Συνέχεια από:Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026
Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ
LUIGI SCARAVELLI.
Η αντίληψη…είναι ο μοναδικός χαρακτήρας τής πραγματικότητος.
Το συνεχές τής αιτιότητος είναι τόσο θεμελιώδες που ο Jordan (παρότι στενεύει πολύ το πλαίσιο στο οποίο μπορεί να εφαρμοσθεί) το θεωρεί ισχύον ακόμη και σήμερα: “η σύλληψη τού Κάντ ότι η αιτιότης χωρίς κενά, των φυσικών δραστηριοτήτων είναι εξ’αρχής μία απαραίτητη προϋπόθεση κάθε φυσικής σκέψης, είναι ισχύουσα πάντοτε: ακόμη και τα πειράματα στο πεδίο τής φυσικής τών κβάντων (όπου το συνεχές δεν έχει θέση) πραγματοποιούνται με μακροσκοπικά όργανα φυσικής (Στα οποία κυριαρχεί η αρχή τής συνέχειας). Έχουμε ανάγκη οργάνων τα οποία θα λειτουργούν σύμφωνα με την πιο αυστηρή αιτιότητα [ας σημειώσουμε αυτόν τον στενό σύνδεσμο ανάμεσα στην συνέχεια και στην αιτιότητα], για να μπορέσουμε να κάνουμε παρατηρήσεις στον ατομικό κόσμο και να εδραιώσουμε κάποιους νόμους (οι οποίοι είναι νόμοι της στατιστικής ή του μέσου όρου). Παραμένει λοιπόν η κλασσική φυσική η απαραίτητη κορνίζα (πλαίσιο), από την οποία, και μόνον, είναι δυνατόν να διεισδύσουμε στον κόσμο τών κβάντων και τών ατόμων”. Και επειδή η ουσία τών στατιστικών νόμων βρίσκεται στην δυνατότητα, η οποία είναι εν τέλει προβλέψιμη, στον χώρο και στον χρόνο και σύμμορφος στις κλασσικές έννοιες τής αιτίας και τού συνεχούς, το συνολικό αποτέλεσμα πολλών διαδικασιών ξεχωριστών ή στοιχειακών “παρότι αυτές καθαυτές, είναι απρόβλεπτες, δεν υπάρχει δυσκολία να εννοήσουμε την συνέχεια χωρίς κενά των μακροφυσικών διαδικασιών σαν συνέπεια νόμων αποκλειστικά στατιστικών τών στοιχειωδών διαδικασιών”.
Παρουσιάζεται εδώ καθαρά εκείνη που ονομάσθηκε “αρχή τής αντιστοιχίας ή τής αναλογίας” (του Bohr). Δηλαδή η σχέση την οποία πρέπει να ιδρύσουμε ανάμεσα στους κλασσικούς νόμους (πρακτικά: μακροσκοπικά σώματα) και τους νόμους της στατιστικής (πρακτικά: την συμπεριφορά τών ατόμων και τών συστατικών τους η οποία δεν ακολουθεί κλασσικούς νόμους). Όπως ένα μακροσκοπικό σώμα είναι το όλον μυριάδων ατόμων, έτσι και ο κλασσικός νόμος είναι ο μέσος όρος, σταθεροποιημένος, τών νόμων της στατιστικής. Έτσι λοιπόνα φού μόνον χρησιμοποιώντας μακροσκοπικά όργανα μπορούμε να εντοπίσουμε τον ατομικό κόσμο, προκύπτει ότι μόνον επαναφέροντας σε μεγάλους μέσους όρους (κλασσικούς νόμους) τα ατομικά συμβάντα (στατιστικοί νόμοι) δύνανται να ερμηνεύσουν τις εμπειρίες μας και μπορούν νά δώσουν ένα νόημα στις επιστημονικές μας γνώσεις.
Όμως αποδεχόμενοι αυτή την θέση τής σχολής τού Χάιζενμπεργκ, η κλασσική φυσική, αντί να κάνει μάλλον τήν κορνίζα ή την οριακή περίπτωση, όπως μας λένε ο Bohr, o Jordan κ.τ.λ. αποτελεί το γενικό σημείο εκκίνησης για το όραμα αυτών που συμβαίνουν σ’έναν μη-κλασσικό κόσμο.
Με την παρουσίαση τής κλασσικής φυσικής, μέ τα ουσιώδη της στοιχεία, συνέχεια, αιτιότητα, χώρο και χρόνο, μόνον σαν πλαίσιο, κορνίζα, για να συγκεντρώσει τα μακροσκοπικά φαινόμενα, ομολογείται ότι τα μικροσκοπικά, εσωτερικά στο άτομο (που είναι όμως τα θεμελιώδη, εκείνα που σχηματίζουν τον εσωτερικό ιστό τού σύμπαντος) είναι φαινόμενα τα οποία εκτυλίσσονται όχι μόνον ανεξαρτήτως τής συνέχειας και τής αιτιότητος αλλά και έξω τού χώρου-και ίσως και τού χρόνου. Και έτσι ο Χάιζενμπεργκ μπορεί ακριβώς γι’αυτό να ολοκληρώσει το κεφάλαιο στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, τών φυσικών αρχών της θεωρίας τών κβάντων, επαναλαμβάνοντας το συνθετικό σχήμα τού Bohr. Στην κλασσική θεωρία έχουμε αιτιότητα και περιγραφή τών φαινομένων στον χώρο και στον χρόνο. Στην κβαντική θεωρία έχουμε ή την περιγραφή τών φαινομένων στον χώρο και στον χρόνο αλλά αφαιρώντας την αιτιότητα στην βάση τής αρχής τής απροσδιοριστίας, ή έχουμε ένα μαθηματικό σχήμα (μόνον από μαθηματικά διανοητικά όντα) το οποίο όμως δεν αντιστοιχεί ούτε στον χώρο ούτε στον χρόνο (δηλαδή “ένα σχήμα το οποίο δεν μπορεί να σχηματοποιηθεί με τις έννοιες τού χώρου-χρόνου). Σ’αυτή τήν περίπτωση διατηρείται κατά κάποιο τρόπο η αιτιώδης συνέχεια! Αυτές οι δύο εναλλαγές τής θεωρίας τών κβάντων δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν μαζί: μπαίνουν σε σχέση μέσω στατιστικών σχέσεων. Ο αιτιατός καθορισμός λοιπόν, με την συνέχειά του και την αναπαράσταση τών συμβάντων τού κόσμου στον χρόνο και στον χώρο, είναι δύο πράγματα τα οποία αποκλείονται αμοιβαίως. [Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε ούτε την ουσία της φύσεως, όπως και του Θεού, λέει η ορθοδοξία, οι Λατίνοι, ισχυρίσθηκαν το αντίθετο και ακόμη προσπαθούν με την αναλογία τής στατιστικής να γνωρίσουν και να εκμεταλλευθούν την ουσία τής φύσης].
Μοιάζει λοιπόν ακάλυπτη η απόσταση τών εννοιολογήσεων τού Κάντ από τις σύγχρονες θεωρίες τής φυσικής. Και οπωσδήποτε εάν σταθούμε στην πρώτη εντύπωση- λίγο γενική- τών δηλώσεων του Κάντ γύρω από την Επιστήμη, εάν μείνουμε στο πλαίσιο τών ιδεών που περιέχονται στην Υπερβατική αισθητική, αντλώντας μόνον εξ ’αυτής όλα τα συμπεράσματα για την επιστημονική του σκέψη, και πάνω απ’όλα εάν στηριχθούμε στις ιδέες που εκθέτει ο Κάντ στις πρώτες μεταφυσικές αρχές τής επιστήμης τής φύσεως, στις οποίες έδωσε και θέλησε να δώσει μία “μεταφυσική” πορεία στην φυσική του σύλληψη, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε σαν σωστές τις αντιρρήσεις που παρουσιάσαμε πιο πάνω!
Αλλά το πράγμα αλλάζει εάν κοιτάξουμε στον Κάντ τής Κριτικής, τον πραγματικά κριτικό!
Συνεχίζεται
EΔΩ ΛΟΠΟΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΣΚΕΦΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΡΑΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΟΥΜΕ. ΕΙΝΑΙ Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ, Η ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΕΧΕΣ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ, ΤΑ ΔΥΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ.
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ. ΑΣ ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΛΟΙΠΟΝ, ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΤΙΠΟΤΕ ΜΕΣΑ Σ' ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΘΕΣΕΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ.
Αμέθυστος.

5 σχόλια:
Θα μπορούσε η TAG (Transcendental Argument for God) να λειτουργήσει ως «γέφυρα» με την θεολογία μας;
Ξεκινά κι αυτή από τις προϋποθέσεις της γνώσης, αλλά τις θεμελιώνει στον Θεό. Ή τελικά παραμένει μέσα στα όρια των Γερμανών; Χρησιμοποιείται από Ορθόδοξους θεολόγους για να αντικρούσουν αθέους και υλιστές στο youtube.
Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά.
Με όλο το σεβασμό, θεωρώ ότι η υπερβατολογική σκέψη δεικνύεται ολοένα και περισσότερο να είναι μια απλοϊκή τρίπλα. Στην Κριτική του Καθαρού Λόγου ο Κάντ προσπάθησε να ξεριζώσει την αντίληψη ότι μπορεί να υπάρξει οντολογική πρόσβαση στο επέκεινα πρωτότυπο. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι οι παραλογισμοί της μεταφυσικής, μέχρι και την κοπερνίκεια επανάστασή του, οφείλονται ακριβώς στην αντίληψη ότι έχουμε πρόσβαση σε ένα πρωτότυπο, στο νοούμενο όπως το αποκάλεσε. Πρόσβαση, σύμφωνα με τον Κάντ, έχουμε μόνον στο φαινόμενο, στην αναπαράσταση, ακριβώς γιατί τα φαινόμενα είναι αυτά που επιβάλλεται να είναι από τις a priori μορφές της εποπτείας και τις νοητικές κατηγορίες του υπερβατολογικού υποκειμένου. Το υποκείμενο πλέον δεν παραμορφώνει την πραγματικότητα. Αντιθέτως. Μορφώνει την πραγματικότητα η οποία πλέον δεν είναι παρά μόνον αναπαραστάσεις κατασκευασμένες από το ίδιο. Η μεταφυσική, λοιπόν, κάθεται πλέον φρόνιμη, χωρίς πομπώδεις παροξυσμούς, μέσα στην μάντρα της αναπαράστασης προσποιούμενη μία ακίνδυνη επιστημολογία. Οι a priori μορφές της εποπτείας και οι νοητικές κατηγορίες είναι δεδομένες και σταθερές και αυτό σημαίνει ότι η Νευτώνεια φυσική και η Ευκλείδεια γεωμετρία δεν μπορούν να έχουν διαφορετικώς.
Ο Lakatos αντιτάχθηκε έξυπνα στον Κάντ υποστηρίζοντας ότι η υπερβατολογική συνθήκη απλά ηττήθηκε εκ των πραγμάτων, δηλαδή από την μη-Νευτώνεια φυσική και την μη-Ευκλείδεια γεωμετρία . Πολύ λογικό. Δέν έχει νόημα, λοιπόν, να κρατήσεις το συνεχές της αιτιότητας ως το αποτέλεσμα παραγνωρίζοντας οτι η σύνολη υπερβατολογική επιστημολογία έχει χάσει τα δόντια της. Πόσο μάλλον να την χρησιμοποιήσεις ως γέφυρα για διάλογο με ποιούς; Και γιατί; Για να είσαι στην σωστή πλευρά της ιστορίας; Κατοικεί η φαινομενολογία στην ιστορία της φιλοσοφίας; Στην φιλοσοφία; Ο Άγιος Παΐσιος θα δέχονταν να συζητήσει με επιστημολογικούς λογισμούς;
Συγγνώμη για το, ίσως, αδόκιμο ύφος αλλά και για την παρέμβαση, στον Νικόλαο και στον Αμέθυστο βεβαίως.
Χριστός Ανέστη Αληθώς Ανέστη
Αυτή τήν προσπάθεια έκανε ο Γιανναράς μέ τά γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Ο Κάντ πολύ σωστά αναφέρεται είναι υπερτιμημένος διότι αντιπροσωπεύει τόν απλό άνθρωπο, ο οποίος καταπιάνεται μέ τα υπέρτατα ερωτήματα. Οπως τό έγραψε ο Livio Cade: Προσπάθησα εδώ να τοποθετηθώ στη σκοπιά του συνηθισμένου ανθρώπου, ο οποίος δεν μπορεί να κατανοήσει λογικά το μυστήριο και αντιτάσσει σε αυτό την ευλογοφάνεια της λογικής, αλλά ταυτόχρονα αντιστέκεται και σε χονδροειδείς και υλικές ερμηνείες της ανάστασης, ενός μυστηρίου του οποίου το αληθινό νόημα του διαφεύγει.
Ευχαριστώ για τις πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Απλώς θέλω να θέσω μια σκέψη/απορία.
Ο Kant όντως θέτει όρια στη γνώση, αλλά σημαίνει αυτό ότι κάθε υπερβατολογική διερώτηση χάνει την αξία της; Ακόμη κι αν κάποιες από τις ιστορικές του προϋποθέσεις έχουν ξεπεραστεί, το ερώτημα για τις προϋποθέσεις της γνώσης και της λογικής παραμένει, νομίζω.
Με αυτή την έννοια,, το Transcendental Argument for God δεν το καταλαβαίνω ως προσπάθεια να «εξηγήσει» τον Θεό ή να αντικαταστήσει το μυστήριο, αλλά ως έναν τρόπο να ασκηθεί κριτική στην ιδέα ότι η ανθρώπινη λογική μπορεί να σταθεί από μόνη της. Δηλαδή λειτουργεί αρνητικά. Δεν λειτουργεί θετικά συλλαμβάνοντας την ουσία του Θεού και το μυστήριο της πίστεως.
Αν έτσι το δούμε, δεν πρόκειται για «γέφυρα» με την έννοια μιας πλήρους σύνθεσης (όπως στην περίπτωση Γιανναρά), αλλά για ένα προκαταρκτικό απολογητικό εργαλείο. Όχι για τους ήδη βαπτισμένους Ορθοδόξους πιστούς.
Δεν το λέω ως θέση, περισσότερο ως ερώτημα: θα μπορούσε να έχει μια τέτοια περιορισμένη, «αρνητική» χρήση;
Στην πράξη φαίνεται ότι πετυχαίνει. Πολλοί νέοι στον αγγλόφωνο κόσμο μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία αφού προηγουμένως οι βαθιά ριζωμένες αθεϊστικές βεβαιότητες τους έχουν κλονιστεί από το υπερβατολογικό επιχείρημα. Δηλαδή λειτουργεί ως ένα πρώτο ράγισμα στις σκληρές καρδιές τους από το οποίο μετέπειτα εισχωρεί η πίστη.
Νομίζω ότι αντιμετωπίζουμε δύο είδη λογικής. Τήν μαθηματική καί τήν ολοκληρωτική λογική τού Αριστοτέλη άς πούμε. Τήν σκέψη καί τήν πραγματικότητα η οποία δίνεται από τό εφικτό καί τό δέον. Οπως λέει η Χάννα Αρεντ ο πρόβλημα αφορά τη δυνατότητα της σκέψης να εμφανίζεται καθόλου, και το ερώτημα είναι αν η σκέψη και οι άλλες αόρατες και άηχες πνευματικές δραστηριότητες προορίζονται να εμφανίζονται, ή αν αντίθετα δεν μπορούν ποτέ να βρουν μια πραγματική πατρίδα μέσα στον κόσμο. Ή τό όργανο τής σκέψης άς πούμε όπως τό αναλύει ο Αριστοτέλης; Η αριστοτελική ανάλυση είναι συγχρόνως λογική και γλωσσική και, κυρίως, δεν αποκόπτεται ποτέ από την οντολογική διάσταση και την πραγματικότητα. Κάτι πού καταλήγει στήν ηθική τού σκοπού τού Κάντ, ο σκοπός αγιάζει τά μέσα ή τού Αριστοτέλη ότι εάν τά μέσα οδηγούν στό παρα φύσιν ο σκοπός εγκαταλείπεται!
Δημοσίευση σχολίου