Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (22)

Συνέχεια από Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015
                
  PAUL   FRIEDLȀNDER
                                                       Π Λ Α Τ Ω Ν

        ( 1ος τόμος:  Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής )
                      ( Τρίτη, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση -
                                Walterde Gruyteru. Co, Berlin 1964 )
                                        
                                        ΚΕΦΑΛΑΙΟ  VIII   /   ΔΙΑΛΟΓΟΣ
  
      Όσο απολύτως περιορισμένα μπορούν να ειπωθούν έννοιες όπως λόγος (Logos) και είδος (Eidos) στα γερμανικά, τόσο ελάχιστα μεταφράζονται και οι γερμανικές λέξεις εσωτερικότητα ή τοπίο στα ελληνικά. Ακόμα κι εκεί όπου αποφεύγει (φεύγει…) ο Έλληνας (από…) τον κόσμο, αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος τον οποίον αναζητά ή απαιτεί δεν είναι πια ή δεν είναι ακόμα εκεί. Η μοναξιά του είναι σύμπτωση ή ανάγκη, κι όχι ευτυχία ή δρόμος προς την ανθρώπινη ολοκλήρωση. Κι αν ολοκληρώνη τον τραγικό ήρωα στις τραγωδίες τού Σοφοκλή η μοναξιά, τον καταστρέφει όμως ταυτόχρονα. Γιατί δεν μπορεί να ξεχωρίση απ’ την ουσία τού Έλληνα η κοινότητά (του…), και το ότι περιγράφεται και παρίσταται ο ίδιος εντός της. Ανήκει στις βαθύτατες προϋποθέσεις τής ‘ελληνικής μορφής’ το να θέλης και να οφείλης – έστω και μόνον ως συναίτιος – να ειδωθής και να ακουσθής.
        Ο επιδεικτικός (epideiktisch) λόγος, ο λόγος που φανερώνεται ή στον οποίον παριστάνεται κάποιος, είναι ένα αναγνωρισμένο και ξεχωριστό ‘είδος’ τής αρχαίας ευφράδειας. Υπάρχει όμως σε κάθε ελληνικό λόγο κάτι απ’ την επίδειξη (Epideixis), και θα μπορούσαμε να κατατάξουμε σε μια σκάλα (Skala), ανάλογα με τη δύναμη αυτού τού ‘θεατρικού’ στοιχείου’, κάθε μορφή λόγου. Ο σκόπιμος λόγος είναι λιγότερο επιδεικτικός απ’ τον μεγαλοπρεπή λόγο, όπως και ο διάλογος απ’ τον λόγο ενός ανθρώπου. Και πιο μακριά από κάθε επίδειξη στέκεται ο γνήσιος σωκρατικός διάλογος. Γιατί δεν υπήρξαν ποτέ στην Ελλάδα λέξεις, που κατευθύνονταν τόσο απόλυτα στο «Όν» και μόνο, όπως αυτές που έβγαιναν απ’ το στόμα τού Σωκράτη, και που αναζητούσε να τις αποσπάση κι απ’ τους άλλους. Σ’ αυτό διέφερε (άλλωστε…) απ’ όλους, ότι απλώς υπήρχε και δεν ‘παριστάνονταν’   (( Σημ. τ. μετ.: Είναι βαθειά η συγκίνηση του συγγραφέα μας μπροστά σ’ αυτήν την ‘εσωτερική’ ψυχή τού Σωκράτη, που ‘έβγαινε’ ατόφια και στην εξωτερική του συμπεριφορά… )) . Ίσως να γίνη σαφέστερο αυτό που αισθάνεται ο καθένας μας, αν συγκρίνουμε τον Σωκράτη με τον Διογένη «τον κύνα» (τον κυνικό…), που αναφερόταν ωστόσο στον Σωκράτη. Στον οποίον Διογένη ήταν συνειδητή αυτή η απουσία κάθε αυτο-παρουσίασης, είχε γίνει όμως με τη σειρά της μια αυτο-παρουσίαση κι αυτή.
        Αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό τών πλατωνικών διαλόγων, ότι διαλέγεται με μια βαθύτατα ριζική αντίθεση προς τις τρέχουσες ‘διαλέξεις’ τών σοφιστών ο Σωκράτης. Ο διάλογος «Πρωταγόρας» είναι δομημένος εντελώς πάνω σ’ αυτήν τη ‘διαμάχη’, που ‘αντηχεί’ και στον διάλογο «Γοργίας». Δεν μπορεί να εκφέρη λόγους όπως οι σοφιστές ο Σωκράτης, και δεν μπορεί, από «αδυναμία μνήμης», ούτε να τους ακούση   (( Σημ. τ. μετ.: Ω, τί απάντηση στο σημερινό και δήθεν αίτημα για ‘διαλόγους’ με τον κάθε ‘απατεώνα’ και αιρετικό… )) . Αν επιμένουν δε σ’ αυτήν τη (σοφιστική…) μορφή και δεν ακολουθούν τον δικό του διαλογικό (πράγματι…) τρόπο, δεν έχει την ικανότητα να συμμετέχη παραπέρα. ΄Λικνίζεται’ στην ευφωνία τών ίδιων του των λόγων ο ‘καλλιτέχνης’ τού λόγου. «Όπως βοούν και δονούνται επί μακρόν, αν δεν τα αγγίξη κανείς, τα χάλκινα αγγεία, έτσι συμβαίνει και με τους δασκάλους τού λόγου: αρχίζουν, σ’ ένα μικρό ερώτημα, να μιλούν δίχως τέλος» (Πρωτ. 329 Α). Ο Σωκράτης είναι όμως εντελώς προσανατολισμένος στο να φανερωθή η αλήθεια· και δεν τον ενδιαφέρει καθόλου να έχη δίκιο  (( ! )) (Γοργίας 457 Ε). Μπορεί να έχη βέβαια και ο διάλογος κάτι το απατηλό ή ψευδές και να γίνη μέσο μιας αυτο-παρουσίασης (ή αυτοπροβολής…). Οι ‘παντογνώστες’ σοφιστές έπρεπε να επικρατούν ασφαλώς και στις λογομαχίες, κάτι που το αναλαμβάνουν στον Πλάτωνα σαφώς στο ‘πρόγραμμά’ τους (Πρωτ. 329 Β, Γοργ. 447 C). Το ακροβατικό ζευγάρι που εμφανίζεται μάλιστα με τα διαλεκτικά του τεχνάσματα στον «Ευθύδημο», δίνει μιαν παράσταση ακριβώς τού ‘παιχνιδιού’ τών λόγων και των απαντήσεων. «Δείξτε την τέχνη σας και φανερωθήτε!» τούς λέει ο Σωκράτης. Και «τους ζητούν όλοι από κοινού, να δείξουν την ικανότητά τους σ’ αυτήν την ΄τέχνη’» (274 D). Χρησιμοποιεί όμως συχνά και ο πλατωνικός Σωκράτης, εσκεμμένα ‘ακραία’ σοφίσματα, όταν θέλη να ‘υποσκελίση’, να τρομάξη, να επιστήση καταπλήσσοντας για τις πιο κακόβουλες ανοησίες την προσοχή, ή και να δείξη (όμως…) μέσα από έναν λανθασμένο δρόμο τον σωστό σκοπό. Κι όποιος ερχόταν εκείνη τη στιγμή απ’ έξω, δεν θα αντιλαμβανόταν συχνά, παρά σαν ένα ράκος σοφιστικού τσακωμού εκείνο το ‘κομμάτι’ τού σωκρατικού διαλόγου. Τους ξεχώριζε όμως ‘ατελείωτα’ (τους σοφιστές και τον Σωκράτη…) ο τελικός σκοπός: ακόμα κι όταν χρησιμοποιούσε τον τρόπο τών σοφιστών, κι όταν «εν γνώσει του ξεγελούσε» (όπως λέγεται στον «Μικρόν-ελάσσονα Ιππία»), κατευθυνόταν «προς το (ίδιο το…) ‘πράγμα’» η βούληση του Σωκράτη.
   
   
   Αυτό είναι άλλωστε το οποίο καταθέτει και ως αποστολή του στην «Απολογία», που του το ανέθεσε (μάλιστα…) ο Θεός. «Τριγυρίζοντας ψάχνω και ερευνώ κατά το θέλημα του Θεού σε πολίτες και ξένους, αν θεωρήσω κάποιον για σοφό. Κι αν μου φανή πως δεν είναι, βοηθάω τότε τον Θεό και φανερώνω, πως δεν είναι (πράγματι…) σοφός» (23 Β). Ήταν γεμάτη και τότε – όπως και η δική μας – από κάθε είδους πνευματικές παραχαράξεις η εποχή. Και έβλεπε εντεταλμένον απ’ τον Θεό τον εαυτό του να ελέγξη, να ξεχωρίση, να ‘κρούση τα αγγεία’ για να φανή αν ήταν γερά ή αν είχαν ρωγμές ο Σωκράτης. Έλεγχε δε τον όποιον ισχυρισμό συναντούσε, «ανάγοντας στο θεμέλιο και τη βάση του το όλον, για το οποίο και γίνονταν ακριβώς ο λόγος» (επί τήν υπόθεσιν επανήγεν άν πάντα τόν λόγον – Απομν. Ξεν. IV 6, 13). Φροντίζοντας να αποδείξη κατόπιν, ότι δεν γνώριζε να ‘λογοδοτήση’ για το «Τί είναι;» (αυτό για το οποίο μιλούσε…) ο άλλος. «Ανήκω σε κείνους, που αφήνονται να πεισθούν ευχαρίστως απ’ το λάθος, όταν λέω κάτι το Μη-Αληθές, και πείθω ευχαρίστως και τον άλλον, όταν λέη κι αυτός κάτι το Μη-Αληθές, και πείθομαι εξίσου ευχάριστα όσο και πείθω» (Γοργ. 458 Α). Μπορεί να ενεργήση μόνο στον διάλογο ο έλεγχος (η ελεγκτική ‘μέθοδος’… - Elenktik) του Σωκράτη. Γιατί πρόκειται για ένα βήμα στον δρόμο τής παιδείας (Paideia)  (( Παιδεύω – ελέγχω – έλεγχος ονομάτων… )) . Κι αυτό σημαίνει ‘παιδαγωγώ’: καθιστώ κάποιον να γνωρίζη, γνώστη   (( Σημ. τ. μετ.: Άνοιξαν μια για πάντα αυτόν τον δρόμο τής ψυχής και του πνεύματος οι μεγάλοι εκείνοι Έλληνες – με όλην τους την ζωή· και τον θάνατο. Κι αν σήμερα ‘πυρπολούμαστε’ κυριολεκτικά απ’ την ανοησία ενός δήθεν ‘σύγχρονου κόσμου’, αυτό δεν υποχρεώνει κανέναν μας να παραδώση τα ‘ιερά και τα όσια’ – με όποιο ‘τίμημα’. Αλλιώς δεν υπάρχει εξάλλου ‘ευτυχισμένη στα ελάχιστα’ ψυχή και ζωή. – Και ως χριστιανοί γνωρίζουμε: μετά τον Σταυρό ακολουθεί η Ανάσταση… )) . Δεν είναι όμως κάτι το οποίο «κυλά απ’ το πλήρες στο κενό» (Συμπ. 175 D) – όπως στα συγκοινωνούντα δοχεία – η γνώση. Και είναι ψευδείς παιδαγωγοί όσοι νομίζουν, ότι «παιδαγωγούν την ψυχή, χωρίς να υπάρχη αυτή η παιδαγωγία προηγουμένως εντός της, σαν να έδιναν σε τυφλά μάτια την όραση» (Πολιτεία 518 Β). Απέναντι σ’ αυτό βρίσκεται η σωκρατική, όπως γνωρίζουμε όλοι, και αιώνια αρχή κάθε παιδαγωγίας, ότι μόνον εκείνο στεριώνει, το οποίο και ‘γεννά’ και ‘παράγει’ απ’ τον ίδιον τον εαυτό του ο άνθρωπος. Το λέει άλλωστε μόνιμα αυτό ο πλατωνικός Σωκράτης, «ότι λένε τα πάντα οι ίδιοι για ένα πράγμα, όταν ρωτούν σωστά αυτοί που ρωτούν». Κι αυτό που ονομάζεται η «διδασκαλία τής ανάμνησης (Anamnesis)» στον «Μένωνα», δεν είναι παρά ένας ημι-μυθικός δρόμος προς το προϋπάρχον Είδος (Eidos), ο οποίος και βασίζεται σε κείνην την πρωταρχική σίγουρα σωκρατική πεποίθηση.  Δημιουργεί λοιπόν εδώ τη δική του ‘μορφή’, τον διάλογο (Dialog), ο εραστής και ‘εκμαιευτής’ (Mȁeutiker) παιδαγωγός, παρακινώντας σε μιαν δική του κατάφαση, άρνηση, ανεύρεση της αλήθειας, και με μια λέξη στο να «φιλοσοφή» τον μαθητή. Βλέπουμε βέβαια να ‘προσφωνή’ και νουθετώντας, παιδαγωγώντας και εποικοδομώντας ο Σωκράτης στον Ξενοφώντα. Και να έχη να πη και κάτι για τη μέθοδό του, όταν δεν διαλεγόταν, αλλά «ενέκρινε ο ίδιος κάτι στους λόγους. Ακολουθώντας τον δρόμο στον οποίον και συμφωνούσαν προπάντων όλοι, έχοντας τη γνώμη, ότι εκεί βρισκόταν κι η σιγουριά τής (κάθε…) συζήτησης» (Απομν. IV 6, 15). Παρουσιάζεται όμως μια αντίθεση προς τον πλατωνικό Σωκράτη εδώ, και ιδιαιτέρως προς αυτό που αναγνωρίζει ο ίδιος ως άποψή του περί λόγου και διαλόγου.  Δεν είναι βέβαια καθόλου απίθανο, ότι ‘αντλεί’ εδώ την ανάμνησή του απ' τον προτρεπτικό (Protreptiker) Σωκράτη ο Ξενοφών. Αλλά είναι ακόμα και τότε πιο κοντά στην πραγματικότητα ο Πλάτων, καθώς συνειδητοποιούσε βαθύτερα το ιδιαίτερο και διακριτό στοιχεί στον δάσκαλό τους. «Ρωτούσε, αλλά δεν απαντούσε ο Σωκράτης· γιατί ομολογούσε, πως δεν γνώριζε» (Σωκράτης ηρώτα, αλλ’ ουκ απεκρίνατο· ωμολόγει γάρ ουκ ειδέναι)· αυτή είναι η συνοπτική διατύπωση του Αριστοτέλη (Σοφ. Ελ. 183 b 7), θεμελιωμένη ταυτόχρονα στο κέντρο τού σωκρατικού τρόπου σκέψης. Μετατρέπει μάλιστα στον Πλάτωνα, ακόμα κι εκεί που πρέπει να μιλήση ο ίδιος, είτε επειδή το απαιτεί ο νόμος τής πόλης ή ο κανόνας τού συμποσίου, τη ροή τών ομιλιών σε κατά το δυνατόν διαλογική συζήτηση ο ίδιος ο Σωκράτης   (( Σημ. τ. μετ.: Δεν μονολογεί – αυτή η σύγχρονη ασθένεια, τόσο κοντά στους λογισμούς… Γιατί κανείς δεν γνωρίζει, αλλά η αληθινή γνώση έρχεται απ’ έξω, ανταμοίβοντας τους έντιμους, ως προς τον εαυτό τους και αναμεταξύ τους, συνομιλητές… )) . Υπάρχουν βέβαια και σ’ αυτόν εξαιρέσεις, που χαρακτηρίζονται όμως ως επί το πλείστον σαφώς ως εξαιρέσεις, στον «Πρωταγόρα», τον «Μενέξενο», τον «Φαίδρο». Έχει επιτευχθή εν πάση περιπτώσει εκείνο το σημείο στους μεγάλους (πλατωνικούς…) μύθους, όπου και αναπτύσσεται με τον πιο αποφασιστικόν τρόπο ο λόγος τού πλατωνικού πέρα απ’ αυτόν τού ιστορικού Σωκράτη.
          Εισήλθε λοιπόν μια τέτοια διαλογική κίνηση στην ελληνική, και άρα και στη δυτική πνευματική ζωή με τον Σωκράτη, που δεν υπήρχε παντελώς προηγουμένως. Κι ας αναλογιστούμε απλώς, πόσο διαφορετικά εκφράζονταν οι προηγούμενοι Έλληνες στοχαστές. Ενώ δεν έχουμε ακόμα (επαρκώς…) συγκρίνει αυτό που πέρασε στα κείμενα απ’ τους διαλόγους και τους πνευματικούς αγώνες τού 5ου π.Χ. αιώνα, με την ώθηση που έδωσε ο Σωκράτης, και που μόνο σταδιακά εξασθένησε, χωρίς ποτέ και να εξαντληθή. Συνέταξαν, όπως φαίνεται, όλοι οι μαθητές του, που έγραψαν γενικώς κάτι, διαλόγους. Κανένας δεν στράφηκε όμως με όλη τη δημιουργική δύναμη μιας μακριάς ζωής τόσο αποκλειστικά σ’ αυτήν τη μορφή όπως ο Πλάτων. Ήταν λοιπόν μόνο γι’ αυτόν η ποίηση των «σωκρατικών διαλόγων» μια ‘εσχάτη αναγκαιότητα’. Γιατί δεν περιορίστηκαν στον διάλογο, και δεν υπήρξαν όλοι τους οι διάλογοι σωκρατικοί διάλογοι, οι υπόλοιποι σωκρατικοί, που άφησαν πίσω τους ένα μεγάλο συγγραφικό έργο, όπως ο Αρίστιππος, ο Αντισθένης κι ο Ξενοφών. Και δεν μπορούν κατά κανέναν τρόπο να τοποθετηθούν, είτε σε έκταση είτε σε αξία, δίπλα στον Πλάτωνα οι λιγοστοί διάλογοι που μας απέμειναν απ’ τον Ευκλείδη, τον Φαίδωνα ή τον Αισχίνη. Μας επιτρέπεται να ονομάσουμε μόνον αυτόν λοιπόν, ακόμα κι αν υπάρχουν εδώ κι εκεί αντανακλάσεις πριν απ’ αυτόν τού σωκρατικού διαλόγου,  δημιουργό τού φιλοσοφικού διαλόγου, ως ενός ‘απαραίτητου’, ισάξιου προς την υψηλή τραγωδία και κωμωδία έργου τέχνης.
          Ο διάλογος του ιστορικού Σωκράτη έχει απωλεσθή για μας, και μάλιστα αναγκαίως. Γιατί ανήκει στην ουσία τού διαλόγου του, το ότι ήταν προφορικός. Και αφορούσε σε πολύ περισσότερα πράγματα, απ’ αυτά που επρόκειτο να γνωρίσουμε μέσα απ’ τον Πλάτωνα. Το ότι ζήτησε τη συμβουλή τού σοφού άνδρα (του Σωκράτη…) για να συμμετάσχη στην εκστρατεία τού Κύρου ο Ξενοφών, αυτό είναι ένα αναμφισβήτητο ιστορικό δεδομένο (Ανάβασις ΙΙΙ 1, 5). Και μας λέει στην πλατωνική «Απολογία» πως έλεγχε τους πολιτικούς, τους ποιητές και τους τεχνίτες ο ίδιος ο Σωκράτης. Δεν αντιπροσωπεύονται λοιπόν στους πλατωνικούς διαλόγους όλες αυτές – και θα υπήρξαν σίγουρα κι άλλες πολύ περισσότερες – οι ‘στάσεις’, έτσι ώστε να πρέπη να στραφούμε πιο πολύ στον Ξενοφώντα, για να μην υποτιμήσουμε τον πλούτο τών αφορμών και των συμμετεχόντων στον διάλογο. Αλλά λείπει απ’ την άλλη εκείνη η ενέργεια, κι εκείνη η απελευθερωτική και καθαρτική δύναμη απ’ τους ‘ξενοφώνειους’ διαλόγους’, την οποίαν και αντλεί αναπόφευκτα απ’ τους πιο σωκρατικούς ανάμεσα στους σωκρατικούς διαλόγους η ‘φαντασία’ μας. Που δεν ήταν βέβαια διδακτικοί και «χρήσιμοι για τον καθένα» με την ξενοφώνεια έννοια. Δημιουργούσαν όμως μιαν ισχυρότερη παρόρμηση, καθώς χάραζε σ’ αυτούς απείρως ισχυρότερα τη δύναμη της απορίας (Aporie) ο μεγάλος ‘αγνοητής’   (( Σημ. τ. μετ.: Δεν γνωρίζω, απορώ… Δεν βρίσκω το στενό εκείνο πέρασμα για να περάσω στην αληθινή γνώση… )) .
          Αντανακλά τη σωκρατική ‘συζήτηση’ ο πλατωνικός διάλογος. Διακρίνεται όμως αναγκαστικά, βαθύτατα απ’ αυτήν. ‘Αντιπαρατίθενται’ ως  έργο τέχνης και η φυσική ζωή. Θραύεται σε καθένα απ’ τα κομμάτια της η φύση. Γι’ αυτό και αναπληρώνεται στο άπειρο της ύπαρξης το θραυόμενο. Απομακρύνεται όμως απ’ τη φυσική συνάρτηση το έργο τέχνης, ένα όλον, που ‘καλύπτει’ με αυτοτέλεια και πληρότητα την ‘έλλειψη’, ότι είναι μοναδικό και δεν μπορεί με τίποτα να συμπληρωθή. Αυτό ισχύει και για τον πλατωνικό διάλογο, όσο κι αν μπορούμε μόνον προσωρινά να τον χαρακτηρίσουμε ως έργο τέχνης. Γεννιέται πολύ συχνά από συμπτωματική αφορμή και σε τυχαίο χώρο, σαν «ένας λόγος μέσα απ’ την ζωντανή επαφή τής σύμπτωσης, με την τέχνη τής μεταχείρησης ανθρώπων και την πνευματική παρουσία τής ελεύθερης συζήτησης» (Karl Justi) ο σωκρατικός διάλογος. Δεν μπορούσε όμως να αποδεχτή τίποτα το τυχαίο στο έργο του ο Πλάτων. Ο οποίος και έπρεπε να διαλέξη και να ‘τακτοποιήση’ κατά τις απαιτήσεις τής τέχνης τούς συνομιλητές, να ‘ρυθμίση’ σύμφωνα με την πνευματική διαδικασία το περιβάλλον, και να ελευθερώση από κάθε τυχαιότητα τον χώρο, ώστε να συμμετέχη κι αυτός στο συνολικό έργο. 
        «Τότε είναι τέλεια η τέχνη, όταν φαίνεται σαν να είναι φύση» (ή ιστορία). Αυτός είναι και ο θρίαμβος της δημιουργικής τέχνης τού Πλάτωνα, ότι εκλαμβάνουμε ως ιστορική πραγματικότητα αυτό το οποίο ωστόσο ‘έπλασε’. Μπορούσε να συναντήση σε οποιονδήποτε βέβαια δημόσιο χώρο έναν σοφιστή απ’ το ‘εξωτερικό’, συνοδευόμενον απ’ τον μαθητή του κι απ’ τον αθηναίο ταυτόχρονα οικοδεσπότη του ο Σωκράτης. Το ότι ‘αυτο-παρουσιάζονται’ όμως  κατόπιν, σαν από σύμπτωση, κλιμακωτά με σαφήνεια και ειλικρίνεια αυτοί οι τρεις, και το ότι ‘εξαλείφει’ (κατ’ αρχάς…) τούς ηθικούς ενδοιασμούς τού δασκάλου του προς όφελος μιας ‘ανώτερης’ συνέπειας ο μαθητής, ενώ ενσαρκώνει μιαν αδέσμευτη τελικά ανηθικότητα ο οικοδεσπότης, που προκαλείται με απόλυτη ωστόσο συνέπεια απ’ τη ρητορική τού σοφιστή: αυτό το επινοεί ο ίδιος ο Πλάτων στον «Γοργία». Με τα δε αγόρια και τους νεαρούς άντρες συναντιόταν σε πολλούς τόπους, στον δρόμο, στα σπίτια και στις παλαίστρες σίγουρα ο Σωκράτης. Το ότι μεταθέτει όμως πάντοτε, όποτε διευκρινίζει γενικώς τον χώρο, σε μιαν παλαίστρα, και στα αποδυτήρια (Apodyterion) επιπλέον στον «Ευθύδημο» και στον κεντρικό διάλογο στον «Λύσι», αυτή τη συνάντηση ο Πλάτων, αυτό είναι βέβαια επινόηση, ώστε να γίνη ορατή η πνευματική γυμναστική (Gymnastik) και να βρη το ορατό της αντίστοιχο η πνευματική ‘απογύμνωση’, με την οποία και ‘παίζει’ ευχαρίστως ο Πλάτων, ή και για να ‘ενσαρκωθή’ ακόμα έτσι, με τη συνύπαρξη της σωματικής και πνευματικής αγωγής, το όραμά του για τη διαπαιδαγώγηση. Ενώ συγκεντρώνονται όλοι οι σοφιστές σ’ ένα σπίτι, όπου δεν συναντήθηκαν μάλλον ποτέ, στον «Πρωταγόρα». Όπου και βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους στην αρχή, χωρίς να είναι καθόλου τυχαίο ότι πηγαινοέρχεται στη μπροστινή αίθουσα ο ‘ανώτερος’ ανάμεσά τους, και πραγματικός αντίπαλος του Σωκράτη, όπως αγαπούσε να πηγαινοέρχεται κι ο ίδιος ο Σωκράτης, ενώ κάθεται «στη διδασκαλική του έδρα» στο βάθος ο Ιππίας, και βρίσκεται ακίνητος παράμερα στην κλίνη, σ’ έναν σκοτεινό χώρο ο Πρόδικος. Και ‘συγκαλεί’ τρόπον τινά, εισερχόμενος ανάμεσά τους, ακόμα και μέσα στον χώρο στον ενιαίον όμιλο των «σοφιστών» αυτούς τούς διαφορετικούς (κατά τα άλλα…) άνδρες ο Σωκράτης. Το πώς συνεργεί δε και ο χρόνος δίπλα στον χώρο στη δραματική και φιλοσοφική ταυτόχρονα εξέλιξη, το βλέπουμε στην προλογική συζήτηση του ίδιου διαλόγου, όπου συναντά τον Σωκράτη στο κρεβάτι του ο νεαρός Ιπποκράτης, κι ανταλλάσσουν μέσα στο σκοτεινό υπνοδωμάτιο τα πρώτα λόγια. Για να βγουν όμως μετά στην αυλή, στον ανοιχτό λοιπόν χώρο (στο ύπαιθρο…), όπου και πηγαινοέρχονται. Ενώ περνάει ταυτόχρονα απ’ το προσωπικό στο ίδιο το αντικείμενο η συζήτηση. Κι έχοντας συμφωνήσει να περιμένουν «μέχρι να φέξη» για να ξεκινήσουν, έτσι αρχίζει (πράγματι…), μόλις θέτει το αποφασιστικό ερώτημα ο Σωκράτης, να ξημερώνη ύστερα από λίγο – για να μπορούμε να δούμε βέβαια το κοκκίνισμα στα μάγουλα του νεανία· το οποίο μάς δείχνει όμως επίσης, πως «άρχισε» και με μιαν άλλην έννοια «να ξημερώνη».
         Η εικόνα στον «Ευθύδημο», κι αφού συντελέσθηκαν οι αρχικές κινήσεις, είναι η εξής: Στο παγκάκι κάθεται, δίπλα στον Σωκράτη, ο νεαρός Κλεινίας, και περιστοιχίζονται από δεξιά και αριστερά απ’ το ζεύγος τών σοφιστών. Ο Κτήσιππος, ο και θαυμαστής τού Κλεινία, που καθόταν κατ’ αρχάς ως πέμπτος στον πάγκο, βρίσκεται τώρα απέναντί τους. Και κυκλικά ολόγυρά τους στέκονται οι υπόλοιποι θαυμαστές τού Κλεινία κι εκείνοι που ακολουθούν τούς σοφιστές. Ο Σωκράτης καθισμένος δίπλα στο νεαρό αγόρι: μια εικόνα που τη γνωρίζουμε απ’ τον «Λύση» και τον «Χαρμίδη». Είναι ο αλιεύς ανθρώπων, που προσέλκυσε το αγόρι, ο είρων (Eiron), που δεν βρίσκεται απέναντι, αλλά δίπλα στον μαθητή. Υπερφαλαγγίζονται όμως τώρα στον «Ευθύδημο» απ’ τους σοφιστικούς ‘ξιφομάχους’ και οι δυό τους. Και εκφράζεται έτσι στον χώρο (‘χωροταξικά’ θα λέγαμε…) η διπλή ‘όψη’ τού πλατωνικού έργου, όπου αναμιγνύονται η ‘μελωδία’ τού παιδαγωγικού – όπως στον «Λύση» - με τη μελωδία τού ‘αγωνιστικού’ – όπως στον «Πρωταγόρα» - διαλόγου. Έχει όμως και η αντίθεση τού να βρίσκεται «απέναντι» στους υπόλοιπους ο Κτήσιππος, ενώ κάθεται στην ίδια σειρά μαζί τους ο Σωκράτης, ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Γιατί θα σπεύση κατόπιν σε ανοιχτή μάχη για τον νεαρό του φίλο απέναντι στους ‘εριστικούς’ (Eristiker) ο Κτήσιππος, και θα τη διεξέλθη με την ίδια πάντοτε, αν και όχι πάντοτε επιτυχή ορμή. Δεν εγκαταλείπει αντίθετα ποτέ την ειρωνική του στάση ο Σωκράτης και αναγνωρίζει και ομολογεί πως είναι ταυτόχρονα και μαθητής τού Ευθύδημου και του Διονυσιόδωρου ο Κλεινίας. Υπάρχει λοιπόν αυτή η ‘αντίθεση’ ανάμεσα στον Κτήσιππο και τον Σωκράτη, που την εκφράζει (μάλιστα…) εξαρχής η τοποθέτηση των συζητητών στον γενικό χώρο. 
            
             ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: