ΣΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΩΤΗ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΠΟΥ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΚΕΙΝΟΥ
Συνέχεια από: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ότι ο Ακίνδυνος αποδεικνύεται άθεος με τον τρόπο που κατασκευάζει την δήθεν κατηγορία περί διθεΐας· όπου υπάρχει και συντομωτάτη έκθεσις περί της δυσσεβείας για το ίδιο θέμα και της συνοδικής καταδίκης του Βαρλαάμ
10. Όπως θα δείξει ο λόγος στη συνέχεια, ο άθλιος (ο Ακίνδυνος) έγινε άθεος, για να μπορεί να κατηγορεί εμάς για διθεΐα. Διευθετεί καταλλήλως την υπόκριση (το δράμα) του λόγου και κατέρχεται προς τον αγώνα με δίκαιο ζήλο, αφού τάχα εμείς κηρύττουμε δυο θεότητες. Πώς δε έχει το ζήτημα τούτο, πρέπει να το διηγηθούμε από την αρχή, όσο είναι δυνατό σύντομα.
Εκείνος ο Βαρλαάμ, για να προσβάλει τους αφιερωμένους καθ’ ησυχίαν στον Θεό, διέβαλλε κάθε θεοφάνεια, διακήρυσσε δευτέρα γνώσιν πέρα της προερχομένης από τα φιλοσοφικά μαθήματα γνώσεως των όντων και της απ’ αυτής θεογνωσίας, επιχειρούσε να δείξει κτιστό το φως που έλαμψε από τον Σωτήρα επάνω στο όρος, και περιγραπτό και βασικώς αισθητό, γινόμενο και απογινόμενο, και ένα από τα αισθητά φάσματα, επίσης δε χειρότερο από διάνοια ως φανταστό. Τότε εμείς, αφ’ ενός μεν παρακληθέντες από τους ιερώς ησυχάζοντες, αφ’ ετέρου δε έχοντας από μόνοι μας τη συνείδηση ότι πρέπει εμείς οι ίδιοι να κατεβούμε στη συνηγορία υπέρ του φωτός, με τη βοήθεια του ίδιου του φωτός, εδείξαμε τούτο που πραγματικά ήταν άκτιστο, αΐδιο, απερίγραπτο, όχι μόνο επάνω από την δική μας αίσθηση, αλλά και επάνω από το νού, αν και εθεάθηκε από τους οφθαλμούς των αποστόλων, οι οποίοι είχαν πάρει τότε τη δύναμιν και χάριν του μέλλοντος αιώνος, και επίσης αποκαλούμενο θεότητα από τους αγίους.
Αφού λοιπόν αυτά τα πράγματα αποδείχθηκαν από μάς με πολλά επιχειρήματα και μαρτυρίες, εκείνος επεχείρησε πάλι να μας κατατάξει με αυτούς που κακώς νομίζουν ότι η φύσις του Θεού είναι ορατή και μεθεκτή. Όταν δε άκουσε ότι εμείς θεωρούμε αυτό το φως και το ονομάζουμε κατά τους πατέρες έλλαμψιν και χάριν και δόξα και λαμπρότητα Θεού που επιφαίνεται θείως στους άξιους, και όχι φύσιν («διότι κάνεις δεν εστάθηκε στην υπόσταση και ουσία Θεού», κατά το γεγραμμένο, «ούτε είδε ή εξέφρασε την φύσιν του Θεού»), όταν λοιπόν άκουσε τούτο, εκτράπηκε στο να λέγει ότι συνάγονται δύο άκτιστες θεότητες, αν και το φως εκείνο είναι άκτιστο και ονομάζεται θεότης, ενώ είναι λαμπρότης της θείας φύσεως αλλά όχι φύσις, αποδεικνύοντας πάλι, όπως νόμιζε, δια της εις άτοπον απαγωγής κτιστό το θειότατο εκείνο φώς. Συμβαίνει, όπως αν είχε κάποιος την αξίωση να μην καλείται νους η διάνοια ούτε να τη θεωρεί ασώματη, ώστε να μην έχει δυο νους κάθε άνθρωπος, και νου και διάνοια δηλαδή, δια της οποίας ο νους κάμει τις κινήσεις για έκφραση, ενώ κατ’ ουσίαν παραμένει αμετάβατος.
11. Εκείνος λοιπόν, αφού αποδείχθηκε γι’ αυτά συνοδικώς κακόδοξος, απομακρύνθηκε αμέσως από εντροπή και χωρίς καθυστέρηση προσχώρησε στους Ιταλούς. Ο μύστης όμως και διάδοχος και οπαδός του Ακίνδυνος αφού εφόρεσε τον μανδύα της δυσσεβείας κάπως ανάποδα, για να μην αντιλαμβάνονται οι παρατηρητές ότι φέρει την ενδυμασία εκείνου και για να μη νομίζουν μερικοί ότι αρνείται την κοινωνία προς εκείνον, με εξυπνάδα τοποθετεί τα επάνω προς τα κάτω και κάμει τα ύστερα πρώτα, προβάλλοντας πριν από κάθε άλλο ότι οι δύο άκτιστες θεότητες περιβάλλουν όσους τις δέχονται κατά οποιοδήποτε τρόπο με εντελώς ανήκουστα και άτοπα και αθεράπευτα κακά, ώστε οι ακεραιότεροι των ανθρώπων, διαφεύγοντας την, από αυτό θεωρούμενη φθορά, να συμφωνήσουν αναγκαίως μ’ εκείνο, ότι η θεότης που έλαμψε από τον Σωτήρα επάνω στο όρος είναι κτιστή, κάνοντας κάτι παρόμοιο μ’ εκείνους που στήνουν μηχανές (παγίδες) για τα ψάρια επάνω στα ποτάμια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Ότι ο Ακίνδυνος αποπειράται να προσελκύσει τους πάντες προς την αθεΐα με δόλο
12. Πράγματι αυτοί περιβάλλουν τα ρείθρα του ποταμού με πασσάλους και λίθους και ραβδιά, ενώ στα βαθύτερα των ρεύματων, από όπου το θήραμα μπορεί ευκολότερα να ξεφύγει όταν κολυμπά χαμηλά, απλώνουν μυτερούς οβελίσκους, έπειτα στο άνω μέρος του ρεύματος (διότι τα ποταμίσια ψάρια συνηθίζουν να κολυμπούν ψηλά για να βοσκήσουν) ανοίγουν ένα αληθινό στόμιο του άδη για τα ζώα των υδάτων· από εκεί κρεμούν το δίχτυ δεμένο, ώστε τα ψάρια, για ν’ αποφύγουν τη φαινομενική βλάβη από την όχθη, σπεύδοντας σχεδόν με τη θέλησή τους, να συλληφθούν από τον απρόσιτο και αναπόφευκτο κίνδυνο. Τέτοια είναι η μηχανή (παγίδα) εκείνων που μας σύρουν στην αθεΐα από το φόβο της διθεΐας. Διότι είναι ίσο, ή μάλλον εντελώς ένα και το αυτό, το να νομίσεις ότι δεν υπάρχει καθόλου Θεός και το να θεωρήσεις κτιστή τη θεότητα του Χριστού που αποδείχτηκε επάνω στο όρος. Διότι μία είναι η θεότης του Χριστού και του Χριστού Πατρός και του Πνεύματος. Αλλά ούτε η λαμπρότης της θείας φύσεως είναι χωριστή από τη θεία φύση. Ποιός Θεός όμως υπολείπεται γι’ αυτόν πού την θεωρεί κτίσμα;
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος
Ότι ο Ακίνδυνος αποδεικνύεται άθεος με τον τρόπο που κατασκευάζει την δήθεν κατηγορία περί διθεΐας· όπου υπάρχει και συντομωτάτη έκθεσις περί της δυσσεβείας για το ίδιο θέμα και της συνοδικής καταδίκης του Βαρλαάμ
10. Όπως θα δείξει ο λόγος στη συνέχεια, ο άθλιος (ο Ακίνδυνος) έγινε άθεος, για να μπορεί να κατηγορεί εμάς για διθεΐα. Διευθετεί καταλλήλως την υπόκριση (το δράμα) του λόγου και κατέρχεται προς τον αγώνα με δίκαιο ζήλο, αφού τάχα εμείς κηρύττουμε δυο θεότητες. Πώς δε έχει το ζήτημα τούτο, πρέπει να το διηγηθούμε από την αρχή, όσο είναι δυνατό σύντομα.
Εκείνος ο Βαρλαάμ, για να προσβάλει τους αφιερωμένους καθ’ ησυχίαν στον Θεό, διέβαλλε κάθε θεοφάνεια, διακήρυσσε δευτέρα γνώσιν πέρα της προερχομένης από τα φιλοσοφικά μαθήματα γνώσεως των όντων και της απ’ αυτής θεογνωσίας, επιχειρούσε να δείξει κτιστό το φως που έλαμψε από τον Σωτήρα επάνω στο όρος, και περιγραπτό και βασικώς αισθητό, γινόμενο και απογινόμενο, και ένα από τα αισθητά φάσματα, επίσης δε χειρότερο από διάνοια ως φανταστό. Τότε εμείς, αφ’ ενός μεν παρακληθέντες από τους ιερώς ησυχάζοντες, αφ’ ετέρου δε έχοντας από μόνοι μας τη συνείδηση ότι πρέπει εμείς οι ίδιοι να κατεβούμε στη συνηγορία υπέρ του φωτός, με τη βοήθεια του ίδιου του φωτός, εδείξαμε τούτο που πραγματικά ήταν άκτιστο, αΐδιο, απερίγραπτο, όχι μόνο επάνω από την δική μας αίσθηση, αλλά και επάνω από το νού, αν και εθεάθηκε από τους οφθαλμούς των αποστόλων, οι οποίοι είχαν πάρει τότε τη δύναμιν και χάριν του μέλλοντος αιώνος, και επίσης αποκαλούμενο θεότητα από τους αγίους.
Αφού λοιπόν αυτά τα πράγματα αποδείχθηκαν από μάς με πολλά επιχειρήματα και μαρτυρίες, εκείνος επεχείρησε πάλι να μας κατατάξει με αυτούς που κακώς νομίζουν ότι η φύσις του Θεού είναι ορατή και μεθεκτή. Όταν δε άκουσε ότι εμείς θεωρούμε αυτό το φως και το ονομάζουμε κατά τους πατέρες έλλαμψιν και χάριν και δόξα και λαμπρότητα Θεού που επιφαίνεται θείως στους άξιους, και όχι φύσιν («διότι κάνεις δεν εστάθηκε στην υπόσταση και ουσία Θεού», κατά το γεγραμμένο, «ούτε είδε ή εξέφρασε την φύσιν του Θεού»), όταν λοιπόν άκουσε τούτο, εκτράπηκε στο να λέγει ότι συνάγονται δύο άκτιστες θεότητες, αν και το φως εκείνο είναι άκτιστο και ονομάζεται θεότης, ενώ είναι λαμπρότης της θείας φύσεως αλλά όχι φύσις, αποδεικνύοντας πάλι, όπως νόμιζε, δια της εις άτοπον απαγωγής κτιστό το θειότατο εκείνο φώς. Συμβαίνει, όπως αν είχε κάποιος την αξίωση να μην καλείται νους η διάνοια ούτε να τη θεωρεί ασώματη, ώστε να μην έχει δυο νους κάθε άνθρωπος, και νου και διάνοια δηλαδή, δια της οποίας ο νους κάμει τις κινήσεις για έκφραση, ενώ κατ’ ουσίαν παραμένει αμετάβατος.
11. Εκείνος λοιπόν, αφού αποδείχθηκε γι’ αυτά συνοδικώς κακόδοξος, απομακρύνθηκε αμέσως από εντροπή και χωρίς καθυστέρηση προσχώρησε στους Ιταλούς. Ο μύστης όμως και διάδοχος και οπαδός του Ακίνδυνος αφού εφόρεσε τον μανδύα της δυσσεβείας κάπως ανάποδα, για να μην αντιλαμβάνονται οι παρατηρητές ότι φέρει την ενδυμασία εκείνου και για να μη νομίζουν μερικοί ότι αρνείται την κοινωνία προς εκείνον, με εξυπνάδα τοποθετεί τα επάνω προς τα κάτω και κάμει τα ύστερα πρώτα, προβάλλοντας πριν από κάθε άλλο ότι οι δύο άκτιστες θεότητες περιβάλλουν όσους τις δέχονται κατά οποιοδήποτε τρόπο με εντελώς ανήκουστα και άτοπα και αθεράπευτα κακά, ώστε οι ακεραιότεροι των ανθρώπων, διαφεύγοντας την, από αυτό θεωρούμενη φθορά, να συμφωνήσουν αναγκαίως μ’ εκείνο, ότι η θεότης που έλαμψε από τον Σωτήρα επάνω στο όρος είναι κτιστή, κάνοντας κάτι παρόμοιο μ’ εκείνους που στήνουν μηχανές (παγίδες) για τα ψάρια επάνω στα ποτάμια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Ότι ο Ακίνδυνος αποπειράται να προσελκύσει τους πάντες προς την αθεΐα με δόλο
12. Πράγματι αυτοί περιβάλλουν τα ρείθρα του ποταμού με πασσάλους και λίθους και ραβδιά, ενώ στα βαθύτερα των ρεύματων, από όπου το θήραμα μπορεί ευκολότερα να ξεφύγει όταν κολυμπά χαμηλά, απλώνουν μυτερούς οβελίσκους, έπειτα στο άνω μέρος του ρεύματος (διότι τα ποταμίσια ψάρια συνηθίζουν να κολυμπούν ψηλά για να βοσκήσουν) ανοίγουν ένα αληθινό στόμιο του άδη για τα ζώα των υδάτων· από εκεί κρεμούν το δίχτυ δεμένο, ώστε τα ψάρια, για ν’ αποφύγουν τη φαινομενική βλάβη από την όχθη, σπεύδοντας σχεδόν με τη θέλησή τους, να συλληφθούν από τον απρόσιτο και αναπόφευκτο κίνδυνο. Τέτοια είναι η μηχανή (παγίδα) εκείνων που μας σύρουν στην αθεΐα από το φόβο της διθεΐας. Διότι είναι ίσο, ή μάλλον εντελώς ένα και το αυτό, το να νομίσεις ότι δεν υπάρχει καθόλου Θεός και το να θεωρήσεις κτιστή τη θεότητα του Χριστού που αποδείχτηκε επάνω στο όρος. Διότι μία είναι η θεότης του Χριστού και του Χριστού Πατρός και του Πνεύματος. Αλλά ούτε η λαμπρότης της θείας φύσεως είναι χωριστή από τη θεία φύση. Ποιός Θεός όμως υπολείπεται γι’ αυτόν πού την θεωρεί κτίσμα;
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος
Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: εθυμήθηκα τον ήλιο, την ακτίνα και το Φώς. Αλλά με πιάνει κι'εδώ φόβος μήν τυχόν δώσουμε μεν ουσία στον Πατέρα, δέν δώσουμε όμως υπόσταση στα άλλα, αλλά τα θεωρήσουμε δυνάμεις τού Θεού που ενυπάρχουν σ'αυτόν αλλά δέν είναι αυθυπόστατες. Αλλά οι Πατέρες συνεκφωνούν με την κάθε μία υπόσταση, το ενυπόστατο και έτσι τις διαστέλλουν απο τις κοινές ενέργειες.
Αν ο Υιός λοιπόν είναι ενέργεια και όχι γέννημα τότε αυτός δέν είναι ούτε ο ενεργήσας ούτε το ενεργηθέν (διότι η ενέργεια είναι κάτι διαφορετικό απο αυτά), αλλά είναι και ανυπόστατος διότι καμμία ενέργεια δέν είναι ενυπόστατος.
Οι ενέργειες υπάρχουν αϊδίως στην Αγία Τριάδα και γι'αυτό είναι άκτιστες και κάθε υπόσταση έχει αϊδίως τις ενέργειες αυτές. Δέν είναι, διότι μόνον οι υποστάσεις ειναι ενυπόστατες.
Η ομοιότης τών ευρισκομένων σε ουσία και υπόσταση είναι πρός τα ενούσια και ενυπόστατα, αλλά όχι πρός εκείνα που έχουν την ύπαρξί τους μέσα σε άλλα, όπως η σοφία στο σοφό και η βουλή στο βουλευόμενο. Όπως λεει και ο μάρτυς Ιουστίνος, αν άλλο είναι το υπάρχειν και άλλο το ενυπάρχειν και υπάρχει μέν η ουσία του Θεού, ενυπάρχει δέ στην ουσία η βουλή, άλλη είναι η ουσία του Θεού, ενυπάρχει δέ στην ουσία η βουλή, και άλλη λοιπόν είναι η ουσία και άλλη η βουλή! Βουλή είναι φυσική ενέργεια του Θεού και η λέξις Θεός δηλώνει τον ενεργούντα, Θεότης την ενέργεια. Στον Θεό πλήν εκείνων των τριών τίποτε άλλο δέν είναι ενυπόστατο, δηλαδή αυθυπόστατο. Ο Θεός έχει ουσία για ύπαρξη, βούληση δέ για δημιουργία.
ΠΡΟΣΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΟΠΩΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ ΠΛΑΝΕΜΕΝΑ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΜΕ ΕΥΚΟΛΑ ΣΤΟΝ OETINGER KAI ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΩΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΖΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου