Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (180)

 Συνέχεια από: Σάββατο,28 Μαρτίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ 
ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

29. Τίμαιος


Ο «Τίμαιος» θα παραμείνη μάλλον για πάντα το πιο ασύγκριτο, το πιο απαράμιλλο έργο τού Πλάτωνα, καθώς το θεωρούσε για το πιο μεγάλο χρονικό διάστημα ως το βασικό του έργο. Τέτοιο «μείγμα» ιεροπρεπούς αξίας και παράδοξου αστείου, της πιο μεγάλης αφαίρεσης και της ευρύτατης εμπειρίας, μαθηματικών και φαντασιώδους ούτε είχε προϋπάρξει ούτε εμφανίστηκε ποτέ ξανά από τότε. Αν ρωτήση όμως κανείς, σε τί άραγες χρησιμεύει σήμερα, που η επιστημονική εμπειρία είναι τόσο πιο εκτεταμένη και η επιστημονική υπόθεση τόσο πιο αυστηρή, ο επιστημονικός μύθος, θα μπορούσε ίσως κανείς να αναλογιστή τα λόγια με τα οποία κατέκλειε ο Boeckh το έτος 1807 το κείμενό του για την παγκόσμια ψυχή στον «Τίμαιο»: «Κανένας θνητός δεν παρατήρησε ποτέ την παρθένο Άρτεμι, και όχι μόνον έναν Ακταίωνα αλλά πολλούς μεταμόρφωσε εκείνη σε ελάφια εφ’ όσον ωστόσο η γυμνή φύση δεν ερυθριά να φανερωθή στα θνητά μάτια, γιατί να μη θέλης κι εσύ να δης με χαρά και απόλαυση, απεικονισμένη στο πνεύμα θεϊκών ανδρών, την εικόνα της;». Πρέπει να γνωρίζη όμως κανείς σήμερα, πως μια τέτοια «ποιητική» άποψη των πραγμάτων δεν επαρκεί. Καμμιά αληθινή φυσική επιστήμη δεν μπορεί να υπάρξη, χωρίς να γνωρίζη την ίδια της την ιστορία. Και δεν υπάρχει σ’ αυτήν την ιστορία σχεδόν κανένα γραπτό έργο, που να έχη επιδράσει τόσο βαθειά και πλατειά όπως ο «Τίμαιος». Το να γράψη δε κανείς την ιστορία αυτής τής επίδρασης θα αποτελούσε μια μεγάλη εργασία, στην οποία θα έπρεπε να συνενωθούν η ιστορική με τη φυσικο-επιστημονική και ιατρική έρευνα. Στην ίδια μάλιστα εποχή, όπου κατέγραφε ο Boeckh εκείνα τα λόγια, λαμβανόταν πολύ σοβαρά ο «Τίμαιος» στον κύκλο περί τον Schelling: O αυλικός ιατρός Windischmann στο Mainz τον μετέφρασε ως «τη γνήσια ιστορική πηγή τής αληθινής φυσικής» (1804), και λίγα χρόνια μετά (1826) συνέτασσε ο καθηγητής τής ιατρικής στο Breslau Lichtenstaedt ένα βιβλίο για τις «Διδασκαλίες τού Πλάτωνα στο πεδίο τής φυσικής έρευνας και της θεραπευτικής επιστήμης». Ο Goethe διάβασε και τα δύο βιβλία, και μιλά στην «Ιστορία» του «της διδασκαλίας τών χρωμάτων» για τον Πλάτωνα με λόγια, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κι εδώ επανειλημμένα σε όσα θα ακολουθήσουν: «Ακόμα πιο καλοδεχούμενος είναι για μας, κεκαθαρμένος και ανυψωμένος, κάθε προηγούμενος τρόπος σκέψης (νοοτροπία) στον Πλάτωνα». Ο 19ος αιώνας δεν υπήρξε κατά τα άλλα «ακριβώς κατάλληλος» για τον «Τίμαιο». Θα μπορούσε να αναρωτηθή βέβαια εδώ κανείς, αν η φυσική τού 20ου αιώνα είναι «υποχρεωμένη», υπερβαίνοντας την εκ νέου θεμελιωμένη με τον Gassendi ατομιστική του 17ου αιώνα, απέναντι στον «Τίμαιο». Το ότι υπάρχουν εκπληκτικές αναλογίες, αυτό το έχουμε ήδη δείξει (στον 1ο τόμο, κεφάλαιο 15): η μαθηματική μορφή τών ατόμων˙ η δυνατότητά τους να αποσυντεθούν˙ το ότι κάθε μαθηματική ατομική μορφή ανήκει σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο˙ η αρχή τής στοιχειώδους μη καθαρότητας (αρχή τής απροσδιοριστίας;).

Το ότι ο Πλάτων είχε σκοπό να γράψη μια τριλογία – «Τίμαιος», «Κριτίας», «Ερμοκράτης» - και όχι μια τετραλογία, στην οποία και θα προηγείτο μια διασκευασμένη «Πολιτεία», αυτό μένει κατ’ αρχάς να αποδειχθή. Γιατί θα μπορούσαν πράγματι να μας παρασύρουν οι πρώτες σελίδες τού «Τίμαιου» σε μια τέτοια λανθασμένη αντίληψη. Τί σημαίνει άραγες η παράξενη σύνοψη του διαλόγου για την Πολιτεία, που είχε γίνει μόλις χθες: ο περιορισμός σχεδόν μόνο στα «φυσικά» θεμέλια αυτής τής Πολιτείας (κατά φύσιν 17 C 10, φύσιν 18 Α 4), ο περιορισμός τής διδασκαλίας στα προπαρασκευαστικά αντικείμενα, τη γυμναστική και τη μουσική, η συγκριτικά εκτενής παραμονή στην κοινότητα της περιουσίας και των γυναικών, και η διακοπή εκεί όπου θα έπρεπε να ξεκινήση η φιλοσοφική διαπαιδαγώγηση, ο πραγματικός πυρήνας άρα τής «Πολιτείας» μας; Το ότι ο Πλάτων ανακεφαλαιώνει εδώ την αρχική σύλληψη της «Πολιτείας» μας, για να την ξαναποκτήση από εδώ ακριβώς στο περίγραμμά της, αυτό δεν το υποστηρίζει βέβαια σχεδόν κανείς πια. Κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι αντιλαμβανόμαστε κάτι το οτιδήποτε από την πλατωνική πολιτειακή ουτοπία, αυτό δεν μπορεί να είναι παρά το ότι κατ’ αρχάς, η «διδασκαλία τών Ιδεών» ως ψυχή δεν προστίθεται αργότερα σε μια περισσότερο ή λιγότερο πρακτική, περισσότερο ή λιγότερο φανταστική κατασκευή ενός πολιτειακού μηχανισμού αλλά ότι το σώμα αυτής τής Πολιτείας αναπτύσσεται γύρω απ’ το είδος, ως ψυχή. Και πρόκειται για ένα ακόμη λάθος, αν πάρη κανείς φαινομενικά με ακρίβεια κατά λέξιν τον Σωκράτη και θεωρήση , ότι ο Πλάτων έχει θελήσει να παρουσιάση εδώ την εκ νέου επεξεργασμένη «Πολιτεία», ως πρώτο μέρος μιας σχεδιασμένης τετραλογίας. Το ότι είχε σχεδιάσει δε ποτέ αυτή την αδιανόητη εργασία, αυτό καθίσταται οριστικά απίστευτο, αν φανταστή κανείς αυτή τη δεύτερη Πολιτεία, που θα είχε διαφυλάξει τον μηχανισμό τής πρώτης χωρίς την ψυχή! Έτσι όπως τίθενται ωστόσο όλα τώρα, είναι και όλα κατανοητά. O Πλάτων «επινοεί» στο ξεκίνημα της τριλογίας του, ότι είχε διεξαχθή ένας διάλογος για την Πολιτεία. Δεν πρόκειται όμως για εκείνον που είχε διεξάγει ο Σωκράτης με τον Γλαύκωνα και τον Αδείμαντο (στις 19 του μηνός Θ...) στο σπίτι τού Κέφαλου, ούτε όμως και μιαν εξιστόρηση, την επόμενη μέρα (στις 20 άρα), σε κάποιους άγνωστους ακροατές, του χθεσινού διαλόγου. Τόσο η διαφορετική έκταση όσων είχε πη κανονικά ο Σωκράτης για την Πολιτεία, όσο και η εντελώς διαφορετική μέρα (η ημέρα πριν τα Παναθήναια, άρα περίπου η 27η του μηνός Ε...) κατά την οποία τα είπε, καθιστούν προφανές, ότι ο Πλάτων επινοεί εδώ μιαν άλλη, συντομώτερη αναφορά για τον προηγηθέντα διάλογο, ή ότι επινοεί έναν εντελώς άλλον – το πιθανότερο – συντομώτερο διάλογο, που διεξήχθη με άλλους συμμετέχοντες για την Πολιτεία. Μετά δε τη σύντομη αυτήν αναφορά δημιουργείται η εντύπωση ότι ο λόγος δεν αφορούσε παρά στην εξωτερική δομή τής Πολιτείας. Ως προς το γιατί δεν αναφέρεται τίποτα για τους φιλοσόφους-κυβερνήτες, την υψηλώτερη διαπαιδαγώγηση και την Ιδέα τού Αγαθού, αυτό θα το καταλαβαίναμε πλήρως μόνον αν ο Πλάτων είχε ολοκληρώσει την τριλογία, και όχι μόνο το πρώτο της μέρος και την αρχή τού δευτέρου. Ακόμα κι αυτό που έχουμε όμως στα χέρια μας φαίνεται να μας οδηγή στο ότι πουθενά σ’ αυτήν την τριλογία δεν επρόκειτο να υποδειχθή η οδός τής γνώσης προς το ύψιστο είδος, αλλά ότι αυτό το είδος παρίσταται μόνο στη μορφή τού μύθου. Γι’ αυτό, θα μπορούσε κανείς να πιστέψη, ότι και η οδός τής γνώσης τής Πολιτείας έπρεπε να μείνη εδώ άγνωστη και «σκοτεινή»...

«’Ένας, δύο, τρεις... όμως ο τέταρτος, που ήταν χθες ανάμεσα στους ακροατές, δεν είναι πια εδώ σήμερα... αδιαθέτησε.» Τί σημαίνει μια τέτοια αρχή; Νομίζει κανείς, πως ο Πλάτων κράτησε μ’ αυτό ανοιχτό τον δρόμο, να επεκτείνη τη σχεδιασμένη τριλογία σε μια τετραλογία. Δεν θά ’πρεπε όμως να διαφαίνεται ευθύς εξαρχής, εντελώς σαφώς η τριλογία, στην οποία και είναι ομιλητές ο Τίμαιος, ο Κριτίας και ο Ερμοκράτης; Έναν διάλογο «Ερμοκράτης» θά ’πρεπε να τον περιμένη κανείς μετά τον «Κριτία», τίποτα όμως περισσότερο πέρα απ’ αυτό. Σ’ αυτό χρησιμεύει κι αυτός ο δίχως όνομα «Τέταρτος». Χρειάζεται ήδη δύναμη για να αναδεχθή κανείς την αναφορά για τη σωκρατική κατασκευή τής Πολιτείας, και κατόπιν την ίδια την τριλογία – και πολύ περισσότερη ασφαλώς δύναμη, για να την γράψης! – κι αυτό μπορεί να καταστήση σαφή την «ασθένεια», η οποία και κρατά τώρα μακριά απ’ τη συζήτηση τον Τέταρτο...

Όπως ο Κικέρων ξεκινά, ακολουθώντας σαφώς τον Πλάτωνα, το έργο του “De re publica” («Περί Πολιτείας»), με μια συζήτηση για ένα αστρονομικό θέμα και το κατακλείει με την κοσμική εικόνα τού ονείρου του Σκιπίωνα, έτσι – μόνο πρωτογενέστερα – χρησιμεύει κι εδώ η αναδρομή στην πολιτειακή ουτοπία πριν απ’ την κατασκευή τού σύμπαντος στο να συνδεθούν αναμεταξύ τους η Πόλη και ο Κόσμος. Γιατί όμως πρόσθεσε ο Πλάτων στον εισαγωγικό διάλογο του «Τίμαιου» ακόμα και την προϊστορία τού μύθου τού «Κριτία», τον μακρύ δηλ. δρόμο της παράδοσης από τον Σόλωνα πίσω στους Αιγύπτιους ιερείς, και τα γεωγραφικο-γεωφυσικά κατόπιν θεμέλια αυτού τού μύθου και μια σύντομη ματιά στον πόλεμο μεταξύ Ατλαντίδος και προϊστορικής Αθήνας και τις αναστατώσεις τελικά τής Γης, που διαχωρίζουν εκείνη την προϊστορική εποχή απ’ την τωρινή χρονική περίοδο; Όλο αυτό φαίνεται με μια πρώτη ματιά παράξενο, και το «παράξενο» θα γινόταν «ακατανόητο», αν υποθέταμε ότι ο Πλάτων τα τοποθέτησε αυτά στην τωρινή τους θέση μόνον όταν βεβαιώθηκε, ότι δεν θα ολοκλήρωνε ποτέ τον διάλογο «Κριτίας». Μια τέτοια μάλιστα διεξοδική «προετοιμασία» θα είχε μόνον τότε κάποιο νόημα, αν αυτό το οποίο και προετοίμαζε, πράγματι ακολουθούσε. Κι αν δούμε με μεγαλύτερην ακρίβεια, ότι αυτή η προετοιμασία είναι σκόπιμα διαμοιρασμένη, ότι η προϊστορική Ατλαντίδα περιγράφεται στην αρχή τού «Τίμαιου», η δε προϊστορική Αθήνα στην αρχή τού «Κριτία», τότε γίνεται σαφής και η πρόθεση, να συναρμοσθούν οι δύο διάλογοι. Αλλά δεν θα επαρκούσε και πάλι το να τα εκτιμήσουμε όλα αυτά ως ένα απλό και μόνο τέχνασμα ενός έμπειρου αρχιτέκτονα. Είναι πολύ πιο πιθανό το ότι ο διπλός μύθος αναπτύσσεται από την κοινή ρίζα τής πολιτειακής ουτοπίας: απ’ τη μια πλευρά το κοσμικό οικοδόμημα ως μια «μεγαλύτερη Πολιτεία» (Πρόκλος)˙ ως η αναπτυγμένη μέσα στο σύμπαν «Ιδέα τού Αγαθού ως το υψηλό παιδαγωγικό αντικείμενο, που μας ανυψώνει σε κείνη την Ιδέα˙ ως εικόνα, που φανερώνει ήδη στον τελικό μύθο τής «Πολιτείας» τον χώρο για την επέκεινα μοίρα τής ψυχής, - και η προϊστορική, απ’ την άλλη πλευρά, Αθήνα ως η διαμόρφωση μέσα στον χρόνο και o συμβολισμός εκείνου, το οποίο και είχε οδηγήσει ως παιδαγωγική (δια)μόρφωση στο καθαρό Είναι τής «Πολιτείας».

Γιατί έπρεπε να είναι μυθική η δημιουργία τού κόσμου στον «Τίμαιο», ποιες προηγούμενες μορφές για μια τέτοια μυθική κοσμογονία υπήρξαν στον Πλάτωνα και αλλού, το ποια θέση καταλαμβάνει αυτή η δημιουργία μέσα στη συνολική πλατωνική μυθολογία, για όλα αυτά έχουμε ήδη μιλήσει στο κεφάλαιο «Μύθος». Το να ιχνογραφήσουμε ωστόσο με συνεπείς και εμπεριστατωμένες ερμηνείες το οικοδόμημα του σύμπαντος, όπως αυτό παρουσιάζεται στον «Τίμαιο», αυτό θα απαιτούσε ένα βιβλίο καθεαυτό. Κάποια ωστόσο βασικά τουλάχιστον χαρακτηριστικά αυτού τού έργου πρέπει να παρουσιαστούν εδώ με σαφήνεια.

( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: