Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(6)

Συνέχεια από:Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις B2
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


B Το σύμπλεγμα κατωτερότητος

Μερικά χαρακτηριστικά τοῦ πάσχοντος


Ὁ πάσχων ἐκ κατωτερότητος εἶναι συνήθως ἕνας ἄκρως ἀτομικιστής, ἀνίκανος να μοιρασθῇ με ἄλλους τὴν τιμήν δι' οἱανδήποτε ἐπιτυχίαν.

Δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό. Εὐτυχεῖ, ἄς ποῦ με, ἕνας ἄνθρωπος. Ὁ πάσχων ἐκ κατωτερότητος δὲν μπορεῖ νὰ συμμετάσχει στην εὐτυχία του. Η, εὐτυχεῖ ὁ ἴδιος, ἐπέτυχε αὐτός ὁ ἴδιος κάτι. Δέν μπορεῖ αὐτή τήν ἐπιτυχία να τη μοιραστεῖ μέ τούς ἄλλους τή θέλει ὅλη, πέρα γιά πέρα δική του.


Δὲν ἀνέχεται κριτικήν, οὐδέποτε δε παραδέχε-ται ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ.

Λένε οἱ καλόγεροι μερικά πράγματα ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ καταλάβουμε πόσο πεῖσμα ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, καί τό ὁποῖο δὲν τὸν ἀφήνει νὰ δεῖ λίγο –ἔστω λίγο- ὅτι μπορεῖ νὰ βρίσκεται ἐν ἀδίκῳ. Δημιουργήθηκε κάτι μεταξύ κάποιου γέρον τος καὶ ἑνός ὑποτακτικοῦ του. Γέροντες στα μοναστήρια λέγονται οἱ ἡγούμενοι. Σε ἕνα κελί, που εἶναι δυό τρεῖς καλόγεροι, ἕνας ἔχει θέση ἡγουμένου καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι ὑποτακτικοί. Δημιουργήθηκε λοιπόν σαν μια παρεξήγηση μεταξύ τοῦ προεστῶτος, τοῦ γέροντος δηλαδή, καὶ τοῦ ὑποτακτι κοῦ. Σ' αὐτές τις περιπτώσεις ὁ γέροντας λέει στον ὑποτακτικό ὅτι ὅλο τὸ θέμα εἶναι νὰ πεῖ «εὐλόγη σον, γέροντα». Δηλαδή, μετανοώ, ζητώ συγγνώμη. Αὐτό εἶναι τὸ θέμα. «Πές εὐλόγησον», ἔλεγε ὁ γέροντας στον ὑποτακτικό, καί αὐτός δυσκολευόταν νὰ τὸ πεῖ. «Πές να 'ναι εὐλογημένο», και πάλι δυσ-κολευόταν. Ἐπέμεινε ὁ γέροντας. «Ε, πές, ἀδελφέ, εὐλόγησον». Καί ἀπαντᾶ ὁ μοναχός: «Εὐλόγησον, ἀλλὰ ἐσύ φταῖς!»

Ἔτσι ἀκριβῶς τὸ λένε, το διηγοῦνται οἱ καλό-γεροι αὐτό. Όπωσδήποτε, συμβαίνει κάτι παρό μοιο συχνά πυκνά, καὶ τὸ ἀναφέρουν, για να βοη-θοῦν τοὺς ὑποτακτικούς να ταπεινώνονται.


Θέλω νὰ πῶ μὲ αὐτό ὅτι, καί ὅταν ἀκόμη για κάποιο λόγο –εἴτε διότι μᾶς κάνει ἡ ἀνάγκη εἴτε για λόγους κοινωνικούς εἴτε για λόγους ποὺ μᾶς ἀναγκάζουν να τηρήσουμε ορισμένα προσχήματα, εἴτε γιὰ ἄλλους λόγους- κατά κάποιον τρόπο άναγνωρίσουμε ὅτι ἔχουμε ἄδικο, μπορεί κατά βάθος νὰ μὴν τὸ ἀναγνωρίζουμε. Λέμε δηλαδή: «Ναί, συμφωνώ μαζί σου. Ζητώ συγγνώμη». Καί μπορεί βέβαια να μήν το ποῦμε ὠμά σαν τον καλόγερο, ὅμως ἀπό μέσα μας μπορεῖ νὰ λέμε: «Κατά βάθος ἐσύ φταῖς». Εἶναι αὐτὸ τὸ πεῖσμα, πού δέν σε ἀφή-νει νὰ ἀναγνωρίσεις ὅτι βρίσκεσαι κι ἐσὺ ἐν ἀδίκῳ, καί ὅλο στόν ἄλλο το φορτώνεις.

Πτοείται βαθύτατα πρὸ τῆς ἰδέας τῆς ἥττης. Δὲν μπορεῖ δηλαδή νὰ ἀνεχθεῖ ἥττα. Δὲν ἀνα-λαμβάνει μια εργασία, ἀπό φόβο μήπως ἀποτύχει. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθεῖ τὴν ἀποτυχία. Θέλει νὰ εἶναι ὄχι ἑκατὸ τὰ ἑκατὸ ἀλλά λίγο παραπάνω βέβαιος ὅτι θὰ ἐπιτύχει, καὶ τότε μόνο θά ἀναλάβει την ἐργασία. Δὲν εἶναι συνηθισμένος, δὲν τὸ σηκώνει ἡ συνείδησή του νὰ ἀναλάβει κάτι με πιθανότητες ὅτι θὰ ἀποτύχει καὶ ὅτι μπορεῖ νὰ ἐκτεθεῖ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό το πράγμα δὲν τὸ ἀντέχει.

Οὐδέποτε ἀπολογείται χαριέντως διά τα λάθη του.

Κάνει λάθη, ἀλλά θα πάρει ὕφος πολύ σοβαρό γιὰ νὰ ἀπολογηθεί. Αστειευόμενος, κατά κάποιον τρόπο χαριτολογώντας, δηλαδή ἔτσι μὲ χάρη, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό.

Παίρνει συνήθως μίαν τεχνητήν στάσιν· ὁμιλεῖ μεγαλοφώνως διά τάς σχέσεις του με τον καλόν κό σμον, σιωπᾷ ὅμως, ὅταν πρόκειται περί τῶν σχέσεών του με ταπεινῆς κοινωνικῆς θέσεως ἀνθρώπους. Ἐνδέχεται μάλιστα να καλλιεργήσῃ καὶ κάποιον εἰδικόν τόνον εἰς τὸ λέγειν καί την προφοράν πολλάκις πρόκειται περί ἀνθρώπου θυμώδους, ὅστις ἀφήνει τὴν ὀργήν του νὰ ἐκσπᾷ κατά τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἑαυτόν του ἀπό τήν κατανόησιν τῆς ἰδίας του ἀνεπαρκείας.

Πόσες φορές βλέπουμε εἴτε ἄλλους ἀνθρώπους νὰ ξεσποῦν, νὰ θυμώνουν, εἴτε ἐμᾶς τούς ἴδιους, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἐξηγήσουμε, διότι δέν θέ-λουμε νὰ τὸ ἐξηγήσουμε· νὰ δοῦμε δηλαδή βαθύτερα ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὸ τὸ ξέσπασμα, ἀπό ποῦ προέρχεται αὐτός ὁ θυμός. Βλέπεις ἕναν φρόνιμο ἄνθρωπο· καὶ μόλις τὸν πατήσεις στὸ ἀδύνα-το σημείο, θηρίο γίνεται.

Προσπάθειες συγκαλύψεως τοῦ αἰσθήματος κατωτερότητος


Αἱ ἐπιμόνως ἀνόητοι καί κυριαρχικαί τάσεις του εἶναι συνήθως προσπάθειαι συγκαλύψεως τοῦ αἰσθήματος κατωτερότητος που τον διακατέχει.

Αὐτό εἶναι ὅλο το θέμα. Γι' αὐτό θυμώνει, γι' αὐτό εἶναι θρασύς, γι' αὐτό φωνάζει, γι' αὐτό φαίνεται δραστήριος, γι' αὐτό φαίνεται, τρόπον τινά, Ικανότατος: για να καλύψει κατά βάθος τὸ αἴσθημα κατωτερότητος πού ἔχει. Προσέξτε. Δέν τὸ κάνει σκόπιμα αὐτό το πράγμα. Το κάνει χωρίς να ἔχει συνείδηση, χωρίς να το καταλαβαίνει καί ὁ ἴδιος, ἀλλά στην πραγματικότητα ἔτσι εἶναι: κάνει ὅλα αὐτά τά πράγματα, για να μπορέσει να καλύ ψει τὸ αἴσθημα κατωτερότητος, το σύμπλεγμα και τωτερότητος πού ἔχει γιὰ νὰ φυλάξει ἐκεῖνο τὸ τραῦμα, που προκάλεσε το σύμπλεγμα. Καί δέν τοῦ δίνει μια νὰ φύγει ἀπό κεῖ καί να τελειώνει. Πῶς ὅμως νὰ τοῦ δώσει μιά;

Ὅλα ὅσα λέμε δέν σημαίνουν ὅτι, ἄν τυχόν συναντήσουμε κανέναν τέτοιον, εἴτε στο σπίτι εἴτε ὅπου ἀλλοῦ, ἄν δηλαδή ἐπισημάνουμε κανέναν τέ-τοιον τύπο, ἀμέσως νὰ ἀρχίσουμε το «κατηγορώ». Δεν σημαίνουν αὐτό ὅσα λέγονται ἴσα-ἴσα σημαί νουν τὸ ἀντίθετο. Ὅπως εἶπα καί πιο πάνω, εἶναι ἀξιοσυμπάθητοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι καὶ ἔχουν ἀνάγκη από πολλή κατανόηση, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ πολλή ἀγάπη· ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὴ σταθοῦμε σ' αὐτὰ τὰ ὁποῖα φαίνονται, να μήν προσέξουμε αὐτές τις ἐκδηλώσεις τους, ἀλλά να προσπαθήσου με νὰ δοῦμε βαθύτερα την πληγή τους καὶ νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο να τη γιατρέψουμε.

Καὶ ἐδῶ εἶναι, θα λέγαμε, το λεπτό σημείο, που γίνεται αἰτία να συμβαίνουν τα καβγαδάκια, οἱ παρεξηγήσεις. Και καμιά φορά, κάτι που ἀρχί ζει ἀπό μικρή ἀφορμή ὁδηγεῖ σε σοβαρές συνέπει ες. Καί ὅλα αὐτά συμβαίνουν, πρῶτον διότι ἐκεῖνος ἐκεῖ εἶναι τέτοιος πού εἶναι, και δεύτερον διότι ἐμεῖς οἱ ἄλλοι δέν μποροῦμε νὰ τὸν καταλάβουμε, δέν μποροῦμε νὰ μποῦμε βαθύτερα μέσα στην ψυχή του. Ἔτσι, πιανόμαστε ἁπλῶς ἀπὸ τὴν ὀργή του, ἀπό τή θρασύτητά του, πιανόμαστε άπλῶς ἀπό τή ματαιοδοξία του, ἀπό τή μεγαλομανία του, ἀπὸ τὸν σνομπισμό του, ἀπὸ ἕνα σωρό τέτοια πράγματα. Πιανόμαστε ἀπό αὐτά καί σαν να λέμε: «Έναν τέτοιον ἄνθρωπο θα κάτσω ἐγώ να τον συμπαθήσω; Αὐτός εἶναι ἄξιος για κεῖνο καὶ γιὰ τὸ ἄλλο» κτλ.

Πόσο ἔξω ὅμως πέφτουμε! Και φυσικά, οἱ ἄνθρωποι, οἱ πολλοί ἄνθρωποι μπορεῖ ἔτσι νὰ κά νουν. Ἀλλά ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἔχουν μιὰ εὐθύνη δέν πρέπει. Πρῶτα ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς ἰδιαίτερα οἱ ὁποῖοι καλούμαστε καὶ ἀποστελλόμαστε ἀπό τόν Θεό να προσέξουμε ξεχωριστά κάθε πρόβατο λογικό, να δοῦμε τὰ τραύματά του καὶ νὰ τὸ βοηθήσουμε-εἶναι ἀνάγκη πολύ-πολύ προσεκτικά, με πολλή και τανόηση, με πολλή ἀγάπη να σταθούμε μπροστά στον καθένα. Νὰ μὴν πιανόμαστε, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τις ὅποιες ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις του, ἀλλά να βλέπουμε βαθύτερα το τραῦμα και να βοηθούμε τὸν ἄνθρωπο.

Ὄχι ὅμως μόνο ἐμεῖς, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, ὅπως εἶπα, ποὺ ἔχουν μια εὐθύνη -οἱ δάσκαλοι, οἱ καθηγητές, οἱ γονεῖς ἀλλὰ γενικῶς καὶ κάθε χρι-στιανός, ἐφόσον καθένας ἔρχεται σὲ ἐπαφή μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ναί. Μήν ἁρπάζεσαι. Ἀκόμη καὶ ὅταν βλέπουμε -χρειάζεται να το ποῦμε- όρισμένους ἀνθρώπους να κάνουν κάτι ἔξαλλα πράγ-ματα, νὰ μὴν πιανόμαστε ἀπό αὐτά. Ἐμεῖς πιανόμαστε ἀπό αὐτὰ τὰ ἔξαλλα καὶ δὲν σκεπτόμαστε: «Άραγε, γιατί τα κάνουν αὐτά;» Και κάνουμε πάρα πολύ κακό. Δηλαδή, ὡς χριστιανοί, ὡς ἀπεσταλμένοι τοῦ Χριστοῦ μέσα στον κόσμο, καθόλου καλά δὲν ἐνεργοῦμε· δέν κάνουμε καθόλου καλά το χριστιανικό μας ἔργο. Καί ὁ διάλογός μας μέ τόν κό-σμο, καί αὐτός δὲν εἶναι καθόλου καλός, συνετός καὶ λογικός.

Χρειάζεται στις ἡμέρες μας οἱ χριστιανοί να κινούμαστε μέσα στον κόσμο με πολλή σοφία, μέπολλή σύνεση, με πολλή, θα λέγαμε, ἐξυπνάδα· ὄχι μὲ τὴν κακή ἀλλά μέ τήν καλή ἔννοια. Αὐτό δηλα-δή τὸ ὁποῖο στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα λέγεται διάκριση. Δὲν ἐπιτρέπεται ἁπλῶς νὰ πιανόμαστε ἀπό αὐτά πού βλέπουμε, ἀπό αὐτά πού ἐκδηλώνουν διάφοροι ἄνθρωποι οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου ἢ καμιά φορά καὶ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι μέσα στην Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι ὅμως, ἕνεκα τῶν τραυμάτων αὐτῶν, δὲν ἐκδηλώνονται καλά. Δὲν ἐπιτρέπεται. Αὐτό σημαίνει ὅτι δὲν ξέρουμε τι μᾶς γίνεται.

Βλέπουμε –ἂν θέλετε νὰ ἀναφέρω ἕνα παρά δειγμα- τίς ἡμέρες τῶν Ἀπόκρεω νέους, νέες να ντύνονται καρναβάλια, κι ἐμεῖς κάτι παθαίνουμε. Δεν νομίζω ὅτι πρέπει να χυμήξουμε πάνω τους καὶ νὰ ἀρχίσουμε να κατηγορούμε. Το θέμα εἶναι πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν αἰτία ποὺ τοὺς κάνει αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐκδηλώνονται κατ' αὐτόν τον τρόπο· και στη συνέχεια πῶς θά μπορέσουμε να κάνουμε διάλογο μαζί τους, για να τούς βοηθήσουμε νὰ ἔλθουν σε συναίσθηση καί νά θεραπευθοῦν. Ἂν δὲν το κάνουμε αὐτό, δέν κάνουμε τίποτε. Ἂν πάλι κάνουμε αὐτή τήν ἐργασία, και δέν γίνει τίποτε, δέν ἔγινε τελείωσε. Ἄσε τὸν ἄλλο να κάνει ὅ,τι θέλει.

Νοσηροί καί ἐκκεντρικοί τύποι εἰς τὰς πλεί στας τῶν περιπτώσεων δὲν εἶναι ἀπὸ σκοποῦ κακο ποιοί· εἶναι ἁπλῶς ἀσθενεῖς πού ἀπαιτοῦν συμπαθή, ἐπιμελῆ καί καρτερικήν φροντίδα. Πρέπει να τους φέρωμεν εἰς τὴν κατανόησιν τοῦ προβλήματός των Ἂν ὄχι ὅλοι, πολλοί ἐξ αὐτῶν δύνανται να μεταβληθοῦν ἀπὸ δύσκολα μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰς ὁμα-λούς, εὐτυχεῖς καί ἐνθουσιώδεις ἐργάτας της.

Ἡ φαντασία ὡς ὑποκατάστατο τῆς πραγματικότητος


Εἴπαμε ὅτι οἱ ἐκδηλώσεις αὐτές εἶναι ψευτοαμοιβές. Ἡ ματαιοδοξία, ἡ ἔπαρση, ὁ ἐγωισμός, ὁ σνομπισμός καὶ τὰ ὅμοια, τὰ ἀντίθετα δηλαδή ἀπό τὸ αἴσθημα κατωτερότητος, ὅλα αὐτά εἶναι σάν μιά ἀμοιβή -ψευτοαμοιβή- για το σύμπλεγμα και τωτερότητος. Ἐδῶ, σ' αὐτές τις περιπτώσεις, σ' αὐτές τις ἀσθένειες, για τις ψευτοαμοιβές παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο ή φαντασία. Βέβαια, σε κάθε ἄνθρωπο χρειάζεται ἡ φαντασία.

Ὅλοι οἱ ὁμαλοί ἄνθρωποι ζοῦν κατά κάποιον τρόπον εἰς τὸν κόσμον τῆς φαντασίας. Ἡ φαντασία, ἐντὸς τῶν ὁρίων, εἶναι χρήσιμος ὡς κίνητρον πρός δρᾶσιν. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως πού ὑποφέρει ἀπό σύμ-πλεγμα κατωτερότητος ἔχει τήν τάσιν να κάμῃ την ἀνεξέλεγκτον πτῆσιν τῆς φαντασίας ἕνα ὑποκατά-στατον τῆς πραγματικότητος καί τῆς ἀληθοῦς ἐπιτυχίας.

Στη συνέχεια ὁ συγγραφέας, ὁ ὁποῖος ἦταν, ὅπως ἐλέχθη, ἱερέας καί ψυχολόγος συγχρόνως καί εἶχε ἐπαφή μὲ ἀρρώστους, κάνει λόγο για κάποιον νέο, ὁ ὁποῖος φοιτούσε σε κολλέγιο καί δημιουργοῦσε ἐκεῖ ζητήματα. Ήταν πρόβλημα γιά τό σχο-λεῖο ὁ νέος αὐτός. 

Κάποιος νέος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πρόβλημα κατά τὰ ἔτη τῆς φοιτήσεώς του εἰς τὸ κολλέγιον, ὅταν τό πρῶτον συνηντήθημεν, μοῦ ἐξήγησεν ὅτι ὅλη ἡ ἀνω-μαλία εἰς τάς σχέσεις του μέ τούς διδασκάλους του ὠφείλετο εἰς τὴν ἠλιθιότητά των καί τὴν ἀδυναμίαν των ν' ἀναγνωρίσουν ὅτι δὲν ἐχρειάζετο μαθήματα εἰς τὰ μαθηματικά καί τά λατινικά, ἐφ' ὅσον ἡ καρ-ριέρα του εἶχεν ἤδη ἀποφασισθῆ καί ἐξασφαλισθῆ.

Αὐτός ὁ νέος μέ τή φαντασία του εἶχε πείσει τὸν ἑαυτό του ὅτι δὲν τοῦ χρειάζονταν αὐτά τά μα θήματα. Ἔλεγε: «Τί μοῦ χρειάζονται ἐμένα τα λατι νικά; Τί μοῦ χρειάζονται ἐμένα τα μαθηματικά; Τί κι ἄν πηγαίνω στο κολλέγιο; Τί κι ἂν ὑπάρχει ἐκεῖ ἕνα τέτοιο πρόγραμμα; Ἐγώ θα ζήσω χωρίς αὐτά τά μαθήματα. Δὲν μοῦ χρειάζονται». Καί ἐπειδή οἱ κα-θηγητές ἐπέμεναν ὅτι τοῦ χρειάζονται –διότι, ἅπαξ καὶ πῆγε στο σχολεῖο, ἔπρεπε να μάθει μαθηματικά καί λατινικά- ἐδημιουργεῖτο το πρόβλημα αὐτό τό μεγάλο. Καί ὁ νέος αὐτός, ὅταν τὸν ρωτούσαν για-τί δημιουργεῖται αὐτό τό πρόβλημα μέ τούς καθη-γητές του, ἀπαντοῦσε: «Γιατί εἶναι ἡλίθιοι αὐτοί».

Ἰσχυρίζετο ὅτι εἶχε συγγράψει ἀρκετά θεατρικά ἔργα, καί ὅτι διηύθυνε θίασον πού ἐξετέλεσε τά ἔργα του αὐτά με καταπληκτικήν ἐπιτυχίαν εἰς ὅλας τάς μεγάλας πόλεις τῶν Βρεττανικῶν Νήσων. Εἶχεν ἐπίσης πολλάς ἐμφανίσεις καί εἰς τὴν ἠπειρωτικήν Εὐρώπην. Εἶχεν ἤδη γίνει διάσημος.

Ὅλα αὐτά ὅμως ήταν παραμύθια· τὰ εἶχε φαντασθεῖ. Βέβαια, ἐνῶ ἦταν ψέματα, αὐτός δέν τά ἔλεγε ἐν γνώσει του ὡς ψέματα. Ἔτσι τά εἶχε φαντασθεῖ, ἐπειδή εἶχε φύγει ἀπό τήν πραγματικότητα, λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπῆρχε το σύμπλεγμα καί ἤθελε ψευτοαμοιβές· ὅτι δηλαδή κάνει πολλά, ὅτι κατορθώ-νει πολλά, ὅτι ἐπιτυγχάνει κτλ. Καὶ γι' αὐτό λοιπόν διηγεῖτο τέτοια πράγματα.

Με διεσκέδασεν -λέει αὐτός ὁ ψυχολόγος-ἱερέ-ας- ἕνα ὁλόκληρον σχεδόν ἀπόγευμα με διαφόρους ἱστορίας περί τῶν ἀξιολογωτάτων κατορθωμάτων του, αἱ ὁποῖαι ἱστορίαι δέν εἶχον κόκκον ἀληθείας.


Τίποτε, κανένα ἀπό αὐτά τά κατορθώματα δέν ἦταν ἀληθινό.

Ήτο ὅμως ἐξ ἄλλου προφανές ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν διηγεῖτο ἐσκεμμένα ψεύδη.

Το παιδί αὐτό δέν πῆγε στὸν ἱερέα, ἀφοῦ πρῶτα σκέφτηκε ἐνσυνείδητα: «Θα πάω τώρα να τοῦ πῶ ἕνα σωρό ψέματα, ἕνα σωρό φανταστικές ἱστορίες». Δέν σκέφτηκε ἔτσι. Αὐτά τά πράγματα ἀσφαλῶς τὰ φαντάστηκε. Καί ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἔκα-νε να τα φανταστεῖ ἦταν τὸ σύμπλεγμα κατωτερό-τητος, γιὰ νὰ ἔχει ψευτοαμοιβές. Τα φαντάστηκε λοιπόν, καί ἡ φαντασία του τόσο πολύ ενώθηκε, τόσο πολύ ἔγινε ἕνα μέ τήν πραγματικότητα, πού τὰ πίστεψε κιόλας ὅτι ἔτσι ἔγιναν, καί γι' αὐτό πῆγε καί τὰ διηγήθηκε. 

Ἐπίστευεν εἰς τούς μύθους πού ἐξύφαινε, διότι εἰς τὴν κατάστασιν πού εἶχε περιαγάγει ἑαυτόν δέν ἦτο πλέον δυνατή ἡ διάκρισις μεταξύ φαντασίας καί πραγματικότητος. 

Ὁ ψυχολόγος ἔκανε ἔρευνα, ἔκανε προσπάθεια –ἀσφαλῶς συζήτησε καί ξανασυζήτησε μέ αὐτόν τόν νέο- καί τελικά ἀνακάλυψε τὸ αἴτιο. Λέει λοιπόν:
᾿Ανεκαλύψαμεν εἰς τὴν ρίζαν ὅλης του αὐτῆς τῆς διαταραχῆς ἕνα σύμπλεγμα κατωτερότητος. Μετά την ψυχολογικήν βοήθειαν πού τοῦ παρεσχέ-θη, κατέστη ἱκανός να εὕρῃ τὸν ἑαυτόν του ἐντός τῆς πραγματικότητος, νά ἀναλάβῃ ἀληθεῖς σπουδάς καὶ νὰ διακριθῇ ὡς ἰατρός.


Νά, λοιπόν. Ἕνας νέος, πού ἦταν χαμένος μέσα στον φανταστικό κόσμο στόν ὁποῖο ζοῦσε, θα καταντοῦσε στο ψυχιατρείο, καί ποιός ξέρει τί ἄλλες συνέπειες θά εἶχε. Βρέθηκε ὅμως αὐτός ὁ ψυχολόγος-ἱερέας, ὁ ὁποῖος τὸν βοήθησε, ὥστε νά ἀνακαλύψουν μαζί το αἴσθημα κατωτερότητος. Καὶ μὲ τις γνώσεις πού εἶχε ὁ κληρικός, μπόρεσε νὰ τὸν βοηθήσει νά προσγειωθεῖ, νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καί νά ξαναρχίσει ἀπό τήν ἀρχή τή ζωή. Ἐδῶ εἶναι ὅλο το μυστικό.

Πολλές φορές θά χρειαστεῖ τέτοιοι ἄνθρωποι, εἴτε στὰ εἴκοσί τους χρόνια εἶναι εἴτε στὰ εἴκοσι πέντε, στα τριάντα, στα σαράντα, νὰ ἀρχίσουν τή ζωή τους ἀπό τήν ἀρχή. Χρειάζεται νὰ ἔχει κανείς το κουράγιο σ' αὐτές τις περιπτώσεις νὰ πεῖ: «Ὅ,τι ἔγινε ἔγινε· ὅ,τι ἔκανα ἔκανα. Ἔπεσα ἔξω. Θά ἀρχίσω λοιπόν τή ζωή μου ἀπό τήν ἀρχή».

Ὅταν λέμε θά ἀρχίσει τή ζωή του ἀπό τήν ἀρχή, δέν σημαίνει φυσικά ὅτι θὰ γίνει ἑνός ἔτους ἤ δέκα χρονῶν. Θὰ εἶναι στὴν ἡλικία πού εἶναι. Ἐκεῖνο ὅμως πού ἔχει σημασία εἶναι, ὅλη ἡ κατά-σταση πού ἔχει δημιουργηθεῖ μέσα του μέ τή φαντασία, ὅλο τὸ οἰκοδόμημα πού ἔχει οἰκοδομήσει ἀπό τότε πού ὑπάρχει το σύμπλεγμα κατωτερότη τος –καί τὸ ὁποῖο οἰκοδόμημα εἶναι μιά ψευτοα-μοιβή, εἶναι μια φαντασία, εἶναι κάτι ἐκτός πραγ-ματικότητος- ὅλο αὐτό να σωριαστεί.

Μπορεῖ ὅμως κανείς μια ζωή ὁλόκληρη να δουλεύει να κάνει κάτι, να φτιάξει ὅ,τι θα φτιάξει, καί ὕστερα αὐτό τό πράγμα να τοὸ δεῖ νὰ πέφτει, νὰ γκρεμίζεται; Ἔχει το κουράγιο αὐτό; Πάντως, ἄν ἔχει αὐτό τό κουράγιο, θα κοιτάξει τί μπορεῖ νὰ κάνει ἀπὸ τὴν ἀρχή καί ὄντως κάτι θα κάνει. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ ψυχο λόγος-ἱερέας, ἔτυχε νά εἶναι νέος ἀκόμη. Καμιά φορά αὐτὰ τὰ πράγματα διαπιστώνονται πολύ ἀργότερα· στα τριάντα πέντε, στα σαράντα. Μπορει κανείς τότε ἀπό την αρχή να αρχίσει να σπουδάζει; Πάντως, αὐτός ἦταν ἀκόμη νέος καί προσγειώθηκε, μπόρεσε νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του μέσα στην πραγματικότητα, ἔκανε πραγματικές σπουδές καὶ ἔτσι ἔγινε ἕνας καλός γιατρός, πού διακρίθηκε.

23-3-1969

῎Ανθρωποι μὲ ἐκδηλώσεις τοῦ συμπλέγματος κατωτερότητος, ἐνῶ εἶναι τόσο ἀποκρουστικοί, τόσο ἀπωθητικοί -καθόλου δέν μπορεῖ κανείς νά τούς συμπαθήσει-ὡστόσο εἶναι οἱ πιό ἀξιοσυμπάθητοι ἄνθρωποι.
Όχι βέβαια γιά τίς καλοσύνες τους, ἀλλά διότι εἶναι ἄρρωστοι, εἶναι τραυματισμένοι.
Ἔχουν ἀνάγκη ἀπό πολλή κατανόηση καί πολλή ἀγάπη.
Να μην προσέχουμε τίς ὅποιες ἐκδηλώσεις τους,
ἀλλὰ νὰ προσπαθήσουμε νὰ δοῦμε βαθύτερα την πληγή τους, καὶ νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο να τή γιατρέψουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: