Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Αυγουστίνος-τό βάπτισμα τής αρχαίας σκέψης!

Αυγουστίνος-Η βαπτισμένη αρχαία σκέψη 1
[εξ υδατος αλλά ακόμη καί πνεύματος. Ο Απ. Πέτρος δέν ταξίδεψε ποτέ στή Ρώμη]

Του John Rist

Cambridge University Press, 1996

«Αυτό το σημαντικό έργο αποτελεί μια ουσιαστική προσπάθεια να δοθεί μια λεπτομερής και ακριβής παρουσίαση του χαρακτήρα και των επιδράσεων της σκέψης του Αυγουστίνου ως ενιαίου όλου. Περιγράφει τον μετασχηματισμό της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας στα χέρια του πλέον επιδραστικού στοχαστή της ιστορίας της δυτικής σκέψης. Ο Αυγουστίνος στάθμισε ορισμένα από τα μείζονα θέματα της κλασικής φιλοσοφίας και του αρχαίου πολιτισμού υπό το φως της αλήθειας που βρίσκει στη Βίβλο και στην καθολική παράδοση, και τα αναδιατύπωσε με χριστιανικούς όρους.

Ο συγγραφέας εντοπίζει τα θεμελιώδη θέματα της θεολογίας και της φιλοσοφίας του Αυγουστίνου (όπως η πίστη και η γνώση, η ψυχή, το σώμα και τα πάθη, η αγάπη και η βούληση, ο γάμος και η σεξουαλικότητα σε έναν πεπτωκότα κόσμο, οι αρετές, οι φυσικοί και οι ηθικοί νόμοι, και η πρόνοια του Θεού), και προσφέρει μια νέα οπτική στις κεντρικές ανησυχίες του Αυγουστίνου, έτσι ώστε αυτές οι ανησυχίες να μπορούν να μας μιλήσουν με μεγαλύτερη διαύγεια.»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ευχαριστίες
Κατάλογος συντομογραφιών
Έργα του Αυγουστίνου
Σημειώσεις για τη χρονολόγηση
Βιβλιογραφικό σημείωμα

Προσεγγίζοντας τον Αυγουστίνο
Λέξεις, σημεία και πράγματα
Βεβαιότητα, πίστη και κατανόηση
Ψυχή, σώμα και προσωπική ταυτότητα
Βούληση, αγάπη και ορθή πράξη
Άτομα, κοινωνικοί θεσμοί και πολιτική ζωή
Το κακό, η δικαιοσύνη και η θεία παντοδυναμία
Αυγουστίνος redivivus (Αυγουστίνος αναβιώνων / ανανεωμένος)

Παράρτημα 1
Η ερμηνεία του Πορφυρίου για το νόημα της πρότασης στο De Magistro

Παράρτημα 2
Τραδουκιανισμός (traducianismus: Η ψυχή δεν δημιουργείται ξεχωριστά από τον Θεό για κάθε άνθρωπο, αλλά μεταδίδεται από τους γονείς στα παιδιά, μαζί με το σώμα, μέσω της γενεαλογικής συνέχειας.), κρεατιονισμός και η μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος

Παράρτημα 3
Αυγουστίνος και Ιουλιανός: όψεις της διαμάχης περί της σεξουαλικής concupiscentia (επιθυμίας)

Ευρετήριο σύγχρονων συγγραφέων
Γενικό ευρετήριο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ


Προσεγγίζοντας τον Αυγουστίνο

«Περισσότερο ίσως από κάθε άλλον συγγραφέα, ο Αυγουστίνος υπήρξε αντικείμενο αδικαιολόγητων καταγγελιών εκ μέρους όσων δεν τον έχουν διαβάσει.»
(Gerald Bonner)
«Ο επίσκοπος Αυγουστίνος… ένας άνθρωπος προορισμένος εκ των προτέρων.»
(Ποσσίδιος)

«Ε! Τι μας νοιάζουν οι ονειροπολήσεις ενός Αφρικανού, πότε μανιχαίου, πότε χριστιανού, πότε έκλυτου, πότε ευσεβούς, πότε ανεκτικού, πότε διώκτη;»
(Βολταίρος, παρατιθέμενος από τον Madec)


Ο κόσμος της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας έφθασε στο τέλος του τόσο σταδιακά όσο και δραματικά. Πολλοί επιχείρησαν να μετασχηματίσουν τη σκέψη του, όμως ανάμεσά τους ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πλέον ριζοσπαστικός και ο πλέον επιδραστικός, αν και ο μετασχηματισμός που επεδίωξε δεν ταυτίστηκε πάντοτε με τον μετασχηματισμό που πράγματι επέφερε. Το να μετασχηματίζει κανείς δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι βελτιώνει· και ο Αυγουστίνος είχε ως μειονέκτημα την περιορισμένη γνώση του μεγάλου μέρους της καλύτερης κλασικής φιλοσοφίας. Στα τέλη του εικοστού αιώνα γνωρίζουμε περισσότερα για τη σκέψη του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πλωτίνου και των Στωικών απ’ ό,τι γνώριζε εκείνος — αν και δεν μετατρέπουμε πάντοτε τη γνώση αυτή σε κατανόηση. Η πιο περιορισμένη γνώση του Αυγουστίνου μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί ότι άφησε την πρωτοτυπία του ίδιου του νου του λιγότερο δεσμευμένη.

Σε αντίθεση με εμάς, ο Αυγουστίνος έζησε στο σύνορο ανάμεσα στον αρχαίο κόσμο και τη μεσαιωνική Δυτική Ευρώπη. Είτε προς το καλό είτε προς το κακό —ή ίσως και προς τα δύο— ο μετασχηματισμός που επέφερε άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μεταγενέστερη δυτική σκέψη. Παρά την έλλειψη πόρων, κατόρθωσε να καθίσει ως κριτής της αρχαίας φιλοσοφίας και του αρχαίου πολιτισμού. Το παρόν βιβλίο αποτελεί μια παρουσίαση των κρίσεων που διατύπωσε: τι κατανόησε και τι δεν κατανόησε, ποια σφάλματα εντόπισε, ποιες εξελίξεις πρότεινε, ποιες νέες κατευθύνσεις χάραξε. Το αντικείμενό μας, στη γενικότερη δυνατή του περιγραφή, είναι ο εκχριστιανισμός της αρχαίας φιλοσοφίας στη μορφή που επρόκειτο να αποδειχθεί η ισχυρότερη και η πλέον ολοκληρωμένη. Ένα βιβλίο εύλογου μεγέθους δεν μπορεί να κάνει περισσότερα από το να ξύσει την επιφάνεια ενός τέτοιου θέματος — αν και μπορεί να το κάνει με περισσότερο ή λιγότερο γόνιμο τρόπο.

Είναι αδύνατον να κατανοήσει κανείς έναν στοχαστή χωρίς να γνωρίζει κάτι από τη βιογραφία του, και η πνευματική ιστορία του Αυγουστίνου πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τα θρησκευτικά και πολιτικά γεγονότα της εποχής του, ιδίως όπως αυτά βιώθηκαν στη Βόρεια Αφρική και στην Ιταλία. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος έχει προσφέρει μια επιλεκτική αφήγηση μεγάλου μέρους της ζωής του στις Εξομολογήσεις, και υπάρχουν καλές σύγχρονες βιογραφίες, ιδίως εκείνη του P. R. L. Brown1· συνεπώς, σε ένα έργο όπως το παρόν, αρκεί μια σύντομη περίληψη. Ο Αυγουστίνος γεννήθηκε το 354 στη μικρή πόλη Ταγάστη (σημερινό Σουκ Αχράς στην Αλγερία), από τον Πατρίκιο, έναν μη χριστιανό και σχετικά εύπορο εκπρόσωπο της άρχουσας ελίτ της μικρής του πόλης, και από τη χριστιανή σύζυγό του Μόνικα, η οποία, αν και ευσεβής, δεν ήταν τόσο φλογερή στα «θεία πράγματα» όσο έγινε αργότερα (Περί Τάξεως 2.1.1). Η ατμόσφαιρα στο σπίτι τους ήταν χριστιανική, ωστόσο ο Αυγουστίνος δεν βαπτίστηκε. Η εκπαίδευσή του άρχισε στην Ταγάστη και, ύστερα από έναν χρόνο στη Μαδαύρα, οι γονείς του, αναγνωρίζοντας το ταλέντο του, τον έστειλαν στη μητρόπολη της Καρχηδόνας για να σπουδάσει ρητορική. Εκεί διέπρεψε στο επάγγελμά του, απέκτησε παλλακίδα, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Αδεοδάτο, και από το 373 έως το 382 υπήρξε «ακροατής» των Μανιχαίων, μέλος δηλαδή μιας αυτοχαρακτηριζόμενης «χριστιανικής» ομάδας που όφειλε την πίστη της στον μεσοποτάμιο προφήτη Μάνη. Το 383 εγκατέλειψε την Καρχηδόνα για τη Ρώμη, αλλά διατήρησε δεσμούς με τους Μανιχαίους εκεί έως ότου, στα τέλη του επόμενου έτους, κατέλαβε την έδρα της Ρητορικής στο Μιλάνο. Είναι πιθανόν ότι οι μανιχαϊκές του γνωριμίες τον βοήθησαν να εξασφαλίσει αυτή τη θέση.

Ο Αυγουστίνος στράφηκε αρχικά προς τη φιλοσοφία διαβάζοντας τον Ορτένσιο του Κικέρωνα, μια προτροπή στη φιλοσοφική ζωή, εμπνευσμένη από το Προτρεπτικό του Αριστοτέλη. Κατά τη δική του μαρτυρία, το έργο αυτό τον συγκλόνισε και προσωρινά αμαύρωσε τη φιλοδοξία του για πολιτική σταδιοδρομία, καθώς ένιωσε «μια απίστευτη φλόγα επιθυμίας» στην καρδιά του να απομακρυνθεί από τα γήινα πράγματα και να στραφεί προς τον Θεό και τη Σοφία (Εξομολογήσεις 3.4.7). Όταν η εμπιστοσύνη του στην υποτιθέμενη ορθολογικότητα των Μανιχαίων άρχισε να κλονίζεται, επέστρεψε στον Σκεπτικισμό της Νέας Ακαδημίας, όπως αυτός απαντά κυρίως στα έργα του Κικέρωνα3.

Στο Μιλάνο ο Αυγουστίνος ήλθε σε επαφή με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Ο επίσκοπος Αμβρόσιος όχι μόνο ήταν σε θέση να υπερασπιστεί την Παλαιά Διαθήκη απέναντι στους Μανιχαίους, αλλά προέτρεπε επίσης το εκκλησίασμά του να συλλαμβάνει τον Θεό και την ψυχή ως διακριτά από κάθε υλική πραγματικότητα και διατύπωνε την πιθανότητα ότι η πίστη αποτελεί προϋπόθεση της κατανόησης (Εξομολογήσεις 6.5.7–8). Ο ίδιος ο Αμβρόσιος ήταν καλά καταρτισμένος στη σύγχρονη ελληνική θεολογία και διέθετε κάποια γνώση του ελληνικού Νεοπλατωνισμού καθώς και των λατινικών παραγώγων του· έτσι ο Αυγουστίνος ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με μια «πλατωνίζουσα» ερμηνεία του Χριστιανισμού, αν και ο ίδιος δεν είχε ακόμη διαβάσει τέτοια κείμενα.

Ωστόσο, δεν ήταν ο Αμβρόσιος εκείνος που εισήγαγε τον Αυγουστίνο στους Πλατωνικούς του Μιλάνου —ανάμεσά τους και ορισμένοι εξέχοντες Χριστιανοί, μεταξύ των οποίων ο ιερέας Σιμπλικιανός, ο οποίος είχε βαπτίσει τον ίδιο τον Αμβρόσιο και επρόκειτο να τον διαδεχθεί στον επισκοπικό θρόνο. Κατά κάποιον τρόπο, μέσω ενός ανθρώπου «φουσκωμένου από τερατώδη ματαιοδοξία», πιθανότατα όχι χριστιανού, ο Αυγουστίνος οδηγήθηκε σε έναν αριθμό «πλατωνικών βιβλίων» (στα οποία, όπως του είπε αργότερα ο Σιμπλικιανός, «υπονοούνται ο Θεός και ο Λόγος του» [Εξομολογήσεις 8.2.3])· ορισμένα από αυτά (αν και ίσως όχι όλα) ήταν έργα του ίδιου του Πλωτίνου, δηλαδή —όπως τα αντιλαμβανόταν ο Αυγουστίνος— του «Πλάτωνα που γεννήθηκε ξανά» (Κατά των Σκεπτικών 3.18.41). Είναι πιθανό να επρόκειτο μόνο για ένα σχετικά μικρό τμήμα των Εννεάδων· το μεγαλύτερο μέρος όσων γνώριζε ο Αυγουστίνος για τον Πλωτίνο θα μπορούσε να είχε αντληθεί —ή να είχε συναχθεί με οξυδέρκεια— από ελάχιστα από τα πρώιμα (και συχνά ευκολότερα) δοκίμια του Πλωτίνου: 1.6 («Περί του Καλού»), 5.1 («Περί των τριών θείων υποστάσεων»), 4.8 («Περί της καθόδου της ψυχής στο σώμα»).

Είναι πιθανό ότι οι αναγνώσεις του Αυγουστίνου στον Νεοπλατωνισμό δεν περιορίστηκαν στην περίοδο που προηγήθηκε αμέσως της μεταστροφής του στον Χριστιανισμό. Εκείνο όμως που βρήκε σε αυτή την περίοδο ήταν αρκετό για να τον πείσει ότι ο Πλατωνισμός και ο Χριστιανισμός είχαν πολλά κοινά σημεία. Τα πλατωνικά βιβλία παρείχαν μαρτυρίες για τον Θεό και τον αιώνιο Λόγο του, όχι όμως για την Ενανθρώπηση (Εξομολογήσεις 7.9.14).

Η ανακάλυψη της σημασίας του Χριστού ως της μόνης Οδού (Ιω. 14:6· Εξομολογήσεις 7.18.24) ώθησε τον Αυγουστίνο πέρα από τα πλατωνικά βιβλία· διότι, ενώ οι Νεοπλατωνικοί μπορούσαν να λέγουν την αλήθεια για τη φύση του Θεού, στερούνταν τα μέσα πρόσβασης σε αυτήν. Ο Νεοπλατωνισμός είναι ελλιπής· η θεμελιώδης αδυναμία του έγκειται στο ότι είναι θεωρητικός, χωρίς τη δύναμη να κινητοποιεί την ορθή πράξη. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι ακόμη και όταν η «φυσική» κατανόηση του Θεού από τον Αυγουστίνο ενισχύθηκε από την αναγνώριση ότι ο Χριστός είναι η Οδός, δεν προχώρησε αμέσως στη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Είχε επιτύχει μόνο αυτό που ο Newman ονόμασε «εννοιακή» συγκατάθεση (notional assent), δηλαδή συγκατάθεση σε προτάσεις, και όχι εκείνη τη «πραγματική» συγκατάθεση (real assent) που συνίσταται σε μια εκούσια δέσμευση σε έναν τρόπο ζωής. Κατά τον Αυγουστίνο, πραγματική συγκατάθεση είναι η ίδια η μεταστροφή. Στις Εξομολογήσεις υπάρχει μόνο ένα σημείο μεταστροφής: η πρόοδος της εννοιακής συγκατάθεσης που περιγράφεται στο έβδομο βιβλίο ακολουθείται από την αφήγηση της μεταστροφής —δηλαδή της επιθυμίας του Αυγουστίνου να ζητήσει το βάπτισμα— στο όγδοο βιβλίο. Την αλήθεια του Χριστιανισμού την είχε αναγνωρίσει πριν γίνει Χριστιανός (Εξομολογήσεις 8.1.1).


Ο Αυγουστίνος βαπτίστηκε το 387, παρουσία της μητέρας του Μόνικας, μαζί με τον γιο του Αδεοδάτο (η μητέρα του είχε σταλεί πίσω στην Αφρική όταν, λίγο νωρίτερα, ο Αυγουστίνος —και η Μόνικα— σκέπτονταν έναν πολιτικό γάμο και μια σταδιοδρομία στη δημόσια διοίκηση) καθώς και με τον Αλύπιο, τον παλαιό του φίλο από την Ταγάστη —ο οποίος αργότερα έγινε επίσκοπός της. Μια μάλλον «πλωτινική» μυστική εμπειρία στο Μιλάνο είχε συμβάλει στα τελικά στάδια της μεταστροφής του· μια πιο ειδικά χριστιανική εμπειρία στην Όστια, μαζί με τη μητέρα του Μόνικα, προηγήθηκε λίγο πριν από τον θάνατό της και από την επιστροφή του Αυγουστίνου στην Αφρική, όπου είχε αποφασίσει να ζήσει έναν λαϊκό μοναστικό βίο.

Αυτό όμως δεν επρόκειτο να συμβεί. Μετά την αναγκαστική χειροτονία του στην ιεροσύνη το 391 και την ανύψωσή του στον επισκοπικό θρόνο της Ιππώνος το 396, επρόκειτο να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του συνδυάζοντας έναν μοναστικό προσωπικό τρόπο ζωής με τα βάρη του επισκόπου: αρχικά ως εξέχων μεταξύ των ομοτίμων του στη Βόρεια Αφρική, όπου διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην αντιπαράθεση με το σχισματικό «κόμμα του Δονάτου», και αργότερα, μέσω των συγγραφών του και της διαμάχης του με τους Πελαγιανούς, στη ευρύτερη σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας. Πέθανε το 430, με τον πολιτικό κόσμο γύρω του κατεστραμμένο, όταν η επισκοπή της Ιππώνος, γεμάτη πρόσφυγες, πολιορκούνταν από τους Βανδάλους του Γιζέριχου. Όμως μέχρι τότε είχαν ήδη εμφανιστεί τα έργα που αποτελούν το υλικό της παρούσας μελέτης.

Ο Αυγουστίνος έγραψε υπερβολικά πολλά, και μεγάλο μέρος των έργων του έχει σωθεί, αν και μια πρόσφατη εκτίμηση υποστηρίζει ότι από τα κηρύγματά του «προς τον λαό» διαθέτουμε μόνον 546 από τα πιθανά 8000. Παρ’ όλα αυτά, παρά —ή, ορισμένες φορές, εξαιτίας— ορισμένων μειούμενων κύκλων υπερασπιστών και θιασωτών του, ο Αυγουστίνος έχει μια αμφίβολη, ακόμη και κακή φήμη· και αυτό όχι μόνο μεταξύ εκείνων που έχουν διαβάσει ελάχιστα ή τίποτε από το έργο του. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ωστόσο σαφής και εξαιρετικά μη εντυπωσιακός. Υπάρχουν πολλά γνήσια αυγουστίνεια θέματα (σχετικά με το σώμα, ή τον προορισμό, ή το βάπτισμα, και κυρίως με την ανθρώπινη ανεπάρκεια και την αμαρτωλότητα) τα οποία η «μεταχριστιανική» ορθοδοξία απλώς θεωρεί εσφαλμένα· τέτοια θέματα σήμερα μπορούν να απορρίπτονται χωρίς έλεγχο, χωρίς εξέταση ή ειλικρινή προσπάθεια κατανόησης του λόγου ύπαρξής τους. Υπάρχουν επίσης αντιλήψεις που αποδίδονται στον Αυγουστίνο, ή «ανευρίσκονται» σε αυτόν από «αυγουστινιανούς» διαφόρων αποχρώσεων, οι οποίες είναι επίσης αντιδημοφιλείς, αλλά τις οποίες ο ίδιος ο Αυγουστίνος θα είχε αποκηρύξει. Ένας σύγχρονος μελετητής που γνωρίζει το έργο του έχει την ευθύνη να βοηθήσει τον σημερινό αναγνώστη να εντοπίσει τέτοιες περιπτώσεις.

Ο Αυγουστίνος έχει συχνά περιγραφεί ως «χριστιανός φιλόσοφος». Οι επικριτές μερικές φορές θέλησαν να αντιτείνουν ότι το επίθετο αντιφάσκει με το ουσιαστικό. Σίγουρα, το να λέμε ότι ο Αυγουστίνος ήταν χριστιανός φιλόσοφος δεν είναι το ίδιο με το να λέμε ότι ο Αριστοτέλης ήταν Έλληνας φιλόσοφος — έστω και μόνο επειδή οι Έλληνες φιλόσοφοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να πιστεύουν στον Θεό, ενώ οι χριστιανοί φιλόσοφοι, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, ήταν. Το να λέμε ότι ο Αυγουστίνος ήταν χριστιανός φιλόσοφος μοιάζει μάλλον με το να λέμε ότι ο Σαρτρ ήταν άθεος φιλόσοφος: ο Αυγουστίνος αποδεχόταν επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού, ο Σαρτρ υπέρ της ανυπαρξίας του. Αν τα επιχειρήματα του Σαρτρ στο ζήτημα αυτό είναι κακά, αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν ήταν φιλόσοφος, αλλά μόνο ότι, ως προς αυτό, ήταν κακός φιλόσοφος. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει και για τον Αυγουστίνο.

Κατά καιρούς εμφανίζονται βιβλία με τίτλους όπως Η φιλοσοφία του Αυγουστίνου ή Η φιλοσοφία του Αυγουστίνου περί τάδε. Με τέτοιους τίτλους ενδέχεται άθελά τους να παραπλανούν, καθώς υποδηλώνουν ότι το φάσμα των πνευματικών ενδιαφερόντων του Αυγουστίνου περιοριζόταν σε εκείνα ενός τυπικού μέλους ενός αγγλοαμερικανικού πανεπιστημιακού τμήματος φιλοσοφίας — ενώ, κατά την άποψή του, η φιλοσοφία δεν είναι παιχνίδι ούτε επάγγελμα, αλλά τρόπος ζωής (Κατά των Σκεπτικών 2.2.5). Μπορεί επίσης να υπονοούν ότι ένα βιβλίο για τη φιλοσοφία του Αυγουστίνου θα είχε ελάχιστα να πει για αυτό που εμείς θα ονομάζαμε θεολογία. Από την άλλη, ένα βιβλίο με τίτλο Η θεολογία του Αυγουστίνου θα διέτρεχε τον κίνδυνο να θεωρηθεί πνευματική τροφή για κληρικούς ή παρακληρικούς και, συνεπώς, άνευ ενδιαφέροντος για οποιονδήποτε άλλον· κάποιοι θα υπέθεταν ότι δεν έχει καμία σχέση με επιχειρηματολογία ή ακόμη και με τη λογική. Σε κάθε περίπτωση, το να αποκαλέσει κανείς τον Αυγουστίνο φιλόσοφο αντί για θεολόγο δεν είναι απλώς η αποδοχή μιας διάκρισης που ο ίδιος δεν θα αναγνώριζε· είναι η επιβολή μιας διάκρισης την οποία δεν γνώριζε καν.

Διότι ενώ στην αρχαιότητα «φιλόσοφος» είναι συνήθως εκείνος που προσπαθεί να ζήσει έναν βίο καθοδηγούμενο από τη λογική, μια καθιερωμένη σημασία του όρου «θεολόγος» (theologos) είναι εκείνος που μιλά περί «του θείου»· και «το θείο» είναι ό,τι είναι αιώνιο και αμετάβλητο ή, σε πιο αδρό επίπεδο, ό,τι διαρκεί περισσότερο ή απλώς είναι ισχυρότερο από εμάς. Έτσι, ο «θεολόγος» θα μπορούσε να είναι ένας μεταφυσικός, ένας φυσικός, ένας μυθογράφος ή ένας αστρολόγος.⁶ Με την ελπίδα να αποφύγω ορισμένες από τις παγίδες που περιβάλλουν τη διάκριση φιλοσοφίας και θεολογίας στον Αυγουστίνο, άφησα συνήθως τη φιλοσοφία ενσωματωμένη στο συχνά πολύ προφανώς θεολογικό της πλαίσιο. Το τίμημα αυτής της αποφυγής του αναχρονισμού μπορεί να φανεί ότι είναι η εισαγωγή υπερβολικά πολλού απλώς «θεολογικού» υλικού, και όχι μόνο αυτού που σήμερα αποκαλείται «φιλοσοφική θεολογία». Πρόκειται για ένα τίμημα που πρέπει να γίνει αποδεκτό, αν ο Αυγουστίνος πρόκειται να ληφθεί σοβαρά. Ωστόσο, κατέστη δυνατό να παραλειφθεί μεγάλο μέρος του αποκαλυπτικού ή του σχετικού με την «εκκλησιαστική τάξη» υλικού, όπως τα «μυστήρια» και η «εκκλησιολογία», χωρίς σοβαρή παραμόρφωση, δεδομένου ότι η κύρια μέριμνά μου είναι η αξιολόγηση και η μεταβίβαση από τον Αυγουστίνο των ελληνορωμαϊκών «φιλοσοφικών» ιδεών.

Το να συμπεριληφθεί σημαντικό θεολογικό υλικό σε ένα βιβλίο για τη σκέψη του Αυγουστίνου και, ταυτόχρονα, να ειπωθεί ότι ο ίδιος δεν θα αναγνώριζε τον εαυτό του ως φιλόσοφο με μια σύγχρονη —ή τουλάχιστον σύγχρονη αγγλοαμερικανική— έννοια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσεγγισθεί με αναχρονιστικές προκαταλήψεις ως φιλόσοφος ή επίδοξος φιλόσοφος με κάποια άλλη, παλαιότερη ή «καλύτερη» έννοια· για παράδειγμα, ως προδρομικός Θωμιστής ή ως αποτυχημένος Θωμιστής (Thomist manqué). Και εδώ επίσης έχει παρερμηνευθεί και παραμορφωθεί· διότι είναι προφανές ότι το έργο του Αυγουστίνου επηρέασε βαθύτατα τον Ακινάτη —σε τέτοιο βαθμό ώστε, όπου διέφεραν, για παράδειγμα στην πολιτική και στο κράτος, οι προσπάθειες του Ακινάτη να εξηγήσει ή να εξομαλύνει αυτές τις διαφορές αποτελούν κοινή αιτία παρερμηνείας του Αυγουστίνου. Το να διαβάζει κανείς όμως τον Αυγουστίνο με τα προβλήματα του δέκατου τρίτου αιώνα στο προσκήνιο σημαίνει αναγκαστικά ότι τον διαβάζει μέσα από έναν παραμορφωτικό φακό.

Είναι σαφές ότι ο Αυγουστίνος θα συμφωνούσε με πολλά από όσα λέει ο Ακινάτης, αλλά η κοινή λογική και η ιστορική συνείδηση μας κάνουν να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορεί να είναι Θωμιστής με τον τρόπο που ο Ακινάτης μπορεί να είναι Αυγουστίνιος. Μια σώφρων θεωρία της philosophia perennis είναι ότι οι μεταγενέστεροι στοχαστές αναπτύσσουν το έργο των προγενεστέρων τους, όχι ότι το μεταγενέστερο έργο αποκαλύπτει πλήρως ό,τι ήταν ήδη πλήρως ενυπάρχον σε εκείνο που προηγήθηκε. Το να λέμε ότι ο Ακινάτης οικοδομεί πάνω στον Αυγουστίνο δεν σημαίνει ότι ο Αυγουστίνος θα θεωρούσε τον Θωμισμό ως τη μόνη δυνατή, πόσο μάλλον ως την καλύτερη δυνατή, εξέλιξη των ιδεών του. Ο φιλοσοφικός κόσμος από τον οποίο προέρχεται ο Αυγουστίνος, και στον οποίο σε μεγάλο βαθμό παραμένει, δεν είναι καν κατεξοχήν αριστοτελικός· είναι πρωτίστως στωικός και πλατωνικός, αν και συχνά σε ασυνήθιστες μεταλλάξεις αυτών των συστημάτων.

Οι ιδεολογικοί λόγοι για την αφομοίωση του Αυγουστίνου στον Ακινάτη είναι αρκετά προφανείς — ο Αριστοτέλης έχει συχνά αφομοιωθεί για παρόμοιους λόγους — αλλά κάτω από αυτούς ελλοχεύει ένα ουσιαστικό σημείο εξαιρετικού φιλοσοφικού ενδιαφέροντος. Ο Ακινάτης κληρονόμησε και ιδιοποιήθηκε δύο παραδόσεις, τη μία αυγουστίνεια και την άλλη αριστοτελική· ο ιστορικός όμως Αυγουστίνος είχε ήδη ιδιοποιηθεί στη χριστιανική του σύνθεση ένα κράμα της αρχαίας φιλοσοφίας, του οποίου το κύριο συστατικό ήταν ο Πλατωνισμός. Αυτό θα έπρεπε να μας δείξει ότι, ανεξάρτητα από τα «θεολογικά» ζητήματα, μεγάλο μέρος του καθαρά φιλοσοφικού υλικού που αφομοίωσε ο Ακινάτης τον δέκατο τρίτο αιώνα είχε ήδη αφομοιωθεί από τον Αυγουστίνο τον πέμπτο. Αυτό καθιστά τις περιοχές όπου αποκλίνουν ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες από φιλοσοφική άποψη· και είναι ουσιώδες να αποφεύγεται η σύγχυση μεταξύ Αυγουστίνου και Ακινάτη ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις.

Τέλος, πρέπει να θιγεί ένα πιο θεωρητικό σημείο σχετικά με τη διάκριση φιλοσοφίας και θεολογίας στον Αυγουστίνο. Πολύ χονδρικά, οι φιλοσοφικές συζητήσεις έχουν δύο σταθερά χαρακτηριστικά: τα επιχειρήματα που προέρχονται από προκείμενες και τις προκείμενες από τις οποίες τα επιχειρήματα αντλούν την ισχύ τους. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι μπορεί να προτείνουν ότι οι προκείμενές τους συγκροτούν δυνατά μοντέλα, τα οποία λειτουργούν ως βάση εκκίνησης. Αυτά τα δυνατά μοντέλα μπορεί να προκύπτουν αρχικά από «νοητικά πειράματα», τα οποία παράγουν έναν αριθμό προκειμένων, των οποίων οι συνέπειες μπορούν κατόπιν να εξεταστούν. Ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξέτασης, μπορούν να διατυπωθούν κρίσεις σχετικά με τη χρησιμότητα του αρχικού μοντέλου και των συνακόλουθων υποθέσεων για την ερμηνεία των αινιγματικών φαινομένων που τα προκάλεσαν αρχικά. Η παραγωγή τέτοιων γόνιμων μοντέλων είναι έργο της φιλοσοφικής φαντασίας.

Τα «φιλοσοφικά» μοντέλα του Αυγουστίνου ήταν ολοένα και περισσότερο θεολογικές υποθέσεις, ανασυρόμενες και αναπτυσσόμενες από τις Γραφές και από την πίστη και την πράξη της Εκκλησίας. Ήταν όμοια με κάθε σύγχρονο μοντέλο στο ότι ο σκοπός τους ήταν να καταστήσουν νοητό τον κόσμο γύρω μας. Η διαρκής επιτυχία τους σε αυτό ακριβώς το έργο είναι που τα καθιστά όχι μόνο ενδιαφέρουσες δυνατότητες, αλλά άξια προσεκτικής και λεπτομερούς εξέτασης. Το να επιχειρήσει κανείς να κατανοήσει τη σκέψη του Αυγουστίνου χωρίς να λαμβάνει τέτοια θεολογικά μοντέλα τουλάχιστον εξίσου σοβαρά όσο λαμβάνει τα μοντέλα ενός σύγχρονου φιλοσόφου, σημαίνει να ευνουχίζει την ίδια τη σκέψη και να στερεί από τον Αυγουστίνο τη φιλοσοφική του ακεραιότητα.

Όπως κάθε άλλος στοχαστής, είτε της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας είτε της σύγχρονης εποχής, ο Αυγουστίνος ήθελε να κατανοήσει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούσε — ή τουλάχιστον ό,τι είχε σημασία μέσα σε αυτόν τον κόσμο — και γι’ αυτό ήθελε να αξιοποιήσει κάθε είδους τεκμήριο που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο προς αυτόν τον σκοπό. Τέτοια τεκμήρια θα μπορούσαν να παρέχονται από τις αισθήσεις, από τη λογική και την επιχειρηματολογία, καθώς και από αυθεντίες, εφόσον υπήρχαν τέτοιες. Για τον Αυγουστίνο, μετά τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, τέτοιες αυθεντίες ήταν οι Γραφές, αναγνωσμένες μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, καθώς και οι «καθολικοί» συγγραφείς. Αυτές έγιναν αποδεκτές επειδή φαινόταν ότι συνέβαλλαν στην επίλυση προβλημάτων που διαφορετικά έμοιαζαν άλυτα. Πριν καταλήξει σε αυτή την πεποίθηση, ο Αυγουστίνος είχε δοκιμάσει άλλες αυθεντίες, όπως τα συγγράμματα του Μάνη. Τα είχε βρει όμως ανικανοποίητα τόσο ως προς τη λογική — στην οποία μάλιστα ιδιαίτερα καυχιόνταν — όσο και ως προς την εμπειρία του από τον κόσμο· πάνω απ’ όλα, απέτυχαν να εξηγήσουν την ανθρώπινη φύση και, κατά συνέπεια, τη φύση του ηθικού κακού.

Όλα τα κείμενα του Αυγουστίνου που διαθέτουμε είναι χριστιανικά. Πριν από τη μεταστροφή του είχε γράψει ένα βιβλίο Περί του Ωραίου και του Πρέποντος — πιθανώς το 381 — καθώς και έναν αριθμό πανηγυρικών λόγων για ζώντα ή νεκρά εξέχοντα πρόσωπα, αλλά από αυτά δεν έχει διασωθεί κανένα. Τα σωζόμενα έργα είναι συνθέσεις ενός χριστιανού, ο οποίος ήταν αρκετά εξοικειωμένος με μια επιλογή καθιερωμένων φιλοσοφικών ιδεών. Πολύ πριν από τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, ο Αυγουστίνος — ο οποίος εκείνη την εποχή γνώριζε ελάχιστα ελληνικά — είχε αντλήσει μεγάλο μέρος όσων γνώριζε για τις κλασικές και ελληνιστικές περιόδους της ελληνικής φιλοσοφίας, όπως έχουμε ήδη υπονοήσει, από τα συγγράμματα του Κικέρωνα,¹⁰ του δασκάλου του στη ρητορική, και από τον σύγχρονό του Βάρρωνα. Από τέτοιες πηγές, καθώς και από πιο συνοπτικές συλλογές τύπου εγχειριδίου, έμαθε επίσης το μεγαλύτερο μέρος όσων γνώριζε για τους Στωικούς, τους Επικούρειους, τους Σκεπτικούς και για τον Πλάτωνα (σε διάκριση από τους μεταγενέστερους Μέσους Πλατωνικούς και Νεοπλατωνικούς συγγραφείς).¹¹

Ο «πλατωνισμός» του — όπως θα τον αποκαλέσουμε — είναι βαθύς, αλλά η εξοικείωσή του με τα ίδια τα έργα του Πλάτωνα ήταν σε μεγάλο βαθμό έμμεση· για παράδειγμα, καίρια χωρία του Μένωνα σχετικά με τη γνώση ως ανάμνηση φαίνεται ότι έφτασαν σε αυτόν μέσω των Τουσκουλανών Διατριβών του Κικέρωνα (1.57–58).¹²

Συνεχίζεται

Σημειώσεις:

1 Augustine of Hippo: A Biography (Λονδίνο 1967).
2 Για τη λεπτομερή και ακριβή γνώση του Αυγουστίνου σχετικά με τον Μανιχαϊσμό, βλ. προσφάτως S. N. C. Lieu, Manichaeism in the Later Roman Empire and Medieval China: A Historical Survey (Μάντσεστερ 1985), σσ. 117–153.
3 CA 1.3.7· DBV 4.26· Conf. 5.10.19· 5.14.25, κ.ε.
4 Πρβλ. A. Solignac, στο BA (1962a) XI, 101–109.
Για ταύτιση με τον Vettius Agorius Praetextatus, τον πρεσβύτερο (doyen) των φιλοσοφούντων εθνικών της Ιταλίας του τετάρτου αιώνα και ήρωα των Saturnalia του Μακρόβιου, βλ. J. M. Rist, «A Man of Monstrous Vanity», JTS 42 (1991), 138–143.
5 Όπως σημειώνει ο G. P. O’Daly, Augustine’s Philosophy of Mind (Λονδίνο 1987).
Η συλλογή δοκιμίων του R. A. Markus για τον Αυγουστίνο, Augustine, εκδόθηκε στη σειρά Modern Studies in Philosophy (Νέα Υόρκη 1972).
6 Για ενδιαφέροντα πρόσφατα σχόλια σχετικά με τους «θεολόγους» στην αρχαιότητα, βλ. J. M. Dillon, «Philosophy and Theology in Proclus», στο From Augustine to Eriugena: Essays on Neoplatonism and Christianity in Honor of J. J. O’Meara, επιμ. F. X. Martin και J. A. Richmond (Ουάσινγκτον 1991), σσ. 66–76.
Ο Dillon σημειώνει (σ. 67) ότι ο όρος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Πλάτωνα, Πολιτεία 2.379c5. Βλ. επίσης G. Madec, «Theologia: note augustino-érigénienne», όπ. παρ., σσ. 117–125, όπου σχολιάζεται η παρατήρηση του Αυγουστίνου ότι η θεολογία είναι λόγος ή συλλογισμός «περὶ τοῦ θείου» (CD 8.1).
7 Για το πρόβλημα της σχέσης λόγου και αυθεντίας στα αντιμανιχαϊκά έργα του Αυγουστίνου, βλ. J. Burnaby, Amor Dei: A Study of the Religion of St. Augustine (Λονδίνο 1938), σ. 74.
Ο Αυγουστίνος ανακαλεί (Sermo 51.5.6) ότι η ανησυχία για την ασυμβατότητα μεταξύ των γενεαλογιών του Ματθαίου και του Λουκά υπήρξε ένας από τους παράγοντες που τον οδήγησαν προς τον Μανιχαϊσμό.
8 Ο Αυγουστίνος ισχυριζόταν ότι πάντοτε ανέμενε περισσότερα από τους Μανιχαίους απ’ όσα φαίνονταν άμεσα διαθέσιμα· πρβλ. R. P. Russell, «Cicero’s Hortensius and the Problem of Riches in Saint Augustine», στο Scientia Augustiniana: Festschrift A. Zumkeller, επιμ. P. Mayer και W. Eckermann (Βύρτσμπουργκ 1975), σσ. 12–21, ιδίως 14–15· DBV 1.4· DUC 1.2· 8.20.
9 Φαίνεται ότι υπήρχαν μανιχαϊκά στοιχεία στο De Pulchro et Apto, αλλά παρά την άποψη της C. Starnes (Augustine’s Confessions, Γουότερλου, Οντάριο 1990, σσ. 102–104), δεν είμαι διατεθειμένος να τους αποδώσω ιδιαίτερη έμφαση.
10 Για τις ίδιες τις φιλοσοφικές μετατοπίσεις του Κικέρωνα και την (ατελή) επιστροφή του στον Σκεπτικισμό κατά τα ύστερα χρόνια του, βλ. προσφάτως J. Glucker, «Cicero’s Philosophical Affiliations», στο The Question of Eclecticism, επιμ. J. M. Dillon και A. A. Long (Μπέρκλεϊ, Λονδίνο και Λος Άντζελες 1988), σσ. 34–69.
11 Βλ. M. Testard, Saint Augustin et Cicéron (Παρίσι 1958) και H. Hagendahl, Augustine and the Latin Classics (Γκέτεμποργκ 1967)· και για τον Βάρρωνα, I. Hadot, Arts libéraux et philosophie dans la pensée antique (Παρίσι 1984), σσ. 156–190.
Για τα εγχειρίδια, βλ. A. Solignac, «Doxographies et manuels dans la formation philosophique de saint Augustin», RA (1958), σσ. 113–148.
Η γνώση του Αυγουστίνου σχετικά με τους Νεοπλατωνικούς είναι πιο αμφιλεγόμενη. Είχε διαβάσει «μερικά βιβλία των Πλατωνικών» (δηλ. των Νεοπλατωνικών) —ο πληθυντικός υποδηλώνει περισσότερους από έναν συγγραφείς— πριν από τη μεταστροφή του, και αυτά περιλάμβαναν τουλάχιστον ορισμένα δοκίμια από τις Εννεάδες του Πλωτίνου (1.6· 5.1· κ.ά.). Είναι πιθανό να επέκτεινε την ανάγνωσή του στον Πλωτίνο κατά τη δεκαετία του 390. Πολλοί σχολιαστές πιστεύουν ότι, κατά τον χρόνο της μεταστροφής του, είχε ήδη διαβάσει και κάποιον Πορφύριο· ίσως οι Sententiae να αποτελούν τον καλύτερο υποψήφιο, καθώς εκδόθηκαν ως εισαγωγή σε (μέρος των) Εννεάδων. Είναι βέβαιο ότι είχε διαβάσει σημαντικό μέρος του Πορφυρίου στις αρχές του 5ου αιώνα, ενώ εκτεταμένες φιλολογικές προσπάθειες να εντοπιστεί άμεση γνωριμία του με τον Πορφύριο σε προγενέστερη περίοδο δεν είναι πειστικές.
Κατά τον χρόνο της Πόλεως του Θεού (η συγγραφή της οποίας άρχισε περ. το 413), ο Αυγουστίνος γνώριζε επίσης το λατινικό Asclepius (το οποίο εσφαλμένα πίστευε ότι ήταν έργο του Απουληίου), καθώς και τον ίδιο τον Απουλήιο.
12 Για τον Μένωνα βλ. Hagendahl (1967: 143, 598) και M. Burnyeat, «Wittgenstein and Augustine’s De Magistro», PASS 61 (1987), σσ. 1–24, ιδίως κεφ. 19–22.

Δεν υπάρχουν σχόλια: