Συνέχεια από Τετάρτη 21. Ιανουαρίου 2026
Ο Θεός στην πατερική σκέψη 3
Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
Εισαγωγή (iii) (συνέχεια)
Το Κεφάλαιο VII περιέχει μια εκτενή επισκόπηση τής υποταγής (Subordinationism) . Ο Ωριγένης ήταν βαθύτατα διαποτισμένος από αυτήν την τάση. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του έγκειτο στην προσπάθεια να διατηρήσει την πίστη του στη γνήσια θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ενώ ταυτόχρονα να διαφυλάξει την αρχή ότι όλα τα θεία τους γνωρίσματα απορρέουν από το Είναι του Πατρός. Μόνο με οξύτατη δυσκολία απέφυγε να ταυτίσει την προέλευση με έναν βαθμό κατωτερότητας τέτοιον, ώστε να καταργείται η αξίωση στη θεότητα. Δεν είχε ακόμη βρεθεί καμία διατύπωση που να εκφράζει επαρκώς την προέλευση ως διάκριση από τη δημιουργία. Όταν όμως ο Canon Green (όπ. παρ., σ. 250, σημ. 3) κατηγορεί τον Ωριγένη ότι υποστήριξε πως ο Λόγος είναι «ἐξ ἑτέρας οὐσίας» από τον Πατέρα, πλανάται. Εκείνο που εννοεί ο Ωριγένης ( De oratione 15.1 ) είναι ότι ο Υιός είναι «διακριτό ον» ( ἕτερος κατ’ οὐσίαν ), όπως δείχνει το συμφραζόμενο. Τον Ωριγένη ακολούθησε ο Ευσέβιος, μέγας ιστορικός, αλλά μάλλον συγκεχυμένος θεολόγος.
Πέρα από αυτή τη δυσχέρεια, η οποία είχε εν μέρει βιβλική προέλευση, η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω από τη διστακτική εισαγωγή της πλατωνικής έκφρασης «δεύτερος θεός». Ο Ευσέβιος ιδίως επέτρεψε στον εαυτό του να παρεμποδιστεί από την υιοθέτησή της. Ο Ωριγένης είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο, διακρίνοντας μεταξύ «ὁ Θεός» και «θεός» (διάκριση που αντιστοιχεί περίπου στη διαφορά μεταξύ «Θεός» και «θεός»), επιτρέποντας μόνο τη δεύτερη έκφραση να αποδοθεί στον Υιό. Ο Άρειος και οι οπαδοί του συνέλεξαν όλα τα νήματα τής υποταγής, ωθώντας μέχρι τη λογική τους κατάληξη κάθε μεταφορά που έτεινε να παρουσιάσει τον Υιό ως σαφώς κατώτερο του Πατρός ή να καταστήσει τον προκοσμικό Λόγο μια απρόσωπη λειτουργία του Θεού.
Το Κεφάλαιο VIII΄ διερευνά τη σημασία της ελληνικής λέξης «πρόσωπον» (prosopon). Στη θεολογία δεν σημαίνει ποτέ «προσωπίδα»(προσωπείο), παρότι σύγχρονοι συγγραφείς επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι οι Σαβελλιανοί τη χρησιμοποιούσαν με αυτήν την έννοια. Στην πραγματικότητα, οι Σαβελλιανοί φαίνεται ότι παραδέχονταν ένα μόνο πρόσωπον στη Θεότητα, και η λέξη σημαίνει σταθερά «άτομο». Η persona είναι απλώς η λατινική μετάφραση του prosopon από τον Τερτυλλιανό· μεταφράστηκε εκ νέου στα ελληνικά από τον Ιππόλυτο και παρέμεινε σε ορθόδοξη χρήση έως το τέλος της ελληνικής πατερικής περιόδου. Η ὑπόστασις φέρει ουσιωδώς διαφορετική σημασία. Όταν εφαρμόζεται στα Πρόσωπα του Θεού, εκφράζει την αντικειμενικότητα ή, συγκεκριμένα, ένα αντικείμενο. Αυτή η σημασία αναδύεται καθαρά μέσα από μια ποικιλία άλλων χρήσεων της λέξης σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Η εφαρμογή της στά θεία Πρόσωπα συνεπάγεται ότι δεν πρόκειται για απλά ονόματα ή λειτουργίες ή ιδιότητες, αλλά για ουσιαστικά αντικείμενα. Ο ισχυρισμός ότι η ὑπόστασις απέκτησε ποτέ «μια σημασία ενδιάμεση μεταξύ ‘προσώπου’ και ‘ιδιότητας’, με κλίση προς το πρώτο», είναι καθαρή πλάνη, παρότι ανάγεται τελικά στον Harnack (Hist. Dogm. iv, σ. 85). Οι Έλληνες δεν ήταν ποτέ συγκεχυμένοι στη σκέψη τους και γνώριζαν απολύτως τι εννοούσαν με την ορολογία τους.
Το Κεφάλαιο IX΄ συνεχίζει τη θεολογική διερεύνηση της έννοιας της ὑποστάσεως, δείχνοντας ότι, μολονότι μόνον περί τα μέσα του τετάρτου αιώνα η εφαρμογή της στα τρία Πρόσωπα απαλλάχθηκε οριστικά από κάθε παρεξήγηση, η ιδέα που αυτή μετέδιδε είχε ουσιαστικά γίνει αποδεκτή ήδη νωρίτερα. Φαίνεται ότι στην Ανατολή απέκτησε για κάποιο διάστημα περιορισμένη χρήση ως κατά λέξη μετάφραση της λατινικής substantia, αλλά μόνο υπό τη μορφή λατινισμού. Όταν αυτό το εμπόδιο απομακρύνθηκε από τον Αθανάσιο, ο τύπος των τριών ὑποστάσεων και μίας οὐσίας (substance) έγινε γενικώς αποδεκτός.
Η οὐσία σημαίνει επίσης «αντικείμενο», αλλά με διαφορετική έμφαση. Ενώ η ὑπόστασις δίνει έμφαση στη συγκεκριμένη αυτοτέλεια, η οὐσία την τοποθετεί στην εσωτερική σύσταση. Η ὑπόστασις σημαίνει «πραγματικότητα ad alios», ενώ η οὐσία «πραγματικότητα in se»· ο ένας όρος δηλώνει τον Θεό ως φανερούμενο, ο άλλος υποδηλώνει τον Θεό ως είναι. Ο Αθανάσιος δίδαξε ότι στον Θεό μία και η αυτή ταυτόσημη «ουσία» ή αντικειμενική πραγματικότητα, χωρίς καμία διαίρεση, υποκατάσταση ή διαφοροποίηση περιεχομένου, παρουσιάζεται μόνιμα σε τρεις διακριτές αντικειμενικές μορφές. Είναι μία ως προς το περιεχόμενο και τη συνείδηση, αλλά τρία ως προς την επαφή και την πρόσληψη. Ανθρώπινα ομιλώντας, αυτό συνιστά ένα παράδοξο. Έχει όμως τη δικαίωσή του στο ότι κάθε ανθρώπινη σκέψη περί του απείρου είναι κατ’ ανάγκην παραδοξική. Δεν αξιώνει να αποτελεί τον τύπο με τον οποίο ο Θεός πράγματι ζει, αλλά παρέχει μια έννοια με την οποία μπορεί να παρουσιαστεί στην ανθρώπινη κατανόηση, ανάλογα με την ικανότητά της να δεχθεί ένα μέτρο γνήσιου φωτισμού.
Το Κεφάλαιο X εισάγει τον όρο ὁμοούσιον, με τον οποίο το Σύμβολο της Νικαίας επιδίωξε να αποκλείσει τον Αρειανισμό. Εξετάζεται η ιστορία της λέξης και επιχειρείται να καταδειχθεί ότι η αληθινή της σημασία είναι «ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας», ή, πιο απλά, «από το ίδιο ‘υλικό’». Στο Σύμβολο σημαίνει ότι ο Υιός είναι αληθινά Θεός, όπως είναι Θεός και ο Πατήρ. Δεν έχει άμεση ή ουσιώδη συνάφεια με το πρόβλημα της θείας ενότητας, αν και οι οπαδοί του Αθανασίου φαίνεται ότι ενέταξαν σε αυτόν τον όρο και τις δικές τους απόψεις επί του ζητήματος αυτού.
Αυτό υπήρξε ένα τυχαίο και παροδικό επακόλουθο των περιστάσεων της εποχής. Ακολουθεί μια ανασκόπηση της αμφισβητούμενης ερμηνείας που αποδόθηκε στον όρο σε σχέση με τον Παύλο τον Σαμοσατέα. Οι Harnack, Ottley, Dr. C. E. Raven (Apollinarianism, σ. 64), Canon Green (όπ. παρ., σ. 260, ακολουθώντας τον καθηγητή Loofs) καταλήγουν όλοι, λίγο-πολύ με βεβαιότητα, στο συμπέρασμα ότι ο Παύλος χρησιμοποίησε τον όρο ὁμοούσιος με μια σημασία όχι ακριβώς ταυτόσημη με εκείνη του Αθανασίου, αλλά τέτοια που υποδήλωνε την ουσιώδη ενότητα του Υιού με τον Πατέρα. Παραθέτω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι το συμπέρασμα αυτό είναι εσφαλμένο. (Η παράθεση του Canon Green της φράσης «ἐνούσιος Σοφία» από τον Αθανάσιο, De synodis 41, τέλος [και όχι 42, όπως αναφέρεται εσφαλμένα, όπ. παρ., σ. 261, σημ. 2], δεν σημαίνει «ἐνυπάρχουσα στην οὐσία του Θεοῦ», αλλά το ίδιο με το ἐνυπόστατος, δηλαδή «συγκεκριμένος», «ον με υποστατική ύπαρξη», ή, όπως αποδίδει η βενεδικτίνη λατινική μετάφραση, Sapientiam substantia praeditam.) Η επίσημη διδασκαλία που συμφωνήθηκε στη Νίκαια άφησε άλυτο το πρόβλημα της θείας ενότητας, αν και ο Αθανάσιος είχε τη δική του λύση, η οποία αργότερα έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Στο Κεφάλαιο XI η λύση αυτή εξετάζεται περαιτέρω. Έλαβε μορφή στη διδασκαλία της Ταυτότητας της Οὐσίας, της οποίας η τεράστια σημασία έχει αναγνωρισθεί εξαιρετικά ανεπαρκώς στα εγχειρίδια, παρότι αποτελεί ολόκληρη τη βάση της ορθόδοξης θεωρίας περί θείας ενότητας. Ο Αθανάσιος, σε έργα λίγο γνωστά στην Αγγλία — ίσως επειδή (μέχρι το 1951) δεν είχαν μεταφραστεί στα αγγλικά — συμπεριέλαβε ρητώς το Άγιο Πνεύμα στη διατύπωση αυτής της Ταυτότητας. Ωστόσο, μετά τη Σύνοδο της Νικαίας, η συντηρητική γνώμη ανησύχησε από τις θεωρητικές κατασκευές του Μαρκελλού και, για ένα διάστημα, οδηγήθηκε σε μια αμυντική συμμαχία με τις ακραίες θέσεις υποταγής της αρειανικής σχολής, προβάλλοντας τον τύπο ὁμοιούσιος («ὁμοίας οὐσίας») ως λιγότερο επιδεκτικό σαβελλιανικής ερμηνείας. Αυτό σήμαινε ότι το πρόβλημα της θείας ενότητας παραμερίστηκε. Στο μεταξύ, η μακεδονιανή πτέρυγα των Αρειανών, αποδεχόμενη τον Υιό ως ημίθεο, απέκλεισε πλήρως το Άγιο Πνεύμα από τη Θεότητα. Αυτό υπερέβη τα όρια αντοχής των συντηρητικών, οι οποίοι, σταδιακά, μέσω της διδασκαλίας του Αθανασίου και υπό την καθοδήγηση του Βασιλείου Καισαρείας και των συνεργατών του, οδηγήθηκαν στην πλήρη αποδοχή της Ταυτότητας της Οὐσίας. Ήταν ο Αθανάσιος, μάλλον παρά η Σύνοδος της Νικαίας, που διέσωσε τον χριστιανικό μονοθεϊσμό. Στο τέλος του κεφαλαίου παρατίθενται ορισμένα παραδείγματα της αναγνώρισης, από Λατίνους συγγραφείς, της διαφοράς μεταξύ ανατολικών και δυτικών δογμάτων περί Τριάδος, από τον Αυγουστίνο έως τον Θωμά Ακινάτη.
Το Κεφάλαιο XII πραγματεύεται ορισμένες λεπτομέρειες της Καππαδοκικής Σύνθεσης, ορίζοντας την ατομικότητα των θείων Προσώπων. Οι μόνες διακρίσεις των επιμέρους Προσώπων λέγεται ότι είναι η Πατρότητα, η Υιότητα και ο Ἁγιασμός. Το ένα θείο Είναι υπάρχει στους τρεις «τρόπους» της ἀγεννησίας, της γεννήσεως και της ἐκπορεύσεως. Πρόκειται για «τρόπους υπάρξεως», μέσα στους οποίους οι τρεις προαναφερθείσες διακρίσεις εκφράζονται αντικειμενικά. Είναι εξαιρετικά παραπλανητικό να αναφέρονται ως «οὐσίες». Αυτό ήταν το σφάλμα του Αετίου και του Ευνομίου, το οποίο όμως απορρίφθηκε με ένταση από τους ορθόδοξους στοχαστές. Τα μόνα εναπομείναντα κατάλοιπα τής υποταγής εντοπίζονται στη διδασκαλία της «μοναρχίας», ότι δηλαδή το θείο Είναι έχει τη μοναδική του πηγή στον Πατέρα, και στη διδασκαλία της διπλής ἐκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, από τον Πατέρα διά του Υιού. Όταν όμως ο Harnack ισχυρίζεται (Hist. Dogm. iv, σ. 87) ότι οι Καππαδόκες θεμελίωσαν την άποψή τους περί θείας ενότητας στην αρχή της μοναρχίας και όχι στο ὁμοούσιον, υπερβαίνει κατά πολύ τα δεδομένα.
Στην πραγματικότητα, όπως δείχνεται στο Κεφάλαιο ΙΑ΄, τη θεμελίωσαν στην Ταυτότητα της Οὐσίας, η οποία ήταν ακριβώς εκείνο που ο Αθανάσιος εννοούσε με τον όρο ὁμοούσιον. Ο «οργανικός» χαρακτήρας της Θεότητας, στον οποίο είχε ήδη από πολύ νωρίς επιστήσει την προσοχή ο Τερτυλλιανός, αναγνωρίστηκε έτσι και συνέβαλε σε μια νέα εκτίμηση της θείας ενότητας. Διακηρύχθηκε με σαφήνεια ότι σε ολόκληρη τη Θεότητα υπάρχει μία μόνο λειτουργία της θελήσεως και μία μόνο αρχή ενεργείας. Τα τρία «Πρόσωπα» δεν πρέπει να θεωρούνται ως τρεις ανεξάρτητες συνειδήσεις.
Το Κεφάλαιο XIII σκιαγραφεί την άνοδο μιας αφηρημένης τάσης σκέψης, η οποία κορυφώθηκε στον Λεόντιο Βυζάντιο και στον Λεόντιο Ιεροσολυμίτη. Η αγάπη τους για τον σχηματικό φορμαλισμό τους οδήγησε να εξαναγκάσουν το δόγμα της Τριάδας σε λεκτική εξομοίωση με εκείνο της Ενανθρωπήσεως. Είχαν επίσης πάθος να αναπαράγουν στη θεολογία ολόκληρο το σύστημα της αριστοτελικής λογικής. Ως αποτέλεσμα, αντικατέστησαν τη δημιουργική μεταφυσική με λογικό φορμαλισμό και, καθιστώντας την «ουσία» αφηρημένη, υπονόμευσαν το δόγμα της Ταυτότητας της Οὐσίας. Το επίτευγμα αυτό επηρέασε βαθύτατα τη μεταγενέστερη θεολογία. Η κατάσταση αποκαταστάθηκε μόνον από έναν άγνωστο στοχαστή στα τέλη του έβδομου αιώνα, του οποίου το έργο ενσωματώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό στη δική του, ιδιαιτέρως επιδραστική πραγματεία.
Το Κεφάλαιο XIV πραγματεύεται το δόγμα της αλληλοπεριχώρησης των θείων Προσώπων, με το οποίο η αποκατεστημένη αυτή κατάσταση διασφαλίστηκε οριστικά. Η επικράτηση της αφηρημένης σκέψης είχε ευνοήσει την εμφάνιση τριθεϊσμού, και η αλληλοπεριχώρηση αποτέλεσε την ορθόδοξη απάντηση, διατυπωμένη από τον ίδιο ανώνυμο στοχαστή. Κατ’ ουσίαν, το δόγμα αυτό ανάγεται σε θεολόγους του τέταρτου αιώνα. Ο Canon Green (όπ. παρ., σ. 293) αποδίδει στον Ιλάριο την επινόηση του όρου circumincessio, με τον οποίο οι Λατίνοι εξέφρασαν την αλληλοπεριχώρηση, και επίσης φαίνεται να ισχυρίζεται (ό.π., σ. 294) ότι ο αντίστοιχος ελληνικός όρος περιχώρησις χρησιμοποιήθηκε από τους Καππαδόκες. Δεν μπορώ να βρω τεκμήρια για τον πρώτο ισχυρισμό και είμαι βέβαιος ότι ο δεύτερος οφείλεται σε παρανόηση. Ο επιμελής και κατά κανόνα ακριβής Dorner σφάλλει όταν υποθέτει ότι ο όρος περιχώρησις είχε εφαρμοσθεί στα Πρόσωπα της Τριάδας πολύ πριν από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Στην πραγματικότητα, κατά την αρχική του χρήση ήταν χριστολογικός όρος και μόλις λίγο πριν από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό μεταφέρθηκε στο τριαδολογικό πεδίο, ώστε να τον υιοθετήσει. Παρείχε όμως έναν εξαιρετικά έγκαιρο και γόνιμο τύπο για την ιδέα ότι το είναι και των τριών Προσώπων περιέχεται στο είναι του καθενός, και έτσι επανεπιβεβαίωσε, από μια νέα οπτική γωνία, το κρίσιμο δόγμα της Ταυτότητας της Οὐσίας.
Δεν θα ήθελα να κλείσω αυτή τη μακροσκελή ανασκόπηση του βιβλίου μου χωρίς να εκφράσω τη λύπη μου για το ότι αναγκάστηκα να ασκήσω κάπως έντονη κριτική σε συμπεράσματα που προτάθηκαν από δύο στενούς προσωπικούς φίλους. Είναι δυσκολότερο να κρίνει κανείς φίλους παρά ξένους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα συμφωνήσουν πως αυτό προσφέρει μεγαλύτερη παρηγοριά, διότι ο ύπουλος πειρασμός του odium theologicum υπερβαίνεται από τη συνείδηση της concordia amicabilis. Και επιθυμώ να εκφράσω δημόσια τις ευχαριστίες μου σε δύο ακόμη φίλους για τη γενναιόδωρη βοήθειά τους: στη δεσποινίδα Μ. King, η οποία κατέγραψε μεγάλο μέρος του βιβλίου από την υπαγόρευσή μου, και στον Dr. F. L. Cross, ο οποίος συνέταξε το ευρετήριο των πατερικών παραπομπών.
G. L. P.
Σημείωση στη δεύτερη έκδοση
Με την έκδοση μιας δεύτερης έκδοσης δόθηκε η ευκαιρία να τροποποιηθούν ορισμένες από τις κρίσεις που είχαν διατυπωθεί στην πρώτη και να διορθωθούν αρκετές εσφαλμένες αποδόσεις πατρότητας σχετικά με κείμενα των οποίων η γνησιότητα δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί. Θερμές ευχαριστίες οφείλονται σε έναν ακόμη φίλο, τον π. Henri de Riedmatten, O.P., για τις γενναιόδωρες συμβουλές του κατά τη διενέργεια αυτών των διορθώσεων, και ιδίως για την διαφωτιστική υπόδειξη που καταγράφεται στη σελίδα 209 σε σχέση με τη Σύνοδο της Αντιόχειας.
G. L. P.
1 Νοεμβρίου 1950
Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
Εισαγωγή (iii) (συνέχεια)
Το Κεφάλαιο VII περιέχει μια εκτενή επισκόπηση τής υποταγής (Subordinationism) . Ο Ωριγένης ήταν βαθύτατα διαποτισμένος από αυτήν την τάση. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του έγκειτο στην προσπάθεια να διατηρήσει την πίστη του στη γνήσια θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ενώ ταυτόχρονα να διαφυλάξει την αρχή ότι όλα τα θεία τους γνωρίσματα απορρέουν από το Είναι του Πατρός. Μόνο με οξύτατη δυσκολία απέφυγε να ταυτίσει την προέλευση με έναν βαθμό κατωτερότητας τέτοιον, ώστε να καταργείται η αξίωση στη θεότητα. Δεν είχε ακόμη βρεθεί καμία διατύπωση που να εκφράζει επαρκώς την προέλευση ως διάκριση από τη δημιουργία. Όταν όμως ο Canon Green (όπ. παρ., σ. 250, σημ. 3) κατηγορεί τον Ωριγένη ότι υποστήριξε πως ο Λόγος είναι «ἐξ ἑτέρας οὐσίας» από τον Πατέρα, πλανάται. Εκείνο που εννοεί ο Ωριγένης ( De oratione 15.1 ) είναι ότι ο Υιός είναι «διακριτό ον» ( ἕτερος κατ’ οὐσίαν ), όπως δείχνει το συμφραζόμενο. Τον Ωριγένη ακολούθησε ο Ευσέβιος, μέγας ιστορικός, αλλά μάλλον συγκεχυμένος θεολόγος.
Πέρα από αυτή τη δυσχέρεια, η οποία είχε εν μέρει βιβλική προέλευση, η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω από τη διστακτική εισαγωγή της πλατωνικής έκφρασης «δεύτερος θεός». Ο Ευσέβιος ιδίως επέτρεψε στον εαυτό του να παρεμποδιστεί από την υιοθέτησή της. Ο Ωριγένης είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο, διακρίνοντας μεταξύ «ὁ Θεός» και «θεός» (διάκριση που αντιστοιχεί περίπου στη διαφορά μεταξύ «Θεός» και «θεός»), επιτρέποντας μόνο τη δεύτερη έκφραση να αποδοθεί στον Υιό. Ο Άρειος και οι οπαδοί του συνέλεξαν όλα τα νήματα τής υποταγής, ωθώντας μέχρι τη λογική τους κατάληξη κάθε μεταφορά που έτεινε να παρουσιάσει τον Υιό ως σαφώς κατώτερο του Πατρός ή να καταστήσει τον προκοσμικό Λόγο μια απρόσωπη λειτουργία του Θεού.
Το Κεφάλαιο VIII΄ διερευνά τη σημασία της ελληνικής λέξης «πρόσωπον» (prosopon). Στη θεολογία δεν σημαίνει ποτέ «προσωπίδα»(προσωπείο), παρότι σύγχρονοι συγγραφείς επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι οι Σαβελλιανοί τη χρησιμοποιούσαν με αυτήν την έννοια. Στην πραγματικότητα, οι Σαβελλιανοί φαίνεται ότι παραδέχονταν ένα μόνο πρόσωπον στη Θεότητα, και η λέξη σημαίνει σταθερά «άτομο». Η persona είναι απλώς η λατινική μετάφραση του prosopon από τον Τερτυλλιανό· μεταφράστηκε εκ νέου στα ελληνικά από τον Ιππόλυτο και παρέμεινε σε ορθόδοξη χρήση έως το τέλος της ελληνικής πατερικής περιόδου. Η ὑπόστασις φέρει ουσιωδώς διαφορετική σημασία. Όταν εφαρμόζεται στα Πρόσωπα του Θεού, εκφράζει την αντικειμενικότητα ή, συγκεκριμένα, ένα αντικείμενο. Αυτή η σημασία αναδύεται καθαρά μέσα από μια ποικιλία άλλων χρήσεων της λέξης σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Η εφαρμογή της στά θεία Πρόσωπα συνεπάγεται ότι δεν πρόκειται για απλά ονόματα ή λειτουργίες ή ιδιότητες, αλλά για ουσιαστικά αντικείμενα. Ο ισχυρισμός ότι η ὑπόστασις απέκτησε ποτέ «μια σημασία ενδιάμεση μεταξύ ‘προσώπου’ και ‘ιδιότητας’, με κλίση προς το πρώτο», είναι καθαρή πλάνη, παρότι ανάγεται τελικά στον Harnack (Hist. Dogm. iv, σ. 85). Οι Έλληνες δεν ήταν ποτέ συγκεχυμένοι στη σκέψη τους και γνώριζαν απολύτως τι εννοούσαν με την ορολογία τους.
Το Κεφάλαιο IX΄ συνεχίζει τη θεολογική διερεύνηση της έννοιας της ὑποστάσεως, δείχνοντας ότι, μολονότι μόνον περί τα μέσα του τετάρτου αιώνα η εφαρμογή της στα τρία Πρόσωπα απαλλάχθηκε οριστικά από κάθε παρεξήγηση, η ιδέα που αυτή μετέδιδε είχε ουσιαστικά γίνει αποδεκτή ήδη νωρίτερα. Φαίνεται ότι στην Ανατολή απέκτησε για κάποιο διάστημα περιορισμένη χρήση ως κατά λέξη μετάφραση της λατινικής substantia, αλλά μόνο υπό τη μορφή λατινισμού. Όταν αυτό το εμπόδιο απομακρύνθηκε από τον Αθανάσιο, ο τύπος των τριών ὑποστάσεων και μίας οὐσίας (substance) έγινε γενικώς αποδεκτός.
Η οὐσία σημαίνει επίσης «αντικείμενο», αλλά με διαφορετική έμφαση. Ενώ η ὑπόστασις δίνει έμφαση στη συγκεκριμένη αυτοτέλεια, η οὐσία την τοποθετεί στην εσωτερική σύσταση. Η ὑπόστασις σημαίνει «πραγματικότητα ad alios», ενώ η οὐσία «πραγματικότητα in se»· ο ένας όρος δηλώνει τον Θεό ως φανερούμενο, ο άλλος υποδηλώνει τον Θεό ως είναι. Ο Αθανάσιος δίδαξε ότι στον Θεό μία και η αυτή ταυτόσημη «ουσία» ή αντικειμενική πραγματικότητα, χωρίς καμία διαίρεση, υποκατάσταση ή διαφοροποίηση περιεχομένου, παρουσιάζεται μόνιμα σε τρεις διακριτές αντικειμενικές μορφές. Είναι μία ως προς το περιεχόμενο και τη συνείδηση, αλλά τρία ως προς την επαφή και την πρόσληψη. Ανθρώπινα ομιλώντας, αυτό συνιστά ένα παράδοξο. Έχει όμως τη δικαίωσή του στο ότι κάθε ανθρώπινη σκέψη περί του απείρου είναι κατ’ ανάγκην παραδοξική. Δεν αξιώνει να αποτελεί τον τύπο με τον οποίο ο Θεός πράγματι ζει, αλλά παρέχει μια έννοια με την οποία μπορεί να παρουσιαστεί στην ανθρώπινη κατανόηση, ανάλογα με την ικανότητά της να δεχθεί ένα μέτρο γνήσιου φωτισμού.
Το Κεφάλαιο X εισάγει τον όρο ὁμοούσιον, με τον οποίο το Σύμβολο της Νικαίας επιδίωξε να αποκλείσει τον Αρειανισμό. Εξετάζεται η ιστορία της λέξης και επιχειρείται να καταδειχθεί ότι η αληθινή της σημασία είναι «ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας», ή, πιο απλά, «από το ίδιο ‘υλικό’». Στο Σύμβολο σημαίνει ότι ο Υιός είναι αληθινά Θεός, όπως είναι Θεός και ο Πατήρ. Δεν έχει άμεση ή ουσιώδη συνάφεια με το πρόβλημα της θείας ενότητας, αν και οι οπαδοί του Αθανασίου φαίνεται ότι ενέταξαν σε αυτόν τον όρο και τις δικές τους απόψεις επί του ζητήματος αυτού.
Αυτό υπήρξε ένα τυχαίο και παροδικό επακόλουθο των περιστάσεων της εποχής. Ακολουθεί μια ανασκόπηση της αμφισβητούμενης ερμηνείας που αποδόθηκε στον όρο σε σχέση με τον Παύλο τον Σαμοσατέα. Οι Harnack, Ottley, Dr. C. E. Raven (Apollinarianism, σ. 64), Canon Green (όπ. παρ., σ. 260, ακολουθώντας τον καθηγητή Loofs) καταλήγουν όλοι, λίγο-πολύ με βεβαιότητα, στο συμπέρασμα ότι ο Παύλος χρησιμοποίησε τον όρο ὁμοούσιος με μια σημασία όχι ακριβώς ταυτόσημη με εκείνη του Αθανασίου, αλλά τέτοια που υποδήλωνε την ουσιώδη ενότητα του Υιού με τον Πατέρα. Παραθέτω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι το συμπέρασμα αυτό είναι εσφαλμένο. (Η παράθεση του Canon Green της φράσης «ἐνούσιος Σοφία» από τον Αθανάσιο, De synodis 41, τέλος [και όχι 42, όπως αναφέρεται εσφαλμένα, όπ. παρ., σ. 261, σημ. 2], δεν σημαίνει «ἐνυπάρχουσα στην οὐσία του Θεοῦ», αλλά το ίδιο με το ἐνυπόστατος, δηλαδή «συγκεκριμένος», «ον με υποστατική ύπαρξη», ή, όπως αποδίδει η βενεδικτίνη λατινική μετάφραση, Sapientiam substantia praeditam.) Η επίσημη διδασκαλία που συμφωνήθηκε στη Νίκαια άφησε άλυτο το πρόβλημα της θείας ενότητας, αν και ο Αθανάσιος είχε τη δική του λύση, η οποία αργότερα έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Στο Κεφάλαιο XI η λύση αυτή εξετάζεται περαιτέρω. Έλαβε μορφή στη διδασκαλία της Ταυτότητας της Οὐσίας, της οποίας η τεράστια σημασία έχει αναγνωρισθεί εξαιρετικά ανεπαρκώς στα εγχειρίδια, παρότι αποτελεί ολόκληρη τη βάση της ορθόδοξης θεωρίας περί θείας ενότητας. Ο Αθανάσιος, σε έργα λίγο γνωστά στην Αγγλία — ίσως επειδή (μέχρι το 1951) δεν είχαν μεταφραστεί στα αγγλικά — συμπεριέλαβε ρητώς το Άγιο Πνεύμα στη διατύπωση αυτής της Ταυτότητας. Ωστόσο, μετά τη Σύνοδο της Νικαίας, η συντηρητική γνώμη ανησύχησε από τις θεωρητικές κατασκευές του Μαρκελλού και, για ένα διάστημα, οδηγήθηκε σε μια αμυντική συμμαχία με τις ακραίες θέσεις υποταγής της αρειανικής σχολής, προβάλλοντας τον τύπο ὁμοιούσιος («ὁμοίας οὐσίας») ως λιγότερο επιδεκτικό σαβελλιανικής ερμηνείας. Αυτό σήμαινε ότι το πρόβλημα της θείας ενότητας παραμερίστηκε. Στο μεταξύ, η μακεδονιανή πτέρυγα των Αρειανών, αποδεχόμενη τον Υιό ως ημίθεο, απέκλεισε πλήρως το Άγιο Πνεύμα από τη Θεότητα. Αυτό υπερέβη τα όρια αντοχής των συντηρητικών, οι οποίοι, σταδιακά, μέσω της διδασκαλίας του Αθανασίου και υπό την καθοδήγηση του Βασιλείου Καισαρείας και των συνεργατών του, οδηγήθηκαν στην πλήρη αποδοχή της Ταυτότητας της Οὐσίας. Ήταν ο Αθανάσιος, μάλλον παρά η Σύνοδος της Νικαίας, που διέσωσε τον χριστιανικό μονοθεϊσμό. Στο τέλος του κεφαλαίου παρατίθενται ορισμένα παραδείγματα της αναγνώρισης, από Λατίνους συγγραφείς, της διαφοράς μεταξύ ανατολικών και δυτικών δογμάτων περί Τριάδος, από τον Αυγουστίνο έως τον Θωμά Ακινάτη.
Το Κεφάλαιο XII πραγματεύεται ορισμένες λεπτομέρειες της Καππαδοκικής Σύνθεσης, ορίζοντας την ατομικότητα των θείων Προσώπων. Οι μόνες διακρίσεις των επιμέρους Προσώπων λέγεται ότι είναι η Πατρότητα, η Υιότητα και ο Ἁγιασμός. Το ένα θείο Είναι υπάρχει στους τρεις «τρόπους» της ἀγεννησίας, της γεννήσεως και της ἐκπορεύσεως. Πρόκειται για «τρόπους υπάρξεως», μέσα στους οποίους οι τρεις προαναφερθείσες διακρίσεις εκφράζονται αντικειμενικά. Είναι εξαιρετικά παραπλανητικό να αναφέρονται ως «οὐσίες». Αυτό ήταν το σφάλμα του Αετίου και του Ευνομίου, το οποίο όμως απορρίφθηκε με ένταση από τους ορθόδοξους στοχαστές. Τα μόνα εναπομείναντα κατάλοιπα τής υποταγής εντοπίζονται στη διδασκαλία της «μοναρχίας», ότι δηλαδή το θείο Είναι έχει τη μοναδική του πηγή στον Πατέρα, και στη διδασκαλία της διπλής ἐκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, από τον Πατέρα διά του Υιού. Όταν όμως ο Harnack ισχυρίζεται (Hist. Dogm. iv, σ. 87) ότι οι Καππαδόκες θεμελίωσαν την άποψή τους περί θείας ενότητας στην αρχή της μοναρχίας και όχι στο ὁμοούσιον, υπερβαίνει κατά πολύ τα δεδομένα.
Στην πραγματικότητα, όπως δείχνεται στο Κεφάλαιο ΙΑ΄, τη θεμελίωσαν στην Ταυτότητα της Οὐσίας, η οποία ήταν ακριβώς εκείνο που ο Αθανάσιος εννοούσε με τον όρο ὁμοούσιον. Ο «οργανικός» χαρακτήρας της Θεότητας, στον οποίο είχε ήδη από πολύ νωρίς επιστήσει την προσοχή ο Τερτυλλιανός, αναγνωρίστηκε έτσι και συνέβαλε σε μια νέα εκτίμηση της θείας ενότητας. Διακηρύχθηκε με σαφήνεια ότι σε ολόκληρη τη Θεότητα υπάρχει μία μόνο λειτουργία της θελήσεως και μία μόνο αρχή ενεργείας. Τα τρία «Πρόσωπα» δεν πρέπει να θεωρούνται ως τρεις ανεξάρτητες συνειδήσεις.
Το Κεφάλαιο XIII σκιαγραφεί την άνοδο μιας αφηρημένης τάσης σκέψης, η οποία κορυφώθηκε στον Λεόντιο Βυζάντιο και στον Λεόντιο Ιεροσολυμίτη. Η αγάπη τους για τον σχηματικό φορμαλισμό τους οδήγησε να εξαναγκάσουν το δόγμα της Τριάδας σε λεκτική εξομοίωση με εκείνο της Ενανθρωπήσεως. Είχαν επίσης πάθος να αναπαράγουν στη θεολογία ολόκληρο το σύστημα της αριστοτελικής λογικής. Ως αποτέλεσμα, αντικατέστησαν τη δημιουργική μεταφυσική με λογικό φορμαλισμό και, καθιστώντας την «ουσία» αφηρημένη, υπονόμευσαν το δόγμα της Ταυτότητας της Οὐσίας. Το επίτευγμα αυτό επηρέασε βαθύτατα τη μεταγενέστερη θεολογία. Η κατάσταση αποκαταστάθηκε μόνον από έναν άγνωστο στοχαστή στα τέλη του έβδομου αιώνα, του οποίου το έργο ενσωματώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό στη δική του, ιδιαιτέρως επιδραστική πραγματεία.
Το Κεφάλαιο XIV πραγματεύεται το δόγμα της αλληλοπεριχώρησης των θείων Προσώπων, με το οποίο η αποκατεστημένη αυτή κατάσταση διασφαλίστηκε οριστικά. Η επικράτηση της αφηρημένης σκέψης είχε ευνοήσει την εμφάνιση τριθεϊσμού, και η αλληλοπεριχώρηση αποτέλεσε την ορθόδοξη απάντηση, διατυπωμένη από τον ίδιο ανώνυμο στοχαστή. Κατ’ ουσίαν, το δόγμα αυτό ανάγεται σε θεολόγους του τέταρτου αιώνα. Ο Canon Green (όπ. παρ., σ. 293) αποδίδει στον Ιλάριο την επινόηση του όρου circumincessio, με τον οποίο οι Λατίνοι εξέφρασαν την αλληλοπεριχώρηση, και επίσης φαίνεται να ισχυρίζεται (ό.π., σ. 294) ότι ο αντίστοιχος ελληνικός όρος περιχώρησις χρησιμοποιήθηκε από τους Καππαδόκες. Δεν μπορώ να βρω τεκμήρια για τον πρώτο ισχυρισμό και είμαι βέβαιος ότι ο δεύτερος οφείλεται σε παρανόηση. Ο επιμελής και κατά κανόνα ακριβής Dorner σφάλλει όταν υποθέτει ότι ο όρος περιχώρησις είχε εφαρμοσθεί στα Πρόσωπα της Τριάδας πολύ πριν από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Στην πραγματικότητα, κατά την αρχική του χρήση ήταν χριστολογικός όρος και μόλις λίγο πριν από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό μεταφέρθηκε στο τριαδολογικό πεδίο, ώστε να τον υιοθετήσει. Παρείχε όμως έναν εξαιρετικά έγκαιρο και γόνιμο τύπο για την ιδέα ότι το είναι και των τριών Προσώπων περιέχεται στο είναι του καθενός, και έτσι επανεπιβεβαίωσε, από μια νέα οπτική γωνία, το κρίσιμο δόγμα της Ταυτότητας της Οὐσίας.
Δεν θα ήθελα να κλείσω αυτή τη μακροσκελή ανασκόπηση του βιβλίου μου χωρίς να εκφράσω τη λύπη μου για το ότι αναγκάστηκα να ασκήσω κάπως έντονη κριτική σε συμπεράσματα που προτάθηκαν από δύο στενούς προσωπικούς φίλους. Είναι δυσκολότερο να κρίνει κανείς φίλους παρά ξένους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα συμφωνήσουν πως αυτό προσφέρει μεγαλύτερη παρηγοριά, διότι ο ύπουλος πειρασμός του odium theologicum υπερβαίνεται από τη συνείδηση της concordia amicabilis. Και επιθυμώ να εκφράσω δημόσια τις ευχαριστίες μου σε δύο ακόμη φίλους για τη γενναιόδωρη βοήθειά τους: στη δεσποινίδα Μ. King, η οποία κατέγραψε μεγάλο μέρος του βιβλίου από την υπαγόρευσή μου, και στον Dr. F. L. Cross, ο οποίος συνέταξε το ευρετήριο των πατερικών παραπομπών.
G. L. P.
Σημείωση στη δεύτερη έκδοση
Με την έκδοση μιας δεύτερης έκδοσης δόθηκε η ευκαιρία να τροποποιηθούν ορισμένες από τις κρίσεις που είχαν διατυπωθεί στην πρώτη και να διορθωθούν αρκετές εσφαλμένες αποδόσεις πατρότητας σχετικά με κείμενα των οποίων η γνησιότητα δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί. Θερμές ευχαριστίες οφείλονται σε έναν ακόμη φίλο, τον π. Henri de Riedmatten, O.P., για τις γενναιόδωρες συμβουλές του κατά τη διενέργεια αυτών των διορθώσεων, και ιδίως για την διαφωτιστική υπόδειξη που καταγράφεται στη σελίδα 209 σε σχέση με τη Σύνοδο της Αντιόχειας.
G. L. P.
1 Νοεμβρίου 1950
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου