χριστό, εἴτε μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τὴν πρόγνωση γι᾿ αὐτὸ κατὰ τὴν οὐσία τὴν ἔχει μόνη ἡ ἁγία Τριάδα, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κι ἄς μὴν ἀναρωτηθεῖ κανένας πῶς ὁ Χριστός, ἐνῶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν ἁγία Τριάδα, γίνεται ἀντικείμενο πρόγνωσής της, ἔχοντας ὑπόψη ὅτι δὲν ἔγινε πρόγνωση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀνθρώπου, ἔγινε δηλαδὴ πρόγνωση τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν σάρκωσής του γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὅ,τι ὑπάρχει αἰώνια ποτὲ δὲν προγνωρίζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο αἰώνιο. Γιατὶ ἡ πρόγνωση γίνεται γιὰ ὅσα ἔχουν ἀρχὴ στὸ εἶναι καὶ γιὰ κάποια αἰτία.
Προγνωρίσθηκε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀπὸ πρὶν ὄχι γι᾿ αὐτὸ ποὺ ἦταν κατὰ φύση γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ φάνηκε ὅτι ἔγινε ἀργότερα γιὰ μᾶς κατ᾿ οἰκονομία. ῎Επρεπε δηλαδὴ ἀληθινὰ ὁ φυσικὸς δημιουργὸς τῆς οὐσίας τῶν ὄντων νὰ γίνει αὐτουργὸς καὶ τῆς κατὰ χάρη θέωσης τῶν δημιουργημάτων, ὥστε ὁ δωρητὴς τοῦ εἶναι νὰ φανεῖ δωρεοδότης καὶ τῆς μακαριότητας. ᾿Επειδὴ λοιπὸν κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν γνωρίζει καθόλου τὸν ἑαυτό του ἢ κάποιο ἄλλο τί εἶναι ὡς πρὸς τὴν οὐσία, εἶναι εὔλογο ὅτι κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν ἔχει κατὰ τὴ φύση τὴν ἱκανότητα πρόγνωσης κανενὸς ἀπὸ ὅσα θὰ γίνουν, πλὴν μόνο ὁ Θεὸς ὁ πάνω ἀπὸ τὰ ὄντα, ποὺ καὶ τὸν ἑαυτό Του γνωρίζει τί εἶναι κατὰ τὴν οὐσία καὶ γιὰ ὅλα ὅσα δημιούργησε καὶ πρὶν ἀκόμα γίνουν εἶχε ἀπὸ πρὶν τὴ γνώση τῆς ὕπαρξής τους κι ἔμελλε κατὰ χάρη νὰ φιλοδωρήσει τὰ ὄντα μὲ τὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ τῶν ἄλλων, τί εἶναι στὴν οὐσία τους, καὶ νὰ φανερώσει τοὺς λόγους ποὺ ὑπάρχουν ἑνιαῖα σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ πρίν.
Τὸ νὰ λένε μερικοὶ ὅμως πὼς ὁ Χριστὸς εἶχε προγνωσθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου ἀπὸ ἐκείνους, στοὺς ὁποίους φανερώθηκε ὕστερα τοὺς τελευταίους καιρούς, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὑπῆρχαν πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου μαζὶ μὲ τὸν προεγνωσμένο Χριστό, αὐτὸν τὸ λόγο σὰν ἐντελῶς ἄσχετο μὲ τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ κάνει συναΐδια μὲ τὸν Θεὸ τὴν οὐσία τῶν λογικῶν ὄντων, τὸν ἀπορρίπτουμε. Γιατὶ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ βρίσκονται μὲ τὸ Χριστό, ἔτσι ὅπως αὐτὸς εἶναι, καὶ πάλι νὰ λείψουν τελείως κάποτε ἀπὸ αὐτόν, ἂν βέβαια εἶναι φυσικὸ νὰ γίνει σ᾿ αὐτὸν ἡ ἀποπεράτωση τῶν αἰώνων καὶ ἡ στάση ὅσων κινοῦνται, μέσα στὴν ὁποία κανένα ἀπολύτως ἀπὸ τὰ ὄντα δὲ θὰ ὑπόκειται σὲ μεταβολή. ῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς κάλεσε τὸν Χριστὸ ἄμωμο καὶ ἄσπιλο, ἐπειδὴ εἶναι κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴ φύση του τελείως ξένος ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ ψυχή του δὲν εἶχε μῶμο κακίας οὔτε τὸ σῶμα του σπίλο τῆς ἁμαρτίας.
῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)
«Ἔτι, ἐκ τῆς οὐσίας ἡ ἐνέργεια, ἀλλ᾽ οὐχὶ καὶ ἡ οὐσία ἐκ τῆς ἐνεργείας. Καὶ ἡ μὲν αἰτία, ἡ δὲ αἰτιατή· καὶ ἡ μὲν αὐθυπό-στατος [ὡς τρισυπόστατος], ἡ δὲ ἀνυπόστατος καθ' ἑαυτήν· περὶ γὰρ τὴν ὑπερουσιότητα ἐκείνην πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι» 372.
Ἡ ὑπαρκτικὴ αὐτὴ ἐξάρτηση τῶν ἐνεργειῶν ἀπὸ τὴ θεία οὐσία ἰσχύει, ἐφ᾽ ὅσον ἡ οὐσία ὑφίσταται προσωπικὰ ὡς αὐ-θυπόστατος. «Τὸ γὰρ μὴ καθ' ἑαυτὸ ὑφεστὼς ἐνεργείας ἔχειν ἢ παρέχειν ἀδύνατον» 373. Κατὰ τὸν Παλαμᾶ, ὅπως οἱ ἐνέργειες ἔχουν αἰτία τὴν τρισυπόστατη οὐσία ὡς ὑπερκείμενη, ὁμοίως στὴν τρισυπόστατη οὐσία ἡ πατρική ὑπόσταση συνιστᾶ πηγή καὶ ρίζα της.[ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΥΣΙΟΣ;] Τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς θεολογικῆς σκέψεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καταδεικνύει ἐξόχως τη δυναμικήὴ σύνδεση τῶν ἐνεργειῶν μὲ τὸ περὶ ῾Αγίας Τριάδος δόγμα: «᾿Αλλὰ καὶ τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν τε καὶ δυνάμεων ἓν τὸ ὑπερκείμενον ὡς αἴτιον, ἡ τρισυπόστατος οὐσία, κάν τῇ τρισυποστάτῳ οὐσίᾳ ἓν τὸ ὑπερκείμενον ὡς αἴτιον, “ἡ πηγαία” κατὰ τὸ μέγα Διονύ-σιον 374 "θεότης”, ἐξ ἧς πρόεισι καὶ εἰς ἣν ἀναφέρεται “τὰ ὑπερούσια φῶτα” τῆς θεότητος»375. Ἡ θεία οὐσία, λοιπόν, στο μέτρο ποὺ περιέχεται ἀπὸ τὰ θεῖα πρόσωπα καὶ ὑπάρχει ὑποστα τικά -τρισυπόστατα, καθίσταται καὶ πηγὴ τῶν ἐνεργειῶν. Κατά συνέπεια, οἱ ἐνέργειες δὲν χωρίζονται ὑπαρκτικὰ ἀπὸ τὴν οὐσία καὶ τὰ πρόσωπα τῆς θεότητος: «Τῶν θείων ἐνεργειῶν [...] περὶ τὴν θείαν φύσιν ἢ τῶν ὑποστάσεων ἑκάστην νοουμένων ἐξ ἀϊδίου» 376. Γι' αὐτὸ τὸν λόγο, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἄκτιστες. Ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, ἐπειδὴ εἶναι προσωπαρ-χική, δὲν εἰσάγει σύνθεση στὴν ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία ἁπλότητα δὲν ταυτίζεται ἐξ ἅπαντος μὲ τὴ φιλοσοφική ἀντί-ληψη τοῦ ἀπολύτως «ἀκινήτου». Τοῦτο ἀνταποκρίνεται περισ-σότερο στη σχολαστικὴ ἀντίληψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὰ πάντα στὸν Θεὸ ἑνοποιοῦνται σὲ μία ἀπόλυτη ἁπλότητα, ἐφ' ὅσον γιὰ τὴ θεμελίωση τῆς ἔννοιας τοῦ Θεοῦ ὡς actus purus oἱ ἰδιότητες καὶ ἡ ἴδια ἡ οὐσία συμπίπτουν μὲ τὸ εἶναι· ἡ ὅποια διάκρισή τους δὲν εἶναι πραγματικὴ ἀλλὰ γίνεται κατ' ἐπίνοιαν καὶ ἀφορᾶ μόνο στὸν ἀνθρώπινο νοῦ ποὺ ἀδυνατεῖ ἐντελῶς νὰ ἐξεικονίσει λογικὰ τὴν ἑνότητα τῆς θείας οὐσίας μὲ τὴν ἀδαπά-νητη πολλαπλότητα τῶν διακεκριμένων ἐνεργειῶν της. Ὁ Θεός τοῦ ἁγίου Γρηγορίου δὲν εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Αριστοτέλη ἢ τοῦ Πλωτίνου, ἀλλὰ ὁ ζῶν καὶ ἀληθινὸς Θεὸς τῆς βιβλικῆς καὶ πατε-ρικῆς παραδόσεως, ἡ φυσικὴ ἑνότητα καὶ κοινωνικότητα τοῦ ὁποίου δὲν ἀντιμάχεται τὴν τριάδα τῶν θείων προσώπων377.
᾿Απαντώντας στην κατηγορία τῶν ἀντιπάλων του ὅτι δῆθεν ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν καταστρέφει τὴ θεία ἁπλότητα, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑποστηρίζει, ἀντίθετα, ὅτι ἡ μὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν προκαλεῖ ὄχι ἁπλῶς σύνθεση ἀλλὰ πολυ-σύνθεση στον Θεό 378. Ἡ θεότητα εἶναι ἁπλὴ ἀλλὰ καὶ πλούσια.
Ὅπως ἡ ὑποστατική διάκριση δὲν ἐμποδίζει τὴν οὐσιαστική ἑνότητα καὶ ἀπλότητα, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐνεργητική διάκριση δὲν εἰσάγει σύνθεση στην τρισυπόστατη θεότητα. Τοῦτο διδάσκει στὸν Παλαμᾶ ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως τῶν ἁγίων. «Καὶ δοξά-ζομεν ἕνα Θεόν, ἐν μιᾷ ἁπλῇ, πλουσίᾳ δ᾽, ἵν' οὕτως εἶπω, καὶ ἀστενοχωρήτῳ θεότητι, καὶ ἀντιδοξαζοίμεθα παρὰ σοῦ ἐν πλουσίᾳ θεώσει καὶ τρισσοφαεί φωτοχυσία» 379.
᾿Αντίθετα ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα, ὁ ζωντανός καὶ κινητικός Θεὸς τῆς ᾿Αποκάλυψης, ὅταν ἐνεργεῖ, οὔτε πάσχει οὔτε ἀλλοιώ-νεται, «ἐπειδὴ μόνος ἀπαθεστάτην ἔχει τὴν ἐνέργειαν» 380. "Όπως ὁ Θεὸς διακρίνεται σὲ οὐσία καὶ ὑποστάσεις, παρομοίως διαφέ-ρουν οἱ ἐνέργειες ἀπὸ τὴν τρισυπόστατη οὐσία καὶ μεταξύ τους. Τοῦτο δὲν προκαλεῖ ἀποξένωση καὶ ἀποχωρισμό στη θεότητα, ἀλλὰ ἔκφραση τῆς θείας κοινωνικότητας που μετέχεται ad extra ἀπὸ τὰ κτίσματα διὰ μέσου τῶν ἀκτίστων ἐνεργειών.
«Μερίζεται γὰρ ἀμερίστως ὁ Θεὸς οὐ κατὰ τὰς ὑποστάσεις μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς κοινάς προόδους τε καὶ ἐνεργείας. [...] Καὶ ὁ μερισμὸς οὐ τομὴ καὶ χωρισμός ἐστιν, ἀλλὰ δια-φορά. Διαφέρει μὲν γὰρ οὐσίας θείας ἡ ὑπόστασις καὶ αἱ τρεῖς ὑποστάσεις πρὸς ἀλλήλας, αἵ τε τοῦ τρισυποστάτου Θεοῦ ἐνέργειαι ἀλλήλων τε καὶ τῆς οὐσίας διαφέρουσιν, ἀλλ' οὐ χωρίζονται ἀλλήλων. Εἷς γὰρ πάντα ταῦτ᾽ ἔστι Θεὸς ἐν μιᾷ οὐσίᾳ τρισυποστάτῳ καὶ παντοδυνάμῳ» 381.
Ἡ διακεκριμένη θεία ἐνέργεια εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴ θεία φύση.[ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ] «Οὐδεὶς γὰρ τῶν εὐσεβεῖν ἡρημένων διεσπασμένην εἶναι νομίζει τῆς θείας φύσεως τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν ἐνέργειαν» 382. Ἡ διάκριση δὲν ἐμποδίζει τὴν[Η ΧΆΡΙΣ ΕΊΝΑΙ ΕΝΈΡΓΕΙΑ;] ἀδιάρρηκτη συμφυΐα καὶ ἕνωσή τους 383. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀνούσιες ἀλλὰ «συνουσιωμένες», ὅπως δὲν εἶναι ἀνούσιες οἱ ὑποστάσεις ἢ ἀνω. και ὑποστάσεων εφαρμόζεται ἀπὸ τὸν ἀθωνίτη θεολόγο καὶ στη υπόστατη ή οὐσία. "Ο,τι διέπει τὴν ἀδιαίρετη διάκριση ουσίας σχέση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν.
«Καὶ ἡ τῆς φύσεως γὰρ αὐτοῦ λαμπρότης, δύναμίς τε καὶ ἐνέργεια καὶ θέλησις τῆς φύσεως ἐκτὸς οὐκ ἔστιν, ἀλλ' οὐδ' ἀνούσιον καὶ ἀνυπόστατόν τι τούτων, οὐχ ὡς οὐσία καὶ ὑπόστασις ἕκαστον ὑπάρχον, ἀλλ' ὡς μὴ χωριστά τῆς τρισυ-ποστάτου φύσεως ἐκείνης, εἰ καὶ ὁ λόγος περὶ αὐτῶν τι λέγειν ἐγχειρῶν δοκεῖ χωρίζειν τὰ ἀχώριστα καθάπερ καὶ ὁπηνίκα περὶ ὑποστάσεως διαλαμβάνει· καίτοι πῶς ἂν εἴη ὑπόστασις ἀνούσιος» 384.[ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΛΑΜΠΡΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΣ; ΠΡΟΟΔΟΣ; ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑ;]
Ἡ πληρότητα τῆς θεότητας συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν οὐσία καὶ τὶς ὑποστάσεις καὶ τὶς ἐνέργειες σε μία ἀδιαίρετη ἑνότητα ἀἴδιας ὕπαρξης καὶ ζωῆς. Καθεμία ἀπὸ τὶς ἀπειράριθμες δυνά μεις ἢ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ προγνωστική, ἡ δημιουργική, ἡ συνεκτική, ἡ θεοποιός καὶ ἁγιαστική κλπ., εἶναι κοινὴ καὶ ἑνιαία στὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ "Αγιο Πνεῦμα, ἐνῶ διὰ μέσου κάθε ἰδιαίτερης ἐνέργειας ὅλος ὁ Θεὸς ὡς τριὰς προ σώπων ἀνοίγεται προσωπικά πρὸς τὴ δημιουργία του, την ὁποία καλεῖ σὲ κοινωνία μαζί του. «Οὐκ ἄρα ἓν μόνον ἄναρχον, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ» 385. ᾿Απέναντι στὸν ἰδιότυπο οὐσιανισμό τοῦ Βαρλαάμ, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀντιτάσσει «τὸ ἑνιαῖον καὶ ἁπλοῦν» τῶν συνημμένων θείων προσώπων «μὴ κατὰ φύσιν τὴν αὐτὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν θέλησιν καὶ δύναμιν καὶ ἐνέργειαν» 386.[ΜΕΤΟΧΗ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ;]
«Ταῦτα γάρ ἐστιν ἡ μία θεότης τῶν τριῶν προσκυνητών προ σώπων, ἡ οὐσία, ἡ θεότης, ἡ δύναμις, ἡ ἐνέργεια καὶ τὰ ταῦτα, οὐχ ὡς ἓν ὄντα καὶ παντάπασιν ἀδιάφορα πρὸς ἄλληλα καὶ οὐσία μόνον πάντα -τοῦτο γὰρ τῆς τοῦ Βαρλαάμ ἐστι παραφροσύνης, ἀλλ' ὡς ἑνιαίως καὶ ἀπαραλλάκτως ἐν πα-τρὶ καὶ υἱῷ καὶ ἁγίῳ πνεύματι θεωρούμενα» 387.[ΑΡΑ;]
Δὲν ὑπάρχουν λοιπὸν ἀδιάφορα μεταξύ τους ἡ οὐσία, οἱ ὑπο-στάσεις καὶ οἱ ἐνέργειες τῆς τριαδικῆς θεότητας, ἀλλ᾽ ἑνώνονται ἀσυγχύτως καὶ διακρίνονται ἀδιαιρέτως. Σχετικά μὲ τὴ θεία οὐσία καὶ τὶς ἐνέργειες ὁ ἅγιος Γρηγόριος θὰ ὑπογραμμίσει ἐπίσης ὅτι «οὐδὲν τῶν σημαινομένων, ὁ μὴ καὶ τοῖς τρισὶν ἐφαρ-μόζεται προσώποις»388. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ὡς φυσικά χαρα-κτηριστικά ἀφοροῦν ἀπαράλλακτα καθένα ἀπὸ τὰ τρία πρό-σωπα, «καθ' ἑκάστην τῶν ἁγίων ὑποστάσεων ἐπίσης θεωρού-μενα καὶ θεολογούμενα»389.[ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ;]
Ἡ διάκριση τοῦ Θεοῦ σὲ οὐσία παντελῶς ἀμέθεκτη καὶ ἐνέρ-γειες μεθεκτές συνιστᾶ τὸ θεμέλιο τῆς θεολογικῆς σκέψεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.[ΤΟ ΘΑΒΩΡ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΕΡΓΟ; ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ;] Τὸ πλαίσιο ὅμως μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο θεωρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἁγιορείτης θεολόγος καὶ ἐξαρτᾶ τὴ διάκριση αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδιαίρετη συσχέτιση τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων καὶ τῶν οὐσιωδῶν ἐνεργειῶν, καθόσον ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν δὲν εἶναι ἀφηρημένη, δὲν ὑφίσταται, δηλαδή, ἐρήμην τῶν θείων προσώπων. ᾿Αντίθετα ἀπὸ τὶς αἰτιάσεις συγχρόνων ἐπικριτῶν τῆς «παλαμικῆς» σκέψεως 390, τοῦτο καταδεικνύει ὅτι οἱ ἐνέργειες δὲν εἶναι ἀπρόσωπες ἐκφάνσεις τῆς ὑπερβατικῆς θεότητας μέσα στὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία, ποὺ πανθεϊστικὰ ἀντικαθιστοῦν καὶ συσκοτίζουν, ἂν δὲν ἀφανίζουν πλήρως, τὸν σωτηριολογικό ρόλο καὶ τὴν τάξη τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων (Entfunktionalisierung) τῶν προσώπων τῆς ᾿Αγίας Τριάδος δέν στην Οἰκονομία. Καμία, ἀπολύτως, «ἀπολειτουργικοποίηση ὑφίσταται, γιατί ἀκριβῶς ἡ περὶ ἐνεργειών διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμά -διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων- προϋποθέτει καὶ ἀναδεικνύει τὸν οἶκονομικό ρόλο τῶν θείων ὑποστάσεων στην κτίση καὶ τὴν ἱστορία, που φανερώνον-ται ένεργητικά καὶ παντοδύναμα 391 καὶ ἀποτελοῦν κυριολεκτικά τὴν αἰτία τῆς ὕπαρξης ἀλλὰ καὶ τῆς έκφανσης πρὸς τὴν οἰκο-νομία τῶν τριαδικῶν ἐνεργειῶν.
* Αν ὅμως οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες εἶναι κοινὲς καὶ στὰ τρία πρό σωπα τῆς θεότητας, τοῦτο ὀφείλεται στὸ ὅτι εἶναι ἀνυπόστατες καὶ ὄχι ἰδιοσύστατες καθαυτές 392. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος διακρίνει τὶς θεῖες ὑποστάσεις, ὡς αὐθυπόστατες ἢ ἐνυπόστατες, ἀπὸ τὶς ἐνέργειες, ποὺ εἶναι ἀνυπόστατες καὶ ἀνύπαρκτες καθαυτές, ὑπαρκτές καὶ ἐνυπόστατες ὅμως ὅταν θεωροῦνται στὴν τρισυπό στατη οὐσία: «Τῶν ἐνθεωρουμένων τοιγαροῦν τοῖς τρισὶν ἐνεργειῶν ἐστι καὶ ἡ θεότης, ἀλλ' οὐ τῶν ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει ὄντων, εἰ καὶ μὴ χωρίς ἐστιν αὐτῶν. Πλὴν γὰρ ἐκείνων τῶν τριῶν οὐδὲν ἐνυπό-στατον ἐν τῷ Θεῷ, δηλονότι αὐθυπόστατον»393. «οὐ γὰρ ἐν ἰδίᾳ ποτ' ἂν ὑποστάσει διατελοίη τοιαύτη δύναμις ἢ ἐνέρ γεια, ἡ τοῦτο δὴ μόνον οὖσα, τρισυπόστατος δὲ ἡ ἀνωτάτω οὐσία» 394
Οἱ ὅροι «αὐθυπόστατον» καὶ «ἐνυπόστατον» ἐφαρμόζονται ἀπολύτως μόνο ἀναφορικὰ πρὸς τὶς θεῖες ὑποστάσεις. Αὐθυπό-στατη εἶναι ἡ ὕπαρξη μιᾶς ἰδιαίτερης ὑποστάσεως, «τὸ ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει ὄν». Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ "Άγιο Πνεῦμα, ἐφ' ὅσον ἀποτελοῦν ἰδιαίτερες ὑποστάσεις, εἶναι αὐθυπόστατα πρόσωπα. Ἡ αὐθυπόστατη ὕπαρξη ὀνομάζεται καὶ ἐνυπόστατη, ὅταν ὑπάρχει σὲ σχέση καὶ ἀναφορὰ πρὸς ἄλλη ὑπόσταση 395. Οἱ ἀντί-παλοι τοῦ Παλαμᾶ, ἀρνούμενοι τὴν ὕπαρξη τῶν ἀκτίστων ἐνερ-γειῶν στὸν Θεό, ἔθεταν τὸ ἑξῆς δίλημμα: ἢ οἱ ἐνέργειες ταυτί-ζονται μὲ τὶς ὑποστάσεις ἢ τὰ ὑποστατικά χαρακτηριστικά, καὶ ἔτσι μόνο μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν αὐθυπόστατες 396, ἢ εἶναι ἀνούσια καὶ ἀνυπόστατα, δηλαδή κτιστὰ ἐνεργήματα «καὶ οὕτω τῆς θείας οὐσίας ἀλλότρια καὶ ὑφειμένα» 397. Γιὰ τὸν ἅγιο Γρη-γόριο οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ὄχι μόνο δὲν εἶναι «καθ' ἑαυτὰς ὑφε-στηκυῖαι», ὅπως νόμιζε ὁ Γρηγόριος ᾿Ακίνδυνος 398, ἀλλὰ οὔτε καὶ ταυτίζονται μὲ τὶς θεῖες ὑποστάσεις. «Οὐδὲ τὸν υἱὸν ἢ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον εἶναι, εἰ καὶ μὴ ἐκτός ἐστιν αὐτῶν» 399. Οἱ ἐνέρ-γειες εἶναι κοινὲς στὴν ῾Αγία Τριάδα, «χωρὶς τῶν ὑποστατικῶν ἰδιοτήτων» 400. * Αν οἱ ἐνέργειες δὲν ἦσαν φυσικὲς ἀλλὰ ἰδιώματα τῶν ὑποστάσεων, τότε τὸ θέλημα τῶν προσώπων τῆς θεότητας θὰ ἦταν ξεχωριστὸ γιὰ τὸ καθένα καί, κατά συνέπεια, θὰ ἐνερ-γοῦσαν ὡς «ἑτερόβουλα» καὶ «ἑτερόγνωμα» 401. ῎Αλλωστε καὶ οἱ ὑποστατικές ἰδιότητες δὲν ὑφίστανται αὐθυποστάτως, δίχως τὰ θεῖα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν ἰδιαιτέρως. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ὀνομάζονται μαζὶ δύναμη καὶ ἐνέρ-γεια μόνο ἐφ' ὅσον «συνεπινοοῦμεν ἢ καὶ συνεκφωνοῦμεν τὸ ἐνυπόστατον», δηλαδὴ μὲ τὴν προϋπόθεση ότι ἀποτελοῦν αὐ θυπόστατα πρόσωπα. Τοῦτο ἀποκαλύπτει καὶ τὴν κοινή χρήση καὶ κατοχὴ τῶν ἐνεργειῶν ἀπὸ τὰ θεῖα πρόσωπα.
«Εστι μὲν οὖν ἔκαστον τῶν τριῶν προσώπων ύφεστώσα δύ ναμις, οὐ μὴν διὰ τοῦ κεχώρισται αὐτῶν ἡ κοινώς τούτοις ἐνθεωρουμένη δύναμις, ἀλλὰ διὰ τὸ ἔχειν ταύτην ἀπα ραλλάκτως ἔκαστόν τε καὶ ὁμοῦ ταῦτα δύναμις καλεῖται 400
Κατὰ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες 104, τοὺς ὁποίους ἀκολουθεῖ ὁ Παλαμᾶς, ὑφίσταται μία σαφής διάκριση ὑποστάσεων καὶ ἐνεργειών, παράλληλα ὅμως καὶ ἕνας δυναμικός σύνδεσμος μεταξύ τους. Κάθε θεῖο πρόσωπο εἶναι δύναμη -ἐνέργεια ὡς αὐ θυπόστατη καὶ διακεκριμένη ὕπαρξη, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ ἐνυπάρχουσα σ' αὐτὰ δύναμη ἢ ἐνέργεια δὲν διαφέρει ἀπὸ πρό-σωπο σε πρόσωπο ἀλλὰ κατέχεται καὶ ἐκδηλώνεται ἀπαράλλα κτα ἀπὸ τὸ καθένα καὶ μαζί. Ἔτσι καθένα ἀπὸ τὰ θεῖα πρόσωπα δὲν εἶναι ἐνέργεια ἀλλὰ τὸ καθένα καὶ τὰ τρία μαζὶ ἐκ τῆς κοινῆς θείας οὐσίας ἐνεργοῦν, ἐκφαίνουν καὶ κοινοποιοῦν πρὸς τὴν κτίση τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά τους. Ἡ προϋπόθεση αὐτὴ θέτει τὸ πλαίσιο τῆς περὶ ἐνεργειῶν διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Τὰ θεῖα πρόσωπα εἶναι ἐνούσια ὡς αὐθυπόστατες ὑπάρξεις, ἐνῶ οἱ δυνάμεις ἢ ἐνέργειές τους δὲν εἶναι αὐτόνομες καὶ ἰδιοσύ στατες ὀντότητες ἀλλ' ἐξαρτῶνται ὑπαρκτικά, ἐν-υπάρχουν στις θεῖες ὑποστάσεις. Διὰ μέσου τῶν ὑποστάσεων οἱ ἀνυπόστατες ἐνέργειες καθ' αὐτὲς δὲν εἶναι ἀνύπαρκτα «ὀνόματα κενά πραγ- μάτων» ἀλλὰ «ὄντα καὶ ἄκτιστα ταυτὶ καὶ πράγματα ἔστιν» 406. Ἡ θεολογία τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν εἶναι ἡ ζῶσα πραγματι κότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας. Σύμφωνα μὲ τὸν θεολόγο τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης, ὁ σύνδεσμος τῶν ἐνεργειῶν μὲ τὴν Τριαδολογία ἐφαρμόζεται κυρίως στη Χριστολογία ή, καλύ τερα, ὁ χριστολογικὸς ἐνεργητισμός ἐπεκτείνεται στην Τριαδο λογία, φωτίζοντας το μυστήριο τῆς διαλεκτικῆς κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Μὲ βάση τὸν χριστολογικό ἐνεργητισμό, ὅπως ἀπο-κρυσταλλώθηκε τελικά στὸν θεολογικό ἀγώνα τοῦ ἁγίου Μαξί-μου Ὁμολογητή 406, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «ἐνυπόστατον» μέσα ἀπὸ τὴ νέα ἑρμηνεία, ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὸ χριστολογικό δόγμα: Στις δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ἔχουμε διπλὰ φυσικὰ ἰδιώματα καὶ χαρακτηρι-στικά· δύο φυσικές θελήσεις, δύο φυσικές ἐνέργειες, δύο φυσικά αὐτεξούσια 407 κλπ. Τὰ φυσικὰ αὐτὰ ἰδιώματα δὲν ταυτίζονται μὲ Movo τις φύσεις οὔτε εἶναι ὑποστατικά. Στὴ θεία υποσταση γενούς ποὺ ἐνανθρώπησε εἶναι παρούσα καὶ φανερώνεται όλη ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Κατὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὴν ὑπόσταση τοῦ Θεανθρώπου όχι μόνον ὁ Θεὸς δὲν ἀποκαλύπτεται ἀνυπόστατος, ἀλλὰ διὰ μέσου τῆς μιᾶς ὑποστάσεως του ή κοινή δύναμη καὶ ἐνεργητική ἔκφανση τῆς θείας οὐσίας διαπερνᾶ καὶ μετέχεται ἀσυγχύτως ἀπὸ τὸ κτιστό πρόσλημμα.
«Όλου σαρκωθέντος τοῦ θεοῦ καὶ οὕτως ὅλῳ μοι ἀτρέπτως ὅλος ἤνωται, προξενῶν μοι τὴν σωτηρίαν διὰ τοῦ πάθους τῆς σαρκός, τουτέστιν ἡ θεία φύσις καὶ πᾶσα δύναμις καὶ ἐνέρ γεια ἐν μιᾷ τῶν θείων ὑποστάσεων [...] Καὶ οὕτω δι᾽ ἑκάστης τούτων τῶν ἐνεργειῶν ὅλος ὁ θεὸς μετέχεται καὶ δι' ἑκάστης ὅλος ὀνομάζεται. Τις ὅλος: Ὁ πατήρ καὶ ὁ υἱὸς καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἄγιον» 408.
Ἡ ὑπαρκτικὴ αὐτὴ ἐξάρτηση τῶν ἐνεργειῶν ἀπὸ τὴ θεία οὐσία ἰσχύει, ἐφ᾽ ὅσον ἡ οὐσία ὑφίσταται προσωπικὰ ὡς αὐ-θυπόστατος. «Τὸ γὰρ μὴ καθ' ἑαυτὸ ὑφεστὼς ἐνεργείας ἔχειν ἢ παρέχειν ἀδύνατον» 373. Κατὰ τὸν Παλαμᾶ, ὅπως οἱ ἐνέργειες ἔχουν αἰτία τὴν τρισυπόστατη οὐσία ὡς ὑπερκείμενη, ὁμοίως στὴν τρισυπόστατη οὐσία ἡ πατρική ὑπόσταση συνιστᾶ πηγή καὶ ρίζα της.[ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΥΣΙΟΣ;] Τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς θεολογικῆς σκέψεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καταδεικνύει ἐξόχως τη δυναμικήὴ σύνδεση τῶν ἐνεργειῶν μὲ τὸ περὶ ῾Αγίας Τριάδος δόγμα: «᾿Αλλὰ καὶ τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν τε καὶ δυνάμεων ἓν τὸ ὑπερκείμενον ὡς αἴτιον, ἡ τρισυπόστατος οὐσία, κάν τῇ τρισυποστάτῳ οὐσίᾳ ἓν τὸ ὑπερκείμενον ὡς αἴτιον, “ἡ πηγαία” κατὰ τὸ μέγα Διονύ-σιον 374 "θεότης”, ἐξ ἧς πρόεισι καὶ εἰς ἣν ἀναφέρεται “τὰ ὑπερούσια φῶτα” τῆς θεότητος»375. Ἡ θεία οὐσία, λοιπόν, στο μέτρο ποὺ περιέχεται ἀπὸ τὰ θεῖα πρόσωπα καὶ ὑπάρχει ὑποστα τικά -τρισυπόστατα, καθίσταται καὶ πηγὴ τῶν ἐνεργειῶν. Κατά συνέπεια, οἱ ἐνέργειες δὲν χωρίζονται ὑπαρκτικὰ ἀπὸ τὴν οὐσία καὶ τὰ πρόσωπα τῆς θεότητος: «Τῶν θείων ἐνεργειῶν [...] περὶ τὴν θείαν φύσιν ἢ τῶν ὑποστάσεων ἑκάστην νοουμένων ἐξ ἀϊδίου» 376. Γι' αὐτὸ τὸν λόγο, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἄκτιστες. Ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, ἐπειδὴ εἶναι προσωπαρ-χική, δὲν εἰσάγει σύνθεση στὴν ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία ἁπλότητα δὲν ταυτίζεται ἐξ ἅπαντος μὲ τὴ φιλοσοφική ἀντί-ληψη τοῦ ἀπολύτως «ἀκινήτου». Τοῦτο ἀνταποκρίνεται περισ-σότερο στη σχολαστικὴ ἀντίληψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὰ πάντα στὸν Θεὸ ἑνοποιοῦνται σὲ μία ἀπόλυτη ἁπλότητα, ἐφ' ὅσον γιὰ τὴ θεμελίωση τῆς ἔννοιας τοῦ Θεοῦ ὡς actus purus oἱ ἰδιότητες καὶ ἡ ἴδια ἡ οὐσία συμπίπτουν μὲ τὸ εἶναι· ἡ ὅποια διάκρισή τους δὲν εἶναι πραγματικὴ ἀλλὰ γίνεται κατ' ἐπίνοιαν καὶ ἀφορᾶ μόνο στὸν ἀνθρώπινο νοῦ ποὺ ἀδυνατεῖ ἐντελῶς νὰ ἐξεικονίσει λογικὰ τὴν ἑνότητα τῆς θείας οὐσίας μὲ τὴν ἀδαπά-νητη πολλαπλότητα τῶν διακεκριμένων ἐνεργειῶν της. Ὁ Θεός τοῦ ἁγίου Γρηγορίου δὲν εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Αριστοτέλη ἢ τοῦ Πλωτίνου, ἀλλὰ ὁ ζῶν καὶ ἀληθινὸς Θεὸς τῆς βιβλικῆς καὶ πατε-ρικῆς παραδόσεως, ἡ φυσικὴ ἑνότητα καὶ κοινωνικότητα τοῦ ὁποίου δὲν ἀντιμάχεται τὴν τριάδα τῶν θείων προσώπων377.
᾿Απαντώντας στην κατηγορία τῶν ἀντιπάλων του ὅτι δῆθεν ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν καταστρέφει τὴ θεία ἁπλότητα, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑποστηρίζει, ἀντίθετα, ὅτι ἡ μὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν προκαλεῖ ὄχι ἁπλῶς σύνθεση ἀλλὰ πολυ-σύνθεση στον Θεό 378. Ἡ θεότητα εἶναι ἁπλὴ ἀλλὰ καὶ πλούσια.
Ὅπως ἡ ὑποστατική διάκριση δὲν ἐμποδίζει τὴν οὐσιαστική ἑνότητα καὶ ἀπλότητα, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐνεργητική διάκριση δὲν εἰσάγει σύνθεση στην τρισυπόστατη θεότητα. Τοῦτο διδάσκει στὸν Παλαμᾶ ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως τῶν ἁγίων. «Καὶ δοξά-ζομεν ἕνα Θεόν, ἐν μιᾷ ἁπλῇ, πλουσίᾳ δ᾽, ἵν' οὕτως εἶπω, καὶ ἀστενοχωρήτῳ θεότητι, καὶ ἀντιδοξαζοίμεθα παρὰ σοῦ ἐν πλουσίᾳ θεώσει καὶ τρισσοφαεί φωτοχυσία» 379.
᾿Αντίθετα ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα, ὁ ζωντανός καὶ κινητικός Θεὸς τῆς ᾿Αποκάλυψης, ὅταν ἐνεργεῖ, οὔτε πάσχει οὔτε ἀλλοιώ-νεται, «ἐπειδὴ μόνος ἀπαθεστάτην ἔχει τὴν ἐνέργειαν» 380. "Όπως ὁ Θεὸς διακρίνεται σὲ οὐσία καὶ ὑποστάσεις, παρομοίως διαφέ-ρουν οἱ ἐνέργειες ἀπὸ τὴν τρισυπόστατη οὐσία καὶ μεταξύ τους. Τοῦτο δὲν προκαλεῖ ἀποξένωση καὶ ἀποχωρισμό στη θεότητα, ἀλλὰ ἔκφραση τῆς θείας κοινωνικότητας που μετέχεται ad extra ἀπὸ τὰ κτίσματα διὰ μέσου τῶν ἀκτίστων ἐνεργειών.
«Μερίζεται γὰρ ἀμερίστως ὁ Θεὸς οὐ κατὰ τὰς ὑποστάσεις μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς κοινάς προόδους τε καὶ ἐνεργείας. [...] Καὶ ὁ μερισμὸς οὐ τομὴ καὶ χωρισμός ἐστιν, ἀλλὰ δια-φορά. Διαφέρει μὲν γὰρ οὐσίας θείας ἡ ὑπόστασις καὶ αἱ τρεῖς ὑποστάσεις πρὸς ἀλλήλας, αἵ τε τοῦ τρισυποστάτου Θεοῦ ἐνέργειαι ἀλλήλων τε καὶ τῆς οὐσίας διαφέρουσιν, ἀλλ' οὐ χωρίζονται ἀλλήλων. Εἷς γὰρ πάντα ταῦτ᾽ ἔστι Θεὸς ἐν μιᾷ οὐσίᾳ τρισυποστάτῳ καὶ παντοδυνάμῳ» 381.
Ἡ διακεκριμένη θεία ἐνέργεια εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴ θεία φύση.[ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ] «Οὐδεὶς γὰρ τῶν εὐσεβεῖν ἡρημένων διεσπασμένην εἶναι νομίζει τῆς θείας φύσεως τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν ἐνέργειαν» 382. Ἡ διάκριση δὲν ἐμποδίζει τὴν[Η ΧΆΡΙΣ ΕΊΝΑΙ ΕΝΈΡΓΕΙΑ;] ἀδιάρρηκτη συμφυΐα καὶ ἕνωσή τους 383. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀνούσιες ἀλλὰ «συνουσιωμένες», ὅπως δὲν εἶναι ἀνούσιες οἱ ὑποστάσεις ἢ ἀνω. και ὑποστάσεων εφαρμόζεται ἀπὸ τὸν ἀθωνίτη θεολόγο καὶ στη υπόστατη ή οὐσία. "Ο,τι διέπει τὴν ἀδιαίρετη διάκριση ουσίας σχέση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν.
«Καὶ ἡ τῆς φύσεως γὰρ αὐτοῦ λαμπρότης, δύναμίς τε καὶ ἐνέργεια καὶ θέλησις τῆς φύσεως ἐκτὸς οὐκ ἔστιν, ἀλλ' οὐδ' ἀνούσιον καὶ ἀνυπόστατόν τι τούτων, οὐχ ὡς οὐσία καὶ ὑπόστασις ἕκαστον ὑπάρχον, ἀλλ' ὡς μὴ χωριστά τῆς τρισυ-ποστάτου φύσεως ἐκείνης, εἰ καὶ ὁ λόγος περὶ αὐτῶν τι λέγειν ἐγχειρῶν δοκεῖ χωρίζειν τὰ ἀχώριστα καθάπερ καὶ ὁπηνίκα περὶ ὑποστάσεως διαλαμβάνει· καίτοι πῶς ἂν εἴη ὑπόστασις ἀνούσιος» 384.[ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΛΑΜΠΡΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΣ; ΠΡΟΟΔΟΣ; ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑ;]
Ἡ πληρότητα τῆς θεότητας συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν οὐσία καὶ τὶς ὑποστάσεις καὶ τὶς ἐνέργειες σε μία ἀδιαίρετη ἑνότητα ἀἴδιας ὕπαρξης καὶ ζωῆς. Καθεμία ἀπὸ τὶς ἀπειράριθμες δυνά μεις ἢ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ προγνωστική, ἡ δημιουργική, ἡ συνεκτική, ἡ θεοποιός καὶ ἁγιαστική κλπ., εἶναι κοινὴ καὶ ἑνιαία στὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ "Αγιο Πνεῦμα, ἐνῶ διὰ μέσου κάθε ἰδιαίτερης ἐνέργειας ὅλος ὁ Θεὸς ὡς τριὰς προ σώπων ἀνοίγεται προσωπικά πρὸς τὴ δημιουργία του, την ὁποία καλεῖ σὲ κοινωνία μαζί του. «Οὐκ ἄρα ἓν μόνον ἄναρχον, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ» 385. ᾿Απέναντι στὸν ἰδιότυπο οὐσιανισμό τοῦ Βαρλαάμ, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀντιτάσσει «τὸ ἑνιαῖον καὶ ἁπλοῦν» τῶν συνημμένων θείων προσώπων «μὴ κατὰ φύσιν τὴν αὐτὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν θέλησιν καὶ δύναμιν καὶ ἐνέργειαν» 386.[ΜΕΤΟΧΗ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ;]
«Ταῦτα γάρ ἐστιν ἡ μία θεότης τῶν τριῶν προσκυνητών προ σώπων, ἡ οὐσία, ἡ θεότης, ἡ δύναμις, ἡ ἐνέργεια καὶ τὰ ταῦτα, οὐχ ὡς ἓν ὄντα καὶ παντάπασιν ἀδιάφορα πρὸς ἄλληλα καὶ οὐσία μόνον πάντα -τοῦτο γὰρ τῆς τοῦ Βαρλαάμ ἐστι παραφροσύνης, ἀλλ' ὡς ἑνιαίως καὶ ἀπαραλλάκτως ἐν πα-τρὶ καὶ υἱῷ καὶ ἁγίῳ πνεύματι θεωρούμενα» 387.[ΑΡΑ;]
Δὲν ὑπάρχουν λοιπὸν ἀδιάφορα μεταξύ τους ἡ οὐσία, οἱ ὑπο-στάσεις καὶ οἱ ἐνέργειες τῆς τριαδικῆς θεότητας, ἀλλ᾽ ἑνώνονται ἀσυγχύτως καὶ διακρίνονται ἀδιαιρέτως. Σχετικά μὲ τὴ θεία οὐσία καὶ τὶς ἐνέργειες ὁ ἅγιος Γρηγόριος θὰ ὑπογραμμίσει ἐπίσης ὅτι «οὐδὲν τῶν σημαινομένων, ὁ μὴ καὶ τοῖς τρισὶν ἐφαρ-μόζεται προσώποις»388. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ὡς φυσικά χαρα-κτηριστικά ἀφοροῦν ἀπαράλλακτα καθένα ἀπὸ τὰ τρία πρό-σωπα, «καθ' ἑκάστην τῶν ἁγίων ὑποστάσεων ἐπίσης θεωρού-μενα καὶ θεολογούμενα»389.[ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ;]
Ἡ διάκριση τοῦ Θεοῦ σὲ οὐσία παντελῶς ἀμέθεκτη καὶ ἐνέρ-γειες μεθεκτές συνιστᾶ τὸ θεμέλιο τῆς θεολογικῆς σκέψεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.[ΤΟ ΘΑΒΩΡ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΕΡΓΟ; ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ;] Τὸ πλαίσιο ὅμως μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο θεωρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἁγιορείτης θεολόγος καὶ ἐξαρτᾶ τὴ διάκριση αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδιαίρετη συσχέτιση τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων καὶ τῶν οὐσιωδῶν ἐνεργειῶν, καθόσον ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν δὲν εἶναι ἀφηρημένη, δὲν ὑφίσταται, δηλαδή, ἐρήμην τῶν θείων προσώπων. ᾿Αντίθετα ἀπὸ τὶς αἰτιάσεις συγχρόνων ἐπικριτῶν τῆς «παλαμικῆς» σκέψεως 390, τοῦτο καταδεικνύει ὅτι οἱ ἐνέργειες δὲν εἶναι ἀπρόσωπες ἐκφάνσεις τῆς ὑπερβατικῆς θεότητας μέσα στὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία, ποὺ πανθεϊστικὰ ἀντικαθιστοῦν καὶ συσκοτίζουν, ἂν δὲν ἀφανίζουν πλήρως, τὸν σωτηριολογικό ρόλο καὶ τὴν τάξη τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων (Entfunktionalisierung) τῶν προσώπων τῆς ᾿Αγίας Τριάδος δέν στην Οἰκονομία. Καμία, ἀπολύτως, «ἀπολειτουργικοποίηση ὑφίσταται, γιατί ἀκριβῶς ἡ περὶ ἐνεργειών διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμά -διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων- προϋποθέτει καὶ ἀναδεικνύει τὸν οἶκονομικό ρόλο τῶν θείων ὑποστάσεων στην κτίση καὶ τὴν ἱστορία, που φανερώνον-ται ένεργητικά καὶ παντοδύναμα 391 καὶ ἀποτελοῦν κυριολεκτικά τὴν αἰτία τῆς ὕπαρξης ἀλλὰ καὶ τῆς έκφανσης πρὸς τὴν οἰκο-νομία τῶν τριαδικῶν ἐνεργειῶν.
* Αν ὅμως οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες εἶναι κοινὲς καὶ στὰ τρία πρό σωπα τῆς θεότητας, τοῦτο ὀφείλεται στὸ ὅτι εἶναι ἀνυπόστατες καὶ ὄχι ἰδιοσύστατες καθαυτές 392. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος διακρίνει τὶς θεῖες ὑποστάσεις, ὡς αὐθυπόστατες ἢ ἐνυπόστατες, ἀπὸ τὶς ἐνέργειες, ποὺ εἶναι ἀνυπόστατες καὶ ἀνύπαρκτες καθαυτές, ὑπαρκτές καὶ ἐνυπόστατες ὅμως ὅταν θεωροῦνται στὴν τρισυπό στατη οὐσία: «Τῶν ἐνθεωρουμένων τοιγαροῦν τοῖς τρισὶν ἐνεργειῶν ἐστι καὶ ἡ θεότης, ἀλλ' οὐ τῶν ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει ὄντων, εἰ καὶ μὴ χωρίς ἐστιν αὐτῶν. Πλὴν γὰρ ἐκείνων τῶν τριῶν οὐδὲν ἐνυπό-στατον ἐν τῷ Θεῷ, δηλονότι αὐθυπόστατον»393. «οὐ γὰρ ἐν ἰδίᾳ ποτ' ἂν ὑποστάσει διατελοίη τοιαύτη δύναμις ἢ ἐνέρ γεια, ἡ τοῦτο δὴ μόνον οὖσα, τρισυπόστατος δὲ ἡ ἀνωτάτω οὐσία» 394
Οἱ ὅροι «αὐθυπόστατον» καὶ «ἐνυπόστατον» ἐφαρμόζονται ἀπολύτως μόνο ἀναφορικὰ πρὸς τὶς θεῖες ὑποστάσεις. Αὐθυπό-στατη εἶναι ἡ ὕπαρξη μιᾶς ἰδιαίτερης ὑποστάσεως, «τὸ ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει ὄν». Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ "Άγιο Πνεῦμα, ἐφ' ὅσον ἀποτελοῦν ἰδιαίτερες ὑποστάσεις, εἶναι αὐθυπόστατα πρόσωπα. Ἡ αὐθυπόστατη ὕπαρξη ὀνομάζεται καὶ ἐνυπόστατη, ὅταν ὑπάρχει σὲ σχέση καὶ ἀναφορὰ πρὸς ἄλλη ὑπόσταση 395. Οἱ ἀντί-παλοι τοῦ Παλαμᾶ, ἀρνούμενοι τὴν ὕπαρξη τῶν ἀκτίστων ἐνερ-γειῶν στὸν Θεό, ἔθεταν τὸ ἑξῆς δίλημμα: ἢ οἱ ἐνέργειες ταυτί-ζονται μὲ τὶς ὑποστάσεις ἢ τὰ ὑποστατικά χαρακτηριστικά, καὶ ἔτσι μόνο μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν αὐθυπόστατες 396, ἢ εἶναι ἀνούσια καὶ ἀνυπόστατα, δηλαδή κτιστὰ ἐνεργήματα «καὶ οὕτω τῆς θείας οὐσίας ἀλλότρια καὶ ὑφειμένα» 397. Γιὰ τὸν ἅγιο Γρη-γόριο οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ὄχι μόνο δὲν εἶναι «καθ' ἑαυτὰς ὑφε-στηκυῖαι», ὅπως νόμιζε ὁ Γρηγόριος ᾿Ακίνδυνος 398, ἀλλὰ οὔτε καὶ ταυτίζονται μὲ τὶς θεῖες ὑποστάσεις. «Οὐδὲ τὸν υἱὸν ἢ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον εἶναι, εἰ καὶ μὴ ἐκτός ἐστιν αὐτῶν» 399. Οἱ ἐνέρ-γειες εἶναι κοινὲς στὴν ῾Αγία Τριάδα, «χωρὶς τῶν ὑποστατικῶν ἰδιοτήτων» 400. * Αν οἱ ἐνέργειες δὲν ἦσαν φυσικὲς ἀλλὰ ἰδιώματα τῶν ὑποστάσεων, τότε τὸ θέλημα τῶν προσώπων τῆς θεότητας θὰ ἦταν ξεχωριστὸ γιὰ τὸ καθένα καί, κατά συνέπεια, θὰ ἐνερ-γοῦσαν ὡς «ἑτερόβουλα» καὶ «ἑτερόγνωμα» 401. ῎Αλλωστε καὶ οἱ ὑποστατικές ἰδιότητες δὲν ὑφίστανται αὐθυποστάτως, δίχως τὰ θεῖα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν ἰδιαιτέρως. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ὀνομάζονται μαζὶ δύναμη καὶ ἐνέρ-γεια μόνο ἐφ' ὅσον «συνεπινοοῦμεν ἢ καὶ συνεκφωνοῦμεν τὸ ἐνυπόστατον», δηλαδὴ μὲ τὴν προϋπόθεση ότι ἀποτελοῦν αὐ θυπόστατα πρόσωπα. Τοῦτο ἀποκαλύπτει καὶ τὴν κοινή χρήση καὶ κατοχὴ τῶν ἐνεργειῶν ἀπὸ τὰ θεῖα πρόσωπα.
«Εστι μὲν οὖν ἔκαστον τῶν τριῶν προσώπων ύφεστώσα δύ ναμις, οὐ μὴν διὰ τοῦ κεχώρισται αὐτῶν ἡ κοινώς τούτοις ἐνθεωρουμένη δύναμις, ἀλλὰ διὰ τὸ ἔχειν ταύτην ἀπα ραλλάκτως ἔκαστόν τε καὶ ὁμοῦ ταῦτα δύναμις καλεῖται 400
Κατὰ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες 104, τοὺς ὁποίους ἀκολουθεῖ ὁ Παλαμᾶς, ὑφίσταται μία σαφής διάκριση ὑποστάσεων καὶ ἐνεργειών, παράλληλα ὅμως καὶ ἕνας δυναμικός σύνδεσμος μεταξύ τους. Κάθε θεῖο πρόσωπο εἶναι δύναμη -ἐνέργεια ὡς αὐ θυπόστατη καὶ διακεκριμένη ὕπαρξη, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ ἐνυπάρχουσα σ' αὐτὰ δύναμη ἢ ἐνέργεια δὲν διαφέρει ἀπὸ πρό-σωπο σε πρόσωπο ἀλλὰ κατέχεται καὶ ἐκδηλώνεται ἀπαράλλα κτα ἀπὸ τὸ καθένα καὶ μαζί. Ἔτσι καθένα ἀπὸ τὰ θεῖα πρόσωπα δὲν εἶναι ἐνέργεια ἀλλὰ τὸ καθένα καὶ τὰ τρία μαζὶ ἐκ τῆς κοινῆς θείας οὐσίας ἐνεργοῦν, ἐκφαίνουν καὶ κοινοποιοῦν πρὸς τὴν κτίση τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά τους. Ἡ προϋπόθεση αὐτὴ θέτει τὸ πλαίσιο τῆς περὶ ἐνεργειῶν διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Τὰ θεῖα πρόσωπα εἶναι ἐνούσια ὡς αὐθυπόστατες ὑπάρξεις, ἐνῶ οἱ δυνάμεις ἢ ἐνέργειές τους δὲν εἶναι αὐτόνομες καὶ ἰδιοσύ στατες ὀντότητες ἀλλ' ἐξαρτῶνται ὑπαρκτικά, ἐν-υπάρχουν στις θεῖες ὑποστάσεις. Διὰ μέσου τῶν ὑποστάσεων οἱ ἀνυπόστατες ἐνέργειες καθ' αὐτὲς δὲν εἶναι ἀνύπαρκτα «ὀνόματα κενά πραγ- μάτων» ἀλλὰ «ὄντα καὶ ἄκτιστα ταυτὶ καὶ πράγματα ἔστιν» 406. Ἡ θεολογία τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν εἶναι ἡ ζῶσα πραγματι κότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας. Σύμφωνα μὲ τὸν θεολόγο τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης, ὁ σύνδεσμος τῶν ἐνεργειῶν μὲ τὴν Τριαδολογία ἐφαρμόζεται κυρίως στη Χριστολογία ή, καλύ τερα, ὁ χριστολογικὸς ἐνεργητισμός ἐπεκτείνεται στην Τριαδο λογία, φωτίζοντας το μυστήριο τῆς διαλεκτικῆς κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Μὲ βάση τὸν χριστολογικό ἐνεργητισμό, ὅπως ἀπο-κρυσταλλώθηκε τελικά στὸν θεολογικό ἀγώνα τοῦ ἁγίου Μαξί-μου Ὁμολογητή 406, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «ἐνυπόστατον» μέσα ἀπὸ τὴ νέα ἑρμηνεία, ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὸ χριστολογικό δόγμα: Στις δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ἔχουμε διπλὰ φυσικὰ ἰδιώματα καὶ χαρακτηρι-στικά· δύο φυσικές θελήσεις, δύο φυσικές ἐνέργειες, δύο φυσικά αὐτεξούσια 407 κλπ. Τὰ φυσικὰ αὐτὰ ἰδιώματα δὲν ταυτίζονται μὲ Movo τις φύσεις οὔτε εἶναι ὑποστατικά. Στὴ θεία υποσταση γενούς ποὺ ἐνανθρώπησε εἶναι παρούσα καὶ φανερώνεται όλη ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Κατὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὴν ὑπόσταση τοῦ Θεανθρώπου όχι μόνον ὁ Θεὸς δὲν ἀποκαλύπτεται ἀνυπόστατος, ἀλλὰ διὰ μέσου τῆς μιᾶς ὑποστάσεως του ή κοινή δύναμη καὶ ἐνεργητική ἔκφανση τῆς θείας οὐσίας διαπερνᾶ καὶ μετέχεται ἀσυγχύτως ἀπὸ τὸ κτιστό πρόσλημμα.
«Όλου σαρκωθέντος τοῦ θεοῦ καὶ οὕτως ὅλῳ μοι ἀτρέπτως ὅλος ἤνωται, προξενῶν μοι τὴν σωτηρίαν διὰ τοῦ πάθους τῆς σαρκός, τουτέστιν ἡ θεία φύσις καὶ πᾶσα δύναμις καὶ ἐνέρ γεια ἐν μιᾷ τῶν θείων ὑποστάσεων [...] Καὶ οὕτω δι᾽ ἑκάστης τούτων τῶν ἐνεργειῶν ὅλος ὁ θεὸς μετέχεται καὶ δι' ἑκάστης ὅλος ὀνομάζεται. Τις ὅλος: Ὁ πατήρ καὶ ὁ υἱὸς καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἄγιον» 408.
[Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έβαλε την σφραγίδα του στον απίστευτο κόπο των πατέρων να διατηρήσουν την Σωτηρία του ανθρώπου, υπογραμμίζοντας στην “ακριβή έκδοση της ορθοδόξου πίστεως 1,14” την μονή και ίδρυση των υποστάσεων της μιας μέσα στην άλλη!]
ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΗΔΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΕΧΝΗ Η ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΩΣΤΕ Η ΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΝΑ ΤΑΤΑΥΤΙΣΤΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΤΟΥ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΜΨΕΙ.
Σημειώσεις
Σημειώσεις
366 Θεοφάνης 19 (Β΄, 245).
367 Ομολογία 4 (Β΄, 496).
368 Κεφάλαια φυσικά 75 (Ε΄, 77).
369 Κεφάλαια φυσικά 135 (Ε΄, 111).
370 Τὸ χωρίο αὐτὸ συνήθως ἀποδίδεται στον Μ. Βασίλειο ἐνῶ ἀνήκει στὸν Γρηγόριο Νύσσης. Βλ. F. DIEKAMP, Analecta Patristica, Orientalia Christiana Analecta 117, Roma 1938, σσ. 14-5. Τὴν ἴδια θέση σχετικά μὲ τὴν ἐνέργεια θ' ἀναπτύξουν ἀργότερα καὶ οἱ Μάξιμος Ομολογητὴς καὶ Ἰωάννης Δαμασκηνός. Βλ. ἐνδεικτικά, Πρὸς Μαρῖνον Κεφάλαια Θεολογικά, PG 91, 2000: «Οὐ γάρ ἐστιν ἐνεργεῖν χωρὶς ἐνεργείας, ὥσπερ οὐδὲ ὑπάρχειν χωρὶς ὑπάρξεως, τὸ δὲ ἀνενέργητον καὶ ἀνύπαρκτον»· Ἔκδοσις ἀκριβής 15 (59), PG 94, 1056B: «Οὐ γὰρ ἐστιν φύσις ἀνενέργητος [...] ἀδύνατον γὰρ ἐλλιποῦς φύσεως ὕπαρξιν εἶναι. Ἡ δὲ κατὰ φύσιν ἐνέρ γεια οὐ τῶν ἐκτὸς ὑπάρχει, καὶ δῆλον, ὅτι οὔτε εἶναι οὔτε γινώσκεσθαι τὴν φύσιν δυνατὸν ἐνεργείας δίχα».
371
᾿Αντιρρητικός 1, 15 (Gamma', 50) Αὐτόθι, 31 (Gamma', 62) ᾿Αντιρρητικός 2, 48 (Γ΄, 120). Πρβλ. Γ΄ Πρὸς ᾿Ακίνδυνον 3 (Α΄, 297)· Τριάδες 3,1,24 (Α΄, 637).
372 Περὶ θείων ἐνεργειῶν 10 (B', 104)
373 Λόγος ἀποδεικτικός Β΄, 19 (A', 96)
374 Περὶ θείων ὀνομάτων 2, 7, PG 3, 672A.
375 ᾿Αντιρρητικός 1, 31 (Γ΄, 61-2).
376 ᾿Αντιρρητικός 3, 101 (Γ΄, 233). Πρβλ. Πρὸς ᾿Αρσένιον 4 (Β΄, 318).
377 Βλ. Α. de HALLEUX, «Palamisme et Scolastique», RtL 4, 1973, σσ. 419-20.
378 Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες (Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Κατ' Εὐνομίου 2, 29, PG 29, 6400' ΚΥΡΙΛΛΟΥ ᾿Αλεξανδρείας, Θησαυροί 31, PG 75, 4480), τονίζει ὁ Παλαμᾶς: «ἐκ τοῦ διενηνοχέναι οἴεσθαι τῆς φύσεως τὰ τῷ Θεῷ προσόν-τα φυσικῶς, ἀσινής συντηρείται παρ' ἡμῖν ἡ τοῦ Θεοῦ ἁπλότης». Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 32 (Γ΄, 63)· ᾿Αντιρρητικός 2, 29 (Γ΄, 105)· ᾿Αντιρρητικός 5, 108 (Γ΄, 370).
379 Λόγος ἀποδεικτικός Α΄, Πρόλογος-Εὐχή (Α΄, 25-6).
380 Κεφάλαια φυσικά 128 (Ε΄, 107)· Αὐτόθι 135 (Ε΄, 111-2).
381᾿Αντιρρητικός 6, 53 (Γ΄, 426).
382 ᾿Αντεπιγραφαί (Α΄, 168).
383 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 3, 102 (Γ΄, 235).
384 ᾿Αντιρρητικός 3, 31 (Γ΄, 186). Πρβλ. Αὐτόθι, 60 (Γ΄, 206).
385 Τριάδες 3,2,4 (Α΄, 659)· Πρβλ. Περὶ θείων ἐνεργειῶν 12 (Β΄, 105-6).
386 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 6, 45 (Γ΄, 421).
387 Γ΄ Πρὸς ᾿Ακίνδυνον 8 (Α΄, 302). "Ο' Ακίνδυνος ἀκολουθώντας τὸν Βαρ-λαάμ ὑπερασπιζόταν καὶ αὐτὸς τὴ μὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν θεωρώντας «ὡς ἐν ὄντα ταῦτα πάντα καὶ ἀδιάφορα πρὸς ἄλληλα». Ὁ κίνδυνος γιὰ μία φιλοσοφικὴ ἀντίληψη τοῦ Θεοῦ τῆς ᾿Αποκάλυψης ἐπισημαίνεται καίρια ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ. Βλ. ᾿Αντιρρητικός 5, 53 (Γ΄, 326).
388 Πρός ᾿Αρσένιον 4 (Β΄. 318).
389 Γ΄ Πρὸς ᾿Ακίνδυνον 9 (Α΄, 302). Πρβλ. Κατά Γρηγορά Δ΄. 25 (Δ΄, 354) Πρὸς Διονύσιον 11 (Β΄, 488).
390 Βλ. σσ. 28-36 τῆς Εἰσαγωγῆς.
391 Βλ. Λόγος ἀποδεικτικός Β΄, 18-20 (Α΄, 94-7).
392 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 9-10 (Γ΄, 44-5). Πρβλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 44 (Γ΄, 70) Περί θείας μεθέξεως 27 (Β΄, 160)· Τριάδες 3,1,18 (Α΄, 631)· Περί θείων ἐνεργειῶν 10 (Β΄, 104).
393 ᾿Αντιρρητικός 1, 10 (Γ΄, 46).
394 ᾿Αντιρρητικός 2, 26 (Γ΄, 103).
395 Βλ. Πρὸς Δανιήλ Αἴνου 12 (Β΄, 386). Πρόλ. Διάλεξις μετά Γρηγορά 18 (Δ΄, 218-9).
996 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 22 (Γ΄, 54-5)· Πρὸς Δανιήλ Αἴνου 10 (Β΄, 383).
397 Πρός Γαβράν 3 (Β΄, 327-8).
398 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 76 (Γ΄, 43)· Αὐτόθι, 23 (Γ΄, 56).
399 ᾿Αντιρρητικός 1,7 (Γ΄, 43).
400 Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητοῦ. Σχόλια εἰς τὸ περὶ θείων ὀνομάτων 2, 1, PG 4,2128, στὸ ᾿Αντιρρητικός 5, 109 (Γ΄, 371). Πρόλ. ᾿Αντιρρητικός 6, 67 (Γ΄, 437)· Ιωάννου ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβής 14 (58), PG 94, 1036A: «Εἰ γὰρ ὑποστατικὰ δῶμεν εἶναι ταῦτα, ἑτεροθαλεῖς καὶ ἑτεροενεργεῖς τὰς τρεῖς ὑποστάσεις τῆς ἁγίας τριάδος εἰπεῖν ἀναγκασθησόμεθα».
401 Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητοῦ. Πρὸς Μαρίνον, PG 91, 29B, 52C, 53C, 269D-272Α. Πρβλ. Ιωάννου ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Έκδοσις 22 (36), PG 94, 948ABC.
402 Βλ. Λόγος διασαφῶν 12 (Delta', 97)
403 ᾿Αντιρρητικός 6, 65 (Γ΄, 435)· Αὐτόθι, 55 (Gamma', 428) 85 (Gamma', 450) Πρβλ. Κεφάλαια φυσικά 122 (Ε΄, 103-4).
404 ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Νύσσης, Πρὸς Εὐνόμιον 1, PG 45, 313C· Τοῦ αὐτοῦ, Λόγος ΛΑ΄ (Θεολογικός 5ος), 32, PG 36, 169B.
405 Βλ. Α΄ Κατὰ Γρηγορᾶ 25 (Α΄, 249-50).
406 Βλ. Archim. Vassilios KARAYANNIS, Maxime le Confesseur. Essence et énergies de Dieu, Paris, 1993, σσ. 212-53.
407 Βλ. Τριάδες 3,3,7 (Α΄, 685-6). Πρβλ. Ιωάννου ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Λίβελλος περὶ ὀρθοῦ φρονήματος 3, PG 94, 1429ΑΒ. Γύρω ἀπὸ τὸ ἐρώτημα ἂν ἡ ἐνέργεια προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση ἢ τὴν ὑπόσταση, περιπλέκεται σύνολη ἡ μονοενεργητικὴ ἡ μονοθελητική ἔριδα. Συγκεκριμένα, οἱ ὑποστηρι κτὲς τοῦ μονοενεργητισμοῦ, ἔχοντας κατάλοιπα μονοφυσιτικών προῦ ποθέσεων, θεωροῦσαν ὅτι, ἐνῶ ἡ φύση τῆς θεότητας δεσμεύεται καὶ ὀρί-ζεται ἀπὸ μία ἀναγκαιότητα, τὸ πρόσωπο ἢ ἡ ὑπόσταση σὲ αὐτὴν συνι στὰ τὴ μοναδική διάσταση ἐλεύθερης κίνησης καὶ ζωῆς. Ἐπομένως «τὸ φυσικόν πάντως καὶ ἠναγκασμένον» (Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητού, Ζήτη σις μετά Πύρρου PG 91, 2938). Συνδέοντας τὴν ἐλεύθερη θέληση μὲ τὸ πρόσωπο ἔφθαναν στὴν ἄρνηση δύο θελήσεων ἢ ἐνεργειών στὸν Χριστό, ἐφ' ὅσον εἶναι ἕνα πρόσωπο καὶ μία ὑπόσταση. Βλ. ᾿Αντιρρητικός 2.2 (Γ΄. 87): «Πύρρος δὲ καὶ Σέργιος τοὺς καταλλήλως ταῖς δύο φύσεσι δύο καὶ τὰς ἐνεργείας καὶ τὰ θελήματα λέγοντας ἐπὶ Χριστοῦ τὸν ἴσον τρόπον ἐδίωκον, ἡγούμενοι φρενοβλαβῶς ἑκατέραν ἐνέργειαν εἰσάγειν καὶ πρόσωπον, καὶ διατεινόμενοι προσώπων εἶναι διαφορὰν τὴν τῶν ἐνεργειῶν καὶ θελημάτων διαφοράν». Ἡ διδασκαλία τοῦ Μαξίμου Όμο λογητοῦ, ἀντίθετα, θεωροῦσε τὸ θέλημα ὡς ἰδιότητα τῆς φύσεως ποὺ ἐκφαίνει τη δύναμή της. Δίπλα στο «φυσικό» αὐτὸ θέλημα ὑπάρχει τὸ «γνωμικό» θέλημα, ποὺ συνιστᾶ τὴ διαφοροποίηση καὶ ἑτερότητα, τὸν τρόπο καὶ τὴν προσωπική χρήση τῆς θέλησης ἢ ἐνέργειας, τὸ «πῶς θέλειν» τῆς κάθε ἰδιαίτερης ὕπαρξης. Συνεπῶς, τὸ γνωμικὸ θέλημα εἶναι ἡ προσωπική ἔκφραση τοῦ φυσικοῦ θελήματος. Ἐνῶ στὴ θεότητα τῶν τριῶν ὑποστάσεων δὲν ὑφίσταται καμία διαφορὰ ἢ ἀντίθεση φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος, ἐπειδὴ εἶναι ἡ μοναδική ἀληθινά ὕπαρξη, στην κτιστή ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάθε πρόσωπο εἰσάγει καὶ διαφορετικό γνωμικό θέλημα, ή δυσαρμονία φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος διαταράσσει καὶ τὴν ὑπαρκτική του ἁρμονία (πτώση). Ο Χριστός προσλαμβάνει τὸ ἀνθρώπινο φυσικό θέλημα που συνεπάγεται ἡ ἀνάληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὸ φυσικό τοῦτο θέλημα δὲν είναι συνάμα καὶ γνωμικό, «γνώμην λέγοντες ἐπὶ Χριστοῦ. [...] ψιλόν αὐτὸν δογματίζουσιν ἄνθρωπον» (Ζήτησις μετά Πύρρου, PG 91, 308CD), ὥστε κάθε δυνατότητα «γνωμικῆς ἁμαρτίας» ἀποκλείεται τελείως (Πρός Θα λάσσιον, PG 90, 4050). Ὅπως τὸ θεῖο φυσικό θέλημα τοῦ Χριστοῦ ἐκ φράζεται μέσα ἀπὸ τὴ θεία ὑπόσταση τοῦ Λόγου, παρομοίως, λόγῳ τῆς «ὑποστατικῆς» ἔνωσης, τὸ ἀνθρώπινο φυσικό θέλημα, ὡς τέτοιο, έκδη λώνεται μόνο μέσα ἀπὸ τὸ μοναδικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεαν θρώπου Λόγου. Έτσι, τα δύο ξεχωριστά θελήματα ἢ ἐνέργειες συνδέον ται ἀμετακίνητα κατὰ τὸ ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως τῆς Χαλκηδόνος.
408 "Αντιρρητικός 5, 114 (Γ΄, 374).
367 Ομολογία 4 (Β΄, 496).
368 Κεφάλαια φυσικά 75 (Ε΄, 77).
369 Κεφάλαια φυσικά 135 (Ε΄, 111).
370 Τὸ χωρίο αὐτὸ συνήθως ἀποδίδεται στον Μ. Βασίλειο ἐνῶ ἀνήκει στὸν Γρηγόριο Νύσσης. Βλ. F. DIEKAMP, Analecta Patristica, Orientalia Christiana Analecta 117, Roma 1938, σσ. 14-5. Τὴν ἴδια θέση σχετικά μὲ τὴν ἐνέργεια θ' ἀναπτύξουν ἀργότερα καὶ οἱ Μάξιμος Ομολογητὴς καὶ Ἰωάννης Δαμασκηνός. Βλ. ἐνδεικτικά, Πρὸς Μαρῖνον Κεφάλαια Θεολογικά, PG 91, 2000: «Οὐ γάρ ἐστιν ἐνεργεῖν χωρὶς ἐνεργείας, ὥσπερ οὐδὲ ὑπάρχειν χωρὶς ὑπάρξεως, τὸ δὲ ἀνενέργητον καὶ ἀνύπαρκτον»· Ἔκδοσις ἀκριβής 15 (59), PG 94, 1056B: «Οὐ γὰρ ἐστιν φύσις ἀνενέργητος [...] ἀδύνατον γὰρ ἐλλιποῦς φύσεως ὕπαρξιν εἶναι. Ἡ δὲ κατὰ φύσιν ἐνέρ γεια οὐ τῶν ἐκτὸς ὑπάρχει, καὶ δῆλον, ὅτι οὔτε εἶναι οὔτε γινώσκεσθαι τὴν φύσιν δυνατὸν ἐνεργείας δίχα».
371
᾿Αντιρρητικός 1, 15 (Gamma', 50) Αὐτόθι, 31 (Gamma', 62) ᾿Αντιρρητικός 2, 48 (Γ΄, 120). Πρβλ. Γ΄ Πρὸς ᾿Ακίνδυνον 3 (Α΄, 297)· Τριάδες 3,1,24 (Α΄, 637).
372 Περὶ θείων ἐνεργειῶν 10 (B', 104)
373 Λόγος ἀποδεικτικός Β΄, 19 (A', 96)
374 Περὶ θείων ὀνομάτων 2, 7, PG 3, 672A.
375 ᾿Αντιρρητικός 1, 31 (Γ΄, 61-2).
376 ᾿Αντιρρητικός 3, 101 (Γ΄, 233). Πρβλ. Πρὸς ᾿Αρσένιον 4 (Β΄, 318).
377 Βλ. Α. de HALLEUX, «Palamisme et Scolastique», RtL 4, 1973, σσ. 419-20.
378 Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες (Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Κατ' Εὐνομίου 2, 29, PG 29, 6400' ΚΥΡΙΛΛΟΥ ᾿Αλεξανδρείας, Θησαυροί 31, PG 75, 4480), τονίζει ὁ Παλαμᾶς: «ἐκ τοῦ διενηνοχέναι οἴεσθαι τῆς φύσεως τὰ τῷ Θεῷ προσόν-τα φυσικῶς, ἀσινής συντηρείται παρ' ἡμῖν ἡ τοῦ Θεοῦ ἁπλότης». Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 32 (Γ΄, 63)· ᾿Αντιρρητικός 2, 29 (Γ΄, 105)· ᾿Αντιρρητικός 5, 108 (Γ΄, 370).
379 Λόγος ἀποδεικτικός Α΄, Πρόλογος-Εὐχή (Α΄, 25-6).
380 Κεφάλαια φυσικά 128 (Ε΄, 107)· Αὐτόθι 135 (Ε΄, 111-2).
381᾿Αντιρρητικός 6, 53 (Γ΄, 426).
382 ᾿Αντεπιγραφαί (Α΄, 168).
383 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 3, 102 (Γ΄, 235).
384 ᾿Αντιρρητικός 3, 31 (Γ΄, 186). Πρβλ. Αὐτόθι, 60 (Γ΄, 206).
385 Τριάδες 3,2,4 (Α΄, 659)· Πρβλ. Περὶ θείων ἐνεργειῶν 12 (Β΄, 105-6).
386 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 6, 45 (Γ΄, 421).
387 Γ΄ Πρὸς ᾿Ακίνδυνον 8 (Α΄, 302). "Ο' Ακίνδυνος ἀκολουθώντας τὸν Βαρ-λαάμ ὑπερασπιζόταν καὶ αὐτὸς τὴ μὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν θεωρώντας «ὡς ἐν ὄντα ταῦτα πάντα καὶ ἀδιάφορα πρὸς ἄλληλα». Ὁ κίνδυνος γιὰ μία φιλοσοφικὴ ἀντίληψη τοῦ Θεοῦ τῆς ᾿Αποκάλυψης ἐπισημαίνεται καίρια ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ. Βλ. ᾿Αντιρρητικός 5, 53 (Γ΄, 326).
388 Πρός ᾿Αρσένιον 4 (Β΄. 318).
389 Γ΄ Πρὸς ᾿Ακίνδυνον 9 (Α΄, 302). Πρβλ. Κατά Γρηγορά Δ΄. 25 (Δ΄, 354) Πρὸς Διονύσιον 11 (Β΄, 488).
390 Βλ. σσ. 28-36 τῆς Εἰσαγωγῆς.
391 Βλ. Λόγος ἀποδεικτικός Β΄, 18-20 (Α΄, 94-7).
392 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 9-10 (Γ΄, 44-5). Πρβλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 44 (Γ΄, 70) Περί θείας μεθέξεως 27 (Β΄, 160)· Τριάδες 3,1,18 (Α΄, 631)· Περί θείων ἐνεργειῶν 10 (Β΄, 104).
393 ᾿Αντιρρητικός 1, 10 (Γ΄, 46).
394 ᾿Αντιρρητικός 2, 26 (Γ΄, 103).
395 Βλ. Πρὸς Δανιήλ Αἴνου 12 (Β΄, 386). Πρόλ. Διάλεξις μετά Γρηγορά 18 (Δ΄, 218-9).
996 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 22 (Γ΄, 54-5)· Πρὸς Δανιήλ Αἴνου 10 (Β΄, 383).
397 Πρός Γαβράν 3 (Β΄, 327-8).
398 Βλ. ᾿Αντιρρητικός 1, 76 (Γ΄, 43)· Αὐτόθι, 23 (Γ΄, 56).
399 ᾿Αντιρρητικός 1,7 (Γ΄, 43).
400 Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητοῦ. Σχόλια εἰς τὸ περὶ θείων ὀνομάτων 2, 1, PG 4,2128, στὸ ᾿Αντιρρητικός 5, 109 (Γ΄, 371). Πρόλ. ᾿Αντιρρητικός 6, 67 (Γ΄, 437)· Ιωάννου ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβής 14 (58), PG 94, 1036A: «Εἰ γὰρ ὑποστατικὰ δῶμεν εἶναι ταῦτα, ἑτεροθαλεῖς καὶ ἑτεροενεργεῖς τὰς τρεῖς ὑποστάσεις τῆς ἁγίας τριάδος εἰπεῖν ἀναγκασθησόμεθα».
401 Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητοῦ. Πρὸς Μαρίνον, PG 91, 29B, 52C, 53C, 269D-272Α. Πρβλ. Ιωάννου ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Έκδοσις 22 (36), PG 94, 948ABC.
402 Βλ. Λόγος διασαφῶν 12 (Delta', 97)
403 ᾿Αντιρρητικός 6, 65 (Γ΄, 435)· Αὐτόθι, 55 (Gamma', 428) 85 (Gamma', 450) Πρβλ. Κεφάλαια φυσικά 122 (Ε΄, 103-4).
404 ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Νύσσης, Πρὸς Εὐνόμιον 1, PG 45, 313C· Τοῦ αὐτοῦ, Λόγος ΛΑ΄ (Θεολογικός 5ος), 32, PG 36, 169B.
405 Βλ. Α΄ Κατὰ Γρηγορᾶ 25 (Α΄, 249-50).
406 Βλ. Archim. Vassilios KARAYANNIS, Maxime le Confesseur. Essence et énergies de Dieu, Paris, 1993, σσ. 212-53.
407 Βλ. Τριάδες 3,3,7 (Α΄, 685-6). Πρβλ. Ιωάννου ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Λίβελλος περὶ ὀρθοῦ φρονήματος 3, PG 94, 1429ΑΒ. Γύρω ἀπὸ τὸ ἐρώτημα ἂν ἡ ἐνέργεια προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση ἢ τὴν ὑπόσταση, περιπλέκεται σύνολη ἡ μονοενεργητικὴ ἡ μονοθελητική ἔριδα. Συγκεκριμένα, οἱ ὑποστηρι κτὲς τοῦ μονοενεργητισμοῦ, ἔχοντας κατάλοιπα μονοφυσιτικών προῦ ποθέσεων, θεωροῦσαν ὅτι, ἐνῶ ἡ φύση τῆς θεότητας δεσμεύεται καὶ ὀρί-ζεται ἀπὸ μία ἀναγκαιότητα, τὸ πρόσωπο ἢ ἡ ὑπόσταση σὲ αὐτὴν συνι στὰ τὴ μοναδική διάσταση ἐλεύθερης κίνησης καὶ ζωῆς. Ἐπομένως «τὸ φυσικόν πάντως καὶ ἠναγκασμένον» (Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητού, Ζήτη σις μετά Πύρρου PG 91, 2938). Συνδέοντας τὴν ἐλεύθερη θέληση μὲ τὸ πρόσωπο ἔφθαναν στὴν ἄρνηση δύο θελήσεων ἢ ἐνεργειών στὸν Χριστό, ἐφ' ὅσον εἶναι ἕνα πρόσωπο καὶ μία ὑπόσταση. Βλ. ᾿Αντιρρητικός 2.2 (Γ΄. 87): «Πύρρος δὲ καὶ Σέργιος τοὺς καταλλήλως ταῖς δύο φύσεσι δύο καὶ τὰς ἐνεργείας καὶ τὰ θελήματα λέγοντας ἐπὶ Χριστοῦ τὸν ἴσον τρόπον ἐδίωκον, ἡγούμενοι φρενοβλαβῶς ἑκατέραν ἐνέργειαν εἰσάγειν καὶ πρόσωπον, καὶ διατεινόμενοι προσώπων εἶναι διαφορὰν τὴν τῶν ἐνεργειῶν καὶ θελημάτων διαφοράν». Ἡ διδασκαλία τοῦ Μαξίμου Όμο λογητοῦ, ἀντίθετα, θεωροῦσε τὸ θέλημα ὡς ἰδιότητα τῆς φύσεως ποὺ ἐκφαίνει τη δύναμή της. Δίπλα στο «φυσικό» αὐτὸ θέλημα ὑπάρχει τὸ «γνωμικό» θέλημα, ποὺ συνιστᾶ τὴ διαφοροποίηση καὶ ἑτερότητα, τὸν τρόπο καὶ τὴν προσωπική χρήση τῆς θέλησης ἢ ἐνέργειας, τὸ «πῶς θέλειν» τῆς κάθε ἰδιαίτερης ὕπαρξης. Συνεπῶς, τὸ γνωμικὸ θέλημα εἶναι ἡ προσωπική ἔκφραση τοῦ φυσικοῦ θελήματος. Ἐνῶ στὴ θεότητα τῶν τριῶν ὑποστάσεων δὲν ὑφίσταται καμία διαφορὰ ἢ ἀντίθεση φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος, ἐπειδὴ εἶναι ἡ μοναδική ἀληθινά ὕπαρξη, στην κτιστή ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάθε πρόσωπο εἰσάγει καὶ διαφορετικό γνωμικό θέλημα, ή δυσαρμονία φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος διαταράσσει καὶ τὴν ὑπαρκτική του ἁρμονία (πτώση). Ο Χριστός προσλαμβάνει τὸ ἀνθρώπινο φυσικό θέλημα που συνεπάγεται ἡ ἀνάληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὸ φυσικό τοῦτο θέλημα δὲν είναι συνάμα καὶ γνωμικό, «γνώμην λέγοντες ἐπὶ Χριστοῦ. [...] ψιλόν αὐτὸν δογματίζουσιν ἄνθρωπον» (Ζήτησις μετά Πύρρου, PG 91, 308CD), ὥστε κάθε δυνατότητα «γνωμικῆς ἁμαρτίας» ἀποκλείεται τελείως (Πρός Θα λάσσιον, PG 90, 4050). Ὅπως τὸ θεῖο φυσικό θέλημα τοῦ Χριστοῦ ἐκ φράζεται μέσα ἀπὸ τὴ θεία ὑπόσταση τοῦ Λόγου, παρομοίως, λόγῳ τῆς «ὑποστατικῆς» ἔνωσης, τὸ ἀνθρώπινο φυσικό θέλημα, ὡς τέτοιο, έκδη λώνεται μόνο μέσα ἀπὸ τὸ μοναδικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεαν θρώπου Λόγου. Έτσι, τα δύο ξεχωριστά θελήματα ἢ ἐνέργειες συνδέον ται ἀμετακίνητα κατὰ τὸ ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως τῆς Χαλκηδόνος.
408 "Αντιρρητικός 5, 114 (Γ΄, 374).



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου