Συνέχεια από Πέμπτη 2 Απριλίου 2026
Sepp 3
Η αυτοβιογραφία του Hans-Ulrich Gumbrecht
Εκδόσεις Suhrkamp, 2026
Η ζωή σε ημί-απόσταση
Würzburg – πατρίδα των παρηγορητικών βραβείων
Ως πρώτη δική μου σίγουρη ανάμνηση έχω κρατήσει στη μνήμη μου το «Θαύμα της Βέρνης», που συνέβη στις 4 Ιουλίου 1954 και μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο. Στο σαλόνι μας, στον πρώτο όροφο της οδού Reiserstraße 2, είχαν στριμωχτεί γύρω από το ραδιόφωνο —που είχε αγοραστεί μόλις για τον προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου— και το πράσινο «μαγικό μάτι» του, καμιά δεκαριά γνωστοί των γονιών μου, κρατώντας ποτήρια κρασί ή μπίρας στα χέρια τους, και παρακολουθούσαν τη μέχρι σήμερα περίφημη μετάδοση του Herbert Zimmermann. Η απήχηση της νίκης της γερμανικής εθνικής ομάδας επί της Ουγγαρίας, που ανέτρεψε όλες τις προβλέψεις με το γκολ του δεξιού εξτρέμ Helmut Rahn από το Έσσεν για το 3:2, πέρασε στην ιστορία ως το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου. Ωστόσο, έπειτα από αρκετές ημέρες εκκεντρικών εγκωμίων του πατέρα μου για «τους Ούγγρους με τις κόκκινες φανέλες τους» και μετά το γρήγορο προβάδισμά τους με 2:0, ήμουν μάλλον ταραγμένος από την εξέλιξη του αγώνα και από τον ενθουσιασμό που ξέσπασε με το τελικό σφύριγμα. Είχα ευχηθεί το παγκόσμιο πρωτάθλημα στην ομάδα του, όπως μου φαινόταν, περιπετειώδους στην όψη Ferenc Puskás. Αν και οι ήχοι του εθνικού ύμνου, που άκουγα για πρώτη φορά και στα απαγορευμένα λόγια του οποίου «Deutschland, Deutschland über alles» συντάχθηκαν οι ενήλικοι, λειτούργησαν σαν μια απρόσμενη παρηγοριά, χρειάστηκε χρόνος μέχρι τα συναισθήματά μου να συμμεριστούν την εκρηκτική ευφορία. Μόνο το επόμενο πρωί χάρηκα πραγματικά που «εμείς» είχαμε κερδίσει και ότι «ήμασταν πάλι κάποιοι», χωρίς να ξέρω τι μας έλειπε πριν. Ο πατέρας επέμενε στην εκτίμησή του ότι ο αρχηγός της εθνικής ομάδας Fritz Walter ήταν «το πολύ ένας μέτριος παίκτης» και τον αποκαλούσε μάλιστα καμιά φορά «καταθλιπτικό». Έναν χρόνο αργότερα διάβασα ως πρώτο βιβλίο στη ζωή μου το Fritz Walters Spiele, die ich nie vergesse —και έμελλε να είναι ένα από τα λίγα βιβλία στα οποία δεν προσπέρασα ούτε μία σελίδα. Στην πραγματικότητα είχα ζητήσει για τα γενέθλιά μου το πιο γνωστό βιβλίο του Fritz Walter, 3:2, με την αφήγηση του νικηφόρου τελικού, αλλά οι ιδιαίτερες επιθυμίες μου σπάνια εκπληρώνονταν. Στα «αξέχαστα» παιχνίδια περιλαμβάνονταν νίκες της εθνικής ομάδας στην αρχή του πολέμου στη Ρουμανία ή απέναντι στην Ελβετία μετά το τέλος του πολέμου, καθώς και τα δύο πρώτα γερμανικά πρωταθλήματα της 1. FC Kaiserslautern, για την οποία είχε αγωνιστεί σε όλη του τη σταδιοδρομία. Μόνο η στιγμή του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 είχε παραλειφθεί για εκδοτικούς λόγους, και μπόρεσα να τη διαβάσω τυπωμένη μόνο όταν ο καταστηματάρχης ενός γειτονικού παντοπωλείου, καταγόμενος από τη Βιέννη, μου χάρισε την αυτοβιογραφία του Ernst Ocwirk, αρχηγού της αυστριακής εθνικής ομάδας, που είχε εκδοθεί με τον τίτλο Weltbummel. Vom Ballschani zum Kapitän des Kontinent-Teams. Η ομάδα αυτή είχε υποστεί στον ημιτελικό του 1954 μια ντροπιαστική ήττα με 1:6 από τη Γερμανία, κι όμως ο Ocwirk μου ήταν πολύ πιο συμπαθής από τον Fritz Walter, ώστε όταν έπαιζα μπάλα με φίλους ήθελα πάντα να είμαι σαν κι αυτόν, δηλαδή αριστεροπόδαρος και Αυστριακός. Αυτό το όνειρο ήταν ασυμβίβαστο με το ιδιαίτερα αδέξιο αριστερό μου πόδι και με το υπέρβαρο σώμα μου. Τα κόρνερ τα εκτελούσα συνήθως πίσω από την εστία, τα πέναλτι μάλλον δίπλα από το τέρμα, και ποτέ δεν έγινα πραγματικός οπαδός της γερμανικής εθνικής ομάδας. Η πιθανότητα να παίξω στους «Β-μαθητές» της Würzburger Kickers αποκλείστηκε όχι μόνο από την ακραία έλλειψη ταλέντου, αλλά πιθανότατα και από μια απόφαση των γονιών μου, για την οποία δεν μιλούσαν. Από περίπλοκες διαδρομές φαίνεται πως από όλα αυτά τα ερεθίσματα και τις απογοητεύσεις γύρω από το ποδόσφαιρο προέκυψε μια ισόβια αφοσίωση στη Borussia Dortmund, αν και ο παππούς μου δεν με πήρε ποτέ στο στάδιο «Rote Erde». Κάτι έλειπε πάντα για τους ρόλους που ήθελα να παίξω.
Το καλοκαίρι του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 συνέπεσε με τους τελευταίους μήνες πριν από την έναρξη της φοίτησής μου στο σχολείο, με την οποία έληξαν οι μέρες του μοναχικού παιχνιδιού στο σπίτι. Η ήδη αναφερθείσα «συζήτηση κρίσης» των γονιών μου με την κυρία Fruh, την πρώτη μου δασκάλα, έγινε επειδή δεν κατάφερα να περάσω από το να τραβάω γραμμές στη μαύρη σχιστολιθική πλάκα στο «L» ως πρώτο γράμμα προς γραφή — όπως άλλωστε αργότερα δυσκολεύτηκα με τις περισσότερες αρχές στη ζωή. Από το συμμετρικά εκτεταμένο, χτισμένο στο ύφος της Gründerzeit σχολείο Pestalozzi στο Grombühl, ένας απότομος πεζόδρομος οδηγούσε στη γωνιακή πολυκατοικία της οδού Reiserstraße 2, όπου καμιά φορά δραπέτευα ώρες πριν από τη λήξη των μαθημάτων, όταν το μάθημα της γραφής μου γινόταν αφόρητο, για να μην αναφέρω καν τα μαθηματικά. Η τάση να εγκαταλείπω πρόωρα τον χώρο της διδασκαλίας για να επιστρέψω στο δωμάτιό μου διατηρήθηκε μέχρι το απολυτήριο, ακόμη κι αν οι ενήλικοι σύντομα συμφώνησαν στην άποψη ότι με επιμέλεια μπορούσα να αντισταθμίσω την έλλειψη ταλέντου και έτσι να καταφέρνω κάθε φορά την προαγωγή στην επόμενη τάξη. Καθώς αυτή η παιδαγωγική διάγνωση καθιερώθηκε ως αυτοαντίληψή μου, μέσω μιας αδιάκοπης υπεραντιστάθμισης έγινα ένας αξιόπιστος άριστος μαθητής και κακομάθαινα τόσο τους γονείς μου, ώστε τιμωρούσαν κάθε άλλη βαθμολογία με σιωπηλά μεσημεριανά γεύματα. Όχι μόνο σε τέτοιες μέρες, η διαρκής τους ανησυχία για μια ενδεχόμενη «χαλάρωση» —μια λέξη που αποφεύγω μέχρι σήμερα— διατηρούσε το κίνητρό μου ζωντανό. Σύντομα όμως άρχισα να αντιλαμβάνομαι τους καλούς βαθμούς και ως έναν τρόπο να υπερασπίζομαι την οικογενειακή τιμή, την οποία φαίνονταν να θέτουν σε κίνδυνο οι απουσίες του πατέρα μου από την εργασία στην κλινική. Από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου στο Würzburg, στην πραγματικότητα θυμάμαι με ευχαρίστηση μόνο τα παιχνίδια ιπποτών με τον Gerti Jäger, ένα κάπως μεγαλύτερο αγόρι, στα γειτονικά ερείπια, και τις επισκέψεις Αμερικανών πατέρων συμμαθητών μου στα διαλείμματα. Τον πατέρα του Gerti Jäger δεν τον γνώριζε κανείς στο Grombühl, γεγονός που πρέπει να οδήγησε τις περισσότερες οικογένειες να απαγορεύσουν στα παιδιά τους κάθε επαφή μαζί του. Η μητέρα μου όμως τον συμπαθούσε, του έδινε καμιά φορά σάντουιτς με ζαμπόν και τον είχε προετοιμάσει, ως τον «μεγαλύτερο ιππότη», να με προστατεύει στις απογευματινές μας «μάχες». Ακριβώς στην αρχή του διαλείμματος στις δέκα και μισή το πρωί, σταματούσαν καθημερινά μπροστά στο σχολείο αρκετά τζιπ στρατιωτικού χρώματος, και οι ένστολοι οδηγοί τους μοίραζαν κονσέρβες με σκόνη γάλακτος, μπουκάλια της Coca-Cola, που δάσκαλοι και γονείς θεωρούσαν επιβλαβή για την υγεία, και περιστασιακά και πακέτα τσίχλας. Παρότι οι γενναιόδωροι αυτοί «στρατιωτικοί πατέρες» δεν μπορούσαν να μιλήσουν γερμανικά, έκαναν αισθητή την ευχάριστη ζωή υπό την αμερικανική κατοχή με αυτή την ώθηση γλυκαντικών, απέναντι στην οποία κανείς δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί. Για την τρίτη τάξη του βαυαρικού σχολείου προβλεπόταν η πανηγυρική πρώτη θεία κοινωνία, για την οποία μας προετοίμαζαν δύο εβδομαδιαία μαθήματα με τον εφημέριο της πόλης Schober, με τη βαριά σωματική του διάπλαση, και την αδελφή Gertrud με την καλόγερου τύπου καλύπτρα της. Ακριβώς επειδή ο πατέρας μου εργαζόταν σε καθολικό νοσοκομείο, δεν έχανε ευκαιρία να επιδεικνύει τον αντικληρικαλισμό του, γεγονός που αρχικά με είχε απαλλάξει από την υποχρέωση, που ίσχυε για τους περισσότερους συμμαθητές, να πηγαίνω στην εκκλησία την Κυριακή το πρωί. Τώρα όμως η θεία λειτουργία είχε γίνει στοιχείο διδασκαλίας, και στο κυριακάτικο πρόγραμμα εντάχθηκαν επισκέψεις στη νεορομανική εκκλησία του Αγίου Αδαλβέρτου, η οποία δεν άρεσε στη μητέρα μου, παρότι είχε αποκτήσει εθνική φήμη ως σκηνικό της τελικής σκηνής γάμου σε μια ταινία με τον Heinz Rühmann και τη Marianne Koch. Ακόμη πριν από την πρώτη θεία κοινωνία έπρεπε να προηγηθεί η πρώτη εξομολόγηση, με βάση έναν «καθρέφτη εξομολόγησης», ο οποίος απαριθμούσε για καθεμία από τις Δέκα Εντολές έναν αριθμό σχετικών αμαρτημάτων. Μόνο τα αμαρτήματα για την έκτη εντολή («Δεν θα πράξεις ακαθαρσία») αφήνονταν στη φαντασία μας, γεγονός που με έκανε να φοβάμαι ότι μια εντολή χωρίς ομολογημένα αμαρτήματα θα μπορούσε να εκληφθεί στο τελετουργικό της εξομολόγησης ως σύμπτωμα «χαλάρωσης». Τι ακριβώς εννοούνταν με τον όρο «ακαθαρσία»; Πόνταρα σε ένα σωματικό μέρος άσχετο με το ζήτημα, και ο εφημέριος Schober αντέδρασε ανυπόμονα.
Την κατήχηση των παπαδοπαίδων, στην οποία θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω για να εμφανίζομαι μαζί με τον ιερέα στο ιερό της λειτουργίας, οι γονείς τη θεωρούσαν απόσπαση από τα σχολικά καθήκοντα και επέβαλαν αποκλειστική συγκέντρωση στο μυστήριο της Ευχαριστίας ως το «πραγματικό μυστήριο». Έτσι με απέκλεισαν και από την ποδοσφαιρική ομάδα των παπαδοπαίδων. Κατά την προετοιμασία για την Λευκή Κυριακή (η Κυριακή του Θωμά), στις 28 Απριλίου 1957, και για την πρώτη λήψη της Θείας Κοινωνίας, ο εφημέριος της πόλης και η αδελφή της ενορίας μάς είχαν δώσει σε όλους ακριβείς οδηγίες. Τα τραγούδια που προορίζονταν για τη λειτουργία έπρεπε να σημειωθούν εκ των προτέρων στο υμνολόγιο Ave Maria, η σειρά καθίσματος στα στασίδια της εκκλησίας έπρεπε —όπως και η παράταξη στο μάθημα της γυμναστικής— να καθορίζεται από το ύψος, και κυρίως δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να αγγίξουμε με τα δόντια μας την αγιασμένη όστια. Στην ερώτηση αν μπορούσαμε να φανταστούμε τη λήψη της όστιας ως την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής, η αδελφή Gertrud απάντησε με εκστασιασμένα μάτια ότι είναι «αδιανόητα ευτυχισμένη». Το βράδυ πριν από την τελετή, οι αφιχθέντες παππούδες, οι θείοι-μαραγκοί Franz και Hansi με τις συζύγους τους Margot και Magda και φυσικά και οι γονείς μου συζητούσαν στο σαλόνι πίνοντας ιδιαίτερα ξηρό φραγκονικό κρασί και τρώγοντας πολύχρωμα ορεκτικά, ενώ εγώ, ως πρωταγωνιστής του κυριακάτικου πρωινού, έπρεπε να πάω για ύπνο ακόμη νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Με αυτό επιδιωκόταν να αποφευχθεί και ο πειρασμός να παραβώ την «υποχρέωση νηστείας», που ίσχυε τότε για όλα τα παιδιά της Θείας Κοινωνίας από τα μεσάνυχτα και μετά. Μόνο το «σε άρτο μεταμορφωμένο σώμα του Κυρίου» έπρεπε να «κατοικεί» στο εσωτερικό του σώματός μας. Πριν πάω για ύπνο είχα δοκιμάσει το κοστούμι της Θείας Κοινωνίας, ραμμένο από τον ράφτη του πατέρα μου, του οποίου το σακάκι δεν ήταν, όπως των άλλων παιδιών, ένα μαύρο σακάκι, αλλά ένα «πρωτότυπο επάνω μέρος σε μορφή μπολερό» με μια υφασμάτινη αγκράφα ανάμεσα στα κουμπιά πάνω από την κοιλιά μου. Τελικά αποκοιμήθηκα με τις αναμνήσεις από το «πνευματοποιημένο» πρόσωπο της αδελφής της ενορίας — για να υποκύψω λίγες ώρες αργότερα σε έναν πειρασμό. Γύρω στη 1 τα ξημερώματα ξύπνησα, πήγα στο ψυγείο της κουζίνας και έφαγα με τα δάχτυλα αρκετές μπουκιές σαλάτας κρέατος από ένα κουτί. Ήδη στον δρόμο της επιστροφής στο δωμάτιό μου με διαπέρασε τρόμος στο στομάχι και στα άκρα. Η πιο αδιανόητα ευτυχισμένη στιγμή της ζωής δεν θα ερχόταν πλέον, και δεν μπορούσα να το εξομολογηθώ σε κανέναν. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας το επόμενο πρωί και ακόμη και στο επακόλουθο ραντεβού σε φωτογραφείο, όλη μου η δύναμη καταναλωνόταν στην προσπάθεια να σκηνοθετήσω ως ευτυχία αυτό που στην πραγματικότητα είχα χάσει με δική μου ευθύνη. Για μια στιγμή προσευχήθηκα στον Θεό να κατατάξει την αμαρτία ως «ελαφρά» και να μου χαρίσει, παρ’ όλα αυτά, την εγγύτητά του. Όμως η όστια πάνω στη γλώσσα δεν είχε διαφορετική γεύση από τα φύλλα ζύμης στα γλυκά του επιδορπίου, όσο κι αν προσπαθούσα να προσποιηθώ συγκίνηση μπροστά στους συγγενείς. Με αυτό το παιδικό επεισόδιο αμαρτίας, η θρησκεία εξαφανίστηκε από την ύπαρξή μου. Ως ίχνη της κατήχησης για τη Θεία Κοινωνία διατηρήθηκαν μόνο μια συμπάθεια προς την καθολική Εκκλησία και μια γοητεία για θεολογικές έννοιες στην ενήλικη ζωή. Δεν λαχτάρησα ποτέ ξανά άμεσες εμπειρίες του Θεού.
Οι προσδοκίες για τη μετάβαση από το δημοτικό σχολείο στο γυμνάσιο, στο οποίο τότε μπορούσε κανείς να εισαχθεί μόνο μέσω μιας φοβερής εισαγωγικής εξέτασης, αντιστοιχούσαν στην αυτοεικόνα ενός επιμελούς αλλά ελάχιστα ταλαντούχου δεκάχρονου. Ανάμεσα στα τρία σχολεία του Würzburg «που οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο», οι γονείς μου είχαν επιλέξει το Realgymnasium, επειδή το θεωρούσαν μια μέση λύση ανάμεσα στο Alten Gymnasium με τις δύο αρχαίες γλώσσες και στην Oberrealschule με τον προσανατολισμό της στις φυσικές επιστήμες, αλλά και επειδή ο φίλος τους Dr. Herbert Wilhelm δίδασκε εκεί —πάντα φορώντας μια λευκή εργαστηριακή ποδιά— μαθηματικά και φυσική. Υπό τον όρο της εχεμύθειας, ο «θείος Herbert» μάς ενημέρωσε την ίδια κιόλας μέρα ότι η εισαγωγική μου εξέταση είχε πάει καλύτερα από ό,τι θα μπορούσε να ελπίζει κανείς. Μόνο ένα λάθος στην υπαγόρευση γερμανικών —είχα γράψει το «Leipzig» με «b»—, κανένα λάθος στα αριθμητικά προβλήματα και «ένα καλό δύο» στην έκθεση, για τα κριτήρια αξιολόγησης της οποίας ο σύζυγος της θείας Reni συνήθιζε να κοροϊδεύει τους συναδέλφους του. Και στην αρχή τα πράγματα συνέχισαν να πηγαίνουν καλά στο Realgymnasium. Ώρα με την ώρα παρακολουθούσα με ένταση το μάθημα μαθηματικών του Dr. Wilhelm, που βασιζόταν περισσότερο σε ποικίλα «τρικ» παρά σε στοιχειώδη σκέψη, και έγραφα ικανοποιητικές εκθέσεις στα γερμανικά, αν και μια φορά πήρα τον βαθμό «καλώς», επειδή ο Dr. Eduard Eisenmeier θεώρησε ότι στο είδος της «χαρακτηρογραφίας» είχα συγχέει τον «σνομπ» με τον «καυχησιάρη». Πραγματικά ενδιαφέρον βρήκα μόνο —και μάλιστα απροσδόκητα— τα λατινικά ως πρώτη ξένη γλώσσα, τα οποία για τους γονείς μου ήταν «περιττά, αλλά δυστυχώς αναπόφευκτα στο Realgymnasium». Ο Dr. Kurt Fina, ο μυώδης καθηγητής λατινικών μας χωρίς αθλητικές κλίσεις, μιλούσε με μια τότε οικεία σουνητογερμανική προφορά και από την αρχή μας χώρισε σε δύο ιεραρχικά διαφορετικές ομάδες. «Στους αδύναμους» συνιστούσε το λεξικό Langenscheidt και «στους δυνατούς» το Λατινογερμανικό σχολικό λεξικό του Stowasser, ένα αντίτυπο του οποίου βρίσκεται ακόμη και σήμερα πρόχειρο πίσω από το γραφείο μου. Πάνω απ’ όλα, ο Dr. Fina ενδιαφερόταν για τη σύνδεση της εκμάθησης των λατινικών με το μάθημα της κοινωνικής αγωγής, για μια απάντηση στο ποτέ πλήρως καταπνιγμένο ερώτημα σχετικά με την πρακτική αξία της αρχαίας γλώσσας. Το Res Romanae, μια ανθολογία αποσπασμάτων από πρωτότυπα κείμενα, το χρησιμοποιούσε για να καταδείξει αμείλικτα τον ρόλο της ρωμαϊκής δημοκρατίας, με τη γλώσσα της, ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της δημοκρατικής μορφής του κράτους. Ο Fina βαθμολογούσε αμείλικτα, απαγόρευε στους μαθητές τα τότε νεοεμφανιζόμενα μπλε τζιν ως «αμερικάνικα παντελόνια» και διατηρούσε μια γενική υποψία αδυναμίας επίδοσης απέναντι σε γιους από υποτιθέμενα εύπορες οικογένειες. Με υπερηφάνεια μιλούσε για τη συμμετοχή του στη Χριστιανοκοινωνική Ένωση και δεν άφηνε να περάσει εβδομάδα χωρίς να αναφέρει την «τρομοκρατική κυριαρχία του Χίτλερ» ως αιτία για την «άξια απώλεια της σουδητογερμανικής μου πατρίδας». Ήταν πρόκληση να μεταφέρω τόσες νέες σκέψεις και κρίσεις σε συνδυασμό με τον εντελώς διαφορετικό ορίζοντα του παρελθόντος των γονιών μου, αλλά τελικά η φιλοδοξία τους, επικεντρωμένη στους βαθμούς μου, δεν μπορούσε να παρακάμψει τον Kurt Fina. Τον προσκαλούσαν μαζί με τη σύζυγό του Ortrun σε βραδιές μπροστά στην τηλεόραση, το νεότερο τότε σύμβολο κύρους, και αποδέχονταν προσκλήσεις ανταπόδοσης για προβολές διαφανειών με ναούς της αρχαίας Ελλάδας. Παρόλο που σε αυτή την επιτηδευμένη συμμαχία των ενηλίκων δεν υπήρχε χώρος για μένα, εκείνη την περίοδο για πρώτη φορά έστρεψα το βλέμμα μου σε έναν παρελθόντα κόσμο και άρχισα να σκέφτομαι τη σχέση του με το παρόν μου. Ο Dr. Fina με θεωρούσε επιμελή μαθητή που άξιζε «ένα καλό δύο» (σχεδόν άριστα) στα λατινικά και ακόμη και «ένα άριστα» στην κοινωνική αγωγή. Λίγα χρόνια μετά τον διορισμό του σε έδρα παιδαγωγικής της ιστορίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Eichstätt πέθανε. Ως νεαρός συνάδελφος τον είχα επισκεφθεί άλλη μια φορά, για να τον ευχαριστήσω δειλά για το Res Romanae. Οι γονείς μου παρέμειναν στη γνώμη ότι δεν άξιζε σε καμία περίπτωση πανεπιστημιακή έδρα.
Περισσότερο από το παρελθόν, τους ενδιέφεραν λύσεις σε κάθε λογής πρακτικά προβλήματα, στα οποία, προς έκπληξη, συγκαταλεγόταν και το μικρό μου όνομα. Δεδομένου ότι στα μέσα του 20ού αιώνα δεν υπήρχε ακόμη η τάση προς την πρωτοτυπία στην επιλογή ονομάτων, το πρώτο μου όνομα πρέπει να προέκυψε χωρίς συζητήσεις από τον παππού Hans Bender και τον πατέρα Hanns Heinz Gumbrecht. Πώς προέκυψε το «Ulrich» ως δεύτερο όνομα παρέμεινε για μένα μυστήριο, παρά τις περιστασιακές νύξεις του πατέρα μου για έναν παλαιό εραστή της συζύγου του. Εφόσον αυτό το δεύτερο όνομα δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην οικογένεια, το «Hans» μόνο του —δίπλα σε έναν παππού, έναν πατέρα και έναν θείο-μαραγκό με το ίδιο όνομα— δεν μπορούσε να επιτελέσει τον ρόλο της ταυτοποίησής μου. Γι’ αυτό και μια σειρά από άλλα ονόματα με συνόδευσαν στην παιδική ηλικία, όπως το «Bubi» ή το «Hüg», μια παραλλαγή που επινόησαν οι συγγενείς από το Würzburg από τα αρχικά των τριών μου ονομάτων, ενώ ο δάσκαλός μου στη δεύτερη τάξη του δημοτικού κατέληξε στο «Uli».
Γύρω στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα έναν ενθουσιασμό για τις κούκλες χειρός, και ένα παιχνίδι ανάμεσα στον αρλεκινικό «Kasperle» πάνω στο χέρι του πατέρα μου και στον «Seppl» με δερμάτινα παντελόνια πάνω στο δικό μου έγινε ένα καθημερινό υποκατάστατο συζήτησης, που μάλλον απορροφούσε προεφηβικές εκρήξεις ενέργειας. Ως «Seppl» μπορούσα να πω στον «καραγκιοζίζοντα» πατέρα μου ότι οι σχολικοί βαθμοί δεν ήταν τόσο σημαντικοί όσο τα δερμάτινα παντελόνια, η μπίρα, το ποδόσφαιρο και ό,τι άλλο μου ερχόταν στο μυαλό. Επιπλέον, το αναμφισβήτητα βαυαρικό αυτό όνομα ταίριαζε με έναν περιφερειακό πατριωτισμό που είχε καλλιεργηθεί στο μάθημα της «τοπικής ιστορίας» και δεν ικανοποιούνταν πλήρως από τη γεωγραφική θέση του Würzburg. Για όλους αυτούς τους λόγους, το «Sepp» πρέπει να έγινε το όνομά μου μέσα στην οικογένεια, αλλά αργότερα και ένα φωνητικά εύκολο όνομα μεταξύ φίλων και συναδέλφων σε διάφορες χώρες. Ως φοιτητής με επαναστατικές τάσεις, είχα αποδώσει στο «Sepp», που από παρατσούκλι είχε γίνει κανονικό όνομα, προλεταριακές υπόνοιες-συνάφειες, αλλά συνάντησα επίσης —πολύ αργά για οποιαδήποτε υπαναχώρηση— την ιστορική λεπτομέρεια ότι πρώιμα μέλη του κόμματος που ίδρυσε ο Adolf Hitler στο Μόναχο αντικαθιστούσαν πρόθυμα το βαπτιστικό τους «Joseph» με το «Sepp». Ίσως αυτή η ποικιλία πιθανών συνδηλώσεων να καθιστά το «Sepp» ένα κατάλληλο όνομα για έναν αναξιόπιστο αφηγητή. Το «Sepp» λειτουργεί σαν passepartout και σαν μια υπόσχεση χωρίς σαφή περιγράμματα.
Σε μία από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, ένας άλλος Hans με δεύτερο όνομα από την οικογένεια του Würzburg είχε καταλάβει όλη μου την επιθυμία για ταύτιση και μίμηση προσωπικών προτιμήσεων. Ο Hans Heiner είχε γεννηθεί τέσσερα χρόνια πριν από μένα, ως μοναχογιός του θείου-μαραγκού Franz, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί στο Ανατολικό Μέτωπο από τον Κόκκινο Στρατό. Συνέχισε την Oberrealschule με σπουδές χημείας, που τον οδήγησαν σε θέση προϊσταμένου τμήματος στη BASF. Στην αρχή της φιλίας μας, ωστόσο, ο Hans Heiner ήθελε πάνω απ’ όλα να ξεχωρίσει ως σκληροτράχηλος κωπηλάτης, κάτι που έπεισε τους γονείς μου ότι εκδρομές με κανό μαζί του μπορούσαν να συμβάλουν στη διαπαιδαγώγησή μου. Ταυτόχρονα, ο Hans Heiner ήταν ενθουσιασμένος με τους σύγχρονους συγγραφείς που διδάσκονταν στο μάθημα των γερμανικών, ιδίως με τον Heinrich Böll και τον Gerd Gaiser, του οποίου το εθνικοσοσιαλιστικό παρελθόν ελάχιστοι δάσκαλοι θεωρούσαν τότε άξιο αναφοράς. Μέσα από τίτλους όπως το Billard um halb zehn του Böll ή το Gib acht in Domokosch του Gaiser, η αναγνωστική του χαρά λειτούργησε τόσο μεταδοτικά πάνω μου, ώστε ζήτησα από τον πατέρα μου να μου επιτρέπει να ξοδεύω κάθε μήνα 25 μάρκα στο πανεπιστημιακό βιβλιοπωλείο Schöningh.
Παρόλο που ήδη τότε σπάνια ολοκλήρωνα ένα βιβλίο, απολάμβανα στο Realgymnasium τον, κατά κάποιον τρόπο υπερβολικό αλλά επιβεβαιωμένο από ορισμένους καθηγητές, ρόλο του λάτρη της λογοτεχνίας. Σε αυτόν ανήκε και η προσδοκία ότι θα μπορούσα να διατυπώσω άποψη για το Die Blechtrommel του Günter Grass, που εκδόθηκε το 1959. Και σε αυτή τη μία περίπτωση, η δύναμη της μυθοπλασίας υπερίσχυσε πράγματι του αυτάρεσκου παιχνιδιού ρόλου μου, με τη μοναδική οπτική από την οποία ανακαλούσε το γερμανικό παρελθόν. Στα βλέμματα των θυμάτων της περιόδου μετά το 1933 είχαμε στο μεταξύ συνηθίσει, όμως η επινόηση του Oskar, του μικρόσωμου τυμπανιστή, προσέδωσε στις αφηγήσεις για τα ναζιστικά εγκλήματα στο Τενεκεδένιο ταμπούρλο μια πιο συγκλονιστική αμεσότητα, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί ούτε να ξεπεραστεί. Πώς θα μπορούσα εγώ, ως μεταγενέστερος κληρονόμος αυτής της ιστορίας, να ζήσω;
Συνεχίζεται
Εκδόσεις Suhrkamp, 2026
Η ζωή σε ημί-απόσταση
Würzburg – πατρίδα των παρηγορητικών βραβείων
Ως πρώτη δική μου σίγουρη ανάμνηση έχω κρατήσει στη μνήμη μου το «Θαύμα της Βέρνης», που συνέβη στις 4 Ιουλίου 1954 και μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο. Στο σαλόνι μας, στον πρώτο όροφο της οδού Reiserstraße 2, είχαν στριμωχτεί γύρω από το ραδιόφωνο —που είχε αγοραστεί μόλις για τον προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου— και το πράσινο «μαγικό μάτι» του, καμιά δεκαριά γνωστοί των γονιών μου, κρατώντας ποτήρια κρασί ή μπίρας στα χέρια τους, και παρακολουθούσαν τη μέχρι σήμερα περίφημη μετάδοση του Herbert Zimmermann. Η απήχηση της νίκης της γερμανικής εθνικής ομάδας επί της Ουγγαρίας, που ανέτρεψε όλες τις προβλέψεις με το γκολ του δεξιού εξτρέμ Helmut Rahn από το Έσσεν για το 3:2, πέρασε στην ιστορία ως το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου. Ωστόσο, έπειτα από αρκετές ημέρες εκκεντρικών εγκωμίων του πατέρα μου για «τους Ούγγρους με τις κόκκινες φανέλες τους» και μετά το γρήγορο προβάδισμά τους με 2:0, ήμουν μάλλον ταραγμένος από την εξέλιξη του αγώνα και από τον ενθουσιασμό που ξέσπασε με το τελικό σφύριγμα. Είχα ευχηθεί το παγκόσμιο πρωτάθλημα στην ομάδα του, όπως μου φαινόταν, περιπετειώδους στην όψη Ferenc Puskás. Αν και οι ήχοι του εθνικού ύμνου, που άκουγα για πρώτη φορά και στα απαγορευμένα λόγια του οποίου «Deutschland, Deutschland über alles» συντάχθηκαν οι ενήλικοι, λειτούργησαν σαν μια απρόσμενη παρηγοριά, χρειάστηκε χρόνος μέχρι τα συναισθήματά μου να συμμεριστούν την εκρηκτική ευφορία. Μόνο το επόμενο πρωί χάρηκα πραγματικά που «εμείς» είχαμε κερδίσει και ότι «ήμασταν πάλι κάποιοι», χωρίς να ξέρω τι μας έλειπε πριν. Ο πατέρας επέμενε στην εκτίμησή του ότι ο αρχηγός της εθνικής ομάδας Fritz Walter ήταν «το πολύ ένας μέτριος παίκτης» και τον αποκαλούσε μάλιστα καμιά φορά «καταθλιπτικό». Έναν χρόνο αργότερα διάβασα ως πρώτο βιβλίο στη ζωή μου το Fritz Walters Spiele, die ich nie vergesse —και έμελλε να είναι ένα από τα λίγα βιβλία στα οποία δεν προσπέρασα ούτε μία σελίδα. Στην πραγματικότητα είχα ζητήσει για τα γενέθλιά μου το πιο γνωστό βιβλίο του Fritz Walter, 3:2, με την αφήγηση του νικηφόρου τελικού, αλλά οι ιδιαίτερες επιθυμίες μου σπάνια εκπληρώνονταν. Στα «αξέχαστα» παιχνίδια περιλαμβάνονταν νίκες της εθνικής ομάδας στην αρχή του πολέμου στη Ρουμανία ή απέναντι στην Ελβετία μετά το τέλος του πολέμου, καθώς και τα δύο πρώτα γερμανικά πρωταθλήματα της 1. FC Kaiserslautern, για την οποία είχε αγωνιστεί σε όλη του τη σταδιοδρομία. Μόνο η στιγμή του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 είχε παραλειφθεί για εκδοτικούς λόγους, και μπόρεσα να τη διαβάσω τυπωμένη μόνο όταν ο καταστηματάρχης ενός γειτονικού παντοπωλείου, καταγόμενος από τη Βιέννη, μου χάρισε την αυτοβιογραφία του Ernst Ocwirk, αρχηγού της αυστριακής εθνικής ομάδας, που είχε εκδοθεί με τον τίτλο Weltbummel. Vom Ballschani zum Kapitän des Kontinent-Teams. Η ομάδα αυτή είχε υποστεί στον ημιτελικό του 1954 μια ντροπιαστική ήττα με 1:6 από τη Γερμανία, κι όμως ο Ocwirk μου ήταν πολύ πιο συμπαθής από τον Fritz Walter, ώστε όταν έπαιζα μπάλα με φίλους ήθελα πάντα να είμαι σαν κι αυτόν, δηλαδή αριστεροπόδαρος και Αυστριακός. Αυτό το όνειρο ήταν ασυμβίβαστο με το ιδιαίτερα αδέξιο αριστερό μου πόδι και με το υπέρβαρο σώμα μου. Τα κόρνερ τα εκτελούσα συνήθως πίσω από την εστία, τα πέναλτι μάλλον δίπλα από το τέρμα, και ποτέ δεν έγινα πραγματικός οπαδός της γερμανικής εθνικής ομάδας. Η πιθανότητα να παίξω στους «Β-μαθητές» της Würzburger Kickers αποκλείστηκε όχι μόνο από την ακραία έλλειψη ταλέντου, αλλά πιθανότατα και από μια απόφαση των γονιών μου, για την οποία δεν μιλούσαν. Από περίπλοκες διαδρομές φαίνεται πως από όλα αυτά τα ερεθίσματα και τις απογοητεύσεις γύρω από το ποδόσφαιρο προέκυψε μια ισόβια αφοσίωση στη Borussia Dortmund, αν και ο παππούς μου δεν με πήρε ποτέ στο στάδιο «Rote Erde». Κάτι έλειπε πάντα για τους ρόλους που ήθελα να παίξω.
Το καλοκαίρι του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 συνέπεσε με τους τελευταίους μήνες πριν από την έναρξη της φοίτησής μου στο σχολείο, με την οποία έληξαν οι μέρες του μοναχικού παιχνιδιού στο σπίτι. Η ήδη αναφερθείσα «συζήτηση κρίσης» των γονιών μου με την κυρία Fruh, την πρώτη μου δασκάλα, έγινε επειδή δεν κατάφερα να περάσω από το να τραβάω γραμμές στη μαύρη σχιστολιθική πλάκα στο «L» ως πρώτο γράμμα προς γραφή — όπως άλλωστε αργότερα δυσκολεύτηκα με τις περισσότερες αρχές στη ζωή. Από το συμμετρικά εκτεταμένο, χτισμένο στο ύφος της Gründerzeit σχολείο Pestalozzi στο Grombühl, ένας απότομος πεζόδρομος οδηγούσε στη γωνιακή πολυκατοικία της οδού Reiserstraße 2, όπου καμιά φορά δραπέτευα ώρες πριν από τη λήξη των μαθημάτων, όταν το μάθημα της γραφής μου γινόταν αφόρητο, για να μην αναφέρω καν τα μαθηματικά. Η τάση να εγκαταλείπω πρόωρα τον χώρο της διδασκαλίας για να επιστρέψω στο δωμάτιό μου διατηρήθηκε μέχρι το απολυτήριο, ακόμη κι αν οι ενήλικοι σύντομα συμφώνησαν στην άποψη ότι με επιμέλεια μπορούσα να αντισταθμίσω την έλλειψη ταλέντου και έτσι να καταφέρνω κάθε φορά την προαγωγή στην επόμενη τάξη. Καθώς αυτή η παιδαγωγική διάγνωση καθιερώθηκε ως αυτοαντίληψή μου, μέσω μιας αδιάκοπης υπεραντιστάθμισης έγινα ένας αξιόπιστος άριστος μαθητής και κακομάθαινα τόσο τους γονείς μου, ώστε τιμωρούσαν κάθε άλλη βαθμολογία με σιωπηλά μεσημεριανά γεύματα. Όχι μόνο σε τέτοιες μέρες, η διαρκής τους ανησυχία για μια ενδεχόμενη «χαλάρωση» —μια λέξη που αποφεύγω μέχρι σήμερα— διατηρούσε το κίνητρό μου ζωντανό. Σύντομα όμως άρχισα να αντιλαμβάνομαι τους καλούς βαθμούς και ως έναν τρόπο να υπερασπίζομαι την οικογενειακή τιμή, την οποία φαίνονταν να θέτουν σε κίνδυνο οι απουσίες του πατέρα μου από την εργασία στην κλινική. Από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου στο Würzburg, στην πραγματικότητα θυμάμαι με ευχαρίστηση μόνο τα παιχνίδια ιπποτών με τον Gerti Jäger, ένα κάπως μεγαλύτερο αγόρι, στα γειτονικά ερείπια, και τις επισκέψεις Αμερικανών πατέρων συμμαθητών μου στα διαλείμματα. Τον πατέρα του Gerti Jäger δεν τον γνώριζε κανείς στο Grombühl, γεγονός που πρέπει να οδήγησε τις περισσότερες οικογένειες να απαγορεύσουν στα παιδιά τους κάθε επαφή μαζί του. Η μητέρα μου όμως τον συμπαθούσε, του έδινε καμιά φορά σάντουιτς με ζαμπόν και τον είχε προετοιμάσει, ως τον «μεγαλύτερο ιππότη», να με προστατεύει στις απογευματινές μας «μάχες». Ακριβώς στην αρχή του διαλείμματος στις δέκα και μισή το πρωί, σταματούσαν καθημερινά μπροστά στο σχολείο αρκετά τζιπ στρατιωτικού χρώματος, και οι ένστολοι οδηγοί τους μοίραζαν κονσέρβες με σκόνη γάλακτος, μπουκάλια της Coca-Cola, που δάσκαλοι και γονείς θεωρούσαν επιβλαβή για την υγεία, και περιστασιακά και πακέτα τσίχλας. Παρότι οι γενναιόδωροι αυτοί «στρατιωτικοί πατέρες» δεν μπορούσαν να μιλήσουν γερμανικά, έκαναν αισθητή την ευχάριστη ζωή υπό την αμερικανική κατοχή με αυτή την ώθηση γλυκαντικών, απέναντι στην οποία κανείς δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί. Για την τρίτη τάξη του βαυαρικού σχολείου προβλεπόταν η πανηγυρική πρώτη θεία κοινωνία, για την οποία μας προετοίμαζαν δύο εβδομαδιαία μαθήματα με τον εφημέριο της πόλης Schober, με τη βαριά σωματική του διάπλαση, και την αδελφή Gertrud με την καλόγερου τύπου καλύπτρα της. Ακριβώς επειδή ο πατέρας μου εργαζόταν σε καθολικό νοσοκομείο, δεν έχανε ευκαιρία να επιδεικνύει τον αντικληρικαλισμό του, γεγονός που αρχικά με είχε απαλλάξει από την υποχρέωση, που ίσχυε για τους περισσότερους συμμαθητές, να πηγαίνω στην εκκλησία την Κυριακή το πρωί. Τώρα όμως η θεία λειτουργία είχε γίνει στοιχείο διδασκαλίας, και στο κυριακάτικο πρόγραμμα εντάχθηκαν επισκέψεις στη νεορομανική εκκλησία του Αγίου Αδαλβέρτου, η οποία δεν άρεσε στη μητέρα μου, παρότι είχε αποκτήσει εθνική φήμη ως σκηνικό της τελικής σκηνής γάμου σε μια ταινία με τον Heinz Rühmann και τη Marianne Koch. Ακόμη πριν από την πρώτη θεία κοινωνία έπρεπε να προηγηθεί η πρώτη εξομολόγηση, με βάση έναν «καθρέφτη εξομολόγησης», ο οποίος απαριθμούσε για καθεμία από τις Δέκα Εντολές έναν αριθμό σχετικών αμαρτημάτων. Μόνο τα αμαρτήματα για την έκτη εντολή («Δεν θα πράξεις ακαθαρσία») αφήνονταν στη φαντασία μας, γεγονός που με έκανε να φοβάμαι ότι μια εντολή χωρίς ομολογημένα αμαρτήματα θα μπορούσε να εκληφθεί στο τελετουργικό της εξομολόγησης ως σύμπτωμα «χαλάρωσης». Τι ακριβώς εννοούνταν με τον όρο «ακαθαρσία»; Πόνταρα σε ένα σωματικό μέρος άσχετο με το ζήτημα, και ο εφημέριος Schober αντέδρασε ανυπόμονα.
Την κατήχηση των παπαδοπαίδων, στην οποία θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω για να εμφανίζομαι μαζί με τον ιερέα στο ιερό της λειτουργίας, οι γονείς τη θεωρούσαν απόσπαση από τα σχολικά καθήκοντα και επέβαλαν αποκλειστική συγκέντρωση στο μυστήριο της Ευχαριστίας ως το «πραγματικό μυστήριο». Έτσι με απέκλεισαν και από την ποδοσφαιρική ομάδα των παπαδοπαίδων. Κατά την προετοιμασία για την Λευκή Κυριακή (η Κυριακή του Θωμά), στις 28 Απριλίου 1957, και για την πρώτη λήψη της Θείας Κοινωνίας, ο εφημέριος της πόλης και η αδελφή της ενορίας μάς είχαν δώσει σε όλους ακριβείς οδηγίες. Τα τραγούδια που προορίζονταν για τη λειτουργία έπρεπε να σημειωθούν εκ των προτέρων στο υμνολόγιο Ave Maria, η σειρά καθίσματος στα στασίδια της εκκλησίας έπρεπε —όπως και η παράταξη στο μάθημα της γυμναστικής— να καθορίζεται από το ύψος, και κυρίως δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να αγγίξουμε με τα δόντια μας την αγιασμένη όστια. Στην ερώτηση αν μπορούσαμε να φανταστούμε τη λήψη της όστιας ως την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής, η αδελφή Gertrud απάντησε με εκστασιασμένα μάτια ότι είναι «αδιανόητα ευτυχισμένη». Το βράδυ πριν από την τελετή, οι αφιχθέντες παππούδες, οι θείοι-μαραγκοί Franz και Hansi με τις συζύγους τους Margot και Magda και φυσικά και οι γονείς μου συζητούσαν στο σαλόνι πίνοντας ιδιαίτερα ξηρό φραγκονικό κρασί και τρώγοντας πολύχρωμα ορεκτικά, ενώ εγώ, ως πρωταγωνιστής του κυριακάτικου πρωινού, έπρεπε να πάω για ύπνο ακόμη νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Με αυτό επιδιωκόταν να αποφευχθεί και ο πειρασμός να παραβώ την «υποχρέωση νηστείας», που ίσχυε τότε για όλα τα παιδιά της Θείας Κοινωνίας από τα μεσάνυχτα και μετά. Μόνο το «σε άρτο μεταμορφωμένο σώμα του Κυρίου» έπρεπε να «κατοικεί» στο εσωτερικό του σώματός μας. Πριν πάω για ύπνο είχα δοκιμάσει το κοστούμι της Θείας Κοινωνίας, ραμμένο από τον ράφτη του πατέρα μου, του οποίου το σακάκι δεν ήταν, όπως των άλλων παιδιών, ένα μαύρο σακάκι, αλλά ένα «πρωτότυπο επάνω μέρος σε μορφή μπολερό» με μια υφασμάτινη αγκράφα ανάμεσα στα κουμπιά πάνω από την κοιλιά μου. Τελικά αποκοιμήθηκα με τις αναμνήσεις από το «πνευματοποιημένο» πρόσωπο της αδελφής της ενορίας — για να υποκύψω λίγες ώρες αργότερα σε έναν πειρασμό. Γύρω στη 1 τα ξημερώματα ξύπνησα, πήγα στο ψυγείο της κουζίνας και έφαγα με τα δάχτυλα αρκετές μπουκιές σαλάτας κρέατος από ένα κουτί. Ήδη στον δρόμο της επιστροφής στο δωμάτιό μου με διαπέρασε τρόμος στο στομάχι και στα άκρα. Η πιο αδιανόητα ευτυχισμένη στιγμή της ζωής δεν θα ερχόταν πλέον, και δεν μπορούσα να το εξομολογηθώ σε κανέναν. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας το επόμενο πρωί και ακόμη και στο επακόλουθο ραντεβού σε φωτογραφείο, όλη μου η δύναμη καταναλωνόταν στην προσπάθεια να σκηνοθετήσω ως ευτυχία αυτό που στην πραγματικότητα είχα χάσει με δική μου ευθύνη. Για μια στιγμή προσευχήθηκα στον Θεό να κατατάξει την αμαρτία ως «ελαφρά» και να μου χαρίσει, παρ’ όλα αυτά, την εγγύτητά του. Όμως η όστια πάνω στη γλώσσα δεν είχε διαφορετική γεύση από τα φύλλα ζύμης στα γλυκά του επιδορπίου, όσο κι αν προσπαθούσα να προσποιηθώ συγκίνηση μπροστά στους συγγενείς. Με αυτό το παιδικό επεισόδιο αμαρτίας, η θρησκεία εξαφανίστηκε από την ύπαρξή μου. Ως ίχνη της κατήχησης για τη Θεία Κοινωνία διατηρήθηκαν μόνο μια συμπάθεια προς την καθολική Εκκλησία και μια γοητεία για θεολογικές έννοιες στην ενήλικη ζωή. Δεν λαχτάρησα ποτέ ξανά άμεσες εμπειρίες του Θεού.
Οι προσδοκίες για τη μετάβαση από το δημοτικό σχολείο στο γυμνάσιο, στο οποίο τότε μπορούσε κανείς να εισαχθεί μόνο μέσω μιας φοβερής εισαγωγικής εξέτασης, αντιστοιχούσαν στην αυτοεικόνα ενός επιμελούς αλλά ελάχιστα ταλαντούχου δεκάχρονου. Ανάμεσα στα τρία σχολεία του Würzburg «που οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο», οι γονείς μου είχαν επιλέξει το Realgymnasium, επειδή το θεωρούσαν μια μέση λύση ανάμεσα στο Alten Gymnasium με τις δύο αρχαίες γλώσσες και στην Oberrealschule με τον προσανατολισμό της στις φυσικές επιστήμες, αλλά και επειδή ο φίλος τους Dr. Herbert Wilhelm δίδασκε εκεί —πάντα φορώντας μια λευκή εργαστηριακή ποδιά— μαθηματικά και φυσική. Υπό τον όρο της εχεμύθειας, ο «θείος Herbert» μάς ενημέρωσε την ίδια κιόλας μέρα ότι η εισαγωγική μου εξέταση είχε πάει καλύτερα από ό,τι θα μπορούσε να ελπίζει κανείς. Μόνο ένα λάθος στην υπαγόρευση γερμανικών —είχα γράψει το «Leipzig» με «b»—, κανένα λάθος στα αριθμητικά προβλήματα και «ένα καλό δύο» στην έκθεση, για τα κριτήρια αξιολόγησης της οποίας ο σύζυγος της θείας Reni συνήθιζε να κοροϊδεύει τους συναδέλφους του. Και στην αρχή τα πράγματα συνέχισαν να πηγαίνουν καλά στο Realgymnasium. Ώρα με την ώρα παρακολουθούσα με ένταση το μάθημα μαθηματικών του Dr. Wilhelm, που βασιζόταν περισσότερο σε ποικίλα «τρικ» παρά σε στοιχειώδη σκέψη, και έγραφα ικανοποιητικές εκθέσεις στα γερμανικά, αν και μια φορά πήρα τον βαθμό «καλώς», επειδή ο Dr. Eduard Eisenmeier θεώρησε ότι στο είδος της «χαρακτηρογραφίας» είχα συγχέει τον «σνομπ» με τον «καυχησιάρη». Πραγματικά ενδιαφέρον βρήκα μόνο —και μάλιστα απροσδόκητα— τα λατινικά ως πρώτη ξένη γλώσσα, τα οποία για τους γονείς μου ήταν «περιττά, αλλά δυστυχώς αναπόφευκτα στο Realgymnasium». Ο Dr. Kurt Fina, ο μυώδης καθηγητής λατινικών μας χωρίς αθλητικές κλίσεις, μιλούσε με μια τότε οικεία σουνητογερμανική προφορά και από την αρχή μας χώρισε σε δύο ιεραρχικά διαφορετικές ομάδες. «Στους αδύναμους» συνιστούσε το λεξικό Langenscheidt και «στους δυνατούς» το Λατινογερμανικό σχολικό λεξικό του Stowasser, ένα αντίτυπο του οποίου βρίσκεται ακόμη και σήμερα πρόχειρο πίσω από το γραφείο μου. Πάνω απ’ όλα, ο Dr. Fina ενδιαφερόταν για τη σύνδεση της εκμάθησης των λατινικών με το μάθημα της κοινωνικής αγωγής, για μια απάντηση στο ποτέ πλήρως καταπνιγμένο ερώτημα σχετικά με την πρακτική αξία της αρχαίας γλώσσας. Το Res Romanae, μια ανθολογία αποσπασμάτων από πρωτότυπα κείμενα, το χρησιμοποιούσε για να καταδείξει αμείλικτα τον ρόλο της ρωμαϊκής δημοκρατίας, με τη γλώσσα της, ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της δημοκρατικής μορφής του κράτους. Ο Fina βαθμολογούσε αμείλικτα, απαγόρευε στους μαθητές τα τότε νεοεμφανιζόμενα μπλε τζιν ως «αμερικάνικα παντελόνια» και διατηρούσε μια γενική υποψία αδυναμίας επίδοσης απέναντι σε γιους από υποτιθέμενα εύπορες οικογένειες. Με υπερηφάνεια μιλούσε για τη συμμετοχή του στη Χριστιανοκοινωνική Ένωση και δεν άφηνε να περάσει εβδομάδα χωρίς να αναφέρει την «τρομοκρατική κυριαρχία του Χίτλερ» ως αιτία για την «άξια απώλεια της σουδητογερμανικής μου πατρίδας». Ήταν πρόκληση να μεταφέρω τόσες νέες σκέψεις και κρίσεις σε συνδυασμό με τον εντελώς διαφορετικό ορίζοντα του παρελθόντος των γονιών μου, αλλά τελικά η φιλοδοξία τους, επικεντρωμένη στους βαθμούς μου, δεν μπορούσε να παρακάμψει τον Kurt Fina. Τον προσκαλούσαν μαζί με τη σύζυγό του Ortrun σε βραδιές μπροστά στην τηλεόραση, το νεότερο τότε σύμβολο κύρους, και αποδέχονταν προσκλήσεις ανταπόδοσης για προβολές διαφανειών με ναούς της αρχαίας Ελλάδας. Παρόλο που σε αυτή την επιτηδευμένη συμμαχία των ενηλίκων δεν υπήρχε χώρος για μένα, εκείνη την περίοδο για πρώτη φορά έστρεψα το βλέμμα μου σε έναν παρελθόντα κόσμο και άρχισα να σκέφτομαι τη σχέση του με το παρόν μου. Ο Dr. Fina με θεωρούσε επιμελή μαθητή που άξιζε «ένα καλό δύο» (σχεδόν άριστα) στα λατινικά και ακόμη και «ένα άριστα» στην κοινωνική αγωγή. Λίγα χρόνια μετά τον διορισμό του σε έδρα παιδαγωγικής της ιστορίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Eichstätt πέθανε. Ως νεαρός συνάδελφος τον είχα επισκεφθεί άλλη μια φορά, για να τον ευχαριστήσω δειλά για το Res Romanae. Οι γονείς μου παρέμειναν στη γνώμη ότι δεν άξιζε σε καμία περίπτωση πανεπιστημιακή έδρα.
Περισσότερο από το παρελθόν, τους ενδιέφεραν λύσεις σε κάθε λογής πρακτικά προβλήματα, στα οποία, προς έκπληξη, συγκαταλεγόταν και το μικρό μου όνομα. Δεδομένου ότι στα μέσα του 20ού αιώνα δεν υπήρχε ακόμη η τάση προς την πρωτοτυπία στην επιλογή ονομάτων, το πρώτο μου όνομα πρέπει να προέκυψε χωρίς συζητήσεις από τον παππού Hans Bender και τον πατέρα Hanns Heinz Gumbrecht. Πώς προέκυψε το «Ulrich» ως δεύτερο όνομα παρέμεινε για μένα μυστήριο, παρά τις περιστασιακές νύξεις του πατέρα μου για έναν παλαιό εραστή της συζύγου του. Εφόσον αυτό το δεύτερο όνομα δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην οικογένεια, το «Hans» μόνο του —δίπλα σε έναν παππού, έναν πατέρα και έναν θείο-μαραγκό με το ίδιο όνομα— δεν μπορούσε να επιτελέσει τον ρόλο της ταυτοποίησής μου. Γι’ αυτό και μια σειρά από άλλα ονόματα με συνόδευσαν στην παιδική ηλικία, όπως το «Bubi» ή το «Hüg», μια παραλλαγή που επινόησαν οι συγγενείς από το Würzburg από τα αρχικά των τριών μου ονομάτων, ενώ ο δάσκαλός μου στη δεύτερη τάξη του δημοτικού κατέληξε στο «Uli».
Γύρω στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα έναν ενθουσιασμό για τις κούκλες χειρός, και ένα παιχνίδι ανάμεσα στον αρλεκινικό «Kasperle» πάνω στο χέρι του πατέρα μου και στον «Seppl» με δερμάτινα παντελόνια πάνω στο δικό μου έγινε ένα καθημερινό υποκατάστατο συζήτησης, που μάλλον απορροφούσε προεφηβικές εκρήξεις ενέργειας. Ως «Seppl» μπορούσα να πω στον «καραγκιοζίζοντα» πατέρα μου ότι οι σχολικοί βαθμοί δεν ήταν τόσο σημαντικοί όσο τα δερμάτινα παντελόνια, η μπίρα, το ποδόσφαιρο και ό,τι άλλο μου ερχόταν στο μυαλό. Επιπλέον, το αναμφισβήτητα βαυαρικό αυτό όνομα ταίριαζε με έναν περιφερειακό πατριωτισμό που είχε καλλιεργηθεί στο μάθημα της «τοπικής ιστορίας» και δεν ικανοποιούνταν πλήρως από τη γεωγραφική θέση του Würzburg. Για όλους αυτούς τους λόγους, το «Sepp» πρέπει να έγινε το όνομά μου μέσα στην οικογένεια, αλλά αργότερα και ένα φωνητικά εύκολο όνομα μεταξύ φίλων και συναδέλφων σε διάφορες χώρες. Ως φοιτητής με επαναστατικές τάσεις, είχα αποδώσει στο «Sepp», που από παρατσούκλι είχε γίνει κανονικό όνομα, προλεταριακές υπόνοιες-συνάφειες, αλλά συνάντησα επίσης —πολύ αργά για οποιαδήποτε υπαναχώρηση— την ιστορική λεπτομέρεια ότι πρώιμα μέλη του κόμματος που ίδρυσε ο Adolf Hitler στο Μόναχο αντικαθιστούσαν πρόθυμα το βαπτιστικό τους «Joseph» με το «Sepp». Ίσως αυτή η ποικιλία πιθανών συνδηλώσεων να καθιστά το «Sepp» ένα κατάλληλο όνομα για έναν αναξιόπιστο αφηγητή. Το «Sepp» λειτουργεί σαν passepartout και σαν μια υπόσχεση χωρίς σαφή περιγράμματα.
Σε μία από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, ένας άλλος Hans με δεύτερο όνομα από την οικογένεια του Würzburg είχε καταλάβει όλη μου την επιθυμία για ταύτιση και μίμηση προσωπικών προτιμήσεων. Ο Hans Heiner είχε γεννηθεί τέσσερα χρόνια πριν από μένα, ως μοναχογιός του θείου-μαραγκού Franz, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί στο Ανατολικό Μέτωπο από τον Κόκκινο Στρατό. Συνέχισε την Oberrealschule με σπουδές χημείας, που τον οδήγησαν σε θέση προϊσταμένου τμήματος στη BASF. Στην αρχή της φιλίας μας, ωστόσο, ο Hans Heiner ήθελε πάνω απ’ όλα να ξεχωρίσει ως σκληροτράχηλος κωπηλάτης, κάτι που έπεισε τους γονείς μου ότι εκδρομές με κανό μαζί του μπορούσαν να συμβάλουν στη διαπαιδαγώγησή μου. Ταυτόχρονα, ο Hans Heiner ήταν ενθουσιασμένος με τους σύγχρονους συγγραφείς που διδάσκονταν στο μάθημα των γερμανικών, ιδίως με τον Heinrich Böll και τον Gerd Gaiser, του οποίου το εθνικοσοσιαλιστικό παρελθόν ελάχιστοι δάσκαλοι θεωρούσαν τότε άξιο αναφοράς. Μέσα από τίτλους όπως το Billard um halb zehn του Böll ή το Gib acht in Domokosch του Gaiser, η αναγνωστική του χαρά λειτούργησε τόσο μεταδοτικά πάνω μου, ώστε ζήτησα από τον πατέρα μου να μου επιτρέπει να ξοδεύω κάθε μήνα 25 μάρκα στο πανεπιστημιακό βιβλιοπωλείο Schöningh.
Παρόλο που ήδη τότε σπάνια ολοκλήρωνα ένα βιβλίο, απολάμβανα στο Realgymnasium τον, κατά κάποιον τρόπο υπερβολικό αλλά επιβεβαιωμένο από ορισμένους καθηγητές, ρόλο του λάτρη της λογοτεχνίας. Σε αυτόν ανήκε και η προσδοκία ότι θα μπορούσα να διατυπώσω άποψη για το Die Blechtrommel του Günter Grass, που εκδόθηκε το 1959. Και σε αυτή τη μία περίπτωση, η δύναμη της μυθοπλασίας υπερίσχυσε πράγματι του αυτάρεσκου παιχνιδιού ρόλου μου, με τη μοναδική οπτική από την οποία ανακαλούσε το γερμανικό παρελθόν. Στα βλέμματα των θυμάτων της περιόδου μετά το 1933 είχαμε στο μεταξύ συνηθίσει, όμως η επινόηση του Oskar, του μικρόσωμου τυμπανιστή, προσέδωσε στις αφηγήσεις για τα ναζιστικά εγκλήματα στο Τενεκεδένιο ταμπούρλο μια πιο συγκλονιστική αμεσότητα, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί ούτε να ξεπεραστεί. Πώς θα μπορούσα εγώ, ως μεταγενέστερος κληρονόμος αυτής της ιστορίας, να ζήσω;
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου