Συνέχεια από: Τετάρτη 1 Απριλίου 2026
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΣΦΑΛΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ»
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΩΣ ΡΙΖΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Τὸ «οὐδὲν οἶδα» τοῦ Σωκράτους καὶ ἡ ἐλεγκτικὴ ἐξέταση, ἡ ὁποία ἀφορᾶ σ' ἕνα εὐρύ φάσμα διανοουμένων τῆς ἐποχῆς
Ο Σωκράτης ξεκινὰ μὲ τὴν ἐξέταση ἑνὸς πολύ φημισμένου πολιτικοῦ ἄνδρα, γιὰ νὰ ἀνακαλύψει ὅτι αὐτὸς ἐθεωρεῖτο σοφός καί, κυρίως, ὅτι ὁ ἴδιος θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ὡς τέτοιο. Στὴν πραγματικότητα, όμως, ὁ ἐν λόγω πολιτικὸς δὲν ἦταν καθόλου σοφός, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ὁδήγησε τὸν Σωκράτη στὸ ἀκόλουθο συμπέρασμα:
Μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ὅμως μὲ ἀντιπάθησε καὶ αὐτὸς καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς παρόντες. Ἐγὼ λοιπὸν καθὼς ἔφευγα σκεφτόμουν ὅτι: «᾿Απ' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ἐγὼ εἶμαι σοφότερος. Γιατί, ὅπως φαίνεται, κανένας ἀπὸ τοὺς δύο μας δὲν γνωρίζει τίποτα σπουδαίο. ᾿Αλλὰ αὐτὸς νομίζει ὅτι γνωρίζει ἐνῶ δὲν γνωρίζει. Ἐγὼ ὅμως, δὲν γνωρίζω βέβαια τίποτα, ἀλλὰ οὔτε καὶ νομίζω ὅτι γνωρίζω. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ ἐκεῖνον, γι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο, εἶμαι λίγο σοφότερος, γιατὶ ἐκεῖνα ποὺ δὲν γνωρίζω δὲν νομίζω ὅτι τὰ γνωρίζω»13.
᾿Ακολούθως, ὁ Σωκράτης προέβη στὴν ἐξέταση τῶν ποιητών (τραγωδῶν, συνθετῶν διθυράμβων κ.ά.), ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς καλλίτερους.
Το αποτέλεσμα που προέκυψε εἶναι ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο τὸν ὁδήγησε καὶ ἡ ἐξέταση τῶν πολιτικών. Οἱ ποιητές ἔδειχναν νὰ ἀγνοοὖν ἀκόμη καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν στενά συνυφασμένα μὲ ὅσα εἶχαν πραγματευθεί. Πολλοί ἀπὸ τοὺς ἀκροατές, μάλιστα, ὁμιλοῦσαν καλλίτερα ἀπὸ τοὺς ποιητές γιὰ θέματα βάσει τῶν ὁποίων ἐκεῖνοι εἶχαν συνθέσει τὰ ποιήματά τους. Ὁ Σωκράτης, λοιπόν, ὁδηγήθηκε ἐν προκειμένῳ στὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα:
Δὲν ἄργησα νὰ ἀντιληφθῶ ὅτι καὶ γιὰ τοὺς ποιητές ἰσχύει αὐτὸ ἐδῶ, ὅτι δηλαδὴ δὲν δημιουργοῦν μὲ τὴ σοφία, ἀλλὰ μὲ κάποιο φυσικό χάρισμα, μὲ κάποια ἔμπνευση ἀνάλογη μ' ἐκείνη τῶν μάντεων καὶ τῶν χρησμωδών. Γιατί πράγματι αὐτοὶ λένε πολλὰ καὶ καλά, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουν τίποτα γι' αὐτὰ ποὺ λένε. Αὐτὸ μοῦ φαίνεται ὅτι ἔχουν πάθει καὶ οἱ ποιητές. Καὶ ταυτόχρονα κατάλαβα ὅτι ἐξαιτίας τοῦ ποιητικού τους ταλέντου νομίζουν ὅτι καὶ στὰ ἄλλα εἶναι οἱ πιὸ σοφοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ δὲν εἶναι14.
Η τρίτη ὁμάδα που τέθηκε ὑπὸ ἐξέταση ἦταν ἐκείνη τῶν χειροτεχνῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο ἔμπειροι στὸν τομέα τῆς τέχνης τους. Καὶ πράγματι ἀπεδείχθησαν σπουδαῖοι στις συγκεκριμένες τέχνες. Το ἀδύνατο σημεῖο τους, όμως, τὸ ὁποῖο καὶ ἀνεφάνη ἀμέσως, ἦταν παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τῶν ποιητῶν: Θεωροῦσαν καὶ αὐτοὶ ὅτι κατείχαν τη γνώση σπουδαίων πραγμάτων, μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶχαν εἰδικὲς γνώσεις (ἄρα καὶ περιορισμένες), σχετικῶς μὲ τὴν τέχνη τους. Τοῦτο, ὅμως, ὑπονόμευε τὴν ἴδια τὴ γνώση γιὰ τὸ ἀντικείμενό τους.
Ἀπὸ τὴ μελέτη, λοιπόν, συνάγεται ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται σοφώτεροι κατ' οὐσίαν εὑρίσκονται μακρὰν τῆς γνώσης, ἐνῶ ὅσοι φαίνονται μικρότερης αξίας πλησιάζουν περισσότερο στη γνώση.
Ἰδοὺ τὰ συμπεράσματα τοῦ Σωκράτους, τὰ ὁποῖα συνοψίζουν μὲ παραδειγματικό τρόπο ἕνα σημεῖο-κλειδί τοῦ μηνύματός του:
᾿Απὸ αὐτὴν τὴ συνήθεια, ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, γεννήθηκαν πολλές ἔχθρες ἐναντίον μου καὶ μάλιστα τόσο δυσάρεστες καὶ βαριές, ὥστε νὰ γεννηθοῦν ἀπ᾿ αὐτὲς πολλές συκοφαντίες καὶ νὰ μοῦ ἔγεῖ τὸ ὄνομα ὅτι εἶμαι σοφός. Γιατί κάθε φορὰ ποὺ ἀποδεικνύω τὴν ἄγνοια κάποιου, νομίζουν οἱ παρόντες ὅτι εἶμαι σοφὸς σ' αὐτὰ ποὺ ἐκεῖνος δὲν γνωρίζει. Ὅπως φαίνεται ὅμως, ἄνδρες, ὁ θεὸς μόνο εἶναι πράγματι σοφὸς καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸ χρησμό αὐτὸ λέει, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔχει μικρὴ ἀξία, ἴσως καὶ καμία. Καὶ πιθανὸν νὰ ὑποδεικνύει τὸν Σωκράτη, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομά μου φέρνοντάς με για παράδειγμα, σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ «Ἐκεῖνος ἀπὸ σᾶς εἶναι, ἄνθρωποι, ὁ σοφότερος που, σὰν τὸν Σωκράτη, γνωρίζει ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διόλου σοφός», Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν ἐγὼ ἀκόμα καὶ τώρα γυροφέρνω, ἐξετάζω κι ἐρευνώ, ἀκολουθώντας τὰ λόγια τοῦ θεοῦ, ὁπόταν νομίσω ὅτι κάποιος εἶναι σοφός, είτε συμπολίτης μας εἴτε ξένος15.
Ἡ ἐλεγκτικὴ ἐξέταση – μὲ ἄλλα λόγια, ἡ διαλεκτική-καταρριπτική ἐξέταση, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποδείξει στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι κάτι τὸ ἀσήμαντο καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀληθινός σοφὸς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, διότι ή σοφία εἶναι προνόμιο τῶν θεῶν - ἐξελήφθη ἀπὸ τὸν Σωκράτη ὡς «ὑπηρεσία που προσφέρεται στὸν θεό»16, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἐπισημάνθηκε στο προηγηθὲν ἀπόσπασμα, δηλαδή ὡς μέσον ἐκπαίδευσης τῶν ἀνθρώπων στὴν προσέγγιση τῆς ἀλήθειας.
Ὁ Γρηγόρης Βλαστός γράφει: «Ἐὰν αὐτὸ ποὺ ἤθελε ὁ Σωκράτης ἦταν νὰ ἔχει συνεταίρους στὴν ἐλεγκτική ἐπιχειρηματολογία, γιατί τότε αὐτὸς νὰ μὴν ἀρκεστεῖ σὲ ἐκείνους μέσα ἀπὸ τὴν συντροφιά τῶν ὁποίων ἀναζήτησε καὶ βρήκε τὴν εὐδαιμονιστική του θεραπεία: μορφωμένους καὶ ταιριαστούς συζητητές τῆς ἠθικῆς ἀλήθειας; [...] Ὁ ἱατρὸς ποὺ ψάχνει καὶ βρίσκει ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἔχουν τέλεια ὑγεία καὶ προσπαθεῖ νὰ τοὺς πείσει ὅτι εἶναι θανάσιμα ἄρρωστοι ἔχει ἀναλάβει ἕνα ἄχαρο ἔργο. Θὰ ἀφιέρωνε ὁ Σωκράτης τὴν ζωή του σ' αὐτὸ τὸ ἔργο, ἐὰν δὲν τὸν ὠθοῦσε σ' αὐτὸ ἡ εὐσέβειά του;»17.
Ἡ διαλεκτική-ἐλεγκτική σχέση ποὺ ἀναλαμβάνει ὁ Σωκράτης ἔναντι τοῦ χρησμοῦ ὡς τυπικὴ ἔκφραση τῆς ἀμφισθενοῦς εἰρωνείας
Τὸ σύνθετο καὶ ἐπίπονο ἔργο ποὺ ὁ Σωκράτης ἔκρινε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβει ὕστερα ἀπὸ τὸν χρησμὸ τοῦ δελφικοῦ μαντείου μπορεῖ νὰ κατανοηθεί πλήρως, μόνον ἐὰν, ὅπως λέγει ὁ Βλαστός, ληφθεῖ ὑπ' ὄψιν ἡ μεγάλη εὐσέβειά του, δηλαδή η «θρησκευτικότητά» του.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, όμως, ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων δηλώνει πολλές φορές μέσω τοῦ Σωκράτους ὅτι ὁ τελευταῖος, μὲ τὸ νὰ ὑποβάλλει σε ἐξέταση ὅσους θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους σοφό καὶ μὲ τὸ νὰ καταρρίπτει τὰ ἐπιχειρήματά τους κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι αὐτοὶ κάθε ἄλλο παρὰ σοφοί ἦσαν, ἐπιτελοῦσε ἕνα «ἔργο ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸν θεό», συνεπῶς ἕνα «θεῖο λειτούργημα», μία «θεία ἀποστολή». Ας διαβάσουμε δύο βασικά ἀποσπάσματα:
Ἐμένα λοιπὸν αὐτό, σᾶς τὸ βεβαιώνω, μοῦ τὸ ἔχει ὁρίσει ὁ θεὸς νὰ τὸ κάνω καὶ μὲ χρησμοὺς καὶ μὲ ὄνειρα καὶ μὲ κάθε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο κάθε θεϊκὴ ὕπαρξη ὁρίζει ὁτιδήποτε στοὺς ἀνθρώπους νὰ πράττουν18.
«Δὲν μπορεῖς, Σωκράτη, νὰ φύγεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ ζήσεις ήσυχα σωπαίνοντας;» Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ τὸ ἐξηγήσω σὲ μερικοὺς ἀπὸ σᾶς. Γιατὶ ἂν σᾶς πῶ αὐτὸ εἶναι σὰ νὰ παρακούω τὸν θεὸ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν εἶναι ἀδύνατο νὰ ζῶ ἥσυχος, δὲν θὰ μὲ πιστέψετε νομίζοντας ὅτι σᾶς εἰρωνεύομαι. Ἂν πάλι σᾶς πῶ ὅτι εἶναι πολύ μεγάλο ἀγαθὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸ νὰ μιλάει κάθε μέρα γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γιὰ τὰ ἄλλα γιὰ τὰ ὁποῖα μὲ ἀκοῦτε νὰ συζητάω ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ ὅτι ἡ ζωὴ χωρὶς νὰ τὰ ἐξετάζει κανεὶς αὐτὰ εἶναι ζωὴ ποὺ δὲν ἀξίζει νὰ τὴ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, τότε θὰ μὲ πιστέψετε ἀκόμα λιγότερο. Ωστόσο ἔτσι εἶναι, ὅπως σᾶς τὰ λέω ἄνδρες, καὶ νὰ σᾶς πείσω δὲν εἶναι εὔκολο19.
Τὰ συμπεράσματα τοῦ Σωκράτους σχετικῶς μὲ τὴ σημασία τοῦ χρησμοῦ εἶναι πολύ σημαντικά. Όπως ἤδη διαπιστώσαμε, ὁ θεὸς ἤθελε μᾶλλον νὰ ὑποδείξει τὸν Σωκράτη ὡς «παράδειγμα», ὡς «παράδειγμα-ὑπόδειγμα» τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι σοφὸς εἶναι μόνον ὁ θεὸς καὶ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι μικρῆς ἢ μηδαμινῆς ἀξίας.
Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται, ὅμως, ἐν προκειμένῳ εἶναι τὸ ἑξῆς: Πῶς μπόρεσε ὁ Σωκράτης νὰ ἐξαγάγει τὰ συμπεράσματα αὐτά; Πῶς θεώρησε τὸν ἑαυτό του ὡς ἀπόστολο τοῦ θεοῦ;
Ὅπως εἶδαμε, ὁ Σωκράτης, γιὰ νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἐτυμηγορία, ἐπεχείρησε μία μακρὰ καὶ πολυσύνθετη ἀναζήτηση. Πράττοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὑπέβαλε σε σκληρή δοκιμασία ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό του καὶ τους συνομιλητές του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν θεό.
Ας διαβάσουμε ένα χωρίο τοῦ Nietzsche, τὸ ὁποῖο μπορεῖ ἐνδεχομένως νὰ μᾶς βοηθήσει στὴν ἐπίλυση του προβλήματος: «Απόστολοι. Ακόμη καὶ ὁ Σωκράτης νιώθει τὸν ἑαυτό του ὡς ἀπόστολο. Σε αὐτό, βέβαια, μποροῦμε ἐπίσης νὰ διακρίνουμε κάποιο ίχνος ἀττικῆς εἰρωνείας καὶ παιγνιώδους διάθεσης, τὰ ὁποῖα μετριάζει αὐτὴ ἡ ἀβάσταχτη καὶ ἀλαζονική ἰδέα. Μιλάει δίχως ὑποκρισία: οἱ εἰκόνες τοῦ φρένου καὶ τοῦ ἀλόγου εἶναι ἁπλές, καὶ ὄχι θρησκευτικές. Τὸ πραγματικό θρησκευτικό καθήκον ποὺ νιώθει ὅτι τοῦ ἀνατίθεται, νὰ τεθεῖ δηλαδὴ ὑπὸ δοκιμασία ὁ θεὸς μὲ ἄπειρους τρόπους, γιὰ νὰ ἐπαληθευτεῖ τὸ ἀληθὲς τοῦ λόγου του, μᾶς φανερώνει μία τολμηρὴ καὶ ἐλεύθερη στάση, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος παραστέκεται στο πλευρό τοῦ θεοῦ του. Τὸ νὰ δοκιμάζεται ὁ θεὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ λεπτούς συμβιβασμούς μεταξύ θρησκευτικότητας καὶ ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος που ἐπινοήθηκαν ποτέ»20.
Ο Nietzsche, βέβαια, ἐκφράζει ἐδῶ ἀντιτιθέμενες ἰδέες, ὅμως ἔχει δίκαιο σὲ ἕνα σημεῖο: ὄντως ὁ Σωκράτης ἔθεσε σε δοκιμασία τὸν θεό, γιὰ νὰ ἐπαληθεύσει τὸ ἀληθές του λόγου του.
Δὲν πρόκειται, όμως, γιὰ συμβιβασμό μεταξύ τῆς θρησκευτικότητας καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ γιὰ ἀντιπροσωπευτική ἔκφραση μιᾶς ἰδιάζουσας προσωπικότητας, τὴν ὁποία χαρακτηρίζει ἡ ἀμφίσημη καὶ ἀμφίθυμη εἰρωνεία, πράγμα στὸ ὁποῖο θὰ ἀναφερθοῦμε ἐκτενέστερα στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο. Πράγματι, ἀπὸ τὴ μία πλευρά, μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν ἀποδέχθηκε τὸ ἀληθὲς τοῦ δελφικοῦ χρησμού, καθ' ὅσον τὸ μελέτησε διεξοδικῶς. ᾿Από τὴν ἄλλη πλευρά, όμως, τὸ ἀποδέχθηκε στὸν βαθμό στὸν ὁποῖο τὸ μελέτησε ὄντας πεπεισμένος ὅτι ὁ θεὸς δὲν ψεύδεται.
Εν πάση περιπτώσει, γιὰ τὴν ἐξέταση που πραγματοποιήθηκε, προκειμένου νὰ ἐπαληθευθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ αὐτοαποκαλούμενοι σοφοὶ ἦσαν ὄντως τέτοιοι, εὐθυνόταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ χρησμός καί, κατά συνέπεια, ὁ ἴδιος ὁ θεός, ἀφοῦ, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπαλήθευση, εἶχε ὑποβληθεῖ στὸν ἔλεγχο, στη δοκιμασία μέσω καταρρίψεως, ὁ ἴδιος ὁ θεός.
Τοῦτο ἀποσαφηνίζει μὲ ἄριστο τρόπο τὸ νόημα τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας, ἡ ὁποία, ὅπως θὰ διαπιστώσουμε, ταυτίζεται μὲ τὸν ἴδιο τὸν βίο τοῦ Σωκράτους.
Σημειώσεις
13. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 21 d.
14. Αὐτόθι, 22 b-c.
15. Αὐτόθι, 22 ε - 23 b.
16. Αὐτόθι, 23 с.
17. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 237.
18. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 33 c.
19. Αὐτόθι, 37-38 a.
20. F. NIETZSCHE, Ανθρώπινο, πολὺ ἀνθρώπινο, ἔνθ' ἀν., ΙV 3, 172.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου