Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 2

Συνέχεια από Παρασκευή 20. Μαρτίου 2026


                                                                 Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΩΖΕΙ ΚΑΙ ΑΓΙΑΖΕΙ

Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 2
(T&T Clark, 1993)


Paul McPartlan

Εισαγωγή

Ο B. Sesboué αναφέρει ότι είδε τη γνωστή διπλή αρχή που διατύπωσε ο de Lubac —ότι «η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία» και «η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία»— να παρατίθεται εδώ και εκεί ως πατερικός τύπος¹¹. Στην πραγματικότητα, αυτή η διπλή αρχή εμφανίστηκε για πρώτη φορά μόνο στο έργο του de Lubac Méditation sur l’Église, το 1953.
Εκεί, ενώ δηλώνει ότι η Εκκλησία και η Ευχαριστία βρίσκονται «ως αιτία η μία της άλλης», είναι σαφές ότι θεωρεί το δεύτερο σκέλος της αρχής ως περισσότερο παραμελημένο: «η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία, αλλά η Ευχαριστία επίσης κάνει την Εκκλησία». Πράγματι, η Εκκλησία συγκεντρώνεται για να τελέσει την Ευχαριστία.
«Αλλά αν η θυσία γίνεται δεκτή από τον Θεό και η προσευχή της Εκκλησίας εισακούεται, αυτό συμβαίνει διότι η Ευχαριστία, με τη σειρά της, κάνει την Εκκλησία, με την αυστηρότερη έννοια»¹⁵.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτή την επιτυχία της προσέγγισης αναγνωρίζει ο Ιωάννης Ζηζιούλας όταν, αφού περιγράψει «την παραδοσιακή σχολαστική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία είναι η Εκκλησία που κάνει την Ευχαριστία και όχι το αντίστροφο»¹⁶, εκφράζει τη χαρά του ότι έχουμε πλέον, «στη σύγχρονη εποχή μας», εισέλθει σε μια τρίτη φάση στην ιστορία αυτής της σχέσης, μια φάση κατά την οποία «ο αρχαίος δεσμός μεταξύ Εκκλησίας και Ευχαριστίας» έχει «ανακτηθεί»¹⁷.


Είναι αξιοσημείωτο ότι, όπως μόλις είδαμε, ο Ζηζιούλας χρησιμοποιεί την ορολογία της διπλής αρχής του Henri de Lubac στο Méditation sur l'Église για να σκιαγραφήσει τις διάφορες εκκλησιολογικές επιλογές, και ότι απηχεί τον τίτλο του ευχαριστιακού κεφαλαίου αυτού του έργου, «Η καρδιά της Εκκλησίας»¹⁸, όταν και ο ίδιος περιγράφει την Ευχαριστία ως «την καρδιά κάθε εκκλησιολογίας»¹⁹.
Έτσι, τόσο ο de Lubac όσο και ο Ζηζιούλας θα υποστήριζαν ότι η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διερευνήσει και να συγκρίνει τι ακριβώς εννοούν, αντίστοιχα, με αυτόν τον ισχυρισμό και, μέσω αυτού, να συγκρίνει τις θεολογίες τους, στις οποίες αυτή η θέση κατέχει κεντρική σημασία, όπως θα δούμε.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια στατική σύγκριση, όπου οι δύο θεολογίες απλώς τοποθετούνται η μία δίπλα στην άλλη. Αντίθετα, με επίγνωση της πρώιμης επιρροής του de Lubac στον Ζηζιούλα ως προς τον ρόλο της Ευχαριστίας στην Εκκλησία, ο τελικός μας σκοπός είναι να διερευνήσουμε πώς μπορεί να λεχθεί ότι ο Ζηζιούλας προώθησε τα ίδια τα συμπεράσματα και τις προθέσεις του de Lubac, όχι μόνο σε αυτό το σημείο αλλά και γενικότερα.
Για παράδειγμα, ενώ φέρει τα παραπάνω σημάδια της επιρροής του de Lubac, η σύνοψη της θέσης του Ζηζιούλα προχωρεί πέρα από τη διαδοχική διάταξη των δύο μερών της διπλής αρχής, σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία, η οποία με τη σειρά της κάνει την Εκκλησία, και υποδηλώνει μια ουσιαστική ενοποίηση.
Απορρίπτοντας τόσο τη μονομέρεια του σχολαστικισμού όσο και αυτό που θεωρεί ως την αντίθετη μονομέρεια της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» του Νικόλαος Αφανάσιεφ, ο Ζηζιούλας δηλώνει εμφατικά:
«Η Εκκλησία συγκροτεί την Ευχαριστία ενώ συγχρόνως συγκροτείται από αυτήν».


Μάλιστα προχωρεί ακόμη περισσότερο σε μια πλήρη ενοποίηση, σύμφωνα με την οποία Εκκλησία και Ευχαριστία «συμπίπτουν και, κατά κάποιον τρόπο, ταυτίζονται»²¹.

Υπάρχει λοιπόν μια σαφής εξέλιξη που μπορεί να διακριθεί καθώς μεταβαίνουμε από τη θέση του de Lubac σε εκείνη του Ζηζιούλα στο συγκεκριμένο σημείο. Καθώς επεκτεινόμαστε από αυτό το ζωτικό κέντρο, θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για μία από μια σειρά αλληλένδετων εξελίξεων, οι οποίες, στο σύνολό τους, δείχνουν ότι ο Ζηζιούλας, τρόπον τινά, πήρε τη σκυτάλη από τον de Lubac και σημείωσε αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθεια επίτευξης ορισμένων βασικών στόχων που μοιράζεται μαζί του, όπως είναι η υπέρβαση του ατομικισμού στον χριστιανισμό.
Πράγματι, όπως θα δούμε, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου ο de Lubac αναγνωρίζει πρόθυμα ότι υπάρχουν κενά στην ανάλυσή του και στόχοι που δεν κατόρθωσε να επιτύχει. Αυτό είναι πάντοτε χαρακτηριστικό των πρωτοπόρων: η επόμενη γενιά οφείλει να συνεχίσει το έργο τους.
Σκοπός μου είναι να δείξω ότι ένας εξέχων θεολόγος από την Ανατολή έχει πολλά να προσφέρει στη συνέχιση του έργου αυτού του μεγάλου δυτικού δασκάλου. Αναλαμβάνω αυτό το έργο με οικουμενική πρόθεση, σύμφωνα με την προτροπή του Ιωάννης Παύλος Β΄ ότι «η Εκκλησία πρέπει και πάλι να μάθει να αναπνέει με τους δύο πνεύμονές της — τον ανατολικό και τον δυτικό», καθώς και με την επιθυμία του αείμνηστου Οικουμενικού Πατριάρχη Δημήτριος Α΄ ότι «οι δύο κόσμοι μας να συναντηθούν και να βρουν την ταυτότητά τους σε έναν Κύριο, μία πίστη, ένα βάπτισμα, έναν Θεό και Πατέρα όλων, εκείνον που είναι υπεράνω όλων και διά παντός και εν πάσιν»23.
Οι θεολογικοί κόσμοι του Henri de Lubac και του Ιωάννη Ζηζιούλα έχουν στην πραγματικότητα συναντηθεί πολύ λίγο μέχρι σήμερα. Εκτός από τις ενδείξεις που ήδη δόθηκαν, καθώς και από τη σημαντική αναφορά που κάνει επίσης ο Ζηζιούλας στο έργο του de Lubac «Catholicisme», ως έργο που ενισχύει τον ισχυρισμό του δασκάλου του, Γεώργιου Φλωρόφσκυ, ότι η εκκλησιολογία είναι «ένα κεφάλαιο της Χριστολογίας»²⁴, ο Ζηζιούλας αναφέρεται πολύ λίγο στον de Lubac²⁵, ενώ ο de Lubac σχεδόν καθόλου στον Ζηζιούλα²⁶.


Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να τους φέρει σε διάλογο. Κατά συνέπεια, η συνάντηση που ακολουθεί έχει τρία μέρη.
Το Πρώτο Μέρος παρουσιάζει τη θεολογία του de Lubac, χωρίς να διστάζει να αναδείξει τα κενά και τις εντάσεις που αυτή περιέχει. Στα σημεία αυτά θα εισάγονται κατάλληλα στοιχεία από την προσέγγιση του Ζηζιούλα, ώστε να υποδειχθεί η πιθανή συμβολή του.
Το Δεύτερο Μέρος διευκρινίζει τη θέση αυτών των στοιχείων στη θεολογία του Ζηζιούλα, καθώς εξετάζεται το συνολικό του όραμα.
Η δυναμική που αναπτύσσεται από το Πρώτο προς το Δεύτερο Μέρος συνεχίζεται κατόπιν στο Τρίτο Μέρος, όπου αναπτύσσονται οι κύριες γραμμές της σύγκρισης, καθώς οι δύο θεολόγοι έρχονται σε πιο άμεση και ουσιαστική αντιπαράθεση.
Αν και, δεδομένου του συνολικού σκοπού μας, η μελέτη αυτή τείνει να αξιοποιεί τα ισχυρά σημεία της θεολογίας του Ζηζιούλα για να φωτίσει τις αδυναμίες του de Lubac, η κριτική προς τον Ζηζιούλα δεν απουσιάζει· εκφράζεται ιδιαίτερα όταν τα συμπεράσματά μας συνοψίζονται στο Συμπέρασμα.
Και πάλι, σύμφωνα με τη μεθοδολογική μας προσέγγιση, η προσοχή περιορίζεται, όσον αφορά τον Ζηζιούλα, σε ό,τι έχει προσφέρει —μέσω της παρουσίας του σε δυτικές γλώσσες— στον οικουμενικό διάλογο Ανατολής και Δύσης, είτε υπό τη μορφή δημοσιευμένων έργων είτε υπό τη μορφή αδημοσίευτων συνεδρίων και διαλέξεων στη Δύση, όπου έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα και εξακολουθεί να διδάσκει τακτικά.
Η παρούσα μελέτη ωφελήθηκε σημαντικά από την πρόσβαση σε ένα μεγάλο μέρος αδημοσίευτου υλικού του Ζηζιούλα, το οποίο ο ίδιος παραχώρησε γενναιόδωρα στον συγγραφέα. Επιπλέον, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι μια διεξοδική αξιολόγηση της πιστότητας τόσο του de Lubac όσο και του Ζηζιούλα προς τις πολυάριθμες πατερικές τους πηγές υπερβαίνει το πεδίο της παρούσας μελέτης. Δεν πρόκειται πρωτίστως για μελέτη πατερικής θεολογίας. Το έργο μας είναι να συγκρίνουμε τα ίδια τα οράματα του de Lubac και του Ζηζιούλα.
Μια σύγκριση μεταξύ de Lubac και Ζηζιούλα δεν θα είχε νόημα αν οι παρόμοιες διατυπώσεις τους σχετικά με την Ευχαριστία στην Εκκλησία ήταν είτε ασύνδετες είτε περιφερειακές στις αντίστοιχες θεολογίες τους. Ωστόσο, αν και ο Ζηζιούλας έχει γράψει πολύ λιγότερο από τον de Lubac, τα έργα και των δύο καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεολογικών ζητημάτων, αποκαλύπτοντας ένα πραγματικά καθολικό όραμα· και, παρότι ο de Lubac κατέβαλε πολύ μικρότερη προσπάθεια να συστηματοποιήσει το όραμά του από ό,τι ο Ζηζιούλας, και τα δύο οράματα είναι εκκλησιολογικά²⁷ και συνεπώς, στον πυρήνα τους, ευχαριστιακά.
Η Ευχαριστία, επομένως, αποτελεί ένα ισχυρό μέσο σύγκρισης αυτών των οραμάτων και έναυσμα για τον διάλογο μεταξύ των αντίστοιχων παραδόσεων από τις οποίες προέρχονται.
Το Πρώτο και Δεύτερο Μέρος, τα οποία επιχειρούν να τοποθετήσουν την Ευχαριστία στο πλαίσιο της σκέψης τόσο του Henri de Lubac όσο και του Ιωάννη Ζηζιούλα και να αναδείξουν την κεντρική της θέση στις θεολογίες τους, έχουν διαρθρωθεί παράλληλα, ώστε να ενισχύεται, έστω και έμμεσα, ο διάλογος μεταξύ των δύο θεολόγων.
Τα Κεφάλαια Πρώτο και Έκτο εξετάζουν τα προγραμματικά τους κείμενα, καθώς και τις παρόμοιες προτεραιότητες και μεθοδολογίες που εμφανίζονται σε αυτά, ιδίως τη κοινή τους υπαρξιακή μέριμνα να αντιμετωπίσουν την ανθρώπινη κατάσταση μέσω μιας δημιουργικής επιστροφής στη διδασκαλία των Πατέρων.
Τα Κεφάλαια Δεύτερο και Έβδομο πραγματεύονται τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ του ακτίστου Θεού και της δημιουργίας Του, την οποία τόσο ο de Lubac όσο και ο Ζηζιούλας τονίζουν, προκειμένου να διαφυλάξουν την ελευθερία του Θεού. Μόλις αυτή η διάκριση τεθεί, μπορεί να αναπτυχθεί σταδιακά ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός, εν Χριστώ, συναντά τη δημιουργία Του.
Τα καίρια Κεφάλαια Τρίτο και Όγδοο προτείνουν και εξετάζουν, για τον de Lubac και τον Ζηζιούλα αντίστοιχα, ένα ενοποιητικό μοτίβο στα έργα τους: για τον πρώτο το αυγουστίνειο ρητό «Nec tu me in te mutabis, sicut cibum carnis tuae, sed tu mutaberis in me»²⁸ (Δεν θα με μεταβάλεις εσύ σε σένα, όπως (συμβαίνει με) την τροφή της σάρκας σου, αλλά εσύ θα μεταβληθείς σε μένα), και για τον δεύτερο την βιβλική έννοια της «συλλογικής προσωπικότητας», του ενός και των πολλών.
Επειδή ο de Lubac θεωρεί το αυγουστίνειο αυτό ρητό ως ευχαριστιακό και ο Ζηζιούλας θεωρεί την Ευχαριστία ως το γεγονός στο οποίο πραγματώνεται η συλλογική προσωπικότητα, καθίσταται φανερός ο κεντρικός ρόλος που διαδραματίζει η Ευχαριστία στα δύο αυτά θεολογικά οράματα, και προχωρούμε στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο η Ευχαριστία «κάνει» την Εκκλησία στα Κεφάλαια Τέταρτο και Ένατο.
Η ενοποίηση από τον Ζηζιούλα των δύο μερών της διπλής αρχής του de Lubac σημαίνει ότι η δομή της Εκκλησίας, η οποία «κάνει» την Ευχαριστία, αποτελεί αναγκαίο μέρος των ζητημάτων που εξετάζονται στο Κεφάλαιο Ένατο.
Ωστόσο, ο διαχωρισμός αυτών των δύο μερών από τον de Lubac μας οδηγεί να εξετάσουμε την κατανόησή του για τη δομή της Εκκλησίας σε ένα ξεχωριστό Κεφάλαιο Πέμπτο, το οποίο κορυφώνεται με την απάντησή του στη θέση του Ρώσου ορθόδοξου θεολόγου Νικόλαου Αφανάσιεφ.
Το αντίστοιχο κεφάλαιο του Δευτέρου Μέρους, δηλαδή το Κεφάλαιο Δέκατο, εξετάζει επομένως την κριτική του Ζηζιούλα προς τη ρωσική θεολογία και επιδιώκει ιδιαιτέρως να αναδείξει τον βασικό λόγο των συχνών επικρίσεών του προς τον Αφανάσιεφ.

Παρότι έχει διεξαχθεί εκτενής έρευνα για τη θεολογία του Henri de Lubac και ειδικότερα για την εκκλησιολογία του, καμία μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει το επαναλαμβανόμενο αυγουστίνειο ρητό ως ερμηνευτικό κλειδί για το όραμά του. Πιστεύω ότι η δυναμική του είναι άμεσα εμφανής, δεδομένου, πρώτον, ότι το ρητό αυτό είναι ευχαριστιακό για τον de Lubac²⁹, ο οποίος τονίζει ότι η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία· δεύτερον, ότι θεωρεί το ρητό αυτό ως εκπληρούμενο στον Ουρανό, όταν πραγματοποιείται η φυσική επιθυμία για τη θέα του Θεού — επιθυμία που αποτελεί σταθερό θέμα στη διδασκαλία του περί Χάριτος³⁰· και, τρίτον, της διαπίστωσής του ότι «αυτά τα δύο μεγάλα δογματικά θέματα», δηλαδή η Εκκλησία και η Χάρη, μελετήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα «σε δύο χωριστές πραγματείες», με αποτέλεσμα «η εκκλησιολογική σύνθεση να αναζητηθεί αλλά να μην βρεθεί».
Μόνο μία εκτεταμένη μελέτη της θεολογίας του Ιωάννη Ζηζιούλα έχει μέχρι στιγμής δημοσιευθεί, δηλαδή εκείνη του Gaétan Baillargeon. Παρότι ο Baillargeon αρχίζει την παρουσίαση της εκκλησιολογίας του Ζηζιούλα με ένα τμήμα υπό τον τίτλο «L’ Un et le “multiple”», το οποίο αναφέρεται στην αντίστοιχη ερμηνευτική έννοια της «συλλογικής προσωπικότητας» και επιβεβαιώνει ότι εδώ βρίσκεται «η καρδιά, ο κεντρικός πυρήνας της εκκλησιολογικής προοπτικής του Ιωάννη Ζηζιούλα», το τμήμα αυτό είναι πολύ σύντομο και οι δύο εναλλάξιμοι όροι —το ένα και τα πολλά, και η συλλογική προσωπικότητα— εμφανίζονται σπάνια στη συνέχεια.
Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένας από τους δύο όρους δεν εμφανίζεται στο κεφάλαιο του Baillargeon για «την πνευματολογική διάσταση της Εκκλησίας», παρόλο που ο Ζηζιούλας δηλώνει χαρακτηριστικά ότι το ένα και τα πολλά αποτελεί «το μυστήριο της Χριστολογίας και της Πνευματολογίας, το μυστήριο της Εκκλησίας και ταυτόχρονα της Ευχαριστίας»³⁵.
Μια τέτοια δήλωση με οδηγεί να δώσω ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της συλλογικής προσωπικότητας, ή του ενός και των πολλών, ως ερμηνευτικό κλειδί για το όραμα του Ζηζιούλα³⁶.
Έτσι, αυτό που προσφέρεται εδώ είναι μια συστηματική συνάντηση του de Lubac και του Ζηζιούλα, βασισμένη σε μια νέα εστίαση των αντίστοιχων θεολογιών τους. Αν και τα τελευταία χρόνια, λόγω των ριζικών πολιτικών αλλαγών στην ανατολική Ευρώπη, έχουν ανακύψει εκ νέου εντάσεις μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, οι νέες ελευθερίες έχουν φέρει τη συναρπαστική δυνατότητα πρωτοφανούς προσωπικής επαφής και γνήσιου θεολογικού διαλόγου.
Ελπίζω ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να συμβάλει στην αμοιβαία κατανόηση και προσέγγιση, καθώς εργαζόμαστε και προσευχόμαστε για την ημέρα κατά την οποία οι δύο Εκκλησίες θα είναι ορατά ενωμένες σε μία Αγία Τράπεζα³⁷.
Η παρούσα μελέτη ξεκίνησε ως διδακτορική διατριβή στην Οξφόρδη. Η δημοσίευσή της μου δίνει, ως ιερέα της επισκοπής του, την ευκαιρία να ανανεώσω τις ευχαριστίες μου προς τον Αρχιεπίσκοπο του Westminster, τον Basil Hume, για τη γενναιοδωρία με την οποία μου έδωσε τη δυνατότητα να ασχοληθώ με αυτή την έρευνα.
Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω εκ νέου τον π. Edward Yarnold, ο οποίος υπήρξε ο κύριος επιβλέπων μου και είχε την καλοσύνη να γράψει και τον Πρόλογο αυτού του βιβλίου, καθώς και τον επίσκοπο Kallistos Ware, που επίσης με επέβλεψε. Ο επίσκοπος John Crowley υπήρξε πάντοτε ιδιαιτέρως υποστηρικτικός, ενώ το ενδιαφέρον και οι συμβουλές του π. Yves Congar εκτιμήθηκαν βαθύτατα.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στον Stratford Caldecott, του οποίου η σταθερή επιθυμία να εκδοθεί αυτό το έργο μου έδωσε ενθάρρυνση και τελικά πραγματοποιήθηκε. Πολλοί φίλοι με βοήθησαν κατά τη διάρκεια της πορείας· θα ήθελα ιδιαιτέρως να ευχαριστήσω τον π. Anthony Meredith και τον δρ. Bernard Attard για τη συντροφιά τους μέσα στις δυσκολίες της έρευνας και της συγγραφής, καθώς και τον π. David Manson για την αδελφική του στήριξη.
Για την αδιάκοπη αγάπη και τις προσευχές τους, οφείλω μεγάλο χρέος στην οικογένειά μου, ιδιαιτέρως στους γονείς μου, στους οποίους αφιερώνω με ευγνωμοσύνη αυτό το βιβλίο.
Τόσο στον Henri de Lubac όσο και στον Ιωάννης Ζηζιούλας είμαι βαθιά ευγνώμων για την έμπνευση που μου προσέφεραν και για την τιμή να έχω τη δυνατότητα εκτενών συζητήσεων μαζί τους. Με τον Μητροπολίτη Ιωάννη, ευτυχώς, οι πολλές συνομιλίες που καρποφόρησαν σε σημαντικά σημεία διευκρίνισης, όπως σημειώνονται στο κείμενο, μπορούν να συνεχιστούν, ενώ οι αρκετές συναντήσεις μου με τον καρδινάλιο de Lubac αποτελούν πλέον πολύτιμη ανάμνηση.
Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και εκτίμησης, χάρηκα που μπόρεσα να του προσφέρω ένα αντίτυπο αυτού του έργου τον Σεπτέμβριο του 1990, και θα επιθυμούσα να συγκαταλέγομαι μεταξύ εκείνων στους οποίους αναφέρθηκε ο Ιωάννης Παύλος Β΄ στο μήνυμά του για την κηδεία του, όταν υπενθύμισε ένα από τα αγαπημένα χωρία της Αγίας Γραφής του de Lubac:
«Με όλους εκείνους που τον θυμούνται με ελπίδα και ευγνωμοσύνη, τον εμπιστεύομαι στο άπειρο έλεος του Θεού. Αφού υπήρξε προσεκτικός στο “προφητικό μήνυμα” ως “λύχνος που φωτίζει σε σκοτεινό τόπο”, είθε να μπορέσει να δει τον αυγερινό να ανατέλλει!»³⁸

Paul McPartlan
Πάσχα 1992

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΠΟΤΕ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ. Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΟ ΠΣΕ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ  ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΟΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ.

Σημειώσεις:

16. ORT, σ. 8.        17. EPH, σ. 339.

18. Splendour, Κεφάλαιο 4.        19. BC, σ. 131, σημ. 19.

20. EPH, σσ. 340–341· ORT, σ. 8· ENO, σ. 173. Πρβλ. κατωτέρω, σ. 227.

21. Εκεί, σ. 341. Πρβλ. BC, σ. 219: «η συγκεκριμένη τοπική κοινότητα… πρέπει να νοηθεί ως κάτι που συγκροτείται από το ίδιο το γεγονός που συγκροτεί».

22. Ιωάννης Παύλος Β΄, ομιλία προς τη Ρωμαϊκή Κουρία παρουσία αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, 28 Ιουνίου 1985, δημοσιευμένη στο L’Osservatore Romano (αγγλική έκδοση), 15 Ιουλίου 1985, σ. 5. Η εικόνα («δύο πνεύμονες») αποδίδεται στον Yves Congar (πρβλ. Diversity and Communion, σ. 89).

23. Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος Α΄, ομιλία με αναφορά στο Εφ. 4, 5–6, παρουσία παπικής αντιπροσωπείας, 30 Νοεμβρίου 1986· παρατίθεται στο E. Fortino, «Pan-Orthodox decision on the Catholic-Orthodox dialogue…», σ. 8.

24. ORT, σ. 8. Πρβλ. κατωτέρω, σσ. 212–213.

25. Ο Ζηζιούλας παραπέμπει στον Henri de Lubac μόνο δύο ακόμη φορές, και στις δύο στο έργο Les églises particulières dans l’Église universelle (που αποδίδεται ως Motherhood):
– πρώτη φορά, στο BC, σ. 202, σημ. 113, για το αν ο επίσκοπος ανήκει πρωτίστως στην τοπική του Εκκλησία ή στο επισκοπικό σώμα (πρβλ. Motherhood, σσ. 250–251, σημ. 43, και κατωτέρω, σ. 110),
– και δεύτερη φορά, στο PDC, σ. 148, σημ. 13, για τη διττή χρήση του όρου ekklesia τόσο για την καθολική όσο και για την τοπική Εκκλησία (πρβλ. Motherhood, σσ. 171 κ.ε.).

26. Ο de Lubac παραπέμπει στον Ιωάννης Ζηζιούλας μόνο τέσσερις φορές:
– τρεις φορές στο άρθρο του Ζηζιούλα που έγινε το κεφάλαιο 4 του BC, σχετικά με:
(α) την πληρότητα της παρουσίας της Εκκλησίας σε κάθε τοπική Εκκλησία,
(β) τη διάκριση μεταξύ επισκοπικής συνοδικότητας και συλλογικότητας,
(γ) τη διδασκαλία του Κυπριανού ότι κάθε επίσκοπος λογοδοτεί στον Θεό για την Εκκλησία του (Motherhood, σ. 177, σημ. 23· σ. 259, σημ. 6· σ. 269, σημ. 20).
– Η τελευταία αναφορά είναι στο SComm, σ. 24, σημ. 45, σχετικά με τη λειτουργική πρακτική του fermentum στην Ανατολή και τη Δύση (πρβλ. EEE, σ. 40).

27. Τόσο ο de Lubac όσο και ο Ζηζιούλας θεωρούν τη χριστιανική ζωή κατ’ ουσίαν εκκλησιαστική.
– Ο de Lubac, αναφερόμενος στον Ωριγένης, γράφει: «η ζωή του πνεύματος αναπαράγει στην ψυχή το μυστήριο της ίδιας της Εκκλησίας» (Splendour, σ. 272).
– Ο Ζηζιούλας αντλεί από τον Μάξιμος Ομολογητής για να υποστηρίξει ότι «στο ίδιο Πνεύμα η ίδια η δομή της Εκκλησίας γίνεται η υπαρξιακή δομή κάθε προσώπου» (PDC, σ. 152).

28. Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις 7, 10, 16 (PL 32, 742):
«Δεν θα με μεταβάλεις εσύ σε σένα, όπως την τροφή της σάρκας σου, αλλά εσύ θα μεταβληθείς σε μένα».

29. Πρβλ. κατωτέρω, Κεφάλαιο Τρίτο.      30. Πρβλ. κατωτέρω, Κεφάλαιο Δεύτερο.

31. Splendour, σ. 65.

32. Gaétan Baillargeon, Perspectives orthodoxes sur l’Église-Communion.

33. Εκεί, σσ. 65–66.       34. Εκεί, σσ. 99–122.

35. EPH, σ. 346. Πρβλ. κατωτέρω, σ. 167.

36. Στο Κεφάλαιο Δώδεκα διατυπώνω εκτενείς κριτικές στην αποτίμηση του Baillargeon για τον Ζηζιούλα· πρβλ. κατωτέρω, σσ. 265–270.

37. Για πλήρη τεκμηρίωση της αυξανόμενης επαφής μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, πρβλ. E. J. Stormon, Towards the Healing of Schism. Επίσης: P. McPartlan (επιμ.), One in 2000? Towards Catholic–Orthodox Unity (1993).

38. L’Osservatore Romano (αγγλική έκδοση), 16 Σεπτεμβρίου 1991, σ. 12, με αναφορά στο Β΄ Πέτρ. 1, 19. Πρβλ. de Lubac, Mémoire, σσ. 84–85.

Τέλος Εισαγωγής

Δεν υπάρχουν σχόλια: